Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

«Στη Γενέθλιο ημέρα του Σωτήρος» β΄ ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου



Ομιλία Β΄, Ιωάννου Χρυσοστόμου

Η β΄ ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου «Στη Γενέθλιο ημέρα του Σωτήρος», γνωρίζουμε ότι εκφωνήθηκε όπως και η πρώτη, ημέρα Χριστουγέννων, άγνωστο όμως ποια χρονολογία.

Η ομιλία αυτή έχει τον ίδιο τίτλο με την προηγούμενη, όχι όμως και το ίδιο περιεχόμενο. Εδώ ο Χρυσόστομος θέλει να διδάξει το λόγο της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, με ποιον τρόπο προσέλαβε την ανθρώπινη μορφή και γιατί διάλεξε αυτόν τον τρόπο.

Η ρητορική δεινότητα του Χρυσοστόμου, η αναφορά και επιχειρηματολογία του μέσα από την Αγία Γραφή, καθιστούν κι αυτή την ομιλία σπουδαιότατη.

(Πρωτότυπο κείμενο: Ελληνική Πατρολογία του Migne, τομ. 56, σελ. 386-394)

«Χριστός γεννάται...»

1. Βλέπω παράξενο και παράδοξο μυστήριο. Ποιμένες αντί να παίζουν με τις φλογέρες τους κάποιο μελωδικό σκοπό, ψάλλουν ουράνιο ύμνο και γεμίζουν με τους ήχους τους τα αυτιά μου. Ψάλλουν άγγελοι και ανυμνούν αρχάγγελοι, υμνούν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Όλοι πανηγυρίζουν γιατί βλέπουν το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Βλέπουν εκείνο που είναι πάνω στον ουρανό, να βρίσκεται πάνω στη γη λόγω της οικονομίας του για τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο που είναι στη γη, να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό εξαιτίας της φιλανθρωπίας του ανθρώπου.

Σήμερα η Βηθλεέμ έγινε όμοια με τον ουρανό, αφού εμφανίστηκαν σε αυτήν αντί για αστέρια άγγελοι που ανυμνούν το Θεό, και δέχτηκε με τρόπο θαυμαστό στο χώρο της όχι το φυσικό ήλιο, αλλά τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις πώς έγινε αυτό. Γιατί εκεί όπου εκδηλώνεται η θέληση του Θεού, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Θέλησε λοιπόν ο Θεός, μπόρεσε, κατέβηκε από τους ουρανούς και έσωσε τον άνθρωπο, γιατί τα πάντα υπακούουν στο Θεό. Σήμερα γεννιέται ο αιώνιος και γίνεται εκείνο που δεν ήταν. Ενώ δηλαδή ήταν Θεός γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Δεν έχασε δηλαδή τις θεϊκές του ικανότητες για να γίνει άνθρωπος, ούτε πάλι άλλαξε και από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ ήταν Θεός Λόγος, χωρίς να πάθει τίποτε, προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, και η θεία φύση παρέμεινε αμετάβλητη.

Και όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν παραδεχόντουσαν την γέννησή Του. Και οι μεν Φαρισαίοι παρερμήνευαν τις θείες Γραφές, οι δε Γραμματείς δίδασκαν τα αντίθετα του μωσαϊκού νόμου. Ο Ηρώδης γύρευε το νεογέννητο, όχι για να του προσφέρει τιμές, μα για να το σκοτώσει. Γιατί έβλεπαν ότι σήμερα τα πράγματα ήρθαν αντίθετα προς τις προσδοκίες τους. Γιατί όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «δεν έγιναν αυτά κρυφά από τα παιδιά τους και θα γίνουν γνωστά και στις επερχόμενες γενεές» (Ψαλμ. 77,4). Προσήλθαν λοιπόν βασιλείς για να δουν με θαυμασμό το Βασιλιά των Ουρανών και απορούσαν που ήρθε στη γη χωρίς αγγέλους και αρχαγγέλους και θρόνους και κυριότητες και δυνάμεις και εξουσίες, και πέρασε από δρόμο παράξενο και απάτητο, δηλαδή από σπλάχνα παρθενικά, χωρίς να παύσει να επιστατεί τους αγγέλους Του. Και χωρίς να χάσει τις θεϊκές Του ιδιότητες έγινε άνθρωπος και ήρθε κοντά μας. Βασιλείς λοιπόν ήρθαν να προσκυνήσουν τον ένδοξο Βασιλιά των Ουρανών, στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων, γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που γεννήθηκε από γυναίκα, για να μετατρέψει σε χαρά τις λύπες της γυναίκας. Ήρθαν παρθένοι στο υιό της Παρθένου κι απορούσαν πως ο δημιουργός των μητρικών μαστών και του γάλακτος, Εκείνος που κάνει τους μαστούς μόνοι τους να βγάζουν άφθονο γάλα, πως έφαγε παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια σ' Εκείνον που έγινε νήπιο για να συντεθεί ύμνος στον Κύριο από νήπια που ακόμη θηλάζουν. Ήρθαν παιδιά προς το Παιδί που τα έκανε μάρτυρές Του εξαιτίας της θηριωδίας του Ηρώδη. Ήρθαν οι άνδρες σ' Εκείνον που έγινε άνθρωπος και θεράπευσε τις ταλαιπωρίες των δούλων Του. Ήρθαν ποιμένες στον καλό Ποιμένα που θυσιάζεται για να σώσει τα πρόβατά Του. Ήρθαν ιερείς σ' Εκείνον που έγινε Αρχιερέας κατά σειρά διαδοχής από τον Μελχισεδέκ. Ήρθαμε οι δούλοι σ' Εκείνον που έλαβε δούλου μορφή, για να μετατρέψει σε ελευθερία την δουλεία μας. Ήρθαν οι ψαράδες σ' Εκείνον που τους μετέτρεψε από απλούς ψαράδες σε ψαράδες ανθρώπων. Ήρθαν τελώνες σ' Εκείνο που ανέδειξε έναν από τους τελώνες Ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες σ' Εκείνον που άφησε τα πόδια Του να τα βρέξει με τα δάκρυά της η πόρνη. Και για να μιλήσω με συντομία, όλοι οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού που σήκωσε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου. Οι ταπεινοί μάγοι, οι ποιμένες που τον τίμησαν, οι τελώνες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο, οι πόρνες που του πρόσφεραν μύρα, η Σαμαρείτιδα που επιθυμούσε να γευτεί νερό από την πηγή της ζωής, η Χαναναία που είχε ακλόνητη πίστη. Αφού λοιπόν όλοι πανηγυρίζουν χαρούμενοι, κι εγώ επιθυμώ να σκιρτήσω, και να χορέψω και να πανηγυρίσω. Χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλάδους κισσού, χωρίς να κρατάω αυλό, χωρίς να κρατάω αναμμένες λαμπάδες, αλλά κρατώντας στα χέρια μου αντί για μουσικά όργανα, τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά είναι η ζωή μου, αυτά είναι για μένα αυλός και κιθάρα. Γι αυτό τα έχω μαζί μου, για να μου δώσουν με την δική τους δύναμη την ικανότητα να πω μαζί με τους αγγέλους: «Δόξα στον ύψιστο Θεό», και μαζί με τους ποιμένες: «και ας επικρατήσει στη γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η αγάπη» (Λουκ. 2,14).

Σήμερα γεννιέται από Παρθένο, με τρόπο που δεν μπορώ να περιγράψω, εκείνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα με τρόπο ανέκφραστο πριν απ' όλους τους αιώνες. Αλλά τότε γεννήθηκε από τον Πατέρα κατά τη θεία φύση Του, δηλαδή πριν από τη δημιουργία του κόσμου, και όπως γνώριζε ο Πατέρας. Σήμερα γεννήθηκε πάλι, όχι όμως σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, αλλά όπως γνωρίζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και η προαιώνια γέννησή Του είναι αληθινή, και η επίγεια επίσης είναι αναμφισβήτητη και είναι αλήθεια πως από το Θεό γεννήθηκε Θεός, και είναι αλήθεια πως γεννήθηκε ο Ίδιος ως άνθρωπος από Παρθένο. Στον ουρανό γεννήθηκε μόνος Αυτός από το μόνο Θεό και είναι Μονογενής, και στη γη γεννήθηκε μόνος Αυτός από την Παρθένο, και είναι πάλι Μονογενής. Όπως λοιπόν για την προαιώνιο στους ουρανούς γέννηση είναι ασέβεια να δεχτούμε πως τον γέννησε μητέρα, έτσι αποτελεί βλασφημία να δεχτούμε τη συνεργία πατέρα για την ενανθρώπισή Του στη γη. Ο μεν Πατέρας τον γέννησε χωρίς σαρκική σπορά, η δε Παρθένος χωρίς να φθαρεί η αγνότητά της. Γιατί ούτε ο Θεός κατά τη γέννηση υπέστη σαρκική ρεύση, αφού γέννησε με θεοπρεπή τρόπο, ούτε η Παρθένος κατά τη γέννησή της έχασε την αγνότητά της, γιατί γέννησε με πνευματικό τρόπο. Συνεπώς ούτε η προαιώνια γέννησή Του μπορεί να ερμηνευτεί, ούτε η έλευσή Του στη γη επιδέχεται κατανοήσεως. Εκείνο λοιπόν που γνωρίζω είναι ότι σήμερα η Παρθένος γέννησε τον Κύριο, τον οποίο πιστεύω ότι ο Θεός γέννησε προαιωνίως. Και τον τρόπο της γεννήσεως έμαθα να σέβομαι σιωπηρά, και διδάχθηκα να μην πολυσυζητώ το θέμα αυτό. Γιατί, για τα θέματα που αναφέρονται στο Θεό, δεν πρέπει να εξετάζουμε τη φυσική εξέλιξη των γεγονότων, αλλά να πιστεύουμε στη δύναμη του δημιουργού τους. Φυσικός, βέβαια, είναι ο νόμος να γεννήσει η γυναίκα όταν παντρευτεί με κάποιον άντρα. Αλλά όταν μια παρθένος, που δεν παντρεύτηκε, μείνει παρθένος αφού γεννήσει, τούτο υπέρκειται των φυσικών νόμων. Οφείλουμε λοιπόν να ερευνούμε τα φυσικά φαινόμενα και να σεβόμαστε σιωπηρά τα υπερφυσικά, όχι γιατί είναι επικίνδυνα, αλλά γιατί αποτελούν μυστήριο που αξίζει να του δείχνουμε με τη σιωπή μας σεβασμό.

Παρακαλώ όμως να με συγχωρέσετε, επειδή επιθυμώ να διακόψω το λόγο που ήδη αρχίσαμε. Γιατί αισθανόμενος δειλία για την έρευνα των υπερφυσικών θεμάτων δε γνωρίζω κατά ποιον τρόπο και σε κάποια κατεύθυνση να στρέψω το λόγο μου. Τι να πω λοιπόν ή για ποιο θέμα να μιλήσω; Βλέπω τη μητέρα, ατενίζω το βρέφος, αλλά αδυνατώ να συλλάβω τον τρόπο της γεννήσεως. Γιατί, εκεί όπου θέλει ο Θεός νικώνται οι νόμοι της φύσης και ξεπερνιώνται τα όρια της φυσικής τάξης. Δεν πραγματοποιήθηκε λοιπόν η γέννηση του Χριστού σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, αλλά υπήρξε θαύμα υπερφυσικό, γιατί παραμερίσθηκε η φυσική τάξη και ενήργησε η θέληση του Θεού. Πόσο ανέκφραστη είναι η χάρη του Θεού! Ο Μονογενής Λόγος που γεννήθηκε πριν απ' όλους τους αιώνες, ο απρόσιτος και ασώματος και μοναδικός, εισήλθε στο φθαρτό και ορατό σώμα μου. Για ποιο λόγο; Για να διδάξει με την παρουσία Του, και με τον τρόπο αυτό να μας οδηγήσει προς τα αόρατα. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι πιστεύουν περισσότερο σε ό,τι βλέπουν παρά σε ό,τι ακούνε, και αμφιβάλλουν για ό,τι δεν βλέπουν, για τούτο δέχθηκε να προσφέρει μέσω ενός ορατού σώματος τον Εαυτό Του στη θέα των ανθρώπινων ματιών, ώστε να διαλυθεί κάθε αμφιβολία. Και γεννιέται από Παρθένο, που δεν το γνώριζε αυτό. Ούτε συμμετείχε στο γεγονός, ούτε συνεργάστηκε γι αυτό που έγινε, αλλά υπήρξε απλό όργανο της ανεξιχνίαστης θείας δύναμης, γνωρίζοντας μόνο ό,τι έμαθε αφού ρώτησε το Γαβριήλ: «και πώς θα γίνει αυτό αφού δεν γνωρίζω άνδρα;» και της απάντησε «αυτό θέλεις να μάθεις; Θα έρθει σε σένα η χάρη του Αγίου Πνεύματος και η δύναμη του Υψίστου Θεού θα σε επισκιάσει» (Λουκ. 1,34-35). Αλλά πώς ήταν μαζί της στην αρχή και ύστερα γεννήθηκε από αυτήν; Όπως ένας τεχνίτης που βρίσκει ένα πολύ καλό υλικό, κατασκευάζει ωραιότατο δοχείο, έτσι και ο Χριστός, επειδή βρήκε αγνό το σώμα και την ψυχή της Παρθένου, το έκανε έμψυχο ναό για τον Εαυτό Του, και έπλασε με τον τρόπο που θέλησε τον άνθρωπο μέσα της, και αφού έλαβε τη μορφή αυτού του ανθρώπου, παρουσιάστηκε στον κόσμο σήμερα, χωρίς να ντραπεί την ασχήμια της ανθρώπινης φύσης. Γιατί δεν ήταν προσβλητικό γι' Αυτόν να λάβει την μορφή του πλάσματός Του. Και το πλάσμα αυτό απέκτησε μεγάλη δόξα γιατί μέσα του εισήλθε ο Δημιουργός του. Όπως λοιπόν στην πρώτη δημιουργία ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δημιουργηθεί πριν να πάρει πηλό στα χέρια του ο Θεός, έτσι δεν μπορούσε να διορθωθεί το δοχείο που είχε φθαρεί, αν δεν έμπαινε μέσα του Εκείνος που το δημιούργησε.

Η συμβολή της Παρθένου Μαρίας

2. Αλλά τι να πω, ή για ποιο ζήτημα να μιλήσω; Γιατί το θαύμα που έγινε μου προξενεί κατάπληξη. Ο προαιώνιος γίνεται μικρό παιδί, Εκείνος που καθόταν σε υψηλό και μεγαλόπρεπο θρόνο τοποθετείται μέσα σε φάτνη, ο απρόσιτος και μοναδικός, ο ασύνθετος και ασώματος σπαργανώνεται με ανθρώπινα χέρια. Εκείνος που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας, εθελουσίως τυλίγεται με βρεφικά σπάργανα. Γιατί θέλει να μεταβάλει την ατιμία σε τιμή, να ντύσει με δόξα την ασημότητα και να καταστήσει την έκφραση της ύβρεως τρόπο έκφρασης της αρετής. Για τούτο φορεί το σώμα μου, για να χωρέσω εγώ το Λόγο του. Πήρε το σώμα μου και μου έδωσε τον Πνεύμα Του, ώστε δίνοντας και παίρνοντας, να με κάνει να κερδίσω το θησαυρό της αιώνιας ζωής. Παίρνει το σώμα μου για να με εξαγιάσει, μου δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει.

Αλλά τι να πω ή για ποιο ζήτημα να μιλήσω; «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ησ. 7,14). Δεν το λέμε πια σαν κάτι που θα γίνει, μα το θαυμάζουμε σαν κάτι που έγινε. Κι έγινε αυτό στους Ιουδαίους που ανάμεσά τους διαδιδόταν, και το πιστεύουμε εμείς που ούτε λέξη δεν λέγαμε γι αυτό. «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος». Ήταν γραμμένο στα κείμενα της Ιουδαϊκής συναγωγής, το περιεχόμενό του όμως είναι κτήμα της Εκκλησίας. Η Ιουδαϊκή συναγωγή βρήκε τα κείμενα μέσα στα οποία αναφερόταν, η Χριστιανική Εκκλησία όμως ανακάλυψε τον πολύτιμο θησαυρό που περιείχαν. Εκείνη (η Συναγωγή) έβαψε το νήμα, η Εκκλησία φόρεσε τη Βασιλική στολή. Στην Ιουδαία δηλαδή γεννήθηκε ο Κύριος, αλλά τον υποδέχθηκε ολόκληρη η οικουμένη. Η Ιουδαϊκή συναγωγή τον έθρεψε και τον γαλούχησε, μα η Εκκλησία μας τον έλαβε και ωφελήθηκε. Εκεί βλάστησε το κλήμα της αμπέλου, αλλά σ' εμένα ωρίμασε το σταφύλι της αλήθειας. Εκείνη τρύγησε το σταφύλι, αλλά τα έθνη πίνουν το μυστηριακό ποτό. Εκείνη έσπειρε τον σπόρο του σίτου στην Ιουδαία, αλλά τα έθνη θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Τα έθνη έκοψαν με σεβασμό το τριαντάφυλλο και στους Ιουδαίους απέμειναν τα αγκάθια της απιστίας. ’νοιξε τα φτερά του ο νεοσσός και πέταξε, και οι ανόητοι ακόμη κάθονται και φυλάνε τη φωλιά. Οι Ιουδαίοι ερμηνεύουν τα βιβλία που περιέχουν το γράμμα και τα έθνη απολαμβάνουν τον καρπό του Πνεύματος. «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος». Πες μου Ιουδαίε, πες μου λοιπόν ποιον γέννησε; Κάνε μου τη χάρη να πάρεις θάρρος, τουλάχιστον όσο πήρες μπροστά στον Ηρώδη. Μα δεν παίρνεις θάρρος και ξέρω γιατί. Γιατί έχεις μέσα σου πονηρία. Στον Ηρώδη το είπες για να τον σκοτώσει. Σε μένα δεν το λες για να μην προσκυνήσω. Ποιόν όμως γέννησε η Παρθένος; Ποιόν; Τον Κύριο της δημιουργίας. Γιατί κι αν εσύ δεν το ομολογείς, όμως το διακηρύττει ολόκληρη η δημιουργία. Τον γέννησε βέβαια, όπως θέλησε να γεννηθεί Εκείνος που γεννήθηκε. Η φύση δεν γνώριζε τέτοιο τρόπο, αλλά ο Κύριος της φύσεως βρήκε παράδοξο τρόπο να γεννηθεί για να δείξει πως αν και πήρε ανθρώπινη μορφή, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος αλλά σαν Θεός.

Γεννήθηκε λοιπόν σήμερα από Παρθένο, η οποία νίκησε τη φύση και δεν παρέστη ανάγκη να παντρευτεί. Γιατί ταίριαζε στον Ύψιστο κατά την αγιότητα, να γεννηθεί κατά τρόπο άγιο και καθαρό. Γιατί είναι ο ίδιος που έπλασε κάποτε τον Αδάμ από παρθενική γη και μορφοποίησε την γυναίκα του χωρίς μεσολάβηση γυναίκας. Όπως λοιπόν ο Αδάμ απέκτησε γυναίκα χωρίς γυναίκα, έτσι και η Παρθένος σήμερα γέννησε άνδρα χωρίς άνδρα. Μα είναι, λέει, άνθρωπος, και ποιος θα τον γνωρίσει; Επειδή λοιπόν το γυναικείο φύλο χρωστούσε ευγνωμοσύνη στο ανδρικό, γιατί ο Αδάμ μονάχος του, χωρίς γυναίκα, έκανε την Εύα, για το λόγο αυτό σήμερα η Παρθένος γέννησε χωρίς άνδρα, για να πληρώσει, ως αντιπρόσωπος της Εύας, το χρέος που είχε εκείνη στους άνδρες. Για να μην περηφανεύεται δηλαδή ο Αδάμ που χωρίς γυναίκα έκανε γυναίκα, γι αυτό και η γυναίκα (η Παρθένος) χωρίς άνδρα γέννησε τον άνδρα (Χριστό), για να δείξει με το ίδιο θαυμαστό κατόρθωμα ότι είναι από τη φύση ίσοι. Όπως αφαίρεσε ο Θεός την πλευρά απ' τον Αδάμ και δεν έπαθε τίποτε η σωματική του αρτιότητα, έτσι έκανε το σώμα της Παρθένου έμψυχο ναό και δεν έθιξε την παρθενική της αγνότητα. Ακέραιος παρέμεινε ο Αδάμ και μετά την αφαίρεση της πλευράς του, αδιάφθορη και η Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφους. Γι αυτό και δε χρησιμοποίησε άλλο τρόπο για να κάνει ναό για τον Εαυτό του, ούτε έπλασε άλλο σώμα για να εμφανισθεί στη γη. Για να μη φανεί ότι περιφρονεί την ύλη απ' την οποία δημιουργήθηκε ο Αδάμ. Επειδή λοιπόν εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και μεταβλήθηκε σε όργανο διαβόλου, γι αυτό ο Κύριος ανοικοδόμησε τον έμψυχο αυτό ναό που είχε καταστραφεί, για να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη σχέση του με το διάβολο συνδέοντάς τον με τον Δημιουργό του. Όμως, αν και έγινε άνθρωπος, δε γεννήθηκε σαν άνθρωπος μα σαν Θεός. Γιατί, αν γεννιόταν ύστερα από ένα συνηθισμένο γάμο, όπως εγώ, οι πολλοί θα θεωρούσαν ψεύτικη τη γέννηση του Θεού. Γι αυτό τώρα γεννιέται από Παρθένο, κι ενώ γεννιέται, διαφυλάσσει άθικτη την μητρική μήτρα και ακέραιη την παρθενία, για να γίνει ο παράξενος τρόπος της κυοφορίας πρόξενος μεγάλης πίστης σε εμένα. Γι αυτό είτε ειδωλολάτρης με ρωτά είτε Ιουδαίος, αν ο Χριστός ήταν πραγματικά Θεός και έγινε άνθρωπος παρά τους φυσικούς νόμους, θα του απαντήσω ναι, και θα καλέσω ως μάρτυρα των λόγων μου την άθικτη σφραγίδα της παρθενίας. Γιατί έτσι ο Θεός υπερβαίνει τη φυσική τάξη. Έτσι διαπλάσσει την μητρική κοιλιά και δημιουργεί την παρθενία, επειδή βρήκε αμόλυντο τρόπο για τη γέννηση και κατασκεύασε για τον εαυτό του ναό σύμφωνα προς τη θεία του θέληση.

Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γεννήθηκε η Παρθένος ή όχι; Γιατί αν μεν γέννησε, οφείλεις να ομολογήσεις το υπερφυσικό της γέννησης, αν δεν γέννησε γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Γιατί όταν εκείνος ζητούσε να πληροφορηθεί τον τόπο της γέννησης του Χριστού, εσύ είπες ότι γεννιέται στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Μήπως εγώ γνώριζα το χωριό αυτό ή την περιοχή; Μήπως γνώριζα την αξία Εκείνου που γεννιόταν; Δεν μίλησε γι' Αυτόν ο Ησαΐας και τον ονόμασε Θεό; Γιατί είπε: «Θα γεννήσει γιο και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ (ο Θεός μαζί μας)». Δεν είστε εσείς οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς τηρητές του Μωσαϊκού νόμου, που μας διδάξατε όλα όσα αναφέρονται σ' Εκείνον; Μήπως γνωρίζαμε εμείς την εβραϊκή γλώσσα; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Και όταν γέννησε η Παρθένος, αλλά και πριν γεννήσει, για να μην νομίσει κανείς ότι εξηγήθηκαν εκείνα που λέγει η Γραφή όπως θα ήταν ευχάριστο στο Θεό, τότε που σας ρώτησε ο Ηρώδης, δεν του παρουσιάσατε για μάρτυρα τον προφήτη Μιχαία για να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία σας; Γιατί λέγει ο προφήτης: «Και συ Βηθλεέμ που ανήκεις στην περιοχή του Εφραθά, δεν είσαι η πιο ασήμαντη απ' τις ονομαστές πόλεις της φυλής του Ιούδα. Γιατί από σένα θα προέλθει άρχοντας που θα ποιμάνει τον λαό μου τον Ισραήλ» (Μιχ. 5, 2, Ματθ. 2,6). Σωστά είπε ο προφήτης «από σένα». Γιατί από εσάς τους Εβραίους προήλθε και παρουσιάστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί εκείνος που υπάρχει, παρουσιάζεται. Εκείνος που δεν υπάρχει, τον κάνουν ή γεννιέται. Αυτό όμως υπήρχε, και μάλιστα προϋπήρχε και ήταν αιώνιος. Υπήρχε πάντα ως Θεός και κυβερνούσε τον κόσμο. Σήμερα όμως γεννήθηκε για να καθοδηγήσει τον άνθρωπο ως άνθρωπος και να σώσει την οικουμένη ως Θεός. Πόσο χρήσιμοι αντίπαλοι είναι και πόσο φιλάνθρωποι επικριτές! Αυτοί που απέδειξαν χωρίς να το θέλουν ότι είναι Θεός Εκείνος που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, αυτοί που έκαναν γνωστό ως Κύριο Εκείνον που ήταν κρυμμένος στη φάτνη και φανέρωσαν χωρίς να το θέλουν Εκείνο που βρισκόταν στο σπήλαιο. Και με τον τρόπο αυτό χωρίς να το θέλουν τον ευεργέτησαν, γιατί ενώ ήθελαν να αποκρύψουν τη γέννησή του, την κατέστησαν γνωστή. Είδες πόσο ανόητοι διδάσκαλοι είναι; Δεν έχουν ιδέα γι αυτά που διδάσκουν, πεινούν οι ίδιοι και ταΐζουν άλλους, διψούν και δίνουν σε άλλους το νερό, είναι φτωχοί και κάνουν άλλους πλούσιους. Εμπρός, λοιπόν, ας εορτάσουμε και ας πανηγυρίσουμε. Είναι βέβαια παράξενος ο τρόπος που εορτάζουμε, γιατί είναι παράδοξος και ο λόγος που γεννήθηκε ο Χριστός.

Σήμερα, λοιπόν, λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά, ντροπιάστηκε ο διάβολος, οι δαίμονες εκδιώχθηκαν, καταργήθηκε ο θάνατος, ανοίχθηκαν οι πύλες του παραδείσου, εξαφανίστηκε η κατάρα, απομακρύνθηκε η αμαρτία, η πλάνη καταργήθηκε, η αλήθεια επανήλθε και διαδόθηκε το κήρυγμα της ευσέβειας παντού. Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη, οι άγγελοι επικοινωνούν με τους ανθρώπους και οι άνθρωποι χωρίς φόβο συνομιλούν με τους αγγέλους. Αλλά γιατί συμβαίνουν αυτά; Επειδή κατέβηκε ο Θεός στη γη και ανέβηκε ο άνθρωπος στους ουρανούς. Τα πάντα ήρθαν σε στενή επικοινωνία. Ήρθε λοιπόν (ο Θεός) στη γη, ενώ ήταν αποκλειστικά στον ουρανό. Ενώ είναι ολόκληρος στον ουρανό, είναι ολόκληρος και στη γη. Ήταν Θεός και έγινε άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Ενώ ήταν Λόγος που δεν επιδέχεται μεταβολή, έλαβε ανθρώπινη μορφή, έγινε άνθρωπος για να κατοικήσει μες στους ανθρώπους. Δεν έγινε λοιπόν Θεός αργότερα αλλά ήταν εξαρχής. Γι αυτό σαρκώθηκε, για να δεχτεί η φάτνη Εκείνον που δεν χωρούσε ο ουρανός. Γι αυτό τοποθετήθηκε στη φάτνη, για να λάβει παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο Εκείνος που προνοεί για ολόκληρο το σύμπαν. Γι αυτό ο Δημιουργός του μέλλοντος αιώνος ανέχεται να κρατηθεί ως βρέφος που ανέχεται στην αγκαλιά της Παρθένου, για να μπορέσουν να τον πλησιάσουν οι μάγοι. Γιατί σήμερα ήρθαν και οι μάγοι, αφού αποφάσισαν να απαρνηθούν την εξουσία του σατανά. Σήμερα νιώθει και ο ουρανός υπερηφάνεια με το να δείχνει με το αστέρι τον Κύριό του. Σήμερα ο Κύριος που κάθεται πάνω σε ελαφριά νεφέλη, που είναι το σώμα της Παρθένου, πηγαίνει βιαστικά στην Αίγυπτο για ν' αποφύγει τάχα την επιβουλή του Ηρώδη, στην πραγματικότητα όμως για να επαληθευθούν τα λόγια του Ησαΐα: «Εκείνη την μέρα οι Ισραηλίτες θα είναι τρίτοι στη σειρά μετά τους Ασσύριους και τους Αιγυπτίους. Ευλογημένος θα είναι ο λαός μου στη χώρα που ευλόγησε ο Κύριος Σαβαώθ λέγοντας, ευλογημένος θα είναι ο λαός μου που κατοικεί στην Αίγυπτο και στην Ασσυρία και στο Ισραήλ» (Ησ. 19, 24-25). Τι έχεις να πεις Ιουδαίε; Συ, που είσαι πρώτος, έγινες τρίτος; Προηγήθηκαν Αιγύπτιοι και Ασσύριοι και ο πρωτότοκος Ισραήλ ακολουθεί; Ναι! Σωστό είναι να προηγηθούν οι Ασσύριοι, γιατί αυτοί τον προσκύνησαν πρώτοι με τους μάγους τους! Σωστό είναι να ακολουθήσουν στη σειρά οι Αιγύπτιοι, διότι Τον δέχθηκαν όταν κατέφυγε εκεί λόγο της επιβουλής του Ηρώδη. Τελευταίοι στη σειρά έρχονται οι Ισραηλίτες, γιατί τους έκαναν οι Απόστολοι να Τον αναγνωρίσουν, όταν γύρισε από τον Ιορδάνη. Εισήλθε στην Αίγυπτο και συγκλόνισε τα είδωλά της και έκλεισε τις πύλες με τον αφανισμό των πρωτότοκων παιδιών. Γι αυτό και σήμερα εισήλθε ως πρωτότοκος για να διαλύσει το πένθος της παλιάς εκείνης φρικαλεότητας. Και το ότι λέγεται πρωτότοκος ο Χριστός το μαρτυρεί σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος λέγει: «Και γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο και το τύλιξε με σπάργανα και τον έβαλε να πλαγιάσει στη φάτνη, γιατί δεν υπήρχε χώρος στο κατάλυμα» (Λουκ. 2,7). Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο για να διαλύσει το πένθος της παλαιάς εκείνης φρικαλεότητας, και αντί των παλαιών πληγών προσέφερε χαρά, και αντί για νύχτα και σκοτάδι προσέφερε το φως της σωτηρίας. Τότε ήταν μολυσμένο το νερό του ποταμού (Νείλου) απ' τη σφαγή των άωρων νήπιων. Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο Εκείνος που έκανε παλαιότερα να κοκκινίσει το νερό του ποταμού κι άλλαξε τις όχθες του σε πηγές σωτηρίας, αφού με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τις καθάρισε από την μόλυνσή τους. Υπέφεραν κακουχίες οι Αιγύπτιοι γιατί αρνιόνταν με πείσμα το Θεό. Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο και γέμισε τις ψυχές των ευσεβών ανθρώπων με την επίγνωση του Θεού, και έδωσε στον ποταμό τη δυνατότητα να τρέφει μάρτυρες του Χριστού πιο εύφορους από τα στάχυα του σιταριού.

Το γιατί και το πώς της Σαρκώσεως του Θεού

Αλλά επειδή ο χρόνος είναι πολύτιμος, θα τελειώσω εδώ την ομιλία μου. Και θα την τελειώσω συμπληρώνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Λόγος ενώ ήταν απαθής, περιβλήθηκε ανθρώπινο σώμα χωρίς να μεταβληθεί σε τίποτε η ανθρώπινη φύση του. Αλλά τι να πω και σε τι να αναφερθώ; Βλέπω ταυτόχρονα ένα μαραγκό και μια φάτνη και ένα βρέφος και σπάργανα και λεχώνα Παρθένο που στερείται τα πλέον απαραίτητα. Βλέπω τα πάντα να είναι φτωχικά, τα πάντα να πλημμυρίζουν από ανέχεια. Είδες πλούτος που υπάρχει σε τόση μεγάλη φτώχεια; Είδες πως ο Χριστός, ενώ ήταν πλούσιος, πτώχευσε για χάρη μας; Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα και γι αυτό τοποθετήθηκε σε μια ξερή φάτνη. Ω πτώχεια που είσαι πηγή πλούτου! Ω πλούτε αμέτρητε που κρύβεσαι από την πτώχεια! Είναι ξαπλωμένος στη φάτνη και συνταράσσει την οικουμένη. Τυλίγεται με σπάργανα και διασπά τα δεσμά της αμαρτίας. Ακόμη δεν μίλησε και δίδαξε τους μάγους και τους παρακίνησε σε μετάνοια και μεταστροφή. Τι να πω και σε τι να αναφερθώ; Να, ένα βρέφος σπαργανώνεται και τοποθετείται στη φάτνη. Κοντά του είναι η Μαρία που είναι Παρθένος και μητέρα μαζί. Κοντά του και ο Ιωσήφ, που λεγόταν, χωρίς να είναι, πατέρας. Εκείνος, χωρίς να είναι, λεγόταν άνδρας της Μαρίας, κι εκείνη, χωρίς να είναι, λεγόταν γυναίκα του Ιωσήφ. Νόμιμες ονομασίες αλλά χωρίς περιεχόμενο συζυγικού δεσμού. Μπορείς να κατανοήσεις τα λόγια μου, όχι όμως τα γεγονότα. Ο Ιωσήφ μνηστεύτηκε μόνο την Μαρία και το ’γιο Πνεύμα τη σκέπασε με την χάρη του. Γι αυτό και βρισκόταν σε απορία ο Ιωσήφ και δεν γνώριζε πώς να χαρακτηρίσει το βρέφος.

Δεν τολμούσε να πει πως ήταν καρπός μοιχείας και δεν μπορούσε να προφέρει λόγια βλάσφημα σε βάρος της Παρθένου, δεν είχε όμως και τη δύναμη να παραδεχτεί ως δικό του το παιδί. Γιατί γνώριζε καλά πως δεν είχε ιδέα για τον τρόπο που γεννήθηκε, ούτε ποιος έκανε το παιδί. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε απορία, ήρθε από τον ουρανό μήνυμα με τη φωνή του αγγέλου: «Μη φοβάσαι Ιωσήφ, γιατί εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα Άγιον» (Ματθ. 1,20). Το ’γιο Πνεύμα λοιπόν σκέπασε την Παρθένο. Αλλά γιατί γεννάται ο Χριστός από την Παρθένο και διατηρεί ακέραιη την παρθενία της; Επειδή πριν από πολλούς αιώνες ο διάβολος εξαπάτησε την Εύα, που ήταν κι εκείνη παρθένος, γι αυτό πήγε την χαρμόσυνη είδηση στη Μαριάμ που ήταν Παρθένος. Αλλά η Εύα όταν εξαπατήθηκε, προκάλεσε με τα λόγια της το θάνατο του ανθρώπινου γένους, ενώ η Μαρία, αφού δέχτηκε την χαρμόσυνη είδηση, γέννησε με ανθρώπινη μορφή το Θεό Λόγο που έγινε σε μας φορέας της αιώνιας ζωής. Ο λόγος της Εύας υπέδειξε το ξύλο, με το οποίο εκδιώχθηκε ο Αδάμ από τον παράδεισο, ο Λόγος όμως που γεννήθηκε από την Παρθένο έδειξε σταυρό με τον οποίο μπροστά στα μάτια του Αδάμ οδήγησε τον ληστή στον Παράδεισο.

Επειδή λοιπόν δεν πίστευαν οι ειδωλολάτρες ούτε οι Ιουδαίοι ούτε οι αιρετικοί, ότι ο Θεός γέννησε χωρίς καμία μεταβολή και χωρίς να πάθει τίποτε, γι αυτό γεννήθηκε σήμερα με φθαρτό σώμα και διατήρησε άφθαρτο το φθαρτό, για να δείξει ότι όπως δεν έφθειρε την παρθενία όταν γεννήθηκε από την Παρθένο, έτσι και ο Θεός, χωρίς να πάθει οποιαδήποτε μεταβολή και ρεύση η άγια ουσία του, γέννησε ως Θεός με τρόπο θαυμαστό Θεό. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι αδιαφορούσαν για Εκείνον και κατασκεύαζαν ανθρωπόμορφα είδωλα, τα οποία λάτρευαν περιφρονώντας τον Δημιουργό, γι αυτό και σήμερα ο Λόγος του Θεού, ενώ είναι Θεός, εμφανίσθηκε με ανθρώπινη μορφή για να καταργήσει το ψεύδος και να επαναφέρει με μυστικό τρόπο τη λατρεία στον Εαυτό Του. Ας δοξάσουμε λοιπόν Εκείνο, τον Χριστό, που μας άνοιξε δρόμο μέσα από αδιάβατο τόπο, μαζί με τον Πατέρα και το ’γιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες. Αμήν.
Μετάφραση Ευάγγελου Καρακοβούνη 

Εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Σειρά «Η φωνή των Πατέρων μας», τομ. 2, 1997, σελ. 31-47 

Χριστούγεννα στὴ σπηλιά - Φώτης Κόντογλου


Χριστούγεννα στὴ σπηλιά 
Φώτης Κόντογλου   
Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιᾶς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο. 
Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [ξερολιθιά]. 
Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές. 
Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος! 
Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο. 
Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι. 
Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης. 
Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ. 
Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα. 
Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά. 
«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά. 
Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός. 
«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!» 
Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά. 
«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε. 
Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε. 
«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι! 
Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!» 
Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο. 
«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!» 
Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά. 
Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ: 
Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. 
Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε». 
Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο! 
Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε. 
Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του. 
Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή. 
Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία. 
Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα. 
Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο. 
Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία. 
«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»! 
«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγᾶς. 
Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του: 
«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του. 
Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε: 
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. 
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν». 
Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο. 
Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία. 
Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

Παιδική Χορωδία Γιάννη Τσιαμούλη - Χριστός γεννάται δοξάσατε

 


Παιδική Χορωδία Γιάννη Τσιαμούλη  
Χριστός γεννάται δοξάσατε

*** 

Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε
Χριστὸς ἐξ οὐϱανῶν, ἀπαντήατε,
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑφώθητε
Ἄ̦σατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,
Καὶ ἐν εὐφροαύνῃ,
Ἀνυμνήσατε λσοὶ, ὅτι δεδόξαται.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ- ΤΑΙΝΙΑ



  Η ΤΑΙΝΙΑ  ΕΔΩ

Τα πρώτα Χριστούγεννα από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το χειμώνα του 1914, πάνω από 1 εκατ. στρατιώτες του Δυτικού Μετώπου*, αψηφώντας τις εντολές των ανωτέρων τους, εγκατέλειψαν τα χαρακώματα και σκορπίζοντας ευχές γιόρτασαν με τον εχθρό, παίζοντας ποδόσφαιρο σε μια αυθόρμητη εκεχειρία που έμεινε για πάντα στη παγκόσμια ιστορία. Μια «ανταρσία της ανακωχής» εν μέσω του «Μεγάλου Πολέμου» που τελικά στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 18 εκατ. ανθρώπους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, άνδρες του βρετανικού στρατού άκουσαν του Γερμανούς να τραγουδούν τα κάλαντα και είδαν φανάρια και μικρά έλατα στα χαρακώματα τους. Τα μηνύματα άρχισαν να περνούν σε όλους τους στρατιώτες, με την επόμενη ημέρα να βρίσκει Βρετανούς και Γερμανούς να ανταλλάζουν δώρα, να βγάζουν φωτογραφίες, να θάβουν τους νεκρούς τους και να παίζουν έναν αγώνα ποδοσφαίρου για να γιορτάσουν την εκεχειρία που μόνοι τους αποφάσισαν.

 

Πολλοί αξιωματικοί ανησύχησαν πως η συμπεριφορά των στρατιωτών τους θα υπονόμευε το μαχητικό πνεύμα, με αποτέλεσμα οι ανώτεροι να δίνουν εντολές για λήψη μέτρων ώστε να μην συμβεί ξανά ανάλογο περιστατικό, θέλοντας να διατηρήσουν την αυθόρμητη ανακωχή στο επίπεδο ενός μεμονωμένου περιστατικού στο Δυτικό Μέτωπο. «Εκείνα τα Χριστούγεννα, κατάφεραν να κάνουν θανάσιμους εχθρούς, φίλους για μια στιγμή», ανέφερε ο ιστορικός Φράνσις Τοουντρόου, σύμφωνα με το BBC.

Για τον ποδοσφαιρικό αγώνα που απαθανάτισε ο φωτογραφικός φακός και έμεινε για πάντα στην ιστορία χρησιμοποιήθηκε μια μπάλα που φτιάχτηκε από άχυρο δεμένο με σπάγκο, ενώ τα τέρματα φτιάχτηκαν από ξύλα, χλαίνες και κράνη. Όμως λέγεται πως ποδοσφαιρικοί αγώνες διεξήχθησαν κατά μήκους όλου του Δυτικού Μετώπου, ενώ στρατιώτες έβγαιναν από τα χαρακώματα και αντάλλασσαν δώρα και ευχές.

Η ανταρσία της ανακωχής επιβεβαιώνεται και από τα αρχεία του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με τον Τοουντρόου, ένας στρατιώτης έγραψε στον αδερφό του για τον αγώνα ποδοσφαίρου, εντούτοις ο στρατός δεν του επέτρεψε να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Επιπλέον ο Τοουντρόου, ανέφερε στο BBC ότι ο στρατιώτης Καρτ Ζέχμις, έγραφε στο ημερολόγιο του ότι «οι Άγγλοι έφεραν μια μπάλα ποδοσφαίρου από τα χαρακώματα και πολύ σύντομα ένα ζωηρό παιχνίδι ακολούθησε».

Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία του Άγγλου, Μπέρτι Φέλσταντ, στρατιώτη του Δυτικού Μετώπου, ο οποίος έως το τέλος της ζωής του θυμόταν λεπτομερώς εκείνη την ημέρα. «Τα όπλα σίγησαν και οι στρατιώτες άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματα τους. Αφήσαμε και εμείς τα όπλα και συναντήσαμε τον εχθρό. Απ’ όσο θυμάμαι, οι Γερμανοί βγήκαν πρώτοι και άρχισαν να έρχονται προς το μέρος μας. Τους αντιγράψαμε αυθόρμητα. Χαιρετηθήκαμε και αρκετοί από εμάς άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Μην φαντάζεστε τίποτα οργανωμένο. Μια αυτοσχέδια μπάλα βρέθηκε από το πουθενά και περίπου 50 άτομα αλλάζαμε πάσες».

* Το Δυτικό Μέτωπο υπήρξε το σημαντικότερο μέτωπο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στα χαρακώματα από τη μία πλευρά ήταν οι Γερμανοί, ενώ από την άλλη Γάλλοι, Βρετανοί, Βέλγοι και στη συνέχεια και Αμερικανοί. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν σε εκείνα τα χαρακώματα σε μια αέναη μάχη που έμεινε στην ιστορία ως ο «πόλεμος της φθοράς».

 Επιμέλεια: Ευαγγελία Ασημακοπούλου

ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΕΟΡΤΙΟΝ
Ἦχος γ´. 
Αὐτόμελον. 
Ποίημα Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ.
Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει.
Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι.
Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι.
Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον,
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. 
Ἡ Παρθένος (Μαρία) σήμερα τὸν Ὑπερούσιο (Θεό) τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιο πηγαίνει καὶ προσφέρει στὸν Ἀπρόσιτο. Οἱ Ἄγγελοι μαζὶ μὲ τοὺς Βοσκοὺς δοξολογοῦν καὶ οἱ Μάγοι μαζὶ μὲ τὸ ἄστρο ὁδοιποροῦν, ἐπειδὴ γιὰ ἐμᾶς ἐγεννήθη (σὰν) Παιδὶ Νέο ὁ Θεὸς ποὺ πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ἦταν καὶ εἶναι.

Παιδική Χορωδία Γιάννη Τσιαμούλη - Η Παρθένος σήμερον

 

Το Ευαγγέλιο της Γέννησης του Χριστού | The Nativity Gospel

Δημοφιλείς αναρτήσεις