Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Το μυστήριο της ανθρώπινης κοινωνίας

Αγία Μαρία Σκομπτσόβα

(1891-1945)

Η θυσία του αδερφού

εκδόσεις Δορκάς

 [158061683_aa6d7ca84d.jpg]

Το πιο αμφίβολο, αμφισβητήσιμο και ενοχλητικό πράγμα για όλες τις εκφάνσεις του "Χριστιανισμού που στρέφεται προς τον κόσμο", του "κοινωνικού Χριστιανισμού", και δι αφόρων τάσεων που έχουν προταθεί στον σύγχρονο κόσμο, είναι ο δευτερεύων χαρακτήρας τους, η ασυμβατότητα τους με τη χριστιανική ζωή που νοείται σαν κοινωνία με το θεό. Αυτό το δευτερεύον είδος, ο "κοινωνικός Χριστιανισμός", αν εφαρμοστεί, προσαρτηθεί, δεν είναι κακός από μόνος του, αλλά όμως δεν είναι κι απαραίτητος και σε καμία περί­πτωση δεν μπορεί να εξαντλήσει μέσα στα πλαίσια του όλο το πλάτος και το βάθος της χριστιανικής ζωής. Ο θεμελιώδης Χριστιανισμός, απ' την άλλη, εξαντλεί τα πάντα, γιατί κα τευθύνεται προς την αυθεντική πνευματική ζωή, δηλαδή προς την κοινωνία με το θεό. Στο χαρακτηρισμό "κοινωνικός Χρι στιανισμός" υπάρχει αναμφίβολα ένα κομμάτι αλήθειας, για τί όλες οι γνώριμες σε μας τάσεις του κοινωνικοί) Χριστιανι σμού βασίζονται σ' ένα είδος ορθολογιστικοί) Χριστιανισμού, εφαρμόζοντας μονάχα την αρχή της χριστιανικής ηθικής σε "αυτόν τον κόσμο", και δεν αναζητούν μια πνευματική και μυστική βάση για τα κατασκευάσματα τους.

Για να κάνεις τον κοινωνικό Χριστιανισμό όχι μόνο χριστιανοειδή αλλά αληθινά και γνήσια χριστιανικό, είναι απαραί τητο να βρεις σ' αυτόν ακόμα μια διάσταση, να τον βγάλεις απ' αυτήν την ισοπεδωτική καλόψυχη εκφραστικότητα και τον δισδιάστατο ηθικισμό και να τον μεταφέρεις στα βάθη της πολυδιάστατης πνευματικότητας- να του δώσεις μυστική και πνευματική υπόσταση. Μου φαίνεται ότι αυτό συμπίπτει ακριβώς μ' αυτό που η Ορθοδοξία - η οποία ακόμη δεν έχει μιλήσει σ' αυτόν τον τομέα - μπορεί και πρέπει να πει: θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στις καθολικές και προτεσταντικές απόπειρες να δείξουν ένα χριστιανικό πρόσωπο στον κόσμο.

Μπορούμε να αντιληφθούμε μια εξαιρετική ομοιότητα των άκρων σε σχέση με το ζήτημα του κόσμου. Απ' τη μια μεριά, οι κοσμικοί άνθρωποι είναι αναγκαστικά χωρισμένοι από τον κόσμο μ' ένα αδιαπέραστο τείχος. Όσο και να κα ταναλίσκονται στις χαρές του κόσμου, όσο πολυάσχολοι κι αν είναι, υπάρχει πάντοτε μια αδιαπέραστη άβυσσος στη συνείδηση τους: "Εγώ" κι ο κόσμος, ο οποίος με υπηρετεί, με διασκεδάζει, με θλίβει, με ανησυχεί, και ούτω καθ' εξής. Όσο πιο εγωιστής είναι ο άνθρωπος, δηλαδή όσο περισσότε ρο ανήκει στον κόσμο, τόσο πιο αποξενωμένος είναι από την αυθεντική ζωή του κόσμου, τόσο περισσότερο ο κόσμος είναι ένα είδος άψυχης απόλαυσης γι' αυτόν ή ένα είδος άψυ χου βασανιστηρίου, στο οποίο αντιτίθεται το μοναδικό και σπουδαίο έμψυχο "Εγώ" του. Εάν αγαπάει τον κόσμο, την επιστήμη, την τέχνη, τη φύση, την οικογένεια, τους φίλους, την πολιτική, είναι μ' αυτήν την αγάπη που θα την ονομάζα με "εμπαθή αγάπη" - "η οικογένεια μου", "η τέχνη μου", "η φύση μου", "η πολιτική μου". Όλα αυτά αποκαλύπτονται, εν σαρκώνονται, αντικατοπτρίζονται, πραγματώνονται σε ένα ξεχωριστό, καταχρηστικό "Εγώ". Σ' αυτή δε τη σχέση με τον κόσμο, υπάρχουν ανυπέρβλητα, πελώρια τείχη που χωρίζουν άνθρωπο από άνθρωπο, από τη φύση κι από το Θεό.

Μπορούμε να πούμε ωμά ότι ο πιο κοσμικός άνθρωπος είναι ο πλέον χωρισμένος και ασύνδετος από τη ζωή του κόσμου. Αλλά στο Χριστιανισμό, όπου πρέπει να απηχούν οι δυο θεόσδοτες εντολές - για την αγάπη προς το θεό και για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο - συχνά φτάνουμε στον ίδιο χωρισμό από τον άνθρωπο και από τον κόσμο. Παραδείγμα τος χάρη, ο Χριστιανός δεν μπορεί να πει: «Αγαπώ το θεό και γι' αυτό ο άνθρωπος μου είναι αδιάφορος»· ο απόστολος Ιωάννης του απαντάει αυστηρά: «Υποκριτή, πώς μπορείς ν' αγαπάς το θεό που δεν έχεις δει εάν περιφρονείς τον αδελφό σου που είναι δίπλα σου;» [Ιω. επισ. 1, 4:20]. Αλλά ακόμη κι αν ο Χριστιανός δεν το τοποθετεί τόσο χοντροκομμένα, υπάρχει παρ' όλ' αυτά μια κάποια πιθανότητα να ζημιώσει η αγάπη προς τον πλησίον εξ αιτίας της αγάπης του προς τον θεό: η αγάπη προς τον Θεό, αυτό είναι το κύριο και μο ναδικό πράγμα. Όλα τ' άλλα είναι μονάχα υπακοή, μονάχα μια "δουλειά", η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να μειώνει το βασικό πράγμα. Σαν αποτέλεσμα, ο άνθρωπος έχει το δικό του μοναστήρι - μέσα στο πνεύμα του, πίσω από ψηλά λευκά τείχη. Εκεί διαμένει στην πληρότητα και την αγνότητα της κοινωνίας του με το θεό, κι από κει, μέσα από κάποιου είδους συγκατάβασης, κάποιου είδους πατροναρί σματος, κατέρχεται στον αμαρτωλό και ταλαίπωρο κόσμο. Σ' αυτόν εκπληρώνει το καθήκον της υπακοής, ένα καθήκον που έχει πολύ αυστηρά και ακριβή όρια. Δεν πρέπει να πα ρεμποδίσει τον εσωτερικό ρυθμό της ζωής του εν τω θεώ, μια ορισμένη ιερή ανάπαυση, θα πρέπει να μην τον αιχμα λωτίσει στο βάθος του πνεύματος του, διότι σ' αυτό το βάθος κατοικούν τα Άγια των Αγίων. Συμπόνια, αγάπη, δουλειά, υπευθυνότητα για την ανθρώπινη ψυχή, ετοιμότητα για θυσία - αυτά είναι τα απαραίτητα στοιχεία της υπακοής, αλλά θα πρέπει κανείς να έχει ένα μέτρο σ' αυτά. Δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να εξουθενώνουν και να διασκορπίζουν το πνεύμα. Σε σύγκριση με το βασικό πράγμα, όλο αυτό δεν εί ναι ένα έργο, αλλά μια δουλειά. Σ' άλλη περίπτωση, κάποιος θα 'χανε το "Εγώ" του, θα το σκορπούσε ολόγυρα στον κό σμο. Αυτό το "Εγώ", με μια έννοια, αντιτάσσεται στον κόσμο. Κι ο κόσμος, είτε απλά κείται εν τω πονηρώ, είτε είναι το στάδιο όπου ασκούμε τις αρετές μας - όποια και να 'ναι η περίπτωση, βρίσκεται έξω από το "Εγώ". Ο διαχωρισμός απ' τον κόσμο συμβαίνει βάσει διαφορετικών αρχών εδώ απ' ό,τι στους κοσμικούς ανθρώπους, αλλά παρ' όλ' αυτά, είναι εξίσου ολοσχερής. Σ' αυτήν την απομόνωση του "Εγώ" από τον κόσμο, τα αντίθετα συναντώνται.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε την επιφύλαξη ότι υπάρχει, βεβαίως, εργασία που μπορεί να ονομαστεί "δουλειά". Όταν οι ερημίτες έπλεκαν ψάθες και έφτιαχναν κεραμικά, αυτό ήταν μια δουλειά. Όταν καθαρίζουμε πατάτες, μαντάρουμε εσώρουχα, κάνουμε τους λογαριασμούς, παίρνουμε το με τρό, κι αυτό είναι δουλειά. Αλλά όταν οι παλιοί μοναχοί, δια της υπακοής, θάβανε τους νεκρούς, φρόντιζαν τους λεπρούς, συμβουλεύανε  τις  εκπεσούσες γυναίκες,  καταδίκαζαν  την άδικη ζωή, έδιναν ελεημοσύνη, αυτό δεν ήταν δουλειά. Και όταν κάνοντας πράξεις στην μοντέρνα μας ζωή, επισκεπτό μαστε τους αρρώστους, ταΐζουμε τους άνεργους, διδάσκουμε παιδιά, κρατούμε συντροφιά σε κάθε είδους πόνο και απο τυχία, ασχολούμενοι με μεθύστακες, εγκληματίες, παλαβούς, απόβλητους, φευγάτους, με όλη την πνευματική λέπρα της ζωής τους, αυτό δεν είναι δουλειά, παρά κάτι παραπάνω από ένα φόρο τιμής στην υπακοή η οποία έχει τα όρια της μέσα στην ίδια μας την προσπάθεια - είναι η εσωτερική προσπά θεια αυτή καθαυτή, ένα αδιάσπαστο κομμάτι από την πρω ταρχική μας αποστολή. Όσο περισσότερο βγαίνουμε προς τα έξω, προς τον κόσμο, τόσο πιο πολύ προσφέρουμε τον εαυτό μας στον κόσμο, και τόσο το λιγότερο είμαστε του κόσμου τούτου, διότι αυτό το οποίο είναι εκ του κόσμου τούτου δεν προσφέρει τον εαυτό του στον κόσμο.

Ας προσπαθήσουμε να το τεκμηριώσουμε αυτό θεολογικά, πνευματικά, και μυστηριακά. Ο μέγας και μοναδικός πρώτος θεμελιωτής της παγκόσμιας Καινής ζωής είναι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού, ο οποίος κατέβηκε στον κόσμο, ενσαρκώθηκε, ολοκληρωτικά, ολότελα, χωρίς καμία επιφύλαξη, θα λέγαμε, για τη θεότητα Του. Μήπως προφύλαξε τη Θεότητα και τον Εαυτό Του; Μήπως ήρθε στον κόσμο μονάχα από υπακοή στον   Πατέρα;

Στην επίγεια υπακοή Του κένωσε τον εαυτό Του, και η κένωση Του είναι το μοναδικό παράδειγμα για την πορεία μας.   Ο Θεός που έγινε παιδί, ο Θεός που δραπέτευσε στην Αίγυπτο για να ξεφύγει από τον Ηρώδη, ο Θεός που ανα ζήτησε φίλους και μαθητές σ' αυτό τον κόσμο, ο Θεός που έκλαψε από τα βάθη του Πνεύματος Του για τον Λάζαρο, που αποκήρυξε τους Φαρισαίους, που μίλησε για τη μοίρα της Ιερουσαλήμ, που έδιωξε δαιμόνια, που γιάτρεψε τους αρρώστους, που ήγειρε τους νεκρούς, που, τελικά και πιο ση μαντικά απ' όλα, έδωσε τη σάρκα Του και το Αίμα Του σαν τροφή για τον κόσμο, ανέβασε το Σώμα Του στο σταυρό ανά μεσα σε δυο ληστές - πότε και ποια στιγμή το παράδειγμα Του μας δίδαξε για τα ενδότερα τείχη τα οποία μας χωρίζουν απ1 τον κόσμο; Ήταν στον κόσμο με όλη Του την Θεανθρωπότητα, όχι με κάποιες δευτερεύουσες ιδιότητες. Δεν διαφύ­λαξε τον εαυτό Του, αλλά τον πρόσφερε χωρίς περιορισμούς. «Τούτο εστί το σώμα μου το υπέρ υμών κλώμενον», δηλαδή, προσφερόμενο χωρίς περιορισμούς. «Τούτο εστί το αίμα μου, το υπέρ υμών έκχυνώμενον», εκχυνώμενον μέχρι τέλους. Στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο Χριστός πρόσφερε τον εαυτό Του, το Θεανθρώπινο Σώμα Του, στον κόσμο, ή μάλ λον, ένωσε τον κόσμο με τον εαυτό Του στην κοινωνία με το Θεανθρώπινο Σώμα Του και το μετέτρεψε σε Θεανθρωπότητα. Κι αν κάποιος σκεφτόταν πως Εκείνος είχε σαν σκοπό να διαφυλάξει κάποιον εσώτερο, μυστηριώδη, βαθιά κρυμμένο Χριστό από το να λάβει  μέρος σ'  αυτή την Θεανθρώπινη θυσία, να παραμείνει δηλαδή ξένος σ' αυτή, αυτό θ' ακου γόταν σχεδόν βλάσφημο. Η αγάπη του Χριστού δεν γνωρίζει πώς να μετρά και να διαιρεί, δεν γνωρίζει πώς να οικονομεί τον εαυτό Της. Ούτε δίδαξε ο Χριστός τους Αποστόλους να οικονομούνται και να είναι επιφυλακτικοί στην αγάπη - και δεν θα μπορούσε να τους έχει διδάξει κάτι τέτοιο, διότι τους συμπεριέλαβε στην κοινωνία της ευχαριστιακής θυσίας, τους μετέτρεψε σε Σώμα Χριστού - και ως εκ τούτου τους παρέ δωσε να θυσιαστούν για τον κόσμο. Εδώ χρειάζεται μονάχα να μάθουμε και να βγάλουμε συμπεράσματα. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως κατά ένα παράδοξο τρόπο, ο Χριστός με το να προσφέρει τον εαυτό Του στον κόσμο, υπήρξε ο πλέον κοσμικός υιός του Αδάμ. Αλλά γνωρίζουμε ήδη ότι αυτό το οποίο είναι του κόσμου τούτου δεν προσφέρει τον εαυτό του στον κόσμο.

Νομίζω πως η πληρέστερη κατανόηση αυτής της προ σφοράς του Χριστού στον κόσμο, δημιουργώντας το ένα και μοναδικό Σώμα Χριστού), τη Θεανθρωπότητα, περιέχεται στην ορθόδοξη ιδέα της οικουμενικότητας. Και η οικουμε νικότητα δεν είναι μόνο μια αφηρημένη ιδέα απ' τη μια, κι ούτε είναι απ' την άλλη μια ανώτερη πραγματικότητα που δεν έχει κάποια εσωτερική σχέση με τα πρόσωπα τα οποία την αποτελούν. Είναι μια ανώτερη πραγματικότητα, επει δή το κάθε ένα από τα μέλη της είναι μέλος του Σώματος του Χριστού), πλήρως ισάξιο και ισότιμο, γιατί είναι αυτή η "ψυχή" που είναι άξια όλου του κόσμου. Ο κάθε άνθρω πος, ο οποίος μας φανερώνεται από τη στιγμή των πρώτων αποκαλύψεων της Παλαιάς Διαθήκης σαν εικόνα Θεού, στο Χριστό περικλείει ακόμη πιο δυναμικά και χειροπιαστά τη σχέση του με το Θεό. Είναι όντως η εικόνα Θεού, η εικόνα του Χριστού, το εικόνισμα του Χριστού. Ο οποίος, μετά απ' αυτό, μπορεί να διαχωρίσει το εγκόσμιο από το ουράνιο στην ανθρώπινη ψυχή, ο οποίος μπορεί να πει πού η εικόνα του Θεού τελειώνει και η βαρύτητα της ανθρώπινης σάρκας αρχί ζει! Στην κοινωνία με τον κόσμο στο πρόσωπο του κάθε ενός ανθρώπινου πλάσματος χωριστά, γνωρίζουμε ότι κοινωνούμε με την εικόνα του Θεού, και, αναλογιζόμενοι αυτή την εικόνα, αγγίζουμε το Αρχέτυπο - κοινωνούμε με το Θεό.

Υπάρχει ένας αυθεντικός και αληθινά Ορθόδοξος μυστικισμός, όχι μόνο στην κοινωνία μας με το Θεό, αλλά επίσης στην κοινωνία μας με τον άνθρωπο. Και η κοινωνία με τον άνθρωπο μ' αυτή την έννοια είναι απλά μια άλλη μορφή κοινωνίας με το Θεό. Κοινωνώντας με τους ανθρώπους, κοι νωνούμε όχι μόνο με ανθρώπους που έχουν τις ίδιες απόψεις μαζί μας, φίλους, ενορίτες, υποτακτικούς, ανωτέρους - τέλος, όχι μόνο με υλικό για την άσκηση στην υπακοή και στην αγάπη, μα κοινωνούμε με το Χριστό τον Ίδιο και μόνο ένας περίεργος υλισμός σε σχέση με την εμφάνιση και την πα ρουσία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο μπορεί να εξηγήσει την ανικανότητα μας να Τον συναντήσουμε μέσα στην τύρβη του κόσμου, μέσα στα τρίσβαθα της ανθρώπινης πτώσης. Πράγματι το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο το σύμβολο της συ νάντησης με το Χριστό - μια πράξη περιορισμένη στο χρόνο - αλλά η πραγματικότητα της αίσθησης του δεσμού με το Σώμα του Χριστού, της μόνιμης συνύπαρξης με το Χριστό, το να σχετιζόμαστε ακατάλυτα μαζί Του στην θεανθρώπινη διαρκή παραμονή Του στον κόσμο. Εκείνος προέβλεψε τη λελογικευμένη και αλαζονική έλλειψη πίστης όταν προφήτεψε ότι, στην καταγγελία Του, οι άνθρωποι θα (ρωτούσαν σαστι σμένοι: «Κύριε, πότε δεν σε επισκεφτήκαμε στο νοσοκομείο ή στη φυλακή, πότε σου αρνηθήκαμε ένα ποτήρι νερό;» Αν μπορούσαν να πιστέψουν ότι με τον κάθε ζητιάνο και με τον κάθε εγκληματία ο Χριστός μας απευθύνει το λόγο, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά στους ανθρώπους. Αλλά το θέμα είναι ακριβώς το ότι η κοινωνία μας με τους ανθρώπους περνάει περισσότερο στο επίπεδο των γήινων συναλλαγών και στερείται τον αυθεντικό μυστηριακό χαρακτήρα που την μετατρέπει σε κοινωνία με το Θεό. Και στην αγαπητική κοι νωνία με την ανθρωπότητα, με τον κόσμο, μας δίδεται μια τέλεια κι αληθινή δυνατότητα να νιώσουμε τους εαυτούς μας σε αυθεντική κοινωνία με το Θεό.

Κι αυτό μας δείχνει ξεκάθαρα ποιες πρέπει να 'ναι οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους, με τις ψυχές τους, με τις πράξεις τους, με την ανθρώπινη μοίρα, την ανθρώπινη ιστο ρία εν γένει. Κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας, ο ιερέας δεν θυμιάζει μόνο τις εικόνες του Σωτήρα, της Παναγίας και των Αγίων. Θυμιάζει επίσης και τις εικόνες-ανθρώπους, την εικόνα του θεού στο πρόσωπο των ανθρώπων που είναι παρόντες. Και καθώς αποχωρούν από την εκκλησία, αυτοί οι άνθρωποι παραμένουν το ίδιο εικόνες Θεού, άξιοι να λιβανιστούν και να τιμηθούν. Οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους θα 'πρεπε να είναι μια αυθεντική και βαθιά εδραιωμένη ευλάβεια.

Υπάρχουν έννοιες στην Ορθοδοξία που ελκύουν την καρ διά μας αλλά δεν μας είναι πάντοτε ξεκάθαρες, δεν μας αποκαλύπτονται μέχρι τέλους. Μας αρέσει όταν η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής συζητιέται, αλλά λίγοι άνθρωποι κα τανοούν τι σημαίνει. Πράγματι, πρέπει να συμμετέχουμε σ' όλες τις Ακολουθίες για να εκκλησιαστικοποιήσουμε τη ζωή μας; Ή να κρεμάσουμε μιαν εικόνα σε κάθε δωμάτιο και να καίμε μπροστά της ένα καντήλι; Όχι, η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής είναι η αίσθηση του κόσμου όλου σαν μια εκκλησία, στολισμένη με εικόνες που θα πρέπει να ευλαβούμαστε, να τιμούμε και ν' αγαπούμε, γιατί αυτές οι εικόνες είναι αληθι νές εικόνες του Θεού που έχουν την αγιότητα του ζωντανού Θεού πάνω τους.

Το ίδιο συναρπαστικό για μας, όσο και αινιγματικό, είναι η έκφραση «Λειτουργία εκτός Εκκλησίας». Η εκκλησιαστική Λειτουργία και τα λόγια που λέγονται σ' αυτήν μας δίνουν το κλειδί για να κατανοήσουμε αυτήν την έννοια. Ακούμε: «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομόνοια όμολογήσωμεν...». Και παρακάτω: «Τα Σά εκ των Σών Σοί προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα». Αυτοί οι "άλλοι" τους οποίους αγα πούμε εν ομόνοια στην Εκκλησία, δουλεύουν μαζί μας κι έξω απ' την εκκλησία, δοξάζοντας, υποφέροντας, ζώντας. Κι αυτοί που είναι Δικοί Του ή εκ των Δικών Του, που Του προσφέ ρουν εκ μέρους όλων και για όλους, είναι πράγματι "όλοι", δηλαδή, όλοι που ενδεχομένως θα συναντήσουμε στο δρόμο μας, όλοι οι άνθρωποι που μας έχει στείλει ο Θεός. Ο τοίχος της Εκκλησίας δεν χώρισε κάποιο μικρό ποίμνιο από όλους τους άλλους. Απ' την άλλη, πιστεύουμε πως το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας μας προσφέρει τον Αμνό του Θεού, το Σώμα του Χριστού, ως θυσία για τις αμαρτίες του κόσμου. Και, όντας σε κοινωνία με το θυσιαστικό Του Σώμα, κι εμείς με τη σειρά μας προσφερόμαστε ως θυσία: «κατά πάντα και δια πάντα». Μ' αυτή την έννοια, η Λειτουργία εκτός Εκκλη σίας είναι η θυσιαστική μας διακονία στην Εκκλησία του κό σμου, στολισμένη με τις ζωντανές εικόνες του Θεού, το κοινό μας λειτούργημα, μια πανανθρώπινη θυσιαστική προσφορά αγάπης, την σπουδαία πράξη της θεανθρώπινης ένωσης μας, την ενωμένη προσευχητική πνοή του θεανθρώπινου πνεύμα τος μας. Σ' αυτή την λειτουργική κοινωνία με τους ανθρώ πους, συμμετέχουμε σε μια κοινωνία με το Θεό, γινόμαστε πράγματι ένα ποίμνιο και εις Ποιμήν, ένα σώμα, του οποίου η αναφαίρετη κεφαλή είναι ο Χριστός.

Για να ξεκαθαρίσουμε τα πάντα, πρέπει να κάνουμε μερι κές ακόμα διευκρινίσεις. Μόνο αυτή η προσέγγιση του κόσμου και του ανθρώπου καθιστά αδύνατο να πούμε ότι ο κόσμος μας αποσπά, ότι οι άνθρωποι καταβροχθίζουν την προσοχή μας με τη φασαρία τους. Είναι ο δικός μας αμαρτωλός περισπασμός που μας αποσπά και ο δικός μας εφάμαρτος θό ρυβος που μας καταβροχθίζει την προσοχή. Λαμβάνουμε από τον κόσμο κι από τους ανθρώπους αυτό που ποντάρουμε ότι θα πάρουμε απ' αυτούς. Μπορεί να μας τύχει ένας ενοχλη τικός γείτονας στο διπλανό διαμέρισμα ή ένας υπερβολικά γλεντζές πότης σύντροφος, ή ένας ιδιότροπος και αργός μα θητής, ή παλαβές κυρίες ή ελεεινοί γεροπαράξενοι κ.ο.κ., και οι σχέσεις μας μαζί τους να μας εξαντλούν σωματικά, να μας ενοχλούν εσωτερικά, να μας νεκρώνουν πνευματικά. Αλλά, μέσα από την εικόνα του Χριστού στον άνθρωπο, μπορούμε να συμμετέχουμε στο Σώμα του Χριστού. Αν η προσέγγιση του κόσμου είναι σωστή και πνευματική, τότε δεν θα του προσφέρουμε μόνο από την πνευματική μας φτώχεια, αλλά και θα λάβουμε απείρως περισσότερα από το πρόσωπο του Χριστού που ζει μέσα του, από την κοινωνία μας με το Χρι στό, από την συνείδηση ότι είμαστε ένα μέρος του σώματος του Χριστού.

Και μου φαίνεται ότι αυτή η μυστική σχέση της ανθρώπι νης κοινωνίας είναι η μόνη αυθεντική βάση για οποιαδήπο τε εξωτερική χριστιανική δραστηριότητα, για τον κοινωνικό Χριστιανισμό, ο οποίος μ' αυτή την έννοια δεν έχει γεννηθεί ακόμη, για ένα Χριστιανισμό που στρέφεται στον κόσμο, και ούτω καθ' εξής. Η κοινωνική προσπάθεια θα πρέπει να είναι εξ ίσου μια λειτουργία εκτός των τειχών της Εκκλησίας, όσο οποιαδήποτε κοινωνία με τους ανθρώπους στο όνομα του Χριστού. Αλλιώς, ακόμα κι αν βασίζεται σε χριστιανικά ήθη, θα είναι μόνο κάτι χριστιανοειδές, αναγκαστικά δευτερεύον. Τα πάντα στον κόσμο μπορούν να είναι χριστιανικά, υπό τον όρο όμως ότι θα διαποτίζονται από το αυθεντικό δέος της κοινωνίας με το Θεό, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί και στο μονοπάτι της αυθεντικής κοινωνίας με τον άνθρωπο. Αλλά έξω από αυτό το αρχηγεύον πράγμα, δεν υπάρχει αυθεντική Χριστιανοσύνη.

Αυτές, νομίζω, είναι οι δύσκολες εντολές που οφείλει να θέσει η Χριστιανοσύνη, πριν από κάθε απόπειρα να δομήσει τη ζωή.

Έχοντας ξεκινήσει μ' αυτό που είναι το σπουδαιότερο και το πλέον απόλυτο, ας το γεφυρώσουμε με την καθημερινή μας μοίρα, με το κάθε γεγονός της μικρής, χειροπιαστής μας ζωής - και είναι ζωές μεταναστών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλες προοπτικές ζωής.

Παρ' όλ' αυτά, στον καθένα μας δίδεται μια μοίρα που δεν είναι ούτε ίχνος μικρότερη κι ούτε λιγότερο τραγική, για τί μας δίδεται στο Παρίσι κι όχι στη Μόσχα. Μας δόθηκε σ' όλους μας να γεννηθούμε, ν' αγαπήσουμε, να ' χουμε φίλους, να διψούμε για δημιουργικότητα, να νιώσουμε συμπόνια, δικαιοσύνη, να ' χουμε πόθο για την αιωνιότητα, και στον καθέ να από μας θα δοθεί ο θάνατος. Στεκόμαστε μπροστά στην αλήθεια του Κυρίου κι επιθυμούμε να τηρήσουμε τις εντολές Του.

Και η αλήθεια του Κυρίου μας λέει ότι οι Ουρανοί δεν μπορούν να τη χωρέσουν, αλλά χωρεί στη φάτνη της Βηθλεέμ, η αλήθεια που δημιουργεί και συγκρατεί τον κόσμο, και πέ φτει από το βάρος του σταυρού στο δρόμο για τον Γολγοθά· που είναι μεγαλύτερη από την οικουμένη και την ίδια ώρα δεν περιφρονεί ένα ποτήρι νερό που το προσφέρει ένα χέρι με συμπόνια. Η αλήθεια του Κυρίου καταργεί τη διαφορά ανάμεσα στο παμμέγιστο και στο ασήμαντο. Ας προσπαθή­σουμε να κτίσουμε τη μικρή, ασήμαντη ζωή μας με τον ίδιο τρόπο που ο Μέγας Δημιουργός κτίζει το πλανητικό σύστημα της αχανούς οικουμένης.

Οι άνθρωποι κάνουν μια επιλογή ανάμεσα στο θλιμμένο πρόσωπο του Χριστού και της χαράς της ζωής. Αυτός που απορρίπτει το θλιμμένο πρόσωπο του Χριστού χάριν των επί γειων απολαύσεων, πιστεύει σ' αυτές τις απολαύσεις, αλλά η τραγωδία γεννάται τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι αυτές οι απολαύσεις δεν είναι και τόσο χαρούμενες. Η αναγκαστική, μηχανική δουλειά δεν μας δίνει χαρά: η διασκέδαση, λίγο ή πολύ μονότονη, που διαφέρει μόνο στο βαθμό που εξαντλεί τα νεύρα μας, δεν μας δίνει χαρά- όλη αυτή η πικρή ζωή μας δεν μας δίνει χαρά. Χωρίς το Χριστό ο κόσμος επιτυγχάνει το μάξιμουμ της πικρίας, διότι κατορθώνει το μάξιμουμ της ασημαντότητας.

Ο Χριστιανισμός είναι η χαρά του Πάσχα, ο Χριστιανισμός είναι συνεργασία με το Θεό, ο Χριστιανισμός είναι μια υπο χρέωση που ανέλαβε εκ νέου ο άνθρωπος να καλλιεργήσει τον παράδεισο του Κυρίου, που κάποτε τον απέρριψαν με την πτώση. Και στο δασάκι αυτού του παραδείσου, που είχε γεμίσει από αγκάθια και τριβόλια από τους πολλούς αιώνες αμαρτίας κι απ' τ' αγκάθια της ξερής κι ανέραστης ζωής, ο Χριστιανισμός μας εντέλλεται να ξεριζώσουμε, να οργώσου με, να σπείρουμε, να ξεχορταριάσουμε και να θερίσουμε.

Η αυθεντική, Θεανθρώπινη, ολοκληρωμένη, οικουμενική Χριστιανοσύνη μας καλεί στο πασχάλιο άσμα, «αλλήλους περιπτυξώμεθα». Στη Λειτουργία λέμε, «άγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν όμονοία όμολογήσωμεν...». Αγαπήσωμεν - εννοώντας όχι μόνο ένα νου, αλλά επίσης μια πράξη, που σημαίνει μια κοινή ζωή.

Είναι απαραίτητο να χτίσουμε τις σχέσεις μας με τον άνθρωπο και τον κόσμο, όχι πάνω σε ανθρώπινους και κο σμικούς νόμους, αλλά μέσα από την αποκάλυψη της θεϊκής εντολής. Να δούμε στον άνθρωπο την εικόνα του Θεού και στον κόσμο τη δημιουργία του Θεού. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε οτι ο Χριστιανισμός χρειάζεται από μας, όχι μόνο το μυστήριο της κοινωνίας με το Θεό, αλλά επίσης το μυστήριο της κοινωνίας με τον άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email