Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΑ ΟΛΥMΠΙΑΣ, Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ



ΑΓΙΑ ΟΛΥMΠΙΑΣ, Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ 
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου : Πρός τήν Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα Ἐπιστολή 9η 
Γρηγορίου του Θεολόγου: Προτρεπτικός στην Ολυμπιάδα  
Πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ 
Η τρισόλβια Ολυμπιάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (μεταξύ 361 και 368) από οικογένεια της ανώτερης αριστοκρατίας. Ο πατέρας της, ο κόμης Σέλευκος, και η μητέρα της πέθαναν όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδί και την κηδεμονία της ανέλαβε ένας συγγενής της, ο Προκόπιος, διοικητής της Βασιλεύουσας, ο οποίος εμπιστεύθηκε τη μόρφωσή της στη Θεοδοσία, την αδελφή του αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου [23 Νοεμ.]. Μέσω αυτής, η Ολυμπιάς διατηρούσε σχέσεις φιλικές και οικείες με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο [25 Ιαν.], τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [11 Ιαν.] (ο οποίος, μάλιστα, της αφιέρωσε το υπόμνημά του στο «Άσμα Ασμάτων») και άλλους επιφανείς ανθρώπους της Εκκλησίας. Όταν ενηλικιώθηκε, διέλαμπε τόσο με το σωματικό κάλλος της όσο και με τη σοφία και ευσέβειά της. Το 386 παντρεύτηκε τον Νεβρίδιο, έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος πέθανε σχεδόν αμέσως πριν έλθει σε κοινωνία μαζί της. Αποφάσισε τότε να αφιερώσει τον υπόλοιπο βίο της στον Κύριο, ως χήρα και παρθένος, και να θέσει την τεράστια περιουσία της στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Μετά την άρνησή της να συνάψει δεύτερο γάμο με τον Ελπίδιο, συγγενή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το Κράτος δήμευσε τα υπάρχοντά της και την εμπόδισαν να συναναστρέφεται τους ανθρώπους της Εκκλησίας όσο αυτή δεν συναινούσε. Επιστρέφοντας όμως μετά από μία εκστρατεία του κατά του Μαξίμου (388) ο αυτοκράτορας, θαυμάζοντας τον ζήλο της για την άσκηση και την αρετή της, της αποκατέστησε την περιουσία της. Άρχισε όμως και πάλι η οσία του Θεού να μοιράζει τα τεράστια πλούτη της σε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες. Πούλησε τα κτήματα που είχε στη Θράκη, στη Γαλατία, την Καππαδοκία και τη Βιθυνία, καθώς και πολυτελή οικήματά της στην Κωνσταντινούπολη για να κτίσει παντού ξενώνες για τους ταξιδιώτες, νοσοκομεία, εκκλησίες και ένα μοναστήρι που εφάπτετο στη νότια στοά της Αγίας Σοφίας, το οποίο στέγασε περισσότερες από διακόσιες πενήντα μονάστριες: αρχικά θεραπαινίδες και συγγενείς της οσίας, στις οποίες ήλθαν να προστεθούν άλλες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας. 
Ντυμένη με ενδύματα φτωχικά και ανεπιτήδευτα, με το πρόσωπό της άβαφο, το σώμα της ανάλαφρο από τις συνεχείς αγρυπνίες και τις προσευχές που είχε για βρώση και πόση, την καρδιά ειρηνευμένη και το πνεύμα ξένο προς κάθε κοσμική περιέργεια, η οσία ήταν για όλους μία τέλεια εικόνα της κατά Χριστόν αρετής. Παρά τις αλλεπάλληλες δοκιμασίες που χρειάστηκε να υποστεί, ποτέ δεν βγήκε από το στόμα της λέξη αγανάκτησης και η αγάπη της απλωνόταν στους πάντες, άξιους και ανάξιους. Πέρασε τον βίο της στην αδιάλειπτη μυστική θεωρία του Χριστού, απερίσπαστη, με τους οφθαλμούς λουσμένους από δάκρυα κατανύξεως. Τόση ήταν η φήμη της, ώστε σε ηλικία τριάντα μόλις ετών χειροτονήθηκε διακόνισσα από τον αρχιεπίσκοπο Νεκτάριο [11 Οκτ.], έγινε δε η σύμβουλός του επί πολλών εκκλησιαστικών υποθέσεων. 
Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος [13 Νοεμ.] διαδέχθηκε τον Νεκτάριο (398), η Ολυμπιάς βρήκε στο σεπτό πρόσωπό του, όχι μόνο τον πνευματικό πατέρα που επιθυμούσε, τη σπάνια αυθεντία σε ζητήματα απλανούς ερμηνείας των Γραφών, τον ένθεο ποιμένα που μεριμνούσε περισσότερο για όλη την Εκκλησία παρά για το ίδιο το ασκητικό σώμα του, αλλά το πνευματικό αποκούμπι, την πολύτιμη έμφιλη βακτηρία, τόσο σε αίσιους καιρούς όσο και σε καιρούς θλίψεων, χάριν της αλήθειας και υπέρ της ακεραιότητας του ήθους. Τέθηκε στην υπηρεσία του με ζήλο, φροντίζοντας για όλες τις υλικές ανάγκες του αγίου, μοιράζοντας γενναιόδωρα ελεημοσύνες σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του. Ο μόνος άνδρας που γινόταν δεκτός εντός της μονής της Ολυμπιάδος, ήταν ο άγιος επίσκοπος, ο οποίος ερχόταν συχνά εκεί για να κατηχήσει τις μοναχές χειροτονώντας διακόνισσες πολλές από τις μαθήτριές της. 
Ας σημειωθεί σχετικά με τον θεσμό των διακονισσών, ότι ήταν επιλεγμένες μεταξύ παρθένων και χηρών προχωρημένης ηλικίας (60 ετών αρχικά και 40 μετέπειτα), χειροτονούνταν διά της επιθέσεως των χειρών και είχαν ακώλυτη πρόσβαση στο Ιερό, αλλά δεν θεωρούνταν ότι αποτελούσαν αυτό καθεαυτό μέρος του Κλήρου. Το ιδιαίτερο λειτούργημά τους συνίστατο κυρίως στη βοήθεια κατά την τελετή του Βαπτίσματος των κατηχουμένων και νεοφώτιστων γυναικών, στην επίσκεψη ασθενών και σε ορισμένα επικουρικά καθήκοντα, αλλά δεν μπορούσαν να διδάσκουν δημόσια ούτε να βαπτίζουν από μόνες τους (βλ. «Αποστολικές Διαταγές» Γ΄, 6, 1-2). Με την πάροδο του χρόνου, το λειτούργημα αυτό έπεσε σε αχρηστία παράλληλα με την έκλειψη του Βαπτίσματος των ενηλίκων (11ος αι.), αλλά υπάρχουν πολλοί σήμερα που εύχονται την αποκατάστασή του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. 
Με την πολύκλαυστη και μαρτυρική εξορία του αγίου Χρυσοστόμου στην Αρμενία (404), η οσία Ολυμπιάς αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον διάδοχό του και ανέλαβε να υπερασπισθεί την υπόθεσή του. Κατηγορούμενη από τον έπαρχο Οπτάτο ότι προκάλεσε πυρκαγιά, που αφού ξέσπασε στην Αγία Σοφία, είχε καταστρέψει το παρακείμενο παλάτι, αρνήθηκε κάθε παραχώρηση και έτσι καταδικάσθηκε να πληρώσει βαρύ πρόστιμο. Αποσύρθηκε τότε στην Κύζικο και, μετά από νέα παρουσίαση ενώπιον του επάρχου, εξορίσθηκε στη Νικομήδεια, όπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τής απηύθυνε δεκαεπτά θαυμάσιες όσο και συγκινητικές επιστολές παραμυθίας και ενθάρρυνσης, προκειμένου να την προτρέψει πατρικά και βαθύστοργα να υπομείνει τη δοκιμασία και την αδικία με πίστη και καρτερικότητα (βλ. «Επιστολές προς Ολυμπιάδα», ΕΠΕ 37, σσ. 343-557). Χάρις στην ενθάρρυνση αυτήν η εξορία στάθηκε για την οσία Ολυμπιάδα αφορμή να προκόψει στην υπομονή και την ταπεινοφροσύνη. Αφού έδωσε σκληρές μάχες για την Εκκλησία, κατήρτισε πλήθος γυναικών στην οδό της αρετής, τίμησε τους ιερείς και ετέθη στην υπηρεσία αγίων και αγαθών επισκόπων, παραδίνοντας την χριστοκαρτερική της ψυχή στα χέρια του παντεπόπτου Θεού στη Νικομήδεια, στις 25 Ιουλίου του 408, και εκοιμήθη οσιακά με τον στέφανο της ομολογίας της Πίστεως. 
Σύμφωνα με την επιθυμία της, το σκήνωμά της, κλεισμένο σε σαρκοφάγο, εγκαταλείφθηκε στο πέλαγος. Φθάνοντας κοντά στη Μονή του Αγίου Θωμά του εν Βρόχθοις, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ένας άγγελος ειδοποίησε τον ηγούμενο της Μονής, ο οποίος το ανέσυρε και το κατέθεσε κοντά στο θυσιαστήριο, όπου το τίμιο λείψανο άρχισε να επιτελεί ιάσεις. Η μονής της οσίας στην Κωνσταντινούπολη καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532), ανακατασκευάσθηκε από τον Ιουστινιανό και τα τίμια λείψανά της μεταφέρθηκαν εκεί στις αρχές του 7ου αιώνα, υπό την απειλή μιας περσικής εισβολής.

* Ο «Βίος» της (βλ. ΕΠΕ 37, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 558-583), γραμμένος τον 5ο αιώνα από έναν συγγενή της, επαναλαμβάνει με κάποιες ανακρίβειες τα στοιχεία που ήδη μας δίδουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της εποχής (Παλλάδιος, Σωζομενός).

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Γράμματα από την εξορία - Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου



Γράμματα από την εξορία 
Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου 
Επιστολές προς διακόνισσα Ολυμπιάδα 
 Επιστολή 1η 
Νίκαια της Βιθυνίας ,Ιούνιος- Ιούλιος 404. 
Ιωάννης ο Επίσκοπος , εύχομαι στην αξιοσέβαστη και θεοφιλέστατη δεσποσύνη μου διακόνισσα Ολυμπιάδα τη χαρά του Χριστού. 
«Σπεύδω παρευθύς να σου ζητήσω να καταλάβεις ότι, όσο δυναμώνουν οι πειρασμοί της επερχομένης εξορίας μου, τόσο δυναμώνει στην ψυχή μου η παράκληση του Θεού, η θεία παραμυθία, και μαζί της οι χρηστές ελπίδες για όσα μέλλουν να συμβούν. Για την ώρα όλα βαίνουν καλά, ταξιδεύω με ούριο άνεμο. Ποιος το περίμενε, και ποιος το πίστευε, πως θα διαλύονται ύφαλοι και βράχοι, θα σταματούν ανεμοστρόβιλοι και καταιγίδες! Πώς σε νύχτα ασέληνη, σε πηχτό και αδιαπέραστο σκοτάδι, με βράχους και σκοπέλους ένα γύρω παντού, θα ανοιγόμουν στο πέλαγος, και θα αισθανόμουν πως δεν κουνιέμαι πιο πολύ, από κείνους που είναι αραγμένοι σε κλειστό λιμάνι! 
Αυτά παρακαλώ να λογίζεσαι κι εσύ, θεοφιλέστατη δεσποσύνη μου, ώστε να μπορείς να ξεπερνάς αυτό τον κλύδωνα και την ταραχή. Και να μην παραλείπεις να μου γράφεις, αν είσαι καλά. Προσωπικά από υγεία είμαι καλά, ήρεμος, γαλήνιος ψυχικά, με πιο δυναμωμένο και το σώμα χάρη στον καθαρό αέρα που αναπνέω εδώ. Οι επαρχιακοί υπάλληλοι που ορίστηκαν ως συνοδοί μου φροντίζουν για όλα, με εξυπηρετούν κι από υπηρέτες πιο καλά. Μου δείχνουν πολλή αγάπη, καθένας τους θεωρεί χρέος και επιταγή να με υπηρετεί. Μου συμπαραστέκονται σε όλα και παντού, ο ένας μετά τον άλλο μακαρίζει εαυτόν που αξιώνεται να με διακονεί. 
Ένα μόνο με λυπεί και με θλίβει, η αίσθηση που έχω ότι δεν αντιμετωπίζεις αυτή την κατάσταση με την ίδια ψυχική ηρεμία και γαλήνη κι εσύ. Αυτό οφείλεις να μου το ξεκαθαρίσεις το ταχύτερο δυνατό, ώστε να νιώθω ψυχική ευφροσύνη και από αυτή την πλευρά , και να ευγνωμονώ τα μέγιστα το ιδιαίτερα αγαπημένο μου τέκνο Περγάμιο - Επίσκοπος , αφοσιωμένος μαθητής του. Τον είχε ακολουθήσει στην εξορία ,και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου του κατά καιρούς- τον οποίο μπορείς, όποτε θέλεις να μου γράψεις, να τον χρησιμοποιήσεις ως γραμματοκομιστή. Είναι φίλος ειλικρινής, ιδιαίτερα αφοσιωμένος σ’ εμένα , αλλά και έχει και στη δική σου κοσμιότητα και ευλάβεια μεγάλο σεβασμό».
3. Επιστολή 3η.
Καισάρεια Καππαδοκίας, τέλη Ιουλίου 404.
«Όταν έβλεπα τα πλήθη ανδρών και γυναικών που ξεχύνονταν στους δρόμους των σταθμών από όπου περνούσαμε, μόλις με έβλεπαν, να λιώνουν κυριολεκτικά στο κλάμα, αναλογιζόμουν σε ποια κατάσταση θα βρίσκεστε εσείς. Γιατί, αν άνθρωποι που με έβλεπαν πρώτη φορά, συντρίβονταν από τη λύπη σε βαθμό που να μην μπορούν να συνέλθουν εύκολα, και, παρότι τους παρακαλούσα, τους ικέτευα, και τους συμβούλευα να ηρεμήσουν, τα μάτια τους να γίνονται ακόμη πιο θερμές δακρύων πηγές, αναλογίζομαι πόσο πιο σφοδρή θα είναι η δική σας ψυχική τρικυμία και ταραχή. Αλλά, και ότι όσο πιο σφοδρή είναι αυτή η τρικυμία, τόσο πιο μεγάλα θα είναι τα βραβεία, αν την αντιμετωπίσετε με την πρέπουσα υπομονή, γενναιότητα και ευχαριστία, πράγμα που θέλω να πιστεύω ότι κάνετε . Μην ξεχνάτε ότι, αν οι κυβερνήτες των πλοίων κάνουν το λάθος ν’ ανοίξουν τα πανιά πιο πολύ από όσο πρέπει, όταν πνέει άνεμος σφοδρός, το πλοίο θα ανατραπεί, ενώ αν τα ανοίξουν όσο πρέπει, θα συνεχίσουν να το κυβερνούν με ασφάλεια πολλή. 
Λαμβάνοντας υπόψη σου αυτά, θεοφιλέστατη δεσποσύνη μου, μην παραδίνεσαι στη βασανιστική τυραννία της αθυμίας , προσπάθησε να βγεις νικήτρια από αυτή σκεπτόμενη απλά και λογικά. Πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που εσύ τουλάχιστον το μπορείς, καθώς ο κλυδωνισμός αυτής της τρικυμίας δεν είναι από τις πνευματικές σου δυνατότητες πιο ισχυρός . Θα περιμένω να λάβω γράμμα σου, που θα μου αναγγέλει τη νίκη αυτή, ώστε να γεμίσει η καρδιά μου ευφροσύνη εδώ στην ξενιτιά πια, μαθαίνοντας ότι μπόρεσες να υπομείνεις, και να ξεπεράσεις τη βαριά αθυμία σου με τη σύνεση που ταιριάζει, και την άσκηση που ξέρεις να κάνεις στην εγκαρτέρηση και την υπομονή! 
Αυτή την επιστολή έστειλα στην εντιμότητά σου με το που έφθασα στην Καισάρεια».

«ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ»
Εισαγωγικά- Νεοελληνική απόδοση
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ
«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ»

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2025

Γρηγορίου του Θεολόγου: Προτρεπτικός στην Ολυμπιάδα



Παιδί μου, 

Σου στέλνω την επιστολή μου αυτή σαν δώρο αγαθό, εγώ ο Γρηγόριος. Η πατρική παραίνεση είναι η καλύτερη. 
 
Το χρυσάφι και οι πολύτιμοι λίθοι δεν στολί­ζουν τις ευγενικές γυναίκες, Ολυμπιάδα. Και το βάψιμο, σε πρόσωπο αρχοντικό γίνεται μάσκα, πού κρύβει την αληθινή όψη. Τα πορφυρά και χρυσοΰφαντα λεπτά φορέματα σε άλλες άφησέ τα. Σε όσες δεν διαθέτουν βίο καθαρό, κρυστάλλινο. Εσύ να συνεχίσεις να φροντίζεις τη σωφροσύνη και το κάλλος, πού βλέπουν κι οι τυφλοί ακόμα. Το ήθος είναι άνθος μόνιμο και σταθερό στην καλόφημη γυναίκα. Πρώτα να σέβεσαι τον Θεό κι έπειτα τον άντρα σου. Αυτόν μόνο ν’ αγαπάς και να ζητάς, μόνο σ’ αυτόν ν’ αρέσεις. Κι όσο τελειότερα εκείνος σ’ αγαπά, τόσο πιο δυνατή κι ασίγαστη ας είναι για κείνον η στοργή σου. Έχε θάρρος διακριτικό, όχι όσο παρακινεί ο πόθος του αγαπημένου σου· διότι σε όλα υπάρχει χορτασμός, σε όλα, μα στην αγάπη δεν πρέπει να υπάρχει.  
Μη σηκώσεις ποτέ στον άντρα σου το ανάστημα σου. Να μη μιλάς για τη γενιά σου, ούτε για τα φορέματα σου να κομπάζεις, ή να περηφανεύεσαι, για το μυαλό σου. Σοφία εξάλλου είναι να κάνεις ο, τι απαιτεί ο γάμος. Σε σάς τούς δύο όλα τα έκανε κοινά ο δεσμός του. Να υποχωρείς, όταν θυμώνει ο άντρας σου, κι όταν κουράζεται να τον παρηγορείς με λόγια τρυφερά και συμβουλές καλές. Κι ο δαμαστής των λιονταριών δεν ησυχάζει βίαια το θηρίο, όταν αυτό βρυχάται με θυμό. Με λόγια μαλακά και χάδια το δαμάζει. 
Ποτέ να μην προσβάλλεις για κάποια ζημιά τον άντρα σου, ακόμα κι αν από θυμό φουσκώσεις. Ωφέλεια θα σου δώσει η αυτοσυγκράτηση. Μην τον μαλώσεις γι’ άστοχες ενέργειες, σωστό δεν είναι. Ξέρεις, πολλές φορές ο δαίμονας τα καλά έργα ματαιώνει. Κι ως αδρανή μην τον κατηγορήσεις. 
Όποιον δεν συμπαθεί ο άντρας σου, μην τον παινεύεις για να τον κάνεις φίλο του με πονηριά. Στους ευγενικούς άντρες ταιριάζει η ευθύτητα, μα ιδιαίτερα στις ευγενικές γυναίκες. Να έχετε κοινές χαρές και λύπες, έτσι πορεύεται μπροστά η γαμήλια αγάπη. Να λες τη γνώμη σου, αλλά ν’ αφήνεις την απόφαση σ’ εκείνον. Όταν στενοχωριέται να συμπάσχεις. Βάλσαμο είναι στον πόνο μας η συμπαράσταση του φίλου. Γρήγορα όμως να δείχνεις όψη χαρούμενη και δίχως αγωνία. Υπήνεμο λιμάνι στο λυπημένο σύζυγο είναι η γυναίκα του. Οι φροντίδες του νοικοκυριού να συνοδεύονται από σκέψεις ιερές. Πίσω σου την πόρτα του σπιτιού μη κλείνεις, ούτε να πηγαίνεις σε δημόσιες διασκεδά­σεις. Εκεί σμίγουν τα μάτια με τα μάτια και η συνήθεια διώχνει τη ντροπή, και η απώλεια της ντροπής γίνεται όλων των κακών μητέρα. Να πηγαίνεις σε καλές συναντήσεις, όπου καλλιεργείται κι ενισχύεται η φιλία με τούς συνετούς, κι όπου στο νου σου θα χαραχτούν λόγοι καλοί. Να κάνεις παρέα με τούς φρόνιμους από τούς συγγενείς σου, με Ιερείς και με τούς σοβαρούς νέους ή γέρους. Με αλαζονικές γυναίκες, πού έχουν όψη δημίου, μην πηγαί­νεις, μα ούτε και με ευσεβείς, πού ο άντρας σου δεν συμπαθεί, κι ας τις εκτιμάς εσύ. Τι σημαντικότερο υπάρχει από τον άντρα σου πού τόσο αγάπησες; Υψηλά φρονήματα να έχεις, μα όχι υψηλοφροσύνη. Τις άγνωστες στους άνδρες γυναίκες εκτιμώ. Μη σπεύδεις να πηγαίνεις στα γλέντια των γάμων και των γενεθλίων. Εκεί τα γέλια κυριαρχούν, τα χοροπηδήματα και τα άτοπα αστεία. Όλων αυτών τα θέλγητρα και οι ευχαριστήσεις λιώνουν τη σω­φροσύνη καθώς ο ήλιος το κερί. Μήτε στο σπίτι σου να κάνεις άμετρα συμπόσια παρόντος ή απόντος τού συζύγου σου. Η περιορισμένη κοιλιά είναι των παθών κυρίαρχη, την απύλωτη φοβάμαι, όπως κι ο σύζυγος... Να μη μορφάζεις από θυμό, όσο κι αν είσαι οργισμένη. Όνειδος είναι τούτο στους αν­θρώπους γενικά, στις γυναίκες είναι κι ασχήμια.
Στ’ αυτιά, καλά ακούσματα κι όχι μαργαριτά­ρια, κι ο νους να κλείνει απ’ έξω τα κακά. Έτσι, κλειστά ή ανοιχτά, η ακοή θα μένει αγνή. Να στάζει από τα βλέφαρά σου παρθενική ντροπή κι αγνότη­τα μπροστά στο σύζυγό σου, κι όσοι σε βλέπουν να σε σέβονται.
Αν έχεις γλώσσα αχαλίνωτη, πάντα δυσάρεστη στον άντρα σου θα είσαι. Η άσκεφτη γλώσσα έβλα­ψε συχνά και τούς αθώους. Προτιμότερη η σιωπή και όταν πρέπει να μιλήσεις, παρά να το κάνεις την ώρα της σιωπής... Βήμα αλαζονικό τη σωφρο­σύνη διαψεύδει και στο περπάτημα ακόμα μπορεί να υπάρχει ακολασία. Άκουσε και τούτο: Να μην αφήνεσαι αχαλίνωτη στην ερωτική ορμή και πάντα να μη χαρίζεσαι στον άντρα σου. Πείσε τον σιγά-σιγά να σέβεται τις ιερές ημέρες. Η εικόνα τού Θεού πρέπει να υποτάσσεται στους θείους νόμους, αν και ο άσαρκος Υιός τού Πατρός έδωσε το γάμο στο πλάσμα του για να το βοηθήσει. Με τούς απερχόμενους κι ερχόμενους ωσάν τα κύματα στέκεται η ζωή πού ρέει. 
Αλλά γιατί να στα προσφέρω αυτά εγώ ιδιαίτερα; Ξέρω παραίνεση πολύ ανώτερη από τη δική μου, αφού έχεις, χαριτωμένη μου, το θείο δώρο, τη Θεοδοσία. Αυτή τη θηλυκή Χειρωνίδα έχε τώρα, στην αρχή του γάμου σου, σύμβουλο σε κάθε λόγο ή έργο σου. Σε παρέλαβε από τον πατέρα σου και σε διαμόρφωσε με ήθη χρηστά. Αυτή, η αδελφή του αγιότατου αρχιερέα Αμφιλόχιου, πού έστειλε ο Θεός μαζί με την αγνή Θέκλα, την μεγαλόφωνη κήρυκα της αλήθειας και δική μου δόξα. Κι αν έλαβες από εμέ τον γέροντα κάποιο λόγο καλό, φύλαξε τον στα φυλλοκάρδια σου μαζί με τον εξαίρετο σύζυγό σου, πού την περηφάνια του για σένα ξεπερνά η ηθική σου ανωτερότητα.
Αυτό το δώρο τώρα σου προσφέρω. Αν θέλεις και καλύτερο, σου εύχομαι να γίνεις σαν πολύκαρπη άμπελος, για να δοξάζεται ο Θεός από περισ­σότερους, αφού βέβαια ερχόμαστε στον κόσμο από Εκείνον και σ’ Εκείνον επιστρέφουμε.

 

Άννας Κωστάκου - Μαρίνης, ΟΙΝΟΝ ΟΥΚ ΕΧΟΥΣΙ, η πιο όμορφη ιστορία αγάπης, εκδοτική παραγωγή: Επτάλοφος, 2013 σελ, 71-76

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (1)



Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (1) 
Αγ. Γρηγόριος Νύσσης  
Πρόλογος 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Στη σεμνοπρεπέστατη Ολυμπιάδα ο Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης απευθύνει το χαίρε εν Κυρίω 
Αποδέχθηκα το ενδιαφέρον σου για το Άσμα Ασμάτων, που εκδήλωσες σ’ εμένα και κατά πρόσωπο και με γράμματα, ώστε με την κατάλληλη θεωρία ν’ αποκαλυφθεί η κρυμμένη μέσα στα λόγια του φιλοσοφία για τις αιώνιες έννοιες καθαρμένη από την επιπόλαιη κατά γράμμα ερμηνεία των λέξεων, πράγμα που ταιριάζει στη σεμνότητα του βίου σου και στην καθαρότητα της ψυχής σου. Γι’ αυτό δέχτηκα πρόθυμα να επιμεληθώ γι’ αυτό, όχι βέβαια για να σου φανώ χρήσιμος στη διάπλαση του χαρακτήρα σου (γιατί πιστεύω ότι ο οφθαλμός της ψυχής σου είναι καθαρός από κάθε εμπαθή κι ακάθαρτη έννοια κι ατενίζει απαραπλάνητα προς τα θεία αυτά ρητά και την αθάνατη χάρη), αλλά για να λάβουν οι πιο σαρκικοί κάποια χειραγωγία προς την πνευματική και άυλη κατάσταση της ψυχής, προς την οποία οδηγεί το βιβλίο αυτό με τη σοφία που κρύβει. 
Επειδή μερικοί από τους εκκλησιαστικούς νομίζουν ότι σε όλα τα σημεία πρέπει να παραμένουμε στη λέξη της αγίας Γραφής, και δε δέχονται ότι μερικά πράγματα έχουν λεχθεί με αινίγματα και υπόνοιες (συμβολισμούς και αλληγορίες), θεωρώ απαραίτητο ν’ απολογηθώ γι’ αυτά πρώτα σ’ αυτούς που μας αποδίδουν τέτοιες κατηγορίες και να τους πω, ότι τίποτα δεν απορρίπτουμε στην προσπάθειά μας να θηρεύσουμε με κάθε τρόπο από την θεόπνευστη Γραφή το ωφέλιμο, ώστε, αν ωφελεί κάπως και η λέξη, εννοούμενη όπως έχει λεχθεί, να έχουμε αμέσως ό,τι επιδιώκουμε. Αν όμως κάτι που ειπώθηκε κρυμμένο μέσα σε υπονοούμενα και αινίγματα είναι ανίκανο να ωφελήσει με το πρώτο νόημά του, να χρησιμοποιούμε τους λόγους αυτούς έτσι, όπως συμβουλεύει ο λόγος που μας παιδαγωγεί με τις Παροιμίες, ώστε να εννοήσουμε αυτό που λέγεται είτε ως παραβολή είτε ως ένα λόγο σκοτεινό είτε ως γνώμη κάποιου σοφού είτε σαν κάποιο αίνιγμα. Την εξήγηση των λόγων αυτών με την αναγωγή στη θεωρία (στο νόημά τους) είτε τροπική έκφραση θέλει να την ονομάσει κανένας είτε αλληγορία είτε ο,τιδήποτε άλλο, η διαφορά μας δε θα είναι στο όνομα αλλά μόνο αν περιέχει κάποιο ωφέλιμο νόημα. Γιατί και ο μέγας Απόστολος λέει ότι ο νόμος είναι πνευματικός (εννοώντας με το όνομα “νόμος” και τις ιστορικές διηγήσεις, επειδή όλη η θεόπνευστη Γραφή για όσους τη διαβάζουν είναι νόμος, και δεν παιδαγωγεί -μόνο με τα φανερά παραγγέλματα, αλλά και με τις ιστορικές εξηγήσεις- προς τη γνώση των μυστηρίων και προς την καθαρή πολιτεία όσους τη γνωρίζουν με ακρίβεια), και χρησιμοποιεί την εξήγηση όπως τον εξυπηρετεί, αποβλέποντας στο ωφέλιμο και δεν ενδιαφέρεται για το όνομα, το οποίο πρέπει να δώσει στο είδος της εξήγησης. Αλλ’ άλλοτε λέει ότι μεταβάλλει το λόγο, όταν είναι να μεταφέρει την ιστορία για να δείξει την οικονομία των δύο διαθηκών. Έπειτα, όταν θυμήθηκε τους δύο υιούς του Αβραάμ, που του έδωσαν η υπηρέτρια του και η ελεύθερη σύζυγός του, ονομάζει το λόγο γι’ αυτά αλληγορία. Και πάλι διηγούμενος μερικά συμβάντα από την Ιστορία παρατηρεί ότι «γίνονταν σ’ εκείνους ως προεικονίσεις, έχουν όμως γραφεί για να νουθετήσουν έμας». Κι όταν πάλι είπε ότι «δεν πρέπει να βάζουμε φίμωτρο στο βόδι που αλωνίζει», πρόσθεσε ότι δεν ενδιαφέρεται ο θεός για τα βόδια, αλλ’ ότι «αυτά οπωσδήποτε γράφτηκαν για εμάς». Σε κάποιο σημείο τη θαμπή κάπως και μερική γνώση την ονομάζει γνώση από έσοπτρο και αινιγματική. Και ακόμα, τη μετάβαση από τα σωματικά στα νοητά την ονομάζει μετάβαση (μετάστασιν) προς τον Κύριο και αφαίρεση του καλύμματος. 
Με όλους αυτούς τους διάφορους τρόπους και τα διάφορα ονόματα τής κατά τον νουν θεωρίας μας υποδεικνύει ένα είδος διδασκαλίας, ότι δηλαδή δεν πρέπει με κανένα τρόπο να παραμένουμε στο γράμμα, γιατί βλάπτει σε πολλά τον ενάρετο βίο το πρόχειρο νόημα των λεγομένων, αλλά να μεταβαίνομε στην άυλη και νοητή θεωρία, ώστε οι σωματικότερες έννοιες να μεταβληθούν σε νου και πνεύμα και η σαρκικότερη σημασία των λεγομένων να τιναχτεί όπως τινάζουμε τη σκόνη. Και γι’ αυτό λέει ότι «το γράμμα σκοτώνει, ενώ το πνεύμα δίνει ζωή», επειδή η ιερά ιστορία, αν σταθούμε μπροστά στα ψιλά πράγματα, δε μας παρέχει υποδείγματα αγαθού βίου. Τί ωφελεί δηλαδή (προς αρετήν) σε αυτόν που ακούει ότι ο προφήτης Ωσηέ έκανε παιδί με μια πόρνη και ο Ησαΐας ότι μπήκε στο σπίτι της προφήτισσας, αν περιορίσει κανένας το λόγο στη λέξη μόνο; Ή ως προς τί συντελούν στον ενάρετο βίο οι διηγήσεις για το Δαβίδ, όταν η μοιχεία και ο φόνος συναντιούνται στο ίδιο ανοσιούργημα; Αν όμως διαπιστωθεί κάποια αιτία πού αποκρούει την ευθύνη για ό,τι επιτελέστηκε μ’ αυτά, τότε θ’ αποδειχθεί αληθινός ο λόγος του Αποστόλου ότι «το γράμμα σκοτώνει» (γιατί περιέχει υποδείγματα φαύλων πραγμάτων), «ενώ το πνεύμα δίνει ζωή». Γιατί μεταφέρει την ασυνάρτητη και διαβλητή έννοια σε θεϊκότερες σημασίες. 
Και γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο Λόγος που λατρεύεται και προσκυνείται απ’ όλη τη κτίση, όταν μας παρέδιδε τα θεία μυστήρια με μορφή ανθρώπου και σχήμα δια σαρκός, μας αποκάλυπτε τα νοήματα του νόμου έτσι, ώστε να λέει ότι οι δύο άνθρωποι πού δίνουν μαρτυρία αληθινή είναι ο ίδιος και ο Πατέρας του. Και το χάλκινο φίδι που το ανέβασαν ψηλά, και που απομάκρυνε από το λαό τα θανατηφόρα δαγκώματα των φιδιών, παίρνει μέρος στην οικονομία που έγινε για χάρη μας μέσω του σταυρού. Αλλά και των ίδιων των μαθητών του την οξύνοια τη γυμνάζει με συσκιασμένα και κρυμμένα λόγια, με παραβολές, με παρομοιώσεις, με λόγους σκοτεινούς, με αποφθέγματα που διατυπώνονται μ’ αινίγματα. Αυτά εξηγώντας τα κατά τις μεταξύ τους συνομιλίες διέλυε την ασάφειά τους και κάποτε, όταν δεν καταλάβαιναν το νόημα, κατηγορούσε τη βραδύνοιά τους και τη διανοητική τους αδυναμία. Όταν δηλαδή τους έδινε εντολή ν’ απέχουν από τη ζύμη των Φαρισαίων κι αυτοί κοίταζαν μικρόψυχα τα σακκούλια, όπου δεν υπήρχαν εφόδια σε ψωμιά, τότε κατηγορεί όσους δεν αντιλαμβάνονταν, ότι αυτό που δήλωνε ή ζύμη ήταν η διδασκαλία. Κι όταν πάλι οι μαθητές του τού ετοίμαζαν το τραπέζι κι εκείνος αποκρινόταν, «εγώ έχω τροφή να φάγω πού εσείς δεν την ξέρετε», επειδή αυτοί υπέθεσαν ότι μιλούσε για σωματική τροφή που του πρόσφεραν άλλοι, ερμηνεύει το λόγο του λέγοντας ότι το κατάλληλο φαγητό πού αρμόζει σ’ αυτόν είναι η εκπλήρωση του θελήματος της σωτηρίας. 
Μύρια τέτοια μπορούμε να συλλέξουμε από τις ευαγγελικές εκφράσεις, των οποίων άλλο είναι το νόημα με την πρώτη ματιά, άλλου όμως στοχεύει το νόημα των λόγων. Όπως για παράδειγμα το νερό που υποσχόταν στους διψασμένους, που όσοι πιστεύουν μεταβάλλονται σε πηγές ποταμιών· τον άρτο πού κατεβαίνει από τον ουρανό· το ναό που γκρεμίζεται και σε τρεις μέρες ξαναχτίζεται, το δρόμο, τη θύρα, την πέτρα που παραπετούν οι οικοδόμοι και που γίνεται θεμελιόπετρα κεφαλική, τους δυο που βρίσκονται στο ίδιο κρεβάτι, το μύλο, εκείνες που αλέθουν, εκείνη που παίρνει κι εκείνη που αφήνει, το νεκρό, τους αετούς, τη συκιά που φουσκώνει και βγάζει κλαδιά. Όλα αυτά και τα παρόμοια μπορούν να χρησιμεύσουν ως προτροπές για την αναγκαιότητα να ερευνούμε τους θείους λόγους, να επιδιδόμαστε στην ανάγνωση και να ψάχνουμε με κάθε τρόπο μήπως βρεθεί κάπου κάποιος λόγος πιο υψηλός από την πρόχειρη κατανόηση που ν’ οδηγεί το νου μας στα θεϊκά και ασώματα. Γι’ αυτό δεν πιστεύομε, ότι είναι η συκιά το δέντρο από το οποίο απαγορεύθηκε να φάμε, όπως είπαν μερικοί, ούτε κάποιο άλλο από τα καρποφόρα. Γιατί, αν η συκιά προκαλούσε τότε το θάνατο, ούτε τώρα δε θα έδινε φαγώσιμους καρπούς. Ταυτόχρονα διδαχτήκαμε από τον ίδιο τον Κύριο, που διδάσκει με τρόπο αποφατικό, ότι κανένα πράγμα από όσα περνούν μέσα στον άνθρωπο από το στόμα δεν μπορούν να τον μολύνουν. Αλλά στην εντολή αυτή αναζητούμε ένα άλλο νόημα, άξιο στο μεγαλείο του νομοθέτη. Κι αν ακούσουμε ότι η φυτεία του παραδείσου είναι έργο του Θεού, είτε δέντρο της ζωής φυτεμένο στο κέντρο του παραδείσου, ζητούμε από αυτόν που αποκαλύπτει τα κρυμμένα μυστήρια να μάθουμε, ποιά φυτά καλλιεργεί και περιποιείται o Πατέρας και πώς είναι δυνατό να υπάρχουν στην καρδιά του παραδείσου τα δύο δέντρα, το δέντρο της σωτηρίας και το δέντρο της απώλειας. Γιατί το ακριβές μέσο, όπως στην περιφέρεια τού κύκλου, βρίσκεται οπωσδήποτε στο ένα κέντρο. Αν όμως δίπλα στο κέντρο τεθεί από ένα μέρος του ένα άλλο κέντρο, είναι απόλυτη ανάγκη μαζί με το κέντρο να μετατεθεί και ο κύκλος, ώστε να μην είναι πια μέσο το πρώτο κέντρο. Εκεί λοιπόν αφού ο παράδεισος είναι ένας, πώς λέει η Γραφή ότι καθένα από τα δύο δέντρα νοείται χωριστά, βρίσκονται ωστόσο στο μέσο και το ένα και το άλλο, κι απ’ αυτά το με τη θανατηφόρα ιδιότητα διδάσκει πώς είναι ξένο από τη φυτεία του θεού η Γραφή που βεβαίωσε ότι όλα τα έργα του Θεού είναι εξαιρετικά καλά; Αν δεν ερευνήσει κανένας σ’ αυτά την αλήθεια με τη φιλοσοφία, θα φανεί ο λόγος ασύστατος (σαθρός) και μυθώδης σ’ εκείνους που δεν τα εξετάζουν έτσι. 
Θα πάμε μακριά αν αναφέρουμε όλα όσα λένε οι προφήτες. Πώς δηλαδή ό Μιχαίας λέει ότι στις έσχατες ημέρες θά φανερωθεί βουνό πάνω στις κορυφές των βουνών, ονομάζοντας έτσι το μυστήριο της πίστης που εμφανίζεται, για να καθαιρέσει τις αντίθετες δυνάμεις. Και πώς λέει ότι βλασταίνει ράβδος και άνθος από τη ρίζα, αναγγέλλοντας με τον τρόπο αυτόν ο υψηλός Ησαΐας την εμφάνιση του Κυρίου μέσα από τη σάρκα. Ή τί νόημα έχει μέσα στο λόγο του μεγάλου Δαβίδ το βουνό το πηγμένο όπως το τυρί ή το άρμα το φορτωμένο μυριάδες; Ή τί είναι η αγέλη των ταύρων που αφήνεται να ορμήσει επάνω στις δαμάλες των λαών ή το βόδι πού βάφεται στο αίμα ή οι γλώσσες των σκυλιών ή ο Λίβανος πού λιανίζεται μαζί με τους κέδρους όμοια με το χρυσό μόσχο. Και κοντά σ’ αυτά μπορούμε να συγκεντρώνομε άπειρα από τις άλλες προφητείες και να δείξουμε ότι είναι απαραίτητη η λογική κατανόηση των ρητών. Κι αν αυτή αποκλειστεί, όπως θέλουν μερικοί, μου φαίνεται ότι το πράγμα είναι σα να παραθέτει κανένας στο τραπέζι να φάνε οι άνθρωποι τις τροφές ακατέργαστες, να μην δηλαδή τρίψει καλαμιές, να μην ξεχωρίσει με το λίχνισμα το σιτάρι από τα άχυρα, να μην κάνει το σιτάρι αλέθοντάς το αλεύρι, ούτε να ζυμώσει το ψωμί όπως το ζυμώνουν οι αρτοποιοί. 
Όπως λοιπόν το ακατέργαστο γέννημα είναι τροφή των ζώων κι όχι των ανθρώπων, έτσι μπορεί να πει κανένας ότι είναι πιο πολύ τροφή άλογων όντων κι όχι λογικών οι θεόπνευστοι λόγοι, όχι μόνο της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και οι περισσότεροι της ευαγγελικής διδασκαλίας, αν δεν τους εξετάζομε με μια λεπτότερη θεωρία. Το φτυάρι που καθαρίζει το αλώνι, το άχυρο που παραδίδεται στον αέρα, το σιτάρι που μένει στα πόδια εκείνου που λιχνίζει, η άσβηστη φωτιά, η κατάλληλη αποθήκη, το δέντρο που παράγει κακούς καρπούς, η απειλή του τσεκουριού που προμηνύει το φοβερό κόψιμο του δέντρου, οι πέτρες που μεταποιούνται και γίνονται άνθρωποι. 
Αυτά ας αποτελέσουν με το γράμμα μου προς τη φρόνησή σου μια απολογία προς εκείνους που νομοθετούν να μην αναζητούμε στους θείους λόγους τίποτε περισσότερο από την πρόχειρη σημασία της λέξης. Κι αν, μετά τη φιλόπονη σπουδή τού Ωριγένη πάνω στο βιβλίο αυτό, προθυμοποιήθηκα να καταγράψω κι εγώ τον δικό μου κόπο, να μη με κατηγορήσει κανένας, αλλά να έχει υπόψη το θειο λόγο του Αποστόλου που λέει, «καθένας θα πάρει την αμοιβή του ανάλογα με τον κόπο του». Εγώ βέβαια δεν έχω συντάξει το λόγο μου για επίδειξη. Αλλ’ επειδή κάποιοι από εκείνους που με παρακολουθούν σημείωσαν από φιλομάθεια πολλά από όσα είπα στις συγκεντρώσεις μας, πήρα από αυτούς μερικά όσα είχαν σημειώσει με κάποια συνέχεια, κι άλλα πρόσθεσα ο ίδιος, όσα ήταν απαραίτητα να προστεθούν, και τα υπαγόρευσα με τον τύπο των ομιλιών αναφέροντας τις διατυπώσεις και προχωρώντας στην ανάλυση των ρητών, όσο μου έδιναν τον καιρό γι’ αυτό οι απασχολήσεις μου κατά τις μέρες των νηστειών. Γιατί τότε συνθέσαμε το λόγο αυτό για ν’ ακουστεί δημοσία. Αν μου δώσει και χρόνια ζωής ο Θεός, ο ταμίας της ζωής μας, και δώσει και καιρούς ειρηνικούς, θ’ ασχοληθώ ίσως και με όσα απομένουν. Τώρα ο λόγος και η ανάλυσή μας έφτασε ως τα μισά.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Τί θρηνεῖς καί τί κτυπιέσαι; Γιατί ἐπιβάλλεις στόν ἑαυτό σου τόσες τιμωρίες ὅσες οὔτε καί οἱ ἐχθροί σου δέν μπόρεσαν ὥς τώρα νά σοῦ καταφέρουν;


Πρός τήν Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα 
Ἐπιστολή 9η
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Τί θρηνεῖς καί τί κτυπιέσαι; Γιατί ἐπιβάλλεις στόν ἑαυτό σου τόσες τιμωρίες ὅσες οὔτε καί οἱ ἐχθροί σου δέν μπόρεσαν ὥς τώρα νά σοῦ καταφέρουν; Γιατί παραδίδεις τόσο πολύ τήν ψυχή σου στήν τυραννία τῆς ἀθυμίας; Τά γράμματα πού μοῦ ἔστειλες μέ τόν Πατρίκιο μοῦ φανέρωσαν αὐτά τά ψυχικά σου τραύματα. Ἔχω μεγάλο πόνο μέ ἐσένα. Γιατί ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνεις τά πάντα, ὥστε νά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου τήν ἀθυμία, ἐσύ γυρίζεις συνεχῶς γύρω ἀπό τά ἴδια θέματα καί καταγίνεσαι μέ ὀδυνηρούς λογισμούς - πλάθοντας μάλιστα φανταστικές ἱστορίες - ξεσχίζοντας ἔτσι καί καταστρέφοντας τόν ἑαυτό σου ἄσκοπα καί μάταια. 
Γιατί στενοχωριέσαι πού δέν μπόρεσες νά κάνεις κάτι, ὥστε νά φύγω ἀπό τήν Κουκουσό; Αὐτό τό ἔκανες ἤδη μέ τήν προαίρεση καί μέ τίς διάφορες ἐνέργειες πρός τούς ὑπεύθυνους παράγοντες, κινητοποιώντας τούς πάντες καί τά πάντα. Ἄν τελικά, δέν εὐοδόθηκε ὁ σκοπός αὐτῶν τῶν κινητοποιήσεων, ἐσύ γιατί θά πρέπει νά λυπᾶσαι καί νά πονᾶς; Μπορεῖ ὁ Θεός νά θέλει νά διανύσω διπλό δρόμο, ὥστε νά μέ ἀμείψει περισσότερο. Γιατί λοιπόν πονᾶς γιά ἐκεῖνα πού μέ ἀνακηρύττουν νικητή; Ἐσύ θά ἔπρεπε νά σκιρτᾶς γι’ αὐτά καί νά χορεύεις φορώντας στεφάνια. Κι αὐτό γιατί καταξιώθηκα νά δεχθῶ τέτοια τιμή ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τήν ἀξία μου. 
Σέ λυπεῖ μήπως ἡ ἐρημιά πού ἐπικρατεῖ ἐδῶ; Καί τί εἶναι γλυκύτερο ἀπό τήν ἐδῶ διαμονή; Ἐδῶ εἶναι ἡσυχία, γαλήνη, πολλή ἀμεριμνία καί ὑγιεινό κλῖμα. Ἄν ὁ τόπος δέν ἔχει καταστήματα καί ἀγορά, ἐμένα τί μέ ἀπασχολεῖ αὐτό; Στήν πραγματικότητα μοῦ ἔρχονται τά πάντα σάν νά βρισκόμουν καί νά ψώνιζα σέ μεγάλα καταστήματα. Ἐδῶ ἔχω δικό μου ἄνθρωπο, τόν ἐπίσκοπο καί τόν Διόσκουρο πού κάνει τά πάντα γιά νά μέ ἀναπαύσει. Θά σοῦ μιλήσει γι’ αὐτό τό θέμα καί ὁ καλός μας Πατρίκιος. Αὐτός θά σοῦ περιγράψει τό πόσο εὐχάριστα ζῶ ἐδῶ, μέ πόση ἀνάπαυση καί εὐκολία. 
Ἄν βέβαια θρηνεῖς γιά ὅσα συνέβησαν στήν Καισάρεια αὐτό δέν σέ τιμᾶ. Διότι καί ἐκεῖ πάλι πλέχθηκαν γιά μένα λαμπρά στεφάνια, ὥστε ὅλοι νά μέ ἐξυμνοῦν, νά μέ θαυμάζουν καί νά ἀποροῦν, μή ἐννοώντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους βρέθηκα στήν ἐξορία καί σέ τόσο μεγάλη κακοπάθεια. Αὐτά ὅμως νά μήν τά πεῖς σέ κανέναν, ἄν καί πολλοί τά συζητοῦν ἤδη καί τά διαδίδουν. Πράγματι, ὁ ἀγαπητός μου Παιάνιος μοῦ εἶπε ὅτι οἱ πρεσβύτεροι τοῦ ἐπισκόπου Φαρετρίου πού βρίσκονται ἐδῶ διαδίδουν ὅτι ἔχουν κοινωνία μέ ἐμένα καί ὅτι δέν συμμερίζονται τίς ἀπόψεις τῶν ἀντιθέτων, δέν ἔχουν καμιά σχέση καί πολύ περισσότερο, καμιά κοινωνία μαζί τους. Γιά νά μή ξεσηκωθοῦν λοιπόν καί ἀρχίσουν νά μᾶς ἐπιτίθενται ἀνοικτά, κράτησε σιωπή σχετικά μέ ὅ,τι σοῦ λέω. 
Αὐτά πού μᾶς συνέβησαν εἶναι πραγματικά πολύ θλιβερά. Ἀκόμα κι ἄν δέν μοῦ εἶχε συμβεῖ τίποτα ἄλλο κακό, θά ἀρκοῦσαν ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ γιά νά μοῦ ἐξασφαλίσουν πλούσια βραβεῖα. Τόσο πολύ κινδύνευσα, ὥστε ἔφθασα μέχρι τό θάνατο. Παρακαλῶ ὅμως αὐτά νά τά κρατήσεις μόνο γιά τόν ἑαυτό σου. Θά σοῦ τά διηγηθῶ ὅλα σύντομα, ὄχι γιά νά σέ λυπήσω, ἀλλά γιά νά σέ εὐφράνω. Γιατί αὐτά εἶναι τά ἀντικείμενα τοῦ ἐμπορίου μου, αὐτός εἶναι ὁ πλοῦτος μου, αὐτά εἶναι πού θά μοῦ σβήσουν τίς ἁμαρτίες μου. Ἐννοῶ τό νά βαδίζω συνεχῶς ἀνάμεσα σέ τέτοιους πειρασμούς καί ἀναπάντεχα, νά ξεπηδοῦν προβλήματα ἀπό ἐκεῖ πού δέν τό φανταζόμουνα. 
Ἐπρόκειτο νά μποῦμε στήν Καππαδοκία, ἀφοῦ εἴχαμε πλέον γλυτώσει ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου τῆς Γαλατίας, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε ἀπειλήσει μέ θάνατο. Τότε μᾶς συνάντησαν πολλοί ἄνθρωποι, λέγοντας: “Ὁ Φαρέτριος σέ περιμένει μέ ἀγωνία καί πηγαινοέρχεται ἀνησυχώντας μήπως προσπεράσετε καί δέν καταφέρει νά σέ συναντήσει. Ἔχει ξεσηκώσει μάλιστα γιά τήν ὑποδοχή σου καί ὅλα τά μοναστήρια, ἀνδρικά καί γυναικεῖα καί κάνει τά πάντα, ὥστε νά σέ δεῖ, νά σέ ἀσπασθεῖ καί νά σοῦ δείξει ὅλη τήν ἀγάπη του”. Ἐγώ βέβαια, τά ἄκουγα ὅλα αὐτά, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν πίστευα τίποτα ἀπό τά λεγόμενά τους. Τό μόνο πού σκεπτόμουν ἦταν ὅτι ἀσφαλῶς μέ περίμεναν ἀκριβῶς τά ἀντίθετα. Δέν ἔλεγα ὅμως τίποτα ἀπ’ αὐτά πού εἶχα μέσα μου σ’ ἐκείνους πού μοῦ τά μετέφεραν. 
Ὅταν τελικά φθάσαμε στήν Καισάρεια, ἀναμμένος ἀπό τή φλόγα τοῦ πολύ ὑψηλοῦ πυρετοῦ, ἀποκαμωμένος καί ὑποφέροντας μέχρι θανάτου, βρῆκα ἐπιτέλους ἕνα κατάλυμμα στήν ἄκρη τῆς πόλης. Ἀμέσως μετά, φρόντισα νά βρῶ κανένα γιατρό γιά νά μέ βοηθήσει νά σβήσω τό καμίνι τοῦ πυρετοῦ πού μέ κατέκαιε. Ἦταν τό κορύφωμα τοῦ τριταίου πυρετοῦ, τόν ὁποῖο ἐπιβάρυνε ἡ ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας, ἡ κόπωση, ἡ συντριβή, ἡ ἀπουσία ἀνθρώπων πού νά μέ διακονοῦν, ἡ ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, ἡ ἔλλειψη ἰατρικῆς παρακολούθησης, ἡ καταπόνηση ἀπό τή ζέστη καί τίς ἀγρυπνίες. 
Ἔτσι, ἔφθασα στήν πόλη σχεδόν νεκρός. Τότε ὅμως ἦλθαν κοντά μου ὅλος ὁ κλῆρος, ὁ λαός, οἱ μοναχοί, οἱ μοναχές καί οἱ γιατροί. Ὅλοι αὐτοί μέ περιποιήθηκαν πολύ καί μέ διακόνησαν ὑποδειγματικά, μέ πολλή ἐπιμέλεια καί σεβασμό. Ὁ ὑψηλός πυρετός μέ εἶχε βέβαια τελείως ἐξαντλήσει, ἀλλά λίγο - λίγο ἡ ἀρρώστια σταμάτησε καί λούφαξε. 
Ὁ Φαρέτριος ὅμως δέν φαινόταν πουθενά, ἀλλά σιωποῦσε - δέν ξέρω μέ ποιά σκέψη - περιμένοντας νά φύγουμε ἀπό τήν πόλη.  
Ὅταν τελικά διεπίστωσα ὅτι τό κακό ὑποχώρησε ἤρεμα, σκεπτόμουν νά ἀναχωρήσω καί νά πορευθῶ πρός τήν Κουκουσό, ὥστε νά ἀναπαυθῶ λίγο ἀπό τίς συμφορές πού μέ εἶχαν βρεῖ κατά τή διάρκεια τῆς ὁδοιπορίας. Ἐνῶ λοιπόν βρισκόμουν σ’ αὐτή τήν κατάσταση, μᾶς εἶπαν ὅτι ξαφνικά, εἶχε ἐμφανισθεῖ πλῆθος Ἰσαύρων πού εἶχαν κυριεύσει ὅλη τήν περιοχή τῆς Καισάρειας. Εἶχαν πυρπολήσει ἤδη ἕνα χωριό καί προχωροῦσαν καταστρέφοντας ὅ,τι εὕρισκαν μπροστά τους. Ὁ ὑπεύθυνος ἀξιωματικός πού ἦταν ἐπικεφαλῆς μιᾶς ἰσχυρῆς στρατιωτικῆς μονάδας τῆς περιοχῆς, ἀποφάσισε ἀμέσως νά βγοῦν γιά νά τούς ἀναχαιτήσουν. Ἀνησυχοῦσαν τόσο, μήπως αὐτοί ἐπιτεθοῦν καί στήν πόλη καί γι’ αὐτό ἦταν φοβισμένοι καί ἀγωνιοῦσαν γιά τή ζωή καί τόν τόπο τους, ὤστε ἐπιστρατεύθηκαν γιά τή φύλαξη τῶν τειχῶν ἀκόμα καί οἱ γέροντες. 
‘Ενῶ βρισκόμαστασταν σ’ αὐτή τήν κατάσταση ξαφνικά, τά ξημερώματα ὅρμησε στό κατάλυμμά μου μιά μανιασμένη ὁμάδα μοναχῶν, ἀπειλώντας μας καί λέγοντας ὅτι ἄν δέν ἔβγαινα ἔξω, θά ἔκαιγαν κι ἐμᾶς καί τό σπίτι πού μέναμε. Δέν μποροῦσε νά τούς ἠμερέψει τίποτα, οὔτε ὁ φόβος τῶν Ἰσαύρων, οὔτε ἡ κατάστασή μου ἀπό τήν ἀρρώστια πού τόσο πολύ μέ ταλαιπωροῦσε, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἀντίθετα, ἐπέμεναν μέ τόση ὀργή στήν ἀπειλή τους. ὥστε φοβήθηκαν κι αὐτοί ἀκόμα οἱ ντόπιοι φρουροί μας. Γιατί κι αὐτούς ἀκόμα τούς ἀπειλοῦσαν λέγοντας, ὅτι εἶχαν ἤδη κτυπήσει θανάσιμα πολλούς τοπικούς φρουρούς. 
Ὅταν οἱ φρουροί ἄκουσαν ὅλα αὐτά, ἄρχισαν νά μέ παρακαλοῦν ἐπίμονα λέγοντας: “Προτιμοῦμε νά πέσουμε στά χέρια τῶν Ἰσαύρων, παρά σ’ αὐτά τά θηρία”. Ὁ τοπικός διοικητής ἄκουσε τά συμβάντα καί ἀμέσως ἔτρεξε νά μᾶς βρεῖ, ἐπειδή ἀγωνιοῦσε γιά μᾶς καί τή ζωή μας καί ἤθελε πολύ νά μᾶς βοηθήσει. Οἱ μοναχοί ὅμως δέν δέχθηκαν οὔτε ἐκείνου τίς παρακλήσεις καί ἔτσι ἀποδείχθηκε κι αὐτός ἀνίσχυρος ὑπερασπιστής μας. Βλέποντας λοιπόν ὁ διοικητής ὅτι τά πράγματα βρίσκονταν σέ πλῆρες ἀδιέξοδο - καί μή μπορώντας νά μᾶς συμβουλεύσει νά φύγουμε καί ἔτσι νά ἐκτεθοῦμε σέ βέβαιο θάνατο, ἀλλά οὔτε καί νά παραμείνουμε στήν πόλη κάτω ἀπό τέτοια ἀπειλή - ἔστειλε ἀνθρώπους καί παρακάλεσε τό Φαρέτριο νά μᾶς ἐπιτρέψει νά μείνουμε λίγο ἀκόμη στήν πόλη λόγῳ τῆς ἀπειλῆς τῶν Ἰσαύρων. Δέν κατάφερε ὅμως καί πάλι τίποτα. Ἔτσι τήν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ ἴδιοι μοναχοί ὅρμησαν κατεπάνω μας πιό ὀργισμένοι, ὥστε φοβήθηκαν ὅλοι καί κανένας ἀπό τούς πρεσβυτέρους δέν τολμοῦσε νά μᾶς παρασταθεῖ καί νά μᾶς βοηθήσει. Κι αὐτό γιατί ἐκεῖνοι ντρέπονταν, ἐπειδή πίστευαν ὅτι ὅλα αὐτά γίνονταν κατ’ ἐντολήν τοῦ Φαρέτριου, καί γι’αὐτό κρύβονταν ἀπό μᾶς καί ὅταν τούς καλούσαμε σέ συμπαράσταση, δέν ὑπάκουαν. 
Τί χρειάζεται νά πῶ περισσότερα ἐπάνω σ’ αὐτό τό θέμα; Κάτω ἀπό τή σοβαρή αὐτή ἀπειλή τῆς ζωῆς μας καί ἀπό τήν τυραννία τοῦ πυρετοῦ, πού δέν μέ εἶχε ἀκόμα ἀφήσει, ἀποφάσισα καί ἔπεσα στό φορεῖο καί τό μεσημέρι μέ ἔβγαλαν ἀπό τό σπίτι, ἐνῶ ὁ λαός γόγγυζε, κραύγαζε καί καταριόταν αὐτόν πού προκάλεσε τά τόσα δεινά καί ὅλοι μᾶς ἀποχαιρετοῦσαν, κλαίγοντας καί θρηνώντας. 
Ὅταν βγήκαμε πιά ἀπό τήν πόλη ἐμφανίστηκαν ἀθόρυβα μερικοί κληρικοί καί μᾶς προέπεμψαν κλαίγοντας. Ἄκουσα κάποιους νά λένε: 
“Ποῦ τόν πᾶτε; Τόν ὁδηγεῖτε σέ σίγουρο θάνατο”. Κάποιος ἄλλος ἀπό ἐκείνους πού ἰδιαίτερα μέ σέβονται καί μέ ἀγαποῦν μοῦ ἔλεγε: “Πήγαινε, νά γλυτώσεις ἀπό μᾶς. Εἶναι καλύτερα νά πέσεις στά χέρια τῶν Ἰσαύρων παρά νά μείνεις κοντά μας. Ὅπου κι ἄν πέσεις θά εἶσαι πιό ἀσφαλής ἀπό τά δικά μας χέρια”. 
Ἀκούγοντας καί βλέποντας ὅλα αὐτά ἡ καλή Σελευκεία, ἡ σύζυγος τοῦ Ρουφίνου - ὁ ὁποῖος πολύ μᾶς συμπαραστάθηκε - ἔστειλε ἀνθρώπους καί μέ παρακέλεσε ἱκετεύοντας, νά καταλύσω στό ἀγρόκτημά τους, πού βρισκόταν λίγο μακρύτερα ἀπό τήν ἔξοδο τῆς πόλης. Δέχθηκα τήν πρόσκληση καί πήραμε τό δρόμο γιά ἐκεῖ. 
Οὔτε ὅμως ἐκεῖ μ’ ἄφησαν οἱ διῶκτες μου ἥσυχο. Μόλις ἔμαθε ὁ Φαρέτριος ὅτι εἶχα καταλύσει ἐκεῖ, τούς ἀπείλησε πολύ ἄγρια, ὅπως ἔλεγε ἡ Σελεύκεια. Ὅταν βέβαια, ἐγώ εἶχα ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκλησή τους, δέν γνώριζα τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἡ Σελευκεία τά εἶχε κρατήσει ὅλα μυστικά καί μόνον στόν ἐπιστάτη τους εἶχε δώσει ἐντολή νά μᾶς προσφέρει κάθε ἀνάπαυση. Τόν εἶχε ἐπιπλέον προειδοποιήσει λέγοντάς του, ὅτι ἄν ἔλθουν οἱ μοναχοί καί θελήσουν νά μᾶς προσβάλουν ἤ νά μᾶς κάνουν κακό νά συγκεντρώσει τούς ἐργάτες καί ἀπό τά ἄλλα κτήματά τους καί νά τούς ἀποκρούσουν. Μέ παρακάλεσε ἐπίσης, ἄν βρεθῶ σέ δυσκολία, νά μή δυσκολευθῶ νά καταφύγω στό σπίτι τους πού εἶχε ἀπόρθητο πύργο, καί ἔτσι νά γλιτώσω ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου καί τῶν μοναχῶν. 
Δέν δέχθηκα βέβαια, αὐτή τήν πρόταση καί ἔμεινα στό κτῆμα, χωρίς νά ὑποψιάζομαι τίποτα ἀπό ἐκεῖνα πού μέ περίμεναν. Ὁ Φαρέτριος τήν ἀπειλοῦσε συνεχῶς καί τήν πίεζε νά μέ διώξει ἀπό τό κτῆμα τους. Ἡ Σελευκεία, μή ὑποφέροντας αὐτές τίς πιέσεις καί ἀπό τό φόβο πού τῆς εἶχε ἐμπνεύσει ὁ Φαρέτριος, - ἐνῶ ἐγώ τά ἀγνοοῦσα ὅλα αὐτά - μέ εἰδοποίησε τά μεσάνυχτα ὅτι εἶχαν ἐμφανισθεῖ στήν περιοχή βάρβαροι. Τό εἶπε βέβαια αὐτό, ἐπειδή ντρεπόταν νά μοῦ πεῖ τό τί περνοῦσε ἀπό τό Φαρέτριο, γιά τή φιλοξενία πού μοῦ παρεῖχε στό ἀγρόκτημά τους. 
Ἦρθε λοιπόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύκτας ὁ πρεσβύτερος Εὐήθιος καί σχεδόν φωνάζοντας μοῦ εἶπε νά σηκωθῶ γιά νά φύγουμε, ἐπειδή εἶχαν φθάσει οἱ βάρβαροι. 
Σκέψου σέ ποιά κατάσταση βρέθηκα, ἀκούγοντας αὐτά. Στήν πόλη, καθώς μοῦ εἶπε ὁ πρεσβύτερος, δέν μπορούσαμε νά καταφύγουμε, μήπως παθαίναμε ἀπό τούς διῶκτες μας χειρότερα, ἀπό ἐκεῖνα πού θά μᾶς ἔκαναν οἱ Ἴσαυροι. Ἔτσι σηκωθήκαμε καί φύγαμε. 
Ἦταν μεσάνυκτα. Ἡ νύκτα ἦταν χωρίς φεγγάρι, μαύρη καί σκοτεινή καί γι’ αὐτό δυσκολευόμαστε πιό πολύ. Δέν μᾶς παράστεκε κανείς ὡς βοηθός καί συνοδός στήν πορεία. Ὅλοι μᾶς εἶχαν ἐγκαταλείψει. Ἤμουν σχεδόν σίγουρος ὅτι τό τέλος μου πλησίαζε. Τούς εἶπα κάποια στιγμή νά ἀνάψουν λαμπάδες γιά νά βλέπουμε, ἀλλά ὁ πρεσβύτερος εἶπε ὄχι, γιατί φοβόταν ὅτι ἔτσι θά μᾶς ἐντόπιζαν οἱ βάρβαροι πιό εὔκολα. Ἔτσι προχωρούσαμε ὅσπου ὁ ἡμίονος πού μετέφερε τό φορεῖο μου, γονάτισε ἀπότομα ‒ ἐπειδή ὁ δρόμος ἦταν κακοτράχαλος καί ἀνηφορικός - καί μέ πέταξε κάτω. Λίγο ἀκόμα καί θά μέ σκότωνε. Ἔβαλα ἔπειτα ὅσες δυνάμεις μοῦ εἶχαν ἀπομείνει, καί μέ τή βοήθεια τοῦ πρεσβυτέρου Εὐηθίου βάδιζα ἤ καλύτερα συρόμουν, γιατί πῶς μποροῦσε κανείς νά περπατήσει σέ τόσο δύσβατη καί ὀρεινή περιοχή καί μέσα στήν ἀσέληνη νύκτα. 
Σκέψου τί θά μποροῦσα νά πάθω, ἀφοῦ τόσο ὑπέφερα καί ἐνῶ ὁ πυρετός ἐξακολουθοῦσε νά μέ κατακαίει. Ἀπό ὅλες αὐτές τίς σκευωρίες δέν γνώριζα τίποτα, ἀλλά εἶχα στρέψει τήν προσοχή μου στούς βαρβάρους καί φοβόμουν ὅτι θά ἔπεφτα τελικά στά χέρια τους. Πῶς τό βλέπεις; Δέν θά ἀρκοῦσαν καί μόνο αὐτά τά παθήματα νά ἐξαλείψουν τίς ἁμαρτίες μου καί νά μοῦ χαρίσουν πνευματική προκοπή; 
Αὐτά ὅλα τά ἔπαθα, καθώς νομίζω, ἐξαιτίας τῆς ζήλειας τοῦ Φαρέτριου. Γιατί, ὅταν ἐκεῖνος εἶδε ὅτι μέ τό πού ἔφθασα στήν Καισάρεια δέχθηκα τόσες τιμές καί περιποιήσεις ἀπό τούς τοπικούς παράγοντες, ἀπό τούς λογίους καί ἀπό σύσσωμο τό λαό τῆς περιοχῆς πού μέ φρόντιζε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, μέ φθόνησε. Δέν τό λέω βέβαια αὐτό μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα, ἀλλά ἔτσι ἔδειξαν τά πράγματα. Τί ἄλλο θά μποροῦσε κανείς νά προσθέσει γιά τίς τόσες περιπέτειες κατά τό διάστημα τῆς πορείας, γιά τούς φόβους καί τούς κινδύνους πού περάσαμε; 
Καθώς τώρα τά ξαναφέρνω ὅλα αὐτά στό λογισμό μου, πετῶ ἀπό τή χαρά μου καί εὐφραίνομαι σάν νά ‘χω ἀποθηκευμένο μεγάλο θησαυρό. Πράγματι ἔτσι αἰσθάνομαι καί αὐτή τή διάθεση ἔχω. Γι’ αὐτό σέ παρακαλῶ, νά χαίρεσαι κι ἐσύ μαζί μου καί νά εὐφραίνεσαι, δοξάζοντας τόν Θεό πού μέ ἀξίωσε νά ὑποστῶ τέτοια παθήματα. Νά μήν τά πεῖς ὅμως αὐτά σέ κανέναν, ἄν καί οἱ ὑπεύθυνοι συνοδοί μου εἶναι ἕτοιμοι νά γεμίσουν μέ τά λόγια τους ὁλόκληρη τήν πόλη, ἀφοῦ κι αὐτοί κινδύνευσαν μαζί μου. Ἀπό ἐσένα πάντως νά μήν ἀκουστεῖ τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά καί μάλιστα νά σταματᾶς ὅποιον ἀρχίζει μιά τέτοια κουβέντα. 
Ἄν πάλι στενοχωριέσαι γιά τά κατάλοιπα πού ἄφησε ἐπάνω μου ὅλη αὐτή ἡ ταλαιπωρία, μάθε ὅτι ὄχι μόνον δέν παρέμεινε ἀπό αὐτά τίποτα, ἀλλά ὅτι τώρα εἶμαι πολύ καλύτερα ἀπό τότε πού βρισκόμουν ἐκεῖ. Τό κρύο νά μήν τό φοβᾶσαι. Ἔχουν κατασκευαστεῖ ἐδῶ καταλύμματα γιά νά κλύπτουν τίς ἀνάγκες μας καί ὁ Διόσκορος κάνει τά πάντα, ὥστε νά εἴμαστε τελείως προφυλαγμένοι ἀπό αὐτό. Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά - ἄν μπορῶ νά ἀντιληφθῶ σωστά ἀπό τήν πρώτη κιόλας ἡμέρα- κατάλαβα ὅτι ὁ ἀέρας ἐδῶ εἶναι ἀνατολικός, ζεστός καί ἀνάλαφρος καί ἴδιος σχεδόν μ’ ἐκεῖνον πού ἔχει ἡ Ἀντιόχεια. 
Πολύ μέ λύπησες πού εἶπες ὅτι ἴσως νά εἶμαι δυσαρεστημένος, ἐπειδή ἀμελήσατε καί δέν ἐνεργήσατε ὥστε νά μετακινηθῶ ἀπό ἐδῶ πού βρίσκομαι. Καί ὅμως πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἐγώ σοῦ ἔγραψα καί σέ παρακάλεσα γιά ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Νά μήν μέ μετακινήσετε δηλαδή, ἀπό ἐδῶ. Νομίζω ὅτι χρειάζεται νά μετανοήσεις πολύ γι’ αὐτό πού εἶπες. Ἴσως βέβαια, νά ἔκανες μιά προσπάθεια ἀπολογίας, ὅταν εἶπες ὅτι, ἁπλά, τό σκέπτεσαι αὐτό γιά νά φορτώνεσαι μέ περισσσότερη θλίψη. Καί αὐτό ὅμως, ὅτι δηλαδή καλλιεργεῖς μέσα σου ἐπώδυνους λογισμούς, εἶναι βαριά ἁμαρτία. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνεις τά πάντα γιά νά ξεφεύγεις ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις, ἐσύ κάνεις τό χατήρι τοῦ διαβόλου καί μεγαλώνεις τόν πόνο καί τήν ἀθυμία σου.
Πάντως νά μήν ἀνησυχεῖς γιά τούς Ἰσαύρους καί νά μήν τούς φοβᾶσαι, γιατί αὐτοί γύρισαν πίσω στήν πατρίδα τους. Ὁ κυβερνήτης τοῦ τόπου ἀγωνίστηκε πολύ καί ἔτσι τώρα ἔχουμε περισσότερη ἀσφάλεια ἀπό ἐκείνη πού εἴχαμε ὅταν βρισκόμασταν στήν Καισάρεια.
Πραγματικά, κανένα δέν ἔχω φοβηθεῖ τόσο, ὅσο τούς ἐπισκόπους, ἐκτός ἀπό λίγους. 
Γιά τούς Ἰσαύρους λοιπόν νά μή φοβᾶσαι καθόλου. Γιατί ἔφυγαν πίσω καί ἐπειδή ἄρχισε ὁ χειμώνας κλείστηκαν στά σπίτια τους. Ἄν ἀποφασίσουν νά ξαναβγοῦν, αὐτό θά γίνει μετά τήν Πεντηκοστή. 
Γιατί λές ὅτι δέν ἔχεις τή χαρά νά παίρνεις γράμματα; Σοῦ ἔχω ἤδη στείλει τρεῖς μακροσκελεῖς ἐπιστολές, τή μιά μέ τούς ἐπαρχιακούς ὑπαλλήλους, τήν ἄλλη μέ τόν Ἀντώνιο καί τήν ἄλλη μέ τόν Ἀνατόλιο τόν ὑπηρέτη σας. Οἱ δύο μάλιστα ἀπό αὐτές εἶναι φάρμακο σωτήριο, ἱκανό νά ἀναζωογονήσει καί κάνει εὔθυμο καθένα πού εἶναι λυπημένος ἤ πού σκανδαλίζεται. Ὅταν λοιπόν λάβεις αὐτές τίς ἐπιστολές φρόντισε νά τίς διαβάζεις συνεχῶς καί θά δεῖς τή δύναμή τους. Τότε θά μέ ἐνημερώσεις γιά τίς θεραπευτικές ἰδιότητες πού αὐτές ἔχουν καί θά μοῦ περιγράψεις τήν μεγάλη ὠφέλεια πού ἔλαβες ἀπό τή μελέτη τους. Ἔχω ἕτοιμη καί μιά ἀκόμα ἐπιστολή, ἀλλά δέν θέλησα νά τήν στείλω, ἐπειδή λυπήθηκα πολύ ἀπό αὐτό πού εἶπες γιά τόν ἑαυτό σου. Ὅτι δηλαδή, σκέπτεσαι συνεχῶς τά ἴδια λυπηρά πράγματα καί φτιάχνεις μέ τό νοῦ σου ἀνύπαρκτες ἱστορίες. Αὐτά πού λές δέν σέ τιμοῦν καί μέ κάνουν νά κρύβω ἀπό ντροπή τό πρόσωπό μου. 
Διάβασε λοιπόν αὐτές τίς ἐπιστολές καί δέν θά μπορέσεις νά ξαναπεῖς τά ἴδια λόγια, ἀκόμα κι ἄν τό μυαλό σου ἔχει κολλήσει ἐκεῖ ἤ ἀγωνίζεσαι νά κρατήσεις μόνιμη τήν ἀθυμία. 
Γιά τό θέμα τοῦ Ἡρακλείδη ἔχω τή γνώμη ὅτι μπορεῖ αὐτός, ἄν θέλει, νά ὑποβάλει τήν παραίτησή του, ὥστε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ὅλα αὐτά. Δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Ἐγώ βέβαια, παρόλο πού δέν πέτυχα γι’ αὐτόν κάτι σπουδαῖο, προσπάθησα νά τόν βοηθήσω μέσω τῆς Διακόνισσας Πενταδίας, τήν ὁποία παρακάλεσα νά κάνει ὅ,τι μπορεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. 
Μοῦ εἶπες ἐπίσης, ὅτι τόλμησες νά μοῦ μιλήσεις γιά τίς θλίψεις τοῦ Ἡρακλείδη, ἐπειδή ὁ ἴδιος σοῦ τό ζήτησε. Μά τί λόγια εἶναι αὐτά; Σοῦ λέω καί σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τό μόνο γιά τό ὁποῖο πρέπει νά λυπόμαστε εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι σκόνη καί καπνός. Πράγματι, πόσο βαρύ εἶναι τό νά ἁλυσσοδεθεῖ κανείς καί νά ριχθεῖ στή φυλακή; Πόσο βαρύ εἶναι τό νά κακοπαθεῖ κανείς, ὅταν ἡ κακοπάθεια τοῦ ἀποφέρει τόσο μεγάλο κέρδος; Πόσο βαρύ πράγμα εἶναι ἡ ἐξορία ἤ ἡ δήμευση τῶν ὑπαρχόντων του; Αὐτά δέν εἶναι λυπηρά οὔτε στενόχωρα πράγματα. Ἄν μιλήσεις γιά θάνατο, μιλᾶς γιά τό κοινό ἀνθρώπινο χρέος, τό ὁποῖο κανείς δέν μᾶς τό ἐπιβάλλει, καθένας μας ὅμως πρέπει νά τό ὑπομείνει. Ἄν πεῖς γιά τήν ἐξορία, δέν τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά ἀπολαμβάνει κανείς τήν ὕπαιθρο καί τήν ἐπίσκεψη σέ διάφορους τόπους. Ἄν μιλήσεις πάλι, γιά δήμευση τῶν ὑπαρχόντων, τότε ἐγκωμιάζεις τή λύτρωση καί τήν ἐλευθερία. 
Μήν παύσεις, παρακαλῶ, νά φροντίζεις τόν ἐπίσκοπο Μαρουθᾶ, ὥστε νά τόν ἀνασύρεις ἀπό τό βάραθρο. Διότι εἶναι ἀπαραίτητος γιά τό ἔργο πού γίνεται στήν Περσία. Πληροφορήσου, ἄν εἶναι δυνατόν ἀπό τόν ἴδιο, πῶς ἐργάζεται σέ ἐκεῖνα τά μέρη καί μάθε γιά ποιόν λόγο γύρισε πίσω. Ἐνημέρωσέ με ἐπίσης, γιά τό κατά πόσον τοῦ παρέδωσες τίς δυό ἐπιστολές πού τοῦ ἔστειλα. Ἄν θελήσει ὁ ἴδιος νά μοῦ γράψει καλῶς ἔχει Ἄν ὅμως δέν τό κάνει, νά ἐνημερώσει τοὐλάχιστον ἐσένα γιά τό πῶς ἐργάσθηκε ἐκεῖ κάτω καί τί προγραμματίζει νά κάνει κατά τήν ἐπιστροφή του. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού προσπάθησα νά ἔλθω σέ ἐπαφή μαζί του. Πάντως ἐσύ νά κάνεις τό καθῆκον σου, ἔστω κι ἄν ὅλοι πέφτουν μέ τό κεφάλι στό γκρεμό. Ἐσύ νά συνεχίσεις τή διακονία σου καί ὁ μισθός θά εἶναι ἀντίστοιχος τῆς προσφορᾶς σου. Νά συμφιλιωθεῖς λοιπόν μαζί του, ὅσο βέβαια, ἐξαρτᾶται ἀπό ἐσένα.
Πρόσεξε παρακαλῶ, πολύ αὐτό πού θέλω τώρα νά σοῦ πῶ καί κάνε γι’ αὐτό ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι σου: Οἱ μοναχοί Μαρσεῖς, οἱ Γότθοι - ὅπου κρυβόταν πάντοτε ὁ ἐπίσκοπος Σεραπίων - μέ πληροφόρησαν ὅτι ὁ διάκονος Μαδουάριος ἦλθε γιά νά τούς ἀναγγείλει τό θάνατο τοῦ θαυμάσιου ἐκείνου καί τόσο δραστήριου ἐπισκόπου Οὐνία. Ἐννοῶ ἐκεῖνον πού χειροτόνησα καί ἔστειλα στή Γοτθία. Ὁ Μοδουάριος ἔχει ἔλθει προσκομίζοντας ἐπιστολές τοῦ βασιλιᾶ τῶν Γότθων, ὁ ὁποῖος ζητάει νά τούς σταλεῖ ἐπίσκοπος. ‘Επειδή λοιπόν, δέν βλέπω ὅτι κάτι ἄλλο θά προλάβει τήν καταστροφή πού πρόκειται νά ξεσπάσει, φρόντισε ὥστε νά ὑπάρξει κάποια καθυστέρηση ἤ μιά ἀναβολή. 
Γιατί, ὅπως καί νά ἔχει τό πράγμα, τώρα δέν μποροῦν νά διαπλεύσουν τό Βόσπορο ἐξαιτίας τῆς χειμερινῆς κακοκαιρίας. Πρόσεξε μήν τό ἀμελήσεις αὐτό, γιατί πρόκειται γιά μεγάλο κατόρθωμα. 
Δυό πράγματα θά μέ λυποῦσαν πάρα πολύ. Τό νά γίνει ἐκλογή νέου ἐπισκόπου, ἀπό ἐκείνους πού δέν τούς ἐπιτρέπεται κάτι τέτοιο καί οἱ ὁποῖο διαπράττουν τόσα κακά καί τό νά γίνει χειροτονία ἀκατάλληλου προσώπου. Γνωρίζεις βέβαια, πολύ καλά ὅτι δέν πρόκειται αὐτοί νά ἐκλέξουν κάποιο ἄξιο καί κατάλληλο πρόσωπο. Εἴθε νά μήν γίνει κάτι τέτοιο γιατί ἀντιλαμβάνεσαι πολύ καλά τή συνέχεια τοῦ πράγματος. Γιά νά προληφθοῦν λοιπόν ὅλα αὐτά φρόντισε νά ἐνεργήσεις ἀθόρυβα. Ἄν μάλιστα θά μποροῦσε ὁ Μοδουάριος νά ταξίδευε πρός τά ἐδῶ κρυφά, αὐτό θά ἦταν πολύ χρήσιμο. Ἄν ὅμως αὐτό εἶναι ἀδύνατον κάνετε τοὐλάχιστον ἀπό ἐκεῖ ὅ,τι μπορεῖτε. 
Στά θέματα αὐτά συμβαίνει ὅ,τι καί μέ τά χρήματα, ὅπως ἔγινε καί μέ τή χήρα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅπως δηλαδή αὐτή ἀπεδείχθη ἀνώτερη, μεταξύ ἐκείνων πού κατέβαλαν μεγάλα ποσά, ἔτσι καί ὅσοι καταβάλουν ὅλες τους τίς δυνάμεις στήν προσπάθεια νά διευθετήσουν ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις ξεπληρώνουν τό χρέος τους καί ,ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τους, δικαιοῦνται ὁλόκληρη τήν ἀμοιβή τους. 
Στόν ἐπίσκοπο Ἱλάριο χρεωστῶ πολλή εὐγνωμοσύνη. Μοῦ ἔγραψε γιά νά πάρει τήν εὐλογία μου ὥστε νά ξαναγυρίσει στήν ἕδρα του γιά νά τακτοποιοήσει διάφορες ἐκκρεμότητες καί μετά νά ἐπανέλθει. Ἐπειδή λοιπόν ἡ παρουσία του εἶναι πολλή ὠφέλιμη - γιατί εἶναι εὐλαβής, σταθερός καί ζηλωτής - τόν παρεκάλεσα νά μεταβεῖ ἐκεῖ κατά τήν ἐπιθυμία του, ἀλλά νά γυρίσει τό συντομότερο δυνατόν. Φρόντισε λοιπόν, νά μήν παραπέσει ἡ ἐπιστολή, ἀλλά νά φθάσει στά χέρια του σίγουρα καί γρήγορα. 
Μερίμνησε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τό θέμα τῶν ἐπιστολῶν μου. Ἄν ὁ προσβύτερος Ἑλλάδιος δέν φανεῖ ἀπό ἐκεῖ, τότε φρόντισε ὥστε αὐτές νά ἐπιδοθοῦν στούς φίλους μας, μέ κάποιον ἄλλο συνετό καί ὑπεύθυνο ἄνθρωπο.

Ἀπό τό βιβλίο:
«Ὁ πορισμός τῶν θλίψεων»
Ἔκδοσις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ,
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέα


Δημοφιλείς αναρτήσεις