Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ή αναμέτρηση. «Μεγαλειότατε νικηθήκαμε». Ό Βασίλειος είναι Μέγας.

5331_1221457457779_1269234149_641076_5989358_n
Φθινόπωρο κι ύστερα χειμώνας τού 371. Τότε κορυ­φώθηκε το μαρτύριο της Εκκλησίας και μεσουράνησε ή δόξα της. Τότε ή Εκκλησία της Καππαδοκίας φανέρωσε τη φωτιά της αληθείας πού έκρυβε στο στήθος της.
Μέχρι τότε ή ορθοδοξία της Καππαδοκίας έμοιαζε λίγο-πολύ με νησίδα στην 5Ανατολή. Ό Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες ή βία και πονηριά τού έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σά­ρωσε την Ορθοδοξία κι έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισαρεία. Είναι αλήθεια πώς οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα τού Ουάλη. "Άκουγαν ο,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα.
Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική τού αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύθηκαν οι περι­ουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν.
Ή θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. Έφθασαν στο σημείο να κάψουν στη Νικομήδεια ορθόδοξους πρεσβυτέ­ρους μέσα σε πλοίο72. Όσο πλησίαζαν μάλιστα στην Και­σαρεία τόσο πιο άγρια γινόταν ή θηριωδία τους. Όργανα τού αυτοκράτορα βεβήλωναν τους ναούς. Σε κάποια πόλη μπήκαν στο ναό, ανέβηκαν στην άγια Τράπεζα και χό­ρευαν πάνω σ' αυτήν73. Σε άλλο ναό, πού ό ορθόδοξος ιερέας προσπάθησε να εμποδίσει τους βέβηλους, σκότω­σαν κι έχυσαν ανθρώπινο αίμα επάνω στην ίδια την άγια Τράπεζα74. Θύμα και ό ιερέας. Τα φοβερά τούτα σφυρο­κοπούσαν κάθε μέρα τ' αυτιά της ορθόδοξης Καισαρείας.
Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ό λαός είχε τρομοκρα­τηθεί. Έτρεμε και λύγιζε σαν αδύνατο φυλλαράκι πού ετοιμάζεται να χαθεί στο ποτάμι πού κυλάει δίπλα του. Δε μπορούσαν ν' αντισταθούν στο μανιασμένο άνεμο. Ήταν φοβερός και γκρέμιζε τειχιά.
Και ό Βασίλειος τι έκανε;
Κάτι προσπαθεί. Γυρεύει να ανασυντάξει τις ελάχιστες δυνάμεις τού σώματος του. Να στήσει όρθιο το πνεύμα του. Μικρά πράγματα δηλαδή για τόσο μεγάλη μάχη. Εκεί όμως πού φαινόταν και ήταν πράγματι λίγος, άρχισε να γίνεται μεγάλος, ατέλειωτος. Ό Θεός τον ήθελε και τον έκανε μεγάλο, τόσο μεγάλο πού δεν μπορούν να το δουν τα μάτια μας.
Τον ήθελε μεγάλο γιατί με το πρόσωπο τού ισχνού ιερού άνδρα θα γκρέμιζε τον ίδιο το Σατανά. Τη δύναμη πού δούλευε μέσα στον αυτοκράτορα, στους παλατιανούς και τους αιρετικούς. Όσο ή φοβερή στιγμή της αναμετρήσεως πλησίαζε τόσο πιο νηφάλιος γινόταν ό απογοητευμέ­νος Βασίλειος. Το εξασθενημένο σώμα του αντέχει ακόμα περισσότερο στην προσευχή και την αγρύπνια:
«Βλέπεις, Χριστέ μου. Για σένα, για να πιστεύουν σε σένα το ζητάω. Δυνάμωσε με να σταθώ καλά, να σε ομολο­γήσω, να μη λυγίσω ούτε στιγμή. Σε παρακαλώ, ούτε στι­γμή. Όχι, δεν είναι από δικό μου εγωισμό. Σύντριψε με, κατεξευτέλισε με τώρα, μπροστά σε όλο τον κόσμο, δε με πειράζει. Χάνομαι, αν θές. Δε σκοτίζομαι για τον εαυτό μου. "Άλλωστε μήπως μπορώ να ζήσω για πολύ με το χάλι πού έχω; Αυτό πού θέλω είναι να σταθώ εγώ καλά μπρο­στά στο Σατανά για να στυλωθεί ή ορθόδοξη πίστη σε σένα. Βοήθα με, λοιπόν. Κράτησε με όρθιο. Τη δόξα σου ποθώ. Τίποτε άλλο...».
Κάθε νύχτα κουβέντιαζε και πολέμαγε με το Θεό μέχρι πού έπεφτε μισολιπόθυμος στο σανιδένιο κρεβάτι του, τυλιγμένος κατάσαρκα με το ράσο πού ήταν από γιδότριχα.
Σε τέτοια επιμονή τόσο καθάριας ψυχής δε μπορεί ούτε ό Θεός ν' αντισταθεί, δεν το κάνει, δε θέλει. Αγαπάει τον άνθρωπο τόσο πολύ.
Πρέπει να ήταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν ή μία την άλλη. Σήμερα τον προσ­έβαλαν. Αύριο τού υπόσχονταν πολλά.
Πριν αποφασίσει ό Ουάλης την ώρα της τελικής εφό­δου δοκίμασε πολλούς τρόπους για να φέρει στα νερά του το Βασίλειο. Ένοιωθε μάλιστα ότι και μόνο το γεγονός ότι ό Βασίλειος παραμένει ορθόδοξος Μητροπολίτης Καισα­ρείας αποτελεί γι' αυτόν αποτυχία της πολιτικής του, γε­λοιοποίηση τού Βασιλικού του κύρους75.
Δεν είχε μπει λοιπόν ακόμη στην Καισαρεία και με χίλια τεχνάσματα προσπάθησε να κάνει αρειανόφρονα ποιόν; το Βασίλειο! Τι αφέλεια μπορεί να δείξει και ό ίδιος ό Σατανάς μερικές φορές! Σημαντικό ρόλο στις πιέσεις έπαιζαν οι δικαστικοί, πού είχαν κιόλας γίνει πέρα για πέρα όργανα του αυτοκράτορα. Δεν υστέρησαν όμως και οι στρατιωτικοί, καθώς και οι παλατιανοί ευνούχοι, το άθλιο τούτο κατάντημα τού άνδρα76.
Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα και ό Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρ­μενία. Αναγκάσθηκε λοιπόν ό Βασιλιάς να παίξει το τε­λευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισαρεία τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τι έκανε.
Ό Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων πού γίνονται βασιλικότεροι τού βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος και απάνθρω­πος, για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. Ή Εκκλησία στην Ανατολή γνώρισε τη θηριωδία του από την καλή. Ωρυόταν σαν λιοντάρι και ήξερε να κάνει πράξη τις απειλές του, όπως ήξερε και να κολακεύει με υστεροβουλία. Έτσι στερέωνε τη θέση του δίπλα στον αυτοκράτορα.
Ό Γρηγόριος Ναζιανζηνός περιγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα πού ακολούθησαν και πού θα διηγηθούμε πιο κάτω, προσφεύγοντας και σε ιστορικούς τού Ε' αιώνα77.
Στην Καισαρεία ό Μόδεστος εγκαταστάθηκε στο Διοι­κητήριο. Ή αναμέτρηση όμως με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο. Ό στρατός πού τον συνόδευε τόνιζε περισσότερο τις διαθέσεις του. Από την πρώτη στιγμή φρόντισε να πείσει τους πάντες ότι θα ήταν σκληρός κι ανελέητος. Δε χρειαζόταν όμως να κοπιάσει γι' αυτό. Δι­έταξε να τού φέρουν το Βασίλειο, πού ήταν κιόλας έτοι­μος.
Όλη τη νύχτα ό επίσκοπος προσευχόταν. Για κάποια στιγμή ένοιωσε τα γόνατα του να λύνονται από φόβο. Θα τα κατάφερνε; Θα στεκόταν όσο χρειαζόταν άξιος μπρο­στά στο θηρίο; Το πικρό ποτήρι μένει πικρό και για τους μεγάλους. Πέρασε όμως ό φόβος του. Το άγιο Πνεύμα έσφιξε τους αρμούς του και άρχισε να αισθάνεται αλλιώτικα.
Ό χειμώνας της Καππαδοκίας είχε πέσει βαρύς. Όλα ήσαν παγωμένα κι έδειχναν ακίνητα.
Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος.
Στο σπίτι του ό Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα πού έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί! Πώς; κάνεις δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό.
Είδαν, επί τέλους, να γελούν λίγο τα χείλη του. Οι δικοί του τρόμαξαν βλέποντας τον. Ύστερα όμως ηρέμησαν κι αυτοί και τον ακολούθησαν.
Ό Βασίλειος είχε μέσα του άγιο πανηγύρι και το ακτι­νοβολούσε.
Περπατούσε για το Διοικητήριο. Όλα προμηνούσαν γιορτή. Το αφανισμένο του πρόσωπο δειχνόταν τώρα ωραίο, ιλαρό.
Το κουρασμένο βήμα του χαριτωμένο, σίγουρο.
Ακόμη και το τριμμένο ράσο του στεκόταν σήμερα με αξιοπρέπεια, με χάρη.
Πίσω του σχηματίσθηκε μικρή πομπή πού τον ακολου­θούσε αθόρυβα.
- Ήσαν εκείνοι πού δεν πάγωσαν από το κρύο και την αγριότητα τού Μόδεστου. Ήσαν αυτοί πού λίγο ή πολύ ένοιωσαν κάτι από το ιερό πανηγύρι τού Βασιλείου.
Ήθελαν κι αυτοί να γιορτάσουν με τον ήρωα τους. Ήθελαν να είναι μπροστά στον αγώνα.
Δεν τους άφησαν όμως. Οι στρατιώτες πρότειναν τα σιδερένια κοντάρια. Σημάδι ότι όλοι έπρεπε να μείνουν έξω.
Προχώρησε μόνον ό ιερός άνδρας.
Σιγά, σταθερά ανέβηκε την κλίμακα του Πραιτώριου. Ή σιλουέτα του μάκραινε, αλλά ό ίδιος μεγάλωνε, πλάταινε, γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ό μικρός άνδρας ήταν εκεί, πάνω και μέσα σε όλα. Στα μάτια πού τον παρακολουθού­σαν μίκρυναν όλα τα άλλα-στρατιώτες, κτήρια λαμπρά -γιατί μεγάλωσε υπερφυσικά ό Βασίλειος.
Και ό Μόδεστος; Μόλις τον ειδοποίησαν πήγε στην επίσημη αίθουσα κι έκατσε στο θρόνο προκλητικά, περισ­σότερο απειλητικά.
Έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ξαφνιάσει το Βασί­λειο. Είχε ακούσει τόσα πολλά για τον ισχνό τούτο άνδρα πού τον έκαναν λιγότερο σίγουρο.
Αμηχανία κι ένας αδιόρατος φόβος καρφώθηκε κά­που στην καρδιά του Μόδεστου και δεν έλεγε να φύγει.
Γι' αυτό έπρεπε από την αρχή. Να του πάρει αμέσως τον αέρα με τρόπο απότομο, έτσιθελικό, σκληρό. Να τε­λειώσει μια ώρα γρηγορότερα.
Λίγο πίσω από τον έπαρχο στάθηκαν μερικά επίσημα πρόσωπα: ό διοικητής, ευνούχοι, δικαστές ξοφλημένοι....
Έφεραν στην αίθουσα το Βασίλειο. Προχώρησε στο θρόνο αγέρωχα, χωρίς να προκαλεί. Εύχαρης, χωρίς να γελάει.
Ηλεκτρικό ρεύμα κενώθηκε στην αίθουσα. Οι καρδιές των βλοσυρών παλατιανών έχασαν για λίγο το ρυθμό τους. Τον ξαναβρήκαν όμως γρήγορα. Έπρεπε να κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Ό Μόδεστος τεντώθηκε, έβαλε πάγο και σίδερο στη φωνή του, μίλησε:
Μόδεστος: Βασίλειε, πώς τόλμησες -μόνο εσύ- να πάς κόντρα στο θέλημα του βασιλιά μας; Ποιος είσαι συ πού τόλμησες να τον περιφρονήσεις;
Ό Βασίλειος κατάλαβε την τακτική: επίθεση κι αιφνιδιασμός. Δεν θα παρασυρόταν όμως. Θα επέβαλλε το δικό του ρυθμό στη φοβερή αναμέτρηση. Θα γινόταν βράχος πού επάνω του θα τσακιζόταν ή οργή και το μίσος των αιρετικών. Θα υψωνόταν σύμβολο για το όρθωμα της Εκ­κλησίας μπροστά στις εξουσίες του κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία, κατηγορία καθαρή:
Βασίλειος: Για ποιο πράγμα με κατηγορείς, ποιο είναι το σφάλμα μου και δεν το ξέρω;
Μόδεστος: Δεν έχεις την πίστη του βασιλιά, τώρα πού όλοι υποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω έτσι γιατί ό δικός μου βασιλιάς δε στέργει την πίστη του Ουάλη, πού προσκυνά το κτίσμα (οι αρειανοί δέχονταν τον Υιό σαν κτίσμα). Πώς να το κάνω τούτο, αφού εγώ πού είμαι κτίσμα κλήθηκα να γίνω Θεός. Προσκυνώ τον Υιό σαν Θεό και όχι σαν κτίσμα.
Μόδεστος: Και τότε τι είμαστε εμείς, πού πιστεύουμε όπως ο αυτοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, όσο προστάζετε τέτοια πράγματα! Ίδρωτας, αγωνία και μαζί οργή χωρίς όρια πάλευαν στο άρρυθμο πνεύμα του έπαρχου. "Άρχισε κιόλας να τα χάνει. Έτσι εξηγείται ή αφελής του ερώτηση:
Μόδεστος: Γιατί δε τώχεις για σπουδαίο να είσαι με το μέρος μας, να μας έχεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως είσαστε κιόλας έπαρχοι και μάλιστα από τους ισχυρούς · μα δε σας έχω πιο σεβαστούς από το Θεό! Και σαν τέκνα του Θεού πού είσαστε είναι σπουδαίο να σας έχω φίλους. Τόσο σπουδαίο όσο να έχω φίλους και τους υφισταμένους σας. Ό χριστιανισμός δε φαίνεται από τα αξιώματα, αλλά από την πίστη των προσώπων.
Με τα λόγια τούτα ό Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται ή αυθάδεια του.
Ό Μόδεστος το κατάλαβε. Ένοιωσε να τον ξεγυμνώ­νουν. Να του παίρνουν τη δύναμη, με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.
"Άναψε λοιπόν και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχθηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού αγέρωχου άνδρα· να το κάψει, να το σκορπίσει. Με μιας ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:
Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;
Βασίλειος: Μα τι μπορείς να μου κάνεις, τι πρόκειται να πάθω;
Τώρα πια ό έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. "Άθελα του ή θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ό Σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματα του. Όρθιος και αγριότερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:
Μόδεστος: Τι μπορώ; Ένα από τα πολλά πού έχω δικαι­οδοσία.
Ή ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Από τη στιγμή όμως πού δε φοβή­θηκε την ανθρώπινη οργή κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά βέβαια. Δεν το έκανε. Θα ήταν μικρή ανθρώπινη προσβολή του δύστυχου έπαρχου και δεν ήθελε να τον ταπεινώσει, δεν ήθελε να πονέσει ο βασα­νιστής του. Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: «Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πώς δεν έχω τίποτα από αυτά πού μπορεί να βλάψει ό άνθρωπος τούτος»; Δεν έφθασαν οι σκέψεις και το μει­δίαμα στα ιερά χείλη. Ρώτησε μόνο απλά! Βασίλειος: Ποια είναι αυτά πού θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω!
Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανι­στήρια, θάνατο.
Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισε με, αυτά δε με νοι­άζουν.
Ό εξαγριωμένος έπαρχος ένοιωσε τα λόγια τούτα μα­χαίρι στα νεφρά του. Τα μάτια του έγιναν πιο κόκκινα. Ή φωνή του τσάκισε. Τα νεύρα του έκλαιγαν και παραδίνον­ταν. Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μίκραινε. Γινό­ταν αυτός πού ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε:
Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό, πώς και δε φοβάσαι; Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός πού δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βι­βλία. Αυτά είναι όλο το βίος μου, Μόδεστε! Ή εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και ή Καισα­ρεία στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου λοιπόν κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος.
Τα βασανιστήρια; Τι να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελεί­ωσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον όποιο ζω και αγωνίζο­μαι. Βιάζομαι να φθάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!
Ποιος θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον πού ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια. Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών.
Ό Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο. Δεν τον είχε βοηθήσει να δαμάσει τον ήμερο, γιατί ο Βασίλειος ημέρεψε κοινωνώντας με το Θεό. Θέλοντας και μη έπρεπε να δείξει ρεαλισμό. Δεν θα έλεγε βέβαια μπροστά στον εχθρό του τη λέξη «νικήθηκα». Σώπασε όμως για λίγο. Βυθίσθηκε περισσότερο στο θρό­νο. Έγειρε μπρος το κεφάλι. Συλλογίσθηκε... Όλα λοιπόν ανώφελα με το ιερό αυτό τέρας, το Βασίλειο. Σήκωσε αργά το κεφάλι. Δεν το έστησε ολόρθο στους ώμους. Τόσο πού να μπορεί να κοιτάξει τον ισχνό άνδρα πού γέμιζε την αίθουσα. Ζήτησε να πει κάτι. Δεν του ερχόταν. "Άνοιξε κάποτε το στόμα του κι αυτό για μια έμμεση ομολογία της ήττας του, αναγνώριση του μεγαλείου του Βασιλείου. Μόδεστος: Κανείς μέχρι τώρα δε μίλησε με τόσο θάρρος στο Μόδεστο, κανείς δεν είχε μπροστά μου τόση παρρη­σία.
- Ήρθε και ή ώρα του κεραυνού. Ό Βασίλειος δεν κρατήθηκε. Οι ώρες είναι μεγάλες, κρίσιμες, ιστορικές. Γι' αυτό δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς εγωιστή! Βασίλειος: Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκο­πο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον 'ίδιο τρόπο, αφού θ' αγωνιζόταν για τόσο υψηλά πράγματα. (Ό Βασίλειος είδε τώρα το συντριμμένο έπαρχο, μέτρησε και το βαρύ λόγο πού ξεστόμισε και θέλησε να μαλακώσει την ατμόσφαι­ρα). Εμείς οι ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και τα­πεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δε φερό­μαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. "Αν όμως τύχει να κινδυνεύει ή πίστη στο Θεό, τότε περι­φρονούμε τα πάντα και αγκαλιάζουμε αυτήν. Τότε ή φω­τιά, το ξίφος του δήμιου, τα θηρία και το ξέσκισμα της σάρκας μας με τα νύχια των βασανιστών φέρνει σε μας περισσότερο ευχαρίστηση παρά φόβο. Γι' αυτό κάνε ο,τι θέλεις, ο,τι έχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, απείλησε με όσο θέλεις. "Ας το ακούσει όμως κι ο βασιλιάς, δεν θα με καταφέρεις να δεχθώ την κακοδοξία, έστω κι αν απειλή­σεις χειρότερα.
Ήταν ή τελευταία ψυχρολουσία πού δέχθηκε ό τραγι­κός άρχοντας από το Βασίλειο στη φοβερή και ιστορική τούτη αναμέτρηση. Μουδιασμένος ό Μόδεστος, σαν το δαρμένο ζώο, έκανε νόημα στους φρουρούς ν' αφήσουν ελεύθερο το Βασίλειο.
Έξω ένα μέρος από το ποίμνιο του περίμενε. Και περί­εργο... Δεν αγωνιούσε. Ήξερε ότι στην κρίσιμη ώρα ό Βασίλειος, (πες καλύτερα ό Θεός) θα νικούσε.
Τον κύκλωσαν, τον έβαλαν στη μέση προστατευτικά, με δέος, με σεβασμό. Όπως άλλοτε τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τα λείψανα των μαρτύρων.
Ήταν το παλλάδιο τους, ο ήρωας τους, το πρόσωπο πού όλοι θα ήθελαν να είναι μα πού δε χαριτώθηκαν από το Θεό τόσο πολύ!
Πρώτος μεταξύ αυτών πού περίμεναν ήταν και ο φίλος του Γρηγόριος.
Μόλις ο αθλητής Βασίλειος τον είδε, ένοιωσε μια τρυ­φερή ανακούφιση. Ανεπαίσθητα όμως, διακριτικά. Δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς. Την ίδια ώρα ο Γρηγό­ριος ήθελε πολύ να πάρει στην αγκαλιά του το Βασίλειο. Συγκρατήθηκε. Τώρα δεν περνούσε ο Βασίλειος, ο επι­στήθιος φίλος του. Περνούσε ο εκλεκτός του θεού, το πρόσωπο με το όποιο νίκησε ο Θεός το Σατανά. Το ιερό σύμβολο, πού όλοι έπρεπε να σέβονται σαν φανέρωση της δυνάμεως του Θεού. Χωρίς επιφωνήματα για τη νίκη, χωρίς περιττές κουβέντες οδήγησαν το Βασίλειο στο σπίτι του. Έμεινε κοντά του μόνον ό Γρηγόριος. Οι άλλοι σκόρ­πισαν στην Καισαρεία να βεβαιώσουν την ιστορική νίκη. Τι απέγινε με το Μόδεστο; Έμεινε πολλή ώρα συλλο­γισμένος. "Όχι πάνω στο θρόνο -κι αυτός του έφταιγε-. Δίπλα στο γραφείο του διοικητή.
Ή ταπείνωση τον είχε συντρίψει. Δεν έλεγε όμως ν' αλλάξει φρόνημα. Αγαπούσε πιο πολύ το αξίωμα του από το Θεό και γι' αυτό αρνιόταν τη θεία χάρη.
Την άλλη μέρα δοκίμασε πάλι ο Μόδεστος, χωρίς αγριάδες τώρα.
Μήπως ο Βασίλειος είχε αλλάξει γνώμη. Φυσικά ούτε και ο ίδιος πίστευε σε κάτι τέτοιο. Τήρησε απλώς τη συν­ήθεια.Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε στο Βασιλιά, πού έφθανε στην Καισαρεία.
Δε δίστασε να του πει όλη την αλήθεια: «Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας. Δε φοβάται απειλές. Είναι πιο σταθερός από τους λόγους μας, πιο ισχυρός από την πειθώ μας. "Ας απειλήσουμε κανένα δειλό, όχι το Βασίλειο. "Αν θέλουμε αποτελέσμα­τα, πρέπει να καταφύγουμε στον εξαναγκασμό»78 (να τον εξορίσουν δηλαδή).
Ό αυτοκράτορας, πού στο μεταξύ έμαθε τα καθέκα­στα, όσα χρειαζόταν για να καταλάβει τη δύναμη του Βασιλείου, δε συμφώνησε. Είχε το κουράγιο να θαυμάζει τις αρετές των ανθρώπων79.
Έδωσε εντολή να μη χρησιμοποιήσουν βία.
Όχι, πώς άλλαξε γνώμη για το Βασίλειο. Ό θαυμα­σμός του στο Βασίλειο δε σήμαινε αναγνώριση της πλάνης του. Απλώς άλλαξε τακτική. Το σίδερο στη φωτιά λυγίζει, μα μένει σίδερο80.
Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Θα έβρισκε τρόπο να προωθήσει τα σχέδια του. Όλους μέχρι τώρα τους είχε καταφέρει. Με λίγη υπομονή θα έσκυβε και ό Βασίλειος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η ΖΩΗ ΕΝΟC ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑCΙΛΕΙΟC ΚΑΙCΑΡΕΙΑC Εκδόσεις:Αποστολικής Διακονίας
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
η εικόνα είναι του αγιογράφου Γεωργίου Κόρδη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email