Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Ο Απόστολος Πέτρος



ΠΗΓΗ: εδώ

Α΄. Ο Απόστολος Πέτρος

Ο άγιος Απόστολος Πέτρος, που ονομαζόταν προηγουμένως Σίμων, γεννήθηκε στην πολίχνη Βηθσαϊδά, στη βόρεια όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. Ήταν γιος του Ιωνά, της φυλής Νεφθαλίμ. Ήταν παντρεμένος [1] και ζούσε στην Καπερναούμ, ασκώντας το ταπεινό επάγγελμα του ψαρά μαζί με τον αδελφό του Ανδρέα [30 Νοεμ.], που ήταν μαθητής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στην αρχή του επιγείου λειτουργήματος του Κυρίου, ο άγιος Πρόδρομος υπέδειξε στον Ανδρέα και στον Ιωάννη, γιο του Ζεβεδαίου, Εκείνον που απεκάλεσε «Αμνό του Θεού» (Ιωάν. 1, 29). Ο Ανδρέας συνάντησε τον αδελφό του και του είπε: «Βρήκαμε τον Μεσσία!» (Ιωάν. 1, 42). Και την άλλη μέρα τον οδήγησε στον Χριστό, ο Οποίος κοιτάζοντάς τον είπε: «Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά· Εσύ θα ονομασθείς Κηφάς» – που σημαίνει Πέτρος (Ιωάν. 1, 43). Αυτή η αλλαγή ονόματος σήμαινε για εκείνον τη μεταμόρφωση του βίου του και έκτοτε ακολουθούσε τον Χριστό ανά τη Γαλιλαία, αγγέλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της Σωτηρίας και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείψει τελείως την αλιεία (Ματθ. 4, 23). Στην Καπερναούμ, αφού ο Ιησούς δίδαξε στη συναγωγή, προσκλήθηκε από τον Πέτρο στο σπίτι του, όπου η πεθερά του ήταν κλινήρης με υψηλό πυρετό. Ο Ιησούς τη θεράπευσε και εκείνη σηκώθηκε αμέσως και τους υπηρετούσε (Ματθ. 8, 14-16· Μάρκ. 1, 29-31· Λουκ. 4, 38-41). Μια μέρα, ο Κύριος ανέβηκε στο πλοιάριο του Πέτρου για να κηρύξει από εκεί στο πλήθος που συνωστιζόταν στην ακτή. Όταν τελείωσε, είπε στον Σίμωνα να βγει στ’ ανοιχτά και να ρίξει τα δίχτυα. Ο μαθητής και οι σύντροφοί του υπάκουσαν, κι ενώ όλη την προηγούμενη νύκτα ο κόπος τους δεν είχε αποδώσει τίποτα, με την προτροπή του Κυρίου έπιασαν τόσο πολλά ψάρια που τα δίχτυα τους έσπασαν από το βάρος. Θαμβωμένος από το σημείο αυτό της δύναμης του Ιησού, ο Πέτρος έπεσε στα πόδια Του λέγοντας: «Απομακρύνσου από μένα, Κύριε! Γιατί εγώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός!». Αλλά ο Χριστός τον σήκωσε και του είπε: «Μη φοβάσαι! Από τώρα και στο εξής θα ψαρεύεις ανθρώπους» (Λουκ. 5, 1-11). Ο Πέτρος εγκατέλειψε τότε οριστικά το καΐκι του, τα δίχτυα και την οικογένειά του για να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό. Η αγάπη του ήταν τόσο φλογερή, που διακρίθηκε ως κορυφαίος μεταξύ των Δώδεκα μαθητών που επέλεξε ο Κύριος, όχι ως αρχηγός με εξαναγκαστική ή προσποιητή αυθεντία –πώς θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο άλλωστε, αφού ο Κύριος είχε απαγορεύσει μεταξύ τους οποιεσδήποτε ηγεμονικές αξιώσεις (βλ. Ματθ. 20, 27 και 23, 10)– αλλά μάλλον ως ισχυρό φερέφωνο των Αποστόλων και ως προνομιακός συνομιλητής με τον θείο Διδάσκαλο. Εξάλλου για τον ζήλο του και για τη διάπυρη αγάπη του ο Ιησούς τον επέλεξε, μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, να παραστούν μάρτυρες στις πιο λαμπρές φανερώσεις της Θεότητάς Του: κατά την ανάσταση της κόρης του αρχισυνάγωγου Ιαείρου (Μάρκ. 5, 37· Λουκ. 8, 51) και κυρίως κατά τη Μεταμόρφωση στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17, 1-8· Μάρκ. 9, 2-8· Λουκ. 9, 28-36) [6 Αυγ.]. Λόγω της οικειότητάς τους με τον Κύριο, αναγνωρίζονταν ως «στύλοι» της Εκκλησίας από τους άλλους Αποστόλους (Γαλ. 2, 9). 
Αφού ο Κύριος πολλαπλασίασε τους άρτους για να θρέψει πέντε χιλιάδες ψυχές, είπε στους μαθητές Του να πορευθούν με το καΐκι κι Αυτός θα απέλυε το πλήθος. Όταν νύχτωσε, καθώς η βάρκα παιδευόταν από τα κύματα εξαιτίας του αντίθετου και σφοδρού ανέμου, ο Ιησούς πήγε προς τους μαθητές Του περπατώντας πάνω στα νερά της λίμνης. Εκείνοι, τρομαγμένοι, νόμισαν πως είδαν φάντασμα, αλλά ο Πέτρος, ωθούμενος από την ενθουσιώδη πίστη του, κατέβηκε από το πλοίο και, κατόπιν εντολής του Χριστού, πήγε προς συνάντησή Του βαδίζοντας κι αυτός πάνω στο νερό. Αίφνης όμως τον κυρίευσε ένα ανθρώπινο συναίσθημα αδυναμίας, φοβήθηκε κι άρχισε να βυθίζεται. Φώναξε τότε: «Κύριε, σώσε με!». Ο Χριστός τού άπλωσε τότε το χέρι λέγοντας: «Ολιγόπιστε, γιατί δίστασες;» (Ματθ 14, 22-33· Μάρκ. 6, 45-52· Ιωάν. 6, 16-21). Και μόλις ανέβηκαν στο καΐκι, ο άνεμος κόπασε. Τέτοιος τελικά ήταν ο Πέτρος· όσο το Άγιο Πνεύμα δεν είχε ακόμη σφραγίσει και δεν είχε καινουργήσει αποκαλυπτικά την «ανθρώπινη» πίστη του με την τελείωση της θεοποιού χάριτος: ένας άνθρωπος με φλογερό και παρορμητικό χαρακτήρα, με ανεπιφύλακτη και ασυγκράτητη αγάπη για τον Μεσσία, η οποία τον έκανε να ξεπερνά ακόμη τα όρια της φύσης, αλλά και φορτωμένος με αδυναμίες, ψεγάδια, ελλείψεις και ατέλειες. Όταν, λίγο αργότερα, ο Ιησούς Χριστός εξήγησε ότι ο Ίδιος ήταν ο εξ ουρανού Άρτος της Ζωής και ότι, όποιος δεν θα έτρωγε τη Σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν θα έπινε το Αίμα Του, αυτός δεν θα μπορούσε να έχει την αιώνια ζωή (Ιωάν. 6, 35· 48· 50-51· 53-58), πολλοί από τους μαθητές Του Τον εγκατέλειψαν βρίσκοντας τούτα τα παράδοξα και ακατανόητα λόγια υπερβολικά σκληρά. Ο Ιησούς τότε στράφηκε προς τους Δώδεκα και τους ρώτησε μήπως ήθελαν κι αυτοί να φύγουν. Ο Πέτρος απάντησε αμέσως: «Και σε ποιον άλλον να πάμε, Κύριε; Αφού μόνο Εσύ κατέχεις ρήματα που φέρουν και οδηγούν στην αιώνια ζωή. Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε καταλάβει ότι Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιωάν. 6, 66-69). Μιαν άλλη φορά, φθάνοντας στα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου, ο Κύριος, αφού ζήτησε από τους μαθητές Του να μάθει ποια γνώμη σχημάτιζαν οι άνθρωποι για τον Υιό του ανθρώπου, στράφηκε προσωπικά προς αυτούς και τους ρώτησε: «Κι εσείς, ποιος λέτε πως είμαι;». Ο Πέτρος, προφταίνοντας όλους τους άλλους, αποκρίθηκε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού!». Ο Χριστός επαίνεσε τον Πέτρο γι’ αυτή την ομολογία Πίστεως προς τη Θεότητά Του, λέγοντάς του τα εξής: «Μακάριος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό που μόλις είπες, δεν σου το αποκάλυψε κανένας άνθρωπος, αλλά ο ουράνιος Πατέρας Μου. Κι Εγώ λέω σε σένα τώρα, πως εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία Μου, την οποία δεν πρόκειται ποτέ να κατατροπώσουν οι δυνάμεις του άδη. Θα σου δώσω τα κλειδιά που ανοίγουν τη Βασιλεία των Ουρανών και ό,τι κρατήσεις ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στους ουρανούς· και ό,τι συγχωρήσεις στη γη, θα είναι συγχωρεμένο και στους ουρανούς» (Ματθ. 16, 13-20· Μάρκ. 8, 27-29· Λουκ. 9, 18-20) [2].

Αμέσως μετά τη σκηνή αυτή που φανέρωσε ότι η αγάπη του Πέτρου για τον Κύριο τού παρείχε τη γνώση της Αληθείας, ο Ιησούς άρχισε να αναγγέλλει το Πάθος και την Ανάστασή Του. Ο Πέτρος περιπίπτοντας ξανά σε ανθρώπινα συναισθήματα που απωθούσαν τη θεία γνώση, έντρομος Τον αποδοκίμασε λέγοντας: «Θεός φυλάξοι, Κύριε! Να μη Σου συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο!». Ο Ιησούς στράφηκε τότε και του είπε αυστηρά: «Φύγε από μπροστά μου, σατανά! Εσύ Μου γίνεσαι εμπόδιο, γιατί δεν σκέφτεσαι όπως θέλει ο Θεός, αλλά όπως θέλουν οι άνθρωποι» (Ματθ. 16, 22-23· Μάρκ. 8, 31-33).

Στον Μυστικό Δείπνο, όταν ο Κύριος ένιψε τα πόδια των μαθητών Του, ο Πέτρος αρνήθηκε και αντέδρασε έντονα. Ο Ιησούς τού απάντησε με πραότητα: «Αν δεν πλύνω τα πόδια σου, τότε δεν έχεις θέση κοντά Μου» (Ιωάν. 13, 8). Τελειώνοντας τον δείπνο, ο Κύριος ανήγγειλε, σαφέστερα από ποτέ, ότι θα παραδινόταν στον θάνατο για να αναστηθεί στη συνέχεια και πρόσθεσε ότι οι μαθητές Του θα Τον εγκατέλειπαν. Ο Πέτρος εξανέστη γι’ άλλη μια φορά με ζήλο και φώναξε, μάλλον με κρυφή έπαρση, θεωρώντας τον εαυτό του υπεράνω των άλλων: «Κι αν όλοι χάσουν την εμπιστοσύνη τους σε Σένα, όχι όμως εγώ!». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε ήρεμα και θλιμμένα: «Σε βεβαιώνω πως αυτή τη νύκτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, θα Με απαρνηθείς τρεις φορές» (Ματθ. 26, 33-35· Μάρκ. 14, 29-31· Λουκ. 22, 31-34· Ιωάν. 13, 36-38). 
Ο Πέτρος ακολούθησε τον Διδάσκαλο στον κήπο της Γεθσημανή, μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη· και αυτοί που προηγουμένως είχαν κριθεί άξιοι του φωτός της δόξης Του στο Θαβώρ, παρέστησαν τώρα μάρτυρες της αγωνίας Του, της έσχατης εκδήλωσης της ανθρώπινης φύσεώς Του. Αλλά υποκύπτοντας πάλι στην αδυναμία τους, αποκοιμήθηκαν, ενώ ο Κύριος προσευχόταν μόνος και ο ιδρώτας Του έτρεχε σαν σταγόνες αίματος στη γη (Λουκ. 22, 44). Όταν οι υπηρέτες του αρχιερέα έφθασαν για να συλλάβουν τον Ιησού Χριστό, ο Πέτρος άδραξε το μαχαίρι του και έκοψε το αυτί του Μάλχου, ενός υπηρέτη του αρχιερέα. Ο Ιησούς το θεράπευσε και επιτίμησε τον Πέτρο, λέγοντάς του να βάλει το μαχαίρι στη θήκη του, υπενθυμίζοντάς του ταυτόχρονα πως έπρεπε ο Ίδιος να συλληφθεί για να εκπληρωθούν στην εντέλεια οι Γραφές. Ο Πέτρος στη συνέχεια εγκατέλειψε τον Κύριο και, μαζί με τους άλλους μαθητές, παρακολουθούσαν από μακριά τη συνοδεία μέχρι το παλάτι του αρχιερέα. Κατάφερε να παρεισδύσει στην αυλή, όπου όμως μια υπηρέτρια τον αναγνώρισε και του είπε: «Κι εσύ δεν ήσουν μαζί μ’ αυτόν τον Ναζωραίο;» (Ματθ. 26, 69· Ιωάν. 18, 15-18 / 25-27· Λουκ. 22, 54-62). Κι αυτός, που ορκιζόταν ότι θα έδινε ακόμη και τη ζωή του για τον Κύριο, φοβισμένος τώρα από τα λόγια μιας υπηρέτριας, Τον αρνήθηκε. Ερωτηθείς για τρίτη φορά, άρχισε τώρα να παίρνει όρκους και αναθέματα λέγοντας επιτακτικά: «Δεν τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο!» (Ματθ. 26, 72·74). Και τη στιγμή εκείνη λάλησε ο πετεινός και ο Πέτρος θυμήθηκε αμέσως τα λόγια του Ιησού και, βγαίνοντας έξω από την αυλή, έκλαψε πικρά (Ματθ. 26, 75· Λουκ. 22, 62· Ιωάν. 18, 15-18 / 25-27).

Το πρωί της τρίτης ημέρας μετά το Πάθος, η Μαρία η Μαγδαληνή και οι άλλες άγιες γυναίκες που είχαν δει τον τάφο άδειο και τον λαμπρό άγγελο να τους αναγγέλλει την Ανάσταση του Κυρίου, πήγαν να μεταφέρουν την είδηση στον Πέτρο και τον Ιωάννη. Οι δύο μαθητές έτρεξαν στο μνημείο και ο αγαπημένος μαθητής φθάνοντας εκεί πρώτος άφησε τον Πέτρο να περάσει πριν από αυτόν μέσα στον τάφο, όπου είδαν τα σάβανα σε μια γωνία (Ιωάν. 20, 1-7). Την ημέρα εκείνη, καθώς φαίνεται, ο αναστημένος Κύριος εμφανίσθηκε μόνο στον Πέτρο (Λουκ. 24, 34· Α΄ Κορ. 15, 15). Λίγο αργότερα, αφού οι μαθητές είχαν επιστρέψει στις ασχολίες τους στη λίμνη Τιβεριάδα, κι ενώ είχαν δουλέψει μάταια όλη τη νύχτα, Κάποιος τούς φώναξε από την όχθη και τους είπε να ρίξουν τα δίχτυα γι’ άλλη μια φορά. Υπάκουσαν σ’ αυτή την πραεία φωνή του Αγνώστου. Καθώς πάσχιζαν να τραβήξουν πάνω στο πλοίο τα εκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια που έπιασαν (Ιωάν. 21, 11), ο Ιωάννης ψιθύρισε με νόημα στον Πέτρο: «Ο Κύριος είναι!» (Ιωάν. 21, 7). Αμέσως ο Πέτρος ζώστηκε το ιμάτιό του και ρίχτηκε με φόρα στο νερό για να βγει πιο γρήγορα στην ακτή και έπεσε στα πόδια του Ιησού, γεμάτος συντριβή και αγάπη γι’ Αυτόν. Αφού έφαγε μαζί τους για να τους δείξει ότι ήταν ζωντανός με σάρκα και οστά, ρώτησε τρεις φορές τον Πέτρο «Με αγαπάς;». Και ο Πέτρος, επανορθώνοντας την τριπλή άρνησή του με την τριπλή ομολογία της αγάπης του, αποκαταστάθηκε στη θέση του Κορυφαίου των Αποστόλων με τη θεία δύναμη της μετάνοιας και της αφέσεως και ο Κύριος τού εμπιστεύθηκε την ποιμαντορική ευθύνη της Εκκλησίας Του (Ιωάν. 21, 15-19).

Αφού παρέστη στην Ανάληψη του Κυρίου, ο Πέτρος ετέθη επικεφαλής της κοινότητας των περίπου εκατόν είκοσι μαθητών, που ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο, αφοσιωμένοι ομοθυμαδόν στην προσευχή, ενώ ανέμεναν την έλευση και επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. 1, 14). Πρότεινε να βγει με κλήρο ο αντικαταστάτης του προδότη Ιούδα και ο Ματθίας επελέγη μεταξύ των Δώδεκα Αποστόλων (Πράξ. 15, 26). Την ημέρα της Πεντηκοστής, οι Απόστολοι πληρωθέντες Πνεύματος Αγίου έφθασαν σε πλήρη γνώση, αίσθηση και δύναμη του Μεγάλου Μυστηρίου της Σωτηρίας και ικανώθηκαν εκ βαθέων έκτοτε να δίνουν μαρτυρία για τον Κύριο μπροστά στα έθνη κοινοποιώντας σε διάφορες γλώσσες τα θαυμάσια του Θεού. Ο Πέτρος, όπως πάντα πρώτος λόγω του πύρινου ζήλου του, πήρε τον λόγο και ανήγγειλε στους πολυπληθείς Εβραίους που ήσαν παρόντες ότι ο Ιησούς Χριστός, εκείνος ο «άνθρωπος» που είχαν θανατώσει, είχε αναστηθεί και καθισμένος έκτοτε στα δεξιά του Πατρός, ως Χριστός Βασιλεύς και Κύριος, είχε εκχύσει τώρα πάνω τους το Άγιο Πνεύμα. Περισσότεροι από τρεις χιλιάδες άνθρωποι καταλήφθηκαν από ιερή κατάνυξη την ημέρα εκείνη, μετανόησαν και βαπτίσθηκαν. Η εκκλησία αυξανόταν γρήγορα, αλλά οι Απόστολοι φοιτούσαν ακόμη στον Ναό για την τήρηση των εβραϊκών προσευχών (Πράξ. 2, 1-41). Μια μέρα, καθώς ο Πέτρος και ο Ιωάννης μετέβαιναν στον Ναό για να προσευχηθούν, ένας εκ γενετής χωλός πρότεινε προς αυτούς το χέρι του και τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος τον κοίταξε κατάματα και του είπε: «Χρήματα, ασημένια και αργυρά δεν έχω· αυτό όμως που έχω, αυτό και σου δίνω: στο Όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω πάνω και περπάτα!» (Πράξ. 3, 6). Και ο ζητιάνος σηκώθηκε πάνω, τελείως θεραπευμένος. Καθώς είχε μαζευτεί μεγάλο πλήθος, ο Πέτρος τούς ανήγγειλε, σαφέστερα τούτη τη φορά, ότι το θαύμα εκείνο είχε επιτελεστεί με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του Μεσσία που είχε αναγγελθεί από τους Προφήτες και ότι είχε αναστηθεί εκ νεκρών για τη σωτηρία τους. Πολλοί ακροατές ασπάσθηκαν την Πίστη και ο αριθμός των πιστών έφθασε περίπου στις πέντε χιλιάδες. Αλλά οι φύλακες του Ναού ήλθαν να συλλάβουν τους Αποστόλους και τους οδήγησαν στη φυλακή. Εμφανίσθηκαν την άλλη μέρα μπροστά στον αρχιερέα και στο Συνέδριο και ο Πέτρος, πλησθείς Αγίου Πνεύματος, δήλωσε ότι είχε πράξει εξ Ονόματος του Κυρίου Ιησού, τον Οποίον είχαν σταυρώσει, αλλά που είχε αναστηθεί και ότι, «από κανέναν άλλον δεν μπορεί να προέλθει η Σωτηρία, ούτε υπάρχει άλλο πρόσωπο και όνομα κάτω από τον ουρανό δοσμένο στους ανθρώπους με το οποίο μπορούμε να σωθούμε» (Πράξ. 4, 12). Βλέποντας τη σταθερότητά τους οι δικαστές τούς άφησαν ελεύθερους, απαγορεύοντάς τους να διδάσκουν στο Όνομα του Ιησού Χριστού. Ο Πέτρος όμως τους απάντησε: «Δεν μπορούμε εμείς να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και γι’ αυτά που ακούσαμε» (Πράξ. 4, 20) και συνέχισε απτόητος να αναγγέλλει με τόλμη το χαρμόσυνο μήνυμα της Σωτηρίας, φροντίζοντας τους πιστούς και επαγρυπνώντας για την καλή οργάνωση της κοινότητας των πιστών. Κάποιος Ανανίας και η γυναίκα του Σαπφείρα επιτιμήθηκαν αυστηρότατα από τον Πέτρο, καθότι απέκρυψαν με δόλο μέρος του ποσού που έλαβαν από την πώληση του αγρού τους που θα έθεταν, υποτίθεται ανιδιοτελώς, στη διάθεση των Αποστόλων, με παιδαγωγικό αποτέλεσμα να ξεψυχήσουν ο ένας μετά τον άλλο (Πράξ. 5, 1-11).

Οι Απόστολοι συνέχισαν να κηρύττουν στον Ναό επιτελώντας πολλά σημεία και τέρατα και έτσι φυλακίσθηκαν ξανά, αλλά ήλθε τη νύχτα να τους ελευθερώσει ένας άγγελος. Οι φρουροί τούς βρήκαν πάλι στον Ναό και τους οδήγησαν ενώπιον του αρχιερέως. Αυτός τους υπενθύμισε την προηγούμενη απαγόρευσή του και ο Πέτρος απάντησε: «Πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στον Θεό παρά στους ανθρώπους» (Πράξ. 5, 29) και δήλωσε ότι ήσαν μάρτυρες ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε για να χορηγήσει μετάνοια και άφεση αμαρτιών. Αφού έδειραν τους Αποστόλους με βέργες, τους άφησαν ελεύθερους κι εκείνοι χαρούμενοι συνέχισαν κανονικά παντού το κήρυγμά τους (Πράξ. 5, 41-42).

Όταν ο Πέτρος μετέβη στη Σαμάρεια για να μεταδώσει το Άγιο Πνεύμα σε όσους είχαν μόλις βαπτισθεί, ο Σίμων ο Μάγος τού πρότεινε χρήματα για να αποκτήσει κι αυτός τη δύναμη να μεταδίδει το Άγιο Πνεύμα, αλλά ο Απόστολος τού απάντησε έντονα: «Να χαθείς εσύ και τα λεφτά σου! Γιατί φαντάσθηκες πως η δωρεά του Θεού μπορεί να αποκτηθεί με χρήματα!» (Πράξ. 8, 20). Πέρασε κατόπιν στη Λύδδα, όπου θεράπευσε έναν παράλυτο ονόματι Αινέα και ανάστησε την Ταβιθά στην Ιόππη (Πράξ. 9, 32-42), μια πιστή, σεμνή και ελεήμονα μαθήτρια που βοηθούσε και συμπονούσε όλους τους αναγκεμένους. Για μερικές μέρες έμεινε στην πόλη αυτή, διαμένοντας στο σπίτι του Σίμωνα του βυρσοδέψη, όπου είδε τρεις φορές ένα όραμα στο οποίο καλούνταν να φάει αδιακρίτως κρέας που προερχόταν από ζώα καθαρά αλλά και ακάθαρτα τα οποία ήταν απαγορευμένα από τον Νόμο. Λίγο αργότερα, έφθασαν αγγελιαφόροι από την Καισάρεια λέγοντας ότι είχαν σταλεί από τον Ρωμαίο εκατόνταρχο Κορνήλιο [13 Σεπτ.], ο οποίος είχε ειδοποιηθεί από έναν άγγελο να τον αναζητήσει. Φθάνοντας στην Καισάρεια, ο Πέτρος άρχισε να μιλά για τον Ιησού Χριστό στο σπίτι του Κορνήλιου και το Άγιο Πνεύμα επιφοίτησε στους εθνικούς ακροατές του, όπως ακριβώς κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Παρά την έκπληξη των πιστών Εβραίων, ο Πέτρος έδωσε εντολή να τους βαφτίσουν, λέγοντας: «Ποιος μπορεί να εμποδίσει να βαπτιστούν με νερό, αυτοί που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα όπως κι εμείς;» (Πράξ. 10, 47). Επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα, κατηγορήθηκε από τους Εβραίους και χρειάστηκε να τους διηγηθεί το όραμά του για να τους πείσει ότι και οι εθνικοί επίσης έπρεπε να γίνουν ανενδοίαστα δεκτοί στην Εκκλησία.

Αφού ο βασιλέας Ηρώδης Αγρίππας διέταξε να θανατώσουν τον άγιο Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιωάννη (Πράξ. 12, 1-2), αποφάσισε να συλλάβει και τον Πέτρο. Την παραμονή της προσαγωγής του στο δικαστήριο, ενώ κοιμόταν τη νύχτα αλυσοδεμένος στο κελί του, εμφανίσθηκε άγγελος Κυρίου, πλημμυρίζοντας με φως τη φυλακή. Μόλις άγγιξε τον Πέτρο, λύθηκαν οι αλυσίδες του· και με εντολή του αγγέλου, ντύθηκε, πέρασε τις πόρτες που εν τω μεταξύ άνοιξαν από μόνες τους, και μετέβη στην οικία της μητέρας του Μάρκου, όπου προσεύχονταν γι’ αυτόν εκτενώς αρκετοί πιστοί (Πράξ. 12, 6-19) [16 Ιαν.]. Εν συνεχεία, κατέβηκε στην Καισάρεια και από εκεί συνέχισε το φλογερό κήρυγμά του στην Ιουδαία και σε πιο μακρινές περιοχές ακόμη. Στην Α΄ Επιστολή του, ο άγιος Πέτρος απευθύνεται σε χριστιανούς του Πόντου, της Γαλατίας, της Καππαδοκίας, της Ασίας και της Βιθυνίας, γεγονός που μας κάνει να υποθέσουμε ότι είχε επισκεφθεί τα μέρη αυτά για να τα ευαγγελίσει. Άλλες παραδόσεις [3] αναφέρουν ότι από την Καισάρεια επισκέφθηκε τη Σιδώνα, τη Βηρυτό και την υπόλοιπη Φοινίκη, εν συνεχεία δε, μετά από παραμονή στη νήσο Αντάραδο, ευαγγελίστηκε πολλές πόλεις μέχρι τη Λαοδίκεια. Στην Αντιόχεια της Συρίας αντιμετώπισε τον Σίμωνα τον Μάγο που εξαπατούσε πολλούς με τα σατανικά του τεχνάσματα, και ο Πέτρος χειροτόνησε τους αγίους Μαρκιανό και Παγκράτιο [9 Ιουλ.] για να πάνε να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στη Σικελία. Κατόπιν, μετέβη στα Τύανα της Καππαδοκίας, και εν συνεχεία στην Άγκυρα της Γαλατίας, όπου ανέστησε έναν νεκρό. Συνεχίζοντας την περιοδεία του στον Πόντο, βρήκε τον αδελφό του Ανδρέα στη Σινώπη· κατόπιν, ευαγγέλισε την Αμάσεια και τα Γάγγρα της Παφλαγονίας, την Κλαυδιόπολη της επαρχίας Ονωρίας και, φθάνοντας στη Βιθυνία, έμεινε στη Νικομήδεια και στη Νίκαια, όπου έσπειρε τον λόγο της Αληθείας.

Λέγεται πως τότε ήταν που πήρε τον δρόμο της επιστροφής στα Ιεροσόλυμα και βρέθηκε εκεί, όταν ο Παύλος και ο Βαρνάβας έφθασαν να δώσουν αναφορά για τις αποστολές τους στους εθνικούς. Καθώς ορισμένοι πιστοί του κόμματος των Φαρισαίων δήλωσαν πως οι εθνικοί που είχαν προσχωρήσει στον Χριστό έπρεπε να περιτέμνονται, ανέκυψε μεγάλη συζήτηση. Ο Πέτρος έλαβε τον λόγο και υποστήριξε ότι ήταν άχρηστο πλέον να επιβάλλεται στους πιστούς αυτούς τούτο το απρόσφορο βάρος του Νόμου, αφού όλοι, Εβραίοι και εθνικοί, σώζονται με τη χάρη του Κυρίου. Τέλος, μετά την ομιλία του Ιακώβου που προήδρευε στη Σύνοδο, αποφασίστηκε να μην επιβαρύνονται οι προσήλυτοι εθνικοί με τις απαρχαιωμένες απαιτήσεις της Παλαιάς Διαθήκης και να τους ζητηθεί μόνο να απέχουν από τα ειδωλόθυτα, το αίμα, το κρέας από πνιγμένα ζώα και την πορνεία (Πράξ. 15, 1-29).

Ο άγιος Πέτρος μετέβη κατόπιν στην Αντιόχεια, παίρνοντας μέρος σε κοινά δείπνα με πιστούς που προέρχονταν από τους εθνικούς. Όταν όμως έφθαναν αδελφοί από τα Ιεροσόλυμα, από εσφαλμένη εκτίμηση απομακρυνόταν από αυτούς και διαχώριζε τη θέση του. Ο Παύλος τον επέκρινε γι’ αυτό μπροστά σε όλους και τον παρότρυνε να πολιτεύεται σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων (Γαλ. 2, 11-14).

Συνεχίζοντας τις αποστολικές περιοδείες του ο Πέτρος, χειροτόνησε τον Ευόδιο, επίσκοπο Αντιοχείας [7 Σεπτ.], κατόπιν τον Πρόχορο στη Νικομήδεια [28 Ιουλ.] και τον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο [13 Σεπτ.] στην Ηλιούπουλη [4]. Εκεί λέγεται ότι είδε τον Κύριο σε όραμα που του είπε να οδεύσει προς τη Δύση. Περνώντας από την Ταρσό, χειροτόνησε τον Ορκανό [;] στην Έφεσο, τοποθέτησε τον Φύγγελο, ο οποίος αργότερα αποχώρησε από την Εκκλησία για να ακολουθήσει τον Σίμωνα τον Μάγο. Στη Σμύρνη χειροτόνησε τον Απελλή [10 Σεπτ.], αδελφό του Πολύκαρπου, στους Φιλίππους της Μακεδονίας τον Ολυμπά [10 Νοεμ.], στη Θεσσαλονίκη τον Ιάσωνα [29 Απρ.] [5], στην Κόρινθο τον Σίλα [30 Ιουλ.] και στην Πάτρα τον Ηρωδίωνα [8 Απρ.]. Φθάνοντας στη Σικελία, έγινε δεκτός με τιμές από τον μαθητή του τον άγιο Παγκράτιο και έφθασε, τέλος, στη Ρώμη όπου δίδασκε καθημερινά τον λαό την Πίστη προς την Αγία Τριάδα. Φθονώντας τη φήμη του Αποστόλου που ολοένα μεγάλωνε, ο Σίμων ο Μάγος, που εν τω μεταξύ είχε οδηγηθεί στη Ρώμη για να εκτελεστεί, κατόρθωσε να εξαπατήσει τον αυτοκράτορα Κλαύδιο με τα τεχνάσματά του· και, συγκεντρώνοντας ένα μεγάλο πλήθος, έκανε πως ανέστησε δήθεν κάποιον με τα κόλπα του. Έπαιρνε επίσης διάφορες μορφές, προκαλώντας τον θαυμασμό και το δέος των αφελών θεατών. Τη στιγμή που δύο δαίμονες τον σήκωναν ψηλά στον αέρα, ο Πέτρος προσευχήθηκε και ο άθλιος Μάγος τσακίστηκε στη γη βρίσκοντας οικτρό θάνατο. Το πλήθος έβγαλε κραυγές θαυμασμού μπροστά στη δύναμη που ο Θεός χορηγούσε στους Αποστόλους Του και άκουσε με θέρμη το κήρυγμά του. Αφού χειροτόνησε τον Λίνο επίσκοπο Ρώμης [6], πέρασε στην Ταρακίνη, χειροτόνησε τον Επαινετό στην Ισπανία [30 Ιουλ.], τον Κρήσκεντα στην Καρχηδόνα [30 Ιουλ.] και, φθάνοντας στην Αίγυπτο, τοποθέτησε τον Ρούφο [8 Απρ.] επίσκοπο Θηβαΐδος και τον άγιο Μάρκο στην Αλεξάνδρεια [25 Απρ.]. Βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα κατά την Κοίμηση της Κυρίας Θεοτόκου, κατόπιν επέστρεψε στη Ρώμη για να μεταδώσει το Άγιο Πνεύμα στους πιστούς και τερμάτισε τις αποστολικές περιοδείες του, όπως λέγεται στο Μιλάνο, φθάνοντας ίσως και μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία [7].

Καθώς ένας άγγελος τού αποκάλυψε ότι επρόκειτο να βρει τον θάνατο στη Ρώμη, ο άγιος Πέτρος υπάκουσε στο σχέδιο της θείας Προνοίας και επέστρεψε στην πρωτεύουσα, όπου χειροτόνησε τον άγιο Κλήμεντα [24 Νοεμ.] ως διάδοχο του Λίνου που είχε πεθάνει. Αναφέρεται από την παράδοση ότι συνελήφθη με διαταγή του αυτοκράτορα Νέρωνα, τις δύο συζύγους του οποίου ο Απόστολος είχε μεταστρέψει· και, αφού ελευθερώθηκαν οι δύο μαθήτριές του, ο Πέτρος σταυρώθηκε ανάποδα, όπως το ζήτησε ο ίδιος, γιατί έλεγε ότι αφού ο Κύριος σταυρώθηκε όρθιος, για να κοιτάζει προς τη γη και τους καταδικασμένους που επρόκειτο να απελευθερώσει, ο ίδιος, ως μαθητής Του, ήταν πρέπον να κοιτάζει προς τον ουρανό όπου θα μετέβαινε [8].
 - Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ -
[1] Κατά ορισμένους η σύζυγός του ήταν κόρη του Αριστόβουλου [15 Μαρτ.], αδελφού του Αποστόλου Βαρνάβα [11 Ιουν.]. Ορισμένες πηγές μνημονεύουν στις 31 Μαΐου την αγία Πετρονίλλα, θυγατέρα του αγίου Πέτρου, αλλά πρόκειται στην πραγματικότητα για μια Ρωμαία παρθένο, μάρτυρα του 1ου αιώνα. 
[2] Με την περίφημη αυτή υπόσχεση του Χριστού οι απολογητές του Καθολικισμού άντλησαν το βασικό επιχείρημά τους για να δικαιολογήσουν την υπεραξίωση της παγκόσμιας δικαιοδοσίας του πάπα της Ρώμης υπεράνω όλων των επισκόπων και τοπικών εκκλησιών. Ωστόσο, για τους αγίους Πατέρες, τόσο τους Έλληνες όσο και τους Λατίνους, δεν είναι τόσο στο πρόσωπο του Πέτρου όσο στην «πέτρα» της ομολογίας της θαρραλέας πίστεώς του προς τη Θεότητα του Χριστού, επάνω στην οποία ο Κύριος υποσχέθηκε να ιδρύσει την Εκκλησία Του· έτσι, σε όλους που στο διάβα των χρόνων και των καιρών θα Τον ομολογήσουν, όπως ο Πέτρος, υπόσχεται να δώσει τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών· και συγκεκριμένα στους επισκόπους που όλοι κάθονται στην ίδια «καθέδρα του Πέτρου» (άγιος Κυπριανός [30 Μαΐου]), δεδομένου ότι όλες ανεξαιρέτως οι τοπικές Εκκλησίες κατέχουν το αυτό πλήρωμα της χάριτος (καθολικότητα). Πράγματι, αν κανείς δεν σκέφθηκε να θέσει εν αμφιβόλω το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης, αναγνωρισμένο από ολόκληρη την αρχαία Εκκλησία, αυτό οφειλόταν λιγότερο στην «αποστολικότητα» της έδρας αυτής –αφού ο Πέτρος ίδρυσε κι άλλες Εκκλησίες, μεταξύ των οποίων της Αντιόχειας– και περισσότερο στο προφανές γεγονός ότι η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας (Σύνοδος της Χαλκηδόνος, Κανών 28). Το πρωτείο αυτό επομένως δεν είχε διόλου χαρακτήρα καθολικής δικαιοδοσίας, αλλά συνίστατο απλώς σε μία «εν αγάπη προεδρεία», ασκούμενη για την ευταξία και ευρυθμία των εκκλησιαστικών υποθέσεων. Μια τέτοια αντίληψη του πρωτείου διαθέτει ακραιφνώς η Ορθόδοξη Εκκλησία και σε μια ενδεχόμενη επιστροφή της Ρωμαϊκής έδρας στην Ορθόδοξη κοινωνία και ενότητα, ο πάπας θα έβρισκε εκεί τη φυσική και ορθή του θέση ως «πρώτος μεταξύ ίσων». 
[3] Ο κατάλογος των πόλεων τις οποίες ευαγγέλισε ο άγιος Πέτρος, ο οποίος σώζεται στην αγιολογική παράδοση, προήλθε από απόκρυφες πηγές, συγκεκριμένα τις «Ομιλίες» του αγίου Κλήμεντος Ρώμης [24 Νοεμ.]. Η θεολογία των κειμένων αυτών έχει απορριφθεί· ίσως όμως να σώζει τη μνήμη τόπων που πράγματι να είχαν ευαγγελισθεί από τον Πέτρο ή τους μαθητές του.
[4] Κατ’ άλλους επίσκοπος Σκεψέων ή ακόμη Καισαρείας. 
[5] Μάλλον τον Σιλβανό [30 Ιουλ.]. Οι Ιάσων, Σίλας και Ηρωδίων ήσαν πάντως μαθητές του Παύλου. 
[6] Διότι ο Απόστολος Πέτρος δεν υπήρξε ποτέ ο ίδιος επίσκοπος Ρώμης, αφού το αποστολικό λειτούργημα και έργο διακρινόταν κατά πολύ από το επισκοπικό.
[7] Περισσότερο ακόμη και από τα προηγούμενα, τα τελευταία αυτά στάδια είναι μάλλον απίθανα. 
[8] Φαίνεται πως στην πραγματικότητα ο Απόστολος μαρτύρησε κατά τον αιφνίδιο και άγριο διωγμό που εξαπέλυσε ο Νέρων το 64, αποδίδοντας στους χριστιανούς την ευθύνη για τη μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε την πόλη και της οποίας πιθανώς ήταν ο ίδιος αυτουργός. Οι ιστορικοί της εποχής (Τάκιτος) αναφέρουν ότι στα συνηθισμένα βασανιστήρια, ο παράφρων τύραννος προσέθεσε εξαλλοσύνες προς διασκέδαση: ορισμένοι κατασπαράχθηκαν από σκυλιά αφού είχαν καλυφθεί από δέρματα ζώων, ενώ άλλοι, μεταξύ των οποίος ο Απόστολος Πέτρος, δέθηκαν σε σταυρούς στους μεγάλους κήπους δίπλα στον ιππόδρομο, στον λόφο του Βατικανού, και όταν νύχτωσε κάηκαν εν είδει δαυλών για να διασκεδάσουν οι επισκέπτες του αυτοκράτορα.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος (Ιούνιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2024

Πρέπει να αγαπούμε και τους εχθρούς, γιατί μας ωφελούν πολύ. Να τους ευεργετούμε και να προσευχόμαστε για τη σωτηρία τους


Από τη διήγηση των περιοδειών του αγίου αποστόλου Πέτρου, την οποία έγραψε ο άγιος Κλήμης 

ΠΗΓΗ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ  

Εγώ ο Κλήμης είχα ακόμη απορία σχετικά με το θέμα της φιλανθρωπίας, την οποία είπα στον Πέτρο και ζητούσα να μάθω, «με ποιες πράξεις μπορεί κανείς να είναι φιλάνθρωπος». Εκείνος μου αποκρίθηκε: 
«Φιλάνθρωπος είναι εκείνος που και προς τους εχθρούς φέρεται με ημερότητα και καλοσύνη. Πρέπει να καταλάβεις, ότι η φιλανθρωπία αποτελείται από δύο μέρη: το ένα είναι η ευσπλαχνία και το άλλο η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Και συνάνθρωπος για τον άνθρωπο είναι ο κάθε άνθρωπος˙ γιατί άνθρωπος είναι και ο κακός και ο καλός, και ο εχθρός και ο φίλος. 
Αυτός λοιπόν που ασκεί τη φιλανθρωπία πρέπει να είναι μιμητής του Θεού και να ευεργετεί δικαίους και αδίκους, όπως κάνει και ο Θεός σε αυτόν τον κόσμο, που δίνει τον ήλιο και τις βροχές σε όλους [Πρβ. Ματθ. 5, 45]. Αν όμως θέλεις στους καλούς να κάνεις καλό και τους κακούς να τιμωρείς, επιχειρείς να κάνεις έργο κριτή». 
«Άραγε και ο Θεός», είπα εγώ, «που πρόκειται να μας κρίνει τότε, δεν είναι φιλάνθρωπος;». 
«Ισχύει το αντίθετο», απάντησε ο Πέτρος. «Επειδή κρίνει, είναι φιλάνθρωπος. Καθώς δηλαδή αγαπά και σπλαχνίζεται τους αδικημένους, τιμωρεί εκείνους που τους αδίκησαν». 
«Επομένως και εγώ», παρατήρησα, «αν στους καλούς κάνω καλό και εκείνους που αδικούν τους τιμωρώ, επειδή ανθρώπους αδίκησαν, είμαι φιλάνθρωπος». Ο Πέτρος αποκρίθηκε: 
«Αν είχες το χάρισμα να γνωρίζεις από πριν, και μαζί με αυτό σου δινόταν και η εξουσία να κρίνεις, τότε θα το έκανες σωστά: με την εξουσία που πήρες* θα καταδίκαζες αυτούς που δημιούργησε ο Θεός, ενώ με την πρόγνωση κατά την κρίση άλλους θα αθώωνες ως δίκαιους και άλλους θα καταδίκαζες ως άδικους, χωρίς να κάνεις λάθος». 
«Σωστά και αληθινά μίλησες», είπα εγώ. «Γιατί είναι αδύνατο να κρίνει σωστά κάποιος που δεν έχει το χάρισμα να γνωρίζει από πριν. 
Μερικές φορές κάποιοι φαίνονται καλοί, ενώ κρυφά κάνουν αθέμιτες πράξεις, και άλλες φορές άνθρωποι καλοί θεωρούνται κακοί εξαιτίας διαβολής από εχθρούς. Αλλά και όταν κάποιος δικάζει έχοντας την εξουσία να ανακρίνει με βασανιστήρια, πάλι δεν είναι βέβαιο ότι θα δικάσει δίκαια. Γιατί ορισμένοι που ήταν φονιάδες, άντεξαν στα βασανιστήρια και μετά αφέθηκαν ως αθώοι, ενώ άλλοι που ήταν αθώοι δεν άντεξαν στα βασανιστήρια, ομολόγησαν ψέματα και τιμωρήθηκαν ως ένοχοι». 
«Είναι λοιπόν απαραίτητο», συνέχισε ο Πέτρος, «αυτός που με κάθε τρόπο επιδιώκει την αρετή, να αγαπά και τους εχθρούς, όπως είπε ο Χριστός, και επιπλέον να προσεύχεται γι’ αυτούς, να λέει καλά λόγια σε εκείνους που τον βρίζουν και να συγχωρεί εκείνους που τον κακομεταχειρίζονται (Ματθ. 5, 44. Λουκ. 6, 27 και 35). Έτσι θα είναι ακριβής τηρητής των εντολών και θα φύγει από τη ζωή συγχωρημένος από όλα τα αμαρτήματα του μέσω της αγάπης προς τον συνάνθρωπο. 
Γιατί αν κάποιος βεβαιωθεί ότι οι εχθροί, που κάνουν πρόσκαιρα κακό, γίνονται αιτία να απαλλαγούν από την αιώνια κόλαση εκείνοι τους οποίους μισούν, θα τους αγαπήσει ως ευεργέτες. Την εντολή όμως αυτή είναι αδύνατο να την κατορθώσει κανείς με άλλον τρόπο, εκτός αν αγαπά πάρα πολύ τον Θεό, αφού προηγουμένως παιδαγωγηθεί με τον φόβο του˙ γιατί, λέει, αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου» (Παροιμ. 1, 7). 
«Αφού λοιπόν κάποιος καταρτιστεί με τον φόβο του Θεού, οπωσδήποτε θα φτάσει στην αγάπη και θα έχει τον συνάνθρωπο όπως έχει τον εαυτό του. Πες μου: αν είναι δυο βασιλιάδες εχθροί, και έχουν κλειστά τα σύνορα των χωρών τους, και κάποιος υπήκοος του ενός πιαστεί στη χώρα του άλλου, δεν νομίζεις ότι πρέπει να θανατωθεί; Αν όμως τιμωρηθεί με ένα χαστούκι και όχι με θάνατο και αφεθεί ελεύθερος, δεν σου φαίνεται ότι αυτός που τον άφησε είναι φιλάνθρωπος;» 
«Και πολύ μάλιστα», είπα εγώ, και ο Πέτρος πρόσθεσε: 
«Αν τώρα αυτός ο ίδιος κλέψει και κάτι που ανήκει σε κάποιον ή είναι ξένο και, όταν συλληφθεί γι’ αυτό, δώσει ως αποζημίωση το ίσο ή το διπλάσιο της αξίας του, ενώ οφείλει να δώσει το τετραπλάσιο (Πρβ. Λουκ. 19, 8), αλλά και να θανατωθεί, καθώς πιάστηκε μέσα στα όρια του εχθρού, δεν νομίζεις ότι αυτός που πήρε μόνο το διπλάσιο και τον άφησε χωρίς να τον θανατώσει είναι φιλάνθρωπος;» 
«Με έχεις πλέον πείσει», απάντησα εγώ, «ότι όσοι αδικούν, αδικούνται οι ίδιοι, ενώ όσοι αδικούνται είναι πιο κερδισμένοι. Γι’ αυτό και μου φαίνεται εντελώς άδικο αυτό που γίνεται: Εκείνοι που θεωρούνται ότι αδικούν, μάλλον τον εαυτό τους βλάπτουν, ενώ ωφελούν τους αδικημένους. Αντίθετα, αυτοί που θεωρούνται ότι αδικούνται, αυτοί μάλλον αδικούν, γιατί, αν και ωφελήθηκαν από εκείνους, δεν τους αμείβουν με την ίδια ωφέλεια». 
«Η ωφέλεια όμως αυτή», παρατήρησε ο Πέτρος, «δεν οφείλεται στην πρόθεση εκείνων που κάνουν το κακό, αλλά στην προαίρεση αυτών που το δέχονται». 
Αφού λοιπόν επαίνεσα αυτά που άκουσα από τον Πέτρο, πρόσθεσα: «Αλλά κύριε μου, εξήγησέ μου και αυτόν τον λόγο που είπες προηγουμένως, ότι τις αδικίες και τα παθήματα τα παθαίνουμε για τη συγχώρηση των αμαρτιών». 
«Έτσι είναι», είπε ο Πέτρος. «Αυτά που αποκτούμε οι άνθρωποι, θέλοντας συνεχώς περισσότερα, είτε πρόκειται για ρούχα, είτε για τρόφιμα, είτε για άλλα πράγματα, δεν κάνουμε καλά που τα αποκτούμε, επειδή δεν πρέπει να έχει κανείς τίποτε, αν βέβαια θέλει να ζει ενάρετα. Γιατί αν τα αποκτήματα συνήθως προξενούν αμαρτήματα στους ιδιοκτήτες, η με οποιονδήποτε τρόπο στέρηση τους είναι αμαρτιών αφαίρεση. 
Γι’ αυτό από την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού έρχονται παιδαγωγικές τιμωρίες σε εκείνους που δεν ζουν όπως θέλει ο Θεός, έτσι ώστε, καθώς θα υπομείνουν λόγω της κάποιας ευλάβειας τους τις πρόσκαιρες τιμωρίες, να απαλλαγούν από τις αιώνιες κολάσεις».
* [Στο κείμενο: δια μεν το ειληφέναι «την» εξουσίαν «καταδικάζων ους ο Θεός εδημιούργησεν, δια δε την πρόγνωσιν απταίστως εν τω κρίνειν ους μεν ως δικαίους δικαιών, ους δε ως αδίκους» καταδικάζων PG 2, 324].

Ευεργετινός. 
Λόγοι και διδασκαλίες Αγίων Πατέρων. 
Βιβλίο Δεύτερο.
Εκδόσεις, Το περιβόλι της Παναγίας, Α΄ έκδοση 2003.
Μετάφραση: Δ. Χρισταφακόπουλος.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη

Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» Άγιος Μάξιμος Γραικός


Θεοφάνης Μπαθάς Στρελίτζας ή ο Κρητικός-Η Άρνηση του Πέτρου
Λόγος ΜΔ’ 
Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» 
Άγιος Μάξιμος Γραικός

Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου! Αλλοίμονο, αλλοίμονο! Με ποιους ποταμούς δακρύων θα εξαγνίσω την ατιμία μου εγώ, ο ακόλαστος; Με ποιους βαρείς στεναγμούς θα καθαρίσω την αδικία μου; Αληθώς, αλλοίμονό μου, επειδή αρνήθηκα τρεις φορές τον Χριστό, αλλοίμονό μου! Φοβήθηκα την ασήμαντη δούλη και λησμόνησα όλα τα δώρα, που έλαβα από Αυτόν, ο οποίος είναι ζωή και φως των όλων, ο Δημιουργός μου, ο Ζωοποιός και Κύριος, που ήλθε άνωθεν για να μας σώσει και για χάρη μου παρέδωσε την ζωή Του στον θάνατο. Αλλοίμονό μου! Τι έπαθα και τι αναπάντεχο συνέβη; Πόσο μεγάλη απιστία και αχαριστία έδειξα σε Σένα, Σώτερ, και αποδείχθηκα πολύ χειρότερος από τον προδότη Σου! Αξιώθηκα από Εσένα πολύ μεγαλύτερης τιμής από όλους τους άλλους μαθητές Σου, ώστε μου εμπιστεύτηκες τα ίδια τα κλειδιά της ουράνιας βασιλείας, και αναγνωρίστηκα από Σένα, Σωτήρα μου, αρχηγός και επί κεφαλής τους, και τώρα πώς να κλάψω και τι να πω; Αλλοίμονό μου, του ακόλαστου! Με ποιες δικαιολογίες να ικετεύσω και να λάβω έλεος από τον αυστηρό Κριτή; 
Γνωρίζω όμως την μεγάλη γενναιοδωρία Σου, Κύριε, και ότι συγχωρείς αμέσως όλα τα αμαρτήματα σε αυτούς που δείχνουν θερμή μετάνοια. Γνωρίζω ότι ακόμη και την μιασμένη πόρνη και τον άσωτο υιό τους ευεργέτησες γενναιόδωρα· εκείνη, επειδή έβρεξε με τα δάκρυά της τα πάναγνα πόδια Σου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, και αυτόν, επειδή ανέκραξε, «ήμαρτον, ήμαρτον, δεν είμαι άξιος κληθήναι υιός σου». Ξέρω ότι και ο άδικος τελώνης αθωώθηκε αμέσως, όταν φώναξε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ». Και εμένα, Κύριε, που φωνάζω σαν αυτόν, ήμαρτον, «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», Θεέ μου, δέξου και δώσε μου την γενναιοδωρία Σου και συγχώρησε την ασέβεια της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ! Σου προσφέρω συντετριμμένος με την προσευχή μου, όχι ροές από νερό, αλλά ποτάμι από δάκρυα και πικρούς στεναγμούς και παρακαλώ. Μην περιφρονήσεις, Κύριε, τον ποταμό των δακρύων μου και τον πικρότατο πόνο της καρδιάς μου, που τρώει μέσα μου σαν πυρ την ψυχή, τα οστά και το μυαλό μου, επειδή για χάρη των αμαρτωλών και των ασεβών κατέβηκες από τον ουρανό και δέχθηκες τον βασανιστικό θάνατο.
 Αγίου Μαξίμου Γραικού «Λόγοι» τ. α’, 
Ιερά Μονή Βατοπαιδίου

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Ομιλία στην εορτή των κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


 

ΕΚΦΩΝΗΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

1. Η μνήμη καθενός από τους αγίους ερχόμενη κατά την εόρτιο ημέρα αυτής, είναι κοινή αφορμή ευφρο­σύνης και στα πλήθη και στις πό­λεις και στους πολίτες και στους πολιτάρχες και γίνεται πρόξενος μεγάλης ωφέλειας σε όλους τους εορτάζοντες. Γιατί λέγει ο σοφός Σο­λομών «η μνήμη του δικαίου συνο­δεύεται από εγκώμια, και όταν εγκωμιάζεται ο δίκαιος ευφραίνονται οι λαοί» (Παροιμ. 10, 7). Γιατί, όπως κατά τη νύχτα, όταν αναφθεί λαμπάδα το φως φέγγει για την ανάγκη και την από­λαυση όλων των παρόντων, έτσι και ο θεάρεστος βίος κάθε αγίου και το μακάριο τέλος του και η δοσμένη χάρη σ’ αυτόν από τον Θεό λόγω της καθαρότητας του βίου, προβαλλόμενος στο μέσον με τη μνήμη σαν κάποιος ολόλαμπρος πυρσός, προσ­φέρει κοινή την πνευματική ευφροσύνη και την ωφέλεια στους συναθροισμένους. Και όπως ακριβώς όταν γίνει ευφορία στη γη δεν ευχαριστούνται μόνον οι γεωργοί, αλλά και όλοι οι άν­θρωποι (γιατί η απόλαυση από τους καρπούς της γης είναι κοινή σε όλους), έτσι και η προς τον Θεό καρποφορία των αγίων με την αρετή δεν ευφραίνει μόνο τον γεωργό των ψυχών, αλλά και όλους εμάς, αφού βρίσκεται μπροστά μας ως κοινή τρυφή και απόλαυση των ψυχών μας. Αλλωστε και όταν είναι ακόμη παρόντες σ’ αυτόν τον βίο οι άγιοι είναι όλοι προτροπή προς την αρετή για όλους εκείνους που τους ακούουν και τους βλέπουν με σύνεση· γιατί είναι έμψυχες εικόνες της αρετής, αυτοκίνητες στήλες κάθε καλού, βιβλία ζωντανά που ομιλούν γι’ αυτά που οδηγούν στα ανωτέρα, και όταν μεταβούν από αυτόν τον βίο με τη μνήμη των καλών σε εκείνους συντηρούν για χάρη μας αθάνατη την από αυτούς ωφέλεια. Η μνήμη επίσης των αγαθών έργων εκείνων είναι εγκώμιο εκείνων, που χρεωστείται βέβαια από εμάς σε εκείνους για την προγενέστερη ωφέλεια, είναι όμως χρήσιμο σε μας και τώρα, για το όφελος που προξενείται σ’ εμάς και τώρα από αυτούς.

2. Δεν προσθέτομε βέβαια κάτι στα αγαθά εκείνων υπενθυμίζοντας τις πράξεις τους. Πώς δηλαδή θα μπορούσαμε να το κάνομε αυτό εμείς που δεν είμαστε ικανοί ούτε την αρετή τους να παραστήσομε ολόκληρη; Γιατί φιλοτιμήθηκαν παρακινούμενοι από τις πάνω από το λόγο αμοιβές που είχε υποσχεθεί ο Θεός, να δεί­ξουν, όσο επέτρεπε η φύση, και τρόπο ζωής που υπερβαίνει κάθε λόγο. Δεν αυξάνομε λοιπόν τα προσόντα αυτών εγκωμιάζοντάς τους, μακριά μια τέτοια σκέψη! αλλά αυξάνομε τα από εκείνους προξενούμενα σε μας αγαθά ανυψώνοντας τους εαυτούς μας προς εκείνους σαν θεοφεγγείς λυχνίες και κατανοώντας και προσδεχόμενοι περισσότερο την από εκείνους προερχόμενη καλλοποιό δύναμη.

3. Αν η μνήμη κάθε αγίου τελείται, για τους λόγους που είπα­με, από εμάς με ύμνους και τα εγκώμια που ταιριάζουν σ’ αυτούς, πόσο περισσότερο πρέπει του Πέτρου και του Παύλου, της κορυ­φαίας ακρότητας του κορυφαίου χορού των Αποστόλων; Αυτοί είναι κοινοί πατέρες και καθοδηγητές όλων εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού, αποστόλων, μαρτύρων, οσίων, ιερέων, ιεραρχών, ποιμένων και διδασκάλων, και όλων των ποιμαινομένων και διδασκομένων, ως αρχιποιμένες ή και αρχιτέκτονες της κοινής όλων ευσέβειας και αρετής, και «ως φωστήρες στον κόσμο που επέχουν θέση ζωής» (Φιλ. 2, 16), που τόσο πολύ ξεπερνούν σε λάμψη εκείνους που διέλαμψαν με την ευσέβεια και την αρετή τους, όσο υπερβαίνει τους άλλους αστέρες ο ήλιος, ή όσο οι ουρανοί τους ουρανούς, διηγούμενοι την ανώτατη δόξα του Θεού· τόσο πολύ ξεπερνούν το μέγεθος των ουρανών και το κάλλος των αστέρων και την ταχύτητα και των δύο και την τάξη και τη δύναμη, όσο αυτοί φανερώνουν και τα πάνω από την αίσθηση προς αυτά τα υπερουράνια και υπερκόσμια, και αναπέμπουν φως, «στο οποίο δεν υπάρχει παραλλαγή ή αποσκίασμα μετατροπής» (Ιακ. 1, 17), όχι μόνο εξάγοντας από το σκότος στο θαυμαστό αυτό φως, αλλά καθι­στώντας με τη μετάδοση αυτούς που μετέχουν φως και γεννήμα­τα τέλειου φωτός, ώστε και ο καθένας από αυτούς κατά τη μελλο­ντική ένδοξη παρουσία και επιφάνεια του αρχίφωτου και θεάν­θρωπου Λόγου να λάμψει σαν ήλιος.

4. Τέτοιοι φωστήρες έχοντας ανατείλει σήμερα σε μας ο ένας μαζί με τον άλλο λαμπρύνουν την Εκκλησία· γιατί η σύνοδος αυτών δεν προκαλεί έκλειψη, αλλά περίσσεια φωτός· γιατί δεν συμβαίνει, περιπολώντας ο ένας επάνω, να είναι εδραιωμένος στα ύψη, και ο άλλος να είναι χαμηλότερα για να υποσκιάσει τον άλλο, ούτε ο ένας να ηγείται της ημέρας και ο άλλος της νύχτας, ώστε φερόμενος αντίκρυ να πέσει στη σκιά, ούτε ο ένας να εκπέμπει το φως και ο άλλος να παίρνει το φως από εκεί, ώστε να παθαίνει από αυτό αλλοίωση, δεχόμενος άλλοτε αλλιώς τον φωτι­σμό ανάλογα με την απόσταση, αλλά, αφού και οι δύο κατέστη­σαν εξίσου μέτοχοι του Χριστού, της αστείρευτης πηγής, του αιώ­νιου φωτός, απέκτησαν ίσο και το ύψος και τη δόξα και τη λαμπρότητα. Γι’ αυτό και είναι αλληλουχία η σύνοδος των φω­στήρων αυτών, που χορηγεί διπλάσια έλλαμψη στις ψυχές των πιστών.

5. Αλλ’ ο πρώτος αποστάτης που οδήγησε σε αποστασία από τον Θεό και τον πρώτο άνθρωπο, βλέποντας ήδη εκείνον που έπλασε τον Αδάμ πατέρα του γένους των ανθρώπων, να αναπλά­θει ύστερα τον Πέτρο πατέρα του γένους των αληθινά θεοσεβών, και όχι μόνο βλέποντας, αλλά και ακούοντας αυτόν να λέγει προς αυτόν, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδο­μήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 18)· αφού έμαθε αυτό ο αρχέκακος από τη φθονερή κακία του πειράζει και τον Πέτρο τον αρχηγό του γένους των θεοσεβών, όπως άλλοτε και τον Αδάμ τον αρχηγό του γένους των ανθρώπων. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός ήταν στολισμένος με σύνεση και πυρωμένος από την αγάπη προς τον Χριστό, δεν τολμά βέβαια την κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά παραπλανώντας τον με δόλο κατά κάποιο τρόπο από πλάγια, και μάλιστα από δεξιά, τον πείθει να πράττει πέρα από τα αναγκαία, και κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους, λέγοντας ο Κύριος προς τους μαθητές, «αύτη τη νύχτα όλοι θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς εμένα» (Ματθ. 26, 31), αυτός πρόβαλε με απείθεια αντίρρηση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά έθετε και τον εαυτό του πάνω από όλους, λέγοντας ότι, και αν όλοι σκανδαλισθούν, αλλ’ εγώ όχι. Εγκαταλείπεται λοιπόν περισσότερο από τους άλλους, επειδή κυριεύθηκε από αλαζονεία, ώστε, αφού ταπεινωθεί περισσότερο από τους άλλους, να παρουσιασθεί στον κατάλληλο καιρό λα­μπρότερος, όχι όπως ο Αδάμ που πειράσθηκε και συγχρόνως νικήθηκε και καταποντίσθηκε τελείως, αλλά, αφού πειράσθηκε και παρασύρθηκε για λίγο, νίκησε τον πειράζοντα. Πώς; Με την απευθείας κατάκριση του εαυτού του και τη σφοδρή λύπη και μετάνοια, και με το δραστικό προς εξιλέωση φάρμακο, τα δά­κρυα· γιατί λέγει· «καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη ο Θεός δεν θα την εξουθενώσει» (Ψαλμ. 50, 12), και η αρεστή στον Θεό λύπη προκαλεί μετάνοια αμετάτρεπτη προς σωτηρία, και «αυτός που σπέρνει την παράκληση με δάκρυα, θα θερίσει με αγαλλίαση τη συγ­χώρηση» (Ψαλμ. 125, 5).

6. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει εξετάζοντας αυτόν, ότι όχι μόνο θεράπευσε με τη μετάνοια και το οδυνηρό πένθος την άρνη­ση στην οποία παρασύρθηκε, αλλά και ότι ξερρίζωσε τελείως από την ψυχή του το πάθος εξαιτίας του οποίου εγκαταλείφθηκε περισσότερο από τους άλλους. Και αυτό θέλοντας να δείξει σε όλους ο Κύριος, μετά το σαρκικό πάθος του για χάρη μας και την από τους νεκρούς τριήμερη ανάστασή του, χρησιμοποίησε προς τον Πέτρο τα λόγια που αναγνώσθηκαν σήμερα στο ευαγγέλιο, λέγοντας προς αυτόν «Σίμων υιέ του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς», δηλαδή από τους μαθητές μου. Και πρόσεχε την προς το ταπεινότερο μεταβολή αυτού. Αυτός δηλαδή που πρωτύτερα, και χωρίς να ερωτηθεί, τοποθέτησε πάνω από τους άλλους τον εαυτό του και είπε, «και αν όλοι σε αρνηθούν, όμως όχι εγώ», τώρα ερωτώμενος, εάν τον αγαπά περισσότερο από τους άλλους, συμφωνεί βέβαια ότι τον αγαπά, το περισσότερο όμως παραλείπει να το πει, λέγοντας· «ναι, Κύριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ».

7. Τί λέγει λοιπόν ο Κύριος; Επειδή έδειξε αυτόν ότι ούτε από την προς αυτόν αγάπη εξέπεσε και ότι απέκτησε την ταπείνωση, εκπληρώνει την από παλαιά προς αυτόν υπόσχεση και λέγει προς αυτόν, «ποίμαινε τα αρνιά μου». Πραγματικά, όταν ονομά­ζει οικοδομή το σύνολο αυτών που πιστεύουν σ’ αυτόν υπόσχεται ότι θα τον τοποθετήσει θεμέλιο, λέγοντας «συ είσαι Πέτρος και επάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16, 8). Όταν ο λόγος γίνεται για την αλιεία τον κάμνει αλιέα ανθρώ­πων, λέγοντας «από τώρα θα αλιεύεις ανθρώπους» (Λουκά 5, 10). Όταν πάλι κάνει πρόβατα τους δικούς του τοποθετεί τον Πέτρο ποιμένα, λέγοντας «ποίμαινε τα αρνιά μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21, 15-16). Μπορούμε όμως αδελφοί, να αντιληφθούμε και από εδώ, ότι όσο ποθεί τη σωτηρία μας ο Κύριος τόσο περισσότερο και από αυτούς που τον αγαπούν δεν ζητεί τίποτε άλλο, παρά να μας οδηγούν προς τη βοσκή και τη σωτήρια μάνδρα.

8. Ας ποθήσομε λοιπόν και εμείς τη σωτηρία μας και ας δείξομε υπακοή σ’ αυτούς που με έργο και λόγο μας οδηγούν προς αυτήν· γιατί αρκεί να θελήσει καθένας από εμάς να πορευθεί τον δρόμο που οδηγεί προς τη σωτηρία, και ο καθηγητής έφτασε ετοιμασμέ­νος από τον κοινό Σωτήρα, και ο χορηγός της σωτηρίας είναι ετοι­μότατος εξαιτίας της υπερβολικής φιλανθρωπίας του ως αυτό­κλητος, ή μάλλον όντας αυτοπαράκλητος. Και ερωτά τρεις φορές, ώστε αποκρινόμενος εκείνος τρεις φορές, να δώσει την καλή ομο­λογία και με την τριπλή ομολογία να θεραπεύσει την τριπλή άρνηση· και τρεις φορές τον ορίζει επικεφαλής στα αρνιά και τα πρόβατά του, τοποθετώντας κάτω από τον Πέτρο και τις τρεις τάξεις των σωζομένων, τη δουλεία, την μισθοφορία και την υιότητα, ή την παρθενία, τη χηρεία με σωφροσύνη και τον τίμιο γάμο. Αλλά ο Πέτρος, ερωτώμενος πάλι και πάλι αν αγαπά τον Χριστό, στενοχωρήθηκε, λέγει, από τις επανειλημμένες ερωτήσεις επειδή νόμισε ότι δεν τον πίστευε. Γνωρίζοντας όμως τον εαυτό του, ότι τον αγαπά και μη αγνοώντας ούτε και αυτό, ότι γνωρίζεται από αυτόν που τον ερωτά περισσότερο από όσο ο ίδιος γνωρίζει τον εαυτό του, περισφιγμένος κατά κάποιο τρόπο από παντού, δεν ομολογεί μόνο ότι τον αγαπά, αλλά και κηρύττει, ότι ο αγαπώμενος από αυτόν είναι ο Θεός των όλων, λέγοντας· «συ, Κύριε, γνω­ρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ» (Ιω. 21, 17)· γιατί το να γνωρί­ζει τα πάντα είναι γνώρισμα του Θεού των πάντων.

9. Ο Κύριος όμως αφού αυτός έκαμε αυτή την ομολογία από την ψυχή του, όχι μόνο τον χειροτονεί ποιμένα και αρχιποιμένα όλης της Εκκλησίας του, αλλά υπόσχεται ότι θα τον περιζώσει με τόση δύναμη, ώστε να δείξει υπομονή και μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, αυτός που πριν από την υπόσχεση αυτή δεν άντεξε ούτε στην ερώτηση και λαλιά ενός κοριτσιού. «Σε διαβεβαιώνω αληθινά», είπε προς αυτόν, «ότι όταν ήσουν νεώ­τερος» και στη σωματική και στην πνευματική ηλικία, «έζωνες τον εαυτό σου», δηλαδή χρησιμοποιούσες τη δύναμή σου και περ­πατούσες όπου ήθελες, όντας αυτοκίνητος και ζώντας σύμφωνα με την προαίρεση που είχες από τη φύση σου, όταν όμως θα γε­ράσεις φθάνοντας στο άκρο της σωματικής και της πνευματικής ηλικίας, «θα απλώσεις τα χέρια σου»· με τα λόγια αυτά προδηλώνει το δια του σταυρού τέλος του και μαρτυρεί ότι το δέσιμό του πάνω σ’ αυτόν δεν θα γίνει χωρίς τη θέληση του Πέτρου. Θα απλώσεις λοιπόν ο ίδιος τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώσει, δη­λαδή θα σε ενδυναμώσει και θα σε φέρει όπου δεν θέλεις φεύγο­ντας από τους ανθρώπους επειδή η φύση δεν θέλει τη διάλυσή της με το θάνατο· γιατί το υπερφυσικό μαρτύριο του Πέτρου δεί­χνει τη σχέση της φύσεώς μας εδώ προς τη ζωή· γιατί εκείνα, λέγει, θα υπομείνεις με καρτερία και με τη θέλησή σου για μένα και τη μαρτυρία μου παίρνοντας δύναμη από μένα, τα οποία επειδή είναι πάνω από τη φύση δεν τα θέλει ως από τη φύση της η φύση.

10. Αλλά ο Πέτρος βέβαια τέτοιος ήταν, όσο μπορούμε από αυτά τα λίγα να γνωρίσομε. Τί ήταν όμως ο Παύλος και ποιά γλώσσα, ή μάλλον ποιές και πόσες θα μπορέσουν να παραστήσουν ακόμα και μέτρια την μέχρι θανάτου καρτερία εκείνου για χάρη του Χριστού; Αυτός καθημερινά πέθαινε, ή καλύτερα ζούσε όντας παντοτινά πεθαμένος αφού δεν ζούσε αυτός πλέον, όπως ο ίδιος λέγει, αλλ’ είχε μέσα του ζώντα τον Χριστό (Γαλ. 2, 20). Για την αγάπη του Χριστού όχι μόνο θεώρησε όλα τα παρόντα σκύβαλα, αλλά και τα μέλλοντα τα τοποθετούσε δεύτερα συγκρίνοντάς τα προς αυτόν γιατί λέγει· «είμαι πεπεισμένος, ότι ούτε ο θάνατος, ούτε η ζωή, ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος θα μπορέσει να μας χωρήσει από την αγάπη του Θεού που μας έδειξε μέσω του Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 8, 38). Και είχε ζήλο Θεού, ώστε και να ζηλεύει εμάς με ζήλο Θεού. Και σε ποιόν άλλο θα παραχωρήσει τα ίσα, παρά μόνο στον Πέτρο; Ποιός πάλι ήταν ως προς την ταπεί­νωση άκουσε αυτόν πάλι να λέγει για τον εαυτό του· «εγώ είμαι ο ελάχιστος από τους Αποστόλους, τέτοιος που δεν είμαι ικανός να ονομάζομαι απόστολος» (Α’ Κορ. 15, 9).

11. Τί λοιπόν; Αφού είναι ίδιος με τον Πέτρο στην ομολογία, τον ζήλο, την ταπείνωση, την αγάπη, άραγε δεν επέτυχε και τα ίδια έπαθλα από αυτόν που τα πάντα τα χορηγεί με δικαιότατο ζυγό και μέτρο και σταθμά; Γι’ αυτό στον Πέτρο βέβαια λέγει, «συ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου», ενώ για τον Παύλο τί λέγει προς τον Ανανία; «Αυτός είναι σκεύος εκλογής μου για να μεταφέρει το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Ποιό όνομα; Οπωσδήποτε αυτό με το οποίο ονομασθήκαμε εμείς, την Εκκλησία του Χρι­στού, την οποία ως θεμέλιο βαστάζει ο Πέτρος. Βλέπετε πόση είναι η λαμπρότητα και η ομοτιμία του Πέτρου και του Παύ­λου, και ότι και από τους δύο βαστάζεται η Εκκλησία του Χριστού; Γι’ αυτό και αυτή τώρα απονέμει μία και την ίδια τιμή και στους δύο, εορτάζοντας σήμερα και τους δύο μαζί ομότιμα. Αλλά εμείς, εξετάζοντας το τέλος αυτών, ας μιμηθούμε τον τρόπο ζωής των και αν όχι τα άλλα, τουλάχιστο την από την ταπείνωση και μετάνοια διόρθωση· γιατί τα άλλα βέβαια είναι μεγάλα και υψηλά και ταιριάζουν σε μεγάλους και είναι κατάλ­ληλα προς μίμηση από μεγάλους, μερικά ίσως είναι τελείως αμί­μητα από όλους, η διόρθωση όμως από τη μετάνοια ταιριάζει σε μας περισσότερο παρά σε εκείνους, αφού και καθημερινά διαπράττομε ο καθένας πολλά πταίσματα (Ιακ. 3, 2) και από πουθενά αλλού δεν υπάρχει για μας ελπίδα σωτηρίας, αν δεν αποσπάσομε αυτήν από τη διαρκή μετάνοια.

12. Προηγείται όμως της μετάνοιας η αναγνώριση και κατανόη­ση των δικών μας πταισμάτων, η οποία είναι μεγάλη αφορμή προς εξιλέωση· γιατί λέγει ο Ψαλμωδός προφήτης προς τον Θεό «ελέησέ με, γιατί εγώ γνωρίζω την ανομία μου» (Ψαλμ. 50, 1-2), αποσπώντας με την επίγνωση το έλεος και με την εξαγόρευση και αυτομεψία απο­κομίζοντας τέλεια τη συγχώρηση· γιατί λέγει· «είπα, θα εξαγορεύσω εναντίον μου την ανομία μου προς τον Κύριο, και συ συγχώρη­σες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 6)· γιατί την επίγνωση των αμαρτημάτων μας ακολουθεί η αυτοκατάκριση, και αυτήν η λύπη για τα αμαρτήματα, την οποία ο Παύλος ονόμασε «λύπη κατά Θεόν» (Β’ Κορ. 7, 10). Αυτήν πάλι την κατά Θεόν λύπη ακολουθεί η με συντριμμέ­νη καρδιά εξομολόγηση και παράκληση προς τον Θεό, και η υπό­σχεση της αποχής στο εξής από τις κακίες· και αυτό είναι η μετά­νοια.

13. Και εξαιτίας αυτού ο Μανασσής εκείνος απαλλάχθηκε από την τιμωρία για τα αμαρτήματά του, αν και βέβαια περιέπεσε σε πλήθος και μέγεθος και βάθος παραπτωμάτων και κυλιόταν σ’ αυτά για περίοδο πολλών ετών (Δ’ Βασ. 21, 1-18). Του Δαβίδ πάλι όχι μόνο εξά­λειψε ο Κύριος το αμάρτημα εξαιτίας της μετάνοιάς του, αλλά και δεν του αφαίρεσε την προφητική χάρη. Αυτήν χρησιμοποιώντας και ο Πέτρος, όχι μόνο σηκώθηκε από την πτώση και επέτυχε τη συγχώρηση, αλλά και του ανατέθηκε η προστασία της Εκκλη­σίας του Χριστού. Αυτήν την προστασία θα βρεις να έχει επιτύχει και ο Παύλος μετά την επιστροφή και την προκοπή και την παρα­πάνω από τους άλλους οικείωση με τον Θεό· γιατί η μετάνοια αν είναι αληθινή και βγαίνει αληθινά από την καρδιά, πείθει τον κάτοχό της να μη συνεχίζει τις αμαρτίες, να μη προσηλώνεται πια στα φθειρόμενα, να μη χάσκει πλέον στις μη καλές ηδονές, αλλά να καταφρονεί τα παρόντα, να αφοσιώνεται στα μέλλοντα, να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να επιδιώκει τις αρετές, να δεί­χνει εγκράτεια σε όλα, να επαγρυπνεί με τις προς τον Θεό προσευχές, να απέχει από το κέρδος από αδικίες, να είναι συγχωρητικός προς εκείνους που πταίουν σ’ αυτόν, να είναι ευμενής προς όσους τον ικετεύουν, να είναι προθυμότατος και να κάμπτεται μέσα από την ψυχή του προς όλους εκείνους που χρειάζονται τη βοήθειά του, παρέχοντας από όσα έχει, λόγια, έργα, χρήματα, ώστε με τη φιλανθρωπία να κερδίσει τη φιλανθρωπία και αντί της προς τον πλησίον αγάπης να λάβει την εκ μέρους του Θεού αγάπη και να αποσπάσει την προς τον εαυτό του θεία ευμένεια και να επιτύχει το αιώνιο έλεος και τη θεία ευλογία και χάρη που παραμένει στον αιώνα.

14. Αυτήν εύχομαι να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη του μονογενούς Υιού του Θεού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»

Δημοφιλείς αναρτήσεις