Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ένας πραγματικός ηθοποιός

Ο άγιος Γελάσιος ο μίμος-2010

Ηθοποιός: διαμορφώνων ήθος ή χαρακτήρα # εκφράζων ήθη και συναισθήματα της ψυχής

Σε μια πόλη ήταν ένας ζυγιστής *. Έρχεται κάποιος κάτοικος της πόλης φέρνοντάς του πεντακόσια νομίσματα σφραγισμένα. Του λέει: «Πάρε τα σφραγισμένα πεντακό­σια νομίσματα και, όταν θα έχω ανάγκη, μού τα δίνεις λίγα-λίγα».

Όταν του τα έδωσε, κανείς άλλος δεν ήταν παρών εκεί. Άλλα ένας από τα υψηλά πρόσωπα της πόλης, πού περπατούσε έξω από τό ζυγοστάσιο, άκουσε και είδε ότι του έδωσε τα σφραγισμένα νομίσματα. Όμως ό ζυγιστής δεν ήξερε ότι άκουσε.

Ύστερα από μέρες έρχεται αυτός πού είχε δώσει τα χρήματα και λέει στον ζυγιστή: «Δώσ’ μου ένα μέρος από τα σφραγισμένα, γιατί έχω ανάγκη». Εκείνος νομίζοντας ότι κανείς δεν ήταν μπροστά, όταν του τα είχε δώσει, αρνήθηκε και είπε: «Τίποτε δεν μου έδωσες». Μόλις βγήκε ό άνθρωπος από κει ταραγμένος, τον συναντά εκείνο το επίσημο πρόσωπο και τού λέει: «Τί έχεις;» Αυτός του παρουσί­ασε το πρόβλημα. Τον ρωτάει: «Πράγματι του έχεις δώσει;» «Ναι», άπαντά. Τού λέει τότε: «Πες του: έλα και πείσε με ορκιζόμενος στον άγιο Ανδρέα, και αυτό μού αρκεί». Εκεί κοντά υπήρχε ναός τού άγιου μάρτυρα Ανδρέα.

Όταν επρόκειτο να ορκιστεί ό ζυγιστής, παίρνει εκείνο το επίσημο πρόσωπο τον υπηρέτη του και τού λέει: «Σήμε­ρα, μην ταραχθείς ότι κι αν κάνω· να το υπομείνεις». Μπαί­νει στον ναό, ξεντύνεται, και αρχίζει να προσποιείται τον δαιμονισμένο, βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Όταν μπήκε ό ζυγιστής στον ναό, ό άλλος έλεγε: «Ό άγιος Ανδρέας λέει: Να, και αυτός ό άθλιος πήρε τα πεντακόσια νομίσματα του ανθρώπου και θέλει να δώσει ψεύτικο όρκο στο όνομά μου». Και τον έπνιγε λέγοντας: «Δώσε τα πεντακόσια νομί­σματα του ανθρώπου». Εκείνος ταράχτηκε και φοβισμένος ομολόγησε: «Εγώ θα τα φέρω αυτά». «Τώρα -τού λέει- να τα φέρεις».

Πήγε αμέσως και τα έφερε. Λέει ό δήθεν δαιμονισμέ­νος στον κάτοχο των νομισμάτων: «Ό άγιος Ανδρέας λέει: Βάλε στο τραπέζι έξι νομίσματα ως δωρεά στην εκκλησία». Κι αυτός τα έβαλε με χαρά.

Όταν έφυγαν, πήρε τα ρούχα του, ντύθηκε με ευπρέ­πεια και πήγε πάλι και περπατούσε στο μέρος πού ζύγιζαν, όπως συνήθως. Ό ζυγιστής τον πρόσεχε από πάνω ως κάτω. Τον ρωτά: «Φίλε, γιατί με προσέχεις; Πίστεψέ με, με τη χάρη του Θεού δεν έχω δαιμόνιο. Όταν ό άνθρωπος αυτός σού έδωσε τα χρήματα, περπατούσα έξω, και με ακρίβεια άκουσα και είδα ο,τι έγινε. Αν σού το φανέρωνα, θα έλεγες εσύ μόνος σου τα λες αυτά, δεν μπορούμε να σε πιστέψουμε. Γι΄ αυτό λοιπόν σκέφτηκα να σκηνοθετήσω αυτό το τέχνασμα, ώστε και εσύ να μη χάσεις την ψυχή σου Κάι ό άνθρωπος να μη χάσει άδικα τα χρήματά του».

* Ζυγιστής: α) ελεγκτής, β) δημόσιος υπάλληλος ως αγορανομικός ελεγ­κτής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ, Κεφ ΙΖ΄ 35, Τόμος Δ΄

Εκδόσεις Ι.Ησυχ “Το Γενέσιον της Θεοτόκου” Πανόραμα Θεσσαλονίκης

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Για τη νηστεία. Αγίου Μάρκου του Ασκητού

StMarktheAscetic3
Εκείνοι που αρχίζουν την άσκηση και την εκτελούν, και οι νέοι και οι μεγαλύτεροι, έχοντας το σώμα τους δυναμωμένο, χωρίς να φοβούνται ούτε την κούραση, ούτε την ταλαιπωρία, πρέπει με πολλή προθυμία να έχουν διαρκώς αρχηγό τους τη χρησιμότερη και ασφαλέστερη νηστεία. Να τρώνε από καιρό σε καιρό το ψωμί με τη ζυγαριά, και το νερό να το πίνουν με μέτρο, και να χρησιμοποιούν τόσο, ώστε να φεύγουν από το δείπνο πεινασμένοι και διψασμένοι, για να μη εμποδίζονται από την ηδονή των φαγητών να προσφέρουν την αναγκαία υπηρεσία στον Θεό. Γιατί, αν θελήσουμε τρώγοντας να χορτάσουμε, γρήγορα κυριευμένοι από ακηδία θα στραφούμε σε άλλη επιθυμία, και αν την ικανοποιήσουμε και αυτήν τρώγοντας, θα την αποδοκιμάσουμε και αυτήν όπως και την πρώτη και θα την εγκαταλείπουμε. Και δεν μπορούμε, εάν σκεφθούμε μέσα μας επιθυμία ή νηστεία, να επιμείνουμε στην παράκληση χορτάτοι. Τι πιο πολυτελές μεταξύ των τροφών υπάρχει από το μάννα; Κι όμως, μόλις το έφαγε και, χόρτασε ο Ισραηλιτικός λαός, όταν δεν είχε κάτι καλύτερο να επιθυμήσει, επιθύμησε το κατώτερο, σκόρδα και κρεμμύδια, επειδή στον χορτασμό η επιθυμία του άλλου είναι έμφυτη. Εφόσον λοιπόν μόλις χορτάσουμε ψωμί, επιθυμούμε κάτι άλλο, τρώγοντας ψωμί να μη χορταίνουμε, ώστε, επιθυμώντας αυτό, να επιθυμούμε πάντοτε να χορτάσουμε, με σκοπό και τη ζημιά της επιθυμίας να αποφύγουμε, και να επιτύχουμε τη δικαίωση από την εγκράτεια.

Άλλ’ ίσως πει κάποιος από τους πιο οκνηρούς ως προς τη νηστεία. Μήπως είναι αμαρτία το να τρώγει ο άνθρωπος; Αλλ’  ούτε και εγώ το συμβουλεύω αυτό επειδή είναι αμαρτία. Αλ’ επειδή η αμαρτία αποτελεί επακόλουθο αυτού. Και ο Ισραήλ δεν αμάρτησε επιθυμώντας τα σκόρδα και τα κρεμμύδια, αλλά με την επιθυμία, μιλώντας άσχημα εναντίον του Θεού, ασέβησε. Γιατί είπε- «Μήπως μπορεί ο Θεός να στρώσει τραπέζι στην έρημο;». Και όταν τους ετοιμάσθηκε το τραπέζι, τότε εκδηλώθηκε η οργή του Θεού μεταξύ τους, και σκότωσε, δένοντας τους χειροπόδαρα, τους αρχηγούς τους, για να μη επιθυμήσουν πάλι ζώντας άλλη τροφή, και επαναστατήσουν πάλι εναντίον του Ύψιστου, και εξολοθρευθούν και οι υπόλοιποι από αυτούς. ’Έργο μας είναι να εξουσιάσουμε την αυθάδη κοιλιά μας. Γιατί είναι Θεός για εκείνους που νικώνται από αυτήν και δεν είναι δυνατόν να αθωωθεί όποιος την ανέχεται. Όμως δεν είναι μόνο ο χορτασμός επικίνδυνος, αλλά και η ασιτία. Γιατί, εάν περάσουν περισσότερες μέρες χωρίς να φάμε τίποτε, η αδιαφορία μπαίνοντας μέσα μας θα επαναστατήσει και θα μας πολεμήσει, και τότε την αγρυπνία μας κατά τη νύχτα θα την μεταβάλει σε ύπνο. ενώ την προσευχή της ημέρας σε σαρκικούς λογισμούς, ώστε εμείς από τον ύπνο να μη ωφεληθούμε καθόλου, ενώ από τους σαρκικούς λογισμούς να βλαφθούμε πάρα πολύ. Γιατί αρχίζουμε, επειδή ασκούμε τη νηστεία περισσότερο από τους άλλους, να υπερηφανευόμαστε και να περιφρονούμε τους μικρότερους, πράγμα που είναι φοβερότερο από κάθε αμάρτημα. Γιατί, όπως ένας άμυαλος γεωργός, εάν αφήσει άσπαρτο το χωράφι του, που το προετοίμασε με πολλά έξοδα, κόπιασε με ζημιά, έτσι και εμείς· εάν τη σάρκα μας, την όποια υποτάξαμε με πολύ κόπο, δεν την καταπονήσουμε με τα λόγια της προσευχής, η προσπάθειά μας θα αποβεί μάλλον εις βάρος μας.

Άλλ’ ίσως κάποιος να πει Εάν η δικαίωση βρίσκεται στην προσευχή, τότε ποιά η ανάγκη της νηστείας; Είναι μεγάλη και με κάθε τρόπο. Γιατί, όπως κάποιος από τους φτωχούς γεωργούς, εάν σπείρει σε ακαλλιέργητο χωράφι χωρίς να οργώσει το χώμα, θα θερίσει αγκάθια αντί για σιτάρι, έτσι και εμείς εάν, αφού βασανίσαμε τη σάρκα μας με τη νηστεία, δεν σπείρουμε τον λόγο της προσευχής, αντί για δικαίωση, θαποκομίσουμε αμαρτίες. Γιατί η σάρκα μας αυτή προέρχεται από εκείνη τη γη. και εάν δεν την φροντίσουμε τόσο πολύ. όσο εκείνην, δεν θα βλαστήσει ποτέ καρπό δικαιοσύνης. Και τα λέγω αυτά όχι για να αποθαρρύνω εκείνους που θέλουν να ωφεληθούν από τη νηστεία, αλλά για να προτρέψω εκείνους που θέλουν να ασκήσουν την απάθεια του σώματός τους με διάκριση και φόβο Θεού. Γιατί, με όποιον τρόπο ωφελεί εκείνους που την πλησιάζουν με περίσκεψη, με τον ίδιο τρόπο βλάπτει εκείνους που καταφεύγουν σ’ αυτήν ασυλλόγιστα. Εκείνοι λοιπόν που επιθυμούν να έχουν ωφέλεια απ’ αυτήν. πρέπει να προφυλάσσονται και από τη βλάβη της. Και το ψωμί που τρώμε μετά την συμπλήρωση της νηστείας, την οποία ορίζουμε για τον εαυτό μας, αυτό να το διαιρούμε σε μέρη ίσα προς τις μέρες της νηστείας, ώστε, τρώγοντας ένα μικρό κομμάτι κάθε μέρα, να φιμώσουμε την επιθυμία της σάρκας μας, και να έχουμε την καρδιά μας αφοσιωμένη στην ωφελιμότερη προσευχή, ώστε με τη δύναμη του Θεού, φυλαγμένοι από την έπαρση, να διανύουμε όλες τις μέρες της ζωής μας με ταπεινοφροσύνη, χωρίς την όποια κανένας δεν ευαρέστησε τον Θεό.

Γιατί, εάν φροντίζαμε την ταπεινοφροσύνη, δεν θα είχαμε ανάγκη από παιδεία· καθόσον όλα το κακά και δεινά που συμβαίνουν σε μας, συμβαίνουν εξαιτίας της υπερηφανείας μας. Πράγματι, αν στον 'Απόστολο Παύλο, για να μη επαρθεί, δόθηκε άγγελος του Σατανά, πόσο μάλλον σε μας τους έπη ρ μένους δεν θα δοθεί ο ίδιος ο Σατανάς, για να μας καταπατεί μέχρι να ταπεινωθούμε; Οι προπάτορες μας ήταν κύριοι του σπιτιού τους, και πλούτο είχαν, και για τις γυναίκες και τα παιδιά τους φρόντιζαν, και με τον Θεό μιλούσαν λόγω της ειλικρινούς ταπεινοφροσύνης τους. Ενώ εμείς και από τον κόσμο αναχωρήσαμε, και τα σπίτια μας εγκαταλείψαμε και χλευαζόμαστε από τους δαίμονες εξαιτίας της αλαζονείας μας. Εκείνος που επαίρεται αγνοεί τον εαυτό του. Γιατί, αν γνώριζε τον εαυτό του και την αφροσύνη του με την οποία συμπεριφέρεται, δεν θα υπερηφανευόταν. Και αυτός που αγνοεί τον εαυτό του, πως μπορεί να γνωρίσει τον Θεό; Γιατί, αν δεν μπόρεσε να καταλάβει την αφροσύνη του, πως θα μπορέσει να καταλάβει τη σοφία του Θεού. από την όποια βρίσκεται πολύ μακριά και είναι ξένος προς αυτήν; Καθόσον εκείνος που γνωρίζει τον Θεό, βλέπει σαν σε καθρέφτη τη μεγαλοσύνη του, και κακίζει τον εαυτό του, όπως έκανε ο μακάριος Ιώβ, ο όποιος λέγει- «Προηγουμένως μόνο με τα αυτιά μου άκουα για σένα. Τώρα όμως σε είδα με τα μάτια μου. Γι’ αυτό ελεεινολόγησα τον εαυτό μου και έλειωσα. Αισθάνομαι ότι είμαι χώμα και στάχτη».

Εκείνοι λοιπόν που μιμούνται τον Ιώβ, αυτοί βλέπουν τον Θεό. και αυτοί που τον βλέπουν, αυτοί τον γνωρίζουν. Αν λοιπόν Θελήσουμε να δούμε τον Θεό. ας ελεεινολογήσουμε τον εαυτό μας και ας δείξουμε ταπεινοφροσύνη. ώστε, όχι μόνο να τον βλέπουμε απέναντι μας, αλλά και έχοντας τον μέσα μας να κατοικεί και να αναπαύεται. να τον απολαμβάνουμε. Γιατί με τον τρόπο αυτόν η αφροσύνη μας θα σοφισθεί με τη σοφία του. και η αδυναμία μας θα ενισχυθεί με τη δύναμή του, δυναμώνοντας μας για χάρη αυτού που μας αξίωσε της δωρεάς αυτής, για να δοξαστεί περισσότερο σε μας και να καταντροπιάσει υπερβολικά τον εχθρό μας διάβολο για χάρη μας, με τον ίδιο τον Κύριό μας τον Ιησού Χριστό, γιατί, σ’ αυτόν πρέπει η δόξα και μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια στους αιώνες. Αμήν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email