Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

agios_grigorios
Τη αύτη ήμερα, μνήμη τον αγίου πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τον Θαυματουργού (1).

Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε στην Κωνσταντι­νούπολη το 1296. Οι γονείς του, αριστοκράτες πού είχαν μετοικήσει από τη Μικρά Ασία μπροστά στην εισβολή των Τούρκων, άνηκαν στην αυλή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328). Παρά το υψηλό του αξίωμα, ό πατέρας του Κωνσταν­τίνος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό και την προσευχή, και του συνέβη κάποτε, την ώρα που βρισκόταν στη Σύγκλητο, να μην ακούσει τον αυτοκράτορα πού του απηύθυνε τον λόγο τόσο πολύ βυ­θισμένος ήταν στην προσευχή. Εκοιμήθη όταν ό Γρηγόριος ήταν ακόμη νέος, αφού ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Η γυναίκα του, Καλλονή, επιθυμούσε επίσης να γίνει μοναχή, άλλα περίμενε να εξασφαλίσει τη μόρφωση των επτά παιδιών της. Εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο, τον Γρηγόριο, στους καλύτερους δασκάλους των θύραθεν επιστημών και εκείνος σε μερικά χρόνια απέκτησε τέλεια γνώση της φιλοσο­φικής σκέψεως· σε βαθμό, μάλιστα, πού ο δάσκαλος του νόμιζε ότι άκουγε τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Παρά τις διανοητικές του επιτυχίες, ο νέος δεν είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του πάρα στα πράγματα του Θεού. Σύχναζε στους ονομαστούς μοναχούς της Βασιλεύουσας και έκαμε πνευματικό του πατέρα τον θεόληπτο Φιλαδελφείας (2) ο οποίος τον εισήγαγε στην ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.

Περί το 1316, ό Γρηγόριος έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου και πήρε μαζί του στον μοναχικό βίο τη μητέρα του, δύο αδελφές, δύο αδελφούς και πλήθος υπηρετών του. Πηγαίνοντας πεζή στο Άγιον Όρος, ο Γρηγόριος και οι δύο αδελ­φοί του εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Μονής Βατοπεδίου, υπό την καθοδήγηση του Γέροντος Νικόδημου πού είχε έλθει από το όρος του Αυξεντίου στη Νικομήδεια. Γυμνασμένος παιδιόθεν να βάζει σε πράξη θεμελιώδεις αρετές όπως η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη, η πραό­τητα, η νηστεία, η αγρυπνία και οι διάφορες σκληραγωγίες που επι­τρέπουν την καθυπόταξη της σαρκός στο πνεύμα, ο νέος έκανε γρή­γορες προόδους στην άσκηση της προσευχής. Νυχθημερόν απευθυνόταν απαύστως προς τον Θεό με λυγμούς λέγοντας: «Φώτισον μου το σκό­τος!» Μετά από λίγο καιρό, η Θεοτόκος προς την οποία προσέφευγε ήδη από τη νεότητα του, του έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για να του υποσχεθεί την προστασία της στη ζωή αύτη και την άλλη.

Τρία χρόνια μόλις αργότερα, ο πρόωρος θάνατος του αδελφού του Θεοδοσίου, τον οποίο σύντομα ακολούθησε εκείνος του Γέροντος Νι­κόδημου, ώθησε τον Γρηγόριο και τον άλλο αδελφό του, Μακάριο, να μπουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ορίσθηκε εκεί ψάλτης και γέννησε τον θαυμασμό των συμμοναστών του με τον ζήλο του στην άσκηση όλων των ευαγγελικών αρετών. Ο βίος του ήταν τόσο αυστηρός πού έμοιαζε σαν να ήταν άσαρκος: μπορούσε έτσι να μένει τρεις μήνες δίχως ύπνο. Παρ’ ότι τέλειος στην κοινοβιακή πολιτεία, η ψυχή του ωστόσο ποθούσε το μέλι της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε μετά από τρία χρόνια στη σκήτη την ονομαζόμενη Γλωσσία (σημ. Πρόβατα), υπό την καθοδήγηση ενός περιβόητου μονάχου, του Γρη-γορίου από το Βυζάντιο [6 Άπρ.](3) . Από τον καθαρισμό των παθών, μπόρεσε έτσι να υψωθεί με την προσευχή προς τη θεωρία των μυ­στηρίων της κτίσεως. Χάρη στη μόνωση και την ησυχία, ο Γρηγόριος κρατούσε διαρκώς προσηλωμένη τη διάνοια του στα βάθη της καρ­διάς του για να επικαλείται εκεί τον Κύριο Ιησού με κατάνυξη, έτσι ώστε γινόταν όλος μια προσευχή και δάκρυα γλυκά κυλούσαν από τα μάτια του, σάμπως από δύο αέναες βρύσες.

Οι αδιάκοπες όμως επιδρομές των Τούρκων πειρατών ανάγκασαν σύντομα τον Γρηγόριο με τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν τον τόπο. Με δώδεκα μοναχούς, ο άγιος αποφάσισε να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να βρει καταφύγιο στο όρος Σινά, άλλα εμποδίσθηκε στο σχέδιο του αυτό και έμεινε για λίγο στη Θεσσαλο­νίκη, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες ενός πνευματικού κύκλου, εμπνευστής του οποίου ήταν ο μελλοντικό πατριάρχης Ισίδωρος (4) που προσπαθούσε να διαδώσει ευρύτερα την πρακτική της νοεράς προσ­ευχής στους πιστούς, δίνοντας τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από την εμπειρία των μοναχών. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αφού έλαβε σε μια οπτασία τη διαβεβαίωση ότι ήταν θέλημα Θεού. Ανα­χώρησε κατόπιν για την περιοχή της Βέροιας και συνέστησε σκήτη σε τόπο ήδη αγιασμένο από τον όσιο Αντώνιο τον Νέο [17 Ιαν.], οπού για πέντε χρόνια αποδύθηκε σε μία πιο αυστηρή ακόμη άσκηση: έμενε έγκλειστος τις πέντε ήμερες της εβδομάδας νηστεύοντας, αγρυπνών­τας και προσευχόμενος λουσμένος στα δάκρυα, και εμφανιζόταν μό­νον το Σάββατο και την Κυριακή για να τελέσει τη θεία Λειτουρ­γία, να συμμετάσχει σ’ ένα αδελφικό γεύμα και να συζητήσει για κάποια πνευματικά θέματα με τους συνασκητές του. Συνέχιζε έτσι να αναβιβάζει τον νου του στη θεωρία και να έρχεται σε άμεση κοι­νωνία με τον Θεό μέσα στην καρδιά του.

Όταν εκοιμήθη η μητέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έφερε από εκεί τις αδελφές του, τις οποίες και εγκατέστησε σε ένα ασκητήριο πλησίον του δικού του. Δεν μπόρεσε ωστόσο να βρει ανά­παυση για πολύ χρόνο, διότι η περιοχή ερημωνόταν τακτικά από τις επιδρομές των Σέρβων. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Άθω και εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, λίγο πιο πάνω από τη Μεγίστη Λαύρα. Ή νέα αυτή διαμονή του ήταν γι’ αυτόν ευκαι­ρία να απομονωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους για να συνομι­λεί με τον Θεό. Μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις πήγαινε στο μοναστήρι και με τους σπάνιους επισκέπτες του επικοινωνούσε μόνον την Κυριακή και τις εορτές. Με τον τρόπο αυτό, από την εξωτερική ακόμη θεωρία, ο Γρηγόριος έφθασε στη θεοπτία μέσα στο φως του Αγίου Πνεύματος και στην επαγγελθείσα, από τον Χρίστο στους τελείους μα­θητές του, θέωση. Μία ημέρα είδε σε ένα όνειρο ότι κρατούσε στα χέ­ρια του ένα αγγείο γεμάτο γάλα αυτό άρχισε να αναβλύζει σαν πηγή και ξεχείλισε, και καθώς χυνόταν μεταβλήθηκε αίφνης σε κρασί που γέμισε τα χέρια του, τα ενδύματα του και τον γύρω χώρο με θεϊκή ευωδία. Ήταν ένα σημάδι ότι είχε φθάσει πια ο καιρός να διδάξει στους αδελφούς του τα μυστήρια που του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Συνέταξε τότε μερικές ασκητικές πραγματείες και το 1335 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Έσφιγμένου. Ό ζήλος του όμως και οι απαι­τήσεις του δεν κατανοήθηκαν από τους διακόσιους μονάχους που ζούσαν εκεί, έτσι μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο ερημητήριο του.

Την εποχή αυτή, ένας μοναχός καταγόμενος από την Καλαβρία, ο Βαρλαάμ, απέκτησε λαμπρή φήμη στους λόγιους κύκλους της πρω­τεύουσας, χάριν της ικανότητας του στις αφηρημένες, θεωρητικές εικο­τολογίες. Αρεσκόταν ιδιαιτέρως στον σχολιασμό των συγγραμμάτων του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3Όκτ.], έδινε όμως σε αυτά μια φιλοσοφική ερμηνεία, καθιστώντας τη γνώση του Θεού αντικεί­μενο όχι εμπειρίας, άλλα ψυχρών συλλογισμών. Έχοντας κάνει τη γνωριμία κάποιων απλών μοναχών, ο εκλεπτυσμένος αυτός ουμανιστής είχε σκανδαλισθεί από τις μεθόδους προσευχής τους και από τη θέση που παραχωρούσαν στο αισθητό στοιχείο εντός της πνευματικής ζωής. Βρήκε την ευκαιρία αυτή για να διαβάλει τους μοναχούς και να τους κατηγορήσει για αίρεση (1337). Οι ησυχαστές αποτάθηκαν τότε στον Γρηγόριο, ο οποίας έγραψε πολλές αντιρρητικές πραγματείες, στις όποιες απαντούσε στις κατηγορίες του Βαρλαάμ τοποθετώντας τη μοναχική πνευματικότητα σε μία ευρεία δογματική σύνθεση. Έδειχνε ότι ή άσκηση και ή προσευχή είναι ή απόληξη ολόκληρου του μυστηρίου της Σωτη­ρίας και αποτελούν το μέσον που διαθέτει ο κάθε πιστός για να κά­νει να ανθίσει εντός του η χάρις πού του έχει χορηγηθεί κατά το άγιο Βάπτισμα. Υπερασπιζόταν, έξαλλου, το βάσιμο των μεθόδων πού χρη­σιμοποιούν οι ησυχαστές για να προσηλώσουν τον νου μέσα στην καρ­διά, διότι, μετά από την Ενανθρώπηση, οφείλουμε να αναζητούμε τη χάρη του Πνεύματος στα σώματα μας, τα καθαγιασμένα από τα άχραντα Μυστήρια και ένοφθαλμισμένα δια της Ευχαριστίας στο Σώμα του Χρίστου. Η χάρις αύτη είναι η ίδια η δόξα του Θεού που αναβλύζοντας από το σώμα του Χρίστου την ήμερα της Μεταμορφώ­σεως εθάμβωσε τους μαθητές και η όποια, απαστράπτον­τας τώρα μέσα στην καθαρισμένη από τα πάθη καρδιά, μας ενώνει πραγματικά με τον Θεό, μας φωτίζει, μας θεώνει και ως αρραβώνας της δόξης πού θα λάμψει στα σώματα των αγίων μετά την Ανάσταση των πάντων. Βεβαιώνοντας έτσι την πραγματικότητα της θεώσεως, ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνούνταν οτι ο Θεός είναι απολύτως υπερβα­τικός και άπερινοητος στην ουσία Του. Ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες, άλλα με σαφέστερο τρόπο, διακρίνει στον Θεό την αμέθεκτη ουσία και τις αιώνιες, δημιουργικές και προνοιακές ενέργειες διά των οποίων ό Κύριος κάνει τα κτιστά όντα να μετέχουν στο είναι Του, στη ζωή Του και στο φως Του, δίχως ωστόσο να εισάγει κανένα μερισμό στην ενότητα της θείας φύσεως. Για τον άγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι η αφηρημένη έννοια των φιλοσόφων, άλλα είναι Αγάπη, Πρό­σωπο ζων και «πυρ καταναλίσκον», όπως διδάσκει η Γραφή, πού κά­νει τα πάντα για να μας θεώσει. Οι λαμπρές απαντήσεις του άγιου, αφού αναγνωρίσθηκαν πρώτα από τους ηγέτες της αθωνικής πολι­τείας στον Αγιορείτικο Τόμο (1340) πού είχε συνταχθεί από τον Γρη­γόριο, υιοθετήθηκαν εν συνεχεία από την Εκκλησία, η οποία καταδί­κασε τον Βαρλαάμ -και μαζί του τον φιλοσοφικό ουμανισμό πού έμελλε σύντομα νά εμπνεύσει την ευρωπαϊκή Αναγέννηση - σε δύο Συνόδους πού συγκαλέσθηκαν στην Αγία Σοφία το 1341.

Ο Βαρλαάμ καταδικασμένος κατέφυγε στην Ιταλία, η διαμάχη ωστόσο δεν είχε κλείσει. Ό Γρηγόριος, πού για να συντάξει τις πρα­γματείες του είχε ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα έγκλειστος σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν πρόφθασε να επιστρέψει στο ασκητήριο του στο Αγιον Ορος, και ένας από τους παλαιούς φίλους του, ο Ακίνδυνος, υιοθετώντας την ουσία των επιχειρημάτων του Καλαβρού, κατηγόρησε τον Γρηγόριο Ότι εισήγαγε νεωτερισμούς με τη διά­κριση ουσίας και ενεργειών. Διαιτητής καταρχήν μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου, ο Ακίνδυνος ήταν ένας από τους συντηρητικούς τυπολάτρες πού αρκούνταν να επαναλαμβάνουν άπλες διατυπώσεις για να καταδικάσουν τους ουμανιστές, δίχως να αναζητήσουν να διεισδύσουν στο πνεύμα της ιεράς Παραδόσεως. Τότε ξέσπασε ένας τρομερός εμφύλιος πόλεμος, πού οφειλόταν στην αντιζηλία ανάμεσα στον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον φιλόδοξο Ιωάννη Καντακουζηνό, φίλο του Παλαμά (1341-1347). Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας πήρε το μέ­ρος του Απόκαυκου και διαμέσου του Ακίνδυνου κίνησε δίκη κατά του Γρηγορίου, η έκβαση της οποίας ήταν να αφορισθεί ο άγιος και να καταδικασθεί σε φυλάκιση. Κατά τα τέσσερα έτη του εγκλεισμού του, ο Γρηγόριος δεν χαλάρωσε τη δραστηριότητα του: διατήρησε εκτε­ταμένη αλληλογραφία και συνέταξε σημαντική πραγματεία εναντίον του Ακίνδυνου. Κατά το 1346, καθώς ό Καντακουζηνός άρχισε να υπερισχύει, η Άννα της Σαβοΐας (Πάλαιολογίνα) πού ασκούσε την αντιβασιλεία, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γρηγορίου και καθαίρεσε τον πατριάρχη, την παραμονή κιόλας της θριαμβευτικής εισόδου του Καντακουζηνού στην βασιλεύουσα. Ό Καντακουζηνός όρισε τον Ισί­δωρο πατριάρχη (1347-1350) και συνεκάλεσε νέα Σύνοδο για να δι­καιώσει τους ησυχαστές. Η διένεξη, ωστόσο, δεν έλαβε οριστικό τέ­λος παρά το 1351, με τη σύγκληση μιας τρίτης Συνόδου η οποία έκρινε και καταδίκασε τον ουμανιστή Νικηφόρο Γρήγορα. Στον Συνοδικό Τόμο το δόγμα του Γρηγορίου για τις άκτιστες ενέργειες και τη θεία Χάρη αναγνωρίσθηκε ως κανόνας πίστεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ό Ισίδωρος προχώρησε στη χειροτονία μιας σειράς νέων επισκόπων και εμπιστεύθηκε στον Γρηγόριο τον θρόνο της Θεσσαλονίκης (Μάρ­τιος 1347). Καθώς όμως η πόλη βρισκόταν στα χέρια των Ζηλωτών, αντιπάλων του Καντακουζηνού, ο νέος μητροπολίτης δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του. Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λήμνο για λίγο καιρό, οπού επέδειξε ηρωική αφοσίωση κατά τη διάρκεια μιας επι­δημίας, ο Γρηγόριος μπόρεσε τελικά να επιστρέψει στην πόλη, ανευφημούμενος ως εικόνα του τροπαιούχου Χρίστου με πασχάλιους ύμνους. Στις πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να επωφεληθούν από τα άφθονα χαρίσματα πού απέ­κτησε στην ερημιά. Άφησε να λάμψει στην πόλη το φως πού φώτιζε την καρδιά του και μοίρασε αφειδώς τις θεόπνευστες διδαχές του, επι­μένοντας στον στενό δεσμό πού πρέπει να ενώνει την προσευχή και τη μυστηριακή ζωή στον βίο κάθε χριστιανού. Με τη δύναμη του Χριστού, έκανε επίσης πλήθος θαυμάτων και θεράπευσε πολλούς.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία ένα χρόνο. Η σχετική ελευθερία πού διέθετε και η ευρύτητα πνεύμα­τος του, του επέτρεψαν να κάνει τότε φιλικές θεολογικές συζητήσεις με μουσουλμάνους θεολόγους και τον γιο του εμίρη Ορχάν (1354-1355). Απελευθερώθηκε χάρη σε λύτρα πού ήρθαν από τη Σερβία, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, οπού συνέχισε το έργο του ποιμενάρχη και θαυμα­τουργού. Στα τέλη του 1354, ό Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί. Καθαίρεσε τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο και στράφηκε εναντίον των οπαδών του αγίου Γρηγορίου, Ό Νικηφόρος Γρηγοράς, πού είχε κα­ταδικασθεί από τη Σύνοδο του 1351, επανέλαβε τις κατηγορίες του Ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να αποδίδεται στον Θεό παρά μία απλή ουσία,. Ο αυτοκράτορας διοργάνωσε δημόσια συζήτηση μεταξύ του τε­λευταίου αυτού και του Γρηγορίου, παρουσία ενός λεγάτου του πάπα, η οποία κατέληξε στην επιβεβαίωση της συνοδικής αποφάσεως (1355). Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τα ποι­μαντικά του καθήκοντα. Καθώς δοκιμαζόταν από μια μακροχρόνια και βαρεία ασθένεια, του φανερώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να τον καλέσει να τον συναντήσει εν μέσω του χορού των αγίων ιε­ραρχών, την ήμερα μετά από την εορτή του. Και πράγματι, ο άγιος παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό στις 14 Νοεμβρίου 1359. Όταν εκοιμήθη, το πρόσωπο του ακτινοβολούσε φώς όμοιο με εκείνο πού καταύ­γαζε τον άγιο Στέφανο (Πράξ. 6, 15). Ο Θεός έδειξε με τον τρόπο τούτο, στο πρόσωπο του δούλου του, την αλήθεια της διδασκαλίας του για την πραγματικότητα της, διά του ακτίστου φωτός του Άγιου Πνεύ­ματος, θεώσεως του άνθρωπου. Ό Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος το 1368 και για το πλήθος των θαυμάτων του τιμάται έως σήμερα ως συμπολιούχος της Θεσσαλονίκης μαζί με τον άγιο Δημήτριο.
----------------------------------------------------------------
1. Εορτάζεται τη Β' Κυριακή των Νηστειών, μετά την εορτή της "Ορθοδοξίας. Ή τιμή του αγίου Γρηγορίου άρχισε αμέσως μετά τον θάνατο του, κατόπιν των θαυμάτων που έγιναν κοντά στη σορό του στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα ανα­πτύχθηκε ή τιμή του στο Αγιον Ορος. Το 1363, ό πατριάρχης Κάλλιστος ανέ­θεσε στους επισκόπους της περιοχής Θεσσαλονίκης να συντάξουν έκθεση των θαυ­μάτων του και των μαρτυριών της αγιότητας του. Ή έκθεση αυτή πού εστάλη στον πατριάρχη Φιλόθεο στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε την επίσημη ανα­γνώριση της τιμής του και δημοσιεύθηκε στον Τόμο της Συνόδου του Μαρτίου -Απριλίου 1368. Στη Μεγίστη Λαύρα, η μνήμη του μετατέθηκε στις 5 Νοεμβρίου, επειδή συνέπεπτε με εκείνη του αγίου Φιλίππου, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, στη Θεσσαλονίκη εορταζόταν στις 13 μαζί με εκείνη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Στις πρώτες τοιχογραφίες πού τον εικονί­ζουν (Ί. Μ. Βατοπεδίου), πενήντα περίπου χρόνια μετά τον θάνατο του, ονομάζε­ται «Νέος Χρυσόστομος». Τον κατά πλάτος Βίον του συνέγραψε ο άγιος Φιλό­θεος Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος Εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών Γρηγόριον Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμαν, «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1984.
2. Γεννημένος κατά το 1250 στη Νίκαια, μετά από σύντομο γάμο, έγινε μονάχος στο Αγιον Όρος, οπού απέκτησε βαθειά πείρα του μυστικού βίου. Μητροπολί­της Φιλαδέλφειας το 1283, διηύθυνε την ηρωική άμυνα της πόλεως εναντίον των Τούρκων το 1310 και εκπλήρωσε επάξια τα ποιμαντικά του καθήκοντα στις δύσ­κολες συνθήκες της εποχής εκείνες μέχρι την κοίμηση του το 1322. Πνευματικός πατέρας της Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας και σύμβουλος της Μονής Φι­λάνθρωπου Σωτήρος την οποία είχε ιδρύσει αυτή, είναι συγγραφέας σημαντικών πνευματικών πραγματειών, εκ των οποίων ορισμένες συμπεριλήφθησαν στη Φιλοκαλία, και σύμφωνα με τα λογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπήρξε ό βασικός πρόδρομος του Ησυχασμού. Δυστυχώς όμως δεν συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των άγιων. Βλ Θεόληπτος Φιλαδελφείας ό Ομολογητής (1250-1322). Βίος και Έργα, επιμ. Ιωάννης Κ. Γρηγορόπουλος, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1996.
3. Ό Νικηφόρος Γρήγορος τον ονομάζει Γρηγόριος ο Δριμύς. Πρόκειται ίσως για τον Όσιο Γρηγόριο τον Σιναϊτη.
4. Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, ό άγιος Ισίδωρος (Βούχειρας) έζησε για λίγο στο Αγιον Ορος, αλλά χρειάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρα του, όπου για δέκα περίπου χρόνια επιδόθηκε να διαδώσει την πρακτική της νοεράς προσ­ευχής μεταξύ των λαϊκών. Εκάρη μονάχος από τον άγιο Γρηγόριο (1335), έγινε ένας από τους πιστότερους οπαδούς του και τον συνόδευσε στη Συνοδό του 1341. Εξελέγη μητροπολίτης Μονεμβασίας, καθαιρέθηκε εξαιτίας των θέσεων του υπέρ των ησυχαστών. Μετά τη νίκη του Ιωάννου Καντακουζηνού έπαυσε να είναι σε δυσμένεια και εξελέγη πατριάρχης (1347), γεγονός που του επέτρεψε να ανεβά­σει τον άγιο Γρηγόριο στο αξίωμα του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη εν ειρήνη μετά από τρία μόλις χρόνια (1350), αφήνοντας πίσω του τη φήμη άγιου. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος συνέταξε τον Βίον του, η μνήμη του όμως δεν έχει ακόμη συμπεριληφθεί στο ημερολόγιο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ  -  ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email