Μου έγραψες, πιστότατε και λογιότατε γιε μου, ρωτώντας ποια ώρα πρέπει να λήγει η νηστεία την ημέρα του Πάσχα. Λες ότι μερικοί από τους αδελφούς υποστηρίζουν πως αυτό πρέπει να γίνεται τα ξημερώματα, όταν λαλούν οι πετεινοί, ενώ άλλοι λένε ότι πρέπει να γίνεται από το βράδυ. Οι αδελφοί στη Ρώμη, όπως λένε, περιμένουν τον πετεινό, ενώ για τους εδώ αδελφούς έλεγες ότι το κάνουν νωρίτερα. Ζητάς να τεθεί ένας ακριβής κανόνας και μια πολύ συγκεκριμένη ώρα, πράγμα που είναι δύσκολο και επισφαλές.Το ότι πρέπει να αρχίζουμε τη γιορτή και τη χαρά μετά τον χρόνο της Ανάστασης του Κυρίου μας, ταπεινώνοντας τις ψυχές μας με τις νηστείες μέχρι εκείνη τη στιγμή, είναι κάτι που όλοι ομολογούν. Έχοντας κατανοήσει σωστά όσα μου έγραψες και έχοντας μελετήσει τους θείους Ευαγγελιστές, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει στα Ευαγγέλια ακριβής αναφορά για την ώρα που αναστήθηκε. Οι Ευαγγελιστές, πράγματι, κατέγραψαν με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικούς χρόνους την επίσκεψη στο μνημείο, αλλά όλοι ανέφεραν ότι βρήκαν τον Κύριο ήδη αναστημένο. Ο Ματθαίος λέει «αργά το Σάββατο», ο Ιωάννης γράφει «νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι», ο Λουκάς «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα» και ο Μάρκος «πολύ πρωί, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Κανείς δεν δήλωσε με σαφήνεια πότε ακριβώς αναστήθηκε. Ωστόσο, είναι ομολογημένο ότι από αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας (Κυριακή), μέχρι την ανατολή του ηλίου της Κυριακής, όσοι πήγαν στο μνημείο δεν τον βρήκαν πλέον εκεί.Ας μη θεωρήσουμε ότι οι Ευαγγελιστές διαφωνούν ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ακόμα κι αν φαίνεται να υπάρχει κάποια μικρή ασάφεια στο ζήτημα, όλοι συμφωνούν ότι εκείνη τη νύχτα ανέτειλε το φως του κόσμου, ο Κύριός μας, απλώς διαφέρουν ως προς την ακριβή ώρα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, με καλή διάθεση και πίστη να εναρμονίσουμε τα λεγόμενά τους.Αυτό που αναφέρει ο Ματθαίος έχει ως εξής: «Αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήρθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία να δουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, πλησίασε, κύλησε την πέτρα από την είσοδο του μνημείου και κάθισε πάνω της. Η όψη του ήταν σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Από τον φόβο τους, οι φρουροί ταράχτηκαν και έγιναν σαν νεκροί. Ο Άγγελος απευθύνθηκε στις γυναίκες λέγοντας: "Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού τον εσταυρωμένο. Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε, όπως είχε πει." Αυτό το «αργά» (ὀψέ), μερικοί θα το εκλάβουν, σύμφωνα με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης, ως το βράδυ του Σαββάτου. Άλλοι όμως, ερμηνεύοντάς το βαθύτερα, θα πουν ότι δεν σημαίνει το βράδυ, αλλά προχωρημένη νύχτα, δηλώνοντας βραδύτητα και μεγάλο χρονικό διάστημα. Και για να δείξει ότι εννοεί νύχτα και όχι βράδυ, πρόσθεσε «καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας». Και ήρθαν, όχι για να φέρουν αρώματα όπως λένε οι άλλοι, αλλά για να δουν τον τάφο, και βρήκαν ότι είχε γίνει ο σεισμός και ο Άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα, και άκουσαν από αυτόν: «Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε».Ομοίως ο Ιωάννης λέει: «Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή ήρθε στο μνημείο νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι, και είδε την πέτρα σηκωμένη από το μνημείο». Σύμφωνα με αυτόν, είχε έρθει ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι.Ο Λουκάς λέει: «Το Σάββατο αναπαύθηκαν σύμφωνα με την εντολή. Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, πολύ πρωί, βαθιά χαράματα, ήρθαν στο μνημείο, φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Βρήκαν την πέτρα κυλισμένη από το μνημείο». Τα «βαθιά χαράματα» (ὄρθρου βαθέος) πιθανόν υποδηλώνουν την αυγή που μόλις χάραζε την Κυριακή, επειδή είχε ήδη περάσει ολόκληρο το Σάββατο μαζί με τη νύχτα που ακολούθησε και άρχιζε μια άλλη ημέρα, όταν ήρθαν φέρνοντας τα αρώματα και τα μύρα. Από αυτό γίνεται φανερό ότι είχε αναστηθεί πολύ νωρίτερα.Σε αυτό συμφωνεί και ο Μάρκος, λέγοντας: «Αγόρασαν αρώματα για να έρθουν να τον αλείψουν. Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνημείο, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Και αυτός είπε «πολύ πρωί», που είναι το ίδιο με το «βαθιά χαράματα», και πρόσθεσε «μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Είναι φανερό ότι ξεκίνησαν τον δρόμο τους βαθιά χαράματα και πολύ πρωί, αλλά καθυστέρησαν κατά τη διαδρομή και μένοντας γύρω από το μνημείο μέχρι την ανατολή του ηλίου. Και τότε τους λέει ο νεαρός άνδρας με τα λευκά ρούχα: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ».Έχοντας αυτά υπόψη, απαντούμε σε όσους θέλουν ακρίβεια, για το ποια ώρα ή ποιο μισάωρο ή τέταρτο της ώρας πρέπει να αρχίζει η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου μας από τους νεκρούς. Αυτούς που βιάζονται υπερβολικά και διακόπτουν τη νηστεία πριν καν μεσολαβήσει καλά η νύχτα, τους επικρίνουμε ως ολιγόψυχους και ακρατείς, σαν να εγκαταλείπουν τον αγώνα λίγο πριν το τέλος, καθώς λέει ένας σοφός άνδρας: «Δεν είναι μικρό στη ζωή το "παρά λίγο"». Αυτούς που καθυστερούν και παρατείνουν τη νηστεία για πολύ, υπομένοντας μέχρι την τέταρτη φυλακή της νύχτας (δηλ. 3-6 π.μ.), την ώρα που ο Σωτήρας μας εμφανίστηκε στους μαθητές περπατώντας πάνω στη θάλασσα, τους επαινούμε ως γενναίους και φιλόπονους. Όσο για αυτούς που αναπαύονται στο ενδιάμεσο, ανάλογα με το πώς παρακινήθηκαν ή πόσο άντεξαν, ας μην τους ενοχλούμε ιδιαίτερα. Άλλωστε, ούτε τις έξι ημέρες της νηστείας (της Μεγάλης Εβδομάδας) δεν τις περνούν όλοι το ίδιο ή με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι παρατείνουν τη νηστεία για όλες τις ημέρες μένοντας εντελώς άσιτοι, άλλοι για δύο, άλλοι για τρεις, άλλοι για τέσσερις, και κάποιοι για καμία. Σε όσους κοπίασαν πολύ παρατείνοντας τη νηστεία (ὑπερθέσεις) και μετά εξαντλήθηκαν και σχεδόν λιποθύμησαν, είναι συγχωρητέο να φάνε νωρίτερα. Αν όμως κάποιοι, όχι μόνο δεν παρέτειναν τη νηστεία, αλλά ούτε καν νήστεψαν, ή και πέρασαν με πολυτέλεια τις προηγούμενες τέσσερις ημέρες, και έπειτα, φτάνοντας στις δύο τελευταίες, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, τις παρατείνουν μόνο αυτές, νομίζοντας ότι κάνουν κάτι μεγάλο και σπουδαίο αν αντέξουν μέχρι την αυγή, δεν θεωρώ ότι ο αγώνας τους είναι ισάξιος με αυτών που ασκήθηκαν για περισσότερες ημέρες.Αυτά σου έγραψα, συμβουλεύοντάς σε για το θέμα αυτό, σύμφωνα με τη γνώμη μου.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου
Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου.
Της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (εν Τρούλλω)
Κανὼν ΠΘ’Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου.Τάς τοῦ σωτηρίου πάθους ἡμέρας, ἐν νηστείᾳ, καὶ προσευχῇ, καὶ κατανύξει καρδίας ἐπιτελοῦντας, χρή τοὺς πιστοὺς περὶ μέσας τῆς περὶ τὸ μέγα σάββατον νυκτὸς ὥρας ἀπονηστίζεσθαι, τῶν θείων Εὐαγγελιστῶν Ματθαίου καὶ Λουκᾶ, τοῦ μέν, διὰ τοῦ∙ Ὀψὲ σαββάτων ῥήματος· τοῦ δέ, διὰ τοῦ, Ὄρθρου βαθέος, τὴν βραδύτητα τῆς νυκτὸς ὑπογραφόντων.Κανόνας 89
Της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (εν Τρούλλω)
Οι πιστοί οφείλουν να περνούν τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους με νηστεία, προσευχή και συντριβή καρδιάς, και να λύνουν τη νηστεία περίπου τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς οι θείοι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς, ο μεν με τη φράση «Αργά το Σάββατο», ο δε με τη φράση «Πολύ πρωί, βαθιά χαράματα», υποδηλώνουν το προχωρημένο της νύχτας.Σχόλιο Ζωναρά:
Ο κανόνας απαιτεί οι πιστοί να περνούν τις ημέρες του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με νηστεία και κατάνυξη· με κατάνυξη καρδιάς, δηλαδή η κατάνυξη να μην είναι υποκριτική, φαινομενική μόνο εξωτερικά, αλλά να αγγίζει την ίδια την καρδιά. Περίπου τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, καθώς ξημερώνει η Κυριακή, προτρέπει να λύνεται η νηστεία (απονηστίζεσθαι), δηλαδή να τρώει κανείς, καθώς η Ανάσταση έχει ήδη γίνει. Διότι, λέει, ο μεν Ευαγγελιστής Ματθαίος είπε «αργά το Σάββατο», ο δε Λουκάς «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα», υποδεικνύοντάς μας το προχωρημένο της νύχτας, δηλαδή το παραδίδουν, το φανερώνουν. Και σήμερα λένε ότι οι Χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα δεν τρώνε ούτε την Παρασκευή ούτε το Σάββατο. Και ο [Άγιος] Διονύσιος Αλεξανδρείας, όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε τα ίδια εκτενέστερα.Σχόλιο Βαλσαμών :Και στους Αποστολικούς κανόνες και σε συνοδικούς έχει νομοθετηθεί να μη νηστεύουμε το Σάββατο ή την Κυριακή, εκτός από ένα και μόνο Σάββατο, δηλαδή το Μεγάλο Σάββατο· διότι αυτό προσταχθήκαμε να το νηστεύουμε. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά, και ο παρών κανόνας, ορίζοντας να νηστεύουμε όλες τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους του Χριστού και Θεού ημών και να προσευχόμαστε με κατάνυξη, δηλαδή όχι με υποκρισία, ημέρες στις οποίες συγκαταλέγεται και το Μέγα Σάββατο· προσθέτει, ότι κατά το ίδιο Σάββατο, μετά την έκτη ώρα της νύχτας (μεσάνυχτα), πρέπει οι πιστοί να λύνουν τη νηστεία, επειδή αναστήθηκε ο Χριστός και Θεός ημών, σύμφωνα με τους θείους Ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, περίπου στο μέσο της νύχτας. Καθώς ο μεν [Ματθαίος] λέει ότι αργά το Σάββατο ήρθαν οι Μαρίες στον τάφο του Κυρίου και δεν βρήκαν το σώμα Του· ο δε [Λουκάς] υποδηλώνει το μέσο της νύχτας λέγοντας ότι ήταν βαθιά χαράματα όταν οι γυναίκες ήρθαν στο μνήμα. Αυτά μεν είναι έτσι.Θα μπορούσε όμως κάποιος να πει: Επειδή ο κανόνας ορίζει να νηστεύουμε όλες τις ημέρες του σωτηρίου Πάθους, και να λύνουμε τη νηστεία το Μέγα Σάββατο τα μεσάνυχτα, προκύπτει αναγκαστικά ένα από τα δύο: ή ότι όλες τις ημέρες του Κυριακού Πάθους, που λογίζονται κυρίως μετά την Τετάρτη, νηστεύουμε εντελώς και απέχουμε από κάθε βρώση, και μόνο το Σάββατο λύνουμε τη νηστεία όπως ειπώθηκε· ή ότι το συγκεκριμένο Σάββατο καταλύουμε [τη νηστεία] περισσότερο από τις άλλες ημέρες του σωτηριώδους Πάθους του Χριστού. Διότι γιατί οριστήκαμε να λύνουμε τη νηστεία τα μεσάνυχτα, αν πρόκειται να νηστεύουμε το ίδιο όλες αυτές τις ημέρες;Εμένα μου φαίνεται ότι η νηστεία του Μεγάλου Σαββάτου είναι ξεχωριστή και πρέπει να προτιμάται από τις άλλες ημέρες του Πάθους του Χριστού, διότι τότε βρισκόταν στον τάφο το θεοϋπόστατο Σώμα Του. Πρέπει λοιπόν και τις άλλες ημέρες να νηστεύουμε με κατάνυξη για τα Πάθη του Χριστού και Θεού ημών, αλλά πολύ περισσότερο το Σάββατο, όταν ετοιμαζόταν η απολύτρωσή μας από τα δεσμά του θανάτου. Γι' αυτό και οι πιο ευλαβείς παραμένουν στις εκκλησίες όλο το Σάββατο, μέχρι την έκτη ώρα της νύχτας (μεσάνυχτα)· και κατά την έκτη ώρα, αφού μεταλάβουν των θείων μυστηρίων, τρώνε άρτο και νερό, ίσως και οίνο εντελώς μετρημένο. Κατά την έβδομη ώρα (1 π.μ.), ακούγοντας την πρωινή ακολουθία (του Όρθρου), όταν ψάλλεται και το «Χριστός Ανέστη», επιστρέφουν στα σπίτια τους, περιμένοντας την ιεροτελεστία της μεγάλης Κυριακής.Το ότι η Κυριακή αρχίζει από την έβδομη ώρα της νύχτας πριν από αυτήν, είναι φανερό και από το ότι η ανατολή του ηλίου, δηλαδή το φως της ημέρας, αρχίζει από την έβδομη ώρα της προηγούμενης νύχτας· είναι φανερό και από όσα ερμήνευσε ο μέγας Πατέρας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Διότι αφού αποστόμωσε αυτούς που έλεγαν ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν αναστήθηκε τριήμερος, και είπε ότι ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι ο Κύριος δεν αναστήθηκε τριήμερος, πρέπει μάλλον να ευχαριστούμε που ο Χριστός αναστήθηκε και πριν την ορισμένη προθεσμία των τριών ημερών, και όχι να τον κατηγορούμε (διότι θα κατηγορούσε κανείς και τον δανειστή που εξοφλεί το χρέος πριν την ορισμένη προθεσμία, πράγμα παράλογο)· προσθέτει ότι, επειδή ό,τι γίνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, η οποία λογίζεται από την έβδομη ώρα της προηγούμενης νύχτας και τελειώνει μέχρι την έκτη ώρα της επόμενης νύχτας, θεωρείται ότι έγινε την ίδια την ημέρα, σωστά λέμε ότι η Ανάσταση του Χριστού έγινε τριήμερος, σύμφωνα με την αψευδή υπόσχεσή Του. Διότι την Παρασκευή πέθανε, που είναι η πρώτη ημέρα· δεύτερη, το Σάββατο· και επειδή [η Ανάσταση] άγγιξε και την έβδομη ώρα της νύχτας πριν την Κυριακή, λογίζεται και η Κυριακή ως τρίτη ημέρα. Ο μέντοι Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, διδάσκοντας για το Άγιο Πάσχα, λέει ρητά τα εξής: «Ήταν εσπέρα όταν φαγώθηκε εκείνο το ιερό και άγιο σώμα [ο Αμνός]. Η νύχτα διαδέχθηκε εκείνη την εσπέρα πριν την Παρασκευή. Έπειτα η ημέρα της Παρασκευής, διακοπτόμενη από την παρεμβαλλόμενη νύχτα [το σκοτάδι κατά τη Σταύρωση], λογίζεται ως μία νύχτα και δύο ημέρες. Διότι για τρεις ώρες έγινε σκοτάδι σε όλη την οικουμένη. Αυτή είναι η νύχτα που καινοτομήθηκε στο μέσο της ημέρας, υποδεικνύοντας τα δύο τμήματα των ημερών γύρω της: το ένα, από το πρωί μέχρι την έκτη ώρα· το άλλο, από την ένατη ώρα μέχρι την εσπέρα. Ώστε να είναι μέχρι εδώ δύο νύχτες και δύο ημέρες. Έπειτα η ημέρα πριν το Σάββατο [η Παρασκευή] συμπληρώνει τις τρεις νύχτες και τις τρεις ημέρες.» [Σημείωση: Η ερμηνεία του Αγ. Γρηγορίου Νύσσης εδώ είναι σύνθετη και αφορά τον υπολογισμό του τριημέρου].Σχόλιο Αριστηνού (στον Κανόνα ΠΘ'):Το Μεγάλο Σάββατο πρέπει να διαρκεί η νηστεία περίπου μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο μεν Ματθαίος λέει ότι ο Κύριος αναστήθηκε «αργά το Σάββατο»· ο δε Λουκάς, «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα». Πρέπει λοιπόν το Μεγάλο Σάββατο να νηστεύει κανείς μέχρι τα μεσάνυχτα, και από τότε να μεταλαμβάνει τροφής όποιος θέλει, διότι καταλαβαίνουμε από τα λόγια αυτά των Ευαγγελιστών ότι ο Κύριος αναστήθηκε περίπου τα μεσάνυχτα.
ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ, ΤΩΝ ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ, ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ,ΕΝ ΕΦΕΣΩ, ΕΝ ΧΑΛΚΗΔΟΝΙ,ΕΝ ΤΡΟΥΛΛΩ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ, ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ ΤΟ Β' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ
ΑΘΗΝΗΣΙΝ 1852
Σάββατο 19 Απριλίου 2025
Σχόλιο Ζωναρά και Βαλσαμώνος σχετικά με το ερώτημα που έκαναν στον Άγιος Διονύσιο για την ώρα της Αναστάσεως του Κυρίου....
Σχόλιο Ζωναρά:
Σχετικά με αυτό το ερώτημα, λέει αυτός που ρωτήθηκε [ο Άγιος Διονύσιος] η απάντηση του Αγίου - εδώ, όταν ζήτησες να τεθεί ακριβής κανόνας, δηλαδή να οριστεί κανόνας και τύπος και να διευκρινιστεί με ακρίβεια η ώρα της Ανάστασης του Κυρίου, πράγμα που είναι δύσκολο και επισφαλές. Το ότι μετά την Ανάσταση του Κυρίου πρέπει να αρχίζει η γιορτή της Ανάστασης, ενώ μέχρι τότε πρέπει να νηστεύουμε και έτσι να ταπεινώνουμε τις ψυχές μας (διότι η ταπείνωση του σώματος μέσω της νηστείας γίνεται για την ταπείνωση της ψυχής, αφού αν η ψυχή του νηστεύοντος είναι υπερήφανη, η νηστεία είναι μάταιη), αυτό είναι ομολογημένο. Προσθέτει δε, ότι όσοι πήγαν στο μνημείο, βρήκαν τον Κύριο ήδη αναστημένο. Και λέει, ας μη φανεί ότι οι Ευαγγελιστές διαφωνούν και αντιφάσκουν μεταξύ τους, διότι ενώ συμφωνούν για την Ανάσταση, ότι δηλαδή ο Κύριος αναστήθηκε εκείνη τη νύχτα, δεν λένε με σαφήνεια την ώρα που αναστήθηκε. Έπειτα παραθέτει και τα ίδια τα λόγια, ή μάλλον τα χωρία της Γραφής, όσα λέει καθένας από τους Ευαγγελιστές για την Ανάσταση του Κυρίου, και συμβιβάζει τη φαινομενική τους διαφωνία. Και επιπλέον, αυτούς που λύνουν τη νηστεία πριν τα μεσάνυχτα, τους επικρίνουμε, λέει, ως ολιγόψυχους και ακρατείς, επειδή διακόπτουν τον δρόμο της νηστείας για λίγη ώρα. Αυτούς δε που υπομένουν μέχρι την τέταρτη φυλακή, δηλαδή τα χαράματα, τους επαινούμε. Αν κάποιοι αναπαύθηκαν μετά τα μεσάνυχτα, δηλαδή σταμάτησαν την κακοπάθεια της νηστείας όπως μπόρεσαν, αυτούς, λέει, ας μην τους ενοχλούμε, με την έννοια του, ας μην τους κατηγορούμε επειδή δεν υπέμειναν μέχρι το πρωί, διότι ούτε τις έξι ημέρες της εβδομάδας των Παθών του Κυρίου δεν τις περνούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι νηστεύουν όλες τις ημέρες, άλλοι δύο ή τρεις, άλλοι περισσότερες, άλλοι καμία. Σε όσους λοιπόν νήστεψαν για περισσότερες ημέρες και κοπίασαν, αν φάνε τροφή νωρίτερα, πρέπει να δοθεί συγχώρεση. Αν κάποιοι όχι μόνο δεν νήστεψαν για κάποιες ημέρες, αλλά και έφαγαν καλά τις άλλες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας, και απείχαν από τροφή μόνο την Παρασκευή και το Σάββατο, και νομίζουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο αν υπομείνουν άσιτοι μέχρι το πρωί της ημέρας της Ανάστασης, δεν κάνουν τον ίδιο αγώνα, δηλαδή δεν έχουν αγωνιστεί το ίδιο με αυτούς που ασκήθηκαν για περισσότερες ημέρες. Και ο 89ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου λέει ότι πρέπει να λήγει η νηστεία περίπου τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, περνώντας τις άλλες ημέρες της εβδομάδας των Παθών με νηστεία, κατάνυξη και προσευχή.Σχόλιο Βαλσαμώνος:Όταν κάποιος επίσκοπος ρώτησε αυτόν τον μεγάλο αρχιερέα [τον Άγιο Διονύσιο] ποια ώρα αναστήθηκε ο Χριστός, ώστε να λήγει η νηστεία την ώρα πριν από αυτήν, ο αρχιερέας απάντησε ότι η γιορτή του Πάσχα αρχίζει μετά την Ανάσταση του Κυρίου, και μέχρι τότε οφείλουμε να νηστεύουμε, και τότε να λύνουμε τη νηστεία, όχι πριν την Ανάσταση. Το ότι δεν μπορούσε να πει την ακριβή ώρα που αναστήθηκε ο Κύριος, το δικαιολόγησε με τα διαφορετικά λόγια των Ευαγγελιστών. Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν από αυτά να γνωρίζουμε την ώρα που οφείλουμε να λύνουμε τη νηστεία, εντούτοις, αυτούς που λύνουν τη νηστεία πριν τα μεσάνυχτα, τους επικρίνουμε ως ολιγόψυχους και ακρατείς, ενώ αυτούς που υπομένουν μέχρι την τέταρτη φυλακή, δηλαδή τα χαράματα, τους επαινούμε. Αυτούς που αναπαύθηκαν στο ενδιάμεσο, δεν τους κατηγορούμε, διότι ούτε τις έξι ημέρες της εβδομάδας των Παθών του Κυρίου δεν τις περνούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι νηστεύουν όλες τις ημέρες, άλλοι δύο, άλλοι τρεις, άλλοι περισσότερες, άλλοι καμία. Σε όσους λοιπόν νήστεψαν για περισσότερες ημέρες και κοπίασαν, αν φάνε τροφή νωρίτερα, πρέπει να δοθεί συγχώρεση. Όσοι όμως δεν νήστεψαν τέσσερις ημέρες, αλλά και έζησαν με τρυφή, και νήστεψαν μόνο την Παρασκευή και το Σάββατο, ας μη νομίζουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο αν υπομείνουν άσιτοι μέχρι το πρωί της ημέρας της Ανάστασης, διότι δεν κάνουν τον ίδιο αγώνα. Αυτή λοιπόν είναι η απάντηση του Πατρός. Εσύ όμως διάβασε τον 89ο κανόνα της Συνόδου εν Τρούλλω, που ορίζει να λήγει η νηστεία περίπου τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, και τις άλλες ημέρες των Σωτηρίων Παθών να τις περνάμε με νηστεία, προσευχή και κατάνυξη. Επειδή όμως εκτός αυτού του κανόνα διευκρινίστηκε η ώρα της Ανάστασης του Χριστού από διάφορα γραφικά χωρία, όσο είναι δυνατόν (διότι την αλήθεια τη γνωρίζει μόνο ο αναστάς Θεός), οφείλουμε να πούμε ότι μέχρι την έκτη ώρα του νυχτερινού Σαββάτου (μεσάνυχτα) οφείλουμε να νηστεύουμε. Από την έβδομη ώρα όμως, επειδή αρχίζει η Κυριακή, κατά την οποία αναστήθηκε ο Χριστός (και είναι πιθανόν η Ανάσταση να έγινε κατά την έβδομη ή την όγδοη ώρα [1 π.μ. ή 2 π.μ.]), δεν οφείλουμε ούτε να νηστεύουμε ούτε να λύνουμε τη νηστεία κατά τις ώρες αυτές, για να μη φανεί ότι εναντιωνόμαστε στους κανόνες που ορίζουν να μη νηστεύουμε τις Κυριακές. Διότι αν και η Κυριακή λογίζεται ως τρίτη ημέρα, λογίζεται τρίτη μόνο επειδή η τριήμερη Ανάσταση την αγγίζει· στην πραγματικότητα είναι η πρώτη ημέρα [της εβδομάδας]. Και σύμφωνα με τον 89ο κανόνα της Συνόδου εν Τρούλλω, πρέπει να λύνουμε τη νηστεία πριν την έβδομη ώρα του νυχτερινού Σαββάτου, σε όποια ώρα θελήσει κανείς από τις έξι πρώτες ώρες [6 μ.μ. - 12 π.μ.], πάντοτε ανάλογα με τη δύναμη και την προαίρεσή του.
ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ,
Η ΚΑΝΟΝΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
μετά της εξηγήσεως
Ιωάννου του Ζωναρά, Θεοδώρου του Βαλσαμώνος και Αλεξίου του Αριστηνού
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΑΘΗΝΗΣΙΣ
1854
Παρασκευή 18 Απριλίου 2025
Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου...
Διονύσιος Αλεξανδρείας
Στα νέα ελληνικά εδώ
Ἐπέστειλάς μοι, πιστότατε καὶ λογιώτατε υἱέ μου, πυνθανόμενος καθ' ἣν ὥραν ἀπονηστίζεσθαι δεῖ τὴν τοῦ Πάσχα ἡμέραν, τινὰς μὲν γὰρ τῶν ἀδελφῶν λέγειν φής, ὅτι χρὴ τοῦτο ποιεῖν πρὸς τὴν ἀλεκτοροφωνίαν, τινὰς δέ, ὅτι ἀφ΄ ἑσπέρας χρή. Οἱ μὲν γὰρ ἐν Ῥώμῃ ἀδελφοί, ὥς φασι, περιμένουσι τὸν ἀλέκτορα, περὶ δὲ τῶν ἐνταῦθα ἔλεγες, ὅτι τάχιον. Ἀκριβῆ δὲ ὅρον τιθέναι ἐπιζητεῖς καὶ ὥραν πάνυ μεμετρημένην, ὅπερ καὶ δύσκολον καὶ σφαλερόν ἐστί. Τὸ μὲν γὰρ ὅτι μετὰ τὸν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν καιρὸν χρὴ τῆς ἑορτῆς καὶ τῆς ευφροσύνης ἐνάρχεσθαι, μέχρις ἐκείνου τὰς ψυχὰς ταῖς νηστείαις ταπεινοῦντας, ὑπὸ πάντων ὁμοίως ὁμολογήσεται. Κατασκεύασας δὲ δι' ὧν ἔγραψάς μοι πάνυ ὑγιῶς καὶ τῶν θείων Εὐαγγελιστῶν αἰσθόμενος, ὅτι μηδὲν ἀπηκριβωμένον ἐν αὐτοῖς περὶ τῆς ὥρας, καθ' ἣν ἀνέστη, φαίνεται. Διαφόρως μὲν γὰρ οἱ Εὐαγγελισταὶ τοὺς ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἐλθόντας ἀνέγραψαν κατὰ καιροὺς ἐνηλλαγμένους, καὶ πάντες ἀνεστηκότα ἤδη τὸν Κύριον ἔφασαν εὑρηκέναι, καὶ ὀψὲ σαββάτων, ὡς ὁ Ματθαῖος εἶπε, καὶ πρωΐας ἔτι σκοτίας οὔσης, ὡς ὁ ᾽Ιωάννης γράφει, καὶ ὄρθρου βαθέος, ὡς ὁ Λουκᾶς, καὶ λίαν πρωί ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου, ὡς ὁ Μᾶρκος. Καὶ πότε μὲν ἀνέστη, σαφῶς οὐδεὶς ἀπεφήνατο, ὅτι δὲ ὀψὲ σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ μιᾷ σαββάτων, μέχρις ἀνατολῆς ἡλίου τῆς μιᾶς σαββάτων, οἱ ἐπὶ τὸ μνημεῖον παραγενόμενοι οὐκέτι κείμενον αὐτὸν ἐν αὐτῷ κατέλαβον, τοῦτο ἀνωμολόγηται. Καὶ μηδὲ διαφωνεῖν, μηδὲ εναντιοῦσθαι τοὺς Εὐαγγελιστὰς πρὸς ἀλλήλους ὑπολάβωμεν, ἀλλ' εἰ καὶ μικρολογία τις εἶναι δόξει περὶ τὸ ζητούμενον, εἰ συμφωνοῦντες πάντες ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ τὸ τοῦ κόσμου φῶς, τὸν Κύριον ἡμῶν, ἀνατεταλκέναι, περὶ τὴν ὥραν διαφέρονται. Ἀλλ' ἡμεῖς εὐγνωμόνως τὰ λεχθέντα καὶ πιστῶς ἁρμόσαι προθυμηθῶμεν. Τὸ μὲν οὖν ὑπὸ τοῦ Ματθαίου λεχθὲν οὕτως ἔχει· Ὀψὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, θεωρῆσαι τὸν τάφον. Καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· Ἂγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ, προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸ λίθον, καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ῏Ην δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες, καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἄγγελος, εἶπε ταῖς γυναιξί· Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι ᾽Ιησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· οὐκ ἐστιν ὧδε· ἠγέρθη, καθὼς εἶπε. Τοῦτο δὲ τὸ λεχθὲν ὀψέ, οἱ μέν τινες οἰήσονται, κατὰ τὴν κοινότητα τοῦ ῥήματος, τὴν ἑσπέραν δηλοῦν τοῦ σαββάτου, οἱ δὲ σοφώτερον ἐξακούοντες, οὐ τοῦτο, ἀλλὰ νύκτα βαθεῖαν ἐροῦσιν εἶναι, βραδύτητα καὶ μακρὸν χρόνον τοῦ, ὀψέ, δηλοῦντος· καὶ ὅτι νύκτα λέγει, καὶ οὐχ ἑσπέραν, ἐπήγαγε, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων. Καὶ ἦκον, οὔπω, ὡς οἱ λοιποί φασι, τὰ ἀρώματα φέρουσαι, ἀλλὰ θεωρῆσαι τὸν τάφον, καὶ εὗρον τὸν σεισμὸν γεγονότα καὶ καθήμενον τὸν Ἄγγελον ἐπὶ τοῦ λίθου, καὶ ἀκηκόασι παρ' αὐτοῦ· Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη. Ὁμοίως ὁ ᾽Ιωάννης, ἐν μιᾷ τῶν σαββάτων, φησί, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἦλθε πρωί, σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον καὶ τὸν λίθον ᾐρμένον ἐκ τοῦ μνημείου· πλὴν παρὰ τούτῳ σκοτίας ἔτι οὔσης προεληλύθει. ῾Ο δὲ Λουκᾶς φησί· Τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν, τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων, ὄρθρου βαθέος, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου. Ὁ βαθὺς ὄρθρος, ἴσως προϋποφαινομένην αὐγὴν ἑωθινὴν ἐμφανίζει τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων, διὰ τὸ παρῳχηκέναι ἤδη τελείως σὺν τῇ μετ' αὐτὸ νυκτὶ πᾶν τὸ σάββατον καὶ ἑτέραν ἄρχεσθαι ἡμέραν, ὅτε ἦλθον τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα φέρουσαι. Ὅθεν δῆλον, ὡς ἀνειστήκει πρὸ πολλοῦ. Τούτῳ κατακολουθεῖ καὶ ὁ Μάρκος, λέγων· Ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν· καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου∙ λίαν μὲν γὰρ πρωΐ, καί οὕτος εἶπεν, ὅπερ ταυτόν ἐστι τῷ βαθέος ὄρθρου, καὶ ἐπήγαγεν, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Ἡ μὲν γὰρ ὁρμὴ καὶ ἡ ὁδὸς αὐτῶν, δῆλον ὡς ὄρθρου βαθέος καὶ λίαν πρωΐ κατήρχθη, παρέτειναν δὲ κατά τε τὴν πορείαν, καὶ περὶ τὸ μνημεῖον διατρίβουσαι μέχρις ἀνατολῆς ἡλίου· καὶ λέγει καὶ τότε ταύταις ὁ νεανίσκος ὁ λευχείμων· Ήγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε.
Τούτων οὕτως ἐχόντων, τοῦτο τοῖς ἀκριβολογουμένοις ἀποφαινόμεθα, κατὰ ποίαν ὥραν ἢ καὶ ποῖον ἡμιώριον ἢ ὥρας τέταρτον ἄρχεσθαι προσῆκε τῆς ἐπὶ τῇ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσει χαρᾶς. Τοὺς μὲν λίαν ἐπιταχύνοντας καὶ πρὸ νυκτὸς ἐγγὺς ἤδη μεσούσης ἀνιέντας, ως ὀλιγώρους καὶ ἀκρατεῖς μεμφόμεθα, ὡς παρ᾽ ὀλίγον προκαταλύοντας τὸν δρόμον, λέγοντος ἀνδρὸς σοφοῦ· Οὐ μικρὸν ἐν βίῳ τὸ παρὰ μικρόν. Τοὺς δὲ ἐφυστερίζοντας καὶ διαρκοῦντας ἐπὶ πλεῖστον, καὶ μέχρι τετάρτης φυλακῆς ἐγκαρτεροῦντας, καθ' ἣν καὶ τοῖς πλέουσιν ὁ Σωτὴρ ἡμῶν περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐπεφάνη, ὡς γενναίους καὶ φιλοπόνους ἀποδεχόμεθα. Τοῖς δὲ μεταξύ, ὡς ἐκινήθησαν ἢ ὡς ἠδυνήθησαν, ἀναπαυσαμένοις, μὴ πάνυ διοχλῶμεν, ἐπεὶ μηδὲ τὰς ἓξ τῶν νηστειῶν ἡμέρας ἴσως, μηδὲ ὁμοίως πάντες διαμένουσιν. Ἀλλ' οἱ μὲν καὶ πάσας ὑπερτιθέασιν, ἄσιτοι διατελοῦντες, οἱ δὲ δύο, οἱ δὲ τρεῖς, οἰ δὲ τέσσαρας, οἱ δὲ οὐδεμίαν. Καὶ τοῖς μὲν πάνυ διαπονηθεῖσιν ἐν ταῖς ὑπερθέσεσιν, εἶτα ἀποκαμοῦσι καὶ μόνον οὐκ ἐκλείπουσι, συγγνώμη τῆς ταχυτέρας γεύσεως. Εἰ δέ τινες, οὐχ ὅπως οὐχ ὑπερτιθέμενοι, ἀλλὰ μηδὲ νηστεύσαντες, ἢ καὶ τρυφήσαντες τὰς προαγούσας τέσσαρας, εἶτα ἐλθόντες ἐπὶ τὰς τελευταίας δύο, καὶ μόνας αυτὰς ὑπερτιθέντες, τήν τε παρασκευὴν καὶ τὸ σάββατον, μέγα τι καὶ λαμπρὸν ποιεῖν νομίζουσιν, ἂν μέχρι τῆς ἕω διαμείνωσιν, οὐκ οἶμαι τὴν ἄθλησιν αὐτοὺς πεποιῆσθαι ἴσην τοῖς τὰς πλείονας ἡμέρας προησκηκόσι. Ταῦτα μέν, ὡς φρονῶ, συμβουλεύων περὶ τούτων ἔγραψα.
Κυριακή 16 Ιουνίου 2024
Α΄ Οικουμενική Σύνοδος [κανόνες]
Α΄ Οικουμενική Σύνοδος
[κανόνες]
Κανὼν α’ (1)Περὶ τῶν παρ' ἄλλων εὐνουχισθέντων, εἶ κληροῦνται.
Εἴ τις ἐν νόσῳ ὑπὸ ἰατρῶν ἐχειρουργήθη, ἢ ὑπὸ βαρβάρων ἐξετμήθη, οὗτος μενέτω ἐν τῷ κλήρῳ. Εἰ δέ τις ὑγιαίνων ἑαυτὸν ἐξέτεμε, τοῦτον καὶ ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζόμενον, πεπαῦσθαι προσήκει· καὶ ἐκ τοῦ δεῦρο, μηδένα τῶν τοιούτων χρῆναι προάγεσθαι. Ὥσπερ δὲ τοῦτο πρόδηλον, ὅτι περὶ τῶν ἐπιτηδευόντων τὸ πρᾶγμα, καὶ τολμώντων ἑαυτοὺς ἐκτέμνειν εἴρηται· οὕτως, εἴ τινες ὑπὸ βαρβάρων, ἢ δεσποτῶν εὐνουχίσθησαν, εὑρίσκοιντο δὲ ἄλλως ἄξιοι τοὺς τοιούτους εἰς κλῆρον προσίεται ὁ κανών.
Κανὼν β’ (2):Περὶ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα εὐθὺς κληρουμένων.
Ἐπειδὴ πολλά, ἤτοι ὑπὸ ἀνάγκης, ἢ ἄλλως ἐπειγομένων τῶν ἀνθρώπων, ἐγένετο παρὰ τὸν κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικόν, ὥστε ἀνθρώπους ἀπὸ ἐθνικοῦ βίου ἄρτι προσελθόντας τῇ πίστει, καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κατηχηθέντας, εὐθὺς ἐπὶ τὸ πνευματικὸν λουτρὸν ἄγειν, καὶ ἅμα τῷ βαπτισθήναι προάγειν εἰς ἐπισκοπήν, ἢ εἰς πρεσβυτέριον, καλῶς ἔδοξεν ἔχειν, τοῦ λοιποῦ μηδὲν τοιοῦτο γίνεσθαι· καὶ γὰρ καὶ χρόνου δεῖ τῷ κατηχουμένῳ, καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, δοκιμασίας πλείονος. Σαφὲς γὰρ τὸ ἀποστολικὸν γράμμα, τὸ λέγον· Μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ, καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. Εἰ δὲ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ψυχικόν τι ἁμάρτημα εὑρεθείη περὶ τὸ πρόσωπον καὶ ἐλέγχοιτο ὑπὸ δύο ἢ τριῶν, μαρτύρων, πεπαύσθω ὁ τοιοῦτος τοῦ κλήρου. Ὁ δὲ παρὰ ταῦτα ποιῶν, ὡς ὑπεναντία τῇ μεγάλῃ συνόδῳ θρασυνόμενος, αὐτὸς κινδυνεύσει περὶ τὸν κλῆρον.
Κανὼν γ’ (3):Περὶ τῶν παρὰ κληρικοῖς συνεισάκτων γυναικῶν.
Ἀπηγόρευσε καθόλου ἡ μεγάλη σύνοδος, μήτε ἐπισκόπῳ, μήτε πρεσβυτέρῳ, μήτε διακόνῳ, μήτε ὅλως τινὶ τῶν ἐν κλήρῳ ἐξεῖναι συνείσακτον ἔχειν, πλὴν εἰ μὴ ἄρα μητέρα, ἢ ἀδελφήν, ἢ θείαν, ἢ ἃ μόνα πρόσωπα πᾶσαν ὑποψίαν διαπέφευγεν.
Κανὼν δ’ (4):Ὑπὸ πόσων καθίστασθαι τὸν ἐπίσκοπον.
Ἐπίσκοπον προσήκει μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι· εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξ ἅπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων, τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι· τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.
Κανὼν ε’ (5):Τοὺς ἀφωρισμένους μὴ δέχεσθαι παρ' ἄλλων ἐπισκόπων.
Περὶ τῶν ἀκοινωνήτων γεγονότων, εἴτε τῶν ἐν κλήρῳ, εἴτε τῶν ἐν λαϊκῷ τάγματι, ὑπὸ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐπισκόπων, κρατείτω ἡ γνώμη, κατὰ τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, τοὺς ὑφ’ ἑτέρων ἀποβληθέντας ὑφ' ἑτέρων μὴ προσίεσθαι. Ἐξεταζέσθω δὲ, μὴ μικροψυχίᾳ, ἢ φιλονεικίᾳ, ἢ τινι τοιαύτῃ ἀηδὶᾳ τοῦ ἐπισκόπου, ἀποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ἵνα οὖν τοῦτο τὴν πρέπουσαν ἐξέτασιν λαμβάνοι, καλῶς ἔχειν ἔδοξεν, ἑκάστου ἐνιαυτοῦ, καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν δὶς τοῦ ἔτους συνόδους γίνεσθαι· ἵνα κοινῇ πάντων τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένων, τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐξετάζηται, καὶ οὕτως οἱ ὁμολογουμένως προσκεκρουκότες τῷ ἐπισκόπῳ, κατὰ λόγον ἀκοινώνητοι παρὰ πᾶσιν εἶναι δόξωσι, μέχρις ἂν τῷ κοινῷ τῶν ἐπισκόπων δόξῃ τὴν φιλανθρωποτέραν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκθέσθαι ψῆφον. Αἱ δὲ σύνοδοι γινέσθωσαν, μία μὲν πρὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἵνα πάσης μικροψυχίας ἀναιρουμένης, τὸ δῶρον καθαρὸν προσφέρηται τῷ Θεῷ· δευτέρα δὲ περὶ τὸν τοῦ μετοπώρου καιρόν.
Κανὼν ς’ (6):Πρῶτοι ἔστωσαν καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν.
Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ καὶ Πενταπόλει, ὥστε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ καὶ τῷ ἐν Ῥώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστιν. Ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, τὰ πρεσβεία σῴζεσθαι ταῖς Ἐκκλησίαις. Καθόλου δὲ πρόδηλον ἐκεῖνο· ὅτι, εἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοπος, τὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον. Ἐάν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγῳ οὔσῃ, καὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο, ἢ τρεῖς δι' οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσι, κρατείτω ἢ τῶν πλειόνων ψῆφος.
Κανὼν ζ’ (7):Περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἱεροσολύμων.
Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῇς· τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος.
Κανὼν η’ (8):Περὶ Ναυατιανῶν ἐπιστρεφόντων.
Περὶ τῶν ὀνομαζόντων μὲν ἑαυτοὺς Καθαροὺς ποτε, προσερχομένων δὲ τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ ἐκκλησία, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτοὺς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ. Πρὸ πάντων δὲ τοῦτο ὁμολογῆσαι αὐτοὺς ἐγγράφως προσήκει, ὅτι συνθήσονται καὶ ἀκολουθήσουσι τοῖς τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας δόγμασι· τοὐτέστι καὶ διγάμοις κοινωνεῖν, καὶ τοῖς ἐν τῷ διωγμῷ παραπεπτωκόσιν, ἐφ’ ὧν καὶ χρόνος τέτακται, καὶ καιρὸς ὥρισται· ὥστε αὐτοὺς ἀκολουθεῖν ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔνθα μὲν οὖν πάντες, εἴτε ἐν κώμαις, εἴτε ἐν πόλεσιν, αὐτοὶ μόνοι εὑρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ κλήρῳ, ἔσονται ἐν τῷ αὐτῷ σχήματι. Εἰ δὲ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου ὄντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ὡς ὁ μὲν ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας ἕξει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου· ὁ δὲ ὀνομαζόμενος παρὰ τοῖς λεγομένοις Καθαροῖς ἐπίσκοπος, τὴν τοῦ πρεσβυτέρου τιμὴν ἕξει· πλὴν εἰ μὴ ἄρα δοκοίῃ τῷ ἐπισκόπῳ, τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος αὐτὸν μετέχειν. Εἰ δὲ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσκοι, ἐπινοήσει τόπον ἢ χωρεπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ὑπὲρ τοῦ ἐν τῷ κλήρῳ ὅλως δοκεῖν εἶναι· ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν.
Κανὼν θ’ (9):Περὶ τῶν ἀνεξετάστως χειροτονουμένων πρεσβυτέρων.
Εἴ τινες ἀνεξετάστως προήχθησαν πρεσβύτεροι, ἀνακρινόμενοι ὡμολόγησαν τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῖς, καὶ, ὁμολογησάντων αὐτῶν, παρὰ κανόνα κινούμενοι οἱ ἄνθρωποι τοῖς τοιούτοις χεῖρα ἐπιτεθείκασι, τούτους ὁ κανὼν οὐ προσίεται· τὸν γὰρ ἀνεπίληπτον ἐκδικεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία.
Κανὼν ι’ (10):Περὶ χειροτονίας τῶν παραπεπτωκότων.
Ὅσοι προεχειρίσθησαν τῶν παραπεπτωκότων, κατ’ ἄγνοιαν, ἢ καὶ προειδότων τῶν προχειρισαμένων, τοῦτο οὐ προκρίνει τῷ κανόνι τῷ ἐκκλησιαστικῷ· γνωσθέντες γάρ, καθαιροῦνται.
Κανὼν ια’ (11):Περὶ τοῦ πῶς μετανοητέον τοὺς ἑκουσίως παραπεπτωκότας.
Περὶ τῶν παραβάντων χωρὶς ἀνάγκης, ἢ χωρὶς ἀφαιρέσεως ὑπαρχόντων, ἢ χωρὶς κινδύνου, ἢ τινος τοιούτου, ὅ γέγονεν ἐπὶ τῆς τυραννίδος Λικινίου, ἔδοξε τῇ συνόδῳ, εἰ καὶ ἀνάξιοι ἦσαν φιλανθρωπίας, ὅμως χρηστεύσασθαι εἰς αὐτοὺς. Ὅσοι οὖν γνησίως μεταμέλονται, τρία ἔτη ἐν ἀκροωμένοις ποιήσουσιν, ὡς πιστοί, καὶ ἑπτὰ ἔτη ὑποπεσοῦνται· δύω δὲ ἔτη χωρὶς προσφορᾶς κοινωνήσουσι τῷ λαῷ τῶν προσευχῶν.
Κανὼν ιβ’ (12):Περὶ τῶν λειποστρατούντων, ὥστε μαρτυρῆσαι ὑπὲρ Χριστοῦ καὶ εἴτα ἀναστρευσάντων.
Οἱ δὲ προσκληθέντες μὲν ὑπὸ τῆς χάριτος, καὶ τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐνδειξάμενοι, καὶ ἀποθέμενοι τὰς ζώνας, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τὸν οἰκεῖον ἔμετον ἀναδραμόντες, ὡς κύνες, ὥς τινας καὶ ἀργύρια προέσθαι, καὶ βενεφικίοις κατορθῶσαι τὸ ἀναστρατεύσασθαι· οὗτοι δέκα ἔτη ὑποπιπτέτωσαν, μετὰ τὸν τῆς τριετοῦς ἀκροάσεως χρόνον. Ἐφ’ ἅπασι δὲ τούτοις, προσήκει ἐξετάζειν τὴν προαίρεσιν καὶ τὸ εἶδος τῆς μετανοίας. Ὅσοι μὲν γὰρ φόβῳ, καὶ δάκρυσι καὶ ὑπομονῇ, καὶ ἀγαθοεργίαις, τὴν ἐπιστροφὴν ἔργῳ, καὶ οὐ σχήματι, ἐπιδείκνυνται, οὗτοι πληρώσαντες τὸν χρόνον τὸν ὡρισμένον τῆς ἀκροάσεως, εἰκότως τῶν εὐχῶν κοινωνήσουσι, μετὰ τοῦ ἐξεῖναι τῷ ἐπισκόπῳ καὶ φιλανθρωπότερόν τι περὶ αὐτῶν βουλεύσασθαι. Ὅσοι δὲ ἀδιαφόρως ἤνεγκαν, καὶ τὸ σχῆμα τοῦ εἰσιέναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀρκεῖν ἑαυτοῖς ἡγήσαντο πρὸς τὴν ἐπιστροφήν, ἐξ ἅπαντος πληρούτωσαν τὸν χρόνον.
Κανὼν ιγ’ (13):Περὶ τῶν ἐν τῷ θανάτῳ ζητούντων μεταλαβεῖν, πρότερον κεκωλυμένων.
Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι. Εἰ δὲ ἀπογνωσθείς, καὶ κοινωνίας τυχών, πάλιν ἐν τοῖς ζῶσιν ἐξετασθῇ, μετὰ τῶν κοινωνούντων τῆς εὐχῆς μόνης ἔστω. Καθόλου δὲ, καὶ περὶ παντὸς οὔτι νοσοῦν ἐξοδεύοντος, αἰτοῦντος τοῦ μετασχεῖν εὐχαριστίας, ὁ ἐπίσκοπος μετὰ δοκιμασίας μεταδιδότω τῆς προσφορᾶς.
Κανὼν ιδ’ (14):Περὶ τῶν παραπεσόντων κατηχουμένων.
Περὶ τῶν κατηχουμένων, καὶ παραπεσόντων, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη συνόδῳ, ὥστε, τριῶν ἐτῶν αὐτοὺς ἀκροωμένους μόνον, μετὰ ταῦτα εὔχεσθαι μετὰ τῶν κατηχουμένων.
Κανὼν ιε’ (15):Περὶ τοῦ μεταβαίνοντος ἀπὸ ἐκκλησίας εἰς ἐκκλησίαν κληρικοῦ.
Διά τὸν πολὺν τάραχον, καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντάπασι περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν, τὴν παρὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα εὑρεθεῖσαν ἔν τισι μέρεσιν, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν μὴ μεταβαίνειν, μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δέ τις, μετὰ τὸν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης συνόδου ὅρον, τοιούτῳ τινὶ ἐπιχειρήσειεν, ἢ ἐπιδοίη ἑαυτὸν πράγματι τοιούτῳ, ἀκυρωθήσεται ἐξ ἅπαντος τὸ κατασκεύασμα, καὶ ἀποκατασταθήσεται τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ πρεσβύτερος ἐχειροτονήθη.
Κανὼν ις’ (16):Περὶ τοῦ ἐπιμένοντος τῇ τοιαύτῃ μεταβάσει.
Ὅσοι ῥιψοκινδύνως, μήτε τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες, μήτε τὸν ἐκκλησιαστικὸν κανόνα εἰδότες, ἀναχωρήσωσι τῆς ἰδίας ἐκκλησίας, πρεσβύτεροι, ἢ διάκονοι, ἢ ὅλως ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, οὐδαμῶς δεκτοὶ ὀφείλουσιν εἶναι ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ· ἀλλὰ πᾶσαν αὐτοῖς ἀνάγκην ἐπάγεσθαι χρή, ἀναστρέφειν εἰς τὰς ἑαυτῶν παροικίας· ἢ, ἐπιμένοντας, ἀκοινωνήτους εἶναι προσήκει. Εἰ δὲ καὶ τολμήσειέ τις ὑφαρπάσαι τὸν τῷ ἑτέρῳ διαφέροντα, καὶ χειροτονῆσαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἐκκλησίᾳ, μὴ συγκατατιθεμένου τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, οὗ ἀνεχώρησεν ὁ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενος, ἄκυρος ἔστω ἡ χειροτονία.
Κανὼν ιζ’ (17):Περὶ τῶν λαμβανόντων τόκους κληρικῶν.
Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, τὴν πλεονεξίαν, καὶ τὴν αἰσχοκέρδειαν διώκοντες, ἐπελάθοντο τοῦ θείου γράμματος λέγοντος· Τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ· καὶ δανείζοντες, ἑκατοστὰς ἀπαιτοῦσιν· ἐδικαίωσεν ἡ ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος, ὡς εἴ τις εὑρεθείη μετὰ τὸν ὅρον οὖτον, τόκους λαμβάνων, ἐκ μεταχειρίσεως, ἢ ἄλλως μετερχόμενος τὸ πρᾶγμα, ἢ ἡμιολίας· ἀπαιτών, ἢ ὅλως ἕτερόν τι ἐπινοῶν αἰσχροῦ κέρδους ἕνεκα, καθαιρεθήσεται τοῦ κλήρου, καὶ ἀλλότριος τοῦ κανόνος ἔσται.
Κανὼν ιη’ (18):Περὶ τῶν διακόνων, ἵνα μὴ τῆς εὐχαριστίας μεταδιδῶσι τοῖς πρεσβυτέροις καὶ ἵνα μὴ πρὸ τούτων κάθηνται.
Ἦλθεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην σύνοδον, ὅτι ἔν τισι τόποις καὶ πόλεσι, τοῖς πρεσβυτέροις τὴν εὐχαριστίαν οἱ διάκονοι διδόασιν· ὅπερ οὔτε ὁ κανών, οὔτε ἡ συνήθεια παρέδωκε τοὺς ἐξουσίαν μὴ ἔχοντας προσφέρειν, τοῖς προσφέρουσι διδόναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κἀκεῖνο δὲ ἐγνωρίσθη· ὅτι ἤδη τινὲς τῶν διακόνων καὶ πρὸ τῶν ἐπισκόπων τῆς εὐχαριστίας ἅπτονται. Ταῦτα οὖν πάντα περιῃρείσθω, καὶ ἐμμενέτωσαν οἱ διάκονοι τοῖς ἰδίοις μέτροις, εἰδότες, ὅτι, τοῦ μὲν ἐπισκόπου ὑπηρέται εἰσί, τῶν δὲ πρεσβυτέρων ἐλάττους. Λαμβανέτωσαν δὲ κατὰ τὴν τάξιν τὴν εὐχαριστίαν μετὰ τοὺς πρεσβυτέρους, ἢ τοῦ ἐπισκόπου μεταδιδόντος αὐτοῖς, ἢ τοῦ πρεσβυτέρου. Ἀλλὰ μηδὲ καθῆσθαι ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἐξέστω τοῖς διακόνοις· παρὰ κανόνα γάρ, καὶ παρὰ τάξιν ἐστὶ τὸ γινόμενον. Εἰ δέ τις μὴ θέλοι πειθαρχεῖν καὶ μετὰ τούτους τοὺς ὅρους, πεπαύσθω τῆς διακονίας.
Κανὼν ιθ’ (19):Ὅτι οἱ Παυλικιανοὶ ἀναβαπτίζονται.
Περὶ τῶν παυλιανισάντων, εἶτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εἰ δέ τινες τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, ἐν τῷ κλήρῳ ἐξητάσθησαν, εἰ μὲν ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι φανεῖεν ἀναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν ὑπὸ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου. Εἰ δὲ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτοὺς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτοὺς προσήκει. Ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῶν διακονισσῶν, καὶ ὅλως περὶ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζομένων, ὁ αὐτὸς τύπος παραφυλαχθήσεται. Ἐμνήσθημεν δὲ τῶν διακονισσῶν τῶν ἐν τῷ σχήματι ἐξετασθεισῶν, ἐπεὶ μηδὲ χειροθεσίαν τινὰ ἔχουσιν, ὥστε ἐξάπαντος ἐν τοῖς λαϊκοῖς αὐτὰς ἐξετάζεσθαι.
Κανὼν κ’ (20):Ταῖς Κυριακαῖς καὶ τῇ Πεντηκοστῇ μὴ γονυκλιτεῖν.
Ἐπειδή τινες εἶσιν ἐν τῇ Κυριακῇ γόνυ κλίνοντες, καὶ ἐν ταῖς τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέραις· ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ ὁμοίως παραφυλάττεσθαι, ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ.
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021
Οι αισθήσεις του σώματος εισάγουν εύκολα στην ψυχή όσα αυτές συλλαμβάνουν.
Κανών 100
Η «Σοφία» συμβουλεύει: «Τα μάτια σου να βλέπουν σωστά πράγματα» και «με κάθε φύλαξη να κρατάς την καρδιά σου»· γιατί οι αισθήσεις του σώματος εισάγουν εύκολα στην ψυχή όσα αυτές συλλαμβάνουν. Προστάζουμε λοιπόν από τώρα και στο εξής με κανέναν τρόπο να μη ζωγραφίζονται εκτεθειμένες είτε σε πίνακες είτε με άλλο τρόπο οι ζωγραφιές που σαγηνεύουν την όραση και διαφθείρουν το μυαλό και υποκινούν τα ένστικτα των αισχρών ηδονών κι αν κανείς επιχειρήσει να το κάνει αυτό, να αφορίζεται.
Οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν· καί, Πάσῃ φυλακῇ τήρει σὴν καρδίαν, ἡ Σοφία διακελεύεται· ῥᾳδίως γὰρ τὰ ἑαυτῶν ἐπὶ τὴν ψυχὴν αἱ τοῦ σώματος αἰσθήσεις εἰσκρίνουσι. Τὰς οὖν τὴν ὅρασιν καταγοητευούσας γραφάς, εἴτε ἐν πίναξιν, εἴτε ἄλλως πως ἀνατεθειμένας, καὶ τὸν νοῦν διαφθειρούσας, καὶ κινούσας πρὸς τὰ τῶν αἰσχρῶν ἡδονῶν ὑπεκκαύματα, οὐδαμῶς ἀπὸ τοῦ νῦν οἱῳδήποτε τρόπῳ προστάσσομεν ἐγχαράττεσθαι· εἰ δέ τις τοῦτο πράττειν ἐπιχειρήσοι, ἀφοριζέσθω.
Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης ΣυνόδουΣυνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Ἰουστινιανοῦ τοῦ Δευτέρου ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ ἐν Τρούλλῳ τοῦ Παλατίου691 μ.Χ.
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021
H Ἐκκλησία δέν εἶναι μέ καμιά μερίδα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μέ ὅλους καί ἀγαπάει τούς πάντες κι ὁ Χριστός πεθαίνει γι᾽ αὐτούς πού τόν σταυρώνουν.
Τοὺς ἅπαξ ἐν κλήρῳ τεταγμένους, ἢ καὶ μοναστάς, ὡρίσαμεν μήτε ἐπὶ στρατείαν, μήτε ἐπὶ ἀξίαν κοσμικὴν ἔρχεσθαι· ἤ, τοῦτο τολμῶντας, καὶ μὴ μεταμελομένους, ὥστε ἐπιστρέψαι ἐπὶ τοῦτο, ὅ διὰ Θεὸν πρότερον εἵλοντο, ἀναθεματίζεσθαι.
Τό ἴδιο πράγμα λέει ὁ ἕβδομος Κανόνας - μπορεῖ νά σᾶς φανεῖ παράδοξο - κληρικός ἤ μοναχός μή στρατευέσθω, τό ξέρουμε αὐτό, νά μήν πηγαίνει στό στρατό. Ὄχι γιατί κρίνει ἤ δέν κρίνει τό στρατό. Ἄλλο εἶναι τό διακόνημά του, γιατί ὅταν θά πᾶς στό στρατό θά ἔχεις ἐχθρούς, εἶσαι μέ μιά μερίδα καί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μέ καμιά μερίδα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μέ ὅλους καί ἀγαπάει τούς πάντες κι ὁ Χριστός πεθαίνει γι᾽ αὐτούς πού τόν σταυρώνουν. Σοφός ὁ Κανόνας καί δέν γίνεται σύγχυση πολύ μεγάλων πραγμάτων, σύγχυση τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τό κράτος πού ἀγαποῦμε, δέν γίνεται σύγχυση μέ τίποτε καί δέν ὑπάρχει ποτέ ἐχθρός σέ αὐτήν τήν ἱστορία.
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος
πηγή:εδώ
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021
Κανόνες Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
Κανόνες Α΄ Οικουμενικής Συνόδου
Κανὼν Α'Εἴ τις ἐν νόσῳ ὑπὸ ἰατρῶν ἐχειρουργήθη, ἢ ὑπὸ βαρβάρων ἐξετμήθη, οὗτος μενέτω ἐν τῷ κλήρῳ. Εἰ δέ τις ὑγιαίνων ἑαυτὸν ἐξέτεμε, τοῦτον καὶ ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζόμενον, πεπαῦσθαι προσήκει· καὶ ἐκ τοῦ δεῦρο, μηδένα τῶν τοιούτων χρῆναι προάγεσθαι. Ὥσπερ δὲ τοῦτο πρόδηλον, ὅτι περὶ τῶν ἐπιτηδευόντων τὸ πρᾶγμα, καὶ τολμώντων ἑαυτοὺς ἐκτέμνειν εἴρηται· οὕτως, εἴ τινες ὑπὸ βαρβάρων, ἢ δεσποτῶν εὐνουχίσθησαν, εὑρίσκοιντο δὲ ἄλλως ἄξιοι, τοὺς τοιούτους εἰς κλῆρον προσίεται ὁ κανών.
Κανὼν Β'Ἐπειδὴ πολλά, ἤτοι ὑπὸ ἀνάγκης, ἢ ἄλλως ἐπειγομένων τῶν ἀνθρώπων, ἐγένετο παρὰ τὸν κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικόν, ὥστε ἀνθρώπους ἀπὸ ἐθνικοῦ βίου ἄρτι προσελθόντας τῇ πίστει, καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κατηχηθέντας, εὐθὺς ἐπὶ τὸ πνευματικὸν λουτρὸν ἄγειν, καὶ ἅμα τῷ βαπτισθῆναι προάγειν εἰς ἐπισκοπήν, ἢ εἰς πρεσβυτέριον, καλῶς ἔδοξεν ἔχειν, τοῦ λοιποῦ μηδὲν τοιοῦτο γίνεσθαι· καὶ γὰρ καὶ χρόνου δεῖ τῷ κατηχουμένω, καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, δοκιμασίας πλείονος. Σαφὲς γὰρ τὸ ἀποστολικὸν γράμμα, τὸ λέγον· Μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ, καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. Εἰ δέ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ψυχικόν τι ἁμάρτημα εὑρεθείη περὶ τὸ πρόσωπον, καὶ ἐλέγχοιτο ὑπὸ δύο, ἢ τριῶν μαρτύρων, πεπαύσθω ὁ τοιοῦτος τοῦ κλήρου. Ὁ δὲ παρὰ ταῦτα ποιῶν, ὡς ὑπεναντία τῇ μεγάλῃ συνόδῳ θρασυνόμενος, αὐτὸς κινδυνεύσει περὶ τὸν κλῆρον.Κανὼν Γ'Ἀπηγόρευσε καθόλου ἡ μεγάλη σύνοδος, μήτε ἐπισκόπῳ, μήτε πρεσβυτέρῳ, μήτε διακόνῳ, μήτε ὅλως τινὶ τῶν ἐν κλήρῳ, ἐξεῖναι συνείσακτον ἔχειν, πλὴν εἰ μὴ ἄρα μητέρα, ἢ ἀδελφήν, ἢ θείαν, ἢ ἃ μόνα πρόσωπα πᾶσαν ὑποψίαν διαπέφευγεν.Κανὼν Δ'Ἐπίσκοπον προσήκει μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι· εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξ ἅπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους, συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων, τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι· τὸ δὲ κῦρος τῶν γενομένων δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.Κανὼν Ε'Περὶ τῶν ἀκοινωνήτων γενομένων, εἴτε τῶν ἐν κλήρῳ, εἴτε τῶν ἐν λαϊκῷ τάγματι, ὑπὸ τῶν καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐπισκόπων, κρατείτω ἡ γνώμη, κατὰ τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, τοὺς ὑφ' ἑτέρων ἀποβληθέντας ὑφ' ἑτέρων μὴ προσίεσθαι. Ἐξεταζέσθω δέ, μὴ μικροψυχία, ἢ φιλονεικία, ἤ τινι τοιαύτῃ ἀηδίᾳ τοῦ ἐπισκόπου, ἀποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ἵνα οὖν τοῦτο τὴν πρέπουσαν ἐξέτασιν λαμβάνοι, καλῶς ἔχειν ἔδοξεν, ἑκάστου ἐνιαυτοῦ, καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν δὶς τοῦ ἔτους συνόδους γίνεσθαι· ἵνα κοινῇ πάντων τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένων, τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐξετάζηται, καὶ οὕτως οἱ ὁμολογουμένως προσκεκρουκότες τῷ ἐπισκόπῳ, κατὰ λόγον ἀκοινώνητοι παρὰ πᾶσιν εἶναι δόξωσι, μέχρις ἂν τῷ κοινῷ τῶν ἐπισκόπων δόξῃ τὴν φιλανθρωποτέραν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκθέσαι ψῆφον. Αἱ δὲ σύνοδοι γινεσθωοαν, μία μὲν πρὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἵνα πάσης μικροψυχίας ἀναιρουμένης, τὸ δῶρον καθαρὸν προσφέρηται τῷ Θεῷ· δευτέρα δέ, περὶ τὸν τοῦ μετοπώρου καιρόν.Κανὼν ΣΤ'Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ καὶ Πενταπόλει, ὥστε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ καὶ τῷ ἐν Ῥώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστιν. Ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, τὰ πρεσβεῖα σῴζεσθαι ταῖς ἐκκλησίαις. Καθόλου δὲ πρόδηλον ἐκεῖνο· ὅτι, εἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοπος, τὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον. Ἐὰν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγῳ οὔσῃ, καὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο, ἢ τρεῖς δι' οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσι, κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος.Κανὼν Ζ'Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς· τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος.Κανὼν Η'Περὶ τῶν ὀνομαζόντων μὲν ἑαυτοὺς Καθαρούς ποτε, προσερχομένων δὲ τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτούς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ. Πρὸ πάντων δὲ τοῦτο ὁμολογῆσαι αὐτοὺς ἐγγράφως προσήκει, ὅτι συνθήσονται καὶ ἀκολουθήσουσι τοῖς τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας δόγμασι· τοὐτέστι καὶ διγάμοις κοινωνεῖν, καὶ τοῖς ἐν τῷ διωγμῷ παραπεπτωκόσιν, ἐφ' ὧν καὶ χρόνος τέτακται, καὶ καιρὸς ὥρισται· ὥστε αὐτοὺς ἀκολουθεῖν ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔνθα μὲν οὖν πάντες, εἴτε ἐν κώμαις, εἴτε ἐν πόλεσιν, αὐτοὶ μόνοι εὑρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ κλήρῳ, ἔσονται ἐν τῷ αὐτῷ σχήματι. Εἰ δὲ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου ὄντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ὡς ὁ μὲν ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας ἕξει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου· ὁ δὲ ὀνομαζόμενος παρὰ τοῖς λεγομένοις Καθαροῖς ἐπίσκοπος, τήν τοῦ πρεσβυτέρου τιμὴν ἕξει· πλὴν εἰ μὴ ἄρα δοκοίῃ τῷ ἐπισκόπῳ, τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος αὐτὸν μετέχειν. Εἰ δὲ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσκοι, ἐπινοήσει τόπον ἢ χωρεπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ὑπὲρ τοῦ ἐν τῷ κλήρῳ ὅλως δοκεῖν εἶναι· ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν.Κανὼν Θ'Εἴ τινες ἀνεξετάστως προήχθησαν πρεσβύτεροι, ἀνακρινόμενοι ὡμολόγησαν τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῖς, καὶ, ὁμολογησάντων αὐτῶν, παρὰ κανόνα κινούμενοι οἱ ἄνθρωποι τοῖς τοιούτοις χεῖρα ἐπιτεθείκασι, τούτους ὁ κανὼν οὐ προσίεται· τὸ γὰρ ἀνεπίληπτον ἐκδικεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία.Κανὼν Ι'Ὅσοι προεχειρίσθησαν τῶν παραπεπτωκότων, κατ' ἄγνοιαν, ἢ καὶ προειδότων τῶν προχειρισαμένων, τοῦτο οὐ προκρίνει τῷ κανόνι τῷ ἐκκλησιαστικῷ· γνωσθέντες γάρ, καθαιροῦνται.Κανὼν ΙΑ'Περὶ τῶν παραβάντων χωρὶς ἀνάγκης, ἢ χωρὶς ἀφαιρέσεως ὑπαρχόντων, ἢ χωρὶς κινδύνου, ἤ τινος τοιούτου, ὅ γέγονεν ἐπὶ τῆς τυραννίδος Λικινίου, ἔδοξε τῇ συνόδῳ εἰ καὶ ἀνάξιοι ἦσαν φιλανθρωπίας, ὅμως χρηστεύσασθαι εἰς αὐτούς. Ὅσοι οὖν γνησίως μεταμέλονται, τρία ἔτη ἐν ἀκροωμένοις ποιήσουσιν, ὡς πιστοί, καὶ ἑπτὰ ἔτη ὑποπεσοῦνται· δύω δὲ ἔτη χωρὶς προσφορᾶς κοινωνήσουσι τῷ λαῷ τῶν προσευχῶν.Κανὼν ΙΒ'Οἱ δὲ προσκληθέντες μὲν ὑπὸ τῆς χάριτος, καὶ τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐνδειξάμενοι, καὶ ἀποθέμενοι τὰς ζώνας, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τὸν οἰκεῖον ἔμετον ἀναδραμόντες, ὡς κύνες, ὡς τινάς καὶ ἀργύρια προέσθαι, καὶ βενεφικίοις κατορθῶσαι τὸ ἀναστρατεύσασθαι· οὗτοι δέκα ἔτη ὑποπιπτέτωσαν, μετὰ τὸν τῆς τριετοῦς ἀκροάσεως χρόνον. Ἐφ' ἅπασι δὲ τούτοις, προσήκει ἐξετάζειν τὴν προαίρεσιν καὶ τὸ εἶδος τῆς μετανοίας. Ὅσοι μὲν γὰρ φόβῳ, καὶ δάκρυσι, καὶ ὑπομονῇ, καὶ ἀγαθοεργίαις, τὴν ἐπιστροφὴν ἔργῳ, καὶ οὐ σχήματι, ἐπιδείκνυνται, οὗτοι πληρώσαντες τὸν χρόνον τὸν ὡρισμένον τῆς ἀκροάσεως, εἰκότως τῶν εὐχῶν κοινωνήσουσι, μετὰ τοῦ ἐξεῖναι τῷ ἐπισκόπῳ καὶ φιλανθρωπότερόν τι περὶ αὐτῶν βουλεύσασθαι. Ὅσοι δὲ ἀδιαφόρως ἤνεγκαν, καὶ τὸ σχῆμα τοῦ εἰσιέναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀρκεῖν ἑαυτοῖς ἡγήσαντο πρὸς τὴν ἐπιστροφήν, ἐξάπαντος πληρούτωσαν τὸν χρόνον.
Κανὼν ΙΓ'Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι. Εἰ δὲ ἀπογνωσθείς, καὶ κοινωνίας τυχών, πάλιν ἐν τοῖς ζῶσιν ἐξετασθῇ, μετὰ τῶν κοινωνούντων τῆς εὐχῆς μόνης ἔστω. Καθόλου δέ, καὶ περὶ παντὸς οὑτινοσοῦν ἐξοδεύοντος, αἰτοῦντος τοῦ μετασχεῖν εὐχαριστίας, ὁ ἐπίσκοπος μετὰ δοκιμασίας μεταδιδότω τῆς προσφορᾶς.Κανὼν ΙΔ'Περὶ τῶν κατηχουμένων, καὶ παραπεσόντων, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ συνόδῳ, ὥστε, τριῶν ἐτῶν αὐτοὺς ἀκροωμένους μόνον, μετὰ ταῦτα εὔχεσθαι μετὰ τῶν κατηχουμένων.Κανὼν ΙΕ'Διὰ τὸν πολὺν τάραχον, καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντάπασι περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν, τὴν παρὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα εὑρεθεῖσαν ἔν τισι μέρεσιν, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν μὴ μεταβαίνειν, μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δέ τις, μετὰ τὸν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης συνόδου ὅρόν, τοιούτῳ τινὶ ἐπιχειρήσειεν, ἢ ἐπιδοίη ἑαυτὸν πράγματι τοιούτῳ, ἀκυρωθήσεται ἐξ ἅπαντος τὸ κατασκεύασμα, καὶ ἀποκατασταθήσεται τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ πρεσβύτερος ἐχειροτονήθη.
Κανὼν ΙΣΤ'Ὅσοι ῥιψοκινδύνως, μήτε τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες, μήτε τὸν ἐκκλησιαστικὸν κανόνα εἰδότες, ἀναχωρήσωσι τῆς ἰδίας ἐκκλησίας, πρεσβύτεροι, ἢ διάκονοι, ἢ ὅλως ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, οὗτοι οὐδαμῶς δεκτοὶ ὀφείλουσιν εἶναι ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ· ἀλλὰ πᾶσαν αὐτοῖς ἀνάγκην ἐπάγεσθαι χρή, ἀναστρέφειν εἰς τὰς ἑαυτῶν παροικίας· ἤ, ἐπιμένοντας, ἀκοινωνήτους εἶναι προσήκει. Εἰ δὲ καὶ τολμήσειέ τις ὑφαρπάσαι τὸν τῷ ἑτέρῳ διαφέροντα, καὶ χειροτονῆσαι ἐν τῇ αὑτοῦ ἐκκλησίᾳ, μὴ συγκατατιθεμένου τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, οὗ ἀνεχώρησεν ὁ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενος, ἄκυρος ἔστω ἡ χειροτονία.Κανὼν ΙΖ'Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, τὴν πλεοναξίαν, καὶ τὴν αἰσχροκέρδειαν διώκοντες, ἐπελάθοντο τοῦ θείου γράμματος λέγοντος· Τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ· καὶ δανείζοντες, ἑκατοστὰς ἀπαιτοῦσιν· ἐδικαίωσεν ἡ ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος, ὡς εἴ τις εὑρεθείη μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τόκους λαμβάνων, ἐκ μεταχειρίσεως, ἢ ἄλλως μετερχόμενος τὸ πρᾶγμα, ἢ ἡμιολίας ἀπαιτῶν, ἢ ὅλως ἕτερόν τι ἐπινοῶν αἰσχροῦ κέρδους ἔνεκα, καθαιρεθήσεται τοῦ κλήρου, καὶ ἀλλότριος τοῦ κανόνος ἔσται.Κανὼν ΙΗ'Ἦλθεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην σύνοδον, ὅτι ἔν τισι τόποις καὶ πόλεσι, τοῖς πρεσβυτέροις τὴν εὐχαριστίαν οἱ διάκονοι διδόασιν· ὅπερ οὔτε ὁ κανών, οὔτε ἡ συνήθεια παρέδωκε, τούς ἐξουσίαν μὴ ἔχοντας προσφέρειν, τοῖς προσφέρουσι διδόναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κἀκεῖνο δὲ ἐγνωρίσθη, ὅτι ἤδη τινὲς τῶν διακόνων καὶ πρὸ τῶν ἐπισκόπων τῆς εὐχαριστίας ἅπτονται. Ταῦτα οὖν πάντα περιῃρείσθω, καὶ ἐμμενέτωσαν οἱ διάκονοι τοῖς ἰδίοις μέτροις, εἰδότες, ὅτι, τοῦ μὲν ἐπισκόπου ὑπηρέται εἰσί, τῶν δὲ πρεσβυτέρων ἐλάττους. Λαμβανέτωσαν δὲ κατὰ τὴν τάξιν τὴν εὐχαριστίαν μετὰ τοὺς πρεσβυτέρους, ἢ τοῦ ἐπισκόπου μεταδιδόντος αὐτοῖς, ἢ τοῦ πρεσβυτέρου. Ἀλλὰ μηδὲ καθῆσθαι ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἐξέστω τοῖς διακόνοις· παρὰ κανόνα γάρ, καὶ παρὰ τάξιν ἐστὶ τὸ γινόμενον. Εἰ δέ τις μὴ θέλοι πειθαρχεῖν καὶ μετὰ τούτους τοὺς ὅρους, πεπαύσθω τῆς διακονίας.Κανὼν ΙΘ'Περὶ τῶν παυλιανισάντων, εἶτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εἰ δέ τινες τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, ἐν τῷ κλήρῳ ἐξητάσθησαν, εἰ μὲν ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι φανεῖεν ἀναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν ὑπὸ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου. Εἰ δὲ ἡ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτοὺς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτοὺς προσήκει. Ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῶν διακονισσῶν, καὶ ὅλως περὶ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζομένων, ὁ αὐτὸς τύπος παραφυλαχθήσεται. Ἐμνήσθημεν δὲ τῶν διακονισσῶν τῶν ἐν τῷ σχήματι ἐξετασθεισῶν, ἐπεὶ μηδὲ χειροθεσίαν τινὰ ἔχουσιν, ὥστε ἐξάπαντος ἐν τοῖς λαϊκοῖς αὐτὰς ἐξετάζεσθαι.
Κανὼν Κ'Ἐπειδή τινές εἰσιν ἐν τῇ Κυριακῇ γόνυ κλίνοντες, καὶ ἐν ταῖς τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέραις• ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ φυλάττεσθαι, ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ.
Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020
Κανὼν ΙΒ´ τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου
Κανόνες τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου
Κανών 12 (ΙΒ΄)
Ο επίσκοπος Φήλιξ είπε: «μιλώ σύμφωνα μ’ αυτά που όρισαν οι παλιές σύνοδοι, δηλαδή, αν κάποιος επίσκοπος (πράγμα που μακάρι να μη γίνει) κατηγορηθεί για κάποιο αδίκημα και υπάρχει μεγάλη δυσκολία, ώστε να μην μπορούν να συγκεντρωθούν πολλοί στη σύνοδο, (τότε αυτός) να γίνεται δεκτός σε ακρόαση από δώδεκα επισκόπους, για να μην παραμένει κατηγορούμενος∙ κι ο πρεσβύτερος (να γίνεται δεκτός σε ακρόαση) από έξι επισκόπους και από το δικό του (επίσκοπο) και ο διάκονος από τρεις».
Κανὼν ΙΒ´Φῆλιξ ἐπίσκοπος εἶπεν· Ἀναφέρω κατὰ τὰ ὁρισθέντα ἐκ τῶν παλαιῶν συνόδων, ἵνα, ἐάν τις ἐπίσκοπος (ὅπερ ἀπείη) ἔν τινι ἐγκλήματι περιπέσῃ, καὶ γένηται πολλὴ ἀνάγκη τοῦ μὴ δύνασθαι πολλοὺς συνελθεῖν, διὰ τὸ μὴ ἀπομεῖναι αὐτὸν ἐν τῷ ἐγκλήματι, ἀπὸ δώδεκα ἐπισκόπων ἀκουσθῇ, καὶ ὁ πρεσβύτερος ἀπὸ ἓξ ἐπισκόπων καὶ τοῦ ἰδίου, καὶ ὁ διάκονος ἀπὸ τριῶν.
Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019
Σχετικά μέ τήν θεσμική νομιμοποίηση τῆς Σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
ΗΧΟΣ ΠΛ. Α’ ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ. ΠΟΙΗΜΑ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥΣ ΣΜΥΡΝΗΣ. Ου η ακροστιχίς: «Πέμπτος Κανών σοι Μητροφά...
-
Α όρατοι γυμνοί ασκητές της Ραϊθού την αγία Μεγάλη Πέμπτη ΠΗΓΗ : ΕΔΩ Ο αββάς Στέφανος ο Καππαδόκης μας διηγήθηκε τα εξής: « Πριν από πέντ...
-
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου , στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα ...
-
ΚΥΡΙΑΚῌ ΟΓΔΟῌ Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ιδ΄ 14 - 22 Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου την Κυριακή 27 Αυγούστου του 2000 - σε ...
-
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ Κατὰ την 13ην τοῦ μηνὸς, εἰ τὐχοι ἐν Κυριακῇ, ἢ τῇ πρώτῃ Κυριακῇ μετ΄ αὐτὴν ἐρχομέ...
-
Κυριακή Στ΄ Ματθαίου Κεφ.θ΄,1-9 Κήρυγμα του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου την Κυριακή 23ης Ιουλίου του 2000 σε mp3 - εδώ Έ τσι όπως έφτι...
-
π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου Η θριαμβευτική ζωή των Αποστόλων Κυριακή 29 Ιουνίου του 1997 Α ν κάποιος θα ήθελε να ορίσει με ένα παράδειγ...
-
Κυριακή Η΄ Ματθαίου Πηγή: floga.gr Τόν δέ νοῦν τρέφει ξένως! Τά λίγα... καί ποιοί καί τό πῶς θά τά πάρουν! Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλ...
-
Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως ὁ ρμβ΄ (142) Ψαλμός καί τό Θεός Κύριος μετά τῶν στίχων αὐτοῦ. Εἶτα τά Τροπάρια. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ....
-
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΕ PDF - ΕΔΩ Δ ιακονία θεάρεστη και ψυχοτερπή αποτελεί η μετάφραση του βίου του οσίου πατρό...













