Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοερά Προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νοερά Προσευχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής»



Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού

Α΄ 

Προς νέον ερωτήσαντα περί της «ευχής» 
Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ να σε απαντήσω. 
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. 
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, οπού εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί - πριν σαράντα χρόνια - οπού είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς. 
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μονον στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λεγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ. 
Όταν το συνηθίση ο νους και χορτάση - το μάθη καλά - τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ίδη ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάση εις την καρδιαν, οπού είναι το κέντρον της πνευματικης και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νου· λοιπόν, όταν ο ευχόμενος κρατάη τον νουν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν: 
- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με! 
Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μιαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκη ο νους εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μιαν ευχήν. «Κύριε Ιησού Χριστέ»: εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με»: εβγαίνει. 
Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίση να ενεργή η χάρις μέσα εις την ψυχήν μετά πλέον είναι θεωρία. 
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος. «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε», λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα «όρθιος-καθήμενος.» Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι. 
Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνη ο ύπνος. Αυτά λέγονται «πράξις». Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις. 
Το δε πως γίνεται, πως ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξης τας εντολάς. Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι· όταν βλέπης τον ασθενή και τον συμπαθής· την χήραν και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και συ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σα εκ των σων» αποδίδομεν. 
Εάν λοιπόν ζητής να τον εύρης μόνον δια της «ευχής», μη βγάλης πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών. 
Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου Εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν. 
Λοιπόν, εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δυο-τρεις μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγης εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νους, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν, όταν την αφήνη ο νους, αρχίζει η γλώσσα. «Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νους χωρίς κόπων. 
Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. ‘Αλλά τότε θα ομιλήσωμεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μείνη καιρός δια την ευχήν. Την ευχήν αυτού θα την βρεις, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νους σου, εις εκείνα οπού θα ακούς και θα βλέπης. 
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την βρης την «ευχή». Μην αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησε τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

 ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ  

ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Επιστολή Α΄ 

σελ.35-38

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΛΟΓΟΣ Η΄ 
Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή, σὰν νὰ τρώγει ζάχαρη ἢ γλυκύτατο μέλι, καθὼς λέγει καὶ ὁ προφητάνακτας· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). 
Εὐλόγησον πάτερ. 
Τρία πράγματα φρόντιζε, ταπεινὲ Μοναχέ, νὰ ἀποκτήσεις πάντοτε· νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, ἂν θέλεις νὰ γευθεῖς κάποτε αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, ἡ ὁποία θὰ σοῦ γλυκαίνει ἄρρητα τὴν γλῶσσα σου. Διότι ἂν δὲν μεταχειρίζεσαι μὲ κάθε ἔφεσή σου καὶ θέληση, νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, μὴν ἐλπίζεις ποτὲ νὰ αἰσθανθεῖς αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Αὐτή, εἶναι μία μεγάλη παρηγορία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ σὲ κάνει περισσότερο θερμὸ καὶ περισσότερο ζηλωτὴ στὴν πνευματική σου ἐργασία. 
Αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ θεϊκὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας εἶναι σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀπολαμβάνουν, μάλιστα καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν αἰσθάνονται πάντοτε, ἀλλὰ μερικὲς φορές, ὅταν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Ὅταν ὅμως τὴν αἰσθάνονται στὴν γλῶσσα τους, τότε γνωρίζουν μόνοι τους τί καλὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ νηστεύει κάποιος πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεται πάντοτε καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, διότι δίχως αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ στὸ στόμα αὐτὴν τὴν γλυκύτητα. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα εἶναι ἄρρητη, διότι εἶναι πνευματική, καὶ κάθε τὶ τὸ πνευματικὸ εἶναι ἀνέκφραστο καὶ μυστικό, ὅμως γιὰ νὰ τὴν καταλάβει λίγο κάποιος, πῶς ἐνεργεῖ στὴν γλῶσσα, λέγουμε τὰ ἑξῆς· 
Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα, ἀπὸ τὴν ὁποία γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα ἀνεκφράστως, ὁμοιάζει μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ζάχαρης, ὅμως εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτήν, διότι ἂν βάλεις στὸ στόμα σου ζάχαρη, γλυκαίνει τὸ στόμα σου γιὰ λίγο, καὶ ἀφοῦ διαλυθεῖ ἡ ζάχαρη καὶ τὴν καταπιεῖς, δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ τὴν γλυκύτητά της, ἐκτὸς μόνον ἂν βάλεις καὶ ἄλλη στὸ στόμα σου. Ὅμως, στὴν νοητὴ καὶ πνευματικὴ ζάχαρη, τὴν ὁποία βάζει ἀοράτως ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου στὸ στόμα σου καὶ μὲ τὴν ὁποία ἀλείφει θαυμάσια τὴν γλῶσσα σου, δὲν γίνεται ἔτσι, διότι δὲν διαρκεῖ λίγο καιρό, οὔτε χρειάζεται, ἀφοῦ χαθεῖ ἡ γλυκύτητα ἀπὸ τὸ στόμα σου, νὰ βάλεις κάτι ἄλλο γλυκὺ γιὰ νὰ γλυκαθεῖ, διότι ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀξιωθεῖς μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς καθαρῆς νηστείας. 
Ὅταν λοιπὸν γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα σου, αἰσθάνεσαι τὴν γλυκύτητά της μπροστά, σὰν νὰ τοποθετήθηκε ἐκεῖ κάποιος κόκκος ζάχαρης μικρός, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ λειώνει μέσα στὸ στόμα σου. Τότε, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖς πολὺ καλύτερα αὐτὴν τὴν πνευματικὴ θεϊκὴ γλυκύτητα, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, διότι ἔτσι νοιώθεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἄρρητη γλυκύτητα ἀναβλύζει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὴν μπροστινὴ ἄκρη τῆς γλώσσας σου, ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ κάποια φλέβα. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ τὴν αἰσθάνεσαι νὰ τρέχει ἔτσι, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἐὰν τυχὸν ὁμιλήσεις μὲ κάποιον. Ἀλλά, ἂν ἐσὺ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ προσέξεις πάλι, παραδόξως πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι γλυκαίνει ἡ γλῶσσα σου. 
Εἶναι ἕνα φυτό, τοῦ ὁποίου τὸ ἄνθος ἔχει φυσικὸ μέλι. Αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὅταν τὸ τραβᾶς ἀπὸ τὸν μίσχο, φαίνεται σὰν σωληναράκι ποὺ ἂν τὸ βάλεις στὸ στόμα σου καὶ τὸ ρουφήξεις, καταλαβαίνεις τὴν γλυκύτητά του σὰν μέλι. Παρόμοια λοιπὸν μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ ἡ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου, ποὺ γλυκαίνει ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἡ γλυκύτητα ἐκείνου τοῦ ἄνθους, ἀφοῦ τὴν ρουφήξεις μία φορά, χάνεται, ἐνῶ ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ δὲν χάνεται, ὅσο ἀπέχεις ἀπὸ φαγητὸ ἢ ποτό· διότι, ἂν γευθεῖς κάτι, τότε δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ μὲ τὴν ἴδια ζωηρότητα ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα ἐκείνην. 
Μερικὲς φορές, καὶ μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετὰ τὴν γεύση τῆς αἰσθητῆς τροφῆς, τελείως χάνεται ἐκείνην τὴν ἡμέρα. Ἀντιθέτως, ἡ γλυκύτητα αὐτή, μερικὲς φορές, ὅταν κρατᾶς γιὰ πολὺ τὸ στόμα σου κλειστό, ἀναβλύζει θαυμασίως καὶ συνεχῶς μέσα στὸ στόμα σου καὶ τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι σὲ κάθε σου ἀναπνοή. Ἄλλοτε, τὴν αἰσθάνεσαι καὶ μέσα στὰ χείλη σου διότι γλυκαίνουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ μέσα σὰν νὰ τὰ πασπάλισες ἐσωτερικῶς μὲ ζάχαρη ἄχνη, ἢ σὰν νὰ τὰ ἄλειψες μέσα μὲ μέλι. 
Φυλάξου λοιπόν, ταπεινέ, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν γλυκύτητα, νὰ μὴν γευθεῖς χωρὶς μεγάλη ἀνάγκη τίποτε, γιὰ νὰ μὴν λυπηθεῖς ἔπειτα δίχως ὄφελος. Ἂς πεινάει ἡ κοιλιά σου· μὴν τῆς δίνεις τίποτε, διότι ὅταν αὐτὴ πεινάει, τότε τὸ στόμα σου χορταίνει ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Ἅμα δώσεις στὴν κοιλιά σου αἰσθητὴ τροφή, στερεῖται ἡ γλῶσσα σου τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Ὅταν ἔτσι γλυκαίνεσαι ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ γλυκύτητα, τότε τὸ σάλιο σου μὴν τὸ φτύνεις ὅπου τύχει, ἀλλὰ κατάπιε το γιὰ νὰ μὴν τὴν στερηθεῖς γιὰ λίγο. Προπάντων ὅπως εἴπαμε, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, ἂν δὲν ὑπάρχει κάποια μεγάλη ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσεις, γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσεις ὕστερα. 
Ἐὰν κάποτε, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα, ἔχεις ἀνάγκη νὰ διαβάσεις κάτι ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, διάβασέ το μὲ εὐλάβεια. Ὅταν τὸ διαβάζεις, πρόσεχε ταυτοχρόνως καὶ στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου νὰ δεῖς, παραμένει ἢ ὄχι, ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου ἢ ἐξαφανίζεται ἀπ᾿ αὐτήν; Καὶ ἂν παραμένει, πρόσεχε μαζὶ καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα καὶ στὴν ἀνάγνωση, διότι ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς καὶ ἄλλη πνευματικὴ γλυκύτητα, ὄχι στὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ στὴν διάνοιά σου, διότι καὶ αὐτὴ θὰ γλυκαθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ διπλασιαστεῖ σ᾿ ἐσένα ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ τριπλασιαστεῖ. Διότι ἀμέσως θὰ δεῖς καὶ στὰ μάτια σου τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ καθαρὰ καὶ λαμπρὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ γλυκύτατα στὴν ψυχή σου. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ τριπλασιαστεῖ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ δεῖς στὸν ἑαυτό σου καὶ ἄλλη τέταρτη παρηγορία τοῦ Θεοῦ· θὰ δεῖς νοερῶς τὸν ἐσωτερικό σου ἄνθρωπο ὅτι μυρώθηκε ἀοράτως ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ θεῖο ἔλαιο τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ ἔτσι ἔγινες ὅλος γαλήνιος, ὅλος λαμπρός, ὅλος ἀγαλλίαση. Λέγουμε, ὅτι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχή σου καμμία αἴσθηση ἀπαράκλητη ἀπὸ τὴν παρηγορία καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἀλλὰ αὐτὰ θὰ συμβοῦν σὲ σένα, ἂν παραμένει, ὅπως εἰπώθηκε, ἡ ἄρρητη καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου. Ἂν πάλι δὲν παραμένει αὐτὴ ἡ ὑψηλὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου, ὅταν διαβάζεις, μὴν ἀπελπίζεσαι καὶ θελήσεις νὰ γευθεῖς κάτι ἢ νὰ πολυλογεῖς ἢ νὰ ὑπερηφανεύεσαι, ἀλλὰ φυλάξου ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια, διότι ἔτσι θὰ δεῖς σὲ λίγο νὰ γλυκαίνεται θαυμασίως ἡ γλῶσσα σου. 
-Αὐτὴ ἡ θεία γλυκύτητα πηγάζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα καὶ ἔτσι αὐτὴ γλυκαίνεται; 
-Αὐτό, ταπεινέ, δὲν μπορεῖς ἀκριβῶς νὰ τὸ καταλάβεις, διότι φαίνεται πῶς ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου πηγάζει, ὅμως ἀληθῶς, δὲν πηγάζει ἀπὸ αὐτὴν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα σου καὶ περνάει ἀνεκφράστως ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ ἔτσι γλυκαίνεται. Αὐτὸ ὅμως ἀγαπητέ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ τὸ πολυεξετάσεις, διότι ἂν τὸ πολυεξετάσεις, δὲν θὰ βρεῖς τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα μερικὲς φορὲς ἀναβλύζει μέσα σου καὶ σοῦ γλυκαίνει τὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ σοῦ τὴ γλυκαίνει ἔτσι, αἰσθάνεσαι ὅτι λιγοστεύει καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι τελείως θὰ ἐκλείψει ἀπὸ σένα. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ φαίνεται ἔτσι, νά! καὶ πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι σὲ γλυκαίνει παραδόξως. 
Χαρὰ καὶ λαμπρότητα λοιπὸν ἂς εἶναι σὲ σένα, ταπεινὲ Μοναχέ, ὅταν ἀξιωθεῖς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἄκουσες. Καὶ τότε δὲν χρειάζεσαι νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις ἡδύποτα καὶ ἄλλα γλυκίσματα γιὰ νὰ γλυκαθεῖ τὸ στόμα σου, διότι τὸ γλυκαίνει ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἡδύποτα καὶ γλυκίσματα ποὺ τρώγει καὶ πίνει κανείς, δὲν μένει παντοτινὰ ἡ γλυκύτητα στὸ στόμα του, ἀλλὰ μόνον ὅσο μένουν αὐτὰ στὸ στόμα του· ὅμως στὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, μένει ἡ γλυκύτητα πραγματικῶς στὸ στόμα του, ὅσο νηστεύει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς. 
Οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό, ὅταν τοὺς ἔτρεφε ὁ Θεὸς μὲ τὸ μάννα, ὅσο νήστευαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, εἶχαν τὸ οὐράνιο μάννα ποὺ τοὺς γλύκαινε ἀνεκφράστως, ἀφοῦ ὅμως ἔφαγαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως τὸ ἔχασαν. Ἅμα λοιπὸν καὶ ἐσύ, ταπεινέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκες νὰ γευθεῖς αἰσθητῶς κατὰ κάποιον τρόπο αὐτὴν τὴν λεπτὴ καὶ αἰσθητὴ γλυκύτητα καὶ νὰ ἔχεις στὸ στόμα σου τὴν τροφὴ τῶν ἀγγέλων- τὸ οὐράνιο μάννα, ἅμα -λέγω- γευθεῖς ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως ἐξαφανίζεται αὐτὴ ἡ μυστικὴ γλυκύτητα. Καλύτερα λοιπὸν γιὰ ἐσένα νὰ νηστεύεις πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεσαι καὶ νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, παρὰ νὰ χορταίνεις τὴν κοιλιά σου ἀπὸ ὑλικὲς τροφὲς καὶ νὰ στερεῖσαι αὐτὸ τὸ οὐράνιο καὶ γλυκύτατο μάννα. 
Παρατήρησα κάποτε κάποιον ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος προσκομίζοντας στὴν ἁγία Προσκομιδή, ξαφνικὰ γέμισε δάκρυα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σταματήσει, ἀλλὰ συνέχεια, μέχρι ποὺ τελείωσε τὴν Προσκομιδή, κατανυσσόταν καὶ ἔκλαιγε. Ὅταν ἤθελε νὰ πεῖ τὸ «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός» καὶ τὰ λοιπὰ ἢ κάποιαν ἐκφώνηση, βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκοβε λίγο τὴν κατάνυξη ἀπὸ τὴν καρδιά του, προφέροντας τὰ λόγια μὲ φωνὴ χονδρότερη γιὰ νὰ μὴν φανεῖ ὅτι κατανύσσεται. Κατανυσσόταν παρομοίως καὶ ὅταν ἔλεγε τὶς εὐχές. Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο, ξαφνικὰ τόση κατάνυξη τοῦ ἦλθε, ὥστε πνίγηκαν τὰ μάτια του ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τότε πιά, ἔκλαιγε φανερά, μὴ μπορώντας νὰ συγκρατηθεῖ. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ὥρα δὲν ἔμεινε στὴν Λειτουργία κανεὶς ποὺ νὰ μὴν κατανυχθεῖ, ἐκτὸς μόνον ἂν κάποιος ἦταν τόσο ἀναίσθητος καὶ σκληρόκαρδος στὴν ψυχή, σὰν ἐμένα. Ἀλλά, ἀκόμη καὶ σὲ ὅλη τὴν θεία Λειτουργία, κατανυσσόταν πότε πολὺ καὶ πότε λίγο μὲ ἄμετρη ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς του. Καὶ ὅταν κοινώνησε τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, κατέβρεξε τὸν ἅγιο Δίσκο καὶ τὰ καλύμματα καὶ τὸ ἀντιμήνσιο μὲ τὰ δάκρυα. 
Ὕστερα, ἀφοῦ τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιατί κατανυσσόταν τόσο πολὺ καὶ γιατί ἔχυνε τέτοια δάκρυα καὶ μάλιστα μπροστὰ σὲ τόσο κόσμο, ἐνῶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βγάλω οὔτε κἂν στὰ κρυφὰ ἕνα δάκρυ γιὰ τὴν ἐλεεινή μου ψυχή. Καὶ αὐτὸς ὡς φίλος τῆς ἀλήθειας καὶ ὡς ἀγαθὸς καὶ ἄκακος, μοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια· 
Ἐγώ, ἀδελφέ, ὅταν στὸν ὄρθρο διαβαζόταν ἡ κοινὴ ἀκολουθία, μελετοῦσα νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως στὴν καρδιά μου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀκολουθία στὴν μέση, ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι στὴν γλῶσσα μου, λίγο - λίγο, κάποια γλυκύτητα. Συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν γλυκύτητα καταλάβαινα μέσα μου κάποια πνευματικὴ παρηγορία. 
Ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ ἔλεγα περισσότερο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τόσο περίσσευε στὴν γλῶσσα μου καὶ ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη γλυκύτητα, μεγάλωνε δὲ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ μέσα μου, καὶ τότε ἀμέσως ἄρχισε νὰ κατανύσσεται λίγο ἡ καρδιά μου. Ἀφοῦ «πῆρα καιρὸ» νὰ λειτουργήσω, ἐπεκτάθηκε μέσα στὸ στόμα μου ἡ γλυκύτητα καὶ πληροφορήθηκα μέσα μου ζωηρότερη τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ κατανυσσόμουν εὐκολότερα καὶ περισσότερο. Ὅταν προσκόμιζα στὴν Προσκομιδὴ τὰ θεῖα δῶρα, κατάλαβα στὸ στόμα μου πολλὴ γλυκύτητα. Συγχρόνως, κατάλαβα στὴν καρδιά μου πολλὴ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, δὲν μποροῦσα νὰ σταματήσω τὰ δάκρυα. Ὅταν διάβαζα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, παρομοίως κατάλαβα στὸ στόμα μου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα νὰ ὑπερισχύει καὶ συγχρόνως γλύκανε ὑπερβολικῶς καὶ ἡ διάνοιά μου μὲ τὰ λόγια τοῦ θείου καὶ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐπειδὴ ἐννοοῦσε ὁ νοῦς μου σαφῶς τὴν δύναμη, τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καθενὸς λόγου του. Ἔτσι τότε καὶ ἐγὼ μὴ μπορώντας νὰ κρύψω μέσα μου καὶ νὰ σταματήσω τὴν κατάνυξη ἔκλαιγα πιὰ σὰν μικρὸ παιδί, διότι πλημμύρισε καὶ χύθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου ἡ κατάνυξη. Γι᾿ αὐτό, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥρα μέχρι νὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία, συνέχεια κατανυσσόμουν πότε πολύ, πότε λίγο, ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ γλυκύτητα ποὺ αἰσθανόταν ἡ γλῶσσα μου καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα μὲ τὴν ὁποία γλυκαινόταν ἡ διάνοιά μου στὴν κατανόηση τῶν ἱερῶν λόγων». Ἀκούγοντας αὐτὰ ἐγὼ ὁ σκληρόκαρδος, κατηγόρησα τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου, ἐπειδὴ ποτέ μου δὲν εἶδα στὴν γλῶσσα μου τέτοια γλυκύτητα οὔτε στὴν ψυχή μου τέτοια παρηγορία. 
Εὐχή. 
λλά, Κύριε, Κύριε, ὁ γλυκασμὸς καὶ ἡ ἡδύτητα ὅλων τῶν δούλων Σου ποὺ μνημονεύουν στὴν καρδιὰ μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιο καὶ θεϊκό, χάρισε, παρακαλῶ, καὶ σ᾿ ἐμένα νὰ ἀγαπῶ τὸ Ὄνομά σου μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὸ μνημονεύω μὲ πολλὴ εὐλάβεια, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε, ὅταν ἐπιτρέψει ἡ Χάρη Σου, καὶ ἡ δική μου γλῶσσα αὐτὴν τὴν θεϊκὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα. Διότι τότε, Κύριέ μου, εἶμαι πληροφορημένος ὅτι συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, θὰ λάμψει καὶ τὸ ἅγιο φῶς τῆς θεογνωσίας Σου μέσα στὴν καρδιά μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ φωτισθοῦν τὰ μάτια τῆς διάνοιάς μου στὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια κατανόηση τῶν θεϊκῶν Σου λόγων. Ὅταν γίνει αὐτὸ σ᾿ ἐμένα, Κύριε, ἀπὸ Σέ, τὸν δημιουργὸ καὶ Θεό μου, ἀμέσως θὰ φανοῦν τὰ λόγια Σου γλυκὰ στὸν λάρυγγά μου καὶ γλυκύτερα ἀπὸ μέλι στὸ στόμα μου. Ναί, ὁ γλυκύς μου Ἰησοῦς, δέομαι καὶ παρακαλῶ τὴν βασιλεία Σου, ράντισε καὶ ἐμένα τὸν πολὺ πικραμένο μία σταλαγματιὰ θεϊκῆς γλυκύτητος ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατανόητη ἄβυσσο τῆς δικῆς Σου θεϊκῆς καὶ πνευματικῆς γλυκύτητος. Διότι ἐπόθησε ἡ ψυχή μου αὐτὴν τὴν πνευματική Σου θεία καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα περισσότερο ἀπὸ χρυσάφι καὶ τοπάζιο καὶ περισσότερο ἀπὸ πολύτιμο λίθο, καὶ γλυκαίνομαι ὁ δοῦλος Σου πνευματικῶς ὅταν τὴν σκέπτομαι, περισσότερο ἀπὸ μέλι καὶ κηρήθρα. Διότι Ἐσύ, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, εἶσαι ὁ ἀνέκφραστος γλυκασμὸς ἡμῶν ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ σοὶ τὴν δόξα ἀναπέμπομεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος
Ἁγίου Ὄρους

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ



Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 

 

ΣΤΗΝ ἔρημο ὅταν ἤμεθα ἡ ἀγρυπνία μας ἄρχιζε μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Καὶ παρατείνονταν μέχρι τῶν ὀρθρινῶν ὡρῶν. 
Ὁ μακαριστός Γεροντάς μου Ἰωσήφ, διδάσκοντάς μας τὰ καθήκοντα τῆς μοναχικῆς πολιτείας ἐπέμενε πολὺ στὴν πρακτική μέθοδο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καθὼς ἡ δική του ζωὴ ἦταν μια συνεχής βία στὸ θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε καὶ ἡμεῖς νὰ βιάζωμε ὅσο ἡμποροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας γιὰ νὰ στερεώσωμε βαθειὰ στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι ὁ ἀκρογωνιαίος λίθος τῆς ὅλης πνευματικῆς οἰκοδομῆς. 
Μετὰ τὸν ὕπνο, μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ξεκούραστος, καθαρός. Εἶναι ὅ,τι πρέπει γιὰ νὰ τοῦ δώσωμε ὡσὰν πρώτη πνευματική ὕλη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Τοῦτο ὅμως γνωρίζοντάς το ὁ Διάβολος σπεύδει καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῆς ἐξυπνήσεως νὰ σπείρη ἀστραπιαίως τὰ ζιζάνια τῶν πονηρῶν λογισμῶν του, οὕτως ὥστε μὲ αὐτὰ νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀλέθῃ ὁ μύλος τῆς μνήμης καὶ νὰ ἀκούεται τὸ γύρισμά του ὡσὰν ἦχος ἰδικῆς του προσευχῆς. 
Οἱ μυλωνάδες στὴ γλῶσσα τους, ἐκεῖνο τὸ μέρος ὅπου βάζουν τὸ σιτάρι, τὸ κριθάρι, τὸ καλαμπόκι ἢ ὅ,τι ἄλλο εἶναι γιὰ ἄλεσμα, τὸ λέγουν «πόθο». Ἐπάνω ἀνοιχτὸς καὶ φαρδὺς ὁ πόθος καταλήγει κάτω τόσο στενὸς ποὺ ἀφήνει λίγα μόνο σπυριὰ νὰ πέφτουν ρυθμικά στις μυλόπετρες. 
Λοιπόν, ὅ,τι μπὴ στὸν πόθο θὰ περάση τὶς μυλόπετρες, θὰ ἀλεσθῆ, ᾿Αλλὰ ὅ,τι στην καρδιά, ποὺ ἔχει ὅλους τοὺς ἀνθρώπινους πόθους δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀνεβῆ καὶ νὰ περάση ἀπ᾿ τὶς μυλόπετρες τοῦ νοῦ. Ἐκ τῆς καρδίας εἶπεν ὁ Κύριος ὅτι ἐξέρχονται οἱ πονηροί λογισμοί. Καὶ ἀνεβαίνουν καὶ περνοῦν ἕνας - ἕνας καὶ ἀλέθονται. Ὅσο πιὸ ἀκάθαρτη καὶ γήϊνη ἡ καρδία, τόσο πιὸ αἰσχροὶ καὶ χαμερπεῖς οἱ λογισμοί. 
Λοιπὸν γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ ὅλη ἡ θολούρα τῶν λογισμῶν στὸν νοῦ, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καθαρισθῇ ἡ καρδία καθὼς τὸ ἐπιθυμεῖ ὁ Πλαστουργός της, κατεβάζομε διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς τὸν νοῦν μας εἰς τὸν καρδιακὸν οὐρανὸν καὶ μετατρέπομε τὸν χῶρο τῆς ἐμπαθείας καὶ τῆς ἐμμέσου λατρείας τοῦ Σατανᾶ σὲ ναὸν τοῦ Θεοῦ ἅγιον, σὲ κατοικητήριον τῆς ῾Αγίας Τριάδος. 
Μὲ τὰ λόγια αὐτὸ τὸ σχῆμα ποὺ διαγράψαμε εἶναι ἁπλό, ἀλλὰ στὴν ἐφαρμογήν του ἀπαιτεῖ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀμέριστον συνέργειαν τῆς θείας χάριτος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς πάντοτε προσφέρεται καὶ μάλιστα παρακαλῶντας «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν», ἀπαραίτητον εἶναι νὰ προσφέρωμε καὶ ἡμεῖς τὸν ἑαυτόν μας διλόκληρον καὶ πειθήνιον εἰς τοὺς ἀσκητικοὺς κανόνας τῶν Νηπτικῶν Πατέρων μας. 
Λοιπὸν προσοχή στοὺς πρώτους λογισμοὺς μετὰ τὸν ὕπνο. Όνειρα, φαντασίες, καλὰ - ἄσχημα, ὅ,τι μᾶς κληροδότησε ὁ ὕπνος τὰ σβήνουμε ἀμέσως. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως παίρνομε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σὰν ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς μας. 
Ἐν τῷ μεταξὺ ἀφοῦ ρίξωμε λίγο νερό στὸ πρόσωπο γιὰ νὰ ξυπνήσωμε, καὶ ἀφοῦ πάρωμε ἕνα καφέ ἢ κάτι ἄλλο γιὰ τόνωσι · ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀγρυπνία μας ἀρχίζει πολύ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα – λέγομε τὸ Τρισάγιο, ἀπαγγέλλομε τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως καὶ τὸ ῎Αξιόν ἐστιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ καθήμεθα στὸν τόπο τῆς προσευχῆς μας μὲ τὸ ὅπλον κατὰ τοῦ Διαβόλου στὸ χέρι – τὸ κομποσχοίνι. 
Κάθισες στὸ σκαμνάκι σου; Ἔλεγε ὁ Γέροντας. Μιὰ στιγμή! Μὴν ἀρχίσης νὰ προσεύχεσαι κατὰ τὸν ἐνδιάτακτον τρόπον, πρὶν συγκεντρώσης τὴν διάνοιά σου, καὶ πρὶν ἀδολεσχήσης ὀλίγον μὲ τὸν θάνατον καὶ τὰ ἐπακόλουθα. 
Συλλογίσου ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία νύχτα τῆς ζωῆς σου. Γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες καὶ νύχτες εἶσαι σίγουρος ὅτι πέρασαν καὶ διαδοχικὰ σὲ παρέπεμψαν μέχρις σ' αὐτὸ τὸ χρονικὸ ὅριο τοῦ βίου σου, Γιὰ τούτη ὅμως τὴ νύχτα ποὺ ἔχεις μπροστὰ δὲν εἶσαι σίγουρος ἂν θὰ σὲ παραδώση στὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἔρθη ἢ στὸν θάνατο ποὺ ἔρχεται. Πόσοι θὰ ἀποθάνουν αὐτὴ τὴ νύχτα! Πῶς τὸ ξέρεις ὅτι δὲν θὰ εἶσαι ἀνάμεσα σ' αὐτούς; 
Συλλογίσου λοιπὸν πώς, φεύγοντας σὲ λίγο, θὰ ἔρθουν νὰ διεκδικήσουν τὴν ψυχή σου οἱ ῎Αγγελοι ἢ οἱ Δαίμονες κατὰ τὰ πεπραγμένα σου. Πικροί κατήγοροι οἱ Δαίμονες τὴν ὥρα τοῦ θανάτου παρουσιάζουν στη μνήμη ὅλα τὰ ἔργα ὅλης τῆς ζωῆς καὶ ὠθοῦν στὴν ἀπόγνωση. Οἱ ῎Αγγελοι ἀντιπροβάλλουν τὰ κατὰ Θεὸν εἶργασμένα. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πρόχειρο πρωτοδικείο προσδιορίζεται ἡ πορεία τῆς ψυχῆς. Ἔπειτα τὰ ἐναέρια τελώνια. Ἔπειτα τὸ φοβερὸν βῆμα τοῦ Κριτοῦ. Καὶ ἔπειτα ἡ ἀπόφασις. 
Καὶ ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ εἶναι κόλασις, τότε τι θὰ κάμης, ψυχὴ ταλαίπωρη; Τι θὰ ἔδινες τὴν ὥρα ἐκείνη γιὰ νὰ λυτρωθῆς; Ἐλθὲ εἰς ἑαυτὸν καθὼς ὁ ἄσωτος ἐκεῖνος υἱὸς καὶ μετανόησε καὶ ζήτησε τὸ ἔλεος τοῦ πολυελέου Θεοῦ. Ὅ,τι θὰ ἤθελες τότε νὰ κάμης, κάμε το τώρα. Ἥμαρτες; μετανόησον. Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος. 
Ἐὰν μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις, χωρὶς εἰκόνες καὶ φαντασίες, ἀδολεσχήση ἔστω καὶ γιὰ λίγη ώρα ὁ ἄνθρωπος κατανύσσεται, Μαλακώνει ἡ καρδία του σὰν τὸ κερί, καὶ ἡ διάνοιά του παύει νὰ μετεωρίζεται. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιο, νὰ νικᾶ ὅλα τὰ ἀπατηλὰ τῆς ζωῆς, καὶ νὰ γεννᾶ στὴν καρδιὰ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος. Μέσα σ' αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς κατανύξεως μπορεῖς νὰ ἀρχίσης τὴν μονολόγιστη, ἀδιάλειπτη, νοερά προσευχή σου. 
Καθώς εἶναι συναγμένη ἡ διάνοιά σου, καθὼς εἶναι συντετριμμένο καὶ τεταπεινωμένο τὸ πνεῦμα σου, κλίνε ἐλαφρὰ τὴν κεφαλή σου καὶ στρέψε τὴν προσοχὴ πρὸς τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς. Εἶναι καὶ αὐτὴ συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καὶ περιμένει τὸν νοῦν νὰ κατεβῆ διὰ νὰ προσφέρουν ἱκεσία στὸν πολυεύσπλαγχνο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐξουδενώσῃ. 
᾿Απὸ τὴν εἰσπνοὴ τῶν μυκτήρων ἀρχίζει ἡ διαδικασία τῆς ἀναπνοῆς τοῦ σώματος. Ἐκεῖ σύναψε διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τὴν ἀναπνοὴν τῆς ψυχῆς σου. Εἰσπνέοντας λέγε μια φορὰ τὴν προσευχὴ παρακολουθώντας την μέχρι τὴν καρδιὰ καὶ ἐκπνέοντας ἐπαναλάμβανε την ἄλλη μια φορά. Ἐκεῖ ποὺ σταματᾶ ἡ εἰσπνοὴ στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς ἐκεῖ στερέωσε καὶ τὸν νοῦν σου καὶ ἀμετεωρίστως παρακολούθει διὰ τῆς εἰσπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς συνεισπνεομένην καὶ συνεκπνεομένην τὴν προσευχήν: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! 
Επιστράτευσε ὅσην ἀγαπητικὴν διάθεσιν ἔχεις καὶ ἀφαντάστως καὶ ἀνεικονίστως μνημόνευε διὰ τοῦ ἐνδιαθέτου λόγου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. ᾿Απομάκρυνε κάθε σκέψη. Ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ ὄμορφη καὶ τὴν πιὸ ἁγνὴ καὶ τὴν πιὸ σωτήρια. Εἶναι τοῦ πονηροῦ, ἐκ δεξιῶν γιὰ νὰ σταματήση τὴν προσευχή. 
Καταφρόνησε ὅλους τοὺς πονηρούς λογισμούς, ὅσο αἰσχροὶ καὶ βέβηλοι καὶ βλάσφημοι καὶ ἂν εἶναι. Δὲν εἶναι ἰδικοί σου, μὴ σὲ νοιάζει, δὲν εὐθύνεσαι· βλέπει ὁ Θεὸς πόθεν προέρχονται. Μόνον ἐσὺ μὴ δελεασθῆς, μὴ φοβηθῆς, μὴ συναρπασθῆς, μὴ συνδυάσης μαζί τους. 
Καὶ ἂν πρὸς ὀλίγον μετεωρισθῆς, εὐθὺς μόλις ἀντιληφθῆς τὴν φυγὴν ἀπὸ τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον τῆς προσευχῆς σου ἐπίστρεψε. Καὶ, ἐὰν πάλιν συναρπασθῆς, πάλιν ἐπίστρεψε. Καί, ἐάν, ὅσες φορές μετεωρισθῆς, τόσες καὶ ἐπιστρέψης, ὁ Θεὸς θὰ ἰδῇ τὸν κόπον σου καὶ τὴν προθυμία σου καὶ διὰ τῆς χάριτός Του ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον θὰ στερεώση τὴν διάνοιάν σου. 
Επειδή, συνήθεια ἔχει ὁ νοῦς νὰ τρέχῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμένη ἐκεῖ ὅπου πονᾶμε, συγκράτησε ὀλίγον τὴν ἀναπνοήν σου. Μὴ ἐκπνέης ἀμέσως. Τοῦτο θὰ προξενήση ἕνα μικρὸ ἀβλαβὲς ἄλγος στὴν καρδιά, ἐκεῖ ὅπου θέλουμε να στερεώσωμε τὸν νοῦν μας. Αὐτὸς ὁ μικρὸς πόνος θὰ συντείνη τὰ μέγιστα ὡσὰν μαγνήτης γιὰ νὰ τραβᾶ καὶ νὰ κρατᾶ ἐκεῖ τὴν διάνοια, σὰν θεραπαινίδα τρόπον τινὰ γιὰ νὰ τὸν θεραπεύση. 
Καὶ ὄντως τὸ γλυκὺ ὄνομα τοῦ Κυρίου, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ἐπικαλούμενον μετὰ πόνου καὶ συντριβῆς κάμνει ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, χρόνῳ – σὺν τῷ χρόνῳ, τὴν ἀλλοίωσιν τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, εἰς τὸν χῶρον ὅπου προλαβόντως εἶχε σκηνώσει ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἀνακύκληση τῆς προσευχῆς στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς διευρύνει τόσο τὰ ὅριά της, ὥστε νὰ γίνεται ἄλλος οὐρανὸς καρδιακός, ἱκανὸς νὰ χωρέση τὸν ᾿Αχώρητον. 
Πόλεμος, ἀγῶνας κραταιὸς θὰ γίνη γιὰ τὸν θρόνο τῆς καρδιᾶς. Διάβολος κατ' ἀρχὴν θὰ ἐνεργῆ διὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀναθυμιάσεών των, δηλαδὴ τῶν ποικίλων ἀντιστρατευομένων εἰς τὴν προσευχὴν λογισμῶν. Καὶ ὅσον διὰ νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχῆς καὶ τῶν ἄλλων ἀσκητικῶν προσπαθειῶν θὰ χάνη ἔδαφος, τόσον καὶ θὰ ὠρύεται, καὶ τόσον θὰ ἐπιχειρῆ, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, ὅλο καὶ δυναμικώτερα νὰ ἐκδηλώνη τὴν κακία του καὶ τὴν πανουργία του διὰ ποικίλων ἐπηρειῶν καὶ πειρασμῶν καὶ θλίψεων. Πλὴν τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του θὰ τὰ διαγράφη πάντοτε ἡ στοργική πρόνοια τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς ἀνάλογα μὲ τὴν δυνατότητα τῆς ἀντικρούσεως τῶν προσβολῶν. 
Πάντοτε πρὶν ἀπὸ τὸν πειρασμὸ χορηγεῖ κρυπτὴ χάρι στὸν ἀγωνιζόμενον ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός, οὕτως ὥστε δι' αὐτῆς νὰ συντρίβεται ἡ μανία τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐπιστρέφη νικημένος καὶ κατησχυμένος. Πρέπει νὰ δώσωμε στὸν Κύριο τόση χαρὰ ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ὅση θλίψη τοῦ προξενήσαμε δελεαζόμενοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τότε ἐχαίρετο ὁ Διάβολος καὶ ἐλυπεῖτο ὁ Θεός, τώρα σειρὰ νὰ χαρῆ ὁ Θεὸς καὶ νὰ λυπηθῆ, νὰ διαρραγή ὁ Διάβολος. 
Β'. 
᾿Αλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο οὐκ ἔστι μιᾶς ἡμέρας ἢ δύο, ἀλλὰ χρόνου πολλοῦ, καὶ καιροῦ, παρατηρεῖ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «πολλοῦ γὰρ ἀγῶνος καὶ χρόνου χρεία, ὅπως ἐκβληθῇ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐνοικήσῃ ὁ Χριστός... Σχολάσατε τοίνυν καὶ παραμείνατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτερησῃ ἡμᾶς καὶ μηδέν έτερον ζητεῖτε ἢ μόνον ἔλεος παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξης ζητοῦντες δὲ ἔλεος ἐν ταπεινῇ καὶ ἐλεεινῇ καρδίᾳ ζητεῖτε καὶ βοᾶτε ἀπὸ πρωὶ ἕως ἑσπέρας, εἰ δυνατὸν καὶ ὅλην τὴν νύκτα, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με καὶ βιάσασθε τὸν νοῦν ὑμῶν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἕως θανάτου». 
Παρόμοιες συμβουλές δίδουν ὅλοι οἱ Πατέρες μας καθένας μὲ τὸν τρόπο του καὶ μὲ τὰ λόγια του, πάντως μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ πολέμου καὶ τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, τὸν ὁποῖον κυριολεκτικῶς ἐκνευρίζει καὶ τελείως ἀποδυναμώνει ἡ συνεχὴς ἀδιάλειπτος νοερά προσευχή. 
«Αδελφοί, τὸν Χριστὸν ἀεὶ ἀναπνέετε», παροτρύνει ὁ καθηγητής τῆς ἐρήμου Μέγας ᾿Αντώνιος. 
«᾿Αεὶ μνημόνευε τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐρανὸς ἡ διάνοιά σου γίνεται», ἀποφαίνεται ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Σοφός. 
Ὅσον ἐπιμένει ὁ εὐχόμενος, τόσον καθαρίζεται ἡ καρδιά, τόσον φωτίζεται ὁ νοῦς, τόσον ἀγαθύνεται ἡ διάθεσις, τόσον ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἁπλώνει τὴν χαρὰν καὶ τὴν παρουσίαν της μέσα στὸν κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἄνθρωπον, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἐκάλυψε ὅλες τὶς διαστάσεις τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἑαυτοῦ ᾿Αναστάσεως. 
᾿Απὸ ἐδῶ προγεύεται τῶν ἀγαθῶν τῆς οὐρανίου Βασιλείας ἐκεῖνος ὅπου θὰ μαράνη τὴ γεύση του, θὰ συστείλη τὶς αἰσθήσεις του ἀπὸ ὅλα τὰ τερπνὰ τοῦ κόσμου, καὶ θὰ σταθῆ ἀνδρείως μέχρι τέλους ἔναντι τῶν ἐπηρειῶν τοῦ κοσμοκράτορος. 
Γαλήνη λογισμῶν, εἰρήνη καρδίας, γλυκύρροα δάκρυα, ἁρπαγή νοός, γνῶσις μυστηρίων, ἀγάπης ὑπερβολή, θεωρία Θεοῦ, τελείωσις «κατὰ τὸ ἐνδεχόμενον τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει». 
Ὅλα αὐτὰ μὲ ἕνα συστηματικόν, διαρκή, ἐπίμονον, ἀνυποχώρητον ἀγῶνα διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. 
᾿Αλλὰ προκειμένου νὰ εἰσακουσθῆ ἡ ἀδιάλειπτος αὐτὴ νοερὰ ἀδολεσχία ἀπαιτεῖται ἀπὸ μέρους τοῦ προσευχομένου καὶ ἡ παράλληλος βοηθητικὴ ἐκπλήρωσις τῶν μοναχικῶν καὶ χριστιανικῶν ἐν γένει ὅρων τῆς πνευματικῆς ζωῆς. 
Προκειμένου περὶ τοῦ ὑποτακτικοῦ Μοναχοῦ ἀπαρασάλευτος ἀπαιτεῖται ἡ ὑπακοή εἰς τὸν Γέροντα, τὸν ὁρατὸν τύπον τῆς ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ρύθμισις τῆς ζωῆς των κατὰ τὶς ὑποδείξεις τῶν πνευματικῶν των πατέρων καὶ ὑπακοὴ εἰς τοὺς Κανόνας τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν ὁδὸν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν θελημάτων του, καθὼς συνιστᾶ νὰ προσέχωμεν ἡ ᾿Αγία Γραφή. 
᾿Αναφέρεται εἰς τὸ Γεροντικὸν πολὺ ἁπλῆ καὶ πολὺ περιεκτικὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀββᾶ Μίνωος: «Ἡ ὑπακοὴ ἀντὶ ὑπακοῆς ἐστιν εἴ τις ὑπακούει τῷ Θεῷ, ὁ Θεὸς ὑπακούει αὑτόν». Καὶ ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας διευκρινίζει ἐκτενέστερα: « Αδύνατον γὰρ ἐστι τὸν Θεὸν μὴ εἶσακοῦσαι τοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν μὴ παρακούσῃ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι γὰρ μακρὰν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὰ θελήματα ἡμῶν οὐκ ἐᾷ αὐτὸν ἀκοῦσαι». 
Τὰ θελήματά μας δὲν ἀφήνουν νὰ εἶσακουσθῆ ἡ προσευχή μας. Ἐὰν προσεύχεσαι καὶ δὲν εἰσακούεσαι, πρόσεχε μήπως παρακούης. Ἐὰν προσεύχεσαι τὴν νύκτα καὶ δὲν προσέχης τὴ ζωή σου τὴν ἡμέρα εἶναι σὰν νὰ χτίζης καὶ νὰ χαλᾶς συγχρόνως. Ἐὰν ἀδιαφορῆς εἰς τὰ μικρά, θὰ παραχωρηθῆ ὁπωσδήποτε νὰ πέσης εἰς τὰ μεγάλα. Πρόσεχε σεαυτῷ. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στέλνη διαπαντὸς ὁ Θεὸς τὴν χάριν Του στὴν καρδιὰ ἐκείνη ποὺ δὲν θέτει φραγμὸ στις ἐπιθυμίες της, καὶ στὴ διάνοια ἐκείνη ποὺ δὲν λέει νὰ περιμαζευθῆ ἀπὸ τὴν ἄσκοπη περιπλάνησή της. Δίδει ὁ Θεὸς κατ' ἀρχὴν τὴν χάριν Του διὰ νὰ μᾶς βοηθήση, νὰ μᾶς διεγείρη, νὰ γλυκάνη τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς μας, νὰ μᾶς προσελκύση᾿ ἀλλ᾽ ἐὰν δὲν συγκοπιάσωμε καὶ ἡμεῖς ἡ χάρις θὰ συσταλῆ ἀνενέργητος. 
Ἐκ τοῦ τρώγειν ἔρχεται ἡ ὄρεξις καὶ ἐκ τοῦ προσεύχεσθαι γεννᾶται ἡ Προσευχή. Εἶσαι στὸ διακόνημά σου, στὴν ἐργασία του; Ἐνθυμοῦ τοὺς ἁγίους Πατέρας οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἔλεγον καθ' ἑαυτούς: Σῶμα ἔργασαι, ἵνα τραφῇς Ψυχή, νῆφε, ἵνα σωθῇς. 
Περισπᾶται ὁ νοῦς σου; Λέγε ψιθυριστά τὴν εὐχή. Καὶ μὴν ἀργολογῆς. Διότι βλάππεις ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἄλλον καὶ ἄλλους διὰ τῆς ἀργολογίας. 
Λέγει ὁ ᾿Αββᾶς Φιλήμων, ὅτι «Πολλοί τῶν ἁγίων Πατέρων ἐθεώρουν τοὺς ᾿Αγγέλους παραφυλάττοντας ἑαυτούς· διὸ καὶ τῇ σιωπῇ ἐφύλαττον ἑαυτούς, πρός τινα μὴ διαλεγόμενοι». 
᾿Αντὶ νὰ χάνης τὸν χρόνον σου, λέγε τὴν προσευχή. Καὶ ὅσον σοὶ ἔρχεται ἀκηδία καὶ ἀμέλεια τόσον νὰ φοβῆσαι περὶ τῆς ἀπειλῆς τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε ὁ Κύριος πρὸς τὸν δοῦλον τὸν πονηρὸν καὶ ὀκνηρόν. 
Ἐὰν ἀφήνης νὰ σὲ παραπέμπη διαδοχικῶς ἡ ἡμέρα πρὸς τὴν νύχτα καὶ ἡ νύχτα πρὸς τὴν ἡμέρα ἀμελῆ καὶ ἀμελέστερο, εἰς ὀλίγον διάστημα θὰ καταντήσης ἀμελέστατος. Μήπως διὰ τὴν ἀμέλειάν σου θὰ καυχηθῆς σύ, ὅταν οἱ ἄλλοι θὰ λαμβάνουν τοὺς στεφάνους διὰ τοὺς κόπους των; 
Κοπίασε ὀλίγον, ἀδελφὲ εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὴν νῆψιν καὶ θὰ ἴδῆς χαρὰν νὰ ἀναβρύη εἰς τὴν καρδίαν σου καὶ φῶς νὰ ἀνατέλλη εἰς τὸ τὸ στερέωμα τῆς διανοίας σου. Χαρὰν ὄχι ὡσὰν αὐτὴν ὅπου πρὶν τὴν χαρῆς χάνεται, ἀλλὰ γλυκεῖαν ὡσὰν τὸν γλυκασμὸν τῶν ᾿Αγγέλων, καὶ φῶς ἀνέσπερον τοῦ ἄλλου κόσμου, τὸ ὁποῖον ὁ Χριστός, τὸ φῶς τοῦ κόσμου, διὰ τῆς εὐχῆς ἐρχόμενος θὰ σοὶ δωρήση πρὶν ἀναχωρήσης τούτου τοῦ κόσμου. Μήπως δὲν ἔγιναν αὐτὰ εἰς τοὺς Πατέρας μας, ἢ μήπως δὲν ἡμποροῦν νὰ γίνουν καὶ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν δὲν τὰ ἐμποδίση ἡ ὀλιγοπιστία μας καὶ ἡ ἀκηδία μας; 
Καὶ πάλιν ἔλεγε ὁ Γέροντάς μου: Κοπίασε ὀλίγον, διὰ νὰ κάμης χρεώστην τὸν Θεὸν καὶ νὰ σοῦ στείλη ἐν καιρῷ ὑπερεκπερισσοῦ ἀπὸ ὅσα ἐκοπίασες ἢ ἐζήτησες. 
᾿Αλλὰ μὴ λησμονῆς τὸν λόγον τοῦ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅτι «πρῶτον μὲν ὁ Διάβολος ἀγωνίζεται νὰ καταργήση τὴν ἀδιάλειπτον εὐχὴν τῆς καρδίας, καὶ ἔπειτα πείθει τὸν μοναχὸν νὰ καταφρονήση καὶ τοὺς ωρισμένους καιροὺς τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ κανόνος, ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ προσκυνημάτων καὶ γονυκλισιῶν». 
Λοιπὸν μὴν ἀκοῦς τοὺς ψιθύρους τῆς ἀμελείας, καὶ ἐὰν θέλης νὰ σκεπάζη ὁ Θεὸς τὰ σφάλματά σου, σκέπαζε καὶ σὺ τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ὑπόμεινέ τον ἐν ἡμέρᾳ πειρασμοῦ καὶ ὀδύνης του, 
Μὴ ἀντιλέγης καὶ μὴ κρύπτης τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τοῦ πνευματικοῦ πατρός σου, διότι ματαίως θὰ κοπιᾶς εἰς ὅλην σου τὴν ζωὴν καὶ ἀτελεσφόρητος θὰ παραμείνῃ ἡ προσευχή σου. 
Ἐὰν δὲν καθαρισθῆς διὰ καθαρᾶς ἐξομολογήσεως, πῶς θὰ προσέλθης νὰ κοινωνήσης τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων; Δὲν ἤκουσες ὅτι εἰς τοὺς ἀξίως μεταλαμβάνοντας γίνονται ζωή, καὶ εἰς τοὺς ἀναξίως θάνατος; Μὴ εἶπης, καθὼς οἱ ἄλλοι καὶ ἐγώ. Διότι αὐτὸ εἶναι λόγος ἀφροσύνης, καὶ ὁ Κριτὴς εἶναι ἀπαραλόγιστος. 
Κάθε λογισμὸς ὅπου φέρνει ἀπόγνωσιν καὶ λύπην πολλὴν εἶναι τοῦ Διαβόλου καὶ εὐθὺς νὰ τὸν ἀποβάλης, διότι θὰ σοῦ κόψη τὸ νῆμα τῆς προσευχῆς. Κάθε λογισμὸς ὅπου γεννᾶ μετρίαν λύπην εἰς τὴν ψυχὴν μεμιγμένην μετὰ χαρᾶς καὶ δακρύων εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἀπελπίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁδηγεῖ μόνον πρὸς μετάνοιαν. 
Λοιπὸν ἐν καιρῷ εἰρήνης σου μὴ ἀμελῆς, ἀλλὰ προσεύχου, κάμνε διόρθωσιν, ἑτοιμάζου πρὸς πόλεμον. Δίδε θάρρος τοῦ ἑαυτοῦ σου. Μὴ φοβεῖσαι τοὺς πειρασμούς. Εἰς ὅλους συμβαίνουν ἀλλοιώσεις ἀλλὰ θέλει ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ὁ δίκαιος μυρίας φοράς τὴν ἡμέραν ἐὰν πέση, πάλιν ἐγείρεται καὶ νίκη λογίζεται. Τοῦτο σημαίνει ἡ εὐχή: Διαρκή μετάνοιαν, ἀκατάπαυστον ἐπίκλησιν τοῦ θείου ἐλέους. 
Τῷ δὲ διδόντι εὐχὴν τῷ εὐχομένω, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, δόξα καὶ εὐχαριστία εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 
ἡγ. Ε.Φ.

ΑΘΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ 

Αριθμός τεύχους 49-50 

Αύγουστος - Οκτώβριος 1977 

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Επιστολή περί μοναχισμού, νοεράς προσευχής και υπακοής.



Επιστολή 2η 
Επιστολή περί μοναχισμού, νοεράς προσευχής και υπακοής. 
Επιστολή εἰς μοναχές 
Εν Χριστῷ ἀγαπημένες μου ψυχές. Εὔχομαι ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά κυματίζῃ μέσα σας. Δέν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σᾶς ἔχει πῇ ὁ ἀγαπητός μου ἀδελφός καί σεβαστός Γέροντάς σας γιά μένα. Πάντως, ὡς συμπεραίνω, ἡ ἀγάπη του γιά μένα ὑπερβαίνει τό ὅριον τῆς ἀληθείας καί ἀκριβείας. Δέν θά τολμοῦσα οὔτε κατά διάνοιαν νά σᾶς ὁμιλήσω, διότι γνωρίζω ὅτι δέν ὑπάρχει κενόν τι είς τάς ὁμιλίας του πρός ἐσᾶς γιά νά ἔλθω τώρα ἐγώ νά τό συμπληρώσω ἤ καί νά τό πληρώσω, ἀλλά ἀφοῦ μέ παρακαλεῖτε, ἤ μᾶλλον μέ πιέζετε νά σᾶς γράψω κάτι, ὄχι τί καινόν εἰς τά τοῦ Γέροντά σας, ἀλλά τό ἴδιο μέ ἄλλους λόγους, ὅτι σᾶς ἄκουσα, ἵνα μή φανῶ πυρήκοος. 
Γνωρίζω ὅτι γράφω πρός ψυχάς αἵ ὁποῖαι ἀπηρνήθηκαν τόν κόσμον καί τά τοῦ κόσμου καί ἀφιέρωσαν τόν ἑαυτόν τους ἐξ ὁλοκλήρου γιά τήν ἄλλην ζωήν, στόν Ἐπουράνιον Νυμφίον, τόν γλυκύτατον Ἰησοῦν. Ἐνεδύθησαν τό ἔνδυμα τῆς ἀγάπης, τῆς παρθενίας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς προσευχῆς. Ἔφυγαν μακρά ἀπό τόν κόσμον, οὐχί μόνον μέ τό σῶμα, ἀλλά πολύ περισσότερον μέ τό πνεῦμα. Συναγωνίζονται νύκτα καί ἡμέρα μέ τούς ἀσάρκους ἀγγέλους, ἐν σαρκί οὖσαι εἰς τήν δοξολογίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ προκόπτουν (αὐτοπαρατηρῶσαι ἑαυτάς) εἰς τήν ἐξομολόγησιν, εἰς τήν ὑπακοήν, εἰς τήν προσευχήν καί γενικῶς εἰς τήν αὐτοσυγκέντρωσιν. Τάς περιλούει ἡ σιωπή, ἤ μᾶλλον ἡ σμικρολογία, τό πένθος, τά ἀείρροα δάκρυα, ὁ θεῖος ἔρως, ὁ παρθενικός θεῖος ἔρως τοῦ γλυκυτάτου καί ὡραιοτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί δέν παύουν οὔτε στιγμήν, πού νά μή προφέρουν τό γλυκύτατον Αὐτοῦ ὄνομα. Ἰησοῦ μοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μοῦ γλυκειά ἀγάπη ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μοῦ Νυμφίε μου, ἐλέησόν με. 
Βεβαίως αὐτή ἡ εὐχή δέν εἶναι ἡ ἴδια γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δηλαδή γιά ὅλες τίς καταστάσεις. Ὁ ἕνας τήν λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὁ ἄλλος τήν λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ μου, ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ μου, καί ὁ τελευταῖος δέν προφέρει τίποτε, ἀλλά κάθεται σιωπῶντας καί ἐντρυφῶντας τήν θείαν γλυκύτητα. Εὔχομαι νά φθάσετε στήν τελευταία κατάστασιν. Ὅλα ἔρχονται διά μέσου τῆς ὑπακοῆς. Ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς μοναχῆς, ἤ ὑπακοή εἶναι. Ὅλα τά χαρίσματα διά μέσου τῆς ὑπακοῆς χορηγοῦνται. 
Ὑπακοή = ΖΩΗ. Παρακοή = ΘΑΝΑΤΟΣ

  

ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ 
ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ

Τόμος Α΄ 

Νικολάου Μπαλδιμτσή Ιατρού

Αρχιμ. Σάββα Αγιορείτου 

Ιερά μονή Αγίας Τριάδος Εδέσσης

2024

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Γιά τόν τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς - Επιστολή 1η Οσίου Εφραίμ Κατουνακιώτου

 



ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ

Επιστολή 1η

Γιά τόν τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς
Επιστολή εἰς πνευματικά του τέκνα 
«Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νά σᾶς σκεπάζη... 
Νά βιάζετε τόν ἑαυτόν σας. Νά κάθεσθε τώρα στήν ἀρχή ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας καί κατόπιν νά τό αὐξήσετε σέ μισή ὥρα κ.ο.κ. Νά κάθεσθε σέ ἕνα κάθισμα καί νά λέτε τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». 
Νά τήν λέτε μία-μία λέξη, κατανοητά, καταληπτά. Νά μήν προχωρῆτε στήν δευτέρα λέξη, ἄν δέν καταλάβετε τήν πρώτη. Νά τονίζετε περισσότερον τό τελευταῖο, δηλαδή τό «ἐλέησόν με». 
Θά σᾶς ἔρθη τώρα στήν ἀρχή ὕπνος καί ραθυμία καί μετεωρισμός καί ἀμέλεια, ἀλλά ἐσεῖς γρήγορα νά συνέρχεσθε. 
Ὅταν λέτε τήν εὐχήν, νά θεωρῆτε τόν ἑαυτόν σας, τώρα στήν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στήν κόλασι καί νά φωνάζετε κλαίοντας, ζητῶντας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυά ἀπό τήν ἀπόγνωσι, τήν ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν καί τά ὅμοια τούτων. Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατόν βιάζετε τόν ἑαυτόν σας στά δάκρυα. Μή φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους-κτύπους. 
Αὐτό τό σύστημα, αὐτήν τήν τάξιν θά τήν κάνετε τρεῖς φορές τήν ἡμέρα. Πρωΐ-μεσημέρι-βράδυ. Ἐάν δέν μπορεῖτε τρεῖς φορές τουλάχιστον δύο φορές, πρωΐ καί βράδυ, ἤ ἔστω μόνον τό βράδυ. 
Κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς νά μή δέχεσθε οὔτε φαντασία, οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τοῦ Χριστοῦ, ἤ ἄλλου τινός Ἁγίου, οὔτε καί τίς λέξεις τῆς εὐχῆς νά βλέπετε νοερῶς.

Αὐτά τά ὀλίγα τώρα στήν ἀρχήν, τά δέ ἄλλα σύν τῷ χρόνῳ. 
 
ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ 
ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ

Τόμος Α΄ 

Νικολάου Μπαλδιμτσή Ιατρού

Αρχιμ. Σάββα Αγιορείτου 

Ιερά μονή Αγίας Τριάδος Εδέσσης

2024

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

Περί νοεράς προσευχής




Περί νοεράς προσευχής
Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης (†)

Παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες μας να λέμε την προσευχή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Αυτή την προσευχή όσο συχνά την λέει ο Χριστιανός, τόσο περισσότερο λαμβάνει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ειρήνη στην ψυχή του, φωτισμό στο μυαλό του και δύναμη να αντιμετωπίσει τον αγώνα της ζωής.

Αυτή την προσευχή δεν μπορεί να την πει κανείς, εάν δεν έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Διότι λέγει ο απόστολος Παύλος, ότι «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α’ Κορ. 12:3)· δηλαδή, «κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να πει τον Ιησού Χριστό, Κύριο, Θεό, παρά μόνον εάν έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος». Γι’ αυτό λοιπόν, κάθε φορά που ένας Χριστιανός λέγει τον Χριστό Κύριο, Θεό, αυτό το λέγει επειδή έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Εμείς από πού έχουμε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος; Την έχουμε από το Άγιο Βάπτισμα. Διότι τότε που βαπτισθήκαμε, ελάβαμε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όλοι οι Χριστιανοί είναι Πνευματοφόροι. Αλλά αυτή την Χάρη μπορούμε να την έχουμε μέσα μας ή ζωντανή, να μας αγιάζει και να μας χαριτώνει, ή θαμμένη. Ένας άνθρωπος που είναι βαπτισμένος, αλλά δεν προσεύχεται, δεν ζει στην Εκκλησία, δεν εξομολογείται, δεν κοινωνεί, δεν κάνει τις εντολές του Θεού, έχει βεβαίως την Χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα του, αλλά ανενέργητη· δεν λειτουργεί η Χάρις. Μόλις όμως αυτός αρχίσει να προσεύχεται, να εξομολογείται, να κοινωνεί, να κάνη τα έργα του Θεού, την αγάπη, τις εντολές του Θεού, αμέσως αρχίζει μέσα του η Χάρις να ενεργεί, και ο άνθρωπος φωτίζεται, αγιάζεται, καθαρίζεται και σώζεται. 
Για να μπορέσουμε λοιπόν και εμείς να έχουμε την Χάρη του Θεού να ενεργεί και να την αισθανόμαστε μέσα μας, πολύ μας βοηθάει αυτή η προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Το πρωί που σηκωνόμαστε μαζί με τις εωθινές προσευχές που λέμε, το «Βασιλεύ Ουράνιε…», το «Παναγία Τριάς…», το «Πάτερ ημών…», να λέμε αρκετές φορές την προσευχή αυτή, κάνοντας και τον Σταυρό μας· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Την ημέρα όσο μπορούμε, εδώ και εκεί· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Όταν κανένας πειρασμός, καμία κακή σκέψη έρχεται στον νου μας· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», και φεύγει αυτή η κακή σκέψη. Όταν έχουμε κάποια στενοχώρια, κάποια απελπισία, κάποια δυσκολία, μόλις πούμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» αρκετές φορές – πρέπει να το πούμε με ταπείνωση, με πίστη – έρχεται ειρήνη στην ψυχή. Μόλις στην οικογένεια πάει να γίνει ένα σκάνδαλο, μία διαίρεση, μία ακαταστασία· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς», «Κύριε Ιησού Χριστέ, φώτισε τα παιδιά μας», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ειρήνεψέ μας», και έρχεται Χάρις, ευλογία και ειρήνη. Σε όσους Χριστιανούς είπαμε να λένε αυτή την προσευχή, και ιδίως όταν μέσα στην οικογένειά τους υπάρχουν δυσκολίες, όλοι μου είπαν ότι με την προσευχή αυτή η οικογένεια ειρήνεψε, και τα παιδιά φωτίζονται, και ο κόσμος γίνεται καλύτερος, και πιο κοντά στον Χριστό έρχεται.

Λοιπόν, εάν θέλετε, κρατήστε το αυτό σαν ένα τελευταίο εφόδιο, σήμερα που φεύγετε από το Άγιον Όρος. Να προσπαθείτε όσο πιο συχνά μπορείτε να λέτε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Δεν χρειάζεται κανείς να είναι στο δωμάτιό του κλεισμένος ή σε μία Εκκλησία μέσα. Και στο αυτοκίνητο που οδηγεί, και στον δρόμο που περπατάει, και περίπατο που κάνει, και δουλειές άλλες που κάνει, το μυαλό μπορεί να δουλεύει· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». 
Υπάρχει μάλιστα και ένα πολύ ωραίο βιβλιαράκι, που σας συνιστώ να το διαβάσετε. Λέγεται· «Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητού». Είναι σαν μυθιστόρημα· διαβάζεται ωραία. Εκεί περιγράφει την ζωή ενός Ρώσου προσκυνητή, ο οποίος έζησε τον περασμένο αιώνα και είχε πολύ πόθο Θεού μέσα στην καρδιά του. Ήθελε να μάθει αυτή την προσευχή – πώς να την λέγει – και ταξίδευσε σε διάφορα μέρη, και βρήκε αγίους Γέροντας και Ασκητές, οι οποίοι του δίδαξαν αυτή την προσευχή. Άμα το διαβάσετε αυτό το βιβλίο, θα δείτε και εσείς, ποια είναι η μέθοδος, η τέχνη, για να λέμε αυτή την προσευχή, και μάλιστα όχι απλώς να την λέμε με το στόμα, αλλά από το στόμα να πηγαίνει στον νου και από τον νου να πηγαίνει στην καρδιά. Διότι όταν η προσευχή είναι στην καρδιά, τότε είναι και η πιο καθαρή, γνήσια, αληθινή προσευχή, και τότε φέρνει και πολλή ειρήνη στην ψυχή. Αν θέλετε δοκιμάστε και θα με θυμηθείτε· πόση ειρήνη θα έλθει στην ψυχή σας και πόση χαρά θα πάρετε, άμα μάθετε αυτή την προσευχή· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Όλοι μπορείτε, μικροί και μεγάλοι. Μέσα στην Εκκλησία μας έχουμε όπλα για να είμαστε ευτυχισμένοι, αλλά δεν τα χρησιμοποιούμε. Γι’ αυτό και δεν έχουμε χαρά στην ζωή μας. Ενώ εάν έχουμε την προσευχή, θα έχουμε και αληθινή χαρά. 
Εύχομαι καλό ταξίδι, και η ευλογία του Θεού να είναι μαζί σας.

(1983)

Από το βιβλίο: 
Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές του Τριωδίου και περί αρετών (των ετών 1981-1991) Γ’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2017, σελ. 225.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Α’)


Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Α’)
Γέροντας Κλεόπας Ηλίε

πηγή: εδώ  

Κατά τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων και των μεγάλων εργατών της προσευχής, ο πρώτος καρπός αυτής είναι η προσοχή και μετά η σεμνότητα. Αυτοί οι δύο καρποί, αν και φαίνονται πολύ μικροί, όμως εκδηλώνονται πριν από τους άλλους στον αγωνιστή της ιεράς προσευχής. Αποκτούνται με την επίμονη εξάσκηση σε οποιοδήποτε είδος προσευχής, αλλά ιδιαίτερα και εμφανέστερα στην εξάσκηση της νοεράς μνήμης του Ιησού, που είναι έργο ανώτερο από την ανάγνωση των ψαλμών, την ψαλμωδία και τις άλλες προφορικές προσευχές. 
Ο τρίτος καρπός αυτής της νοεράς προσευχής που γεννιέται κατά σειρά με τη βοήθεια των άλλων δυο καρπών, είναι η ταπείνωση. Όλοι αυτοί οι καρποί, καθώς και η αληθινή προσευχή, είναι δώρα του Θεού. Ο τέταρτος καρπός είναι η συγκέντρωση των σκέψεών μας. Ο πέμπτος είναι η ευλάβεια. Ο έκτος είναι ο φόβος του Θεού, ο έβδομος η μνήμη του θανάτου, ο όγδοος η ειρήνη των λογισμών, ο ένατος η θερμότητα της καρδιάς, ο δέκατος η συγκέντρωση της προσοχής στην καρδιά, ο ενδέκατος καρπός είναι η συνεχής παρακολούθηση στα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, από τη μνήμη των οποίων αυξάνεται μέσα μας η ταπείνωση και μετατρέπεται σε πένθος. 
Ο δωδέκατος καρπός είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού, του θανάτου, της μελλούσης κρίσεως και οι σκέψεις για τα βάσανα της κολάσεως. Ο δέκατος τρίτος καρπός είναι η απομάκρυνση και το μίσος του νου μας για καθετί απολαυστικό αυτού του κόσμου και η παραμονή του στην καρδιά μας. Διότι με αυτή την συνήθεια της βυθίσεως και παραμονής τού νου στην καρδιά μας, αυτή η ίδια η καρδιά αποκρούει και μισεί όλες τις αισθητές απολαύσεις και τα έργα των εμπαθών ανθρώπων. Αυτό το γεγονός το επιβεβαιώνει και ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, όταν λέει: «Αυτός που εισέρχεται πάντοτε στην καρδιά του, περιφρονεί όλες τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Και τούτο διότι επισκιάζεται από το Πνεύμα του Θεού και δεν μπορεί πλέον να αγαπά τις σωματικές απολαύσεις». 
Επίσης απαλλάσσεται από την πλάνη των φαντασιών, από την εισβολή των κακών λογισμών και μισεί καθετί το φανταστικό και ψεύτικο. Έτσι λοιπόν, αφού κατέβει ο νους με εσωτερική ησυχία και χωρίς κακές σκέψεις στην καρδιά για να ενωθεί με τον ενδιάθετο λόγο, αποβάλλει όλες τις παραστάσεις και αμαρτωλές μορφές και φανταστικές εικόνες η καρδιά, όπου είναι η κατοικία τους, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του, όταν περάσει μέσα από ένα στενό τόπο. 
Ο άνθρωπος που θα συνηθίσει να κρατά τον νου στην καρδιά, θα επιθυμεί πάντοτε να κλείνει την πόρτα του κελλιού του και να ησυχάζει, να κλείνει την πόρτα του στόματός του και να σιωπά, και την εσωτερική πόρτα του ενδιάθετου λόγου της καρδιάς, για να εμποδίζει τους διαφόρους κακούς λογισμούς, με τους οποίους ο άνθρωπος γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Θεού που εξετάζει «νεφρούς και καρδίαν» (Αποκ. 2:23). Γι’ αυτό μας συμβουλεύει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Κλείσε την θύρα του κελλιού σου για το σώμα, την θύρα του στόματός σου για να μη συνομιλείς με άλλους ανθρώπους και την εσωτερική θύρα για την απόκρουση των κακών πνευμάτων». 
Ο δέκατος τέταρτος καρπός που γεννιέται από την εργασία της προσευχής του Ιησού συνίσταται στο ότι, όταν βυθίζεται ο νους στην καρδιά και βλέπει με τα νοερά μάτια την φοβερή μορφή της αμαρτίας, η οποία εκδηλώνεται με αηδιαστικές παραστάσεις που φέρνει μέσα του με την επιρροή των αισθήσεων και του κόσμου, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, τότε αρχίζει η καρδιά και αποκτά ταπείνωση, πένθος και δάκρυα. Και πώς να μην ταπεινωθεί μια αμαρτωλή ψυχή, όταν βλέπει την άθλια καρδιά να κυριεύεται από ένα βαθύ σκοτάδι που προήλθε από τις αμαρτίες της, τις οποίες έκανε με τη σκέψη, τον λόγο και το έργο; Διότι, όπως λέει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, «αυτός που έχει λογισμούς κακίας, πώς να δει τις αμαρτίες του; Επειδή αυτός που καλύπτεται από διάφορες σκέψεις, σκεπάζει την θύρα της ψυχής. Και αυτό το σκοτάδι έχει την αρχή του στις πονηρές έννοιες και τα έργα». 
Πώς να μην κλάψει και να μην λυπηθεί ο χριστιανός, όταν βλέπει το νοερό μέρος της ψυχής γεμάτο από λογισμούς αλαζονείας, από ασεβείς επιθυμίες, από σκέψεις βλασφημίας και διαβολικές προτροπές; Πώς να μη θρηνήσει, όταν βλέπει το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να είναι αιχμαλωτισμένο από θεομίσητους λογισμούς και την ψυχή κυριευμένη από πονηρές σκέψεις να καταφέρεται επαναστατικά κατά του πλησίον; Με ένα λόγο, πώς να μην ταπεινωθεί και να μη χύσει ματωμένα δάκρυα ή πώς να μην κραυγάσει προς τον Ιησού με ψυχική οδύνη, για να σωθεί και να θεραπευθεί, όταν βλέπει την καρδιά του δεμένη με τόσα αναρίθμητα πάθη, τυφλή από αναισθησία, σκληρή και τραυματισμένη από τόσες πληγές; Κατόπιν, όταν ο άνθρωπος δει ότι μέσα του δεν είναι πλέον ναός του Θεού και του Πνεύματός Του, αλλά σπήλαιο ληστών και άβυσσος αμαρτίας και κατοικία δαιμόνων, τότε μπορεί με ταπείνωση, πένθος και δάκρυα να ελεηθεί από τον Θεό, να ελευθερωθεί από τα πάθη και να λυτρωθεί από τις εφόδους των πονηρών λογισμών με τη θεία συνέργεια. 
(Συνεχίζεται)

 

Από το περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 9 (1984), σελ. 34.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα



Όσιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης 
Απόσπασμα από το βίο του Οσίου Μαξίμου του Καψοκαλύβη

Ανταμώνοντας ο θείος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον άγιο Μάξιμο και συνομιλώντας με αυτόν, ανάμεσα στα άλλα του λέει και τούτο: 
- Σε παρακαλώ, τιμιότατε πάτερ, να μου πεις, κρατάς τη νοερά προσευχή;
Κι εκείνος χαμογέλασε λίγο και του λέει: 
-Δε θα σου κρύψω, τίμιε πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου που έγινε σ’ εμένα. Εγώ από τη νεότητα μου είχα πολλή πίστη στην Κυρία μου Θεοτόκο και την παρακαλούσα με δάκρυα να μου δώσει αυτή τη χάρη της νοεράς προσευχής. Μία μέρα πήγα στο ναό της, καθώς είχα συνήθεια, και την παρακαλούσα πάλι με άμετρη θερμότητα καρδιάς· κι εκεί πού ασπαζόμουν με πόθο την αγία της εικόνα, ευθύς αισθάνθηκα στο στήθος μου και στην καρδιά μου μία θερμότητα και φλόγα, η οποία ήρθε από την αγία εικόνα και δεν με έκαιγε, άλλα με δρόσιζε και με γλύκαινε κι έφερνε στην ψυχή μου μεγάλη κατάνυξη. Από τότε πλέον, πάτερ, άρχισε ή καρδιά μου να λέει από μέσα την προσευχή και ο νους μου να γλυκαίνεται στην ενθύμηση του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να έχει πάντοτε την ενθύμηση τους. Και πλέον από εκείνο τον καιρό δεν έλειψε ή προσευχή από την καρδιά μου· συγχώρεσε με.
Και ο θείος Γρηγόριος του λέει: 
-Πες μου, άγιε, καμία φορά όταν έλεγες την ευχή του «Κύριε Ιησού Χριστέ», σου συνέβη αλλοίωση θεϊκή ή έκσταση ή κανένας άλλος καρπός του Αγίου Πνεύματος;»
Και ο θείος Μάξιμος του είπε: 
-Ω πάτερ, για τούτο πήγαινα σε έρημο τόπο και ποθούσα την ησυχία πάντοτε, για να απολαύσω περισσότερο τον καρπό της προσευχής, ο όποιος είναι μία αγάπη υπερβολική στο Θεό και μία αρπαγή του νου στον Κύριο.
Και ο άγιος Γρηγόριος του λέει: 
-Σε παρακαλώ, πάτερ, να μου πεις, τα έχεις αυτά πού είπες;
Και ο θείος Μάξιμος χαμογέλασε πάλι και του λέει: 
-Δός μου να φάω και μην εξετάζεις την πλάνη μου.
Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: 
-Μακάρι να είχα κι εγώ την πλάνη σου, άγιε· όμως σε παρακαλώ να μου πεις, εκείνη την ώρα πού θα αρπαχθεί ο νους σου στο Θεό, τι βλέπει με τους νοερούς οφθαλμούς; Μπορεί τότε ο νους ν’ ανεβάσει μαζί με την καρδιά την προσευχή;
Και ο άγιος Μάξιμος του αποκρίθηκε: 
-Όχι, δεν μπορεί· γιατί όταν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο δια μέσου της προσευχής, τότε παύει πλέον η προσευχή, επειδή ο νους κυριεύεται όλος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορεί πλέον να ενεργήσει τις δυνάμεις του, άλλα μένει αργός και υποτάσσεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα και Αυτό τον πηγαίνει όπου θέλει, ή σε άϋλο αέρα θείου φωτός ή σε άλλη ανεκδιήγητη θεωρία ή και συχνά σε συνομιλία θεϊκή. Και γενικά, καθώς θέλει ο Παράκλητος, το Άγιο Πνεύμα, έτσι παρηγορεί τους δούλους Του· καθώς ταιριάζει στον καθένα, έτσι του δίνει τη χάρη Του. Και τούτο πού λέω μπορεί να το δει κανείς φανερά στους Προφήτες και Αποστόλους, οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τόσες θεωρίες και οί άνθρωποι τους περιπαίζανε και τους είχαν για πλανεμένους και μεθυσμένους. Και ο προφήτης Ησαΐας είδε τον Κύριο πάνω σε θρόνο υψηλό και ένδοξο και γύρω Του τα Σεραφείμ, και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος είδε τους ουρανούς ανοιγμένους και τον Ιησού στα δεξιά του Πατέρα κλπ. Με τον ίδιο τρόπο και τώρα οι δούλοι του Χριστού αξιώνονται να βλέπουν διάφορες θεωρίες, τις οποίες μερικοί δεν τις πιστεύουν, μήτε τις δέχονται με κανένα τρόπο για αληθινές, αλλά τις έχουν για πλάνη κι εκείνους πού τις βλέπουν τους έχουν για πλανεμένους. Και σε τούτο θαυμάζω πολύ και απορώ, πώς πορώθηκαν οί άνθρωποι εκείνοι και, σαν τυφλοί στην ψυχή, δεν πιστεύουν εκείνο πού ο αψευδής Θεός με το στόμα του προφήτη Ιωήλ υποσχέθηκε να δώσει στους πιστούς, λέγοντας ότι «θα χύσω από τη χάρη του Πνεύματος μου σε κάθε πιστό, και στους δούλους μου και στις δούλες μου». Τη χάρη αυτή ο Κύριός μας την έδωσε και τη δίνει και τώρα και θα τη δίνει ως τη συντέλεια, κατά την υπόσχεση Του, σε όλους τους πιστούς δούλους Του. Όταν λοιπόν η χάρη αυτή του Αγίου Πνεύματος έρθει σε κανένα, δεν του δείχνει τα συνηθισμένα, μήτε τα αισθητά του κόσμου τούτου, αλλά εκείνα που δεν είδε ποτέ του μήτε τα φαντάστηκε· και τότε ο νους του ανθρώπου εκείνου διδάσκεται από το Άγιο Πνεύμα μυστήρια υψηλά και απόκρυφα, τα οποία, κατά τον θείο Παύλο, δεν μπορεί να τα δει μάτι ανθρώπου, μήτε νους ανθρώπου μπορεί να τα συλλογιστεί από μόνος του ποτέ. Και για να καταλάβεις πως τα βλέπει ο νους μας, στοχάσου αυτό που θα σου πω. Το κερί όταν είναι μακριά από τη φωτιά, είναι στερεό και πιάνεται, όταν όμως το βάλεις στη φωτιά λιώνει κι εκεί μέσα στη φλόγα καίγεται και ανάβει και γίνεται όλο φως κι έτσι τελειώνει όλο μέσα στη φωτιά, και δεν είναι δυνατό να μη λιώσει μέσα στη φωτιά και να μη γίνει σαν νερό. Έτσι κι ο νους του ανθρώπου, όταν είναι μόνος χωρίς να ενωθεί με το Θεό, εννοεί όσα αντιστοιχούν στη δύναμη του, όταν όμως πλησιάσει στο πυρ της Θεότητας και στο Άγιο Πνεύμα, τότε πλέον κυριεύεται ολωσδιόλου από εκείνο το θεϊκό φως και γίνεται όλος φως κι εκεί μέσα στη φλόγα του Παναγίου Πνεύματος ανάβει και λιώνει από τα θεία νοήματα· και δεν είναι δυνατό εκεί μέσα στο πυρ της Θεότητας να εννοεί τα δικά του κι εκείνα πού θέλει.
Τότε του λέει ο θείος Γρηγόριος: 
-Είναι και άλλα, Καψοκαλύβη μου, που να μοιάζουν με αυτά αλλά να είναι της πλάνης;
Και ο μέγας Μάξιμος του αποκρίθηκε: 
-Άλλα είναι τα σημάδια της πλάνης κι άλλα της χάρης. Το πονηρό πνεύμα της πλάνης, όταν πλησιάσει στον άνθρωπο, του συγχύζει το νου και τον αγριεύει, κάνει την καρδιά σκληρή και τη σκοτίζει, προξενεί δειλία και φόβο και υπερηφάνεια, του αγριεύει τα μάτια, ταράζει το μυαλό, προκαλεί ανατριχίλα σε όλο το σώμα, του δείχνει κατά φαντασία στα μάτια φως όχι λαμπρό και καθαρό, αλλά κόκκινο, του κάνει το νου έξω φρενών και δαιμονιώδη, τον παρακινεί να λέει με το στόμα του λόγια άπρεπα και βλάσφημα· κι εκείνος πού βλέπει το πνεύμα αυτό της πλάνης, οργίζεται συχνά κι είναι γεμάτος από θυμό και διόλου δε γνωρίζει την ταπείνωση, μήτε το αληθινό πένθος και τα δάκρυα, αλλά πάντοτε καυχιέται για τα καλά του και κενοδοξεί και χωρίς συστολή και φόβο Θεού βρίσκεται παντοτινά μέσα στα πάθη. Και τελικά βγαίνει ολότελα από τα λογικά του και φτάνει σε τέλεια απώλεια. Από αύτη την πλάνη είθε να μας γλιτώσει ο Κύριος με τις ευχές σου.
Άλλα τα σημεία της χάρης είναι αυτά· όταν πάει στον άνθρωπο ή χάρη του Παναγίου Πνεύματος, του συνάγει το νου και τον κάνει να είναι προσεκτικός και ταπεινός· του φέρνει την ενθύμηση του θανάτου και των αμαρτημάτων του και της μέλλουσας κρίσεως και της αιώνιας κολάσεως και του κάνει την ψυχή εύκολοκατάνυκτη, να κλαίει και να πενθεί- κάνει και τα μάτια του ήμερα και γεμάτα δάκρυα· και όσο πλησιάζει στον άνθρωπο, τόσο του ημερεύει την ψυχή και την παρηγορεί δια μέσου των αγίων παθών του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και της άπειρης φιλανθρωπίας Του. Και προξενεί στο νου υψηλές και αληθινές θεωρίες· για την ακατανόητη δύναμη του Θεού, πώς μ’ ένα λόγο έφερε τα πάντα από το μη όν στο είναι· για την άπειρη Του δύναμη πού συγκρατεί και κυβερνά τα πάντα κι έχει την πρόνοια όλων για το ακατανόητο της Αγίας Τριάδος και για το ανεξιχνίαστο πέλαγος της θείας ουσίας κλπ. Και όταν αρπαχθεί ο νους του ανθρώπου από εκείνο το θείο φως και φωτιστεί με το φωτισμό της θείας γνώσεως, γίνεται ή καρδιά του γαλήνια και πραότατη και αναβρύζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος· τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, την καλοσύνη, τη συμπάθεια, την αγάπη, την ταπείνωση κλπ., και απολαμβάνει ή ψυχή του μία αγαλλίαση απερίγραπτη.
Ακούγοντας αυτά ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, έμεινε εκστατικός και θαύμαζε για εκείνα πού του έλεγε ο θείος Μάξιμος, και πλέον δεν τον ονόμαζε άνθρωπο αλλά επίγειο άγγελο. 
 Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄ τόμος, σελ. 310-313.

Δημοφιλείς αναρτήσεις