Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ




ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, 
Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε περί το 214, στους κόλπους επιφανούς οικογενείας εθνικών στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Η μητέρα του, έχοντας επωμισθεί μόνη της την ευθύνη για τη μόρφωση των τριών παιδιών της, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, φρόντισε να τους προσφέρει μια εκλεπτυσμένη παιδεία. Ο Γρηγόριος, που τότε ονομαζόταν Θεόδωρος, επέδειξε όχι μόνον σπουδαία προσόντα στη μελέτη, και ιδιαιτέρως στη ρητορική, αλλά και μια βαθειά σοφία, όπως και μεγάλη πραότητα. Από ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων απομακρύνθηκε από τα θορυβώδη παιγνίδια των συνομηλίκων του, για να επιδοθεί στη μελέτη της αρμονίας της κτίσεως και να αντλήσει από αυτή κάποια σχετική και ικανοποιητική ιδέα του μόνου Δημιουργού. Η Χριστιανική Πίστη ήταν στην πράξη σχεδόν άγνωστη σε εκείνη την περιοχή: όλοι κι όλοι στην περιοχή της Νεοκαισάρειας ήταν δεκαεπτά τον αριθμό!!

Οι σύντροφοι του νέου, από φθόνο που τον έβλεπαν να διάγει τόσο σώφρονα και αγνό βίο, πλήρωσαν μια μέρα κάποια πόρνη, για να δημοσιοποιήσει αναίσχυντα παντού ότι ο Θεόδωρος είχε παραδοθεί μαζί της στην ακολασία. Ακούγοντας τις διαβολές αυτές, ο αγαθός νεανίας δεν ζήτησε να βρει το δίκιο του, μήτε εξοργίσθηκε με τους υπεύθυνους γι’ αυτές, αλλά αρκέσθηκε μόνον να αποπέμψει την εταίρα δίνοντάς της τόσα χρήματα, όσα είχε λάβει για να διαδώσει τα ψέματα εκείνα, με σκοπό να τον αφήσει ήσυχο. Αλλά μόλις πήρε στα χέρια της τα χρήματα, η γυναίκα έπεσε στο έδαφος ευρισκόμενη σε τρομερή ταραχή που της προκάλεσε ο δαίμονας, και βρήκε την ειρήνη μόλις ο άγιος προσευχήθηκε υπέρ αυτής.

Η μητέρα του Θεοδώρου και του αδελφού του Αθηνοδώρου, είχε αποφασίσει να στείλει τους δύο γιους της να συνεχίσουν τις νομικές σπουδές τους στην περίφημη σχολή της Βηρυτού, αλλά τους ζήτησε να συνοδεύσουν πρώτα την αδελφή τους στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για να συναντήσει εκεί τον σύζυγό της. Εκεί λοιπόν οι δύο νέοι έκαναν τη γνωριμία του μεγάλου Ωριγένους (185-251/254) και, εγκαταλείποντας κάθε άλλο σχέδιο σπουδών, παρακολούθησαν με μεγάλη δίψα τα μαθήματά του για περίπου πέντε χρόνια (233-238). Ο μεγάλος αλεξανδρινός δάσκαλος τούς εισήγαγε στη Χριστιανική Πίστη και Θεολογία, αλλά διατήρησαν αρκούντως τη διάκριση να μην πέσουν σε ορισμένα σφάλματά του που οφείλονταν σε υπερβολικά τολμηρές εικοτολογίες για τα θεία Μυστήρια. Ας σημειωθεί ότι στον «Προσφωνητικὸν Λόγον εἰς Ὠριγένην» (PG 10, 1068), ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει γλαφυρά την κοινή ζωή των μαθητών γύρω από τον μεγάλο αυτόν δάσκαλο.

Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, πολλοί ευγενείς κατέκλυσαν τον Γρηγόριο με συμφέρουσες προτάσεις για να γίνει ο ίδιος παιδαγωγός των παιδιών τους. Ο νέος όμως απέρριψε τα απατηλά αυτά θέλγητρα του κόσμου και αναχώρησε στην έρημο, για να ζήσει μόνος ενώπιον του Θεού με άσκηση και προσευχή. Ο αρχιεπίσκοπος της Αμασείας, Φαίδιμος, ακούγοντας να γίνεται λόγος για τις αρετές του Γρηγορίου και τα χαρίσματά του στη ρητορική τέχνη, προσπάθησε να τον πείσει να έλθει στη μητρόπολη, για να χειροτονηθεί επίσκοπος Νεοκαισαρείας. Καθώς ο Γρηγόριος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ασκητήριό του για να επιστρέψει στην τύρβη του μάταιου κόσμου, ο Φαίδιμος έπραξε κάτι εντελώς ασυνήθιστο και πρωτόγνωρο για τα εκκλησιαστικά ειωθότα· χειροτόνησε τον Γρηγόριο εξ αποστάσεως, δίχως άμεση επίθεση των επισκοπικών χειρών επί της κεφαλής του χειροτονούμενου, και του έστειλε μία επιστολή που βεβαίωνε ότι εκών-άκων ήταν εφεξής επίσκοπος της πατρίδας του!! Ο Γρηγόριος, ηλικίας τότε περίπου τριάντα χρόνων, όφειλε να υπακούσει στο θέλημα του Θεού, αλλά δεν άφησε την ησυχία, παρά μόνον αφού πέρασε πολλές ημέρες και νύκτες προσευχόμενος για να τον ενδυναμώσει ο Θεός στο ποιμαντικό του έργο.

Μία νύκτα, η Υπεραγία Θεοτόκος και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος [26 Σεπ.· 8 Μαΐου], του φανερώθηκαν και του αποκάλυψαν με υπέρλογη σαφήνεια το ανεξιχνίαστο μυστήριο της ενότητας της θείας Φύσεως και της διακρίσεως των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος με αυτά τα υψήγορα λόγια:

«Εἷς Θεός, Πατὴρ Λόγου ζῶντος, Σοφίας ὑφεστώσης καὶ δυνάμεως καὶ χαρακτῆρος ἀϊδίου. Τέλειος τελείου γεννήτωρ, Πατὴρ Υἱοῦ μονογενοῦς. Εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεὸς ἐκ Θεοῦ· χαρακτὴρ καὶ εἰκὼν τῆς Θεότητος, λόγος ἐνεργός· σοφία τῆς τῶν ὅλων συστάσεως περιεκτικὴ καὶ δύναμις τῆς ὅλης κτίσεως ποιητική. Υἱὸς ἀληθινός, ἀληθινοῦ Πατρός, ἀόρατος ἀοράτου· καὶ ἄφθαρτος ἀφθάρτου· καὶ ἀθάνατος ἀθανάτου, καὶ ἀΐδιος ἀϊδίου. Καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον· καὶ διὰ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις, εἰκὼν τοῦ Υἱοῦ, τελείου τελεία· ζωή, ζώντων αἰτία· πηγὴ ἁγία· ἁγιότης, ἁγιασμοῦ χορηγός. Ἐν ᾧ φανεροῦται Θεὸς ὁ Πατήρ, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ ἐπὶ πᾶσι· καὶ Θεὸς ὁ Υἱὸς ὁ διὰ πάντων. Τριὰς τελεία, δόξῃ καὶ ἀϊδιότητι καὶ βασιλείᾳ, μὴ μεριζομένη, μηδὲ ἀπαλλοτριουμένη. Οὔτε κτιστόν τι, ἢ δούλον ἐν τῇ Τριάδι, οὔτε ἐπείσακτον, ὡς πρότερον μὲν οὐχ ὑπάρχον, ὕστερον δὲ ἐπεισελθόν. Οὔτε, οὖν, ἐνέλιπε ποτὲ Υἱὸς Πατρί, οὔτε Υἱῷ τὸ Πνεῦμα· ἀλλ’ ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ἡ αὐτὴ Τριὰς ἀεί» (Άγιος Γρηγόριος Θαυματουργός· «Ἔκθεσις Πίστεως» (PG 10, 983-988).
Με άλλα λόγια:
«Ένας ο Θεός, ο Πατήρ του ζωντανού Λόγου, που έχει τη σοφία, τη δύναμη και τον χαρακτήρα παντοτινά, του Υιού που είναι τέλειος του τέλειου Γεννήτορα· ο Πατήρ του μονογενούς Υιού. Ένας ο Κύριος, μόνος από τον μόνο, Θεός από τον Θεό· που είναι ο χαρακτήρας και η εικόνα της Θεότητας και ενεργός λόγος· η σοφία που εμπεριέχει τη σύσταση των πάντων και που έχει την δημιουργική δύναμη όλης της κτίσης· Υιός αληθινός του αληθινού Πατρός, αόρατος του αόρατου, όπως και άφθαρτος του άφθαρτου, αθάνατος του αθάνατου και παντοτινός του παντοτινού. Ένα και το Πνεύμα το Άγιο που έχει την ύπαρξη από τον Θεό· που φανερώθηκε μέσω του Υιού στους ανθρώπους, που είναι η τέλεια εικόνα του τέλειου Υιού, που είναι η ζωή και η αιτία όλων αυτών που ζουν, που είναι αγία πηγή των αγαθών, η αγιότητα και ο χορηγός του αγιασμού· σε Αυτό φανερώνεται ότι Θεός ο Πατήρ, που είναι πάνω από όλους και από όλα· Θεός και ο Υιός, που είναι παντού. Τριάδα τέλεια, μέσα στη δόξα, την αιωνιότητα και τη βασιλεία, που δεν κομματιάζεται και που δεν χάνει την κυριότητα ποτέ. Και δεν βρίσκεται κάτι κτιστό ή κατώτερο μέσα στην Τριάδα, ούτε κάτι που να ήρθε έξω από Αυτήν, κάτι που να υπήρχε πρωτύτερα ή σαν να εμφανίστηκε ύστερα σε Αυτήν. Και ούτε άφησε ποτέ ο Υιός τον Πατέρα, ούτε το Άγιο Πνεύμα τον Υιό, αλλά πάντοτε παραμένει ίδια, άτρεπτη και αναλλοίωτη η Τριάδα».
Ενδυναμωμένος από το Άγιο Πνεύμα και έχοντας γίνει άξιος να δεχθεί, όπως πάλαι ο Μωυσής, την αποκάλυψη των θείων Μυστηρίων κατευθείαν από τον Θεό, ο Γρηγόριος αποδείχθηκε ένας ακάματος απόστολος της αληθινής Πίστεως σε όλη την περιοχή της Νεοκαισάρειας. Μετέστρεφε τους ανθρώπους τόσο με τον λόγο του όσο και με το πλήθος των θαυμάτων του: περίτρανες ήταν οι αποδείξεις ότι η δύναμη του Θεού ήταν πάντα μαζί του και όχι με το μέρος των ανίσχυρων δαιμόνων των ειδωλολατρών· γι’ αυτό σύντομα και ορθότατα τον ονόμασαν «Θαυματουργό». Ο Μέγας Βασίλειος [1 Ιαν.], του οποίου η μάμμη, Μακρίνα, ήταν μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου, τον εγκωμιάζει σε πολλές επιστολές του (ιδιαίτατα στο «Περὶ Ἁγίου Πνεύματος Β΄» 19, ΕΠΕ, 10, 483)

Έτσι, λοιπόν, με αυτή την άνωθεν εξαίρετη χάρη της θαυματουργίας, εξεδίωξε τον δαίμονα ενός ειδωλολατρικού ναού· αποξήρανε μια λίμνη που ήταν αιτία διαμάχης μεταξύ δύο αδελφών· σταμάτησε μια πλημμύρα του ποταμού Λύκου· παιδαγώγησε δύο Εβραίους που προσπαθούσαν να τον εξαπατήσουν· ελευθέρωσε έναν δαιμονισμένο νέο· με δική του θεϊκή προσευχή διάλεξε τον Αλέξανδρο για επίσκοπο Κομάνων [12 Αυγ.].

Το 250, κατά τον σκληρό και βίαιο διωγμό του Δεκίου (201-251), ο Γρηγόριος και πλήθος πιστών προτίμησαν να διαφύγουν στα βουνά που βρίσκονται κοντά στη Νεοκαισάρεια, παρά να εκτεθούν στον θάνατο ανωφελώς. Στην πραγματικότητα, όσον αφορούσε εκείνον, ήταν ήδη νεκρός για τον κόσμο προ πολλού ήδη, και το να εγκαταλείψει αυτή την τωρινή πλην πρόσκαιρη ζωή με σκοπό «σὺν Χριστῷ εἶναι», ήταν γι’ αυτόν, όπως και για τον Απόστολο Παύλο (Φιλιπ. 1, 23-24), ό,τι το καλύτερο· η αγάπη, ωστόσο, των πιστών και η φροντίδα να διατηρηθεί η Εκκλησία ενδυναμώνοντας την πίστη των ασθενεστέρων, τον έπεισαν να προτιμήσει τη φυγή. Από το καταφύγιό του προσευχόταν με θέρμη για τους μάρτυρες που προσέφεραν το αίμα τους και περιέγραφε στους συντρόφους του, σαν να τους είχε μπροστά στα μάτια του. 
Μια μέρα, στρατιώτες που είχαν ανακαλύψει το καταφύγιό τους, ετοιμάζονταν να τους συλλάβουν, αλλά με την προσευχή του αγίου, ο Θεός τούς έκανε κυριολεκτικά αόρατους· στα μάτια της διωκτικής σπείρας, τόσο ο άγιος Γρηγόριος όσο και ο διάκονός του, είχαν διά της χάριτος μεταμορφωθεί σε δύο δέντρα, που τα υψιτενή κλαδιά τους ήταν τα υψωμένα και ακίνητα χέρια των διωκομένων που είχαν αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στη θερμή προσευχή. Μετά από αυτό οι στρατιώτες επέστρεψαν απογοητευμένοι και άπρακτοι στη βάση τους («Ευεργετινός», τόμ. Δ΄, υπόθ. Θ΄, §Β΄).

Όταν έληξε ο διωγμός, φρόντισε για την περισυλλογή των τιμίων λειψάνων των μαρτύρων και για την τέλεση μεγάλων εορτών προς τιμήν τους, τις ίδιες μάλιστα ημέρες κατά τις οποίες οι ειδωλολάτρες συνήθιζαν να κάνουν τις δικές τους τελετές, έτσι ώστε όλη η περιοχή εκχριστιανίσθηκε βαθειά και τα πλέον ειδωλολατρικά τους ήθη μεταμορφώθηκαν σύντομα σε ευλογημένες πνευματικές χαρές. Γύρω στο 254, η περιοχή λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τους Βοράδες, και ο άγιος επίσκοπος έγινε «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι» (Α΄ Κορ. 9, 19) για να στηρίξει το δοκιμασμένο ποίμνιό του. Το 264 (ή 265), μαζί με τον αδελφό του Αθηνόδωρο, που ήταν επίσκοπος μια άλλης πόλεως της περιοχής, συμμετείχε στην πρώτη Σύνοδο της Αντιοχείας, που συγκροτήθηκε κατά του Παύλου του Σαμοσατέα (200-275), εχθρού του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Αυτός ο αιρετικός υποστηριζόταν από τη Ζηνοβία, τη βασίλισσα της Παλμύρας (240-274), και καταδικάσθηκε οριστικά από τη Β΄ Σύνοδο της Αντιοχείας (268).

Ο άγιος Γρηγόριος συνέχισε να διαλάμπει με τα θαύματά του και το κήρυγμα της Ορθοδόξου Πίστεως για πολλά χρόνια. Κατά το 275, λίγες ημέρες πριν εκδημήσει για τις αιώνιες μονές, ρώτησε τους κοντινούς του ανθρώπους, πόσοι ειδωλολάτρες παρέμειναν στην επισκοπή του. Τον πληροφόρησαν ότι αυτοί δεν ήταν περισσότεροι από δεκαεπτά: ο ίδιος αριθμός με εκείνον των χριστιανών, όταν ανέλαβε το αξίωμά του!! Έτσι, εκοιμήθη με την ειρήνη και χαρά του πιστού δούλου εκείνου που, σύμφωνα με το ιερό Ευαγγέλιο, εκπλήρωσε θεάρεστα το καθήκον που του ανέθεσε ο πανάγαθος Κύριός του (βλ. Ματθ. 24, 45-47 και 25, 21· Λουκ. 19, 12-19).

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Τόμος 3ος (Νοέμβριος),
σελ. 170–174.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

Πηγή: ΕΔΩ
Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς και θαυματουργός [1], γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1296. Οι γονείς του, αριστοκράτες που είχαν μετοικήσει από τη Μικρά Ασία μπροστά στον κίνδυνο της εισβολής των Τούρκων, ανήκαν στην αυλή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Παρά το υψηλό του αξίωμα, ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό και την προσευχή, και του συνέβη κάποτε, την ώρα που βρισκόταν στη Σύγκλητο, να μην ακούσει τον αυτοκράτορα που του απηύθυνε τον λόγο· τόσο πολύ βυθισμένος ήταν στην προσευχή! Εκοιμήθη όταν ο Γρηγόριος ήταν ακόμη νέος, αφού ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Η γυναίκα του, Καλλονή, επιθυμούσε επίσης να γίνει μοναχή, αλλά περίμενε να εξασφαλίσει τη μόρφωση των επτά παιδιών της. Εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο, τον Γρηγόριο, στους καλύτερους δασκάλους των θύραθεν επιστημών και εκείνος σε μερικά χρόνια απέκτησε τέλεια γνώση της φιλοσοφικής σκέψεως· σε βαθμό, μάλιστα, που ο δάσκαλός του νόμιζε ότι άκουγε τον ίδιο τον Αριστοτέλη! Παρά τις διανοητικές του επιτυχίες, ο νέος αυτός δεν είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του παρά στα πράγματα του Θεού. Σύχναζε στους ονομαστούς μοναχούς της Βασιλεύουσας και έκαμε πνευματικό του πατέρα τον Θεόληπτο Φιλαδελφείας [2], ο οποίος τον εισήγαγε στην ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.

Περί το 1316, ο Γρηγόριος έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου και πήρε μαζί του στον μοναχικό βίο τη μητέρα του, δύο αδελφές, δύο αδελφούς και πλήθος υπηρετών του. Πηγαίνοντας πεζή στο Άγιον Όρος, ο Γρηγόριος και οι δύο αδελφοί του εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Μονής Βατοπαιδίου, υπό την καθοδήγηση του τότε περιβόητου Γέροντος Νικοδήμου που είχε έλθει από το όρος το λεγόμενο «του Αυξεντίου», στη Νικομήδεια.

Γυμνασμένος παιδιόθεν να βάζει σε πράξη θεμελιώδεις αρετές όπως η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η νηστεία, η αγρυπνία και οι διάφορες σκληραγωγίες που επιτρέπουν την καθυπόταξη της σαρκός στο πνεύμα, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έκανε γρήγορες προόδους στην άσκηση της προσευχής. Νυχθημερόν απευθυνόταν ακατάπαυστα προς τον Θεό με καρδιοστάλακτους λυγμούς που διέκοπταν την ησυχία των μακάριων νυκτών του, λέγοντας με ιερό πόθο: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!». Μετά από λίγο καιρό, η Κυρία Θεοτόκος, προς την οποία προσέφευγε με πίστη ήδη από τη νεότητά του, του έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για να του υποσχεθεί την προστασία και την εύνοιά της στη ζωή αυτή αλλά και την άλλη, την αιώνια και άληκτη εν Χριστώ.

Τρία χρόνια μόλις αργότερα, ο πρόωρος θάνατος του αδελφού του Θεοδοσίου, τον οποίο σύντομα ακολούθησε εκείνος του Γέροντος Νικοδήμου, ώθησε τον Γρηγόριο και τον άλλο αδελφό του, Μακάριο, να μπουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ορίσθηκε εκεί ψάλτης και γέννησε τον θαυμασμό των συμμοναστών του με τον ζήλο του στην άσκηση όλων των ευαγγελικών αρετών. Ο βίος του ήταν τόσο αυστηρός που έμοιαζε σαν να ήταν άσαρκος: μπορούσε έτσι να μένει τρεις μήνες δίχως ύπνο! Παρ’ ότι τέλειος στην κοινοβιακή πολιτεία, η ψυχή του ωστόσο ποθούσε το μέλι της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε μετά από τρία χρόνια στη Σκήτη την ονομαζόμενη «Γλωσσία» (σημ. «Προβάτα»), υπό την καθοδήγηση ενός περιβόητου μοναχού, του Γρηγορίου από το Βυζάντιο [6 Απρ.] [3]. Από την κάθαρση των παθών, μπόρεσε έτσι να υψωθεί με την προσευχή προς τη θεωρία των μυστηρίων της κτίσεως. Χάρη στη μόνωση και την ησυχία, ο Γρηγόριος κρατούσε διαρκώς προσηλωμένη τη διάνοιά του στα βάθη της καρδιάς του για να επικαλείται εκεί τον Κύριο Ιησού με κατάνυξη, έτσι ώστε γινόταν όλος προσευχή και δάκρυα γλυκά κυλούσαν από τα μάτια του, σάμπως από δύο αέναες βρύσες.

Οι αδιάκοπες όμως επιδρομές των Τούρκων πειρατών ανάγκασαν σύντομα τον Γρηγόριο με τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν τον τόπο. Με δώδεκα μοναχούς, ο άγιος αποφάσισε να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να βρει καταφύγιο στο όρος Σινά, αλλά εμποδίστηκε στο σχέδιό του αυτό και έμεινε για λίγο στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες ενός πνευματικού κύκλου, εμπνευστής του οποίου ήταν ο μελλοντικός πατριάρχης Ισίδωρος [4] που προσπαθούσε να διαδώσει ευρύτερα την πρακτική της νοεράς προσευχής στους πιστούς, δίνοντάς τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από την εμπειρία των μοναχών. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αφού έλαβε σε μια οπτασία τη διαβεβαίωση ότι η χειροτονία του ήταν όντως θέλημα Θεού. Αναχώρησε κατόπιν για την περιοχή της Βέροιας και συνέστησε Σκήτη σε τόπο ήδη ηγιασμένο από τον όσιο Αντώνιο τον Νέο [17 Ιαν.], όπου για πέντε χρόνια επιδόθηκε σε μία πιο αυστηρή ακόμη άσκηση: έμενε έγκλειστος τις πέντε ημέρες της εβδομάδας νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος λουσμένος στα δάκρυα, και εμφανιζόταν μόνον το Σάββατο και την Κυριακή για να τελέσει τη θεία Λειτουργία, να συμμετάσχει σ’ ένα αδελφικό γεύμα και να συζητήσει για κάποια πνευματικά θέματα με τους συνασκητές του. Συνέχισε έτσι να αναβιβάζει τον νου του στη θεωρία και να έρχεται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό μέσα στην καρδιά του.

Όταν εκοιμήθη η μητέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έφερε από εκεί τις αδελφές του, τις οποίες και εγκατέστησε σε ένα ασκητήριο πλησίον του δικού του. Δεν μπόρεσε ωστόσο να βρει ανάπαυση για πολύ χρόνο, διότι η περιοχή ερημωνόταν τακτικά από τις επιδρομές των Αλβανών. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Άθω και εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, πιο πάνω από τη Μεγίστη Λαύρα. Η νέα αυτή διαμονή ήταν γι’ αυτόν ευκαιρία να απομονωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους για να συνομιλεί απερίσπαστα με τον Θεό. Μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις πήγαινε στο μοναστήρι και με τους σπάνιους επισκέπτες του επικοινωνούσε μόνον την Κυριακή και τις εορτές. Με τον τρόπο αυτό, από την εξωτερική ακόμη θεωρία, ο Γρηγόριος έφθασε στη θεοπτία μέσα στο φως του Αγίου Πνεύματος και στην επαγγελθείσα, από τον Χριστό προς τους τέλειους μαθητές Του, μυστική και άφραστη θέωση. Μια μέρα είδε σ’ ένα όνειρο ότι κρατούσε στα χέρια του ένα αγγείο γεμάτο γάλα· αυτό άρχισε να αναβλύζει σαν πηγή και ξεχείλισε με δύναμη παντού· και, καθώς χυνόταν, μεταβλήθηκε αίφνης σε κρασί που γέμισε τα χέρια του, τα ενδύματά του και τον γύρω χώρο με θεϊκή ευωδία. Ήταν ένα θεόσταλτο σημάδι που τον πληροφορούσε ότι είχε φθάσει πια ο καιρός να διδάξει στους αδελφούς του τα μυστήρια που του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Συνέταξε τότε μερικές ασκητικές πραγματείες και το 1335 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου. Ο ζήλος του όμως και οι απαιτήσεις του δεν κατανοήθηκαν από τους διακόσιους μοναχούς που ζούσαν με πνευματική ρηχότητα εκεί· έτσι, μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο ερημητήριό του.

Την εποχή αυτή, ένας μοναχός καταγόμενος από την Καλαβρία, ο Βαρλαάμ, απέκτησε λαμπρή φήμη στους λόγιους κύκλους της πρωτεύουσας, χάριν της ικανότητάς του στις αφηρημένες, θεωρητικές εικοτολογίες. Αρεσκόταν ιδιαιτέρως στον σχολιασμό των συγγραμμάτων του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3 Οκτ.], έδινε όμως σε αυτά μια φιλοσοφική ερμηνεία, καθιστώντας τη γνώση του Θεού αντικείμενο όχι εμπειρίας, αλλά ψυχρών συλλογισμών. Έχοντας κάνει τη γνωριμία κάποιων απλών μοναχών, ο εκλεπτυσμένος αυτός ουμανιστής είχε σκανδαλισθεί από τις μεθόδους προσευχής τους και από τη θέση που παραχωρούσαν στο αισθητό στοιχείο εντός της πνευματικής ζωής. Βρήκε την ευκαιρία αυτή για να διαβάλει τους μοναχούς και να τους κατηγορήσει για αίρεση (1337).

Μπροστά στις κατηγορίες του νοησιαρχικού μοναχού Βαρλαάμ από την Καλαβρία, οι ησυχαστές απευθύνθηκαν τότε (1337) στον Γρηγόριο, ο οποίος έγραψε πολλές αντιρρητικές πραγματείες, στις οποίες απαντούσε στις χονδροειδείς πλάνες του Βαρλαάμ τοποθετώντας τη μοναχική πνευματικότητα σε μία ευρεία δογματική σύνθεση και σε μία εσωτερική θαυμαστή ζωή την οποία αδυνατεί παντελώς ο αφώτιστος κόσμος να κατανοήσει και να εκτιμήσει συνάμα. Κατέδειχνε ο άγιος Πατέρας ότι η άσκηση και η προσευχή είναι η απόληξη ολόκληρου του μυστηρίου της Σωτηρίας και αποτελούν το μέσον που διαθέτει, κατά το μέτρο των δυνάμεων και των εφέσεών του, ο κάθε πιστός για να κάνει να ανθίσει μέσα του η Χάρη που του έχει χορηγηθεί κατά το άγιο Βάπτισμα. Υπερασπιζόταν εξάλλου το βάσιμο των μεθόδων που χρησιμοποιούν οι ησυχαστές για να προσηλώσουν τον νου μέσα στην καρδιά, διότι μετά από την Ενανθρώπηση του Χριστού, οφείλουμε να αναζητούμε τη Χάρη του Πνεύματος στα σώματά μας, τα καθαγιασμένα από τα άχραντα Μυστήρια και εγκεντρισμένα διά της θείας Ευχαριστίας στο Σώμα του Χριστού. Η Χάρη αυτή είναι η ίδια η Δόξα του Θεού που, αναβλύζοντας από το σώμα του Χριστού την ημέρα της Μεταμορφώσεως θάμβωσε τους μαθητές (Ματθ. 17), και η οποία, απαστράπτοντας τώρα μέσα στην καθαρισμένη από τα πάθη καρδιά, μας ενώνει πραγματικά με τον Θεό, μας φωτίζει, μας θεώνει ως ακατάλυτος αρραβώνας της άφθαρτης δόξας που θα λάμψει στα σώματα των αγίων μετά την Ανάσταση των πάντων.

Βεβαιώνοντας έτσι την πραγματικότητα της θεώσεως, ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνιόταν ότι ο Θεός είναι απολύτως υπερβατικός και απερινόητος στην ουσία Του. Ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες, αλλά με σαφέστερο τρόπο, διακρίνει στον Θεό την κατά πάντα αμέθεκτη ουσία και τις αιώνιες, δημιουργικές και προνοιακές ενέργειες, διά των οποίων ο Κύριος κάνει τα κτιστά όντα να μετέχουν αληθινά στο είναι Του, στην ενότητα της θείας φύσεως.

Για τον άγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι η αφηρημένη και ασαφής έννοια των φιλοσόφων, αλλά είναι Αγάπη, Πρόσωπο ζων και «Πυρ καταναλίσκων», όπως διδάσκει η Γραφή (Εβρ. 12, 29), που κάνει τα πάντα για να μας θεώσει. Οι λαμπρές απαντήσεις του αγίου Ιεράρχου, αφού αναγνωρίστηκαν πρώτα από τους ηγέτες της Αθωνικής Πολιτείας στον «Αγιορειτικό Τόμο» (1340), που είχε συνταχθεί από τον Γρηγόριο, υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από την Εκκλησία, η οποία καταδίκασε τον Βαρλαάμ - και μαζί του τον φιλοσοφικό ουμανισμό που έμελλε σύντομα να πλοηγήσει την ευρωπαϊκή αναγέννηση - σε δύο Συνόδους που συγκαλέσθηκαν στην Αγία Σοφία το 1341.

Ο Βαρλαάμ καταδικασμένος κατέφυγε στην Ιταλία, η διαμάχη όμως δεν είχε κλείσει. Ο Γρηγόριος, που για να συντάξει τις πραγματείες του είχε ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα έγκλειστος σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν πρόφθασε να επιστρέψει στο ασκητήριό του στο Άγιον Όρος, και ένας από τους παλαιούς φίλους του, ο Ακίνδυνος, υιοθετώντας την ουσία των σκολιών και αδόκιμων επιχειρημάτων του Καλαβρού, κατηγόρησε τον Γρηγόριο ότι εισήγαγε νεωτερισμούς με τη διάκριση θείας ουσίας και ενέργειας. Διαιτητής καταρχήν μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου, ο Ακίνδυνος, ήταν ένας από τους συντηρητικούς και αβαθείς τυπολάτρες που αρκούνταν να επαναλαμβάνουν απλές διατυπώσεις για να καταδικάσουν τους ουμανιστές, δίχως να αναζητήσουν να διεισδύσουν στο πνεύμα της ιεράς Παραδόσεως. Τότε ξέσπασε ένας τρομερός εμφύλιος πόλεμος (1341-1347), που οφειλόταν στην αντιζηλία ανάμεσα στον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον φιλόδοξο Ιωάννη Καντακουζηνό, φίλο του Παλαμά. Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας πήρε το μέρος του Απόκαυκου και διαμέσου του Ακίνδυνου κίνησε δίκη κατά του Γρηγορίου, η έκβαση της οποίας ήταν να αφορισθεί ο άγιος και να καταδικασθεί σε φυλάκιση. Κατά τα τέσσερα έτη του πικρού εγκλεισμού του, ο Γρηγόριος δεν χαλάρωσε τη δραστηριότητά του: διατήρησε εκτεταμένη αλληλογραφία και συνέταξε σημαντική πραγματεία εναντίον του Ακίνδυνου. Κατά το 1346, καθώς ο Καντακουζηνός άρχισε να υπερισχύει, η Άννα Παλαιολογίνα της Σερβίας (1365) που ασκούσε την αντιβασιλεία, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γρηγορίου και καθαίρεσε τον πατριάρχη, την παραμονή κιόλας της θριαμβευτικής εισόδου του Καντακουζηνού στη Βασιλεύουσα. Ο Καντακουζηνός όρισε τον Ισίδωρο πατριάρχη (1347-1350) και συνεκάλεσε νέα Σύνοδο για να δικαιώσει τους ησυχαστές (8 Φεβρουαρίου 1347). Η διένεξη, ωστόσο, δεν έλαβε οριστικό τέλος παρά το 1351, με τη σύγκλιση μιας τρίτης Συνόδου η οποία έκρινε και καταδίκασε τον ουμανιστή Νικηφόρο Γρηγορά. Στον «Συνοδικό Τόμο» το δόγμα του Γρηγορίου για τις άκτιστες ενέργειες και τη θεία Χάρη αναγνωρίσθηκε ως κανόνας πίστεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Ισίδωρος προχώρησε στη χειροτονία μιας σειράς νέων επισκόπων και εμπιστεύθηκε στον Γρηγόριο τον θρόνο της Θεσσαλονίκης (Μάρτιος 1347). Καθώς όμως η πόλη βρισκόταν στα χέρια των Ζηλωτών, αντιπάλων του Καντακουζηνού, ο νέος μητροπολίτης δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του. Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λήμνο για λίγο καιρό, όπου επέδειξε ηρωική αφοσίωση κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας, ο Γρηγόριος μπόρεσε τελικά να επιστρέψει στην πόλη, ανευφημούμενος ως εικόνα του τροπαιούχου Χριστού με πασχάλιους ύμνους. Στις πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να επωφεληθούν από τα άφθονα χαρίσματα που απέκτησε στη γεμάτη αμετεώριστη και καθαρή προσευχή ερημία του. Άφησε να λάμψει στην πόλη το φως που φώτιζε την καρδιά του και μοίρασε αφειδώς τις θεόπνευστες διδαχές του, επιμένοντας στον στενό δεσμό που πρέπει να ενώνει την προσευχή και τη μυστηριακή ζωή στον βίο του κάθε χριστιανού. Με τη δύναμη του Χριστού, έκανε επίσης πλήθος θαυμάτων και θεράπευσε πολλούς.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία ένα χρόνο. Η σχετική ελευθερία που διέθετε και η ευρύτητα του πνεύματός του, του επέτρεψαν να κάνει τότε φιλικές θεολογικές συζητήσεις με μουσουλμάνους θεολόγους και με τον γιο του εμίρη Ορχάν (1354-1355). Απελευθερώθηκε χάρη σε λύτρα που ήρθαν από τη Σερβία, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε το έργο του ποιμενάρχη και θαυματουργού. Στα τέλη του 1354, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί [5]. Εκθρόνισε τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο [11 Οκτ.] και στράφηκε εναντίον των οπαδών του αγίου Γρηγορίου. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, που είχε καταδικασθεί από τη Σύνοδο του 1351, επανέλαβε τις κατηγορίες του ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να αποδίδεται στον Θεό παρά μία απλή ουσία. Ο αυτοκράτορας διοργάνωσε δημόσια συζήτηση μεταξύ του τελευταίου αυτού και του Γρηγορίου, παρουσία ενός λογάτου του πάπα, η οποία κατέληξε στην επιβεβαίωση της Συνοδικής αποφάσεως (1355).

Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Καθώς δοκιμαζόταν από μια μακροχρόνια και βαριά ασθένεια, του εμφανίσθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να τον καλέσει να τον συναντήσει εν μέσω του παραδείσιου χορού των αγίων ιεραρχών, την ημέρα μετά την εορτή του. Και, πράγματι, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρέδωσε την ιερή και θεοπτική ψυχή του στον Θεό στις 14 Νοεμβρίου του 1357. Όταν εκοιμήθη, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε φως, όμοιο με εκείνο που καταύγαζε τον άγιο Στέφανο (Πράξ. 6, 15). Ο Θεός έδειξε με τον τρόπο τούτο, στο πρόσωπο του πιστού δούλου Του, την αλήθεια της διδασκαλίας Του για την πραγματικότητα της, διά του ακτίστου φωτός του Αγίου Πνεύματος, θεώσεως του ανθρώπου. Ο θείος Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος το 1368 και για το πλήθος των θαυμάτων του τιμάται έως σήμερα ως συμπολιούχος της Θεσσαλονίκης μαζί με τον άγιο Δημήτριο.

- ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1] Ο άγιος Γρηγόριος εορτάζεται και τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, μετά την εορτή της Ορθοδοξίας. Η τιμή του αγίου Γρηγορίου άρχισε αμέσως μετά τον θάνατό του, κατόπιν των θαυμάτων που έγιναν κοντά στη σορό του, στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, αναπτύχθηκε έντονα και η τιμή του στο Άγιον Όρος. Το 1363, ο άγιος πατριάρχης Κάλλιστος [20 Ιουν.] ανέθεσε στους επισκόπους της περιοχής Θεσσαλονίκης να συντάξουν έκθεση των θαυμάτων του και των μαρτυριών της αγιότητάς του. Η έκθεση αυτή που εστάλη στον άγιο πατριάρχη Φιλόθεο τον Κόκκινο [11 Οκτ.] στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε την επίσημη αναγνώριση της τιμής του και δημοσιεύθηκε στον Τόμο της Συνόδου του Μαρτίου-Απριλίου 1368. Στη Μεγίστη Λαύρα, η μνήμη του μετατέθηκε στις 5 Νοεμβρίου, επειδή συνέπιπτε με εκείνη του αγίου Φιλίππου, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης [9 Νοεμ.], στη Θεσσαλονίκη εορταζόταν στις 13 μαζί με εκείνη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στις πρώτες τοιχογραφίες που τον εικονίζουν (Ι. Μ. Βατοπαιδίου), δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ονομάζεται «Νέος Χρυσόστομος». Τον κατά πλάτος «Βίον» του συνέγραψε ο άγιος Φιλόθεος ο Κωνσταντινουπόλεως· «Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν» (εκδ. «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1984). 
[2] Γεννημένος κατά το 1250 στη Νίκαια, μετά από σύντομο γάμο, έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος, όπου απέκτησε βαθιά πείρα του μυστικού βίου. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας το 1283, διεύθυνε την ηρωική άμυνα της πόλεως εναντίον των Τούρκων το 1310 και εκπλήρωσε επάξια τα ποιμαντικά του καθήκοντα στις δύσκολες συνθήκες τις εποχής εκείνης μέχρι την κοίμησή του, το 1322. Πνευματικός πατέρας της Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας και σύμβουλος της Μονής Φιλανθρώπου Σωτήρος, την οποία είχε ιδρύσει αυτή, είναι συγγραφέας σημαντικών πνευματικών πραγματειών, εκ των οποίων ορισμένες συμπεριελήφθησαν στη «Φιλοκαλία» και, σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υπήρξε ο βασικός πρόδρομος του Ησυχασμού. Δυστυχώς, όμως, δεν συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των αγίων (βλ. «Θεόκλητος Φιλαδελφείας ο Ομολογητής (1250-1322), Βίος και Έργα», επιμ. Ιωάννης Κ. Γρηγορόπουλος, εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1996). 
[3] Ο θεολόγος, λόγιος και ιστορικός συγγραφέας Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) τον ονομάζει «Γρηγόριος ο Δριμύς». Πρόκειται ίσως για τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη [6 Απρ.]. 
[4] Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, ο άγιος Ισίδωρος (Βούχειρας) έζησε για λίγο στο Άγιον Όρος, αλλά χρειάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου για δέκα περίπου χρόνια επιδόθηκε να διαδώσει την πρακτική της νοεράς προσευχής μεταξύ των λαϊκών. Εκάρη μοναχός από τον άγιο Γρηγόριο (1335), έγινε ένας από τους πιστότερους οπαδούς του και τον συνόδευσε στη Σύνοδο του 1341. Εξελέγη μητροπολίτης Μονεμβασίας, καθαιρέθηκε εξαιτίας των θέσεών του υπέρ των ησυχαστών. Μετά τη νίκη του Ιωάννου Καντακουζηνού έπαυσε να είναι σε δυσμένεια και εξελέγη πατριάρχης (1347), γεγονός που του επέτρεψε να ανεβάσει τον άγιο Γρηγόριο στο αξίωμα του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη εν ειρήνη μετά από τρία μόλις χρόνια (1350), αφήνοντας πίσω του τη φήμη αγίου. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος συνέταξε τον «Βίον» του, η μνήμη του όμως δεν έχει ακόμη συμπεριληφθεί στο αγιολόγιο της Εκκλησίας. 
[5] Έγινε τότε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος),
σελ. 145–152.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο

 


Αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ καὶ ἄλλη αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο; Γιατί δὲν ζοῦμε ἐνάρετη ζωὴ καὶ δὲν ἔχουμε καθαρὴ συνείδηση. Ἀλλιῶς ὁ θάνατος δὲν θὰ μᾶς τρόμαζε. Ἀπόδειξέ μου ὅτι θὰ κληρονομήσω τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ σφάξε μὲ τώρα κιόλας. Θὰ σοῦ χρωστάω μάλιστα καὶ χάρη γιὰ τὴ σφαγή μου, ἀφοῦ θὰ μὲ στείλεις γρήγορα σ’ ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά.

“Αλλά φοβᾶμαι νὰ πεθάνω ἄδικα”, ἴσως θὰ μοῦ πεῖς. Ὥστε ἤθελες νὰ πεθάνεις δίκαια; Καὶ ποιὸς εἶναι τόσο ταλαίπωρος, ποῦ, ἐνῶ μπορεῖ νὰ πεθάνει ἄδικα, προτιμάει νὰ πεθάνει δίκαια; Ἂν πρέπει νὰ φοβόμαστε θάνατο, πρέπει νὰ φοβόμαστε ἐκεῖνον ποὺ μᾶς βρίσκει δίκαια. Ὅποιος πεθαίνει ἄδικα, μοιάζει στοὺς ἁγίους. Γιατί οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εὐαρέστησαν τὸ Θεό, θανατώθηκαν ἄδικα. Καὶ πρῶτος ὁ Ἀβελ. Δὲν δολοφονήθηκε γιατί ἔφταιξε στὸν Κάιν, ἀλλὰ γιατί τίμησε τὸ Θεό. Καὶ ὁ Θεὸς παραχώρησε νὰ γίνει αὐτὸς ὁ φόνος γιατί ἀγαποῦσε τὸν Ἀβελ ἢ γιατί τὸν μισοῦσε; Ὁλοφάνερα γιατί τὸν ἀγαποῦσε καὶ ἤθελε νὰ τοῦ προσφέρει πιὸ λαμπρὸ στεφάνι, λόγω τῆς ἄδικης σφαγῆς του.

Βλέπεις ποῦ δὲν πρέπει νὰ φοβᾶσαι μήπως πεθάνεις ἄδικα, ἀλλὰ μήπως πεθάνεις φορτωμένος μὲ ἁμαρτίες; Ὁ Ἀβελ πέθανε ἄδικα, μὰ ὁ Κάιν πέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ ἔχοντας τὴν κατάρα τοῦ Θεοῦ, στενάζοντας καὶ τρέμοντας ἀκατάπαυστα. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἦταν πιὸ μακάριος; Ἐκεῖνος ποῦ ἔπαψε νὰ ζεῖ μέσα στὴ ἀρετὴ ἢ αὐτὸς ποῦ ἔζησε μέσα στὴν ἁμαρτία; Ἐκεῖνος ποῦ ἄδικα πέθανε ἢ αὐτὸς ποῦ δίκαια τιμωρήθηκε;

Ἃς μὴν κλαῖμε, λοιπόν, ἀδιάκριτα ὅλους ὅσοι πεθαίνουν, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ πεθαίνουν ἔχοντας πολλὲς ἁμαρτίες. Σ’ αὐτοὺς πρέπουν τὰ δάκρυα καὶ οἱ θρῆνοι. Γιατί ποιὰ ἐλπίδα ἔχουν, ἀφοῦ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ καθαριστοῦν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους; Ὅσο βρίσκονταν στὴν παροῦσα ζωή, ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ μετανοήσουν. Ἐκεῖ ποὺ πῆγαν, ὅμως, δὲν κερδίζει κανεὶς τίποτα μὲ τὴ μετάνοια. Ἃς τοὺς κλαῖμε, ναί, ὄχι ὅμως μὲ τρόπο ὑστερικὸ καὶ ἄπρεπο, ὄχι τραβώντας τὰ μαλλιά μας, ξεσκίζοντας τὸ πρόσωπό μας, οὐρλιάζοντας καὶ τσιρίζοντας, ἀλλὰ μὲ σεμνότητα, ἀφήνοντας τὰ δάκρυα νὰ κυλοῦν ἤρεμα ἀπὸ τὰ μάτια μας. Αὐτὸ ὠφελεῖ κι ἐμᾶς. Γιατί, πενθώντας ἔτσι τὸν νεκρό, πολὺ περισσότερο θὰ προσπαθήσουμε νὰ μὴν πέσουμε καὶ οἱ ἴδιοι σὲ παρόμοια ἁμαρτήματα. Μὲ τὸ τράβηγμα τῶν μαλλιῶν καὶ τὶς κραυγὲς ὁ νοῦς σκοτίζεται, ἐνῶ μὲ τὸ ἤρεμο πένθος διατηρεῖ τὴ διαύγειά του καὶ μπορεῖ νὰ φιλοσοφήσει ὠφέλιμα γύρω ἀπὸ τὸ θάνατο.

Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ φιλοσοφεῖς ὄχι μόνο ὅταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μὰ κι ὅταν βλέπεις ἕναν ἄγνωστο νεκρὸ νὰ ὁδηγεῖται μὲ πομπὴ μέσ’ ἀπὸ τοὺς δρόμους στὴν τελευταία του κατοικία καὶ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ὀρφανὰ παιδιά του, τὴ χήρα γυναίκα του, τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, ὅλους κλαμένους καὶ συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πὼς ἡ ζωὴ καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἔχουν καμιὰν ἀξία καὶ καμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τὶς σκιὲς καὶ τὰ ὄνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα καὶ παλάτια βασιλιάδων, ἡγεμόνων καὶ ἀρχόντων εἶναι σωριασμένα σὲ ἐρείπια! Σκέψου, πόση δύναμη καὶ πόσο πλοῦτο εἶχαν κάποτε! Τώρα ἔχουν ξεχαστεῖ καὶ τὰ ὀνόματά τους. Λέει ἡ Γραφή: «Πολλοὶ ἄρχοντες ἔχασαν τὴν ἐξουσία τους καὶ κάθησαν στὸ χῶμα· κι ἕνας ἄσημος, ποὺ κανεὶς δὲν φανταζόταν ὅτι θὰ γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σόφ. Σείρ. 11:5).

Δὲν σοῦ φτάνουν αὐτά; Συλλογίσου τότε, ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία σου ὅταν κοιμᾶσαι; Μήπως δὲν μπορεῖ κι ἕνα ζωύφιο νὰ σὲ θανατώσει; Ναί, πολλοὶ πέθαναν ἔτσι στὸν ὕπνο τους. Ἀλήθεια, ἀπὸ μιὰ κλωστὴ κρέμεται ἡ ζωή μας! Κόβεται ἡ κλωστὴ καὶ τελειώνουν ὅλα.

Ἔτσι νὰ φιλοσοφεῖς καὶ νὰ μὴ σαγηνεύεσαι ἀπὸ τὴν ὀμορφιά, τὰ πλούτη, τὴ δόξα, τὶς ἀπολαύσεις. Ἕνα μόνο νὰ σὲ ἀπασχολεῖ: Ποὺ τελειώνουν ὅλα αὐτά. Θαυμάζεις ὅσα βλέπεις ἐδῶ στὴ γῆ; Πιὸ ἀξιοθαύμαστα, ὅμως, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἅγιες Γραφές.

Δεῖξε μου ἕναν ἀγέρωχο ἄρχοντα ἢ ἕναν λαμπροντυμένο πλούσιο, ὅταν ψήνεται ἀπὸ τὸν πυρετό, ὅταν ψυχομαχεῖ, καὶ τότε θὰ σὲ ρωτήσω: “Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καμαρωτὸς καὶ περήφανος μὲ ἀκολούθους καὶ σωματοφύλακες; Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποῦ φοροῦσε πανάκριβα ροῦχα; Ποῦ εἶναι ἡ χλιδὴ τῆς ζωῆς του, ἡ πολυτέλεια τῶν συμποσίων του, οἱ ὑπηρέτες, οἱ παρατρεχάμενοι, τὰ γέλια, οἱ ἀνέσεις, οἱ σπατάλες; Ὅλα ἔφυγαν καὶ πέταξαν. Τί ἀπέγινε τὸ σῶμα, ποῦ ἀπολάμβανε τόση ἡδονή; Πλησίασε στὸν τάφο καὶ κοίτα τὴ σκόνη, τὴ σαπίλα, τὰ σκουλήκια. Κοίτα καὶ στέναξε πικρά. Καὶ μακάρι τὸ κακὸ νὰ περιοριζόταν σὲ τούτη τὴ σκόνη, ποὺ βλέπεις. Ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὰ σκουλήκια φέρε τὴ σκέψη σου στὸ ἀκοίμητο σκουλήκι τῆς ἄλλης ζωῆς, στὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν, στὸ αἰώνιο σκοτάδι, στὴν ἄσβεστη φωτιά, στὶς πικρὲς καὶ ἀφόρητες ἐκεῖνες τιμωρίες, ποὺ δὲν θὰ ἔχουν τέλος. Ἐδῶ, στὴ γῆ, καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ κάποτε, ἀργὰ ἢ γρήγορα, τελειώνουν ἐκεῖ, ὅμως, καὶ τὰ δύοδιαρκουν αἰώνια. Και διαφέρουν ὡς πρὸς τὴν ποιότητα από τα καλὰ καὶ τὰ κακά του κόσμου τούτου τόσο, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐκφράσει κανεὶς μὲ λόγια.

Τί ἔγιναν, λοιπόν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ μεγαλεῖα; Τί ἔγιναν τὰ χρήματα καὶ τὰ κτήματα; Ποιὸς ἄνεμος φύσηξε καὶ τὰ πῆρε καὶ τὰ σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αὐτή η ἀνώφελη δαπάνη γιὰ τὴν κηδεία, ποὺ καὶ τὸν νεκρὸ δὲν ὠφελεῖ καὶ τοὺς οἰκείους του ζημιώνει; Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γυμνὸς ἀπὸ τὸν τάφο. Ἃς μὴ γίνεται, λοιπόν, ἡ κηδεία ἀφορμὴ ἱκανοποιήσεως τῆς μανίας μας γιὰ ἐπίδειξη. Ὁ Κύριος εἶπε: «Πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω· δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ· ἤμουνα γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Ὅμως δὲν εἶπε: «Ἤμουνα νεκρὸς καὶ μὲ θάψατε». Γιατί, ἂν μᾶς παραγγέλλει νὰ μὴν ἔχουμε τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα σκέπασμα, ὅταν ζοῦμε, πολὺ περισσότερο ὅταν πεθάνουμε. Ποιὰν ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸ Θεό, λοιπόν, ὅταν ξοδεύουμε τεράστια ποσὰ γιὰ νὰ κηδέψουμε ἕνα νεκρὸ σῶμα, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστός, μὲ τὴ μορφὴ τῶν φτωχῶν συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος καὶ γυμνός, κι ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε γι’ αὐτό;

Ὅλα ὅσα σᾶς λέω, βέβαια, εἶναι ἀνώφελα γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν ἤδη πεθάνει. Ἃς τ’ ἀκούσουν, ὅμως, οἱ ζωντανοὶ καὶ ἃς συνέλθουν, ἃς λογικευτοῦν, ἃς διορθωθοῦν. Ὅπου νὰ ‘ναὶ θὰ ἔρθει καὶ ἡ δική τους ὥρα. Δὲν θ’ ἀργήσουν νὰ βρεθοῦν κι αὐτοί, δὲν θ’ ἀργήσουμε νὰ βρεθοῦμε ὅλοι μας, μπροστὰ στὸ φοβερὸ Κριτήριο, ὅπου θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὶς πράξεις μας. Ας ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νὰ γίνουμε καλύτεροι, ἐγκαταλείποντας τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἀρετή, γιὰ νὰ μὴ χάσουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ μᾶς ὁ φιλάνθρωπος Κύριος.

http://www.alopsis.gr

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Ὁ Ἐκκλησιασμός

 Πηγή: Εδώ

Λιμάνια πνευματικὰ οἱ ναοί 
Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.

Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;

Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη. 
Γιατί δὲν ἐκκλησιάζεσαι;

Παρ᾿ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Τί θλιβερό! Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση. Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε. Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε. Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα. Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση. Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο. Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιού, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους. Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια. Εἶναι κατάσταση αὐτή;

Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, καὶ σχεδὸν κανένας δὲν παρουσιάζεται στὸ ναό. Φαίνεται πὼς ἡ ἀπόσταση παρασύρει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀμέλεια· ἢ μᾶλλον ὄχι ἡ ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια μόνο τοὺς ἐμποδίζει. Γιατί, ὅπως τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ζῆλο νὰ κάνει κάτι, ἔτσι καὶ τὸν ἀμελῆ, τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀναβλητικὸ ὅλα μποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν.

Οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν Ἀλήθεια, κι ἐσὺ λογαριάζεις μία τόσο μικρὴ ἀπόσταση; Ἐκεῖνοι θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, κι ἐσὺ δὲν θέλεις οὔτε λίγο νὰ κοπιάσεις; Ὁ Κύριος πέθανε γιὰ χάρη σου, κι ἐσὺ Τὸν περιφρονεῖς; Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, κι ἐσὺ βαριέσαι νὰ ἔρθεις στὸ ναό, προτιμώντας νὰ κάθεσαι στὸ σπίτι σου; Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ ἔρθεις, γιὰ νὰ δεῖς τὸ διάβολο νὰ νικιέται, τὸν ἅγιο νὰ νικάει, τὸ Θεὸ νὰ δοξάζεται καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ θριαμβεύει.

«Μὰ εἶμαι ἁμαρτωλός», λές, «καὶ δὲν τολμῶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸν ἅγιο». Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος. Ἢ μήπως δὲν γνωρίζεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἔχουν διαπράξει ἁμαρτίες; Γι᾿ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἱερεῖς ἀπὸ κάποια πάθη, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ νὰ συγχωροῦν τοὺς ἄλλους.

«Ἀφοῦ, ὅμως, δὲν τήρησα ὅσα ἄκουσα στὴν ἐκκλησία», θὰ μοῦ πεῖ κάποιος, «πῶς μπορῶ νὰ ἔρθω πάλι;». Ἔλα νὰ ξανακούσεις τὸν θεῖο λόγο. Καὶ προσπάθησε τώρα νὰ τὸν ἐφαρμόσεις. Ἂν βάλεις φάρμακο πάνω στὸ τραῦμα σου καὶ δὲν τὸ ἐπουλώσει τὴν ἴδια μέρα, δὲν θὰ ξαναβάλεις καὶ τὴν ἑπόμενη; Ἂν ὁ ξυλοκόπος, ποὺ θέλει νὰ κόψει μία βελανιδιά, δὲν κατορθώσει νὰ τὴ ρίξει μὲ τὴν πρώτη τσεκουριά, δὲν τὴ χτυπάει καὶ δεύτερη καὶ πέμπτη καὶ δέκατη φορά; Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.

Ἀλλά, θὰ μοῦ πεῖς, σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ ἐκκλησιαστεῖς ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐργαστεῖς. Ὅμως δὲν εἶναι εὔλογη καὶ τούτη ἡ πρόφαση. Ἑφτὰ μέρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα. Αὐτὲς τὶς ἑφτὰ μέρες τὶς μοιράστηκε ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἔδωσε ἕξι, ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό Του ἄφησε μία. Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ μέρα, λοιπόν, δὲν δέχεσαι νὰ σταματήσεις τὶς ἐργασίες;

Καὶ γιατί λέω γιὰ ὁλόκληρη μέρα; Ἐκεῖνο ποὺ ἔκανε στὴν περίπτωση τῆς ἐλεημοσύνης ἡ χήρα του Εὐαγγελίου, τὸ ἴδιο κάνε κι ἐσὺ στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μιᾶς μέρας. Ἔδωσε ἐκείνη δυὸ λεπτὰ καὶ πῆρε πολλὴ χάρη ἀπὸ τὸ Θεό. Δάνεισε κι ἐσὺ δυὸ ὧρες στὸ Θεό, πηγαίνοντας στὴν ἐκκλησία, καὶ θὰ φέρεις στὸ σπίτι σου κέρδη ἀμέτρητων ἡμερῶν. Ἂν ὅμως δὲν δέχεσαι νὰ κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ᾿ αὐτή σου τὴ στάση χάσεις κόπους πολλῶν ἐτῶν. Γιατὶ ὁ Θεός, ὅταν περιφρονεῖται, γνωρίζει νὰ σκορπίζει τὰ χρήματα ποὺ συγκεντρώνεις μὲ τὴν ἐργασία τῆς Κυριακῆς.

Μὰ κι ἂν ἀκόμα ἔβρισκες ὁλόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἐξ αἰτίας του ἀπουσίαζες ἀπὸ τὸ ναό, θὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερη ἡ ζημιά σου· καὶ τόσο μεγαλύτερη, ὅσο ἀνώτερα εἶναι τὰ πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ὑλικά. Γιατί τὰ ὑλικὰ πράγματα, κι ἂν ἀκόμα εἶναι πολλὰ καὶ τρέχουν ἄφθονα ἀπὸ παντοῦ, δὲν τὰ παίρνουμε στὴν ἄλλη ζωή, δὲν μεταφέρονται μαζί μας στὸν οὐρανό, δὲν παρουσιάζονται στὸ φοβερὸ ἐκεῖνο βῆμα τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ πολλὲς φορές, καὶ πρὶν ἀκόμα πεθάνουμε, μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἀντίθετα, ὁ πνευματικὸς θησαυρὸς ποὺ ἀποκτοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετο καὶ μᾶς ἀκολουθεῖ παντοῦ.

«Ναί, ἀλλὰ μπορῶ», λέει κάποιος ἄλλος, «νὰ προσευχηθῶ καὶ στὸ σπίτι μου». Ἀπατᾷς τὸν ἑαυτό σου, ἄνθρωπε. Βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθεῖς καὶ στὸ σπίτι σου· εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ προσευχηθεῖς ἔτσι, ὅπως προσεύχεσαι στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὑπάρχει τὸ πλῆθος τῶν πατέρων καὶ ὅπου ὁμόφωνη κραυγὴ ἱκεσίας ἀναπέμπεται στὸ Θεό. Δὲν σὲ ἀκούει τόσο πολὺ ὁ Κύριος ὅταν Τὸν παρακαλεῖς μόνος σου, ὅσο ὅταν Τὸν παρακαλεῖς ἑνωμένος μὲ τοὺς ἀδελφούς σου. Γιατὶ στὴν ἐκκλησία ὑπάρχουν περισσότερες πνευματικὲς προϋποθέσεις ἀπ᾿ ὅσες στὸ σπίτι. Ὑπάρχουν ἡ ὁμόνοια, ἡ συμφωνία τῶν πιστῶν, ὁ σύνδεσμος τῆς ἀγάπης, οἱ εὐχὲς τῶν ἱερέων. Γι᾿ αὐτό, ἄλλωστε, οἱ ἱερεῖς προΐστανται τῶν ἀκολουθιῶν· γιὰ νὰ ἐνισχύονται μὲ τὶς δυνατότερες εὐχὲς τοὺς οἱ ἀσθενέστερες εὐχὲς τοῦ λαοῦ, κι ἔτσι ὅλες μαζὶ ν᾿ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό.

Ὅταν προσευχόμαστε ὁ καθένας χωριστά, εἴμαστε ἀνίσχυροι· ὅταν ὅμως συγκεντρωνόμαστε ὅλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιὸ δυνατοὶ καὶ ἑλκύουμε σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Κάποτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἁλυσοδεμένος στὴ φυλακή. Ἔγινε ὅμως θερμὴ προσευχὴ ἀπὸ τοὺς συναγμένους πιστούς, κι ἀμέσως ἐλευθερώθηκε. Τί θὰ μποροῦσε, ἑπομένως, νὰ εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχή, ποῦ ὠφέλησε κι αὐτοὺς ἀκόμα τοὺς στύλους τῆς Ἐκκλησίας;
Ἡ προσέλευσή μας στὸ ναό

Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ σᾶς ἱκετεύω, ἂς προτιμᾶτε ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀσχολία καὶ φροντίδα τὸν ἐκκλησιασμό. Ἂς τρέχουμε πρόθυμα, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, στὴν ἐκκλησία.

Προσέξτε, ὅμως, κανεὶς νὰ μὴν μπεῖ στὸν ἱερὸ αὐτὸ χῶρο, ἔχοντας βιοτικὲς φροντίδες ἢ περισπασμοὺς ἢ φόβους. Ἀλλὰ ἀφοῦ τ᾿ ἀφήσουμε ὅλα τοῦτα ἔξω, στὶς πύλες τοῦ ναοῦ, τότε ἂς περάσουμε μέσα. Γιατὶ ἐρχόμαστε στὰ ἀνάκτορα τῶν οὐρανῶν, πατᾶμε σὲ τόπους ποὺ ἀστράφτουν.

Ἂς διώξουμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας πρῶτα-πρῶτα τὴ μνησικακία, γιὰ νὰ μὴν κατακριθοῦμε, ὅταν παρουσιαστοῦμε μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ προσευχηθοῦμε λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν..., ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Διαφορετικά, πῶς θέλεις νὰ φανεῖ ὁ Δεσπότης Χριστὸς γλυκὸς καὶ πρᾶος ἀπέναντί σου, ἀφοῦ ἐσὺ γίνεσαι στὸν συνάνθρωπό σου σκληρὸς καὶ δὲν τὸν συγχωρεῖς; Πῶς θὰ μπορέσεις νὰ ὑψώσεις τὰ χέρια σου στὸν οὐρανό; Πῶς θὰ κινήσεις τὴ γλῶσσα σου σὲ λόγια προσευχῆς; Πῶς θὰ ζητήσεις συγγνώμη; Ἀκόμα κι ἂν θέλει ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου, δὲν Τὸν ἀφήνεις ἐσύ, ἐπειδὴ δὲν συγχωρεῖς τὸν πλησίον σου. 
Ἡ ἀμφίεσή μας

Μὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας στὸ ναὸ νὰ εἶναι καλὴ ἀπὸ κάθε πλευρά. Νὰ εἶναι κόσμια καὶ ὄχι ἐξεζητημένη. Γιατί τὸ κόσμιο εἶναι σεμνό, ἐνῷ τὸ ἐξεζητημένο εἶναι ἄσεμνο.

Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παραγγέλλει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Θέλω νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο, σηκώνοντας πρὸς τὸν οὐρανὸ χέρια ὅσια, χωρὶς ὀργὴ καὶ δισταγμὸ ὀλιγοπιστίας. Ἐπίσης καὶ οἱ γυναῖκες νὰ προσεύχονται μὲ ἀμφίεση σεμνή, στολίζοντας τὸν ἑαυτό τους μὲ σεμνότητα καὶ σωφροσύνη, ὄχι μὲ περίτεχνες κομμώσεις καὶ χρυσὰ κοσμήματα ἢ μαργαριτάρια ἢ ἐνδύματα πολυτελῆ, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι ταιριάζει στὶς γυναῖκες ποὺ λένε ὅτι σέβονται τὸ Θεό, δηλαδὴ μὲ καλὰ ἔργα» (Α´ Τιμ. 2:8-10). Ἄν, λοιπόν, ἀπαγορεύει στὶς γυναῖκες ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπόδειξη πλούτου, πολὺ περισσότερο ἀπαγορεύει ὅσα κινοῦν τὴν περιέργεια, ὅπως τὰ φτιασίδια, τὸ βάψιμο τῶν ματιῶν, τὸ κουνιστὸ βάδισμα, τὰ παράξενα ροῦχα καὶ τὰ παρόμοια.

Τί λές, γυναῖκα; Ἔρχεσαι στὸ ναὸ νὰ προσευχηθεῖς, καὶ στολίζεσαι μὲ χρυσαφικὰ καὶ χτενίζεσαι ἐπιτηδευμένα; Μήπως ἦρθες γιὰ νὰ χορέψεις; Μήπως γιὰ νὰ λάβεις μέρος σὲ γαμήλια γιορτή; Ἐκεῖ ἔχουν θέση τὰ χρυσαφικὰ καὶ οἱ πολυτέλειες· ἐδῶ δὲν χρειάζεται τίποτα ἀπ᾿ αὐτά. Ἦρθες νὰ παρακαλέσεις τὸ Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Τί στολίζεις, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου; Αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση δὲν εἶναι γυναίκας ποὺ ἱκετεύει. Πῶς μπορεῖς νὰ στενάξεις, πῶς μπορεῖς νὰ δακρύσεις, πῶς μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς μὲ θέρμη, ἔχοντας τέτοια ἀμφίεση; Θέλεις νὰ φαίνεσαι εὐπρεπής; Φόρεσε τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι τὸ χρυσό. Ντύσου τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη. Αὐτὰ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾿ ὅλο τὸ χρυσάφι. Αὐτὰ καὶ τὴν ὡραία τὴν κάνουν ὡραιότερη καὶ τὴν ἄσχημη τὴν ὀμορφαίνουν. Νὰ ξέρεις, γυναῖκα, πώς, ὅταν στολιστεῖς πολύ, γίνεσαι πιὸ αἰσχρὴ κι ἀπὸ τὴ γυμνή, γιατὶ ἔχεις ἀποβάλει πιὰ τὴν κοσμιότητα.
Προσοχὴ καὶ προσευχή

λλὰ καὶ ἡ διαγωγή μας, ὅσο βρισκόμαστε μέσα στὸ ναό, ἂς εἶναι ἡ πρέπουσα, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὸ Θεό. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ ἄσκοπες συζητήσεις, μὰ νὰ στεκόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ προσοχὴ καὶ προθυμία, μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὴ γῆ καὶ τὴν ψυχὴ ὑψωμένη στὸν οὐρανό.

Γιατὶ ἔρχονται πολλοὶ στὴν ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνουν μηχανικὰ ψαλμοὺς καὶ εὐχές, καὶ φεύγουν, δίχως νὰ ξέρουν τί εἶπαν. Τὰ χείλη κινοῦνται, ἀλλὰ τ᾿ αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε. Ἐσὺ δὲν ἀκοῦς τὴν προσευχή σου, καὶ θέλεις νὰ σὲ εἰσακούσει ὁ Θεός; Γονάτισα, λες· ἀλλὰ ὁ νοῦς σου πετοῦσε μακριά. Τὸ σῶμα σου ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ψυχή σου ἔξω. Τὸ στόμα ἔλεγε τὴν προσευχὴ καὶ ὁ νοῦς μετροῦσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφὲς μὲ φίλους. Κι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι πονηρός· ξέρει πὼς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κερδίζουμε πολλά, γι᾿ αὐτὸ τότε ἐπιτίθεται μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα. Ἄλλες φορὲς εἴμαστε ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι, καὶ τίποτα δὲν σκεφτόμαστε· ᾔρθαμε ὅμως στὴν ἐκκλησία νὰ προσευχηθοῦμε, καὶ ὁ διάβολος μᾶς ἔβαλε ἕνα σωρὸ λογισμούς, ὥστε καθόλου νὰ μὴν ὠφεληθοῦμε.

Ἄν, ἀλήθεια, ὁ Θεός σου ζητήσει λόγο γιὰ τὴν ἀδιαφορία ἢ καὶ τὴν ἀσέβεια ποῦ δείχνεις στὶς λατρευτικὲς συνάξεις, τί θὰ κάνεις; Νά, τὴν ὥρα ποὺ Αὐτὸς σοῦ μιλάει, ἐσύ, ἀντὶ νὰ προσεύχεσαι, ἔχεις πιάσει κουβέντα μὲ τὸν διπλανό σου γιὰ πράγματα ἀνώφελα. Καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα ἁμαρτήματά μας ἂν παραβλέψει ὁ Θεός, τοῦτο φτάνει γιὰ νὰ στερηθοῦμε τὴ σωτηρία. Μὴν τὸ θεωρεῖς μικρὸ παράπτωμα. Γιὰ νὰ καταλάβεις, τὴ βαρύτητά του, σκέψου τί γίνεται στὴν ἀνάλογη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι συζητᾷς μ᾿ ἕνα ἐπίσημο πρόσωπο ἢ μ᾿ ἕναν ἐγκάρδιο φίλο σου. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνος σοῦ μιλάει, ἐσὺ γυρίζεις ἀδιάφορα τὸ κεφάλι σου καὶ ἀρχίζεις νὰ κουβεντιάζεις μὲ κάποιον ἄλλο. Δὲν θὰ προσβληθεῖ ὁ συνομιλητής σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπρέπειά σου; Δὲν θὰ θυμώσει; Δὲν θὰ σοῦ ζητήσει τὸ λόγο;

Ἀλίμονο! Βρίσκεσαι στὴ θεία Λειτουργία, κι ἐνῷ τὸ βασιλικὸ τραπέζι εἶναι ἑτοιμασμένο, ἐνῷ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιὰ χάρη σου, ἐνῷ ὁ ἱερέας ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία σου, ἐσὺ ἀδιαφορεῖς. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σκεπάζουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα παρακαλοῦν τὸ Θεὸ γιὰ σένα, τὴ στιγμὴ ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ χύνεται ἀπὸ τὴν ἄχραντη πλευρά Του μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο, τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συνείδησή σου, ἄραγε, δὲν σὲ ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀπροσεξία σου; Σκέψου, ἄνθρωπέ μου, μπροστὰ σὲ Ποιὸν στέκεσαι τὴν ὥρα τῆς φρικτῆς μυσταγωγίας καὶ μαζὶ μὲ ποιοὺς – μὲ τὰ Χερουβείμ, μὲ τὰ Σεραφείμ, μὲ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Ἀναλογίσου μαζὶ μὲ ποιοὺς ψάλλεις καὶ προσεύχεσαι. Εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ συνέλθεις, ὅταν θυμηθεῖς ὅτι, ἐνῷ ἔχεις ὑλικὸ σῶμα, ἀξιώνεσαι νὰ ὑμνεῖς τὸν Κύριό της κτίσεως μαζὶ μὲ τοὺς ἀσώματους ἀγγέλους.

Μὴ συμμετέχεις, λοιπόν, στὴν ἱερὴ ἐκείνη ὑμνῳδία μὲ ἀδιαφορία. Μὴν ἔχεις στὸ νοῦ σου βιοτικὲς σκέψεις. Διῶξε κάθε γήινο λογισμὸ καὶ ἀνέβα νοερὰ στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Πέταξε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τὸν τρισάγιο ὕμνο στὴν Παναγία Τριάδα. 
Ἡ θεία Κοινωνία

Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Τοῦ τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου, λοιπόν, κι ἐσὺ ποιὸ ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.

Νὰ προσέρχεστε, λοιπόν, στὴ θεία Κοινωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ συνείδηση καθαρή, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Χωρὶς νὰ θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ ποδοπατᾶτε καὶ νὰ σπρώχνετε τοὺς διπλανούς σας. Γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη τρέλα καὶ τὴ χειρότερη περιφρόνηση τῶν θείων Μυστηρίων.

Πές μου, ἄνθρωπε, γιατὶ κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σὲ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις τὶς δουλειές σου; Καὶ σοῦ περνάει ἄραγε, τὴν ὥρα ποῦ πᾶς νὰ κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τὴν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στὴ γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους καὶ ὄχι μὲ τοὺς χοροὺς τῶν ἀγγέλων; Μὰ κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς... 
Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε;

πάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μία φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δυὸ φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαβαίνουν; Οὔτε τοὺς μία οὔτε τὶς πολλὲς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρῖμα καὶ καταδίκη, ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ἅγιος ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του» (Α´ Κορ. 11:27, 29). Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῷ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι. Μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρὴ συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινὰ νὰ προσέρχεται στὴ θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλά, ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα. 
Παραμονὴ ὡς τὴν ἀπόλυση

Ἦρθες, λοιπόν, στὴν ἐκκλησία καὶ ἀξιώθηκες νὰ συναντήσεις τὸ Χριστό; Μὴ φύγεις, ἂν δὲν τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἂν φύγεις πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, εἶσαι ἔνοχος ὅσο κι ἕνας δραπέτης. Πηγαίνεις στὸ θέατρο καί, ἂν δὲν τελειώσει ἡ παράσταση, δὲν φεύγεις. Μπαίνεις στὴν ἐκκλησία, στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου, καὶ γυρίζεις τὴν πλάτη στὰ ἄχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Ὅποιος καταφρονεῖ τὸ Θεό, θὰ καταφρονηθεῖ ἀπ᾿ Αὐτόν» (Πρβλ. Παροιμ. 13:13).

Τί κάνεις, ἄνθρωπε; Ἐνῷ ὁ Χριστὸς εἶναι παρών, οἱ ἄγγελοί Του παραστέκονται, οἱ ἀδελφοί σου κοινωνοῦν ἀκόμα, ἐσὺ τοὺς ἐγκαταλείπεις καὶ φεύγεις; Ὁ Χριστός σου προσφέρει τὴν ἁγία σάρκα Του, κι ἐσὺ δὲν περιμένεις λίγο, γιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστήσεις ἔστω μὲ τὰ λόγια; Ὅταν παρακάθεσαι σὲ δεῖπνο, δὲν τολμᾷς νὰ φύγεις, ἔστω κι ἂν ἔχεις χορτάσει, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ φίλοι σου κάθονται ἀκόμα στὸ τραπέζι. Καὶ τώρα ποὺ τελοῦνται τὰ φρικτὰ Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, τ᾿ ἀφήνεις ὅλα στὴ μέση καὶ φεύγεις;

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τίνος τὸ ἔργο κάνουν ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία καὶ δὲν συμμετέχουν ἔτσι στὶς τελευταῖες εὐχαριστήριες εὐχές; Ἴσως εἶναι βαρὺ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, μὰ πρέπει νὰ τὸ πῶ. Ὅταν ὁ Ἰούδας πῆρε μέρος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ ὅλοι ἦταν καθισμένοι στὸ τραπέζι, αὐτὸς σηκώθηκε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους κι ἔφυγε. Ἐκεῖνον, λοιπόν, τὸν Ἰούδα μιμοῦνται... Ἂν δὲν ἔφευγε τότε ἐκεῖνος, δὲν θὰ γινόταν προδότης, δὲν θὰ χανόταν. Ἂν δὲν ξεχώριζε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ποίμνιο, δὲν θὰ τὸν ἔβρισκε μόνο του ὁ λύκος, γιὰ νὰ τὸν φάει.
Μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ

Ἐμεῖς ἂς ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία σὰν λιοντάρια ποὺ βγάζουν φωτιά, ἔχοντας γίνει φοβεροὶ ἀκόμα καὶ στὸ διάβολο. Γιατὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ κοινωνοῦμε, ποτίζει τὴν ψυχή μας καὶ τῆς δίνει μεγάλη δύναμη. Ὅταν τὸ μεταλαβαίνουμε ἄξια, διώχνει τοὺς δαίμονες μακριὰ καὶ φέρνει κοντά μας τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μ᾿ αὐτὸ λούζεται ἡ ψυχή, μ᾿ αὐτὸ στολίζεται. Αὐτὸ τὸ αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας λαμπρότερο ἀπὸ τὴ φωτιά, αὐτὸ κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι.

Προσελκύστε, λοιπόν, τοὺς ἀδελφούς μας στὴν ἐκκλησία, προτρέψτε τοὺς πλανημένους, συμβουλέψτε τους ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Κι ἂν ἀκόμα τίποτα δὲν πεῖς, ἀλλὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ἱερὴ σύναξη, δείχνοντας στοὺς ἀπόντες – καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ μὲ τὸ βλέμμα καὶ μὲ τὴ φωνὴ καὶ μὲ τὸ βάδισμα καὶ μ᾿ ὅλη σου τὴ σεμνότητα – τί κέρδος ποὺ ἀποκόμισες ἀπὸ τὸ ναό, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ παραίνεση καὶ συμβουλή. Γιατὶ ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ναό, σὰν ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἄδυτα, σὰν νὰ κατεβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς οὐρανούς. Δίδαξε ὅσους δὲν ἐκκλησιάζονται ὅτι ἔψαλες μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, ὅτι ἀνήκεις στὴν οὐράνια πολιτεία, ὅτι συναντήθηκες μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μίλησες μαζί Του. Ἂν ἔτσι ζοῦμε τὴ θεία Λειτουργία, δὲν θὰ χρειαστεῖ νὰ ποῦμε τίποτα στοὺς ἀπόντες. Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖνοι τὴ δική μας ὠφέλεια, θὰ νιώσουν τὴ δική τους ζημιὰ καὶ θὰ τρέξουν γρήγορα στὴν ἐκκλησία, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια ἀνήκει ἡ δόξα.

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Ὁ Ἐκκλησιασμός
Ἀπό τὸ βιβλιάριο: «Φωνὴ τῶν Πατέρων»,
Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου. Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2005

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής - Συμβουλαὶ πρὸς νέον ἡγούμενον

 


Πηγή: Εδώ

Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής - Συμβουλαὶ πρὸς νέον ἡγούμενον

Νικολάῳ μαθητῆ.

πειδὴ εὐδοκίᾳ Θεοῦ προεβιβάσθης, τέκνον πνευματικὸν Νικόλαε, εἰς τὸ τῆς ἡγουμενείας ἀξίωμα, δέον παραφυλάξαι σε πάντα τὰ ἐντεταλμένα σοι ἐν τῷ παρόντι γραμματίῳ. Οὐ διαλλάξεις οὖν ὅνπερ παρέλαβες τύπον καὶ κανόνα παρὰ τῆς πνευματικῆς σου μονῆς ἐν ἅπασιν ἄνευ ἀνάγκης. Οὐ κτήσῃ τι τοῦ κόσμου τούτου, οὐδὲ ἀποθησαυρίσεις ἰδιορίστως εἰς ἑαυτὸν μέχρι καὶ ἑνὸς ἀργυρίου. Οὐ διαμερίσεις τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν σου ἐν σχέσει καὶ φροντίδι, παρὰ τοὺς πεπιστευμένους σοι ὑπὸ Θεοῦ καὶ γεννωμένους σοι πνευματικῶς υἱοὺς καὶ ἀδελφούς· οὔτε εἰς τούς ποτε ἰδίους κατὰ σάρκα ἢ συγγενεῖς ἢ φίλους ἢ συνεταίρους. Οὐ χρήσῃ τοῖς τῆς οἰκείας σου μονῆς, οὔτε ζῶν, οὔτε μετὰ θάνατον, ἐλεημονητικῶς ἢ κληρονομικῶς, εἰς τούς ποτε προειρημένους ἰδίους καὶ φίλους. Οὐ γὰρ ἐκ τοῦ κόσμου εἶ, ἵνα μετέχῃς τῶν ἐκ τοῦ κόσμου πλὴν εἰ μή που μεταβαῖέν τινες ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ βίου εἰς τὸ καθ᾿ ἡμᾶς τάγμα· καὶ οὕτω φροντίσεις κατὰ μίμησιν τῶν ἁγίων Πατέρων. Οὐ κτήσῃ δοῦλον, οὔτε εἰς οἰκείαν χρείαν, οὔτε εἰς ἣν ἐπιστεύθης μονήν, οὔτε εἰς ἀγρούς σου, τὸν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ γεγονότα ἄνθρωπον· τοῦτο γὰρ μόνοις τοῖς ἐν τῷ βίῳ συγκεχώρηται. Σοὶ δὲ χρεὼν ἑαυτὸν παρασχεῖν τοῖς ὁμονύχοις σου ἀδελφοῖς δοῦλον τῇ προθέσει, κἂν τῇ ἔξω ἐπιφανείᾳ ὡς δεσπότης λογίζῃ καὶ διδάσκαλος. Οὐ σχοίης ζῶον τῶν ἐκ τοῦ θήλεος γένους εἰς χρείαν ὑπουργικήν, ὁ τῷ θήλει παντάπασιν ἀποταξάμενος, οὔτε ἐν τῇ μονῇ οὔτε ἐν τοῖς ἀγροῖς· καθὼς οὐδεὶς τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων Πατέρων ἡμῶν ἐχρήσατο, οὔτε ἡ φύσις αὐτὴ ἐπιτρέπει. Οὐκ ἐποχούμενος ἔσῃ ἵπποις καὶ ἡμιόνοις ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλὰ Χριστομιμήτως πεζοπορήσεις. Εἰ δ᾿ οὔ, πῶλός σοι τὸ ὑποζύγιον ἔσται.

Παραφυλάξεις πάντως τὸ τὰ πάντα τὰ ἐν τῇ ἀδελφότητι κοινὰ εἶναι καὶ ἀμέριστα καὶ μηδὲν κατὰ μέρος τοῦ καθέκαστον εἰς ἐξαυθέντησιν, μέχρι καὶ ῥαφίδος. Σοῦ δὲ καὶ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή, μὴ τί γε ἄλλο, ἔστωσαν διαμεμερισμἐνα ἐν ἰσότητι ἀγάπης πᾶσι τοῖς πνευματικοῖς σου τέκνοις καὶ ἀδελφοῖς. Οὐκ ἐξουσιάσεις ἐπὶ τοῖς δυσὶν ἀδελφοῖς σου καὶ τέκνοις μου οῦτε πρὸς ἀρχήν, οὔτε πρὸς χειροτονίαν πρᾶξαί τι παρὲξ τῆς πατρικῆς σου ἐντάλσεως. Οὐ σχοίης μετὰ κοσμικῶν ἀδελφοποιΐας ἢ συντεκνίας, ό φυγὰς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ γάμου. Οὐ γὰρ εὕρηται ἐν τοῖς Πατράσιν εἰ δὲ καὶ εὕρηται, σπανιάκις, καὶ τοῦτο οὐ νόμος. Οὐ συνεστιαθῇς μετὰ γυναικῶν, πλὴν τῆς κατὰ σάρκα μητρὸς καὶ ἀδελφῆς, οὐκ οἶδα εἰ μή τις βία καὶ ἀνάγκη, καθὼς παρακελεύονται οἱ ἄγιοι Πατέρες. Οὐ σχοίης τὸ πολυπρόοδον καὶ πολυγύρευτον, ἄνευ ἀνάγκης ἐγκαταλιμπάνων τὸ οἰκεῖον ποίμνιον· ὅπου γε καὶ ἐγκαθημένου σου μόλις διασώζοιντο τὰ πολυτροπώτατα καὶ πολυδιεξόδευτα λογικὰ πρόβατα.

Παραφυλάξεις πάντως τὸ ποιεῖσθαι τρισάκις τὴν κατήχησιν τῇ ἑβδομάδι καὶ καθ᾽ ἑσπέραν, ἐπειδὴ πατροπαράδοτον τοῦτο καὶ σωτήριον. Οὐ δοίης ὅπερ λέγουσι μικρὸν σχῆμα, ἔπειτα μετὰ χρόνους ἕτερον ὡς μέγα. Ἓν γὰρ τὸ σχῆμα, ὥσπερ καὶ τὸ βάπτισμα, καθὼς οἱ ἄγιοι Πατέρες ἐχρήσαντο. Οὐ παραβῇς τοὺς νόμους καὶ κανόνας τῶν Πατέρων, πρό γε πάντων τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου· ἀλλὰ πᾶν ὃ τι ποιεῖς ἢ λέγεις, ὡς μαρτυρίαν ἔχων ἐκ τῶν Γραφῶν πράξεις, ἢ ὡς ἐκ πατρικῆς σου συνηθείας, ἄνευ παραβάσεως ἐντολῆς Θεοῦ. Οὐ καταλείψεις τὸ ποίμνιόν σου καὶ εἰς ἕτερον μεταβήσῃ ἢ πρὸς μείζονα ἀξίαν ἐπαναδράμοις, ἄνευ πατρικῆς σου διαγνώσεως. Οὐ φιλιάσεις μετὰ κανονικῆς, οὐδὲ παραβάλῃς ἐν γυναικείῳ σεμνείῳ, οὐδὲ καταμόνας ὁμιλήσεις μοναζούσῃ ἢ κοσμικῇ, εἰ μή που ἀνάγκη ἕλκοι· καὶ τότε δύο παρόντων ἐξ ἐκατέρου μέρους προσώπων. Τὸ γὰρ ἕν, ὡς φησιν, εὐεπηρέαστον. Οὐκ ἀνοίξεις τὴν θύραν τῆς ποίμνης ἐπὶ εἰσόδῳ παντοίας γυναικός, ἄνευ μεγάλης ἀνάγκης· εἰ δὲ δυνατὸς εἶ ἀσυμφανῶς δέχεσθαι, οὐδὲ τοῦτο ἀπόβλητον. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ καταγώγιον ἢ τοῖς πνευματικοῖς σου τέκνοις οἶκον κοσμικόν, ἐν ᾧ εἰσι γυναῖκες, ἐπὶ συχνῷ παραβάλλων, ἀλλ᾽ ἐκλέξῃ εἰς ἀνδρῶν εὐλαβῶν τὰς παροδικὰς καὶ ἀναγκαίας χρείας ποιεῖσθαι. Οὐ κτήσῃ μαθητὴν εἰς τὸ κελλίον σου μειράκιον προσπαθῶς, ἀλλ᾿ ἐκ προσώπου ἀνυπόπτου καὶ ἐκ διαφόρων ἀδελφῶν τὴν ὑπουργίαν σου ποιήσεις. Οὐ κτήσῃ ἱματισμὸν ἐξηλλαγμένον καὶ πολύτιμον, ἄνευ τοῦ ἱερατεύειν σε, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς πατρομιμήτως καὶ ἐνδύσῃ καὶ ὑποδύσῃ. Οὐκ ἔση ἀβροδίαιτος, οὔτε ἐν οἰκείᾳ σου δαπάνῃ οὔτε ἐν ταῖς ὑποδοχαῖς τῶν ξένων τοῦτο γὰρ τῆς μερίδος τῶν ἀπολαυστικῶν τοῦ παρόντος βίου. Οὐ θησαυρίσεις χρυσίον ἐν τῇ μονῇ σου, ἀλλὰ τὸ κατὰ περισσείαν ἐπὶ παντὸς εἴδους μεταδοίης τοῖς πενομένοις ἐν ἀνοίξει τῆς αὐλῆς σου, καθὼς καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες. Οὐ κρατήσεις τόπον ἠσφαλισμένον καὶ τὴν οἰκονομικὴν φροντίδα, ἀλλ᾿ ἔστω σοι πᾶσα ἡ φροντὶς ἀνήκουσα περὶ τῶν ψυχῶν. Τὸ δὲ χρυσίον καὶ τὰ κατὰ χρείαν ἐγχειρίσεις τῷ οἰκονόμῳ, τῷ κελλαρίτῃ καὶ ὡς ἐπιβάλλει ἐν ἐκάστῃ διακονίᾳ· σοῦ προδήλως πάντων τὴν ἐξουσίαν ἔχοντος καὶ μεταφέροντος ὡς ἂν βούλῃ ἐκάστην διακονίαν ἐν τῷ τυχόντι προσώπῳ καὶ ἀπολαμβάνοντος τὸν λόγον ἐκάστης διοικήσεως καθὃ ἐντέλλῃ. Οὐ ποιήσεις τι ἢ πράξεις κατ᾿ οἰκείαν γνώμην ἐν παντὶ πράγματι, οὔτε ἐν προόδῳ, οὔτε ἐν πράσει καὶ ἀγορασίᾳ, οὔτε ἐν δοχῇ ἢ ἐν ἀποκρίσει ἀδελφοῦ, οὔτε ἐν ὑπαλλαγῇ διακονίας, οὔτε ἐν ἄλλῳ τινὶ τῶν σωματικῶν, ἀλλ᾿ οὖν οὐδὲ ἐν τοῖς ὀνυχικοῖς σφάλμασιν, ἄνευ βουλῆς τῶν προεχόντων ἐν γνώσει καὶ εὐλαβείᾳ, ἑνὸς ἢ δύο καὶ τριῶν ἢ καὶ πλειόνων, κατὰ τὴν ὑποκειμένην ὑπόθεσιν, ὥσπερ ἐντέταλται Πατρικῶς, Ταῦτα πάντα, καὶ ὅσα ἕτερα παρέλαβες, φυλάξοις καὶ φρουρήσοις, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἐσῃ κατευοδούμενος ἐν Κυρίῳ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. Τὸ γὰρ ἐναντίον ἀπείη καὶ λέγειν καὶ ἐννοεῖν.

Μνήμη του οσίου πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ, ηγουμένου του Στουδίου, του Ομολογητού.

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ 

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Ο όσιος πατήρ ημών Θεόδωρος γεννήθηκε το 759 στους κύκλους της υψηλής αριστοκρατίας της Κωνσταντινουπόλεως. Τους ταραγμένους εκείνους καιρούς, όπου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος δίωκε τους υπερασπιστές της τιμής των αγίων εικόνων, ο πατέρας του Φωτεινός, αυτοκρατορικός θησαυροφύλακας και υπουργός οικονομικών, και η μητέρα του Θεοκτίστη, κατόρθωσαν να του μεταδώσουν τη στερεότητά τους στην Ορθόδοξη Πίστη και την αγάπη τους για την αρετή. Έλαβε την πληρέστερη δυνατή μόρφωση στις ιερές και θύραθεν επιστήμες, απέκτησε όμως, κυρίως από τη μητέρα του, μεγάλο ζήλο για την άσκηση και την προσευχή, καθώς και μια βαθειά αγάπη για τη μοναχική ζωή. Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ε΄, μετά τη σύντομη βασιλεία του Λέοντος Δ΄ (775-780), η αυτοκράτειρα Ειρήνη ανέλαβε την αντιβασιλεία και αποκατέστησε με σύνεση, έχοντας σε αυτό και τη βοήθεια του πατριάρχη αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.], την τιμή των αγίων εικόνων, και ανακάλεσε από την εξορία όλους τους επιζώντες ομολογητές. Έτσι το 780, ο εκ μητρός θείος του Θεοδώρου, Πλάτων [4 Απρ.], μπόρεσε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, αφού παρέμεινε για δέκα χρόνια ηγούμενος της Μονής των Συμβόλων, στη Βιθυνία. Ενέπνευσε στην οικογένειά του τόσο μεγάλο πόθο για τη μοναχική πολιτεία, που έπεισε τον Θεόδωρο, τους γονείς του, τους αδελφούς και τις αδελφές του, καθώς και μερικούς από τους φίλους τους, να ασπασθούν τον αγγελικό βίο. Ο Φωτεινός πούλησε όλα του τα υπάρχοντα· και τα χρήματα που έλαβε, τα μοίρασε στους φτωχούς· άφησε μόνον ένα οικογενειακό αγρόκτημα που είχε στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, το λεγόμενο «Σακκουδίων», το οποίο λόγω της τοποθεσίας του και των ευνοϊκών συνθηκών που υπήρχαν, θα μπορούσε να μετατραπεί σε μοναστήρι, αφού την εποχή εκείνη οι περισσότερες μονές ήταν εγκαταλελειμμένες εξαιτίας των εικονομαχικών διώξεων.

Υπό τη σοφή καθοδήγηση του Πλάτωνος, μεταμόρφωσαν τον τόπο σε κοινοβιακό μοναστήρι, όπου ο Θεόδωρος έκαμε σύντομα πνευματικές προόδους. Επέδειξε φλογερό ζήλο στην εκκοπή της παραμικρής κινήσεως του ιδίου θελήματος στον καθηγούμενό του. Παρά τη λεπτή του κράση και την εκλεπτυσμένη παιδεία του, αναλάμβανε τα πιο επίμοχθα έργα, έτσι ώστε να ανακουφίζει τους άλλους αδελφούς: κουβαλούσε νερό και ξύλα, έσκαβε τον κήπο και σηκωνόταν ακόμη και τη νύκτα κρυφά να μεταφέρει στους ώμους την κοπριά, για να μη γίνει αντιληπτός και δεχθεί επαίνους. Διαλογιζόμενος αδιαλείπτως το παράδειγμα της απείρου συγκαταβάσεως του Χριστού υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων, ο Θεόδωρος δεν ζούσε πια για τον εαυτό του, αλλά για τον Θεό και τους αδελφούς του και έφθασε έτσι συντόμως στην κορυφή της αγίας ταπεινώσεως. Συνάπτοντας τη μνήμη του Θεού στη σκέψη του θανάτου, έλαβε το χάρισμα των δακρύων σε τέτοια αφθονία, που δεν πέρασε μέρα έως την τελευτή του, δίχως να χύσει γλυκά δάκρυα κατανύξεως στην προσευχή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και στην υπακοή του, ο άγιος Πλάτων τού ανέθεσε την ευθύνη της αναγέρσεως του καθολικού, το οποίο περατώθηκε σύντομα και προκαλούσε τον θαυμασμό των επισκεπτών. Ο Θεόδωρος ήταν πάντοτε πρώτος εκεί για τις ακολουθίες, τις οποίες παρακολουθούσε με εγρήγορση και κατάνυξη και έφευγε τελευταίος. Αγαπούσε επίσης να αποσύρεται μόνος εκεί τη νύκτα, για ώρες πολλές, για να συνομιλεί με οικειότερο τρόπο με τον Θεό. Έδειχνε μεγάλη προσήλωση στην άσκηση και τη νηστεία, δίχως ωστόσο να ξεπερνά τα όρια των φυσικών του δυνάμεων. Δεν έτρωγε ποτέ μέχρι χορτασμού, για να μη βαρύνει και σκοτίζει τη διάνοιά του, αλλά έτρωγε λίγο απ’ ό,τι του πρόσφεραν, και έτσι ήταν καλά προετοιμασμένος για την προσευχή, δίχως να γίνεται αντιληπτό στους άλλους συμμοναστές ότι νηστεύει.

Το 787 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο, και έκτοτε επιδόθηκε σε πιο αυστηρή άσκηση: κοιμόταν μόνο μία ώρα τη νύκτα και αφιέρωνε όλο το υπόλοιπο της μακράς αγρυπνίας του στην προσευχή και τη μελέτη των αγίων Πατέρων, των οποίων ήταν ένθερμος μαθητής. Ο Μέγας Βασίλειος, ο όσιος Δωρόθεος της Γάζης, ο όσιος Νείλος ο Σιναΐτης, ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, ήταν η αγαπημένη του συντροφιά. Εμβαθύνοντας στη διδασκαλία τους για την αποταγή του κόσμου και τη μοναχική ακτημοσύνη, διόρθωσε ορισμένες παρεκτροπές που είχαν εισαχθεί στο όρος Όλυμπος: ορισμένοι μοναχοί διατηρούσαν προσωπικά αγαθά, είχαν υπηρέτες, ασκούσαν την κτηνοτροφία. Η αυθεντία και το αισθητήριο που διέθετε ο Θεόδωρος επί των αρχών του μοναχισμού οδήγησαν τον άγιο Πλάτωνα να του προτείνει να πάρει τη θέση του στην ηγουμενία της Μονής του Σακκουδίωνος, που αριθμούσε τότε περί τους εκατό μοναχούς, μεταξύ των οποίων διέλαμψαν ο άγιος Ιωσήφ, αδελφός του Θεοδώρου και μέλλων αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης [14 Ιουλ.], ο άγιος Ναυκράτιος [18 Απρ.], οι Ευθύμιος και Τιμόθεος (δύο μέλλοντες μάρτυρες των εικονομάχων), αλλά ο Θεόδωρος αρνήθηκε από ταπεινοφροσύνη. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, αναγκάσθηκε να δεχθεί το αξίωμα, επειδή ασθένησε σοβαρά ο Πλάτων.

Στις αρχές του 795, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ (780-797) απέπεμψε τη σύζυγό του, Μαρία την Αρμενία, για να ενωθεί με μία ανιψιά του Θεοδώρου, τη Θεοδότη. Ο πατριάρχης Ταράσιος αρνήθηκε να ευλογήσει την ένωση αυτή, αλλά ο αυτοκράτορας ανέθεσε παραταύτα την τέλεση του γάμου σε έναν καιροσκόπο ιερέα, τον Ιωσήφ, οικονόμο της Μεγάλης του Θεού Εκκλησίας. Οι άγιοι Πλάτων και Θεόδωρος αντιτάχθηκαν τότε, αγανακτισμένοι, στην αξίωση του ηγεμόνα να αγνοεί τους νόμους της Εκκλησίας και να θέτει τον εαυτό του υπεράνω των πιστών. Ήταν οι μόνοι που εξεγέρθηκαν εναντίον αυτής της κατάχρησης εξουσίας και για περισσότερο από ένα χρόνο αντιστάθηκαν σε κάθε προσπάθεια συνδιαλλαγής εκ μέρους του αυτοκράτορα και της αυλής του. Τελικά, ο Πλάτων συνελήφθη και φυλακίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Θεόδωρος και μερικοί από τους μοναχούς του εξορίσθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπέστησαν πολλές δοκιμασίες.

Όταν στα 797 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ παραμερίσθηκε από την εξουσία προς όφελος της μητέρας του Ειρήνης (792-802), ο Πλάτων, ο Θεόδωρος, και οι σύντροφοί του (οι επονομαζόμενοι «Ζηλωτές»), απελευθερώθηκαν και μπόρεσαν να επιστρέψουν στη Μονή του Σακκουδίωνος προς μεγάλη χαρά των μαθητών τους, έχοντας κερδίσει τον σεβασμό του πατριάρχη, του πάπα της Ρώμης και των αρχόντων της αυλής, καθώς και τον θαυμασμό του λαού που έβλεπε και αισθανόταν στο πρόσωπό τους την πιο απτή ενσάρκωση της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας και της στερεότητας της παραδόσεως έναντι της κοσμικής εξουσίας. Η νέα τους εγκατάσταση, ωστόσο, δεν διήρκησε πολύ. Οι συχνές επιδρομές των Αράβων τούς ανάγκασαν εν τέλει να εγκαταλείψουν το όρος Όλυμπος για να βρουν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους προσέφεραν τη Μονή του Στουδίου, από το όνομα του υπάτου Στουδίου που την ίδρυσε το 463. Η μεταφορά αυτή της μοναχικής αδελφότητος που έμελλε σύντομα να αριθμεί ίσως και εκατοντάδες μοναχούς συνολικά, μοναστηριακούς ή μετοχικούς, έδωσε την ευκαιρία στον Θεόδωρο να εφαρμόσει προς το αυστηρότερο, σε σχέση με τη Μονή του Σακκουδίωνος, την κοινοβιακή τάξη, την οποία ορίζει ο Μέγας Βασίλειος. Στη Μονή του Στουδίου η ζωή ήταν μια τέλεια εικόνα της πρώτης αποστολικής κοινότητας: «Όλοι τους είχαν μια καρδιά και μια ψυχή και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά» (Πράξ. 4, 32). Οι μοναχοί δεν είχαν ιδιαίτερα κελλιά, αλλά έμεναν σε μεγάλους κοιτώνες και φορούσαν ένα ρούχο που το άλλαζαν τακτικά. Τα πάντα γίνονταν με τάξη και αρμονία υπό την καθοδήγηση του Θεοδώρου, ο οποίος ήταν η κεφαλή ενός πολυμελούς σώματος. Όπως ο Μωυσής θέσπισε τους Κριτές για τον λαό του Ισραήλ (Έξ. 18), συγκρότησε κι αυτός μια ολόκληρη ιεραρχία υπευθύνων τόσο για την πνευματική ζωή όσο και για την υλική οργάνωση της αδελφότητας, έτσι που να παραμένει ο ίδιος πατήρ όλων και καθενός ξεχωριστά για τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής του.

Ρύθμισε την τάξη των ιερών ακολουθιών με τρόπο ώστε οι μοναχοί να βρίσκονται στην εκκλησία όπως οι άγγελοι στον ουρανό που ψάλλουν ασιγήτως τη δόξα του Θεού με ομόνοια και αρμονία. Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών δεν έπαυε να εξομολογεί και να δέχεται την εξαγόρευση των λογισμών των πνευματικών του τέκνων. Τρεις φορές την εβδομάδα, κατά τον Όρθρο, έκανε μια σύντομη κατήχηση κατά την οποία υπενθύμιζε το μεγαλείο της παρθενίας, την ανάγκη της αποταγής του κόσμου και του ιδίου θελήματος, τη χρεία του διαρκούς αγώνα κατά των παθών μας, ώστε ο Χριστός να κατοικεί και να αυξάνεται εντός μας. Οι «Κατηχήσεις» αυτές, οι οποίες κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα, διαβάζονται στα μοναστήρια τρεις φορές την εβδομάδα για την πνευματική ωφέλεια των μοναχών. Επιστατούσε ευκαίρως-ακαίρως, έλεγχε, επιτιμούσε, παρακαλούσε με όλη του τη μακροθυμία και τη διδαχή κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλο (Β΄ Τιμ. 4, 2), μην έχοντας άλλη έγνοια παρά τη σωτηρία των αδελφών του. Συνέθεσε ο ίδιος πολυάριθμους κατανυκτικούς λειτουργικούς ύμνους, μεταξύ των οποίων οι σωζόμενοι στο «Τριώδιον» της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που χρησιμοποιούνται μέχρι τις μέρες μας. Το μοναστήρι ήταν σαν μία μεγάλη και θαυμαστή κυψέλη: ο καθείς είχε εκεί ένα διακόνημα κατά τις δυνάμεις και τις εφέσεις του, για να εξασφαλίζει προσωπικά την καλή πρόοδο της κοινοβιακής αδελφότητας και την πνευματική ακτινοβολία της μέσα στην Εκκλησία. Έβρισκε επίσης εκεί κανείς αγιογράφους, αντιγραφείς και εικονογράφους χειρογράφων και κάθε είδους εργαστήρια που κατέστησαν τη Μονή του Στουδίου το βασικό θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο της εποχής. Ας σημειωθεί δε, ότι ο τρόπος ζωής της Μονής του Στουδίου έγινε το καθοριστικό πρότυπο ενός μεγάλου αριθμού βυζαντινών μοναστηριών, ιδιαίτερα της Μεγάλης Λαύρας του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου [5 Ιουλ.], καθώς και ρωσικών μονών, ήδη από τον 11ο αιώνα.

Όταν εκοιμήθη ο άγιος Ταράσιος, το 806, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ (802-811) προκάλεσε την αντίθεση του Θεοδώρου και των Στουδιτών ανεβάζοντας έναν λαϊκό, τον άγιο Νικηφόρο [2 Ιουν.], στον πατριαρχικό θρόνο και κυρίως αποκαθιστώντας τον καιροσκόπο Ιωσήφ (βλ. παραπάνω) στις τάξεις του ιερατείου. Ο Πλάτων, ο Ιωσήφ (αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης τότε) και ο Θεόδωρος εξορίσθηκαν, ο καθένας σε ξεχωριστό νησί των Πριγκηποννήσων. Οι προσπάθειες που έκανε ο αυτοκράτορας να υποτάξει τους άλλους μοναχούς έμειναν άκαρπες και έτσι τους διασκόρπισε σε όλες τις γωνιές της αυτοκρατορίας. Από τη φυλακή ο Θεόδωρος ενθάρρυνε τους μαθητές του με την άφθονη αλληλογραφία του. Δύο χρόνια αργότερα, με τον θάνατο του Νικηφόρου Α΄ (811), οι εξόριστοι μπόρεσαν να επιστρέψουν στη μονή τους και να απολαύσουν μια σύντομη ειρήνη. Το 815 όμως, ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος ξανάρχισε τη δίωξη των υπερασπιστών της τιμής των αγίων εικόνων. Ο Θεόδωρος εξεγέρθηκε ξανά κατά των αυτοκρατορικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά ζητήματα και έλαβε θαρραλέα τον λόγο για να υποστηρίξει την Ορθόδοξη Πίστη. Με τις κατηχήσεις, τις επιστολές και τις δογματικές πραγματείες του, έδειξε ότι ο Χριστός και οι άγιοί Του είναι πραγματικά παρόντες στην εικόνα, εξαιτίας της σχέσεώς της με το πρωτότυπο, και ότι η τιμή που της αποδίδουν οι πιστοί, είναι μια αυθεντική ομολογία του μυστηρίου της θείας Ενσαρκώσεως. Την Κυριακή των Βαΐων του 815, ο Θεόδωρος οργάνωσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας μια μεγάλη λιτανεία από χίλιους μοναχούς που έφεραν εικόνες και έψαλλαν με μια φωνή ύμνους προς τιμήν τους. Η σθεναρή του στάση τον οδήγησε άλλη μια φορά στην εξορία και στη φυλάκισή του στη Μετώπη, πλησίον της λίμνης Απολλωνιάδος, στη Βιθυνία. Από εκεί, ωστόσο, κατόρθωνε να στέλνει ένα μεγάλο αριθμό επιστολών στους ορθοδόξους και στους διασκορπισμένους μοναχούς του για να τους μεταδίδει συμβουλές καρτερίας και ελπίδας στον Θεό. Έγινε προσπάθεια να τον απομακρύνουν περισσότερο, στέλνοντάς τον στη Βόνητα, στο μακρινό Θέμα των Ανατολικών (816), όπου τον έκλεισαν στην κορυφή ενός πύργου, σε έναν θάλαμο που απομόνωσαν γκρεμίζοντας τη σκάλα που οδηγούσε σε αυτόν. Υποφέροντας από την υγρασία και το κρύο, ο άγιος τρεφόταν μόνον με ένα κομμάτι ψωμί κάθε δύο μέρες, χωρίς να χάσει ή να ελαττώσει ποτέ τον ζήλο του. Ήταν έτοιμος, έλεγε, να χρησιμοποιήσει και το πετσί του ακόμη σαν περγαμηνή και το αίμα του για μελάνι, προκειμένου να συνεχίσει την αγωνιστική και φωτιστική αλληλογραφία του (βλ. Επ. ΙΙ, 66, PG 99, 1289). Και όντως, χάρη στην ευμηχανία των μαθητών του, κατόρθωνε να στέλνει αφυπνιστικές επιστολές κατά εκατοντάδες για τη στήριξη της Ορθοδοξίας προς κάθε κατεύθυνση, μέχρι και την Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια. Ένας μεγάλος αριθμός μαθητών του τότε βασανίστηκαν και μαρτύρησαν. Ακόμη και τον ίδιο μαστίγωσαν και τον άφησαν ημιθανή, να κολυμπά μέσα στο ίδιο το αίμα του. Τον μετέφεραν τότε στη Σμύρνη, σε μια φυλακή αποκομμένη από κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Από εκεί μπόρεσε να βγει το 820, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα. Ο διάδοχός του Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820-829) είχε ανοίξει τις φυλακές, αλλά δεν είχε επιτρέψει την επίσημη αναστήλωση των αγίων και σεπτών εικόνων. Έτσι ο Θεόδωρος δεν είχε την άδεια να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπου, άλλωστε, η μονή του είχε καταληφθεί από άλλους μοναχούς. Εγκαταστάθηκε έτσι, προσωρινά, με μερικούς μαθητές του στη Μονή Κρήσκεντος, στον κόλπο της Νικομήδειας, και χρειάσθηκε να μείνει και σε μερικά άλλα μέρη, για να ενισχύσει το στρατόπεδο των ορθοδόξων. Μετά από τα ταξίδια του αυτά όμως, εξαντλημένος αφάνταστα από τις στερήσεις, τις κακουχίες της εξουσίας και τους μόχθους της ασκήσεως, ασθένησε από βαριά ασθένεια στο στομάχι. Επέστρεψε στη Μονή Κρήσκεντος έχοντας μείνει κυριολεκτικά σκελετός, δεν έπαυσε όμως να προΐσταται της ζωής της εκεί αδελφότητας, να διδάσκει και να τελεί τα ιερά Μυστήρια. Τέλος, αναπαύθηκε από τους περισσούς αγώνες του στις 11 Νοεμβρίου του 826, αφού μετάλαβε για τελευταία φορά και έδωσε εντολή στους μοναχούς του να αρχίσουν τη νεκρώσιμη ακολουθία και να ψάλλουν τον «Άμωμο» Ψαλμό. Όταν αυτοί έφθασαν στον στίχο: «Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με» – «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα προστάγματά Σου, διότι μ’ αυτά Εσύ με παρηγορούσες και με ενίσχυες και μ’ αυτά με διατήρησες στη ζωή» (Ψαλμ. 118, 93), ο άγιος Θεόδωρος παρέδωσε τη οσία ψυχή του στον Θεό. Ήταν 67 ετών. Κατ’ άλλους λέγεται ότι εκοιμήθη στην Πρίγκιπο ή στο ακρωτήριο Ακρίτας. Η δε μνήμη της ανακομιδής των ιερών του λειψάνων εορτάζεται την 26η Ιανουαρίου.
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΙΝΔΙΚΤΟΣ 
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις