Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Μακάριος είναι όποιος έχει μετατρέψει όλες τις σωματικές πράξεις σε προσπάθεια προσευχής.



Εκείνοι πού νίκησαν στον εξωτερικό πόλεμο, απαλλάχτηκαν και από τον εσώτατο φόβο και τίποτε δεν τούς εξαναγκάζει ούτε τούς παρακινεί σε πόλεμο, ούτε κατά μέτωπο ούτε από πίσω. 'Όταν λέγω πόλεμο, εννοώ εκείνον πού εγείρεται κατά της ψυχής από τις αισθήσεις και την αμέλεια, όπως είναι οι δοσοληψίες της ακοής και της γλώσσας, οι όποιες επερχόμενες στην ψυχή της προκαλούν έπαρση, κι’ έτσι με την προσθήκη της εξωτερικής ταραχής δεν μπορεί να προσέχει τον εαυτό της κατά τον κρυφό πόλεμο πού κινείται εναντίον της και να νικήσει με την γαλήνη τούς κινουμένους από μέσα της λογισμούς. Όταν όμως κάποιος κλείσει τις θύρες της πόλεως, δηλαδή τις αισθήσεις, τότε πολεμά από μέσα και δεν φοβάται εκείνους πού ενεδρεύουν έξω από την πόλη. 


Μακάριος είναι εκείνος πού τα γνωρίζει αυτά, μένει στην ησυχία και δεν θορυβείται από το πλήθος των ασχολιών του, αλλά, έχοντας μεταστρέψει όλες τις σωματικές πράξεις σε προσπάθεια προσευχής και πιστεύοντας ότι, όσο εργάζεται με τον Θεό κι’ έχει την σκέψη του σ’ αυτόν νύκτα και ήμερα, δεν θα τού λείψει τίποτε από τα αναγκαία στην χρεία του· διότι γι’ αυτόν τον Θεό απέχει από τούς πε­ρισπασμούς και τα εγκόσμια έργα. Αν όμως κάποιος δεν μπορεί να μείνει στην ησυχία χωρίς εργόχειρο, τότε ας το εργάζεται χρησιμοποιώντας το ως βοηθό, αλλά όχι πλεονεκτικά για το κέρδος. Κι’ αυτό βέβαια έχει οριστεί για τούς ασθενείς, στους τελειοτέρους όμως είναι πρόξενος ταραχής. Οι πατέρες όρισαν την εργασία για τούς πτωχούς και όχι ως πράγμα αναγκαίο.  
***
Οί τον έξωτικόν πόλεμον νικήσαντες, εθάρρησαν από του ενδοτάτου φόβου και ουδέν άναγκαστικώς κατεπείγει αυτούς, και ου σαίνονται εν τω πολεμώ, ούτε απ' έμπροσθεν ούτε εξόπισθεν. Πόλεμον δε λέγω τον εξεγειρόμενον κατά της ψυχής υπό των αισθήσεων και της αμελείας, οίον, του δούναι και λαβείν της ακοής και της γλώσσης, άτινα επαγόμενα τη ψυχή τύφωσιν εμποιεί αυτή, και εκ της επαγωγής της ταραχής της έξωθεν ου δύναται προσέχειν εαυτή εν τω λεληθότι πολεμώ τω κινουμένω κατ' αυτής και δια της γαλήνης νικήσαι τους ένδοθεν κινούμενους. Όταν γαρ τις κλείση της πόλεως τάς θύρας, τουτέστι τάς αισθήσεις, τότε έσωθεν πολεμεί και τους έξωθεν της πόλεως ενεδρεύοντας ου πτοείται.

Μακάριος ο γινώσκων ταύτα και μένων εν τη ησυχία και μή θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τάς σωματικάς πράξεις μεταστρέψας εις τον κόπον της προσευχής και πιστεύσας ότι, όσον μετά του Θεού εργάζεται και έχει την μέριμναν εις αυτόν νυκτός και ημέρας, ου μη λείψη αυτώ τι των προς την αναγκαίαν χρείαν καθότι δι' αυτόν απέχεται του περισπασμού και του έργου. Εάν δε τις μη υπομείνη εν τη ησυχία άνευ του εργόχειρου, εργαζέσθω, χρώμενος μεν αυτώ ως βοηθώ, μη πλεονεκτών δε δια το κέρδος. Και τούτο μεν τοις ασθενέσι τέθειται, τοις δε τελειοτέροις ταραχώδες πέφυκε. Τοις γαρ πτωχοίς και ραθύμοις οι Πατέρες το εργάζεσθαι εξέθεντο, και ούχ ως πράγμα επάναγκες.

...................................................

Ισαάκ του Σύρου Λόγοι Ασκητικοί Κεφ. ΚΓ΄  





Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email