Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Σάββατο του Λαζάρου - Συναξάρι Τριωδίου



Σάββατο του Λαζάρου

Συναξάρι Τριωδίου 
Την ημέρα αυτή, Σάββατο προ των Βαΐων, εορτάζουμε την ανάσταση του αγίου και δικαίου φίλου του Χριστού Λαζάρου του τετραημέρου. 
Ο Λάζαρος ήταν Εβραίος, φαρισαίος και, όπως κάπου αναφέρεται, γιος του φαρισαίου Σίμωνα. Καταγόταν από το χωριό Βηθανία και έγινε και αυτός φίλος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. 
Καθώς δηλαδή ο Χριστός συζητούσε συνεχώς με τον Σίμωνα -γιατί και αυτός πίστευε στην ανάσταση των νεκρών- και συχνά πήγαινε στο σπίτι του, ο Λάζαρος έγινε γνήσιος φίλος του Χριστού, και όχι μόνο αυτός, αλλά και οι δύο αδελφές του, η Μάρθα και η Μαρία. 
Όταν πλησίαζε το σωτήριο Πάθος, επειδή ήταν ανάγκη να βεβαιωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το μυστήριο της Αναστάσεως, ο Χριστός βρισκόταν στην περιοχή πέρα από τον Ιορδάνη, αφού πρώτα ανέστησε την κόρη του Ιάειρου και τον γιο της χήρας. Και τότε ο φίλος του Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. 
Ο Ιησούς λοιπόν, αν και δεν ήταν εκεί, είπε στους μαθητές του: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε». Και μετά από λίγο είπε: «Ο Λάζαρος πέθανε». 
Άφησε λοιπόν τον Ιορδάνη και ήρθε στη Βηθανία, η οποία απέχει από τα Ιεροσόλυμα περίπου τρία χιλιόμετρα. Τον προϋπάντησαν οι αδελφές τού Λαζάρου λέγοντας: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μας· αλλά και τώρα, αν θελήσεις, μπορείς να τον αναστήσεις». 
Ο Χριστός ρώτησε το πλήθος: «Πού τον θάψατε;», και αμέσως όλοι ξεκίνησαν για να του δείξουν το μνήμα. 
Όταν σήκωσαν την πέτρα που σκέπαζε τον τάφο, είπε η Μάρθα: «Κύριε, ήδη μυρίζει άσχημα, επειδή είναι τεσσάρων ημερών νεκρός». 
Ο Ιησούς δάκρυσε για τον νεκρό, στη συνέχεια προσευχήθηκε και φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε, έλα έξω». Και αμέσως ο πεθαμένος βγήκε από τον τάφο, και αφού τον έλυσαν από τα σάβανα πήγε σπίτι του. 
Αυτό το εξαίσιο θαύμα προκάλεσε τον φθόνο του εβραϊκού λαού που μάνιασε εναντίον του Χριστού, ο Ιησούς όμως και πάλι έφυγε. 
Οι αρχιερείς μάλιστα σκέφτηκαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο, επειδή πολλοί βλέποντάς τον πίστευαν στον Χριστό. Ο Λάζαρος όμως το έμαθε και έφυγε για την Κύπρο, όπου αργότερα χειροτονήθηκε από τους αποστόλους επίσκοπος Κιτίου. Και αφού έζησε καλά και θεάρεστα, τριάντα χρόνια μετά την ανάστασή του πέθανε πάλι και θάφτηκε εκεί, αφού έκανε πολλά θαύματα. 
Λέγεται ότι όσα χρόνια έζησε, ποτέ δεν έτρωγε κάτι χωρίς να του βάλει κάτι γλυκό, και ότι το ωμοφόριό του το έφτιαξε η πάναγνη Μητέρα του Θεού με τα χέρια της και του το χάρισε. 
Το τίμιο και άγιο λείψανό του με θεία παρακίνηση ο σοφότατος βασιλιάς Λέων (886-912) το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και το τοποθέτησε με τιμή στον ναό του Αγίου Λαζάρου, τον οποίο ο ίδιος έκτισε, και εκεί βρισκόταν για πολλά χρόνια και ανέδιδε άρρητη ευωδία. 
Οι άγιοι και θεοφόροι πατέρες μας, ή μάλλον οι άγιοι απόστολοι, όρισαν να εορτάζουμε κατά τη σημερινή μέρα την ανάσταση του Λαζάρου -αφού τελείωσε η νηστεία των σαράντα ημερών, ύστερα από την οποία ακολουθούν τα άγια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού-, επειδή αυτό το θαύμα περισσότερο απ’ όλα τα άλλα βρήκαν ως αρχή και αιτία της μανίας των Ιουδαίων εναντίον του Χριστού, και γι’ αυτό το έβαλαν εδώ. Το υπερφυσικό αυτό θαύμα μόνο ο ευαγγελιστής Ιωάννης το γράφει, ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές το παρέλειψαν, ίσως επειδή τότε ζούσε ακόμη ο Λάζαρος. 
Λέγεται μάλιστα ότι και γι’ αυτό και μόνο το θαύμα ο ευαγγελιστής Ιωάννης συνέγραψε και το υπόλοιπο Ευαγγέλιο, και διότι για την άναρχη γέννηση του Χριστού τίποτε δεν είπαν οι άλλοι τρεις ευαγγελιστές. Διότι το ζητούμενο ήταν να πιστευθεί ο Χριστός ότι είναι Υιός του Θεού και Θεός και ότι αναστήθηκε, και ότι θα γίνει ανάσταση των νεκρών, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται περισσότερο από τον Λάζαρο. 
Ο δε Λάζαρος δεν είπε τίποτε σχετικά με τον Άδη· διότι ή δεν του επιτράπηκε να δει τίποτε, ή, αν είδε, προστάχθηκε να σιωπήσει. Από αυτόν λοιπόν και κάθε άνθρωπος που πεθαίνει λέγεται Λάζαρος, και το σαβάνωμα επίσης λέγεται λαζάρωμα, για να θυμόμαστε τον πρώτο εκείνο Λάζαρο. Διότι όπως εκείνος αναστήθηκε με τον λόγο του Χριστού και έζησε ξανά, έτσι και ο νεκρός, αν και πέθανε, στην έσχατη σάλπιγγα θα αναστηθεί και θα ζήσει αιώνια. 
Με τις πρεσβείες του φίλου σου Λαζάρου, Χριστέ, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τρωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 293
Πηγή : koinoniaorthodoxias.org

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Την Παρασκευή πρό τῶν Βαΐων στο Μικρό Απόδειπνο

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:
Πρό τῶν Βαΐων
Μικρόν Ἀπόδειπνον.
Μετά τό· «Ἄξιόν ἐστιν...» ὁ Κανών τοῦ Λαζάρου [εδώ]· «ᾨδήν ἐπινίκιον...», μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ μετά στίχου· «Δόξα σοι, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι». Εἰς τό τέλος τοῦ Κανόνος ἐπαναλαμβάνεται ὁ Εἱρμός τῆς θ΄ ᾨδῆς· «Ἐποίησε κράτος, ἐν βραχίονι αὐτοῦ...». 
Τρισάγιον. 
Κοντάκιον: «Ἡ πάντων χαρά...».Καί ἡ λοιπή Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου. 
 
[1] πό σήμερον καί μέχρι τοῦ Σαββάτου τῆς Ἀποδόσεως τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, οὔτε Μαρτυρικόν, οὔτε τι ἐκ τῆς Παρακλητικῆς ψάλλεται.

Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν,


ΤΡΙΩΔΙΟΝ
ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Στιχηρὸν Ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος πλ. δ'
Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν ἁγίαν ἑβδομάδα τοῦ Πάθους σου, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε, τοῦ δοξάσαι ἐν αὐτῇ τὰ μεγαλεῖά σου, καὶ τήν ἄφατον δι΄ ημᾶς οἰκονομίαν σου, ὁμοφρόνως μελῳδοῦντες, Κύριε δόξα σοι.

 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Το προοίμιο του Σταυρού: Σάββατο του Λαζάρου


Το προοίμιο του Σταυρού: 
Σάββατο του Λαζάρου
Τὴν ψυχωφελῆ, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν Ἁγίαν Ἑβδομάδα τοῦ πάθους σου, αἰτοῦμεν κατιδεῖν Φιλάνθρωπε… Με αυτά τα λόγια του στιχηρού στον εσπερινό της Παρασκευής, πριν την Κυριακή των Βαΐων, τελειώνει η Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πια στην «Αγία Εβδομάδα», στην περίοδο του εορτασμού των παθών του Χριστού, του Θανάτου και της Αναστάσεώς Του. Περίοδος που αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου. 
Τα γεγονότα της διπλής γιορτής, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, αναφέρονται στα λειτουργικά κείμενα σαν «προοίμιο του Σταυρού». Έτσι, για να καταλάβουμε καλύτερα αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει να τα δούμε μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το κοινό απολυτίκιο των δύο αυτών ημερών: «τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός …» μας βεβαιώνει, με κατηγορηματικό τρόπο, για την αλήθεια της κοινής ανάστασης. Είναι πολύ σημαντικό ότι μια από τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, γίνεται ο οδηγός στην πορεία μας μέσα στο σκοτάδι του Σταυρού. Έτσι το φως και η χαρά λάμπουν όχι μόνο στο τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας αλλά και στην αρχή της. Το φως και η χαρά φωτίζουν αυτό το σκοτάδι και αποκαλύπτουν το βαθύ και τελικό νόημα του.
Όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με την Ορθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τον ιδιότυπο, σχεδόν παράδοξο, χαρακτήρα των ακολουθιών του Σαββάτου του Λαζάρου. Είναι, θα λέγαμε, Κυριακή και όχι Σάββατο, δηλαδή έχουμε μέσα στο Σάββατο αναστάσιμη ακολουθία. Ξέρουμε ότι το Σάββατο είναι βασικά αφιερωμένο στους τεθνεώτες και η Θεία Λειτουργία γίνεται στη μνήμη τους. Όμως το Σάββατο του Λαζάρου είναι διαφορετικό. Η χαρά που διαποτίζει τις ακολουθίες αυτής της ημέρας τονίζει ένα κεντρικό θέμα: την επερχόμενη νίκη του Χριστού κατά του Άδη.
Άδης είναι ο βιβλικός όρος που χρησιμοποιείται για να ορίσει το θάνατο με την παγκόσμια δύναμή του, που με τα αδιαπέραστα σκότη και τη φθορά καταπίνει κάθε ζωή και δηλητηριάζει ολόκληρο το σύμπαν. Αλλά τώρα, με την ανάσταση του Λαζάρου, ο «θάνατος αρχίζει να τρέμει». Ακριβώς από δω αρχίζει η αποφασιστική μονομαχία ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο και μας προσφέρει το κλειδί για μια πλήρη κατανόηση του λειτουργικού μυστηρίου του Πάσχα.
Στην πρώτη Εκκλησία, το Σάββατο του Λαζάρου ονομαζόταν «αναγγελία του Πάσχα». Πραγματικά αυτό το Σάββατο αναγγέλλει, προμηνύει, το υπέροχο φως και τη γαλήνη του επομένου Σαββάτου, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, που είναι ημέρα του Ζωηφόρου Τάφου.
Το πρώτο μας βήμα ας είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε το εξής: ο Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού Χριστού, είναι η προσωποποίηση όλου του ανθρωπίνου γένους και φυσικά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Η Βηθανία, η πατρίδα του Λαζάρου, είναι το σύμβολο όλου του κόσμου, είναι η πατρίδα του καθενός. Ο καθένας από μας δημιουργήθηκε να είναι φίλος του Θεού και κλήθηκε σ’ αυτή τη θεϊκή Φιλία που είναι η γνώση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του, η συμμετοχή στη ζωή Του. «Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ιω. 1, 4). Και όμως αυτός ο φίλος (ο άνθρωπος), τον οποίο τόσο αγαπάει ο Θεός και τον οποίο μόνο από αγάπη δημιούργησε, δηλαδή τον έφερε στη ζωή, τώρα καταστρέφεται, εκμηδενίζεται από μια δύναμη που δεν τη δημιούργησε ο Θεός: το θάνατο . Ο Θεός συναντάει μέσα στον κόσμο, που Αυτός δημιούργησε, μια δύναμη που καταστρέφει το έργο Του και εκμηδενίζει το σχέδιό Του. Έτσι ο κόσμος δεν είναι πια παρά θρήνος και πόνος, δάκρυα και θάνατος.
Πώς είναι δυνατόν αυτό; Πως συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αυτά είναι ερωτήματα που διαφαίνονται στη λεπτομερή διήγηση που κάνει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο του για τον Ιησού Χριστό όταν έφτασε στον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. «Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσι αὐτῷ· Κύριε ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησούς». (Ιω. 11, 35). Γιατί, αλήθεια, ο Κύριος δακρύζει βλέποντας το νεκρό Λάζαρο αφού γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά ο ίδιος θα του δώσει ζωή; Μερικοί Βυζαντινοί υμνογράφοι βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το αληθινό νόημα αυτών των δακρύων. Μιλάνε για δάκρυα που χύνει η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η δύναμη της ανάστασης ανήκει στη θεϊκή Του φύση. Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία μας διδάσκει ότι όλες οι πράξεις του Χριστού ήταν «Θεανδρικές», δηλαδή θεϊκές και ανθρώπινες ταυτόχρονα. Οι πράξεις Του είναι πράξεις ενός και του αυτού Θεού-Ανθρώπου, του σαρκωμένου Υιού του θεού. Αυτός, λοιπόν, που δακρύζει δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός, και Αυτός που καλεί το Λάζαρο να βγει από τον τάφο δεν είναι μόνο Θεός αλλά και Άνθρωπος ταυτόχρονα. Επομένως αυτά τα δάκρυα είναι θεία δάκρυα. Ο Ιησούς κλαίει γιατί βλέπει το θρίαμβο του θανάτου και της καταστροφής στον κόσμο το δημιουργημένο από τον Θεό.
«Κύριε, ἤδη ὄζει…», λέει η Μάρθα και μαζί της οι παρεστώτες Ιουδαίοι, προσπαθώντας να εμποδίσουν τον Ιησού να πλησιάσει το νεκρό. Αυτή η φοβερή προειδοποίηση αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όλη τη ζωή. Ο Θεός είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Αυτός κάλεσε τον άνθρωπο να ζήσει μέσα στη θεία πραγματικότητα της ζωής και εκείνος τώρα «ὄζει» (μυρίζει άσχημα). Ο κόσμος δημιουργήθηκε να αντανακλά και να φανερώνει τη δόξα του Θεού και εκείνος «ὄζει»
Στον τάφο του Λαζάρου ο Θεός συναντά το Θάνατο, την πραγματικότητα που είναι αντι-ζωή, που είναι διάλυση και απόγνωση. Ο Θεός συναντά τον εχθρό Του, ο οποίος του απέσπασε τον κόσμο Του και έγινε ο ίδιος «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου». Και όλοι εμείς που ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό καθώς πλησιάζει στον τάφο του Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στη «δική Του ώρα» («ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα…»)· στην ώρα για την όποια πολύ συχνά είχε μιλήσει και την είχε παρουσιάσει σαν το αποκορύφωμα, το πλήρωμα ολοκλήρου του έργου Του.
Ο Σταυρός, η αναγκαιότητά του και το παγκόσμιο νόημά του αποκαλύπτονται με την πολύ σύντομη φράση του Ευαγγελίου: «καὶ ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησούς…». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δάκρυσε: αγαπούσε το φίλο Του Λάζαρο και γι’ αυτό είχε τη δύναμη να τον φέρει πίσω στη ζωή. Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι απλά μια θεϊκή «δύναμη αυτή καθ’ εαυτή», αλλά είναι δύναμη αγάπης, ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη.
Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Η Αγάπη δημιουργεί Ζωή… Η Αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνη που κλαίει μπροστά στον τάφο και η Αγάπη είναι εκείνη που επαναφέρει τη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των θεϊκών δακρύων του Ιησού. Μέσα απ’ αυτά η αγάπη ενεργοποιείται και πάλι – αναδημιουργεί, απολυτρώνει, αποκαθιστά τη σκοτεινή ζωή του ανθρώπου: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω!..» Προσταγή απολύτρωσης. Κάλεσμα στο φως. Ακριβώς γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου είναι το προοίμιο και του Σταυρού, σαν τη μέγιστη θυσία της αγάπης, και της Ανάστασης, σαν τον τελικό θρίαμβο της αγάπης. 

«Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς
ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις
τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ
ἀγαθότητι· καὶ γέγονε τύπος
τῆς ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι
παρέχων θείαν ἄφεσιν». 
(Κοντάκιο από το Σάββατο του Λαζάρου).  
π. Αλέξανδρος Σμέμαν, 
Μικρό οδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος: 
Σύντομη λειτουργική εξήγηση 
των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας, 
μετάφραση Ελένη Γκανούρη, 
2η έκδ., Αθήνα, 
Ακρίτας, 1993.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Τῌ ΑΥΤῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ ΕΣΠΕΡΑΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ

 


Τῌ ΑΥΤῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ ΕΣΠΕΡΑΣ

ΕΙΣ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ
Ὁ Κανών, Ποίημα Ἀνδρέου Κρήτης

ᾨδὴ α'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«ᾨδὴν ἐπινίκιον, ᾄσωμεν πάντες, Θεῷ τῷ ποιήσαντι, θαυμαστὰ τέρατα, βραχίονι ὑψηλῷ, καὶ σώσαντι τὸν Ἰσραήλ, ὅτι δεδόξασται».

Νεκρὸν τετραήμερον ἐξαναστήσας, Σωτήρ μου τὸν Λάζαρον, τῆς φθορᾶς ἀπήλλαξας, βραχίονι ὑψηλῷ, καὶ ἔδειξας ὡς δυνατός, τὴν ἐξουσίαν σου.

Φωνήσας τὸν Λάζαρον ἐκ τοῦ μνημείου, εὐθὺς ἐξανέστησας, ἀλλ' ὁ ᾍδης κάτωθεν, πικρῶς ὠδύρετο, καὶ στένων ἔτρεμε Σωτήρ, τὴν ἐξουσίαν σου.

δάκρυσας Κύριε ἐπὶ Λαζάρῳ, δεικνύων τὴν σάρκωσιν, τῆς οἰκονομίας σου, καὶ ὅτι φύσει Θεός, ὑπάρχων, φύσει καθ' ἡμᾶς, γέγονας ἄνθρωπος.

Τῆς Μάρθας τὰ δάκρυα καὶ τῆς Μαρίας, κατέπαυσας Κύριε, ἐκ νεκρῶν τὸν Λάζαρον, ἐξαναστήσας Σωτήρ, καὶ δείξας ἔμπνουν τὸν νεκρόν, τῇ ἐξουσίᾳ σου.

Τῷ νόμῳ τῆς φύσεως τῆς ἀνθρωπίνης, ἠρώτησας Δέσποτα, ποῦ τέθειται Λάζαρος; δεικνύων πᾶσι Σωτήρ, ἀνόθευτον τὴν πρὸς ἡμᾶς, οἰκονομίαν σου.

Τὰ κλεῖθρα συνέτριψας τότε τοῦ ᾍδου, φωνήσας τὸν Λάζαρον, καὶ τὸ κράτος ἔσεισας, τοῦ πολεμήτορος, καὶ ἔπεισας πρὸ τοῦ Σταυροῦ, τρέμειν σε μόνε Σωτήρ.

Δεσμώτην τὸν Λάζαρον ὑπὸ τοῦ ᾍδου, κρατούμενον Δέσποτα, ὡς Θεὸς προέφθασας, καὶ ἔλυσας τῶν δεσμῶν· τῷ σῷ γὰρ πάντα Δυνατέ, ἥκει προστάγματι. 
Δόξα...
Πατέρα δοξάσωμεν, Υἱὸν καὶ Πνεῦμα, Τριάδα ἀχώριστον, ἐν Μονάδι φύσεως, καὶ σὺν Ἀγγέλοις αὐτήν, ὡς ἕνα ἄκτιστον Θεόν, δοξολογήσωμεν. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
τρέπτως ἐκύησας Παρθενομῆτορ, τὸν Κτίστην τῆς φύσεως ἐξ ἁγίου Πνεύματος, κατ΄ εὐδοκίαν Πατρός, γενόμενον ὅπερ ἑσμέν, δίχα τροπῆς καὶ φυρμοῦ.

ᾨδὴ β'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Πρόσεχε, οὐρανὲ καὶ λαλήσω, καὶ ἀνυμνήσω Χριστόν, τὸν Σωτῆρα τοῦ Κόσμου, τὸν μόνον φιλάνθρωπον».

Δόξα σοι, τῷ φωνήσαντι μόνον, καὶ ἐκ τοῦ τάφου, νεκρὸν τεταρταῖον, τὸν φίλον ἐγείραντι Λάζαρον.

κουσε, τῆς φωνῆς σου ὁ ἄπνους, καὶ ψυχωθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐξανέστη εὐθέως, δοξάζων σε Κύριε.

Πρόσταγμα, ζωηφόρου φωνῆς σου, δεξάμενος ὀδωδῶς, ἐξηγέρθη τοῦ τάφου, Σωτήρ μου ὁ Λάζαρος.

δάκρυσας, ἐπὶ φίλῳ Σωτήρ μου, πιστούμενος τοῦτον τὴν ἡμῶν, ὡς ἐφόρεσας φύσιν, καὶ ἀνέστησας.

τρόμαξεν, ὡς κατεῖδεν ὁ ᾍδης, παλινδρομοῦντα εὐθύς, τὸν δεδεμένον κειρίαις, φωνὴ πρὸς τὴν ὧδε ζωήν.
Δόξα...
ξέστησαν, τῶν Ἑβραίων οἱ δῆμοι, ὅτε φωνήσας Σωτήρ, ἐξανέστησας λόγῳ, ὀδωδότα τὸν Λάζαρον.
Καὶ νῦν...
σείσθησαν, τὰ ταμεῖα τοῦ ᾍδου, ὡς ἐψυχοῦτο εὐθύς, κάτω Λάζαρος, τότε τῇ φωνῇ, τοῦ ζωώσαντος.

ᾨδὴ γ'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγεννήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας, αὐτός ἐστιν ἡ πέτρα, ἐν ᾗ ἐστερέωσε, τὴν Ἐκκλησίαν ὁ Χριστός, ἣν ἐξ ἐθνῶν ἐξηγοράσατο». (Δίς)

Θαῦμα, ξένον καὶ παράδοξον! πῶς ὁ Κτίστης πάντων, ὅπερ οὐκ ἠγνόει, ὡς ἀγνοῶν ἠρώτα. Ποῦ κεῖται ὃν θρηνεῖτε; ποῦ τέθαπται Λάζαρος, ὃν μετ' ὀλίγον ἐκ νεκρῶν, ζώντα ὑμῖν ἐξαναστήσω ἐγώ;

Λίθον, ὃν σοι προσεκύλισαν, οἱ κηδεύσαντές σε, τοῦτον συγκινῆσαι, ὁ Ἰησοῦς προστάξας, εὐθὺς ἀνέστησέ σε, φωνήσας σοι Λάζαρε· Ἀνάστα δεῦρο πρός με, ἵνα τήν σὴν ὁ ᾍδης πτήξῃ φωνήν.

Μάρθα, καὶ Μαρία Κύριε, ὀδυρμοῖς ἐβόων· Ἴδε ὃν ἐφίλεις, τεταρταῖος ὄζει, εἰ ἧς ὧδε τότε, οὐκ ἔθνῃσκε Λάζαρος.Ἀλλ' ὡς ἀχώριστος παντί, τοῦτον εὐθὺς φωνήσας ἤγειρας.

άνας, ἐπὶ φίλῳ δάκρυα, δι' οἰκονομίαν, ἔδειξας τὴν σάρκα, τὴν ἐξ ἡμῶν ληφθεῖσαν, οὐσίᾳ οὐ δοκήσει, Σωτὴρ ἑνωθεῖσάν σοι, καὶ ὡς φιλάνθρωπος Θεός, τοῦτον εὐθὺς φωνήσας ἤγειρας.

Οἴμοι, ὄντως νῦν ἀπόλωλα! ἐκβοῶν ὁ ᾍδης, οὕτω προσεφώνει, τῷ θανάτῳ λέγων· Ἰδοὺ ὁ Ναζωραῖος, τὰ κάτω συνέσεισε, καὶ τὴν γαστέρα μου τεμών, ἄπνουν νεκρόν φωνήσας ἤγειρε.

Ποῦ ἡ τῶν Ἑβραίων ἄνοια; ποῦ ἡ ἀπιστία; ἕως πότε πλάνοι; ἕως πότε νόθοι; ὁρᾶτε τὸν θανέντα, φωνὴ ἐξαλλόμενον, καὶ ἀπιστεῖτε τῷ Χριστῷ; ὄντως υἱοὶ τοῦ σκότους πάντες ὑμεῖς!
Δόξα...
να τῆς Τριάδος οἶδά σε, εἰ καὶ ἐσαρκώθης, ἕνα καὶ δοξάζω, Υἱὸν σεσαρκωμένον, τὸν ἐκ τῆς Θεοτόκου, ἀσπόρως βλαστήσαντα, καὶ σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, ἕνα Υἱὸν δοξολογούμενον. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ξένον, καὶ φρικτὸν τὸ ὅραμα, ἐξ οἰκονομίας, ὅπερ προεώρων, οἱ ἀψευδεῖς Προφῆται, Παρθένον Θεοτόκον, ἀσπόρως μὲν κύουσαν, ἀφθόρως τίκτουσαν Θεόν, μένουσαν δὲ μετὰ τὸν τόκον ἁγνήν.

ᾨδὴ δ'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἐπήρθη ὁ ἥλιος, καὶ ἡ σελήνη, ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς, ὑψώθης Μακρόθυμε, ἐπὶ τοῦ Ξύλου, καὶ ἔπηξας ἐν αὐτῷ, τὴν Ἐκκλησίανσου».

δάκρυσας Κύριε, ἐπὶ Λαζάρῳ, δείξας ὅτι ἄνθρωπος εἶ, καὶ ἤγειρας Δέσποτα, τὸν τεθνεῶτα, καὶ ἔδειξας τοῖς λαοῖς, ὅτι Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ.

ἄπνους ἤκουσε, τὸ πρόσταγμά σου· Δεῦρο ἔξω Λάζαρε, δρομαῖος ἀνίστατο σὺν τοῖς σπαργάνοις, καὶ ἥλατο Ἀγαθέ, δεικνὺς τὸ κράτος σου.

Τῆς Μάρθας τὰ δάκρυα, καὶ τῆς Μαρίας, κατέπαυσας Χριστὲ ὁ Θεός, φωνήσας τὸν Λάζαρον, αὐτεξουσίως, συνήγειρας τῇ φωνῇ, καὶ προσεκύνησέ σοι.

Δακρύσας ὡς ἄνθρωπος, ἐπὶ Λαζάρῳ, ἐξήγειρας αὐτὸν ὡς Θεός, ἠρώτας· Ποῦ τέθαπται, ὁ τεταρταῖος; πιστούμενος Ἀγαθέ, τὴν ἐνανθρώπησίν σου.

Τοῦ Πάθους τὰ σύμβολα, καὶ τοῦ Σταυροῦ σου, γνωρίσαι βουληθεὶς Ἀγαθέ τοῦ ᾍδου τὴν ἄπληστον, γαστέρα ῥήξας, ἀνέστησας ὡς Θεός, τὸν τετραήμερον.

Τίς οἶδε, τίς ἤκουσεν, ὅτι ἀνέστη, ἄνθρωπος νεκρὸς ὀδωδώς; Ἠλίας μὲν ἤγειρε, καὶ Ἐλισσαῖος, ἀλλ' οὐκ ἐκ μνήματος, ἀλλ' οὐδὲ τεταρταῖον.

μνοῦμέν σου Κύριε, τὴν δυναστείαν, ὑμνοῦμεν καὶ τὰ Πάθη Χριστέ· τῇ μὲν γὰρ ὡς εὔσπλαγχνος, ἐθαυματούργεις, τὰ δὲ οἰκονομικῶς, εἵλου ὡς ἄνθρωπος.

Θεὸς εἶ καὶ ἄνθρωπος, ἐπαληθεύων, τοῖς πράγμασι τὰ ὀνόματα, ἐπέστης τῷ μνήματι, σαρκὶ ὁ Λόγος, καὶ ἤγειρας ὡς Θεός, τὸν τετραήμερον.

ξέστησαν Δέσποτα, Ἑβραίων δῆμοι, ὡς εἶδον ἀναστάντα νεκρόν, ἐκ τάφου Λάζαρον, σὺν τῇ φωνῇ σου, καὶ ἔμειναν ἀπειθεῖς, τῶν θαυμασίων σου.
Δόξα...
νάρχως ἐξέλαμψας, ἐκ τοῦ Πατρός σου, ὡς εἷς τῆς Τριάδος Σωτήρ, ἐν χρόνῳ, ἐκ Πνεύματος, παρθενικῶν σὺ προῆλθες αἱμάτων, σάρκα λαβὼν ὁ ὑπερούσιος.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
σύλληψις ἄσπορος τῆς Θεοτόκου, ὁ τόκος ἄνευ πάθους φθορᾶς· Θεὸς γὰρ ἀμφότερα, θαυματουργήσας, ἐκένωσεν ἑαυτόν, ἵνα ἡμῖν ἑνωθῇ.

ᾨδὴ ε'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὴν σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν Υἱὲ τοῦ Θεοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου, Θεὸν οὐ γινώσκομεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν, ὅτι Θεὸς ζώντων, καὶ τῶν νεκρῶν ὑπάρχεις». (Δίς)

Ζωὴ ὑπάρχων Κύριε, καὶ φῶς ἀληθινόν, Λάζαρον νεκρὸν φωνήσας ἀνέστησας· ὡς δυνατὸς γὰρ πᾶσιν ἔδειξας, ὅτι Θεὸς ζώντων, καὶ τῶν νεκρῶν ὑπάρχεις.

Τὴν ἄστεκτόν σου πρόσταξιν, μὴ φέρων Ἰησοῦ, ᾍδης ὁ πολλοὺς δεξάμενος ἔπτηξε, καὶ τεταρταῖον ὄντα Λάζαρον, σὺν τῇ φωνῇ ζῶντα, καὶ οὐ νεκρὸν ἐδίδου.

Τὸν χοῦν συνάψας πνεύματι, ὁ πάλαι τὸν πηλόν, πνεύματι ψυχώσας, ζωῆς Λόγε λόγῳ σου, καὶ νῦν δὲ λόγῳ ἐξανέστησας, ἐκ τῆς φθορᾶς φίλον, καὶ τῶν καταχθονίων.

Τῷ νεύματί σου Κύριε ἀνθέστηκεν οὐδείς· ὅτε γὰρ νεκρόν, ἐφώνεις τὸν Λάζαρον, εὐθὺς ὁ ἄπνους ἐξανίστατο, καὶ τὰ δεσμὰ φέρων, ποσὶ περιεπάτει.

Ἰουδαίων ἄνοια! ὢ πώρωσις ἐχθρῶν! τίς οἶδε νεκρὸν ἐκ τάφου ἐγείραντα; Ἠλίας πάλαι ἐξανέστησεν, ἀλλ' οὐκ ἐκ μνήματος, ἀλλ' οὐδὲ τεταρταῖον.

νείκαστε μακρόθυμε, ὁ πάντα δι' ἡμᾶς, πράττων ὡς Θεός, καὶ πάσχων ὡς ἄνθρωπος, πάντας μετόχους ἡμᾶς ποίησον, τῆς σῆς βασιλείας πρεσβείαις τοῦ Λαζάρου.
Δόξα...
Προάναρχε, συνάναρχε, ὁμότιμε Τριάς, Πάτερ παντοκράτορ, Υἱέ, Πνεῦμα ἅγιον, Μονὰς ἁγία τρισυπόστατε, τοὺς ἐξ Ἀδὰμ σῷζε, πιστῶς σε ἀνυμνοῦντας.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Τὴν ἄχραντον γαστέρα σου, ἡγίασεν Ἁγνή, σάρκα ἐξ αὐτῆς, λαβὼν ὁ ὑπέρθεος, ὁ ἐν Τριάδι προσκυνούμενος, ὁ ἐκ Πατρὸς Λόγος, καὶ σὺν τῷ Πνεύματι Θεός.

ᾨδὴ ς'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἀπέρριψάς με, εἰς βάθη καρδίας θαλάσσης, καὶ ἔσωσάς με Σωτήρ, δουλείας θανάτου, καὶ ἔλυσας τὸν δεσμόν, τῶν ἀνομιῶν μου». (Δίς)

ρώτησας· Ποῦ εἰμι, ὁ πάντα γινώσκων, ἐδάκρυσάς με Σωτήρ, ὡς ἄνθρωπος φύσει, καὶ ἤγειράς με νεκρόν, τῷ προστάγματί σου.

φώνησάς με ἐξ ᾍδου, Σωτὴρ κατωτάτου, βοᾷ Λάζαρος, πρὸς σὲ τὸν λύτην τοῦ ᾍδου, καὶ ἤγειράς με νεκρόν, τῷ προστάγματί σου.

νέδυσάς με Σωτήρ, τὸ πήλινον σῶμα, καὶ ἔπνευσάς μοι ζωήν, καὶ εἶδον τὸ φῶς σου, καὶ ἤγειράς με νεκρόν, τῷ προστάγματί σου.

ψύχωσας σύ, τὴν ἄπνουν μορφὴν τῆς σαρκός μου, συνέσφιγξάς με Σωτήρ, ὀστέοις καὶ νεύροις, καὶ ἤγειράς με νεκρόν, τῷ προστάγματί σου.

Τὴν παμφάγον διαρρήξας, γαστέρα τοῦ ᾍδου, ἐξήρπασάς με Σωτήρ, τῇ σῇ δυναστείᾳ, καὶ ἤγειράς με νεκρόν, τῷ προστάγματί σου.

φόρεσάς μου Σωτήρ, τὸ φύραμα ὅλον, ἐφύλαξας δὲ ἁγνήν, τὴν ἄχραντον μήτραν, ἐξ ἧς προῆλθες σαρκωθείς, εἷς ὢν τῆς Τριάδος.
Δόξα...
Τριὰς ἁγία δοξάζω, τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν, καὶ σὺν Ἀγγέλοις ὑμνῶ, τὸν τρισάγιον Ὕμνον, ἐλέησον τὰς ψυχὰς ἡμῶν, τῶν σὲ ἀνυμνούντων.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Τὴν ἄχραντόν σου νηδύν, ὑπέδυ ὁ Λόγος, ἐτήρησε δὲ αὖθις, μετὰ γέννησιν ταύτην, ἁγνὴν Θεογεννῆτορ, θαῦμα ὄντως παράδοξον!

ᾨδὴ ζ'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Τοὺς ἐν καμίνῳ Παῖδάς σου Σωτήρ, οὐχ ἥψατο, οὐδὲ παρηνώχλησε τὸ πῦρ, τότε οἱ Τρεῖς, ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος, ὕμνουν καὶ ηὐλόγουν λέγοντες· Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

πὶ νεκρῷ ἐδάκρυσας Σωτήρ, φιλάνθρωπε, ἵνα δείξῃς πᾶσι τοῖς λαοῖς, ὅτι Θεὸς ὢν, δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος ὤφθης, καὶ ἑκὼν ἐδάκρυσας, τύπους ἡμῖν προτιθείς, ἐνδιαθέτου στοργῆς.

τεταρταῖος Λάζαρος Σωτήρ, ὡς ἤκουσε, κάτω τῆς φωνῆς σου ἀναστάς, ἀνύμνησέ σε, καὶ γεγηθὼς οὕτως ἐβόα· Σὺ Θεὸς καὶ Κτίστης μου, σὲ προσκυνῶ καὶ ὑμνῶ, τόν ἀναστήσαντά με.

Εἰ καὶ δεσμὰ περίκειμαι Σωτήρ, ὁ Λάζαρος, κάτωθεν ἐβόα Λυτρωτά, ἀλλ' οὐδαμῶς, ἐν τῇ γαστρὶ μενῶ τοῦ ᾍδου, ἐὰν μόνον κράξῃς με· Λάζαρε δεῦρο ἔξω· σὺ γάρ μου φῶς καὶ ζωή.

Παρακαλῶ σε Λάζαρε, φησίν, ἀνάστηθι, ἔξελθε τῶν κλείθρων μου ταχύ, ἄπιθι οὖν· καλόν μοι γὰρ ἕνα θρηνῆσαι, πικρῶς ἀφαιρούμενον, παρὰ πάντας οὓς πρίν, πεινῶν κατέπιον.

Καὶ τί βραδύνεις Λάζαρε; φησίν, ὁ φίλος σου, δεῦρο ἔξω κράζει ἑστηκώς· ἔξελθε οὖν, ἵνα κᾀγὼ ἄνεσιν λάβω· ἀφ' οὗ γάρ σε ἔφαγον, εἰς ἐμετὸν ἡ τροφή, ἀντικατέστη μοι.

Τί οὐκ ἐγείρῃ Λάζαρε ταχὺ; ἀνέκραζε, κάτωθεν ὁ ᾍδης θρηνωδῶν, τί οὐκ εὐθύς, ἐξαναστὰς τρέχεις τῶν ὧδε; ἵνα μὴ καὶ ἄλλους μοι, αἰχμαλωτίσῃ Χριστὸς ἐξαναστήσας σε.

θαυμαστώθης Δέσποτα Χριστέ, ἐξαίσια, τότε ἐργασάμενος πολλά· φῶς γὰρ τυφλοῖς, κωφῶν δὲ ὦτα, ἤνοιξας λόγῳ, καὶ τὸν φίλον Λάζαρον, ἐκ τῶν νεκρῶν ὡς Θεός, φωνήσας ἥγειρας.
Δόξα...
Τριαδικὴν ὑμνήσωμεν ᾠδήν, δοξάζοντες, ἄναρχον Πατέρα, καὶ Υἱόν, Πνεῦμα εὐθές, μοναδικὴν μίαν οὐσίαν, ἣν τρισσῶς ὑμνήσωμεν· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ἡ Τριάς.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
ς τῆς Τριάδος ἕνα σε Χριστέ, δοξάζομεν, ὅτι ἐκ Παρθένου σαρκωθεὶς δίχα τροπῆς, ἀνθρωπικῶς πάντα ἠνέσχου, μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, τῆς πατρικῆς Ἰησοῦ, εἰ καὶ ἡνώθης ἡμῖν.

ᾨδὴ η'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς 
«Οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν, καὶ τὸ ὕδωρ, τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, εὐλογεῖτε, ὑμνεῖτε, τὸν Κύριον».

Ποιητὴς καὶ συνοχεὺς τῶν ἁπάντων, δι΄ εὐσπλαγχνίαν, ἐν Βηθανίᾳ ἐπέστη, ἐγείρων τὸν Λάζαρον.

τεταρταῖος ὀδωδώς, καὶ κειρίαις συνειλημμένος, ἥλατο ἔμπνους ὁ ἄπνους, φωνοῦντός σου Κύριε.

Τῶν Ἰουδαίων ὁ λαός, ὡς ἑώρα τὸν τεθνεῶτα, τῇ σῇ φωνῇ ἀναστάντα, Χριστὲ διεπρίετο.

Οἱ σκοτεινοὶ περὶ τὸ φῶς, Ἰουδαῖοι, τί ἀπιστεῖτε, τῇ τοῦ Λαζάρου ἐγέρσει; Χριστοῦ τὸ ἐγχείρημα.

γαλλιάσθω ἡ Σιών, καὶ ὑμνείτω τὸν Ζωοδότην, τὸν ἀναστήσαντα λόγῳ, ἐκ τάφου τὸν Λάζαρον.

Αἱ Στρατιαὶ τῶν οὐρανῶν, καὶ τὸ γένος, τῶν γηγενῶν σε ὕμνησεν, ὅτι Σωτήρ μου, τὸν Λάζαρον ἤγειρας.
Δόξα...
Σὺν τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τὸ Πνεῦμα δοξολογῶ, καὶ ὑμνῶν ἀσιγήτως βοῶ, Τρισάγιε δόξα σοι.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Σὲ εὐλογῶ καὶ προσκυνῶ, τὸν τεχθέντα ἐκ τῆς Παρθένου, μὴ χωρισθέντα τοῦ θρόνου, τῆς ἁγίας δόξης σου.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος α' Ὁ Εἱρμὸς
«Ἐποίησε κράτος, ἐν βραχίονι αὐτοῦ· καθεῖλε γὰρ δυνάστας ἀπὸ θρόνων, καὶ ὕψωσε ταπεινούς, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, Ἀνατολὴ ἐξ ὕψους, καὶ κατεύθυνεν ἡμᾶς, εἰς ὁδὸν εἰρήνης».

μνείτω τὸ θαῦμα, Βηθανία σὺν ἡμῖν· ἐν ταύτῃ γὰρ ἐδάκρυσεν ὁ Κτίστης, τὸν Λάζαρον ἀνιστῶν, νόμῳ φύσεως σαρκός, καὶ Μάρθας τὰ δάκρυα λιπών, καὶ τὸν κλαυθμόν Μαρίας, εἰς χαρὰν μεταβαλών, τὸν νεκρὸν ἐγείρει.

Πιστούμενος Λόγε, τὴν Ἀνάστασιν τὴν σήν, ἐκάλεσας τὸν Λάζαρον ἐκ τάφου, καὶ ἥγειρας ὡς Θεός, ἵνα δείξῃς τοῖς λαοῖς, Θεόν σε, καὶ ἄνθρωπον ὁμοῦ, ἐν ἀληθείᾳ ὄντα, καὶ ἐγείραντα Ναόν, τὸν τοῦ σώματός σου.

Συνέσεισας πύλας, καὶ μοχλοὺς τοὺς σιδηρούς, ἐφόβησας τὸν ᾍδην τῇ φωνῇ σου, καὶ ἔπτηξε σὺν αὐτῷ, καὶ ὁ θάνατος εὐθύς, ὡς εἶδον τὸν Λάζαρον Σωτήρ, τὸν παρ΄ αὐτοῖς δεσμώτην, ψυχωθέντα τῇ φωνῇ, καὶ ἐξαναστάντα.

ξέστησαν πάντες, ὡς ἑώρων σε Σωτήρ, δακρύοντα, τὸν Λάζαρον θανέντα, καὶ ἔλεγον οἱ δεινοί. Ἴδε πῶς αὐτὸν φιλεῖ, εὐθὺς οὖν ἐφώνησας αὐτόν, καὶ ἀναστὰς ὁ ἄπνους, ἀφῃρεῖτο τὴν φθοράν, τῷ προστάγματί σου.

σείσθησαν πύλαι, συνετρίβησαν μοχλοί, ἐλύθησαν δεσμὰ τοῦ τεθνεῶτος· ὁ ᾍδης δὲ τῇ φωνῇ, τῆς δυνάμεως Χριστοῦ, πικρῶς ἀνεστέναξε, καὶ ἀνεβόα· Οἴμοι! Τίς καὶ πόθεν ἡ φωνή, ἡ νεκροὺς ζωοῦσα;

νάστα ἐντεῦθεν, ὑπακούσας τῆς φωνῆς· ὁ φίλος σου γὰρ ἔξω προσφωνεῖ σε· οὗτός ἐστιν, ὁ τὸ πρὶν ἀναστήσας τοὺς νεκρούς· Ἠλίας μὲν ἤγειρε νεκρόν, καὶ Ἐλισσαῖος ἅμα, ἀλλ' αὐτὸς ἦν δι' αὐτῶν, καὶ λαλῶν καὶ πράττων.

μνοῦμέν σου, Λόγε, τὴν ἀνείκαστον ἰσχύν· ὀστέοις γὰρ καὶ νεύροις τὸν θανέντα, ἥγειρας λόγῳ τῷ σῷ, ὡς τῶν ὅλων πλαστουργός, καὶ τοῦτον ἀνέστησας Σωτήρ, ἐκ τῶν καταχθονίων, ὡς τῆς χήρας τὸν υἱόν, τὸν ἐπὶ τῆς κλίνης.
Δόξα...
Τριὰς παναγία, Πάτερ ἄναρχε Θεέ, συνάναρχε Υἱέ, καὶ θεῖε Λόγε, Παράκλητε ἀγαθέ, Πνεῦμα ἅγιον Θεοῦ, τὸ ἓν καὶ τρισήλιον φάος, ἡ συμφυὴς οὐσία· εἷς Θεὸς καὶ Κύριος, οἴκτειρον τὸν Κόσμον.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
πάντα ποιήσας, ἐν σοφίᾳ Ἰησοῦ καὶ ὅλον με φορέσας ἐκ Παρθένου, καὶ ὅλος μένων ἀεί, ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρός, τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα Χριστέ, ἐπὶ τὸ ποίμνιόν σου, καταπέμψας ὡς Θεός, ἐπισκίασον ἡμᾶς.

 

Σάββατο του Λαζάρου


ΤΡΙΩΔΙΟΝ
ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ 

Στιχηρὰ Ἰδιόμελα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου 
Ἦχος πλ. β'
Ποίημα Λέοντος τοῦ Βασιλέως
Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ἰδεῖν, ὁ μέλλων γνώμῃ τάφον οἰκεῖν, ἐπηρώτας· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν, μαθὼν δὲ ὃ οὐκ ἠγνόεις, ἐφώνεις ὃν ἐπόθεις· Λάζαρε δεῦρο ἔξω, καὶ ἐπήκουσεν ὁ ἄπνους, τῷ πνοὴν αὐτῷ διδόντι, σοὶ τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ἰδεῖν, ὁ μέλλων γνώμῃ τάφον οἰκεῖν, ἐπηρώτας· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν, μαθὼν δὲ ὃ οὐκ ἠγνόεις, ἐφώνεις ὃν ἐπόθεις· Λάζαρε δεῦρο ἔξω, καὶ ἐπήκουσεν ὁ ἄπνους, τῷ πνοὴν αὐτῷ διδόντι, σοὶ τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ τετραημέρου, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθες Λαζάρου, καὶ ἐπὶ φίλῳ δάκρυα ῥάνας, νεκρὸν τετραήμερον ἤγειρας, ὁ στάχυς τῆς ζωῆς· διὸ θάνατος ἐδέθη φωνῇ, τὰ σπάργανα ἐλύθη χερσί· τότε χαρᾶς ἐπληροῦτο, τὸ στῖφος τῶν Μαθητῶν, καὶ μία παρὰ πάντων, ἐλειτουργεῖτο συμφωνία· Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ τετραημέρου, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθες Λαζάρου, καὶ ἐπὶ φίλῳ δάκρυα ῥάνας, νεκρὸν τετραήμερον ἤγειρας, ὁ στάχυς τῆς ζωῆς· διὸ θάνατος ἐδέθη φωνῇ, τὰ σπάργανα ἐλύθη χερσί· τότε χαρᾶς ἐπληροῦτο, τὸ στῖφος τῶν Μαθητῶν, καὶ μία παρὰ πάντων, ἐλειτουργεῖτο συμφωνία· Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἡ φωνή σου κατέλυσε, τοῦ ᾍδου τὰ βασίλεια, καὶ ὁ λόγος τῆς ἐξουσίας σου, ἤγειρεν ἐκ τάφου τετραήμερον, καὶ γέγονεν ὁ Λάζαρος, τῆς παλιγγενεσίας, προοίμιον σωτήριον. Πάντα δυνατά σοι Δέσποτα, τῷ πάντων Βασιλεῖ, δώρησαι τοῖς δούλοις σου, ἱλασμὸν καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, πιστῶσαι θέλων τοὺς Μαθητάς σου, τὴν ἐκ νεκρῶν σου Ἔγερσιν, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου παραγέγονας, καὶ φωνήσαντός σου τοῦτον, ὁ ᾍδης ἐσκυλεύθη, καὶ ἀπέλυσε τὸν τετραήμερον, βοῶντά σοι· Εὐλογημένε Κύριε δόξα σοι.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, παραλαμβάνων τοὺς Μαθητάς σου, ἐν Βηθανίᾳ παρεγένου, ἵνα ἐγείρῃς τὸν Λάζαρον, καὶ δακρύσας ἐπ αὐτόν, νόμῳ φύσεως ἀνθρωπίνης, ὡς Θεός, τοῦτον τετραήμερον ἥγειρας, καὶ ἐβόα σοι Σωτήρ· Εὐλογημένε Κύριε δόξα σοι.
 
Δόξα...
Ἦχος πλ. δ'
Ἰδιόμελον
Ἐπιστὰς τῷ μνήματι Λαζάρου ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, καὶ φωνήσας τὸν νεκρόν, ὡς ἐξ ὕπνου ἐξανέστησας, ἀπεσείσατο τὴν φθορὰν τῆς ἀφθαρσίας τῷ πνεύματι, καὶ συνεξῆλθε τῷ λόγῳ, δεδεμένος κειρίαις. Πάντα δύνασαι, πάντα σοι δουλεύει Φιλάνθρωπε, πάντα σοι ὑποτέτακται, Σωτὴρ ἡμῶν δόξα σοι.
 
Καὶ νῦν...Ἕτερον Ἰδιόμελον
Ἦχος πλ. δ'
Ἀνδρέου Τυφλοῦ
Τὴν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, βοήσωμεν· Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρὶς ἡ τοῦ Λαζάρου, χαίρετε Μάρθα καὶ Μαρία, αἱ τούτου ἀδελφαί, αὔριον Χριστός παραγίνεται, ζωῶσαι ῥήματι, τὸν τεθνεῶτα ἀδελφόν· οὗ φωνῆς ἀκούσας, ὁ πικρὸς καὶ ἀκόρεστος ᾍδης, φόβῳ τρομάξας, καὶ μέγα στενάξας, ἀπολύσει Λάζαρον, κειρίαις ἐσφιγμένον, οὗ τῷ θαύματι, δῆμος Ἑβραίων ἐκπλαγείς, μετὰ βαΐων καὶ κλάδων, αὐτῷ προσυπαντήσουσι, καὶ ὀφθήσονται εὐφημοῦντες παῖδες, ὃν φθονοῦσι πατέρες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Στην ανάσταση του δικαίου Λαζάρου - Θεοφάνους του Κεραμέως


Στην ανάσταση του δικαίου Λαζάρου  
Αρχιεπίσκ. Ταυρομενίου Θεοφάνους του Κεραμέως.

1. Σήμερα, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης που έπεσε στο στήθος του Χριστού, μας παραθέτει πλούσιο τραπέζι, κι αυτό είναι η ανάσταση του δικαίου Λαζάρου. Και ως άρτο βέβαια παραθέτει τη διήγηση της ιστορίας, κι αντί για καρυκεύματα γλύκανε το τραπέζι με θεολογικές έννοιες. Εντείνοντας, λοιπόν και την ακοή και τη διάνοια, ως καλοί ομοτράπεζοι, ας απολαύσουμε με πολλή όρεξη τα πνευματικά εδέσματα. Η λεπτομερής βέβαια διήγηση του θαύματος χρειάζεται πολύν καιρό και λόγο. Εμείς όμως αφήνοντας τα πολλά, και όσα εξήγησαν οι πριν από εμάς, θα αγγίξουμε τα σπουδαιότερα.

2. Κατά τον καιρό εκείνο «αρρώστησε κάποιος, κι αυτός ήταν ο Λάζαρος από τη Βηθανία, από το χωρίο όπου κατοικούσαν η Μαρία και η Μάρθα» (Ιωάν. ια΄). Εδώ ο Ευαγγελιστής χρησιμοποίησε κάποια ακριβέστερη διήγηση, δηλαδή ανάφερε και το όνομα της κωμοπόλεως, και του αρρώστου και των αδελφών του, πράγμα που δεν το έκανε σε άλλο θαύμα. Και νομίζω ότι από τα στοιχεία αυτά δείχνει ότι είναι διαφορετικός αυτός ο Λάζαρος από τον φτωχό Λάζαρο για τον οποίον διηγήθηκε ο θειότατος Λουκάς στις παραβολές (βλ. Λουκ. ιστ΄ 19-31). Μάλλον, όμως, αυτό έγινε, γιατί υπάρχει συνήθεια στον ευαγγελιστή Ιωάννη, να αρχίζει από τα αισθητά, και να οδηγεί ήρεμα τον λόγο προς τα υψηλότερα, όπως έγινε στη διήγηση για τη Σαμαρείτιδα και για τον τυφλό, έτσι και εδώ τοποθετεί το γεγονός ώστε να εκληφθεί και πνευματικά και ιστορικά. Θα γίνει φανερό, λοιπόν, περισσότερο τι πρέπει να εννοούμε για τον Λάζαρο και την κωμόπολη και τα λοιπά. Θα είναι δε αυτό ολοφάνερο εάν αναφέρουμε τη μετάφραση των ονομάτων στην Ελληνική γλώσσα. Λάζαρος, λοιπόν, μεταφράζεται βοηθούμενος. Βηθανία πάλι σημαίνει οίκος δόξας και υπακοής. Η Βηθανία, λοιπόν, είναι η εικόνα αυτής της υπέργειας λέξης. Διότι σ’ αυτή ο υιός του Θεού, ο Ιησούς, φανέρωσε τη δόξα Του στους ανθρώπους. Ο Λάζαρος πάλι σημαίνει τη δική μας φύση, η οποία είχε ανάγκη της βοηθείας του Θεού. Διότι όταν η φύση μας ασθένησε με την αρρώστια της παρακοής, έπεσε στο κρεββάτι με την αύξηση της αμαρτίας, και παραδόθηκε στον θάνατο της αμαρτίας. Ενώνεται μ’ αυτή τη διδασκαλία και το ότι ο Λάζαρος ήταν φίλος του Κυρίου. Διότι ο Χριστός έλεγε στους ιερούς μαθητές Του: «Εσείς είσαστε φίλοι μου» (Ιωάν. ιε΄ 13). Είναι και το ρητό της αγίας Γραφής που λέει πως από τα φιλήματα του εχθρού είναι προτιμότερα τα χτυπήματα του φίλου (Βλ. Παροιμ. κζ΄ 6). Αυτό μας δίνει να εννοήσουμε ότι ο Θεός είναι φίλος μας, και χτυπήματα είναι η παιδαγωγική τιμωρία της σάρκας που έρχεται για τη σωτηρία μας.

3. «Η Μαρία ήταν εκείνη που αργότερα άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια Του με τα μαλλιά της. Ο Λάζαρος που αρρώστησε ήταν αδελφός της» (Ιωάν. ια΄ 2). Το τι βέβαια σήμαινε το μύρο, και τι η προσφορά του, και το να σφογγίσει τα πόδια με τις τρίχες της κεφαλής, θα αναφερθεί στα επόμενα. Τώρα όμως ας αρχίσουμε την ιστορία. Επειδή, λοιπόν, επρόκειτο μετά από λίγο να αναφέρει την άλειψη με μύρο, προκαταβολικά εδώ αναφέρει για το μέλλον.

4. «Έστειλαν, λοιπόν, οι αδελφές του μήνυμα στον Ιησού, και του έλεγαν: Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος» (Ιωάν. ια΄ 3). Γιατί δεν πηγαίνουν οπωσδήποτε οι ίδιες, και να μεταφέρουν μόνες τους την είδηση; Είχαν μεγάλο θάρρος και μεγάλη οικειότητα προς τον Χριστό. Αυτό βέβαια το έδειξαν και με την πονεμένη εκείνη φράση τους «Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος». Διότι σχεδόν αγανακτούν, και εκπλήττονται που ο φίλος του Δεσπότη αρρώστησε. Και έβλεπαν και τον αδελφό τους να πλησιάζει πολύ τον θάνατο. Δεν πήγαν οι ίδιες προς τον Χριστό γιατί φοβόνταν να μη λείπουν και δεν ακούσουν και δεν δουν για τελευταία φορά τον Λάζαρο. Και ίσως, και το ότι ο Σωτήρας έμενε στην έρημο, τις έφερε σε οκνηρία. Γιατί δεν έμενε ο Χριστός τότε στην πόλη, αλλά στην περιοχή πέρα απ’ τον Ιορδάνη. Παρ’ όλα αυτά όμως ελέγχονται ότι έσφαλαν πολύ που δεν έπραξαν το σωστό και αυτό που έπρεπε. Διότι έπρεπε να ζηλέψουν τη Σουναμίτιδα, η οποία και ενώ ήδη είχε πεθάνει το παιδί της δεν απελπίστηκε ούτε βαρέθηκε να τρέξει προς τον Κάρμηλο (Β΄ Βασ. δ΄ 5).

5. «Ο Ιησούς όταν το έμαθε, είπε: Αυτή η αρρώστια δεν είναι για να φέρει τον θάνατο, αλλά για να φανεί η δύναμη του Θεού, για να φανερωθεί μέσω αυτής η δόξα του Υιού του Θεού» (Ιωάν. ια΄ 4). Και λοιπόν έφτασε στον θάνατο. Πώς όμως είπε «δεν είναι για να φέρει θάνατο»; Το είπε επειδή ήταν σωστό να ονομάσει θάνατο την για λίγο αποβίωση. Επομένως, λοιπόν, πέθανε ο Λάζαρος για να δοξασθεί ο Θεός; Όχι βέβαια. Αλλά ο μεν Λάζαρος κατ’ ανάγκην πέθανε με φυσικό τρόπο, γιατί ο θάνατος είναι ενωμένος με την ανθρώπινη φύση. Ο θάνατος όμως έγινε αιτία για να φανεί η δόξα του Θεού. Διότι εδώ το «ἵνα», δηλαδή «για να», δεν δείχνει την αιτία, αλλά τη συνέχεια. Και πολλές φορές η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί αυτό το σχήμα. Για παράδειγμα ο Προφήτης Ησαΐας λέει: «έχει τυφλώσει τη διάνοιά τους, για να μη βλέπουν όσοι βλέπουν» (Ησ. στ΄ 19, Ιωάν. ιβ΄ 40). Και ο Απόστολος Παύλος λέει: «Μπήκε ο νόμος, για να γίνουν (φανερά) τα πολλά παραπτώματα» (Ρωμ. ε΄ 20). Και σε άλλα μέρη της Αγίας Γραφής θα βρει κανείς το σωστό νόημα από την έκβαση του θέματος. Και δόξα του Θεού εδώ εννοεί αυτήν που θα φανεί από την ανάσταση του νεκρού. Διότι δεν θα ήταν τόσο μεγάλο θαύμα το να θεραπεύσει τον Λάζαρο άρρωστο, όσο το να τον αναστήσει πεθαμένον για να ζήσει. Κατά τρεις τρόπους θεωρείται η ασθένεια. Διότι ασθενής λέγεται αυτός που φεύγει από την πίστη και κατά κάποιον τρόπο κλονίζεται, για τον οποίον λέει ο Απόστολος Παύλος: «Να δέχεσθε όποιον έχει ασθενική πίστη» (Ρωμ. ιδ΄ 1). Ασθένεια είναι και η σωματική αρρώστια, όπως εδώ: «ο αγαπημένος Σου φίλος είναι άρρωστος». Ασθένεια είναι και οι εναντίον των πιστών επιβουλές και οι διωγμοί από τους εχθρούς, όπως είπε ο Κύριος στον Παύλο: «Διότι η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα στην αδυναμία σου» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 9). Πρόσεξε, λοιπόν, πως εδώ αμυδρά φανέρωσε όλα τα είδη των ασθενειών. Το είδος της πίστεως των μαθητών σ’ Αυτόν, και το άστατο των γυναικών, την ασθένεια του Λαζάρου, την επιβουλή των Ιουδαίων, τα οποία, βέβαια, όλα απέβησαν προς δόξαν Του. Διότι, οι μεν μαθητές Του και οι αδελφές του Λαζάρου στερεώθηκαν στην πίστη, και ο πεθαμένος ξανάζησε και επικυρώθηκε το μέσω του Σταυρού μυστήριο. Δόξα του Υιού του ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, φανέρωσε βέβαια και το να αναστήσει τον πεθαμένο Λάζαρο. Διότι δεν ήταν τόσο μεγάλη η δόξα, το να θεραπεύσει αυτόν άρρωστο, όσο το να τον αναστήσει τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του. Με μυστικό όμως τρόπο ο Χριστός επισήμανε τη δόξα του Σταυρού, για την οποία έλεγε: «Τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. ιγ΄ 31). Διότι το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου έγινε πρόφαση μεγαλύτερης λύσσας των Ιουδαίων και επιβουλής εναντίον του Σωτήρα. Και όπως εγώ νομίζω, αυτά τα λέει για την ανθρώπινη φύση. Διότι η ασθένεια που συνέβη σ’ όλο το ανθρώπινο γένος με την παρακοή -του Αδάμ- προξένησε τη δόξα της σαρκώσεως του Θεού. Επειδή η συγκατάβασή Του πραγματικά έφερε τόσο μεγάλη δόξα.

6. «Ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της, καθώς και τον Λάζαρο» (Ιωάν. ια΄ 5). Ο μεν Ευαγγελιστής Ιωάννης, επειδή γνώριζε τη διαφορά μεταξύ αγάπης και φιλίας, και ότι στον μεν Θεό, ο Οποίος είναι τέλειος και μάλλον υπερτέλειος, αρμόζει το τέλειο, δηλαδή η αγάπη, και επειδή κι Αυτός είναι η αγάπη, όπως περίτρανα είπε στην Καθολική Επιστολή (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), σ’ εμάς δε περισσότερο ταιριάζει αν έλθουμε στη φιλία Εκείνου. Αυτό γνωρίζοντας αμετακίνητα ο Ευαγγελιστής λέει πως ο Ιησούς αγαπούσε τον Λάζαρο και τις αδελφές του. Όμως η Μάρθα και η Μαρία, επειδή ήταν ακόμη ατελείς, λένε «Ἴδε, ὂν φιλεῖς, ἀσθενεῖ», γιατί δεν γνώριζαν τη διαφορά μεταξύ αγάπης και φιλίας. Το ίδιο και οι Ιουδαίοι όταν είδαν τον Κύριο να δακρύζει είπαν «Ἴδε, πῶς ἐφίλει αὐτόν».

7. «Όταν, λοιπόν, έμαθε ο Ιησούς πως ο Λάζαρος είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο που βρισκόταν δύο ημέρες ακόμη. Μετά, αφού πέρασαν αυτές οι δύο ημέρες, λέει στους μαθητές: Ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία. Του λένε τότε οι μαθητές: Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι γύρευαν να Σε λιθοβολήσουν, κι Εσύ θέλεις να πας πάλι εκεί;» (Ιωάν. ια΄ 6-8). Δύο ημέρες περιμένει ο Χριστός αφήνοντας ελεύθερη τη φύση να ενεργήσει τα δικά της. Ώστε, δίνοντας άδεια στον θάνατο να κρατήσει τον Λάζαρο, να φανεί πιο μεγάλο το θαύμα. Διότι, εάν αμέσως έτρεχε στη Βηθανία, δεν ήταν φυσικό να πεθάνει ο Λάζαρος. Επειδή είναι αδύνατον, όταν είναι εκεί η ζωή, να ενεργήσει ο θάνατος. Οι μαθητές όμως, όταν άκουσαν το «ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία» και φοβούμενοι μήπως ο Διδάσκαλος πέσει στα χέρια των λυσσασμένων Ιουδαίων, δεν αποθρασύνθηκαν να Του αντιμιλήσουν, προσπάθησαν όμως να Τον αποτρέψουν από του να πάει, υπενθυμίζοντας πλαγίως με το «Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι γύρευαν να Σε λιθοβολήσουν, κι Εσύ θέλεις να πας πάλι εκεί;». Και τι απάντησε ο Σωτήρας; Μέσω των αισθητών πάλι, ανεβάζει τον νου τους στα υψηλότερα, λέγοντάς τους:

8. «Δώδεκα ώρες δεν έχει η ημέρα; Αν περπατά κανείς την ημέρα δεν σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως αυτού του κόσμου. Αν όμως περπατά τη νύχτα, σκοντάφτει, γιατί, βέβαια, το φως δεν είναι μέσα του» (Ιωάν. ια΄ 9-10). Αυτό που λέει σημαίνει: Εσείς μεν φοβηθήκατε πολύ, νομίζοντας ότι θα λιθοβοληθώ από τους Ιουδαίους, όμως πέσατε έξω από τον ορθό συλλογισμό. Διότι, εάν η ημέρα διαιρείται σε δώδεκα ώρες, και όποιος περπατά κατ’ αυτήν περνά ομαλά τον δρόμο κάνοντας χωρίς εμπόδια και με ασφάλεια την πορεία του, πώς εσείς φοβηθήκατε για εμένα, που είμαι το φως του κόσμου;

Διότι, εάν το αισθητό φως αυτούς που βλέπουν, τους κάνει να αποφεύγουν τα εμπόδια, πολύ περισσότερο το αληθινό και θείο φως θα είναι ανώτερο από τον λιθοβολισμό. Και αυτό βέβαια είναι το εξωτερικό νόημα του ρητού. Όμως εμείς πρέπει να ερευνήσουμε και το εσωτερικό και απόκρυφο νόημα. Διότι, το ότι ο λόγος κρύβει κάτι το βαθύτερο το δείχνει το παράλογο του πράγματος.

Διότι, ούτε όποιος βαδίζει τη νύχτα αναγκαστικά σκοντάφτει, ούτε καθένας που περπατά την ημέρα μένει χωρίς εμπόδια. Διότι, επειδή τη μεν ημέρα τη διαίρεσε σε ώρες, τη νύχτα όμως μόνο την ανάφερε χωρίς καθόλου να αναφέρει για ώρες, σκιαγράφησε με τον λόγο Του το μέλλον, ονομάζοντας βέβαια ημέρα και φως τον εαυτό Του, καθ’ όσον και οι πιστοί ονομάζονται υιοί φωτός και ημέρας (Εφεσ. ε΄ 8, Β΄ Θεσ. β΄ 3). Και ίσως γι’ αυτήν την ημέρα έλεγε ο Δαβίδ: «Κατά την ημέρα δεν θα φοβηθώ» (Ψαλμ. νε΄ 3). Και για το φως αυτό, είπε ο ίδιος Ευαγγελιστής Ιωάννης, «Το φως φέγγει στο σκοτάδι» (Ιωάν. α΄ 5). Και δώδεκα ώρες είναι οι μαθητές Του, στους οποίους εμπιστεύθηκε το κήρυγμα. Αυτός, λοιπόν, που περνά τον δρόμο του βίου του μέσα στο φως του Σωτήρα και στο κήρυγμα των μαθητών, δεν θα σφάλει. Και φως αυτού του κόσμου ονόμασε και την πίστη προς Αυτόν, επειδή στον κόσμο αυτόν ενεργεί η πίστη. Νύχτα πάλι, που δεν έχει ώρες, είναι το βαθύ σκοτάδι της απιστίας, κατά την οποία εάν κάποιος περπατά, σκοντάφτει και σπάζει τις βάσεις της ψυχής, στη σύγκρουση με τον ακρογωνιαίο λίθο Χριστό, ο Οποίος ονομάσθηκε και λίθος προσκόμματος, δηλαδή πέτρα που επάνω του σκοντάφτουν (Α΄ Πέτρ. β΄ 8). Και λέγοντας αυτά ο Κύριος, κάπως πλάγια αναφέρεται στον Ιούδα, που χωρίς σύνεση λιποτάκτησε και αποσκίρτησε από τις ώρες της νοητής ημέρας, στις οποίες κι αυτός ανήκε, και επειδή βάδισε στο σκοτάδι της φιλαργυρίας, γι’ αυτό και τόσο άθλια σκόνταψε.

9. «Αυτά είπε, κι αμέσως μετά τους λέει: Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε, πηγαίνω όμως να τον ξυπνήσω» (Ιωάν. ια΄ 11). Φανερώνει ο Χριστός την αναγκαστική πορεία του προς τους Ιουδαίους, λέγοντας για την κοίμηση του Λαζάρου. Δείχνει όμως και την ευχέρεια που έχει να αναστήσει τον Λάζαρο και ότι ο θάνατος του συνέβη ως ύπνος, λίγο πιο μακρύς από τον συνηθισμένο. Είπε «ο Λάζαρος κοιμήθηκε». Διότι, δεν είναι και τόσο εύκολο σε κάποιον να ξυπνήσει έναν άλλο που κοιμάται, όσο εύκολο σ’ Εκείνον να αναστήσει τον πεθαμένο. Και είναι συνηθισμένο να ονομάζει «κεκοιμημένον», εκείνον που πρόκειται να ξαναζήσει. Διότι έτσι είπε και για τη μικρή κόρη του Ιαείρου ότι «δεν πέθανε, αλλά κοιμάται» (Λουκ. η΄ 52). Έχοντας άγνοια οι μαθητές ότι ο θάνατος λέγεται ύπνος, είπαν: «Εάν κοιμήθηκε, θα γίνει καλά» (Ιωάν. ια΄ 12)., ίσως έτσι και προφητεύοντας, διότι ο θάνατος έγινε στον Λάζαρο αιτία σωτηρίας.

10. «Τότε, λοιπόν, ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά: Ο Λάζαρος πέθανε» (Ιωάν. ια΄ 12). Αλλά παρατήρησε πως με όλα τα λόγια της ιστορίας σπέρνει τη θεωρία. Διότι όταν έλεγε ότι κοιμήθηκε ο Λάζαρος, τον ονόμαζε φίλο: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε». Όταν όμως είπε, Πέθανε, τον ονόμασε απλώς Λάζαρο. Διότι για τους μεν φίλους του Χριστού ο θάνατος γίνεται ύπνος και ανάπαυση. Σε όσους όμως ο θάνατος είναι ο χωρισμός του σώματος εξ αιτίας του φαύλου βίου, αυτοί είναι ανάξιοι να ονομασθούν φίλοι του Θεού.

11. «Και χαίρομαι για σας… επειδή δεν ήμουν εκεί όταν πέθανε» (Ιωάν. ια΄ 14). Χαίρομαι λέει για χάρη σας. Διότι το να μη βρίσκομαι στη Βηθανία είναι αιτία για μεγαλύτερη πίστη σας. Και είναι φυσικό, διότι εάν ο Χριστός ήταν παρών, θα θεράπευε τον άρρωστο Λάζαρο και το μεγάλο αυτό θαύμα, της εγέρσεώς του, δεν θα γινόταν. Παρατήρησε, λοιπόν, πώς με τον λόγο δείχνει τις δύο φύσεις Του. Με το να πει από μακριά πως «πέθανε ο Λάζαρος», ήταν της θεότητός Του, το να πει πάλι «δεν ήμουν εκεί» της ανθρωπίνης.

12. «Τότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: Ας πάμε κι εμείς, για να πεθάνουμε μαζί του» (Ιωάν. ια΄ 16). Ο μεν πάνσοφος και μέγας Χρυσόστομος λέει, αυτά τα είπε ο Θωμάς δειλιάζοντας και κάπως δυσαρεστημένος. Και επειδή, λέει, Αυτός θα πεθάνει, και κατά κάποιον τρόπο από μόνος Του τρέχει προς τον κίνδυνο, ας εκπληρώσουμε την επιθυμία Του και ας πεθάνουμε μαζί Του. Έτσι, λοιπόν, λέει ο Χρυσόστομος. Όμως ο γλυκός συγγραφέας των μεταφράσεων είπε πως ο λόγος του Θωμά είναι λόγος θάρρους. Επειδή οι άλλοι μαθητές κλονίσθηκαν, ο Θωμάς τους δίνει θάρρος. Εμένα όμως μου φαίνεται ότι μιλά μεν ασθενέστερα από την πίστη που έπρεπε να έχει, όμως βέβαια δείχνει πολλήν την αγάπη προς τον Διδάσκαλο. Διότι ήταν μεν χαρακτηριστικό απιστίας το να θεωρεί ως κάτι φοβερό το να πεισθούν να πάνε μαζί με τον Χριστό, όμως βέβαια ήταν χαρακτηριστικό γενναίας αποφάσεως το να προθυμοποιηθούν να πεθάνουν μαζί με τον Καθηγητή Χριστό. Διότι δίνει θάρρος στους συμμαθητές του να προτιμήσουν τον ίδιο θάνατο με τον Διδάσκαλό τους από του να Τον αποχωρισθούν.

13. «Όταν, λοιπόν, έφθασε ο Ιησούς, ο Λάζαρος βρισκόταν κιόλας τέσσερις ημέρες στο μνήμα» (Ιωάν. ια΄ 17). Περίμενε δυο μέρες, και μετά είπε την είδηση για τον θάνατο του Λαζάρου στους μαθητές Του, και σε άλλες δύο έφτασε Βηθανία. Είδε τον Λάζαρο να βρίσκεται ήδη τέσσερις μέρες στο μνήμα, δείχνοντας πραγματικά ότι έγινε από τον Θεό στους ανθρώπους. Όπως βέβαια σε κάποιες τέσσερις ημέρες, αφού επέτρεψε την ανθρώπινη φύση μας να βρίσκεται στην αναισθησία της ασέβειας, και πάλι την επισκέφθηκε. Ας σκεφτούμε ποιες είναι αυτές οι τέσσερις ημέρες: H πρώτη είναι ο χρόνος από την εποχή του Αδάμ μέχρι που κατακλύσθηκε η γη με νερά. Δεύτερη, ο χρόνος από τότε που δόθηκε νόμος στον Νώε μέχρι του Αβραάμ. Τρίτη ημέρα να θεωρείς τον χρόνο από του Αβραάμ που δόθηκε η εντολή για την περιτομή μέχρι του Μωυσή. Κι αυτήν ως τέταρτη ημέρα την διαδέχτηκε ο Μωσαϊκός νόμος μέχρι του Χριστού. Κατ’ αυτές, λοιπόν, τις τέσσερις ημέρες, η φύση μας είχε κρατηθεί στον τάφο της απιστίας.

14. «Η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε απόσταση μικρότερη από δεκαπέντε σταδίους, δηλαδή από τρία χιλιόμετρα» (Ιωάν. ια΄ 18). Με άριστο τρόπο κάνει σαφή και την απόσταση από τα Ιεροσόλυμα στη Βηθανία, ότι είναι τρία χιλιόμετρα. Δείχνοντας ότι είναι κοντά η κωμόπολη και πολλοί από τους Ιουδαίους θα ερχόταν για παρηγοριά των γυναικών. Γιατί αυτές ήταν ευγενείς και φημισμένες, έχοντας πατέρα τον Φαρισαίο Σίμωνα, και τηρώντας με ακρίβεια τον τρόπο ζωής που ορίζει ο νόμος. Και ήταν αναγκαίο να γίνει αυτό, για να έχει το θαύμα πολλούς μάρτυρες. Ίσως όμως, και επειδή η Βηθανία εννοείται ως ο παρών κόσμος, σύμφωνα με την αλληγορική ερμηνεία, Ιερουσαλήμ πάλι εννοείται η ουράνια μητρόπολη, για την οποία έχουν λεχθεί δοξασμένα λόγια, από την οποία έπεσε η ανθρώπινη φύση στην αμαρτία και νεκρώθηκε. Σ’ αυτήν έφθασε ο Κύριος μετά από τις τέσσερις ημέρες που αναφέραμε πιο επάνω. Δείχνει ακόμη με μυστικό τρόπο και τη διάσταση μεταξύ των πνευματικών και των αισθητών με τα οποία δημιουργηθήκαμε, ή μάλλον τα αίτια τα οποία μας έκαναν να απομακρυνθούμε από το Θεό. Διότι οι ψυχικές δυνάμεις αφού υπέκυψαν ολοκληρωτικά προς τις αισθήσεις, μας απομάκρυναν από την νοητή Ιερουσαλήμ. Και είναι τρεις οι δυνάμεις της ψυχής και πέντε οι αισθήσεις, των οποίων ολοφάνερο σύμβολο είναι τα δεκαπέντε στάδια, όταν τα μετράμε σε τρεις πεντάδες. Και τα δεκαπέντε στάδια γίνονται δύο μίλια, τα οποία σημαίνουν την υλική δυάδα κατά την οποία τα πνευματικά κατοικούν στα νοητά. Είναι πολύ καλό βέβαια να συλλογισθεί κανείς πως επειδή μεταξύ της αναστάσεως του Λαζάρου και της αναστάσεως του Χριστού πέρασαν δεκαπέντε ημέρες -από τις αναστάσεις η μια έγινε στη Βηθανία και η άλλη, του Σωτήρα, έγινε στην Ιερουσαλήμ- τις υπαινίχθηκε αυτές με τα στάδια που απέχουν μεταξύ τους.

15. «Όταν όμως η Μάρθα έμαθε ότι έρχεται ο Ιησούς, πήγε να τον προϋπαντήσει, ενώ η Μαρία έμενε στο σπίτι» (Ιωάν. ια΄ 20). Όμως, γιατί οπωσδήποτε η Μάρθα δεν παίρνει μαζί της την αδελφή της για την προϋπάντηση του Κυρίου; Ήθελε να Τον συναντήσει ιδιαιτέρως, ώστε να μην έλθουν και οι Ιουδαίοι μαζί με τη Μαρία, που θα ερχόταν έτσι κι εκείνοι, οι οποίοι ήταν εχθρικοί προς τον Σωτήρα, και έτσι μόνη κάπως ήσυχα άρπαξε την ευκαιρία της συναντήσεως. Επειδή βέβαια η μεν Μαρία εκλαμβάνεται στη θεωρία, η δε Μάρθα στην πράξη (διότι έτσι το εννόησαν οι πριν από εμάς διδάσκαλοι), δείχνουν ότι η πράξη με τη δράση της πλησιάζει πιο πριν στον Θεό, αν και η γνώση πολλές φορές με την ευαισθησία της προπορεύεται. Τι όμως είπε η Μάρθα προς τον Κύριο όταν τον συνάντησε; «Κύριε, εάν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου» (Ιωάν. ια΄ 21). Βλέπεις, πώς ταλαντεύεται έχοντας αβέβαιη πίστη; Διότι, για το αν ήταν παρών ο Κύριος δεν θα πέθαινε ο αδελφός της, το πιστεύει. Όμως για το ότι ως Θεός ο Χριστός είναι παρών παντού, δεν το πιστεύει. Και όσον αφορά μεν το ένα, το όσα δηλαδή αν ζητήσει από τον Θεό τα λαμβάνει, ομολογεί ότι έχει μικροπρεπές φρόνημα, και το να αναστήσει τον αδελφό της, δεν το πιστεύει. Διότι όταν είπε ο Κύριος «Ο αδελφός σου θα αναστηθεί», απάντησε: «Ξέρω πως θα αναστηθεί όταν θα γίνει η ανάσταση την έσχατη ημέρα» (Ιωάν. ια΄ 23-24). Θα βεβαιωθεί όμως η Μάρθα λίγο μετά και θα Τον ομολογήσει Θεό. Αν και εδώ βέβαια δεν λέει ο Χριστός για τον τρόπο της κοινής ανάστασης της ανθρωπίνης φύσεως, την οποία όπως είπαμε εικονίζει η ανάσταση του Λαζάρου. Διότι η ανθρώπινη φύση θα αναστηθεί οπωσδήποτε κατά την έσχατη ημέρα και θα απορρίψει τη φθορά. Γι’ αυτό βέβαια ο Κύριος έκανε κοινή της απόφαση.

16. «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει» (Ιωάν. ια΄ 25). Διότι ο Χριστός έγινε πραγματικά ανάσταση και ζωή για τη φύση μας που εξέπεσε, ελευθερώνοντάς την από τον θάνατο της αμαρτίας. Όποιος πιστεύει στον Χριστό, κι αν ακόμη δεχτεί αναγκαστικά αυτόν τον σωματικό θάνατο, όμως θα ζήσει τη μακάρια εκείνη ζωή, και δεν θα πεθάνει τον ψυχικό θάνατο. Με αυτά βέβαια ανατρέπει κι εκείνο που απερίσκεπτα είπε η Μάρθα: «Ξέρω πως ό,τι κι αν ζητήσει από τον Θεό, ο Θεός θα σου το δώσει» (Ιωάν. ια΄22). Διότι, εάν ο Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή, οπωσδήποτε δεν έχει ανάγκες να ζητήσει. Θαύμασε, λοιπόν, την απερίγραπτη δύναμη του Σωτήρα. Πώς μαζί με τον λόγο Του στάλαξε στην ψυχή της Μάρθας τόσο μεγάλη γνώση, ώστε να υψωθεί από τα χαμηλά νοήματα και να βγάλει τον θεολογικό εκείνον λόγο: «Ναι, Κύριε, εγώ το έχω πιστέψει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που περιμέναμε να έλθει τον κόσμο» (Ιωάν. ια΄ 27). σύμφωνα οπωσδήποτε λέγοντας με τον πρώτο από τους μαθητές, διότι με τον ίδιο τρόπο θεολόγησε για τον Χριστό και ο Πέτρος. H δε φράση «που περιμέναμε να έλθει στον κόσμο», είναι προφητικός λόγος. Διότι ο Χριστός δεν ήλθε μόνο στον Ισραήλ, άλλα σε όλον τον κόσμο. Ή ίσως λέει τον κόσμο των αρετών, στον οποίον έρχεται ο Χριστός. Πολύ καθαρά, λοιπόν, και εδώ υπέδειξε πως η πράξη της αρετής σιγά-σιγά ανεβάζει στη θεωρία.

17. «Αφού είπε αυτά, έφυγε και ειδοποίησε κρυφά την αδελφή της τη Μαρία, λέγοντας: O Διδάσκαλος έφτασε και σε περιμένει» (Ιωάν. ια΄ 28). Φαίνεται να κάλεσε την αδελφή της με εντολή του Κυρίου. Βέβαια δεν ήταν ψέματα όταν είπε: «Ο διδάσκαλος έφτασε και σε περιμένει», αλλά ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, θέλοντας γρήγορα να φτάσει στα κυριότερα των γεγονότων, αυτό το παρέλειψε πιο πριν. Φώναξε κρυφά την αδελφή της, αποφεύγοντας τις κακές σκέψεις των Ιουδαίων που καθόταν μαζί της. Κι εκείνη, μόλις άκουσε τον λόγο της αδελφής της, αφού σηκώθηκε, έτρεξε τόσο γρήγορα, ώστε έφτασε στον τόπο εκείνο που ήταν ο Κύριος και πριν συζητούσε με τη Μάρθα.

18. «Εκείνη, λέει, μόλις το άκουσε, σηκώθηκε γρήγορα κι έτρεχε να πάει κοντά Του, γιατί ο Ιησούς δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό, αλλά βρισκόταν στον τόπο όπου τον συνάντησε η Μάρθα» (Ιωάν. ια΄ 30). Στην πρόσκληση, λοιπόν, για πράξη, γρήγορα διεγείρεται η θεωρία, βρίσκοντας έξω από το χωριό τον Κύριο, δηλαδή έξω από τον αισθητό αυτόν κόσμο, κατανοεί το θείο, και μάλιστα πέρα από κάθε αίσθηση και κατανόηση.

19. Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήταν στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν τη Μαρία να σηκώνεται βιαστικά και να βγαίνει από το σπίτι, την ακολούθησαν» (Ιωάν. ια΄ 31). Εικονίζουν λοιπόν, σύμφωνα μ’ αυτόν τον τύπο, οι Ιουδαίοι, που παρηγορούσαν τη Μάρθα και τη Μαρία, την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, αρετές οι οποίες σαν από την ουράνια Ιερουσαλήμ στέλνουν στην ψυχή την ειρήνη. Αυτές συνοδοιπορούν με τη Μαρία που τρέχει να πάρει την πραγματική ζωή.

20. «Η Μαρία καθώς τον αντίκρυσε, έπεσε στα πόδια Του λέγοντάς Του: Κύριε αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου» (Ιωάν. ια΄ 32). Τα λόγια της είναι σύμφωνα με της Μάρθας. Αδελφικά τα λόγια, συγγενικές οι φωνές. Εκτός του ότι βέβαια δεν αναφέρεται η Μάρθα να έπεσε στα πόδια του Ιησού, ούτε ότι μιλούσε κλαίγοντας. Η Μαρία όμως τα κάνει και τα δύο. Γιατί επιθυμούσε να αγγίξει εκείνα τα πόδια στα οποία κοντά κάθισε προηγουμένως και γεύθηκε το νέκταρ της διδασκαλίας του Κυρίου. Αυτά τα ωραία πόδια τα επιθύμησε με διαφορετικό τρόπο, προηγουμένως μεν κάθισε κοντά τους τώρα πάλι τα ασπάζεται πολλές φορές πλύνοντάς τα με τα δάκρυα, και μετά αφού τα άλειψε με μύρο τα σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της. H θεωρητική, λοιπόν, ψυχή αφού έβαλε σκοπό τις καλές αναβάσεις, προηγουμένως αφού κάθισε κοντά στα μυστικά πόδια ζητά την αλήθεια. Μετά, αφού μυηθεί, τα αγγίζει πλησιάζοντας νοερώς. Μετά από αυτά τα ευωδιάζει με το μύρο της αληθινής γνώσεως και τα σκουπίζει με την αναισθησία έναντι των παθών. Διότι αυτό θέλουν να πουν οι τρίχες, επειδή δεν έχουν αίσθηση. Και πρέπει να εννοούνται ως πόδια του Χριστού όσα είναι δυνατόν να εννοούνται γι’ αυτόν που καθάρισε τον εαυτό του από την ύλη. Το να κλαίει η Μαρία σημαίνει το να συγκεντρώνεται στον εαυτό της η ψυχή και να συμφωνεί να αποχωρίζεται από τα αισθητά όταν ανεβαίνει προς τη θεωρία. Και θερμαίνεται από τον θείο έρωτα, και βγάζει από μέσα της σαν δάκρυα τα περιττά νοήματα και όσα δεν αρμόζουν. Διότι το δάκρυ είναι το υγρό που προέρχεται από τη λύπη. Προέρχονται, δηλαδή, όταν πιέζονται από τη λύπη οι μύες, σαν σταλαγμός που προέρχεται από πίεση από τις φλέβες του εγκεφάλου, και στέλνονται από εκεί στους αγωγούς των ματιών, και έτσι η φύση απομακρύνει κάτι περιττό.

21. «Ο Ιησούς, όταν την είδε να κλαίει, να κλαίνε και οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, λυπήθηκε βαθιά και ταράχθηκε» (Ιωάν. ια΄ 33). Επειδή, όπως ακριβώς ήταν στ’ αλήθεια Θεός ο Χριστός, έτσι ήταν και στ’ αλήθεια άνθρωπος, και όσα αδιάβλητα, δηλαδή ακατηγόρητα πάθη υπάρχουν σ’ εμάς τα δέχτηκε δείχνοντας συγκατάβαση, πλην όμως ποτέ δεν νικήθηκε από αυτά, αλλά τα δεχόταν όταν, και όπου και εφ’ όσον ήθελε. Όταν, λοιπόν, ταράζεται και γέρνει προς τη λύπη η άγια σάρκα Του, δεν αφήνει το πάθος της λύπης να γίνει ανυπόφορο, αλλά με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος επιτιμά τη λύπη και κατά κάποιον τρόπο το επιπλήττει. Διότι αυτό σημαίνει το «λυπήθηκε βαθιά» και οδηγεί προς το μέτριο, που ήταν το να δακρύσει ήρεμα, τόσο όσο να δείξει την ανθρώπινη φύση Του. Διότι δεν έκλαψε, αλλά δάκρυσε. Επειδή με τον κλαυθμό συνδέεται κάποιο ξεφωνητό. Δάκρυσε, λοιπόν, επειδή δεν αρνείται την ομοιότητά Του με τον άνθρωπο, αλλά αναμιγνύει τα θεϊκά στα ανθρώπινα. Και ως άνθρωπος μεν δακρύζει, δίνοντας σ’ εμάς παράδειγμα, ορίζοντας το μέτρο, πόσο πρέπει να κλαίμε στη λύπη, και πόσο δάκρυο πρέπει να βγάζουμε για τους νεκρούς. Δεν δακρύζει για το θάνατο του Λαζάρου. Πώς θα γίνει αυτό, αφού γνωρίζει πως μετά από λίγο ο Λάζαρος θα αναστηθεί; Αλλά δακρύζει δείχνοντας ότι είναι ομοούσιος με τη δική μας ανθρώπινη φύση, και όπως είπα δίνοντας σ’ εμάς υπόδειγμα. Δακρύζει και για την πτώση, που προέρχεται από την αμαρτία που παρέσυρε με ελεεινό τρόπο τη φύση των ανθρώπων, επειδή αυτή έχει ανάγκη να καθαρισθεί από τον παραλογισμό του θανάτου που ενώθηκε μαζί της. Δακρύζει ακόμη προβλέποντας και τον σκοτασμό των Ιουδαίων, που όχι μόνο δεν θα βελτιωθούν όταν θα δουν αυτό εδώ το παράδοξο θαύμα, αλλά και θα σκληρυνθούν πιο πολύ ανάβοντας τον φθόνο τους. Δακρύζει, βέβαια, και για τον Λάζαρο, όχι γιατί απεβίωσε, αλλά γιατί θα ξαναζήσει. Όντας ο Λάζαρος δίκαιος και ευσεβής, και φίλος του Χριστού, δοξασμένος πέρασε το στάδιο της ζωής του. Επρόκειτο, λοιπόν, να βρίσκεται με τον θάνατό του σε ανάπαυση και τιμή. Διότι λέει ο Σολομών «Όταν φτάσει ο δίκαιος να πεθάνει θα βρεθεί σε ανάπαυση» (Σοφ. Σολ. δ΄ 7). Μέλλοντας, λοιπόν, να τον αναστήσει ο Χριστός, για τη δική Του δόξα, δάκρυσε, σχεδόν λέγοντας: Αυτόν που άραξε μέσα στο λιμάνι, τον καλώ να έρθει πάλι μέσα στην τρικυμία του βίου; Αυτόν που ήδη αγωνίσθηκε και στεφανώθηκε ως νικητής, τον προτρέπω να επιστρέψει στους αγώνες; Και ερωτά: «Πού τον έχετε αποθέσει;» (Ιωάν. ια΄ 34), όχι γιατί δεν γνώριζε, αλλά, όπως είπα, αναμιγνύοντας τα θεοπρεπή λόγια με τα ανθρώπινα, και με την πρόφαση του να Του δείξουν τον τόπο, να πλησιάσουν πολλοί και να δώσουν μαρτυρία για το θαύμα. Και κάπως πλαγίως με την ερώτηση αυτή ελέγχει τη Μαρία και τη Μάρθα, όπως ήδη πριν σας είπα, που δεν είχαν ίση πίστη με τη Σουναμίτιδα. Διότι η Σουναμίτιδα δεν έθαψε το παιδί της, αλλά το σκέπασε σε ζεστή κλίνη και με πίστη έτρεξε προς τον προφήτη, ενώ αυτές όταν πέθανε αδελφός τους, τον έθαψαν στον τάφο. Αν και βέβαια η Σουναμίτιδα πήγαινε προς άνθρωπο, τον Ελισσαίο, κι αυτές προς Θεό.

22. «Ο Ιησούς, ταραγμένος πάλι και θλιμμένος μέσα Του, έρχεται στο μνήμα. Κι ήταν αυτό μια σπηλιά, και μια μεγάλη πέτρα έφραζε την είσοδό της» (Ιωάν. ια΄ 38). Ταραγμένος από λύπη πάλι επιτιμά τον θάνατο που τόλμησε να πάρει τον φίλο του Δεσπότου. Το σπήλαιο, λοιπόν, εκείνο το σκοτεινό και υπόγειο φανερώνει τον βίο των ανθρώπων, στον οποίον μετά από την πτώση με ελεεινότητα μεταφερθήκαμε, ή φανερώνει το σκιασμένο γράμμα του νόμου. Και ο λίθος που βρισκόταν από επάνω του φανερώνει την ασάφεια του γράμματος του νόμου. Και γιατί ο Χριστός δεν σηκώνει τον λίθο με τον λόγο Του μόνο, ή και καθώς ο λίθος βρίσκεται επάνω στην είσοδο του σπηλαίου γιατί δεν ανασταίνει τον νεκρό; Επειδή δεν είναι αναγκαίο να κάνει θαύματα όπου δεν είναι ανάγκη. Και αυτό βέβαια είναι απόδειξη πολύ μεγάλης φιλοτιμίας. Εξ άλλου, το να σηκώσουν την πέτρα αυτοί, ήταν μεγάλο συμφέρον, ώστε αυτοί να αισθανθούν τη δυσοσμία τη βαρειά του πεθαμένου και να πεισθούν ότι δεν είναι φανταστική η πράξη της αναστάσεως, ή ότι αναστήθηκε άλλος αντί για άλλον. Γι’ αυτό λέει: «Βγάλτε την πέτρα» (Ιωάν. ια΄ 39) και θα δείτε τον νεκρό να βρίσκεται εκεί και να σηκώνεται με τη φωνή μου σαν από ύπνο. Έχει δε ο λόγος του Χριστού και κάποιον ονειδισμό για την απιστία τους. Διότι διατάζει να σηκώσουν μόνοι τους τον λίθο της πωρώσεως, το μολύβι που είναι γεμάτες οι ψυχές τους, ώστε να μη διακρίνουν Αυτόν που ήλθε για τη σωτηρία του κόσμου. Και προτρέπει να σηκώσουν και το κάλυμμα του νόμου, ώστε να δουν σ’ αυτόν όσα μέσα στη σκιά του έχει θεσπίσει το Πνεύμα. Και με πιο μυστικό λόγο, περιέγραψε από πριν αυτό που στο μέλλον επρόκειτο να συμβεί. Διότι, όπως πριν φώναξε σ’ αυτούς «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό» (Ιωάν. β΄ 18), έτσι και τώρα «Σηκώστε αυτήν την πέτρα», λέγοντας αυτό για τον εαυτό Του. Γνώριζε βέβαια καλά ότι θα κράξουν στον ηγεμόνα: «Σήκωσέ τον, σήκωσέ τον σταύρωσέ τον» (Ιωάν. ιθ΄ 15). Προλέγει, λοιπόν, σ’ αυτούς αυτό που θα γίνει. Σηκώστε εμένα τον ακρογωνιαίο λίθο, τον οποίον εσείς μεν απορρίψατε, όμως έγινε το αγκωνάρι και ένωσε σε έναν τοίχο τους δύο λαούς. Σηκώστε τον και σταυρώστε τον. Διότι ο θάνατος δεν τον κρατά. Και ίσως για τον λίθο αυτόν, τον Χριστό, ο ίδιος Ευαγγελιστής λέει, όταν ήλθε η Μαρία στο μνημείο και βλέπει τον λίθο πεσμένο, το οποίο βέβαια, ερμηνεύοντας η Μαγδαληνή στους Μαθητές λέει: «Σήκωσαν τον Κύριο από το μνημείο» (Ιωάν. κ΄ 2).

23. «Του λέει η Μάρθα, η αδελφή του νεκρού: Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει άσχημα, γιατί είναι τέσσερις ημέρες στο μνήμα» (Ιωάν. ια΄ 39). Φαίνεται, λοιπόν, πως η Μάρθα δεν πιστεύει στο θαύμα. Διότι συνηθίζεται τα μεγάλα και υπερφυσικά να μη γίνονται εύκολα πιστευτά. Εκτός του ότι και από μεγάλο σεβασμό και τιμή, δεν θεώρησε σωστό ο Κύριος να πλησιάσει στον τάφο, για την αλλοίωση στην οποία εξ αιτίας της φθοράς έφτασε το σώμα. Διότι είναι ανυπόφορο και αποκρουστικό το να πλησιάσει κανείς σώμα που ήδη σάπισε, επειδή είναι τόσο ανυπόφορη η κακοσμία που χειρότερη δεν μπορεί να γίνει. Και αρμόζει ο λόγος και για την κοινή μας φύση η οποία, αφού πέρασε σαν τετραήμερο τους χρόνους από την εποχή του Αδάμ μέχρι του Χριστού και έπεσε από τον αρχικό της σκοπό στο μνήμα της άγνοιας και μύρισε άσχημα από την δυσοσμία της ασέβειας. Αυτό έλεγε και ο Δαβίδ κλαίγοντας: «Βρώμισαν και σάπισαν οι πληγές μου από την αφροσύνη μου» (Ψαλμ. λζ΄ 6).

24. «Της λέει ο Ιησούς: Δεν σου είπα πως, αν πιστέψεις, θα δεις τη δύναμη του Θεού;» (Ιωάν. ια΄ 40). Την επιπλήττει γιατί ξέχασε αυτό που της είπε, ότι «θα αναστηθεί ο αδελφός σου», φανερώνοντας τον Πατέρα ομοούσιο και ομότιμο μ’ Αυτόν, διότι προηγουμένως όταν άκουσε πως ο Λάζαρος αρρώστησε, είπε, η αρρώστια αυτή είναι για τη δόξα του Υιού του Θεού. Και τώρα, λέει, εάν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού, επειδή μια είναι η δόξα Πατέρα και Υιού.

25. «Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια ψηλά και είπε: Πατέρα, Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ το ήξερα πως πάντα με ακούς. Το είπα όμως για χάρη του πλήθους που στέκει εδώ γύρω, για να πιστέψουν ότι Εσύ με έστειλες» (Ιωάν. ια΄ 41-42). Με το να σηκώσει τα μάτια Του ψηλά και να ευχαριστήσει τον Πατέρα δείχνει ότι δεν είναι αντίθετος με τον Θεό. Με τον λόγο δε της προσευχής παρουσιάζει το ομότιμο με τον Πατέρα. Διότι δεν παρακαλεί να εισακουσθεί σύμφωνα με την αντίληψη της Μάρθας, αλλά λέει «ήξερα πάντα πως με ακούς», επειδή ο Υιός είναι ομοούσιος, και δεν έχω ανάγκη να προσευχηθώ, αλλά αυτά τα λέω για τον λαό που στέκει εδώ γύρω, για να γνωρίσουν την ισοτιμία του Πατέρα και του Υιού. Με αυτά δε προτρέπει και εμάς, να εξιλεώνουμε πάντοτε τον Θεό με προσευχές, και να σηκώνουμε το μάτι της ψυχής από τα χαμηλά νοήματα προς το ύψος της θεωρίας.

26. «Κι όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με δυνατή φωνή: Λάζαρε βγες έξω!» (Ιωάν. ια΄ 43). Και τη θυγατέρα του Ιαείρου όταν ανέστησε και όταν έδωσε πάλι ζωή στον γιο της χήρας δεν φαίνεται να έκραξε με δυνατή φωνή, αλλά κρατώντας το χέρι και με ήρεμη φωνή, στη μεν θυγατέρα είπε «Κοριτσάκι σήκω» (Ματθ. θ΄ 25), στον δε γιο «Σου λέω σήκω επάνω» (Λουκ. ζ΄ 14). Εδώ όμως, στον Λάζαρο φώναξε με δυνατή φωνή. Γιατί; Διότι εκείνοι είχαν πρόσφατα πεθάνει και η ψυχή τους βρισκόταν πλησίον του σώματος (διότι φωνή των πατέρων μας πείθει πως μέχρι την τρίτη ημέρα η ψυχή επισκέπτεται το σώμα της), την ψυχή όμως του Λαζάρου καλώντας την από μακρυά, έκραξε με δυνατή φωνή. Και επειδή είχε πει πριν στους Ιουδαίους «πως πλησιάζει ο καιρός, έφτασε κιόλας, που οι νεκροί θα ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού, και όσοι την ακούσουν θα ζήσουν» (Ιωάν. ε΄ 25), εκπληρώνει την υπόσχεση. Και με την ισχυρή φωνή χαρίζει ζωή στον νεκρό, για να γίνει γνωστό ότι, όπως ακριβώς ο Πατέρας, έτσι και ο Υιός, σ’ όποιον θέλει δίνει ζωή. Αυτή η φωνή θα ακουστεί σαν σάλπιγγα κατά την τελευταία ημέρα και θα αναστηθούν οι νεκροί. Ίσως πάλι ο Χριστός να κραύγασε με δυνατή φωνή, θέλοντας να επισημάνει πως ο λόγος Του είναι δραστήριος και μέγας και ισχυρός. Διότι ήταν τόσο μεγάλη η δύναμη της φωνής ώστε αφανίστηκε η δύναμη του άδη, και γρήγορα η ψυχή εμφανίστηκε μέσα από τους νεκρούς, το δε σώμα που ήδη είχε διαλυθεί, με δύναμη οικοδομήθηκε, και με όλα αυτά πραγματοποιούνταν αυτό το μεγάλο θαύμα, το υπερφυσικό και ανέλπιστο. Διότι δεν αναστήθηκε από αρρώστια κάποιος που βρισκόταν στις τελευταίες του αναπνοές, όπως ο δούλος του εκατόνταρχου, ούτε ζωογονείται παιδάκι που μόλις πέθανε, όπως το κοριτσάκι του αρχισυναγώγου, ούτε νεαρός που πρόκειται σε λίγο να οδηγηθεί στον τάφο και επιστρέφει ζωντανός από τη σορό, όπως έγινε στην πόλη Ναΐν, αλλά ένας άνδρας ήδη ηλικιωμένος, νεκρός από πολύ πριν και προχωρημένος στη σήψη της γης και πεσμένος από την ανάγκη του σώματος, με μια πρόσκληση επανέρχεται προς τη ζωή και βγαίνει και έρχεται, ενώ είναι δεμένος με υφασμάτινες ταινίες. Διότι, το να είναι δεμένος στα χέρια και τα πόδια και σκεπασμένος στο πρόσωπο με κάλυμμα, και όντας έτσι να βαδίζει τρέχοντας, ήταν θαύμα όχι μικρότερο της αναστάσεως. Προστίθεται στο γεγονός και άλλο παραδοξότερο. Επειδή υπήρχε συνήθεια στους Ιουδαίους με σμύρνη και αλόη να ενταφιάζουν, για να διατηρούνται τα σώματα των νεκρών, και αυτά είναι κολλητικά και δυσκολοαπόσπαστα, πρέπει κανείς να σκεφτεί πόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του λόγου η οποία αυτά τα ξεχώρισε εύκολα από το σώμα. Και γι’ αυτό βέβαια είπε σ’ εκείνους ο Χριστός να λύσουν τον αναστημένο με τα λόγια: «Λύστε τον και αφήστε τον να περπατήσει» (Ιωάν. ια΄ 44), ώστε αν κάποιοι απιστούσαν να βεβαιωθούν με όλες τους τις αισθήσεις. Με τη φωνή τους και δείχνοντας τον τάφο έλεγαν «έλα να δεις», και με τα μάτια, αναγνωρίζοντας τον νεκρό και βλέποντας την ανάσταση, με την ακοή ακούγοντας τη μεγάλη και δυνατή φωνή του Χριστού: «Λάζαρε βγες έξω», και αισθανόμενοι με την όσφρηση τη δυσοσμία, όταν σηκώθηκε ο λίθος, και με την αφή λύνοντας του δεμένου τα χέρια και τα πόδια και το κάλυμμα που σκέπαζε το πρόσωπο. Η δυνατή, λοιπόν, εκείνη φωνή του Χριστού σήμαινε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, με το οποίο η ανθρώπινη φύση, που ήταν δεμένη χειροπόδαρα με τα σχοινιά της αμαρτίας, και ήταν νεκρή στην σορό της απιστίας, ήλθε προς της αληθινή ζωή, καθώς της αφαιρέθηκε το κάλυμμα από τα μάτια, δηλαδή από το πυκνό νέφος που σκοτείνιαζε το φως της ψυχής, και αφού από αυτά λύθηκε από τους αποστόλους και διδασκάλους αφέθηκε να πορεύεται προς τη μακάρια ζωή. Και είναι βέβαια καλό, και να οδηγηθεί η ιστορία και προς πιο ηθική έννοια, έστω κι αν ο λόγος γίνεται μακρύτερος.

27. Ο Λάζαρος, λοιπόν, είναι ο νους μας, που είναι φίλος του Χριστού, γιατί βέβαια δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου. Η Μάρθα πάλι, που το όνομά της μεταφράζεται «κοπιώσα» σημαίνει τη σάρκα. Η Μαρία, που σημαίνει «κυρία», είναι σύμβολο της ψυχής. Διότι αυτή είναι η κυρία του σώματος. Αυτές πρέπει να θρηνούν, όταν ο νους γλιστρήσει στον θάνατο της αμαρτίας παίρνοντας μαζί του ως Ιουδαίους, για να θρηνούν, την εξομολόγηση των αμαρτημάτων. Διότι αυτό σημαίνει το όνομα του Ιουδαίου. Κλαίγοντας, λοιπόν, οπωσδήποτε θα εμφανιστεί ο Κύριος και με το Ευαγγέλιο θα φωνάξει και θα σηκώσει την πώρωση και θα καλέσει έξω από την πτώση τον νεκρό που δεν ενεργεί και εφαρμόζει τις τέσσερις αρετές που φωτίζουν, ώστε αφού πετάξει μακριά την αμαρτία που βράζει, κι αφού λυθεί από τους Αγγέλους και τους Ιερείς, να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Σωτήρα, και να μυηθεί στη γνώση της Αγίας Τριάδας, να τρέχει συνεχώς με πόθο προς Εκείνην, διότι σ’ Αυτήν την Τριάδα πρέπει να εκδηλώνεται τιμή και δοξολογία στους
ατέλειωτους αιώνες Αμήν. 
Θεοφάνης ο Κεραμεύς, κ.α., Από την ανάσταση του Λαζάρου στην ανάσταση του Χριστού: Δέκα πατερικές ομιλίες, μετάφραση Γεωργίου Β. Μαυρομάτη, 1η έκδ., Αθήνα, Αρμός, 2001
Η/Υ ΠΗΓΗ:

Δημοφιλείς αναρτήσεις