Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

Η ΤΑΙΝΙΑ: ΕΔΩ  

Ο άγιος πατήρ ημών Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1846, στη Σηλυβρία της Θράκης, από γονείς φτωχούς, αλλά ευσεβείς χριστιανούς, τον Δήμο και τη Μαρία Κεφαλά. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Αναστάσιος και από μικρός έδειξε μεγάλη ευλάβεια και βαθιά αγάπη για τη μελέτη. Όταν η μητέρα του του μάθαινε τον 50ο ψαλμό, εκείνος αρεσκόταν να επαναλαμβάνει τον στίχο: «Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου…» (Ψαλμ. 50, 15). Αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην πατρίδα του, στάλθηκε από τους γονείς του στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, εργαζόμενος ταυτόχρονα ως υπάλληλος σε κατάστημα. Το νεαρό αγόρι έμενε απερίσπαστο από την τύρβη του κόσμου και ενασχολούνταν μονάχα με το να οικοδομεί εντός του «τον κρυμμένο άνθρωπο της καρδιάς» (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 3, 4) κατ’ εικόνα του Χριστού, με την προσευχή και την εμβάθυνση στα γραπτά των αγίων Πατέρων. Σε ηλικία είκοσι χρόνων άφησε την Κωνσταντινούπολη για να γίνει δημοδιδάσκαλος στη Χίο. Εκεί, ενθάρρυνε τη νεολαία και τους κατοίκους του χωριού προς την ευλάβεια και την εργασία των αρετών, όχι μόνον με τα λόγια, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του δικού του βίου, βίου ασκήσεως και προσευχής. Επιθυμώντας από παλαιά να ασπασθεί την ισάγγελη πολιτεία, έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος, στις 7 Νοεμβρίου 1876, στο περίφημο μοναστήρι της Νέας Μονής. Αναζητώντας μονάχα τα άνω, κατέστη ο ίδιος υπόδειγμα πραότητας και υπακοής, έγινε αγαπητός σε όλους τους αδελφούς και αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος. Χάρη στη γενναιοδωρία ενός ευλαβούς κατοίκου της Χίου και εν συνεχεία με την προστασία του πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου, μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αθήνα και να λάβει το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1885 έφθασε στην Αλεξάνδρεια, όπου σύντομα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στη συνέχεια δε μητροπολίτης Πενταπόλεως (παλαιά επισκοπή που αντιστοιχεί στην άνω Λιβύη). Ορίσθηκε ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου, διετέλεσε επίσης και πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. 
Παρά τα αξιώματά του, ο απλός άνθρωπος του Θεού Νεκτάριος δεν έχασε τίποτα από την ταπεινοφροσύνη του και γνώριζε πώς να μεταδίδει στο πνευματικό ποίμνιό του τον ζήλο για τις ευαγγελικές αρετές. Η αγάπη όμως και ο θαυμασμός που του έδειχνε όλος ο λαός απέβησαν εις βάρος του. Με πειρασμό του διαβόλου, ορισμένα μέλη του Πατριαρχείου, φθονώντας τις επιτυχίες του, τον διέβαλαν λέγοντας πως ήθελε να κερδίσει την εύνοια του λαού, με σκοπό να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ο άγιος δεν ζήτησε να βρει το δίκιο του, αλλά εναπόθεσε την εμπιστοσύνη του στην επαγγελία του Χριστού, ο Οποίος είπε: «Είστε μακάριοι, όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε λόγο ψεύτικης κατηγορίας εξαιτίας Μου» (Ματθ. 5, 11). Εκδιώχθηκε έτσι από την έδρα του και έφυγε για την Αθήνα, όπου βρέθηκε μόνος, αγνοημένος, συκοφαντημένος, καταφρονημένος, στερούμενος ακόμη και τον επιούσιο άρτο, γιατί δεν ήξερε να φυλάξει τίποτε για τον εαυτό του, γιατί και τους πενιχρούς του πόρους τούς μοίραζε ολόψυχα στους φτωχούς. Εγκαταλείποντας το αρχικό του σχέδιο να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, ο πράος και ταπεινός μιμητής του Κυρίου Ιησού Χριστού προτίμησε να θυσιάσει την αγάπη του για την ησυχία, χάριν της σωτηρίας του πλησίον του. Παρέμεινε ιεροκήρυκας για λίγα χρόνια (1891–1894) και στη συνέχεια διορίσθηκε διευθυντής της Ριζαρείου εκκλησιαστικής σχολής, η οποία είχε σκοπό την εκπαίδευση των μελλοντικών ιερέων. Η βαθιά του γνώση των Γραφών, των αγίων Πατέρων, ακόμη και των θύραθεν επιστημών, και η ανάπλεη πραότητας αυθεντία του στην καθοδήγηση ανθρώπων, του επέτρεψαν να προσδώσει στο ίδρυμα τούτο μια υψηλή πνευματική και ηθική ποιότητα. Ο άγιος ιεράρχης επιφορτίσθηκε με τη διεύθυνση και τα μαθήματα της Ποιμαντικής, δίχως να διακόψει καν το ασκητικό του πρόγραμμα, τη μελέτη των Γραφών και την προσευχή, προσθέτοντας μάλιστα και τα υψηλά καθήκοντα του κηρύγματος και της τακτικής τέλεσης των ιερών Μυστηρίων εντός της σχολής, αλλά και στην περιοχή των Αθηνών. 
Παρά ταύτα, ο άγιος Νεκτάριος διατηρούσε στα βάθη της καρδιάς του τον διάπυρο πόθο της ησυχίας και της ειρήνης του μοναχικού βίου. Επωφελήθηκε έτσι από την επιθυμία που εξέφρασαν ορισμένες πνευματικές θυγατέρες του, για να ιδρύσει ένα γυναικείο μοναστήρι στη νήσο Αίγινα (μεταξύ 1904 και 1907), όπου και αποσύρθηκε κατά το 1908, αφού παραιτήθηκε από τη διεύθυνση της εκκλησιαστικής σχολής. Παρά τις αναρίθμητες φροντίδες και δυσκολίες, ο άγιος μερίμνησε να διοργανώσει μια κοινοβιακή αδελφότητα, πιστή στο πνεύμα των αγίων Πατέρων. Δαπάνησε αφειδώς τις ψυχικές και σωματικές του δυνάμεις στην ανέγερση κτηρίων, στην τέλεση ιερών ακολουθιών και στην πνευματική καθοδήγηση κάθε μαθήτριάς του ξεχωριστά. Τον έβλεπες συχνά να εργάζεται στον κήπο, φορώντας ένα τριμμένο ράσο ή να διορθώνει τα υποδήματα των μοναζουσών. Και όταν γινόταν άφαντος για ώρες πολλές, μάντευες τότε ότι ήταν κλεισμένος στο κελί του για να ανατείνει τον νου του προς τον Θεό, διά της νοεράς προσευχής. Παρ’ όλο που απομακρύνθηκε από κάθε επαφή με τον κόσμο και είχε αυστηρώς ρυθμίσει τις επισκέψεις στο μοναστήρι, η φήμη των αρετών και χαρισμάτων που αξιώθηκε από τον Θεό, εξαπλώθηκε στην περιοχή και οι πιστοί έρχονταν προς αυτόν, ελκόμενοι όπως το μέταλλο από τον μαγνήτη. Θεράπευε πολλούς λαϊκούς και μοναχές από τις ασθένειες που τους ταλαιπωρούσαν, έφερε τη βροχή στο νησί που υπέφερε από την ξηρασία, ανακούφιζε, παρηγορούσε, στήριζε… Ήταν «τα πάντα προς τους πάντες» (Α΄ Κορ. 9, 22), δυνάμενος τα πάντα διά του Χριστού που ενοικούσε σε αυτόν διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Είχε οικειότητα με τους αγίους και την Παναγία, που συχνά του φανερώνονταν κατά τη θεία Λειτουργία ή στο κελί του. Παρά τις δυσκολίες της περιόδου μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαγόρευε αυστηρά στις μοναχές του να αποθηκεύουν ο,τιδήποτε για την τροφή τους, αλλά διέταξε να μοιράζουν το πλεόνασμα στους φτωχούς, εναποθέτοντας τη μέριμνα της συντήρησης της μονής στην Πρόνοια του Θεού. 
Πέραν των άλλων καθηκόντων του, ο άγιος ιεράρχης Νεκτάριος βρήκε τον χρόνο να συντάξει πλήθος έργων θεολογίας, ηθικής και εκκλησιαστικής ιστορίας για τη στερέωση των τέκνων της Εκκλησίας της Ελλάδος επάνω στην πέτρα της ιεράς Παράδοσης των Πατέρων, η οποία αγνοούνταν τότε συχνά εξαιτίας δυτικών επιδράσεων. Ζώντας λοιπόν ως ένσαρκος άγγελος και αυγάζοντας γύρω του τις ακτίνες του ακτίστου φωτός της Χάριτος, ο μακάριος υπέστη και πάλι συκοφαντίες και άδικες κατηγορίες για το μοναστήρι του, από μέλη της ιεραρχίας. Υπέμεινε τις τελευταίες αυτές δοκιμασίες με την υπομονή του Χριστού: αγόγγυστα και δίχως να εξανίσταται. Τότε προσβλήθηκε από μία επώδυνη αρρώστια για περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Ευχαρίστησε τον Θεό για τη δοκιμασία αυτή και προσπάθησε να κρατήσει μυστική την ασθένειά του μέχρι τις τελευταίες στιγμές του. Αφού πήγε να προσκυνήσει για τελευταία φορά την εικόνα της Θεοτόκου, που βρισκόταν όχι μακριά από το μοναστήρι, ανήγγειλε προφητικά στις μαθήτριές του την επικείμενη εκδημία του και μεταφέρθηκε σε ένα νοσοκομείο στην Αθήνα, όπου μετά από πενήντα ημέρες οδύνης, την οποία υπέμεινε με μια υπομονή που οικοδομούσε όλους όσοι τον πλησίαζαν, παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στον Θεό, στις 8 Νοεμβρίου του 1920. Οι πιστοί της Αίγινας, οι μαθήτριές του και όλοι οι χριστιανοί που τον είχαν πλησιάσει, έκλαψαν για την απώλεια του πράου και σπλαχνικού μαθητή του Χριστού, που όλη του τη ζωή υπέστη διαβολικές διώξεις και άδικες κατηγορίες παίρνοντας ως τύπον και υπογραμμό του τα θεία Πάθη του Κυρίου. Ο Θεός όμως τον εδόξασε και από την ώρα της κοιμήσεώς του τα θαύματα περίσσευαν και περισσεύουν καθημερινά ως σήμερα για εκείνους που πλησιάζουν με πίστη τα λείψανά του ή εμπιστεύονται την ισχυρή του μεσιτεία. 
Το σώμα του αγίου παρέμεινε θαυματουργικά άφθαρτο περισσότερο από είκοσι χρόνια, αναδίδοντας ουράνια και λεπτή ευωδία. Στα 1953, όταν έλιωσε τελικά κατά τους φυσικούς νόμους, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του (η οποία μνημονεύεται στις 3 Σεπτεμβρίου) και διαπιστώθηκε τότε ότι αναδιδόταν έντονα η ίδια ευωδία. Δεν έπαψε έκτοτε να χαροποιεί τους πιστούς που πλησιάζουν τα τίμια αυτά λείψανα, δίνοντάς τους τη διαβεβαίωση ότι ο άγιος Νεκτάριος βρήκε τη θέση του κοντά στον Θεό, στις μονές των αγίων. Η τιμή του αναγνωρίσθηκε επισήμως το 1961 και η εξιστόρηση των θαυμάτων του δεν παύει να γράφεται καθημερινά. Ο τάφος του, στην Αίγινα, έγινε ένα από τα πιο πολυσύχναστα προσκυνήματα στην Ελλάδα. 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

Συγκλονιστική αφήγηση για την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγ.Νεκταρίου.

Συγκλονιστική αφήγηση για την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγ.Νεκταρίου.
Διαβάζουμε,την συγκλονιστικήν αφήγηση του αιωνοβίου Αρχιμανδρίτου Τιμοθέου Καλαμπερίδη, για την Ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου (Α’ Ανακομιδή το έτος 1921, Β’ 1923, Γ’ 1927, Δ’ 1953): 
-Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος: Στο Μοναστήρι ήλθα τον Οκτώβριο του 1952, σε ηλικία 55 ετών. Τον επόμενο χρόνο - συγκεκριμένα στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 - έγινε η Ανακομιδή του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Νεκταρίου. 
Η Ανακομιδή - που αποφασίσθηκε το καλοκαίρι - έγινε αφού σουρούπωσε. Θα ήταν 8 με 9, βραδάκι πιά. Δεν είχαμε ηλεκτρικά. Με τα λούξ δουλεύαμε. Όλοι, γύρω - τριγύρω, με αναμμένες λαμπάδες και κεριά. 
Στην αρχή διαβάσθηκε η Ακολουθία. Αφού βγάλαμε τα άγια λείψανα, τα τοποθετήσαμε σε λεκάνες. Τα πλύναμε με ροδόσταμο και άλλα αρώματα. Σε ορισμένα Λείψανα ήταν το ύφασμα κολλημένο πάνω. Τα καθαρίσαμε. Κάναμε Παννυχίδα και τα τοποθετήσαμε στο Ναό για προσκύνημα. Η ευωδία που χυνόταν ολόγυρα, δεν γίνεται να περιγραφεί! Τι πράγμα ήταν αυτό, καταπληκτικό! 
Τα τοποθετήσαμε στην μέση του Ναού. Την Κάρα και τα υπόλοιπα Λείψανα. Βάλαμε και την αρχιερατική μίτρα, την πατερίτσα και τα δικηροτρίκηρα. Περνούσε ο κόσμος και ασπαζόταν με συγκίνηση. Ξέχασα να σου πω, ότι ο Δεσπότης είπε σε μένα και στον π. Αμφιλόχιο Μακρή να φροντίσουμε για τον ευτρεπισμό των Λειψάνων.

Για το Γεγονός, συντάχθηκε το ακόλουθο πρακτικό:
«Εν Αιγίνη και εν τη Γυναικεία Κοινοβιακή ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, σήμερον τη 3η Σεπτεμβρίου του 1953, ημέρα της εβδομάδος Πέμπτη και ώρα 6 μ.μ. συνήλθεν η ολομέλεια της αδελφότητος εν τω γραφείω αυτής κατόπιν προσκλήσεως της Καθηγουμένης Οσιωτάτης Γεροντίσσης Χριστοδούλης μοναχής και υπό την προεδρείαν αυτής. 
Κατά την συνεδρίασιν ταύτην, μετά κεκανονισμένην προσευχήν, η καθηγουμένη εισηγείται: Αγαπηταί εν Χριστώ αδελφαί, κατέχομαι ήδη υπό το κράτος ιεράς συγκινήσεως διά το τελεσθέν μέγα γεγονός σήμερον εις την καθ’ ημάς Ιεράν Μονήν, τεθέντος κατόπιν τριακοντατριετίας του λύχνου επί της λυχνίας, ίνα φωτίζη πάντας τους επικαλουμένους Αυτόν εν αληθεία, δηλαδή της Ανακομιδής των θείων Λειψάνων του Κτίτορος της ιεράς ημών Μονής, θείου Ιεράρχου Πενταπόλεως Αγίου Νεκταρίου. 
Εκτός του προισταμένου και Πνευματικού ημών Πατρός, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης Κυρίου Κυρίου Προκοπίου, παρευρέθησαν δε εκ θείας συμπτώσεως ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρώην Ηλείας Αντώνιος, ο Αρχιερατικός Επίτροπος Ύδρας Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος, ο Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Ηλιόπουλος, Αρχιμ. Αμφιλόχιος Μακρής και ιεροδιάκονος Σεβαστιανός, άπας ο κλήρος Αιγίνης, ο Δήμαρχος, ο ειρηνοδίκης και ο διοικητής χωροφυλακής. Περί δε την χθεσινήν 8 μ.μ. ώραν χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου πνευματικού ημών Πατρός και παρουσία των αναφερομένων Κλήρου και Αρχών, εγένετο η Ανακομιδή των ιερών Λειψάνων. Σήμερον δε ετελέσθη Λειτουργία, συλλειτουργησάντων μετά του εφημερίου της Ιεράς ημών Μονής Αρχιμανδρίτου Τιμοθέου, των Αρχιμανδριτών Ιωάννου, Χρυσάνθου, Καλλιοπίου, Παύλου και των ιερέων Δημητρίου, Παναγιώτου και Αναστασίου και του ιεροδιακόνου Σεβαστιανού. 
Εις τους αίνους εγένετο η προσκύνησις της Αγίας Κάρας του θείου Ιεράρχου Αγίου Νεκταρίου, πλημμυρησάσης το εκκλησίασμα αρρήτου ευωδίας. Συνταχθέντος του παρόντος υπογράφεται. 
Οι παραστάντες κατά την Ανακομιδήν την εσπέραν της δευτέρας Σεπτεμβρίου 1953:

Ο Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης Προκόπιος
Ο Μητροπολίτης πρώην Ηλείας Αντώνιος
Ηγουμένη της Αδελφότητος Χριστοδούλη μοναχή•
Ακακία, Θεοδοσία, Μελάνη, Νεκταρία, Ευφροσύνη,
Ξένη, Παρθενία, Κυριακή, Παρασκευή, Αγάθη, Ευνίκη,
Ελισάβετ, Χριστονύμφη, Συγκλητική, Ευπραξία, Σαλώμη,
Μητροδώρα, Παρθενία, Θεοφανώ Μοναχαί.
Θέκλα Ηγουμένη Ι. Μονής Ερμιόνης, Μακρίνα, Μαρκέλλα,
Ευσεβία, Ευφημία, Θέκλα Μοναχαί
Μαριάμ Ηγουμένη Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης
Ο Δήμαρχος Αιγίνης Γεώργιος Χελιώτης
Ο Ειρηνοδίκης Αιγίνης Γεώργιος Μέρτικας
Ο Διοικητής χωροφυλακής Πατεράκης
Ο Γραμματεύς Μητροπόλεως Ιωάννης Δεριζιώτης
Ο Σύμβουλος Επικρατείας Παναγιώτης Μερτικόπουλος
Ο Κλήρος Αιγίνης: Αρχιμ. Ι. Ηλιόπουλος, Αρχιμ. Τ. Καλαμπερίδης, Αρχιμ. Χ. Κανέλλης, Αρχιμ. Κ. Αγγελάκης,
Ιερ. Κων. Κανάκης, Ιωάννης Χαρτοφύλακας, Χρήστος
Παπαγεωργίου, Δημήτριος Λυκούρης, Αναστάσιος,
Αρχιμ. Παύλος, Αρχιμ. Αμφιλόχιος Μακρής, Παναγιώτης». 

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΕΛΙΝΟΣ. Από τον Α’ τόμο του διτόμου έργου ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ (σελίδες 44-45).

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

Αγνή Παρθένε Δέσποινα Άχραντε Θεοτόκε

 


Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Υψηλοτέρα ουρανών
ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Χαρά Παρθενικών Χορών
αγγέλων υπερτέρα
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Εκλαμπροτέρα ουρανών
φωτός καθαρωτέρα
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
των ουρανίων στρατιών πασών αγιωτέρα
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Μαρία Αειπάρθενε
Κόσμου παντός Κυρία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Άχραντε Νύμφη πάναγνε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Μαρία Νύμφη Άνασσα
χαράς ημών αιτία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Κορή σεμνή Βασίλισσα
Μήτηρ υπεραγία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Τιμιώτερα Χερουβείμ
υπερενδοξοτέρα.
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
των ασωμάτων Σεραφείμ
των θρόνων υπερτέρα
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Χαίρε το άσμα Χερουβείμ
χαίρε ύμνος Αγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ
χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθασίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Χαίρε Παράδεισε τρυφής
ζωής τε αιωνίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Χαίρε το ξύλον της ζωής
Πηγή αθανασίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Σε ικετεύω Δέσποινα
Σε νυν επικαλούμαι
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Σε δυσωπώ,Παντάνασσα
Σην χάριν εξαιτούμε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Κορή σεμνή και άσπιλε
Δεσποίνα Παναγία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Θερμώς επθκαλούμε Σε
Ναέ ηγιασμένε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

Αντιλαβού μου, ρύσαι με
από τού πολεμίου
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Και κλήρονομον δείξον με
ζωής της αιωνίου
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε



Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως



Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως τοῦ εν Αγίνη τοῦ Θαυματουργού
Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου

Εορτάζεται στις 9 Νοεμβρίου

Εΰλογήσαντος τοϋ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 
ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἶτα τὰ παρόντα Τροπάρια˙

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ σταυρῷ.
Τῷ Ἱεράρχῃ τοῦ Χριστοῦ Νεκταρίῳ, τῷ δοξασθέντι δωρεαῖς οὐρανίαις, προσπέσωμεν κραυγάζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς˙ ἅγιε Νεκτάριε, Ὀρθοδόξων προστάτα, πάσης ἡμᾶς λύτρωσαι, συμφορᾶς καὶ ἀνάγκης, καὶ πειρασμῶν καὶ νόσων χαλεπῶν, τούς καταφεύγοντας, Πάτερ, τῇ σκέπῃ σου.

Δόξα.
Ὡς εἰληφὼς παρὰ Θεοῦ ἐξουσίαν, τοῦ θεραπεύειν τάς δεινὰς καχεξίας, τῶν προσιόντων, Πάτερ, τοῖς λειψάνοις σου, ἴασαι δεόμεθα, τοὺς δεινῶς θλιβομένους, νόσοις καὶ παθήμασι, καὶ πικραῖς ἀλγηδόσι, καὶ ἐν εἰρήνῃ φύλαττε ἡμᾶς, ταῖς σαῖς πρεσβείαις, Νεκτάριε Ὅσιε.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, τάς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι˙ εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ Σοῦ˙ Σούς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς:
Παθῶν Νεκτάριε ἡμᾶς ῥύσαι, Γερασίμου.

Ὠδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Πληγεὶς τῇ κακίᾳ τοῦ δυσμενοῦς, τῇ σῇ ἀντιλήψει, καταφεύγω ἀναβοῶν· εἰρήνευσον, Πάτερ, τὴν ζωήν μου, καὶ τὴν κατ’ ἄμφω ὑγείαν μοι δώρησαι.

Ἁγίως ἀνύσας σου τὴν ζωήν, ἀεὶ ἁγιάζεις καὶ λυτροῦσαι παντὸς κακοῦ, Νεκτάριε Πάτερ θεοφόρε, τοὺς προσιόντας τοῖς θείοις λειψάνοις σου.

Θαυμάτων δυνάμεις ὡς ἐνεργῶν, θεράπευσον, Πάτερ, ἀσθενείας ὀδυνηράς, τῶν τὴν σὴν βοήθειαν ζητούντων, θαυματουργὲ Ἱεράρχα Νεκτάριε.

Θεοτοκίον.
Ὡς Μήτηρ φιλεύσπλαγχνος τοῦ Θεοῦ, φιλάγαθε Κόρη, εὐσπλαγχνίσθητι ἐπ’ ἐμοί, καὶ βλάβης με πάσης καὶ μανίας, τοῦ ἀοράτου ἀπάλλαξον ὄφεως.

Ὠδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Νοσημάτων παντοίων καὶ χαλεπῶν θλίψεων, καὶ ἐπηρειῶν ὀλεθρίων καὶ ἐπιθέσεων, τοῦ ἀρχεκάκου ἐχθροῦ, ὡς συμπαθὴς Ἱεράρχης, ἀσινεῖς διάσωζε τοὺς σὲ γεραίροντας.

Νέκταρ ἄϋλον θεῖον, τῆς θεϊκῆς χάριτος, ἧς παρὰ Θεοῦ ἐκομίσω βλύζει ἑκάστοτε, ἡ θεία κάρα σου, καὶ τῶν παθῶν τὴν πικρίαν, ἀπελαύνει, Ἅγιε, ἐκ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἐν ὀδύναις καὶ πόνοις καὶ θλιβεραῖς μάστιξι, Πάτερ, τὴν ζωήν μου ἀνύων, πρὸς σὲ κατέφυγον˙ μὴ οὖν παρίδῃς με, ἀλλὰ τῇ σῇ ἐπισκέψει, ἐκ τῶν συνεχόντων με δεινῶν ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.
Καταφύγιον κόσμου καὶ ἀρραγὲς στήριγμα, Κεχαριτωμένη Παρθένε, τοὺς καταφεύγοντας, ὑπὸ τὴν σκέπην Σου, τῶν πολυπλόκων σκανδάλων, τοῦ δολίου δράκοντος, σκέπε καὶ φύλαττε.

Διάσωσον, ἐκ πάσης βλάβης καὶ θλίψεως, Ἱεράρχα, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχοντας, καὶ σὲ τιμῶντας, Νεκτάριε θεοφόρε.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αῖτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Πηγὴ δαψιλής, ἰάσεων ἐν Πνεύματι, ἐδείχθη, σοφέ, ἡ θήκη τῶν λειψάνων σου· ἰᾶται γὰρ τοὺς πάσχοντας καὶ ὑγείαν καὶ ῥῶσιν χαρίζεται, τοῖς προσιοῦσιν ἐν πίστει θερμῇ, Νεκτάριε Πάτερ ἱερώτατε.

Ὠδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Τὴν Μονήν σου, Νεκτάριε, πάσης ἐπηρείας ἀνεπηρέαστον, τοῦ δολίου πολεμήτορος, Πάτερ, διατήρει τῇ σῇ χάριτι.

Ἀσθενεῖς τοὺς προστρέχοντας, Πάτερ, πανταχόθεν τῇ θείᾳ μάνδρᾳ σου, θεραπείας καταξίωσον, καὶ τὴν λύπην τούτων διασκέδασον.

Ῥῶσιν δίδου καὶ ἴασιν, τὴν κατὰ ψυχὴν καὶ σῶμα, Νεκτάριε, καὶ πταισμάτων ἀπολύτρωσιν, τοῖς εἰλικρινῶς σε μακαρίζουσι.

Θεοτοκίον.
Ἴθυνόν με, Πανάμωμε, πρὸς τῆς μετανοίας ὁδὸν σωτήριον, καὶ παθῶν μου τὰ σκιρτήματα, νέκρωσον εἰς τέλος καὶ ἀφάνισον.

Ὠδή ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Εὗρέ σε θερμόν, ἀντιλήπτορα ἡ Αἴγινα, διὰ τοῦτο σου τῇ χάριτι ἀεί, καταφεύγει καὶ λυτροῦται πάσης θλίψεως.

Ἤρεμον ζωήν, διανύειν καὶ ἀτάραχον, ἀπὸ πάσης τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλῆς, καταξίωσον ἡμᾶς, Πάτερ Νεκτάριε.

Μέγαν σέ φρουρὸν, καὶ προστάτην, Πάτερ Ὅσιε, κεκτημένη ἡ Μονή σου ἡ σεπτή, ἐγκαυχᾶται τῇ ταχείᾳ ἀντιλήψει σου.

Θεοτοκίον.
Ἄχραντε Ἁγνή, τοῦ Θεοῦ Μῆτερ ἀπείρανδρε, τοὺς ἐλπίζοντας τῇ σκέπῃ Σου ἀεί, ἀνωτέρους πάσης βλάβης διατήρησον.

Ὠδὴ στ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
Σωμάτων, καὶ τῶν ψυχῶν τάς ὁδύνας, ἐπικούφισον, Νεκτάριε Πάτερ, τῶν πρὸς τὴν σὴν ἀφορώντων πρεσβείαν, καὶ τάς καρδίας ἡμῶν χαρᾶς πλήρωσον, καὶ ἀθυμίας χαλεπῆς, ἐξ ἡμῶν τὴν ὁμίχλην διάλυσον.

Ῥυσθῆναι, πειρατηρίων παντοίων, καὶ σκανδάλων τοῦ ἐχθροῦ ὀλεθρίων, καὶ ἀναγκῶν καὶ στενώσεων πλείστων, τὸν Πανοικτίρμονα Λόγον ἱκέτευε, Νεκτάριε θαυματουργέ, τοὺς προστρέχοντας πίστει τῇ σκέπῃ σου.

Ὑψόθεν, ὡς συμπαθὴς ἐποπτεύων, καὶ ἀπαύστως προστατεύων μὴ παύσῃ, τῆς ἱερᾶς σου Μονῆς, θεοφόρε, τῆς κεκτημένης ὡς μέγα θησαύρισμα, Νεκτάριε θαυματουργέ, τὴν σορὸν τῶν ἁγίων λειψάνων σου.

Θεοτοκίον.
Σωτῆρα, καὶ Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, τὸν φιλάνθρωπον κυήσασα Λόγον, σῶσον με, Κόρη, τῇ Σῇ προστασίᾳ, τῆς πονηρᾶς τυραννίδος τοῦ χείρονος, καὶ νεύρωσόν μου τὴν ψυχήν, πρὸς ἐπίδοσιν βίου βελτίονος.

Διάσωσον, ἐκ πάσης βλάβης καὶ θλίψεως Ἱεράρχα, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχοντας, καὶ σὲ τιμῶντας, Νεκτάριε θεοφόρε.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Πεπτωκότων ἐπανόρθωσις γέγονας, καὶ τῶν κλονουμένων, Νεκτάριε, στήριγμα, ἐν ὑστέροις τοῖς καιροῖς παρὰ Κυρίου δοξασθεὶς˙ ἀλλὰ πάντοτε καὶ ἡμᾶς, τῶν ἐν τῷ βίῳ πειρασμῶν, ἀνωτέρους διάσωζε, ἄφεσιν τῶν πταισμάτων, καὶ ῥῶσιν καὶ σωτηρίαν, αἰτούμενος παρὰ Θεοῦ, Ἱεράρχα, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Προκείμενον.
Οἱ Ἱερεῖς Σου Κύριε ἐνδύσονται δικαιοσύνην καί οἱ Ὅσιοί Σου ἀγαλιάσει ἀγαλιάσονται.
Στ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν Ὁσίων Αὐτοῦ.

Εὐαγγέλιον 
ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (Κεφ. ι΄ 9 – 16).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐγώ εἰμί ἡ θύρα˙ δι’ ἐμοῦ ἐὰν τὶς εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπωλέσῃ˙ ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγώ εἰμι ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς˙ ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων˙ ὁ μισθωτὸς δέ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσί τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει˙ καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτά καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. Ἐγὼ ειμί ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς˙ καὶ γινώσκω τὰ ἐμά καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν. Καθὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέρα καὶ τήν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης˙ κἀκεῖνα με δεῖ ἀγαγεῖν καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι καὶ γενήσεται μία ποίμνη εἷς ποιμήν.

Δόξα…
Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεός…
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Νέον ἄστρον πέφηνας, τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ἐν ἐσχάτοις ἔτεσι, βίου καθαρότητι λάμψας, Ὅσιε· νοηταῖς λάμψεσι, τῶν ἐν σοὶ χαρίτων, καταυγάζων τάς ψυχὰς ἡμῶν, καὶ τῶν ἰάσεων, ταῖς μαρμαρυγαῖς λύων πάντοτε, δαιμόνων τὴν σκοτόμαιναν, καὶ ἀρρωστημάτων τὴν ζόφωσιν· ὅθεν σοί βοῶμεν, μὴ παύσῃ ἐκλυτρούμενος ἡμᾶς, ἐπηρειῶν τοῦ ἀλάστορος, καὶ παντοίων θλίψεων.

Ὠδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἀλγηδόνων ποικίλων, πειρασμῶν καὶ κινδύνων καὶ περιστάσεων, καὶ φθόνου καὶ κακίας, ἀνθρώπων κακοτρόπων, ἀσινεῖς διαφύλαττε, τοὺς σὲ τιμῶντας ἀεί, Νεκτάριε παμμάκαρ.

Ἰατρεύων ἀπαύστως, χαλεπὰς ἀσθενείας, Πάτερ Νεκτάριε, τῶν πίστει προσιόντων, τοῖς θείοις σου λειψάνοις, ἀρωγὸς ἑτοιμότατος, ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς, τῶν εὐσεβούντων ὤφθης.

Γέρας ἔνθεον ὤφθης, καὶ διάδημα νέον, Πάτερ Νεκτάριε, τῇ νήσῳ τῆς Αἰγίνης, ἥτις ἀεὶ προστρέχει, τῇ πρεσβείᾳ σου, Ἅγιε, καὶ τῆς εὐνοίας τῆς σῆς, τρυγὰ τάς ἀντιλήψεις.

Θεοτοκίον.
Ἐντολῶν με πρὸς τρίβον, τοῦ ἐκ Σοῦ σαρκωθέντος, Κόρη, ὁδήγησον, πυλῶν τῆς ἁμαρτίας ἐξαίρουσα, Παρθένε, τὴν ῥοπὴν τῆς καρδίας μου, ἵνα ὑμνῷ Σε ἀεί, σωθεὶς τῇ χάριτί Σου.

Ὠδή η΄. Τόν Βασιλέα.
Ῥοῦν τῆς κακίας, τὸν κατακλύζοντα, Πάτερ, τῆς καρδίας μου τοὺς αὔλακας εἰς τέλος, ξήρανον δυνάμει, τῶν θείων πρεσβειῶν σου.

Ἀσθενειῶν σε, θεραπευτὴν ἐγνωκότες, καταφεύγομεν τῇ Κάρᾳ σου τῇ Θείᾳ, ἵνα λυτρωθῶμεν, μαστίγων ἐπωδύνων.

Σκέπε ἀπαύστως, τὴν σὴν Μονὴν τὴν ἁγίαν, καὶ πρυτάνευε αὐτῇ τῇ σῇ πρεσβείᾳ, Πάτερ Ἱεράρχα, τάς πατρικὰς σου δόσεις.

Θεοτοκίον.
Ἴασαι, Κόρη, τὴν ἀσθενοῦσαν ψυχήν μου, τῇ τοῦ ὄφεως κακίστῃ ἐπηρείᾳ, καὶ καταύγασον με, φωτὶ τῆς ἀπαθείας.

Ὠδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Μανίας ἡμᾶς ῥῦσαι, ἐχθροῦ τοῦ ἀοράτου, καὶ τῶν ἐν βίῳ δεινῶν περιστάσεων, τοὺς καταφεύγοντας, Πάτερ, ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Ὀδύνης ψυχικῆς με, καὶ τῶν ἀλγημάτων, τῶν ἐν τῷ σώματι, Πάτερ, ἀπάλλαξον, τῇ ἐκ Θεοῦ σοι δοθείσῃ πλουσίᾳ χάριτι.

Ὑπὲρ τῆς εὐαγοῦς σου, μάνδρας ἐκδυσώπει, καὶ τῆς Αἰγίνης Χριστὸν τὸν Φιλάνθρωπον, καὶ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης, Πάτερ Νεκτάριε.

Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν Σου τὴν χάριν, Κεχαριτωμένη, Σὺ γὰρ ἀπαύστως ὡς μήτηρ φιλόστοργος, σκέπεις καὶ τρέφεις καὶ θάλπεις, ἡμᾶς ἑκάστοτε.

Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ· τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα μεγαλυνάρια,
Τὸν τῆς εὐσεβείας νέον πυρσόν, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν· τὸν θερμὸν προστάτην καὶ ἔφορον Αἰγίνης, Νεκτάριον τὸν θεῖον, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Χαίρoις ὁ νεόρρυτος ποταμὸς, ὁ τὰ νεκταρώδη, τῶν χαρίτων τῶν θεϊκῶν, ῥεῖθρα πελαγίζων, τῇ θείᾳ ἐπομβρίᾳ, Χριστοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ, Πάτερ Νεκτάριε.

Λάμψας ἐν τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν, ἐν ἐσχάτοις χρόνοις, ὥσπερ λύχνος θεολαμπής, νοητῶς λαμπρύνεις πιστῶν τάς διανοίας, τῇ καθαρᾷ ζωῇ σου, Πάτερ Νεκτάριε.

Χαίροις τεθλιμμένων ὀ ἀρωγός, καὶ τῶν δαιμονόντων ὀ ταχύτατος ἰατρός, χαίροις ὀ τὰ πάθη, καὶ νόσους θεραπεύων, τῶν προσιόντων Πάτερ, ἐν τοις λειψάνοις σου.

Χαίρoις τῆς Αἰγίνης ὁ θησαυρός, καὶ τῶν Ὀρθοδόξων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθὸς˙ χαίροις τῆς Ἑλλάδος ἀγλάϊσμα τὸ νέον, Νεκτάριε παμμάκαρ, ἡμῶν τὸ στήριγμα.

Τῇ σῇ προστασίᾳ τῇ πατρικῇ, τὴν σεπτὴν Μονήν σου, διαφύλαττε ἀβλαβῆ, Νεκτάριε Πάτερ, καὶ πλήρου τάς αἰτήσεις, τῶν εὐλαβῶς τελούντων, τὴν θείαν μνήμην σου.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τῷ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σηλυβρίας τόν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα, ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ· ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς, τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Ἕτερον.
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Ἑῴας τὸ καύχημα, τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν στῦλον καὶ Αἰγίνης τὸ ἔρεισμα· Νεκτάριον ὑμνήσωμεν πιστοί, ὡς νέκταρ γὰρ ἀνέβλυσεν ἡμῖν, ἐκ πηγῶν τοῦ σωτηρίου νεοφανῶς, ἀρδεῦον τοὺς κραυγάζοντας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν ἐσχάτοις τοῖς καιροῖς, λαμπρῶς σὲ ἁγιάσαντι.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πᾶσιν ἀντιλήπτωρ καὶ φρουρός, καὶ θερμὸς προστάτης καὶ σκέπη, γενοῦ Νεκτάριε, τοῖς προσερχομένοις σοι, Πάτερ, ἐκ πίστεως, καὶ τὰ θεῖα σου λείψανα, κατασπαζομένοις, ἃ Χριστὸς ἐδόξασε, θαυμάτων χάρισι, λύων πειρασμῶν τάς ὀδύνας, καὶ εἰρήνην πᾶσιν παρέχων, καὶ πταισμάτων ἄνωθεν συγχώρησιν.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν ‘Αγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ίησοῦ Χριστέ ό Θεός ἡμῶν ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἀμήν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις