Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Ἐπιστολὴ ἁγίου Κυρίλλλου Ἀλεξανδρείας πρὸς κάποιον ζηλωτὴ περὶ Νεστορίου




Ἐπιστολὴ ἁγίου Κυρίλλλου Ἀλεξανδρείας πρὸς κάποιον ζηλωτὴ περὶ Νεστορίου

Γνωρίζω τὴν εἰλικρινῆ σου ἀγάπη καὶ δὲν ἀγνοῶ τὸν ζῆλο. Καὶ ἐὰν ἔγραφα σὲ κάποιους ποὺ δὲν γνωρίζουν τὶς θέσεις καὶ τὸν χαρακτῆρα μου, θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσω πολλὰ ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ τοὺς πείσω ὅτι μὲ ὑπερβολικὸ τρόπο ἐπιδιώκω τὴν εἰρήνη καὶ δὲν εἶμαι φίλος οὔτε τῶν ἐρίδων, οὔτε τῶν ἀντιμαχιῶν. Ἀντίθετα ἐπιθυμῶ ἐκ καρδίας καὶ νὰ ἀγαπῶ ὅλους καὶ νὰ ἀγαπῶμαι ἀπὸ ὅλους. 
Ἐπειδὴ λοιπὸν γράφω πρὸς ἄνθρωπο ποὺ μὲ γνωρίζει καλά, θὰ ἐκθέσω τὶς θέσεις μου μὲ λίγα λόγια· ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἔπρεπε, γιὰ νὰ μὴν λυπήσω κάποιον ἀδελφό, νὰ ἀνεχθῶ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγόγγυστα τὴν ἀφαίρεση ἰδικῶν μου πραγμάτων ἢ χρημάτων, θὰ τὸ ἔκανα μὲ εὐχαρίστηση, γιὰ νὰ μὴ φανῆ ὅτι τοποθετῶ πάνω ἀπὸ τὴν ἀγάπη τὰ χρήματα. 
Ὅμως, ἐπειδὴ τώρα δὲν πρόκειται γιὰ χρήματα, ἀλλὰ ὁ λόγος εἶναι γιὰ θέματα Πίστεως, καὶ ἔχουν σκανδαλισθεῖ ὅλες οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες σὲ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία (γιατὶ δὲν ὑπάρχει κάποιος, ἀπὸ ὁποιαδήποτε πόλη ἢ χώρα κι ἂν προέρχεται, ποὺ νὰ μὴ διερωτᾶται, τί πράγματα εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀκούγονται [ὅτι διδάσκει ὁ Νεστόριος] καὶ ποιά καινούργια κακόδοξη διδασκαλία στὶς Ἐκκλησίες διαδίδεται), [πές μου σὲ παρακαλῶ], ἐμεῖς, στοὺς ὁποίους ἔχει ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεὸς τὴν εὐθύνη νὰ διδάσκουμε ἀκαινοτόμητο τὸ Εὐαγγέλιο, τί πρέπει νὰ κάνουμε; Ἐμεῖς τοὺς ὁποίους τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ μᾶς καταδικάσουν οἱ πιστοὶ ποὺ διδάχτηκαν καὶ κατηχήθηκαν ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ὅλα τὰ μυστήρια [τῆς Πίστεως], προβάλλοντας ὡς δικαιολογία [ἐὰν ἐλεγχθοῦν, γιατὶ δὲν πίστευαν ὀρθά], ὅτι ἀκολούθησαν καὶ διατήρησαν τὴν πίστη ποὺ ἀπὸ μᾶς διδάχθηκαν. Καὶ ἐὰν τοὺς διαφυλάξαμε καὶ διδάξαμε ὀρθὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, θὰ πάρουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μισθὸ καὶ θὰ μάλιστα θὰ ἀκούσουμε καὶ θείους ἐπαίνους. Ἐὰν ὅμως, δὲν διαφυλλάξαμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν διδάξαμε διαστρεβλωμένη, τότε, δὲν θὰ τιμωρηθοῦμε, ριπτόμενοι στὶς φλόγες τῆς κολάσεως; Διότι θὰ ἀκούσουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι γραμμένος στὴν Π.Δ. (καὶ ταιριάζει στοὺς Ποιμένες): «τὴν χώρα μου τὴν Ἰουδαίαν κατέστρεψες καὶ τὸν λαόν μου φόνευσες» (Ἡσαΐα 14, 20). Καὶ κάθε ἕνας ποὺ ἀνήκει στὴν τάξη τῶν λαϊκῶν, θὰ ἀπολογηθεῖ μόνο γιὰ τὶς δικές του πράξεις, ἐμεῖς ὅμως ποὺ ἔχουμε ἐπιφορτιστεῖ τὴν λειτουργία τῆς ἱερωσύνης, θὰ δώσουμε ἀπολογία ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς ποὺ μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός. 
Γιὰ μένα λοιπόν, δὲν ὑφίσταται λόγος λύπης, οὔτε ὕβρεως καὶ λοιδορίας, αὐτῆς ποὺ σὲ ὑπερθετικὸ βαθμὸ ἀπευθύνουν ἐναντίον μου κάποιοι ἄνθρωποι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ ὑπόληψη στὴν κοινωνία, ἀλλὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς ἀφήνω νὰ ξεχαστοῦν, θὰ καταδικάσει δὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὑβριστὲς φλύαρους ὁ Θεός. 
Ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο κατ’ ἐξοχὴν ἐνδιαφέρομαι, εἶναι νὰ διατηρηθεῖ ἀκεραία καὶ νὰ σωθεῖ ἡ ὀρθόδοξη πίστη, καὶ τότε εἶμαι φίλος καὶ ἀγαπητὸς πρὸς ὅλους, καὶ σὲ κανένα δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ ἐμὲ τὸν θεοφιλέστατον ἐπίσκοπο Νεστόριο, τὸν ὁποῖον -ὡς ἐνώπιον Θεοῦ τὸ λέγω- ἐπιθυμῶ νὰ προοδεύει πνευματικὰ ἐν Χριστῷ καὶ νὰ ἐξαφανιστεῖ ἡ κακὴ φήμη τοῦ αἱρετικοῦ ποὺ τὸν ἀκολουθεῖ, καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ ὡς συκοφαντία καὶ βεβαίως ὡς ψεύδη αὐτὰ ποὺ κάποιοι διαδίδουν σχετικὰ μὲ τὴν πίστη του, ὅτι δηλ. αἱρετίζει. 
Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουμε Ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ αὐτοὺς ποὺ μᾶς μισοῦν νὰ ἀγαπᾶμε, πῶς δὲν θὰ ἐφαρμόσουμε/πραγματοποιήσουμε αὐτὴν τὴν Ἐντολὴ γιὰ ἀδελφοὺς καὶ συνεπισκόπους; Ἂν λοιπόν, ἀπὸ κάποιους καταλύεται ἡ Πίστη, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει γιὰ τοῦτο σὲ κανέναν, καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ἐμεῖς δὲν θὰ τὴν προδώσουμε βλάπτοντας τὶς ψυχές μας, ὅ,τι κι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς στοιχίσει αὐτὴ ἡ στάση, ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο. Διότι, ἂν φοβούμεθα νὰ διακηρύξουμε/ὁμολογήσουμε τὴν ἀλήθεια, ὑπὲρ τῆς τοῦ Θεοῦ δόξης, ἀπὸ φόβο μήπως ἐμπλακοῦμε σὲ περιπέτειες, μὲ ποιά παρρησία θὰ τολμήσουμε νὰ λειτουργήσουμε ἐγκωμιάζοντας μὲ ψάλματα καὶ λόγους ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων μαρτύρων, τοὺς ὁποίους ἐπαινοῦμε ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐφήρμοσαν τὸν ἁγιογραφικὸ λόγο: ἀγωνίσου μέχρι θανάτου ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας τῆς τοῦ Χριστοῦ Πίστεως;

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2021

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

 


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Αὐτοί πού καλά γνωρίζουν νά ἀγωνίζονται γιά ἕνα βραβεῖο κατά τούς ἀθλητικούς ἀγῶνες, εὐχαριστιοῦνται ἀπό τά χειροκροτήματα τῶν θεατῶν καί μέ τῶν ἐπάθλων τήν ἐλπίδα ἔντονα παρακινοῦνται πρός τήν νίκη, πού ἁρμόζει σ᾽ αὐτά. Ἀσφαλῶς ὅμως καί ὅσοι ἔχουν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἐπιτύχουν τά θεῖα χαρίσματα καί διψοῦν νά γίνουν μέτοχοι τῆς ἐλπίδας πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁγίους, ἀφενός ἀναλαμβάνουν μετά χαρᾶς τούς ἀγῶνες χάριν τῆς εὐσέβειας πρός τόν Χριστό.

Ἀφετέρου τήν τιμημένη καί ἔνδοξη ζωή κατορθώνουν ὄχι μέ τό νά προτιμοῦν τήν τεμπελιά, πού εἶναι στερημένη ἀπό μισθό, οὔτε βέβαια ἀγαπώντας τήν ἄνανδρη δειλία, ἀλλά πιό πολύ κινούμενοι μέ ἀνδρεία ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καί συνεπῶς μέ τό νά κρίνουν σχεδόν ὡς ἀνάξεις λόγου τίς ἐπιθέσεις πού προέρχονται ἀπό τούς διωγμούς. Ἔτσι θεωροῦν πλοῦτο τό νά ὑποστοῦν παθήματα γιά χάρη Του. Διότι ἀνακαλοῦν στήν μνήμη τους τόν μακάριο Παῦλο, πού ἔγραφε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά παθήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς ἐμπρός στήν δόξα πού πρόκειται νά φανερωθεῖ σ᾽ ἐμᾶς.

Πρόσεχε, λοιπόν, οἰκονομία ἐξαίρετη πού χρησιμοποιεῖ καί τώρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πρός ὠφέλειαν καί οἰκοδομή τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Εἶπε σ᾽ αὐτούς: «Ἄν κανείς θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί ἄς σηκώσει τόν δικό του σταυρό καί ἄς μέ ἀκολουθεῖ. Διότι αὐτός πού θέλει νά σώσει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού θά χάσει τήν ζωή του γιά χάρη μου, θά τήν βρεῖ» (Ματθ. 16, 24-25).

Σωτήριο βέβαια τό παράγγελμα καί ταιριαστό σέ ἁγίους. Καί γίνεται τοῦτο πρόξενος τῆς δόξας, γιά τήν ὁποία κάναμε λόγο παραπάνω, καί τήν χαρά γιά ὅ,τι θά γευθεῖ στό τέλος ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ ἐντός του. Διότι τό νά ἐπιλέξει κανείς τά πάθη γιά τόν Χριστό δέν μένει χωρίς ἀμοιβή, ἀλλά μᾶλλον προσπορίζει ὡς διαρκές καί ἀναφαίρετο ἀπόκτημα τήν μετοχή στήν αἰώνια ζωή καί δόξα. Ὡστόσο, ἐπειδή ἀκόμη δέν εἶχαν τήν ἐξ ὕψους δύναμη οἱ μαθητές, φυσικό ἦταν νά πέσουν ἴσως κάπου θύματα ἀνθρώπινης ἀσθένειας, ὁπότε νά βάλουν μέ τόν νοῦ τους καί νά ποῦν μέσα τους: πῶς μπορεῖ νά ἀπαρνηθεῖ κάποιος τόν ἑαυτό του; Ἤ πῶς γίνεται, ἀφοῦ χάσει κάποιος τήν ζωή του, νά τήν βρεῖ πάλι; Καί ποιό γιά ὅσους τοῦτο πάθουν τό ἰσάξιο θά εἶναι βραβεῖο; Ἤ, ἐπίσης, τί λογῆς χαρισμάτων θά εἶναι μέτοχος; Γιά νά τούς ἀφήσει, λοιπόν, μακρυά ἀπό τέτοιες σκέψεις καί τέτοιους λόγους καί, ὅπως μέ τήν κατεργασία κανείς ἀλλάζει τό σχῆμα στά μέταλλα, νά τούς ἀναμορφώσει γενναίους, κάμνοντας νά γεννηθεῖ μέσα τους ἡ ἐπιθυμία τῆς ὡραίας αὐτῆς δόξας, «Λέγω σέ σᾶς», λέει, «εἶναι κάποιοι ἀπ᾽ αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο, ἕως ὅτου δοῦν τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 16, 28). Μήπως τόσο πολύ θά ἐκταθεῖ γι᾽ αὐτούς τό ὅριο τῆς ζωῆς τους, ὥστε σ᾽ ἐκεῖνα νά φτάσουν τά χρόνια, ὕστερα ἀπό τά ὁποῖα, στήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος, θά κατεβεῖ ἀπ᾽ τούς οὐρανούς καί θά ἀποκαταστήσει τούς ἁγίους στήν ἑτοιμασμένη γιά χάρη τους βασιλεία; Βέβαια καί μέχρι τοῦτο μποροῦσε νά φτάσει ἡ δύναμή του. Διότι ὅλα μπορεῖ καί τίποτα δέν εἶναι ἀδύνατο ἤ ἀκατόρθωτο γιά τήν ἄκρα παντοδυναμία τοῦ νεύματός Του. Βασιλεία ὅμως λέει τήν ἴδια τήν θέα τῆς δόξας, πού μέσα της καί ὁ ἴδιος θά ἐμφανιστεῖ ἐκεῖνο τόν καιρό, ὅταν θά λάμψει πάνω ἀπ᾽ ὅσους βρίσκονται στήν γῆ. Διότι θά ἔρθει μέσα στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί ὄχι φυσικά μέ τήν εὐτέλεια πού χαρακτηρίζει ἐμᾶς.

Πῶς, λοιπόν, ἤθελε νά καταστήσει θεατές τοῦ θαύματος αὐτούς πού δέχθηκαν τήν ὑπόσχεση; Ἀνεβαίνει στό ὄρος ἔχοντας τρεῖς ἀπ᾽ αὐτούς, τούς ὁποίους ἐπέλεξε. Ἔπειτα μεταβάλλεται σέ μιά ἀσυνήθιστη καί στόν Θεό ταιριαστή λαμπρότητα, ἔτσι πού καί ὁ ρουχισμός Του, καθώς δέχεται τό φῶς, νά δίνει τήν ἐντύπωση τοῦ ἄκρως φωτεινοῦ. Μετά ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας, πού μόλις εἶχαν ἔρθει καί στάθηκαν γύρω ἀπ᾽ τόν Ἰησοῦ, συζητοῦσαν γιά τήν ἔξοδό Του, τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά ὁλοκληρώσει στήν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή γιά τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καί τό σωτήριο πάθος, λέω, πού ἐπιτελέστηκε πάνω στόν τίμιο Σταυρό. Ἀφοῦ μάλιστα ἀληθεύει ὅτι ὁ νόμος πού δόθηκε μέ μεσάζοντα τόν Μωυσῆ, καθώς καί ὁ λόγος τῶν ἁγίων Προφητῶν, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ προανήγγειλαν: ὁ πρῶτος μέ τύπους καί σκιές ζωγραφίζοντάς το σχεδόν ὅπως στό σανίδι· οἱ ἄλλοι ἔχοντας προείπει μέ πολλούς τρόπους ὅτι θά γίνει ὁρατός σέ καιρούς ὁρισμένους μέ τήν μορφή τήν δική μας καί ὅτι γιά τήν σωτηρία καί τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέν θά ἀποφύγει τό πάθημα τοῦ θανάτου πάνω σέ ξύλο. Λοιπόν, ἡ ἐμφάνιση δίπλα σ᾽ Αὐτόν τοῦ Μωυσῆ καί τοῦ Ἠλία καί ἡ προσομιλία τῶν ἴδιων μεταξύ τους ἦταν κάποια οἰκονομία, ἡ ὁποία πολύ καλά, ὁλοφάνερα παρουσίαζε νά περιστοιχίζεται ἀπό ἐπίσημους ὑπηρέτες τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἐπειδή καί τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν ἐξουσιαστή τόν παρουσίασαν, πρίν φανεῖ, μέ ὅσα οἱ ἴδιοι προεκήρυξαν μεταξύ τους σύμφωνα. Δέν εἶναι δηλαδή ἀσυμβίβαστα τά προφητικά λόγια πρός αὐτά πού γνωστοποιήθηκαν μέ τόν Νόμο. Καί αὐτό τό νόημα ἔχει, νομίζω, τό νά ἀπευθύνουν ὁ ἕνας στόν ἄλλο τόν λόγο, ὁ ἱερότατος Μωϋσῆς καί ὁ πανάριστος ἀπ᾽ τους Προφῆτες. Αὐτός ἦταν ὁ Ἠλίας.

Ὑπάρχει ὅμως καί κάτι ἄλλο νά ἐξετάσουμε. Ἐπειδή τά πλήθη ἔλεγαν, ἄλλοι πώς εἶναι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι ὁ Ἱερεμίας, ἄλλοι ἕνας ἀπ᾽ τούς Προφῆτες, τούς κορυφαίους παίρνει, γιά νά δοῦν κι ἀπ᾽ ἐδῶ τήν διαφορά τοῦ δούλου καί τοῦ κυρίου.

Ἀλλά ὕστερα ἀπ᾽ αὐτό μποροῦμε νά μιλήσουμε καί γιά ἕνα ἄλλο νόημα. Ἐπειδή δηλαδή συνεχῶς τοῦ προσῆπταν τήν κατηγορία τῆς παραβάσεως τοῦ Νόμου καί τόν θεωροῦσαν βλάσφημο, γιατί, καθώς πίστευαν, σφετερίζεται δόξα πού δέν τοῦ ἁρμόζει, τήν δόξα τοῦ Πατρός, καί ἔλεγαν: «Αὐτός δέν εἶναι ἀπό τόν Θεό, διότι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου» (Ἰω. 9, 16)· καί πάλι: «Γιά καλό ἔργο δέν θέλουμε νά σέ λιθοβολήσουμε, ἀλλά γιά βλασφημία καί ἐπειδή, ἄν καί εἶσαι ἄνθρωπος, κάμνεις τόν ἑαυτό σου Θεό» (Ἰω. 10, 33). Γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι καί οἱ δύο κατηγορίες γεννήθηκαν ἀπό φθόνο καί ὅτι δέν τόν βαρύνει ἐνοχή γιά κανένα ἀπό αὐτά τά δύο καί πώς οὔτε τοῦ Νόμου παράβαση εἶναι αὐτό πού συμβαίνει, οὔτε αὐθαίρετη οἰκειοποίηση δόξας ἀταίριαστης στό πρόσωπό Του, δηλαδή τό νά αὐτοχαρακτηρίζεται ἴσος μέ τόν Πατέρα, γι᾽ αὐτό ἐμφανίζει αὐτούς πού ἔλαμψαν στόν καθένα ἀπό τούς δύο αὐτούς πνευματικούς τομεῖς. Ἀσφαλῶς ὁ Μωυσῆς τόν Νόμο ἔδωσε καί, συνεπῶς, μποροῦσαν νά ἐννοήσουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι δέν θά ἀνεχόταν νά καταπατεῖται ὁ Νόμος, ὅπως νόμιζαν· οὔτε τοῦ Νόμου τόν παραβάτη, αὐτόν πού κατεπάτησε τόν Νόμο ἐχθρό θά ὑπηρετοῦσε. Καί ὁ Ἠλίας, ὅμως, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ἔγινε ζηλωτής. Ἔτσι, ἄν ἦταν ἀντίθεος καί Θεό τόν ἑαυτό του ὅριζε, ἴσο μέ τόν Πατέρα, δίχως νά εἶναι αὐτό γιά τό ὁποῖο ἔκανε ἀπρεπῶς λόγο, δέν θά παρευρισκόταν ὁ ἴδιος ὁ Ἠλίας καί δέν θά ὑπάκουε.

Εἶναι ὅμως δυνατόν καί γιά μιάν ἄλλη αἰτία νά μιλήσουμε, μαζί μέ αὐτά πού ἔχουν ἤδη ἐκτεθεῖ. Γιά ποιά λοιπόν; Γιά νά μάθουν ὅτι πάνω καί στήν ζωή καί στόν θάνατο ἔχει ἐξουσία, καί στά ἄνω καί στά κάτω κυριαρχεῖ. Γι᾽ αὐτό καί ἐκεῖνον πού ζεῖ καί ἐκεῖνον πού ἔχει πεθάνει ἐμφανίζει. Μάλιστα, ὅσο διήρκεσε ἡ ἐμφάνισή τους δέν ἔμεναν σιωπηλοί, ἀλλά ἔλεγαν γιά τήν δόξα, τήν ὁποία ἐπρόκειτο πλήρη νά λάβει στήν Ἱερουσαλήμ – πράγμα πού δηλώνει καί τό Πάθος καί τόν Σταυρό καί μεταξύ αὐτῶν καί τήν Ἀνάσταση.

Ἀλλά, βέβαια, τούς μακάριους μαθητές γιά λίγο τούς παίρνει κάπως ὁ ὕπνος, ἐπειδή καταγινόταν ἀκούραστα στήν προσευχή ὁ Χριστός. Σημειώνονταν δηλαδή ἀπαράλλακτες οἱ ἀνθρώπινες καταστάσεις μέσα στά πλαίσια μιᾶς οἰκονομίας. Ἔπειτα, σάν ξύπνησαν, βλέπουν τήν τόσο σεβάσμια καί παράδοξη μεταβολή. Ὅμως, καθώς ἴσως νόμισε ὁ θαυμάσιος Πέτρος ὅτι μπορεῖ καί νά εἶχε φτάσει ὁ καιρός τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀποδέχεται βέβαια τήν διαμονή στό ὄρος, ἀλλά ζητᾶ νά γίνουν τρεῖς σκηνές δίχως νά ξέρει τί λέει. Διότι δέν ἦταν καιρός τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, οὔτε βέβαια ἀνῆκε στόν παρόντα χρόνο τό νά μετάσχουν οἱ πιστοί σ᾽ αὐτό πού ἤλπισαν σύμφωνα μέ τήν θεία ὑπόσχεση. Διότι ὁ Παῦλος λέει: «Αὐτός θά μεταμορφώσει τό σῶμα τῆς μικρότητάς μας, γιά ν᾽ ἀποκτήσει αὐτό τό ἴδιο ὁμοιότητα μέ τό ἔνδοξο σῶμα Του» (Φιλιπ. 3, 21), τοῦ Χριστοῦ δηλαδή. Ἀφοῦ λοιπόν, ἦταν στίς ἀρχές ἀκόμη τό σωτήριο σχέδιο καί, τέλος πάντων, ὄχι τελειωμένο, πῶς ἦταν φυσικό νά τό περατώσει ὁ Χριστός ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης Του γιά τόν κόσμο, ἔχοντας ἐγκαταλείψει τό θέλημά Του νά πάθει γιά χάρη του; Διότι ἔχει σώσει τήν κτίση πού βρίσκεται κάτω ἀπ᾽ τόν οὐρανό, ὄχι μόνο ὑπομένοντας τόν ἴδιο τόν σωματικό θάνατο, ἀλλά καί καταργώντας τον μέ τήν Ἀνάσταση ἀπό τούς νεκρούς. Γι αὐτό λοιπόν σίγουρα δέν ἤξερε ὀ Πέτρος τί ἔλεγε.

Ὡστόσο, ἐκτός ἀπό τήν παράδοξη καί ἄρρητη θέα τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ ἔχει πραγματοποιηθεῖ καί κάτι ἄλλο, χρήσιμο καί ἀναγκαῖο, γιά νά βεβαιωθεῖ ἡ πίστη σ᾽ Αὐτόν. Καί ὄχι μόνο γιά τούς μαθητές, ἀλλά βέβαια καί γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Ἀπό νεφέλη, ἀπό ψηλά, ἀπό τόν Θεό καί Πατέρα ἦρθε κάτω φωνή. Καί Ἐκεῖνος ἔλεγε: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός, αὐτόν νά ἀκοῦτε». Καί τήν ὥρα πού ἀκούστηκε ἡ φωνή, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, βρέθηκε μόνος ὁ Ἰησοῦς (Ματθ. 17, 5-8). Ἐνάντια σ᾽ αὐτά τί μπορεῖ νά πεῖ ὁ σκληροτράχηλος Ἰουδαῖος, ὁ ἀνεπίδεκτος ἀγωγῆς, ὁ ἀπειθής καί μέ καρδιά ἀσυμμόρφωτη σέ νουθεσία; Νά, πού εἶναι παρών ὁ Μωυσῆς, καί ὁ Πατήρ δίνει ἐντολή στούς ἁγίους Ἀποστόλους νά ἀκοῦν Αὐτόν. Ἐάν βέβαια ἤθελεν τοῦ Μωυσῆ τίς ἐντολές αὐτοί ν᾽ ἀκολουθοῦν, θά εἶχε πεῖ: «Ὑπακοῦτε στόν Μωυσῆ, φυλάγετε τόν Νόμο». Ὅμως τώρα ἀκριβῶς οὔτε αὐτό λέει ὁ Θεός καί Πατήρ, ἀλλά ὅση ὥρα παρευρίσκονται ὁ Μωυσῆς καί ὁ Προφήτης Του Ἠλίας, Αὐτόν περισσότερο τούς προστάζει νά ἀκοῦνε. Ἀλλά γιά νά μή διαβάλλεται ἀπό μερικούς ἡ ἀλήθεια, πού λένε ὅτι τόν Μωυσῆ πιό πολύ νά ἀκοῦνε τούς ἔχει προστάξει ὁ Πατήρ, καί ὄχι τόν Σωτήρα ὅλων μας Χριστό, ἀναγκάστηκε ὁ Εὐαγγελιστής ἐπιπροσθέτως νά σημειώσει ὅτι στό ἄκουσμα τῆς φωνῆς βρέθηκε ὁ Ἰησοῦς μόνος. Ἑπομένως, ὅταν στούς ἁγίους Ἀποστόλους ὁ Θεός καί Πατήρ, σάν ἀπό πάνω ἀπό νεφέλες, ἔδινε τήν ἐντολή «νά ἀκοῦτε Αὐτόν», ὁ Μωυσῆς ἀπουσίαζε, ὁ Ἠλίας δέν ἦταν παρών, ἐνῶ ἦταν μόνος ὁ Χριστός.

Γι᾽ αὐτό λοιπόν σίγουρα Αὐτόν νά ἀκοῦνε ἔχει προστάξει. Ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ὁ ἴδιος κατάληξη καί σκοπός τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού καί πρός τά πλήθη τῶν Ἰουδαίων μίλησε μέ τά ἑξῆς: «Ἄν δίνατε πίστη στόν Μωυσῆ, θά πιστεύατε σ᾽ ἐμένα, διότι γιά μένα ἐκεῖνος ἔγραψε». Καί ἐπειδή δέν ἔχουν πάψει ὅλες τίς ἐποχές νά καταφρονοῦν τήν ἐντολή πού παραδόθηκε διαμέσου τοῦ πάνσοφου Μωυσῆ, καί νά μή δίνουν σημασία στόν λόγο πού ἀποκαλύφθηκε μέ τούς ἁγίους Προφῆτες, δικαίως ἀποξενώθηκαν καί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τά ἀγαθά, γιά τά ὁποῖα δόθηκε ὑπόσχεση στούς πατέρες τους. Διότι «ἡ ὑπακοή εἶναι πιό καλή ἀπό θυσία καί ἡ ἀκρόαση πού γίνεται μέ προσοχή εἶναι ἀνώτερη ἀπ᾽ τήν προσφορά ἀρνίσιου λίπους». Καί αὐτά γιά τά καμώματα τῶν Ἰουδαίων.

Γιά ἐμᾶς ὅμως, πού ἔχουμε ἀποκτήσει πλήρη γνώση τῆς φανερώσεώς Του, χωρίς ἄλλο τά πάντα θά εἶναι καλά. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός θά εἶναι γιά τήν χορήγησή τους καί τό μέσο καί ἡ πηγή. Δι᾽ Αὐτοῦ καί μαζί μ᾽ Αὐτόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα ἄς δοξάζεται ὁ Θεός καί Πατήρ, καί ἄς φανερώνεται καί ἀναγνωρίζεται ἡ δύναμή Του στούς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

 
Πηγή: imaik.gr


Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, 
Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, κεφ.ιε΄[Λουκά 15,11-32: η παραβολή του ασώτου υιού]

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους(:Ένας άνθρωπος είχε δύο γιους. Είπε λοιπόν ο μικρότερος γιος στον πατέρα του: Πατέρα δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Και ο πατέρας μοίρασε και στους δύο γιους την περιουσία. Ύστερα από λίγες μέρες ο νεότερος γιος μάζεψε όλα όσα του έδωσε ο πατέρας του και ταξίδεψε σε χώρα μακρινή. Εκεί διασκόρπισε την περιουσία του κάνοντας μια ζωή άσωτη και ακόλαστη. Όταν ο νεότερος γιος ξόδεψε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, κι αυτός άρχισε να στερείται. Και ο άσωτος γιος εξαιτίας των στερήσεων και της πείνας του πήγε σ’ έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον προσέλαβε ως δούλο. Και τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους)»[Λουκ.15,11-15].

Ο άσωτος υιός ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε, το πήρε, έφυγε στην ξενιτειά και το δαπάνησε. Έπειτα βρέθηκε σε απόλυτη στέρηση κάθε αγαθού, αλλά και σε έλλειψη των χαρισμάτων που του έδωσε ο Θεός, και κατά κάποιο τρόπο σαν να πέθαινε από πνευματική πείνα, μην έχοντας τον ουράνιο άρτο· γιατί λέγει ο Κύριος: «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ(:Είναι γραμμένο στο Δευτερονόμιο ότι ο άνθρωπος δεν θα διατηρηθεί στη ζωή μόνο με τον άρτο, αλλά με κάθε προσταγή που θα εξέλθει από το στόμα του Θεού. Όταν το πει ο Θεός, και χωρίς τροφή ακόμη θα ζήσει ο άνθρωπος)»[Ματθ.4,4].

Θα μπορούσε όμως κανείς να εφαρμόσει την παραβολή και στους προερχόμενους από τον πρώην ειδωλολατρικό κόσμο πιστούς.

Γιατί είπε: «Κάποιος άνθρωπος απέκτησε δύο υιούς, από τους οποίους ο ένας ήταν ενάρετος και συνετός, ενώ ο άλλος άσωτος· ο ασύνετος και άσωτος λοιπόν γιος κατασπατάλησε το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του, και έπειτα πιεζόμενος από την πείνα, κατέφυγε στα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι». Κάτι τέτοιο θα βρούμε να έχουν πάθει και εκείνοι που πλανήθηκαν. Γιατί ο Δημιουργός έδωσε εξίσου σε όλους, σαν κάποιο κλήρο, τη φυσική ικανότητα και ροπή προς το αγαθό· όμως άλλοι διατήρησαν αυτό που τους δόθηκε, ακολουθώντας τους θείους νόμους και οδηγούμενοι από λογικούς στοχασμούς που εκ φυσικής καταβολής μπορούσαν να κάνουν, σε καθετί από όσα έπρεπε να ενεργούν και που δεν τους εκτόπιζαν από την ορθή πορεία· αντίθετα κάποιοι άλλοι, αφού στερήθηκαν τελείως την ουράνια πραότητα και φροντίδα και αγάπη, κατέληξαν σε έλλειψη των καυχημάτων της άριστης ζωής, και έλαβαν ως τροφή τις ψευδολογίες των ειδωλολατρών Ελλήνων, νοούμενες εδώ ως ξυλοκέρατα, στα οποία υπάρχει βέβαια ελάχιστη γλυκύτητα, αλλά πολλή ατροφία και ξηρότητα, και φυσικά τους έβοσκε ο Σατανάς με τις ψευδολογίες των Ελλήνων και τις ανόητες ευγλωττίες των λογάδων εκείνων. Γιατί είναι μύθοι και τίποτε άλλο και κελαηδίσματα που ταιριάζουν σε γριές τα εντάλματα εκείνων. Και η σοφία του κόσμου, έχοντας ήχο δυνατό και ωραίο, είναι «χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον(:άψυχος χαλκός που βουίζει όταν τον χτυπούν ή κύμβαλο που βγάζει μεγάλο θόρυβο χωρίς κάποια σημασία)»[Α΄Κορ.13,1].

Λοιπόν τρέφονταν βέβαια παλιά με τα ελληνικά συγγράμματα, δεν μπορούσαν όμως να έχουν καμία ωφέλεια ώστε να επιτύχουν την αρετή. Όταν όμως αναζήτησαν τον Θεό και επέστρεψαν από τη μακρά πλάνη, ως νεκροί βέβαια που ήταν αναστήθηκαν, και ως χαμένοι βρέθηκαν. Γιατί εκείνοι που βρίσκονται ακόμη στην πλάνη και δε γνώρισαν τον από τη φύση Του Θεό, ο νους αυτών είναι νεκρός και κατά κάποιο τρόπο καταψυγμένος, φροντίζοντας για τα νεκρά έργα· και αυτά είναι τα θελήματα της σάρκας. Ενώ ο νους εκείνων που επέστρεψαν στον Θεό και γνώρισαν την αλήθεια, δεν είναι νεκρός, έχοντας εμπλουτιστεί με αναγέννηση και αναζωοδότηση από τον Χριστό, ζει μάλλον και φροντίζει για τα αγωνίσματα εκείνα που οδηγούν στην αιώνια ζωή και μακαριότητα. Και απομακρύνεται βέβαια από τα νεκρά έργα, επιθυμεί όμως και τα έργα της αιώνιας ζωής, που θα δοθεί, εννοώ, στον μελλοντικό αιώνα από τον Χριστό σε εκείνους που πίστεψαν σε Αυτόν.

Κάποιοι όμως ερμηνευτές της παραβολής θεωρούν ότι με τους δύο υιούς δηλώνονται οι άγιοι άγγελοι και εμείς οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στη γη. Και το πρόσωπο βέβαια του μεγαλυτέρου, ο οποίος και ζει ενάρετα, συμβολίζει, κατά τη γνώμη τους, το τάγμα των αγίων αγγέλων, ενώ το πρόσωπο του νεότερου γιου, που είναι και άσωτος, συμβολίζει το ανθρώπινο γένος. Υπάρχουν επίσης κάποιοι από εμάς, οι οποίοι βαδίζουν άλλο δρόμο ερμηνείας και λένε ότι με τον μεγαλύτερο υιό και που έζησε ορθά, συμβολίζεται ο κατά σάρκα Ισραήλ, ενώ με τον άλλον, ο οποίος προτίμησε να ζει φιλήδονα και απομακρύνθηκε από τον πατέρα του, συμβολίζεται το πλήθος των εθνικών.

Εγώ όμως απορρίπτω τις αντιλήψεις αυτές, και ο φιλομαθής ας ψάξει να βρει την αλήθεια. Γιατί, όταν θεωρήσουμε ότι ο πρώτος, ο υπάκουος υιός, εικονίζει τους αγγέλους, τότε πώς είπε, μετά την επιστροφή του ασώτου αδελφού του, πικρόχολα και οργισμένα λόγια που δεν ταιριάζουν στους αγίους αγγέλους, ή πώς δεν είχε τέτοια ψυχική διάθεση όπως εκείνοι προς αυτούς που επιστρέφουν από τις αμαρτίες σε μετάνοια; Γιατί ο Σωτήρας και Κύριος των όλων λέγει ότι «χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι(:γίνεται χαρά στους ουρανούς μπροστά στους αγγέλους του Θεού, οι οποίοι συμμετέχουν στη χαρά αυτή, για έναν αμαρτωλό που μετανοεί)»[Λουκ.15,10]· αντίθετα, ο αναφερόμενος στην εξεταζόμενη παραβολή υιός ως ευπρόσδεκτος από τον πατέρα του καθώς είχε άμεμπτη ζωή, λέγεται ότι οργίστηκε, και έφτασε σε τέτοιο βαθμό έλλειψης φιλαλληλίας, ώστε να κατηγορήσει και τον πατέρα του για τη στοργική αγάπη του προς εκείνον που σώθηκε. Γιατί «δε θέλησε καν», λέγει, «να μπει στο σπίτι, αγανακτισμένος επειδή έγινε δεκτός μετανοημένος εκείνος που μόλις ανένηψε, και σφάχθηκε και το μοσχάρι γι΄αυτόν, και επειδή ο πατέρας οργάνωσε πανηγύρι γι΄αυτόν». Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση, όπως είπα, προς τον σκοπό των αγίων αγγέλων. Γιατί χαίρονται και δοξολογούν τον Θεό βλέποντας να σώζονται οι άνθρωποι.

Και πράγματι, όταν ο Υιός υπέμεινε στη Βηθλεέμ την κατά σάρκα γέννησή Του από γυναίκα, στους ποιμένες οι άγγελοι διαλαλούσαν το ευχάριστο μήνυμα λέγοντας: «μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ(:Μη φοβάστε˙ χαρείτε. Διότι, να, σας αναγγέλλω μια χαρμόσυνη είδηση που θα φέρει μεγάλη χαρά και σε σας και σε όλο το λαό του Θεού. Και θα είναι χαρά όλου του λαού, διότι γεννήθηκε σήμερα για σας Σωτήρας, ο οποίος ως άνθρωπος βέβαια είναι όμοιος με σας, αλλά είναι και χρισμένος με το πλήρωμα της θεότητος˙ ως Θεός όμως είναι και Κύριός σας. Και γεννήθηκε στην πόλη του Δαβίδ, προς τον οποίο δόθηκαν οι υποσχέσεις ότι από το γένος του θα προέλθει ο Χριστός)»[Λουκά 2,10-11]. Και στεφανώνοντας με υμνωδίες και δοξολογίες Εκείνον που γεννήθηκε, έλεγαν: «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία(:Δοξασμένος ας είναι ο Θεός στα ύψιστα μέρη του ουρανού απ’ τους αγγέλους που κατοικούν εκεί· και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη απ’ την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη. Διότι ο Θεός εκδήλωσε τώρα εξαιρετικά την εύνοια και την ευαρέσκειά Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του»[Λουκ.2,14].

Εάν πάλι κάποιος ερμηνευτής λέγει ότι με τον γνήσιο και ενάρετο υιό συμβολίζεται ο κατά σάρκα Ισραήλ, μας απομακρύνει πάλι από το να συμφωνήσουμε με τη γνώμη αυτή, το ότι με κανένα τρόπο δεν ταιριάζει στον Ισραήλ η προτίμηση να ζει άμεμπτα και ενάρετα, χωρίς να κατηγορείται. Γιατί σε ολόκληρη, που λέγει ο λόγος, τη θεόπνευστη Γραφή μπορούμε να δούμε να κατηγορούνται οι Ιουδαίοι για την απομάκρυνσή τους από το θέλημα του Θεού. Γιατί ως αποστάτες και απείθαρχους έχει λεχθεί γι΄αυτούς με τη φωνή του Ιερεμία: «Τί εὕροσαν οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν ἐμοὶ πλημμέλημα, ὅτι ἀπέστησαν μακρὰν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ἐπορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν;(:Ποιο σφάλμα βρήκαν οι πατέρες σας σε εμένα και έφυγαν μακριά από εμένα και πορεύθηκαν πίσω από τα μάταια είδωλα και κατάντησαν ανόητοι;)»[Ιερ.2,5]. Σύμφωνα επίσης με αυτά είπε κάπου γι΄αυτούς ο Θεός και με τη φωνή του Ησαΐα : «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόῤῥω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβονταί με διδάσκοντες ἐντάλματα ἀνθρώπων καὶ διδασκαλίας(:Ο λαός αυτός με πλησιάζει με τα λόγια του στόματός του, με τιμούν με τα λόγια των χειλιών τους μονάχα. Η ευσέβειά τους περιορίζεται σε υποκριτικά λόγια, η καρδιά τους όμως απέχει πολύ από Εμένα. Και με σέβονται ανώφελα, γιατί εγκαταλείπουν τη δική μου Αλήθεια και διδάσκουν διδασκαλίες και εντολές ανθρώπων)»[Ησ.29,13]. Πώς λοιπόν μπορεί κανείς σε αυτούς που είναι τόσο πολύ ένοχοι να αποδώσει τα λόγια της παραβολής, σαν να έχουν ειπωθεί από τον γνήσιο και ενάρετο υιό; Γιατί εκείνος είπε: «ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον(:Να, τόσα πολλά χρόνια είμαι στη δούλεψή σου και ποτέ δεν παράκουσα κάποια προσταγή σου)». Αλλά δεν θα είχαν αξιοκατάκριτη ζωή, εάν δεν παρέβλεπαν τις θείες εντολές και δεν στρέφονταν στη διεφθαρμένη ζωή.

Άλλωστε πρέπει, νομίζω, να πούμε και το εξής: Κάποιοι θέλουν να αποδώσουν στο πρόσωπο του Σωτήρα μας τον μόσχο τον σιτευτό, τον οποίο θυσίασε ο πατέρας όταν αποφάσισε ο άσωτος υιός να επιστρέψει. Τότε πώς ο γνήσιος υιός, ο σοφός και επιστήμων και αφοσιωμένος, τον οποίον κάποιοι παρουσιάζουν ως εκπρόσωπο των αγίων αγγέλων, έκανε τη θυσία του μοσχαριού αφορμή οργής και λύπης; Γιατί δεν μπορεί κανείς να δει λυπημένες τις ουράνιες δυνάμεις όταν ο Χριστός υπέμεινε τον σαρκικό θάνατο και κατά κάποιο τρόπο σφάχθηκε από εμάς. Γιατί χαίρονταν μάλλον, όπως είπα, βλέποντας να σώζεται η υφήλιος με το άγιο Αίμα, εξαιτίας του οποίου βέβαια λέγει ο γνήσιος υιός του: «ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον(: παρόλα αυτά δεν μου έδωσες εμένα ποτέ ούτε ένα κατσικάκι)»[Λουκ.15,29]. Από ποιο δηλαδή αγαθό έχουν ανάγκη οι άγιοι άγγελοι; Καθόσον ο Δεσπότης των όλων έδωσε σε αυτούς πλουσιοπάροχα τη χορήγηση πνευματικών χαρισμάτων.

Ή και ποιας θυσίας είχαν ανάγκη, όσον αφορά γι΄αυτούς τους ίδιους; Γιατί δεν χρειαζόταν να πάθει ο Εμμανουήλ και γι΄αυτούς. Εάν όμως πρέπει κάποιος να νομίσει όπως είπα ήδη προηγουμένως, ότι ο κατά σάρκα Ισραήλ, σημαίνεται από τον γνήσιο και ενάρετο υιό, τότε πώς είναι αλήθεια αυτό που λέγει: «Σε εμένα δεν έδωσες ποτέ ερίφιο;». Γιατί είτε μοσχάρι είναι είτε ερίφιο το θύμα υπέρ της αμαρτίας, νοείται ο Χριστός, ο οποίος όμως δε θυσιάστηκε μόνο για τους εθνικούς, αλλά για να ελευθερώσει και τον ίδιο τον Ισραήλ, ο οποίος δέχτηκε για την παράβαση του νόμου πολλή κατηγορία. Και θα το επιβεβαιώσει ο σοφότατος Παύλος γράφοντας: «διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε(:Γι’ αυτό σύμφωνα με τον προφητικό τύπο των θυσιών που γίνονταν για άφεση των αμαρτιών, και ο Ιησούς, προκειμένου να αγιάσει με το ίδιο του το αίμα τον λαό του νέου Ισραήλ, έπαθε και θανατώθηκε έξω από την πύλη της πόλεως της Ιερουσαλήμ)»[Εβρ.13,12].

Ποιος λοιπόν άραγε είναι ο σκοπός της παραβολής; Ας εξετάσουμε προσεκτικά την αιτία για την οποία και λέχτηκε αυτή, γιατί έτσι θα μάθουμε την αλήθεια. Είπε λοιπόν ο μακάριος Λουκάς λίγο πιο πίσω, για τον Σωτήρα όλων μας Χριστό: «Ἦσαν δὲ ἐγγίζοντες αὐτῷ πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀκούειν αὐτοῦ. καὶ διεγόγγυζον οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντες ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς(:Σε κάθε πόλη ή χωριό που πήγαινε ο Ιησούς, Τον πλησίαζαν όλοι οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, όχι απλώς για να δουν τα θαύματά Του από περιέργεια, αλλά από ειλικρινές ενδιαφέρον για ν’ ακούσουν τη διδασκαλία Του. Οι Φαρισαίοι όμως και οι γραμματείς γόγγυζαν μεταξύ τους και έλεγαν: ‘’Αυτός δέχεται με πολλή συμπάθεια και οικειότητα τους αμαρτωλούς και τρώει μαζί τους, αθετώντας την παράδοση των πρεσβυτέρων, που μας δίδαξαν να είμαστε ευπρεπείς και να μη συναναστρεφόμαστε με τέτοιου είδους πρόσωπα’’)»[Λουκ.15,1-2]. Ενώ λοιπόν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι κραύγαζαν για την αγαθότητα και φιλανθρωπία Του και Τον κατηγορούσαν επειδή δεχόταν κάποιους που υπήρξαν βέβηλοι και αμαρτωλοί στη ζωή τους και τους δίδασκε, ο Χριστός θεώρησε πάρα πολύ αναγκαία τη διήγηση της παραβολής αυτής, με την οποία μπορούσαν να δουν καλά το εξή:· ότι δηλαδή ο Θεός των όλων θέλει, και ο αφοσιωμένος και πραγματικά γνήσιος, που γνωρίζει να ζει σεμνά και έχει τη φήμη της άκρας επιείκειας, να σπεύδει να ακολουθεί τα θελήματά Του, και γι’ αυτούς που καλούνται σε μετάνοια, έστω και αν είναι πάρα πολύ ένοχοι, να ευχαριστείται μάλλον, παρά να αισθάνεται γι΄αυτούς λύπη χωρίς φιλαλληλία.

Από κάτι τέτοιο βέβαια πάσχουμε πολλές φορές και εμείς οι ίδιοι. Γιατί ζουν ασφαλώς κάποιοι την πιο ωραία και πανάριστη ζωή, ενώ κάποιος άλλος είναι ασθενής και πάσχει πεσμένος σε κάθε είδος φαυλότητας. Αυτός πολλές φορές προς τα γηρατειά του επιστρέφει στον Θεό και ζητά συγχώρηση για τις προηγούμενες αμαρτίες του, και γίνεται εραστής των αρίστων, ή ενδεχομένως όταν πλησιάζει να τελειώσει την ανθρώπινη ζωή δέχεται και το άγιο βάπτισμα και απαλλάσσεται από τις αμαρτίες του με την ευσπλαχνία του Θεού. Και τότε πολλές φορές κάποιοι δυσφορούν γι΄αυτόν και λένε: «Αυτός που έκανε το τάδε και είπε εκείνο, δεν τιμωρήθηκε από τον Κριτή για τα όσα έκανε στη ζωή του, αλλά αξιώθηκε την τόσο λαμπρή και αξιοθαύμαστη χάρη και καταγράφηκε μεταξύ των υιών του Θεού και τιμήθηκε με τη δόξα των αγίων». Γιατί πολλές φορές αυτά τα περιφρονούν κάποιοι από απαράδεκτη μικροψυχία, μη ακολουθώντας και κατανοώντας τον σκοπό του Πατέρα όλων μας· γιατί Αυτός χαίρεται πολύ βλέποντας να σώζονται εκείνοι που έχουν χαθεί και τους επαναφέρει στην αρχική ωραιότητά τους, δίνοντάς τους την ελευθερία και στολίζοντάς τους με την αρχική στολή και περνώντας δακτυλίδι στο χέρι τους· και αυτό αποτελεί ευκοσμία που αγαπά ο Θεός και που ταιριάζει στους ελεύθερους ανθρώπους.

Πρόσεχε δηλαδή με ποιον τρόπο παρουσιάζει εξαίρετη την ωραιότητα της ψυχής, και ενεργάζεται τη λαμπρότητα της άμεμπτης ζωής. Γιατί εξωραΐζει με κάθε κόσμημα, νοητό δηλαδή και πνευματικό, τις ψυχές αυτών που Τον λατρεύουν, ώστε να λέγεται και στην καθεμιά αυτό που ψάλλεται με τη λύρα του Ψαλμωδού: «ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου· καὶ ἐπιθυμήσει ὁ βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου, ὅτι αὐτός ἐστι Κύριός σου καὶ προσκυνήσεις αὐτῷ. (:Άκουσε, εμένα τον πρεσβύτη, κόρη μου, εσύ που πρόκειται να γίνεις Νύμφη του Μεσσία· άκουσε τις συμβουλές μου. Δες τη δόξα του καταγλαϊσμένου περιβάλλοντός σου. Σκύψε το αυτί σου για να ακούει με προσοχή τα κελεύσματα του Βασιλιά. Και ξέχασε εντελώς τον λαό στον οποίο μέχρι τώρα ανήκες. Λησμόνησε ολοκληρωτικά το παρελθόν σου, για να αφοσιωθείς στο νέο σου οίκο και στο νέο λαό σου. Και τότε ο βασιλιάς Νυμφίος θα επιθυμήσει την πνευματική σου ομορφιά. Μην ξεχάσεις όμως ποτέ ότι αυτός δεν παύει να είναι και Κύριός σου και οφείλεις να Τον προσκυνάς»[Ψαλμ.44,11· ερμ. απόδοση Παν. Τρεμπέλα] και τα λοιπά. Ένδυμα λοιπόν πολύτιμο και δοξασμένο πραγματικά για το ιερό και άγιο γένος είναι ο Χριστός, κόσμημα λαμπρό και υπερκόσμιο για τις ψυχές των αγίων. Γιατί λέγει: «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε(:Και είστε υιοί του Θεού, διότι όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού πιστεύοντας σε Αυτόν ως σωτήρα, ντυθήκατε τον Χριστό και ενωθήκατε μαζί Του)»[Γαλ.3,27], και είναι αληθής ο λόγος.

«καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ(:Και επιθυμούσε ο νεότερος γιος να γεμίσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι. Μα κανείς δεν του έδινε, διότι οι υπηρέτες που έκαναν τη διανομή παρατηρούσαν με προσοχή να μην μείνουν χωρίς τροφή οι χοίροι)»[Λουκ.15,16].

Κάτι τέτοιο θα μπορούσαμε να δούμε ότι κάνει και ο άσωτος, που αναφέρεται με τη μορφή παραβολής, ο οποίος είχε κατασπαταλήσει την πατρική του περιουσία και πέθαινε από την έλλειψη των ουρανίων αγαθών, και κατά κάποιον τρόπο τον κατέτρωγε η πείνα των ουρανίων μαθημάτων, και επιθυμούσε να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά περνώντας και φεύγοντας η μάταια ηδονή, τον άφηνε άδειο, και βρισκόταν σε παντελή στέρηση.

«ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου(:Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: ‘’Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό (διότι εκεί οι άγγελοι εκτελούν με ευλάβεια το θείο θέλημα, και όπως υπακούν αυτοί, έτσι αξιώνουν και όλα τα κτίσματα να υπακούν σ’ αυτό, και λυπούνται για την αποστασία κάθε ανθρώπου). Αμάρτησα και σε σένα διότι περιφρόνησα τη στοργή σου και δεν λογάριασα τη λύπη που δοκίμαζες όταν έφευγα μακριά σου’’)»[Λουκ.15,17, ερμ. απόδοση Παν. Τρεμπέλα].

Και ο Κύριος δηλαδή, παροτρύνοντάς μας να μιλούμε με παρρησία και να λέμε τις προσευχές μας αποκαλώντας Τον «Πατέρα», δίνει σε αυτούς που προσεύχονται να εννοήσουν ότι εφόσον ονομάζουμε τον Θεό Πατέρα και αξιωθήκαμε της τόσο λαμπρής τιμής, πρέπει και να ζούμε όπως αξίζει σε Αυτόν που μας έχει τιμήσει. Γιατί αυτό λέγει και ο μέγας Απόστολος Πέτρος: «καὶ εἰ πατέρα ἐπικαλεῖσθε (:Και εφόσον επικαλείσθε και ονομάζετε Πατέρα)», λέγει, «τὸν ἀπροσωπολήπτως κρίνοντα κατὰ τὸ ἑκάστου ἔργον, ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε(: τον Θεό, ο οποίος αμερόληπτα και χωρίς να κάνει διακρίσεις σε πρόσωπα κρίνει τον καθένα μας σύμφωνα με το σύνολο των πράξεών του, έχετε καθήκον να ζείτε και να συμπεριφέρεστε με φόβο Θεού όλα τα χρόνια της ζωής σας επάνω στη γη, τα οποία είναι χρόνια ξενιτείας· διότι η γη δεν είναι η αληθινή και παντοτινή πατρίδα σας)»[Α΄Πετρ.1,17].

Ίσως όμως πεις μέσα σου: «Έχω κηλιδωθεί με πολλές αμαρτίες. Πώς λοιπόν θα γίνω καθαρός εγώ που είμαι τόσο πολύ μολυσμένος;». Άκουσε λοιπόν και τις δικές μας σκέψεις: Γνωρίζεις γενικά ότι έχεις αμαρτήσει; Ομολογείς την αδυναμία σου; Θυμάσαι τα ολισθήματά σου; Βρίσκεσαι κοντά στη σωτηρία· γιατί αρχή της κάθαρσης είναι η ομολογία των αμαρτιών. Έτσι και έχει γραφεί: «Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς(:Λέγε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς)»[Ησ. 43,26].Γιατί ο Δεσπότης των όλων δεν είναι σκληρός, ούτε άσπλαχνος, αλλά μάλλον και φιλεύσπλαχνος, και αγαθός και γνωρίζει τη φύση μας. Γιατί είναι μεγάλο πράγμα και η ομολογία και η αποφυγή του κακού. Έτσι έγινε δεκτός ο άσωτος.

Αλλά ποιος είναι ο μόσχος ο σιτευτός παρά οπωσδήποτε ο Χριστός, το άμεμπτο σφάγιο, Αυτός που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου, αυτός που θυσιάζεται και τρώγεται; Κατά το ότι δηλαδή έλαβε την άλογη φύση και την κτηνώδη σάρκα, αν και τη γέμισε με τα δικά του καυχήματα, θεωρείται μόσχος, που δε γνώρισε βέβαια τον ζυγό του νόμου της αμαρτίας, αλλά ήταν σιτευτός, γιατί πριν από τη δημιουργία του κόσμου είχε προορισθεί το μυστήριο του Χριστού, η γεμάτη φρίκη και μεγάλη θυσία, στην οποία επιθυμεί να λάβουν μέρος όσοι επιστρέφουν από την αμαρτία.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία»

Δημοφιλείς αναρτήσεις