Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Η ΤΙΜΙΑ ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η ΤΙΜΙΑ ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 

Παρακλητικός Κανών εις την Αγίαν και Υπέρτιμον Ζώνην της Υπεραγίας Θεοτόκου - ΕΔΩ


Η πάνσεπτη και χαριτόβρυτη Ζώνη της Παναγίας μας, η οποία βρίσκεται στη Μονή Βατοπαιδίου στο Άγιον Όρος, είναι το μοναδικό κειμήλιο το οποίο σώζεται από την επίγεια ζωή της. 
Κατά την ιερά παράδοση και ιστορία της Εκκλησίας μας, η Υπεραγία Θεοτόκος, τρεις ημέρες μετά την κοίμησή της, ανέστη και ανελήφθη εν σώματι στους ουρανούς. Κατά τη διάρκεια της αναλήψεώς της, έδωσε στον Απόστολο Θωμά την Τιμία της Ζώνη. Και ο Θωμάς μαζί με τους άλλους Αποστόλους, αφού άνοιξαν τον τάφο «οὐχ εὗρον τὸ σῶμα» της Θεοτόκου. Έτσι η Τιμία ζώνη αποτελεί τεκμήριο για την Εκκλησία μας της αναστάσεως και αναλήψεως της Θεοτόκου με το σώμα στους ουρανούς και με μια λέξη της μεταστάσεώς της.

Η Τιμία Ζώνη κατασκευάστηκε σύμφωνα με την παράδοση από την ίδια την Παναγία με τρίχες καμήλας. Η Αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγος του Λέοντος του ΣΤ΄ του Σοφού, από ευγνωμοσύνη για τη θαυματουργική θεραπεία της από την Κυρία Θεοτόκο, κέντησε τη Ζώνη με χρυσή κλωστή, όπως σώζεται μέχρι σήμερα, χωρισμένη όμως σε τρία τεμάχια. Αρχικά, φυλασσόταν στα Ιεροσόλυμα και ακολούθως στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον 12ο αιώνα, επί Μανουήλ Α΄ του Κομνηνού (1143–1180), καθιερώθηκε και ο επίσημος εορτασμός της την 31η Αυγούστου. Εν τέλει ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ΣΤ΄ ο Καντακουζηνός (1347–1355), ο οποίος έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη προς τη Μονή του Βατοπαιδίου, όπως διαπιστώνεται από πολλές σχετικές μαρτυρίες, τη δώρισε σ’ αυτή. Από τότε η Τιμία ζώνη φυλάσσεται στη Μονή Βατοπαιδίου, σε ασημένια θήκη νεότερης κατασκευής, η οποία φέρει την παράσταση της Μονής. Στο κάτω δεξιό διάχωρο της παραστάσεως, ο κατασκευαστής φιλοτέχνησε τη μορφή του δωρητή Αυτοκράτορα Ιωάννου Καντακουζηνού και επιγραφή η οποία αναφέρεται στη δωρεά του προς τη Μονή. 
Αναρίθμητα είναι τα θαύματα, τα οποία έγιναν ως σήμερα με την Τιμία Ζώνη. Η αξία της είναι ανεκτίμητη, διότι συνδέεται άμεσα με την Παναγία. Αυτή έχει τη χάρη και σ’ Αυτή οφείλει τη θαυματουργική δύναμη, που ποικιλότροπα μεταδίδει στους πιστούς. 
Η Αγία Ζώνη διατηρεί «ανεκφοιτήτως» τη χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι συνδέθηκε με το πρόσωπο και τη ζωή της και διότι οι άγιοι είναι πνευματοφόροι, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και μετά την κοίμησή τους. Το ίδιο φαινόμενο αναφέρεται και στην Αγία Γραφή, όταν η μηλωτή του Προφήτη Ηλία και τα σουδάρια και τα σημικίνθια των Αποστόλων τελούσαν θαύματα, διότι είχαν τη χάρη των Αγίων που τα φορούσαν. Γι’ αυτό και η Εκκλησία τής αποδίδει τιμητική προσκύνηση, καθώς και στο Τίμιο Ξύλο του Σταυρού του Κυρίου. 
Η Αγία Ζώνη έχει την ιδιαίτερη χάρη να θεραπεύει τη στειρότητα των γυναικών και το πάθος του καρκίνου με κορδέλλα η οποία έχει προηγουμένως ευλογηθεί επ’ αυτής και ακολούθως τη ζώνονται οι στείρες γυναίκες και οι καρκινοπαθείς ασθενείς.

Ἀ π ο λ υ τ ί κ ι ο ν .
Ἦχος πλ. δ΄.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτεία σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕ τ ε ρ ο ν .
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι, τῷ Ἀποστόλῳ Θωμᾷ, τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου· ὅθεν Παρθενομῆτορ, τὴν κατάθεσιν ταύτης, ἄγοντες χαρμοσύνως, τὴν σὴν χάριν ὑμνοῦμεν, δι’ ἧς περιζωννύμεθα, ἰσχὺν ἀήττητον.

[Οπισθόφυλλο κείμενο
που συνοδεύει την έντυπη εικόνα
της Θεοτόκου που βαστάζει την Τιμία Ζώνη
(σύγχρονο έργο ιερομ. Λουκά Ξενοφωντινού),
η οποία δίδεται ως ευλογία
από την Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
ΠΗΓΉ:ΕΔΩ

Αγιος ῎Εϊνταν Λιντισφὰρν τῆς Βρετανίας.



Αγιος ῎Εϊνταν τοῦ Λιντισφὰρν τῆς Βρετανίας. 
31 Αὐγούστου.

Κάνει ἐντύπωση σὲ πολλοὺς ὁ λόγος τοῦ Μοναχοῦ ᾿Αγαπίου Λάνδου στὸ βιβλίο του «῾Αμαρτωλῶν Σωτηρία», ὅτι: «Εἰς τὰς ἀρχάς, ὁποὺ ἐδέχθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ ἡ Βρεττανία, ἦσαν εἰς αὐτὴν περίσσα εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετοι ἄνθρωποι». 
῾Υπάρχουν ἀναφορὲς πὼς ὁ Χριστιανισμὸς κηρύχθηκε στὴν Βρετανία τὸν 1ο αἰῶνα, ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾿Ιωσὴφ τὸν ᾿Αριμαθαίας καὶ τὸν ἅγιο ᾿Αριστόβουλο μὲ τὴν συνοδεία τοῦ Οὐαλλοῦ Μπρὰν τοῦ Εὐλογημένου, ὁ ὁποῖος διδάχθηκε τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, μὲ τὸν ὁποῖο ἦσαν μαζὶ στὴ φυλακὴ τῆς Ρώμης.

Οἱ Βρετανοὶ διατήρησαν τὴν πίστη ἀνόθευτη μέχρι τὸ 1066, ὅταν οἱ Νορμανδοί, ὑπὸ τὸν Γουλιέλμο τὸν Κατακτητή, εἰσέβαλαν στὴν Βρεττανία καὶ ἐπέβαλαν στὸν λαὸ κάθε μέρους ποὺ κατακτοῦσαν τὰ Ρωμαιοκαθολικὰ δόγματα. 
Κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία, λοιπόν, ὑπῆρξαν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὸ Εὐαγγέλιο πιστά, ζοῦσαν μέσα στὴν ᾿Εκκλησία καὶ εἶναι ἀναγνωρισμένοι ἀπὸ αὐτὴ ὡς ῞Αγιοι. 
῞Ενας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν τοῦ Λίντισφαρν, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εἶναι ὑπόδειγμα αὐθεντικοῦ χριστιανικοῦ καὶ ἱεραποστολικοῦ βίου. 
῾Ο ἅγιος ῎Εϊνταν 
῾Ο ἅγιος ῎Εϊνταν (Aidan) ἦταν ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος καὶ ἡγούμενος στὸ Λίντισφαρν (Lindisfarne). 
Τὸ Λίντισφαρν εἶναι ἕνα μικρὸ νησὶ στὴν ἀκτὴ τῆς βόρειας ᾿Αγγλίας μεταξὺ τῶν σημερινῶν Μπέρουϊκ-ον-Τγουϊντ (Berwick-on-Tweed) καὶ Μπαμπούργ (Bamburgh). 
῾Ο ῞Αγιος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. στὴν ᾿Ιρλανδία. ῎Εγινε Μοναχὸς στὸ νησὶ ᾿Αϊόνα (Iona), ὅπου ὁ ἅγιος Κολούμβα [9 ᾿Ιουνίου] εἶχε ἱδρύσει τὸ μοναστήρι του νωρίτερα. 
῞Οταν ὁ βασιλιὰς ἅγιος ῎Οσβαλντ [5 Αὐγούστου] τῆς Νορθαμβρίας (Northumbria) ζήτησε νὰ τοῦ στείλουν ἕναν ἐπίσκοπο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐκχριστιανίσει τοὺς παγανιστὲς ὑπηκόους του, ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος καὶ πῆγε στὴ Νορθαμβρία τὸ ἔτος 635 μ.Χ. ῾Η ἕδρα του ἦταν τὸ Λίντισφαρν, ὅπου ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο πρῶτα. ῞Ιδρυσε πολλὲς ᾿Ενορίες καὶ ἕνα Μοναστήρι στὸ Μέλροουζ (Melrose), κοντὰ στὸ Λίντισφαρν. Μεταξὺ τῶν πολλῶν πνευματικῶν καρπῶν του ἦταν καὶ ἡ ῾Αγία ῞Ιλδα τοῦ Γουίτμπυ [17 Νοεμβρίου] καὶ ὁ ῞Αγιος Κυθβέρτος [20 Μαρτίου]. 
῾Ο ὅσιος Βέτης/Βέδης [27 Μαΐου] περιγράφει τὸν ἅγιο ῎Εϊνταν ὡς ἕνα ἄξιο πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ δάσκαλο, μὲ φλογερὴ ἀγάπη καὶ καλοσύνη, συνοδευόμενη μὲ ταπείνωση, ζῆλο καὶ εὐγένεια. 
Στὸν βίο τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν διακρίνομε μία αὐθεντικὴ χριστιανικὴ πνευματικότητα, δηλαδὴ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ συνοδευόμενη μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἰδιαιτέρως μάλιστα πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. 
῾Η ἱεραποστολικὴ ὁμάδα τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν στὴν Νορθαμβρία ἦταν αὐτὴ ποὺ ὁδήγησε τοὺς ᾿Αγγλοσάξονες στὸ Χριστιανισμό. Στὸ Λίντισφαρν σήμερα ὑπάρχει ἕνα ἄγαλμα τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν, ὁ ὁποῖος κρατάει ἕνα λυχνάρι, ποὺ συμβολίζει τὴν πίστη, τὴν ὁποία δίδαξε σὲ αὐτὸ τὸ μέρος τῆς ᾿Αγγλίας.

῾Η χειροτονία 
῞Οταν ὁ βασιλιὰς ῎Οσβαλντ ἀνέβηκε στὸν θρόνο, ἦταν ἀποφασισμένος ὅτι ὅλος ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του, ἔπρεπε νὰ λάβει τὴν χάρη τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ. 
῾Ο ῎Οσβαλντ καὶ οἱ ἄντρες του εἶχαν ἤδη γίνει χριστιανοί, ἀφοῦ, ὅταν ἦταν ἐξόριστοι στὴν ᾿Ιρλανδία, εἶχαν βαπτισθεῖ ἀπὸ ᾿Ιρλανδοὺς ἱεραποστόλους. ῞Οταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν ἐξορία ζήτησε ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ᾿Ιρλανδοὺς Γέροντες νὰ στείλουν ἕναν ἐπίσκοπο γιὰ νὰ διδάξει τὰ προτερήματα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἀγγλικὸ λαό του στὴν ἀληθινὴ πίστη. ῾Η ἐπιθυμία του ἐκπληρώθηκε ἀμέσως. Οἱ Γέροντες ἔστειλαν τὸν ἐπίσκοπο ῎Εϊνταν, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξαιρετικὴ καλοσύνη, εὐλάβεια, ἐγκράτεια καὶ ἦταν πλήρως ἀφιερωμένος στὸ Θεό. 
῞Οταν ὁ ᾿Επίσκοπος ἔφθασε, ὁ βασιλιὰς τοῦ ἔδωσε, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του, τὸ νησὶ τοῦ Λίντισφαρν γιὰ ἐπισκοπική του ἕδρα. Αὐτὸ τὸ μέρος, ἐπειδὴ ἡ παλίρροια ἀνεβοκατεβαίνει δυὸ φορὲς τὴν ἡμέρα, περικυκλώνεται ἀπὸ τὰ κύματα τῆς θάλασσας καὶ εἶναι σὰν νησί, καί, ὅταν ἡ ἀκτὴ εἶναι ξερή, δυὸ φορὲς τὴν ἡμέρα πάλι ἑνώνεται μὲ τὴν στεριά. 
῾Ο βασιλιὰς ταπεινὰ καὶ μὲ εὐχαρίστηση ἄκουγε τὴ συμβουλὴ τοῦ ᾿Επισκόπου γιὰ ὅλα τὰ θέματα, καὶ εὐσυνείδητα προσπαθοῦσε νὰ θεμελιώσουν καὶ νὰ ἐπεκτείνουν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸ βασίλειό του. 
Πράγματι, ἦταν ὄμορφο νὰ βλέπει κανεὶς τὸν βασιλιὰ νὰ εἶναι ὁ διερμηνέας τῶν οὐρανίων λόγων πρὸς τὸν λαό του, ὅταν ὁ ᾿Επίσκοπος ῎Εϊνταν κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν δὲν γνώριζε τὴν ἀγγλικὴ γλώσσα καλά, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς εἶχε μάθει τέλεια τὴν ἰρλανδικὴ γλώσσα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακρᾶς ἐξορίας του ἐκεῖ. 
῾Η ἀρετὴ τῆς διακρίσεως 
῞Οταν ὁ βασιλιὰς ῎Οσβαλντ ζήτησε νὰ τοῦ στείλουν κάποιον ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει αὐτὸν καὶ τὸν λαό του, πρῶτα τοῦ ἔστειλαν κάποιον ἄλλον μὲ αὐστηρότερο πνεῦμα. Αὐτὸς κήρυξε στὸν ἀγγλικὸ λαό, ἀλλὰ χωρὶς ἐπιτυχία. ῞Οταν ἀντιλήφθηκε ὅτι δὲν ἔχουν τὴν διάθεση νὰ τὸν ἀκούσουν, ἐπέστρεψε στὴ χώρα του. 
Σὲ μιὰ σύναξη εἶπε στοὺς Γέροντές του ὅτι δὲν εἶχε καμμιὰ πρόοδο μὲ τὸ νὰ διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους ὅπου τὸν εἶχαν στείλει, ἐξαἰτίας τῆς ἀνυπακοῆς, τῆς ξεροκεφαλιᾶς καὶ τῆς βαρβαρότητάς τους. 
῞Ομως, οἱ Γέροντες ἀγωνιοῦσαν νὰ δώσουν τὴ βοήθεια ποὺ ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶχε ζητήσει. Εἶχαν μεγάλη λύπη γιὰ τὸ ὅτι ὁ δάσκαλος ποὺ ἔστειλαν δὲν ἔγινε δεκτός. Συζήτησαν γιὰ πολλὲς ὧρες, καὶ ξαφνικὰ ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν εἶπε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ἐκεῖνον: 
«᾿Αδελφέ, χωρὶς λόγο ἤσουν αὐστηρὸς πρὸς τοὺς ἀδιάφορους ἀκροατές σου. Δὲν τοὺς πρόσφερες πρῶτα τὸ λόγο τῆς ἁπλῆς διδασκαλίας, ὅπως καὶ ὁ ᾿Απόστολος προτείνει (Αʹ Κορ. γʹ 2), ὥστε ἔτσι μὲ ἀργὸ ρυθμὸ καὶ σταδιακά, καθὼς θὰ δυναμώνουν μὲ τὴν τροφὴ τῆς πίστεως τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνουν ἱκανοὶ νὰ δεχθοῦν τὴ βαθύτερη διδασκαλία καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἀνώτερη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ». 
Τότε ὅλα τὰ βλέμματα στράφηκαν πρὸς αὐτόν, καὶ ὅσοι ἦταν παρόντες συλλογίσθηκαν μὲ μεγάλη προσοχὴ αὐτὰ ποὺ εἶπε. Μετά, ὅλοι συμφώνησαν ὅτι ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν ἦταν ἄξιος νὰ γίνει ἐπίσκοπος. Αὐτὸς ἦταν ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ διδάξει ἐκείνους τοὺς ἄπιστους, ἐφ᾿ ὅσον εἶχε ἀποδείξει τὸν ἑαυτό του ὡς προικισμένο μὲ τὴν χάρη τῆς διακρίσεως, τὴν μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν. 
Καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ ἐξαιρετική του προσωπικότητα ἀνέπτυξε πολλὲς ἀρετές, ἀλλ᾿ αὐτὲς ποὺ κυρίως τὸν χαρακτήριζαν ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ διάκριση, ἀρετὲς τὶς ὁποῖες καὶ οἱ Γέροντες εἶχαν πρῶτα παρατηρήσει σὲ αὐτόν. Διδασκαλία μέσῳ τοῦ παραδείγματος. 
 
῾Ο ἅγιος ῎Εϊνταν δίδαξε στὸν ἀγγλικὸ λαὸ πολλὰ ὠφέλιμα πράγματα γιὰ τὸν τρόπο ζωῆς τους. Πάνω ἀπὸ ὅλα τοὺς ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς ἐγκρατείας καὶ τοῦ αὐτοελέγχου. Τὸ σπουδαιότερο ἦταν ὅτι δὲν τοὺς δίδασκε ἄλλο τρόπο ζωῆς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ὁ ἴδιος ζοῦσε μὲ τοὺς ἀδελφούς του. 
῾Ο ἅγιος ῎Εϊνταν ποτὲ δὲν ἔψαξε, ἀλλὰ καὶ οὔτε νοιαζόταν γιὰ ἐπίγειους θησαυρούς. ᾿Αντίθετα, χαιρόταν νὰ δίνει σὲ ὁποιονδήποτε φτωχὸ ἄνθρωπο τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἀπὸ βασιλιάδες καὶ πλούσιους τοῦ κόσμου αὐτοῦ. 
Συνήθιζε νὰ ταξιδεύει ὁπουδήποτε, σὲ πόλεις καὶ σὲ χωριὰ μὲ τὰ πόδια, καὶ ὄχι πάνω σὲ ἄλογο, ἐκτὸς ἂν ἦταν ἀναγκασμένος νὰ κάνει κάτι τέτοιο ἐξ αἰτίας κάποιας ἐπείγουσας ἀνάγκης. Πήγαινε μὲ τὰ πόδια, ὥστε κάθε φορὰ ποὺ ἔβλεπε ἀνθρώπους φτωχοὺς ἢ πλουσίους, νὰ μπορεῖ νὰ τοὺς πλησιάσει κατ᾿ εὐθείαν, χωρὶς νὰ χρειαστεῖ νὰ σταματήσει καὶ νὰ κατέβει ἀπὸ τὸ ἄλογο. ῍Αν αὐτοὶ ἦταν ἤδη πιστοί, τότε τοὺς δυνάμωνε στὴν πίστη, ἐνθαρρύνοντάς τους μὲ λόγια καὶ ἔργα νὰ ἐξασκοῦν τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἀγαθοεργία. 
῾Η ζωὴ τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν, σὲ σύγκριση μὲ τὴ σημερινή μας ἀκηδία, βρίσκεται σὲ μεγάλη ἀντίθεση. ῞Οσοι τὸν συνόδευαν, εἴτε κληρικοὶ εἴτε λαϊκοί, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπασχολημένοι μὲ προσευχὴ καὶ κάποια μορφὴ μελέτης. Δηλαδή, ἔπρεπε νὰ ἀπασχολοῦνται μὲ τὴν ῾Αγία Γραφὴ ἢ μὲ τὸ νὰ μαθαίνουν τοὺς Ψαλμούς. 
῍Αν ποτὲ συνέβαινε, ποὺ σπάνια γινόταν, νὰ εἶναι καλεσμένος ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν σὲ συμπόσιο μὲ τὸν βασιλιά, πήγαινε μαζὶ μὲ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ τοὺς κληρικούς του. ᾿Αφοῦ ἔτρωγε λίγο φαγητό, ἔφευγε βιαστικὰ εἴτε γιὰ νὰ μελετήσει ἢ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. 
Οὔτε ὁ σεβασμός, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ φόβος τὸν σταματοῦσαν νὰ παραμείνει σιωπηλὸς μπροστὰ στὶς ἁμαρτίες τῶν πλουσίων, τοὺς ὁποίους διόρθωνε μὲ μία αὐστηρὴ παρατήρηση. 
Ποτὲ δὲν ἔδωσε λεφτὰ στοὺς ἰσχυροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μόνο τροφή, ὅταν τοὺς φιλοξενοῦσε. Μοίραζε τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα λάμβανε ἀπὸ πλούσιους σὲ φτωχούς, γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν, ὅπως εἴπαμε, ἢ τὰ ἔδινε γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση αὐτῶν ποὺ εἶχαν ἄδικα πουληθεῖ ὡς σκλάβοι. 
῾Η ἀρετὴ τῆς εὐσπλαγχνίας 
Κατά τὴ διάρκεια τῆς ἐπισκοπικῆς του θητείας ἕνας Μερκιανὸς (Mercian) ἐχθρικὸς στρατός, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πένδα (Penda), ἀπάνθρωπα λεηλατοῦσε ὁλόκληρο τὸ βασίλειο τῆς Νορθαμβρίας. 
᾿Αφοῦ ὁ Πένδα ἔφθασε στὴ βασιλικὴ πόλη, ἡ ὁποία εἶχε τὸ ὄνομα μιᾶς πρώην βασίλισσας, τῆς Μπὲμπ (Bebe [Bamburgh]), καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν κατακτήσει μὲ ἐπίθεση ἢ μὲ πολιορκία, προσπάθησε νὰ τὴν πυρπολήσει. Κατεδάφισε ὅλη τὴν ὀχύρωση στὴν περιοχὴ τῆς πόλεως καὶ ἔφερε μαζί του πολλὰ δοκάρια, καδρόνια σκεπῶν, τοίχους κατασκευασμένους μὲ κλαδιὰ καὶ ἀχυρένιες στέγες. Τὰ μάζεψε ὅλα αὐτὰ σὲ ἕνα τεράστιο ὕψος γύρω ἀπὸ αὐτὴ τὴν μεριὰ τῆς πόλεως, τὴν ὁποίαν κοίταζε. 
Τότε ὁ ἐπίσκοπος ῎Εϊνταν ἔμενε στὸ νησὶ Φάρν, λιγότερο ἀπὸ δυὸ μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη. Συχνὰ ἀποσυρόταν ἐκεῖ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος καὶ μὲ ἡσυχία. ῞Οταν ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν εἶδε τὶς φλόγες καὶ τὸν καπνό, ποὺ ἐρχόταν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνέμων πάνω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὰ χέρια του στὸν οὐρανό, καὶ εἶπε μὲ δάκρυα: «῏Ω Κύριε, δὲς πόσο κακὸ κάνει ὁ Πένδα!». 
Μόλις εἶπε αὐτὲς τὶς λέξεις, οἱ ἄνεμοι ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πόλη καὶ οἱ φλόγες στράφηκαν πρὸς τοὺς ἐμπρηστές. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς νὰ πληγωθοῦν, ἐνῶ ὅλοι τους εἶχαν τρομοκρατηθεῖ τόσο πολύ, ποὺ σταμάτησαν νὰ κάνουν ἄλλες προσπάθειες νὰ κατακτήσουν τὴν πόλη, ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι αὐτὴ ἦταν κάτω ἀπὸ θεία προστασία. 
 
῾Η κοίμηση 
λθε ἡ στιγμή, ποὺ ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν ἔπρεπε νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τοὺς οὐρανούς. 
Αὐτὸς ζοῦσε μέσα στὴν περιοχὴ κάποιας βασιλικῆς κατοικίας, ὄχι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, ὅταν τὸν κατέλαβε ἡ ἀσθένεια. ᾿Εκεῖ εἶχε μία ἐκκλησία καὶ ἕνα κελλί, ὅπου πολὺ συχνὰ ἔμενε καθὼς ταξίδευε σὲ γειτονικὲς περιοχὲς γιὰ νὰ κηρύξει. 
Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρρώστιας του, οἱ ἀκόλουθοί του ἔστησαν μία σκηνή, ἐνσωματωμένη στὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας, ποὺ κοίταζε πρὸς τὴ δύση. ῾Ο ἅγιος ῎Εϊνταν ἀνέπνευσε γιὰ τελευταία φορά, καθὼς εἶχε γείρει πρὸς τὸ ἀντιτείχισμα, ποὺ στήριζε τὴν ἐκκλησία ἐξωτερικά. 
Κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὶς 31 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 651 μ.Χ., κατὰ τὸν 17ο χρόνο τῆς ἐπισκοπικῆς του θητείας. 
Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὸ σῶμα του μεταφέρθηκε στὸ νησὶ τοῦ Λίντισφαρν καὶ θάφτηκε στὸ νεκροταφεῖο τῆς ᾿Αδελφότητας. ᾿Αργότερα, ὅταν μία μεγαλύτερη ἐκκλησία χτίσθηκε καὶ ἀφιερώθηκε στὸν πιὸ εὐλογημένο ἀπὸ ὅλους τοὺς ᾿Αποστόλους, στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, τὰ Λείψανα τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν μεταφέρθηκαν καὶ θάφτηκαν στὴ δεξιὰ μεριὰ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, μὲ τὴν τιμὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ ἕνα θαυμαστὸ ἐπίσκοπο. 
῾Η μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 31 Αὐγούστου. 
Τὸ ὅραμα 
Τὴν ἴδια ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ ἁγίου ῎Εϊνταν, ἕνας ἄλλος δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἅγιος Κυθβέρτος, ὅταν ἦταν ἀκόμα λαϊκός, ἔτυχε νὰ χάσει τὸ κοπάδι, τὸ ὁποῖο εἶχε ὑπ᾿ εὐθύνη του. ῎Ετσι μὲ μερικοὺς ἄλλους βοσκοὺς πῆγαν πρὸς τοὺς λόγγους ψάχνοντας γιὰ τὰ χαμένα πρόβατά τους. 
Μία ἀπὸ τὶς νύχτες αὐτές, ποὺ οἱ ἄλλοι εἶχαν ἀποκοιμηθεῖ, αὐτὸς ἐκτελοῦσε καθήκοντα φρουροῦ. Τότε, καθὼς προσευχόταν, εἶδε ξαφνικὰ μία λάμψη νὰ ξεχωρίζει στὸ σκοτάδι, καὶ χοροὺς οὐρανίων δυνάμεων νὰ κατευθύνονται πρὸς τὴ γῆ, νὰ ἁρπάζουν γρήγορα μία ἐντυπωσιακὰ λαμπρὴ ψυχὴ καὶ νὰ ἐπιστρέφουν στὸν οὐρανό. 
Τότε εἶπε ὁ Κυθβέρτος: 
«Τὶ κακόμοιροι εἴμαστε, ποὺ παραδοθήκαμε στὸν ὕπνο καὶ στὴν ἀργία, ὥστε νὰ μὴ δοῦμε ποτὲ τὴν δόξα αὐτῶν, ποὺ βλέπουν τὸν Χριστὸ ἀσταμάτητα! Μετὰ ἀπὸ μία τέτοια μικρὴ ἀγρυπνία, τὶ θαυμάσια εἶδα! ῾Η θύρα τοῦ Παραδείσου ἄνοιξε καὶ μία ὁμάδα ᾿Αγγέλων ὁδήγησε τὸ πνεῦμα ἑνὸς ἁγίου ἀνθρώπου πρὸς στὸν οὐρανό. ᾿Ενῶ ἐμεῖς εἴμαστε σὲ βαθύτατο σκοτάδι, αὐτὸς ἔχει τὴν εὐτυχία νὰ κοιτάζει αἰωνίως στὰ μέρη τοῦ Παραδείσου καὶ τοῦ αἰωνίου Βασιλιᾶ. Πρέπει νὰ ἦταν κάποιος ἅγιος κληρικὸς ἢ κάποιος λαϊκὸς μεγάλης πνευματικότητας, γιὰ νὰ εἶναι περικυκλωμένος ἀπὸ τόσο φῶς καὶ νὰ ὁδηγήθηκε μὲ τόση τιμὴ ἀπὸ συνοδεία ᾿Αγγέλων». 
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἔμαθαν πὼς ὁ ἅγιος ῎Εϊνταν, ὁ ἐπίσκοπος τοῦ Λίντισφαρν, ἕνας ἄνθρωπος ἀξιοθαύμαστης ἁγιότητος, πέρασε πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, κατὰ τὴν ὥρα τοῦ ὁράματός του. 
Τότε καὶ ὁ Κυθβέρτος ἔδωσε τὰ πρόβατα πίσω στοὺς ἰδιοκτῆτες τους καὶ ἀποφάσισε νὰ γίνει Μοναχός.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  
πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ  
Ταπεινής καταγωγής και χωρίς υψηλή κατάσταση, αλλά διαλάμποντας με τις αρετές και τα αποστολικά χαρίσματά του, ο άγιος Αλέξανδρος κρίθηκε άξιος να χρηματίσει βοηθός του αγίου Μητροφάνη [4 Ιουν.], αρχιεπισκόπου Βυζαντίου, με την ιδιότητα του πρωτοπρεσβυτέρου. Μετά την νίκη του αγίου Κωνσταντίνου επί του Λικίνιου, ο αυτοκράτορας διοργάνωσε ρητορικό αγώνα μεταξύ του Αλεξάνδρου και των εθνικών ρητόρων του Βυζαντίου. Όταν ένας από τους φιλόσοφους κατηγόρησε τον Κωνσταντίνο ότι νεωτέριζε σε θέματα θρησκείας, ο Αλέξανδρος στάθηκε μπροστά του και είπε: «Σε διατάζω, εν ονόματι του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, να σωπάσεις!». Και ευθύς ο ρήτορας βουβάθηκε, ενώ όλοι αναγνώρισαν την δύναμη της αληθινής Πίστης [1]. Καθώς ο άγιος Μητροφάνης ήταν άρρωστος και πολύ γέρος για να μεταβεί στην Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325), στην θέση του και εξ ονόματός του πήγε ο Αλέξανδρος [2]. Ιστορείται ότι μετά το πέρας της Συνόδου, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ζήτησε από όλους τους θεοφόρους Πατέρες που είχαν διαλάμψει εκεί να έλθουν στην Κωνσταντινούπολη, που μόλις είχε ιδρύσει, για να την ευλογήσουν. Ένας άγγελος τότε παρουσιάσθηκε στον άγιο Μητροφάνη και του αποκάλυψε ότι πριν παραδώσει την ψυχή του στον Θεό μετά από δέκα ημέρες, έπρεπε να αφήσει διάδοχό του τον Αλέξανδρο [3]. Οι Πατέρες χάρηκαν με το νέο αυτό και μετά την κηδεία του αγίου Μητροφάνη ενθρόνισαν τον άγιο Αλέξανδρο ως πρώτο επίσκοπο της νέας πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας (327). Μετά την Σύνοδο, ο άγιος Αλέξανδρος, ηλικίας τότε περίπου ογδόντα έξι ετών, διακρίθηκε στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου Πίστεως κατά των μηχανορραφιών του Αρείου [4] και των ομοφρόνων του, ενώ μερικοί αναφέρουν ότι έκανε αποστολικά ταξίδια στην Θράκη, την Μακεδονία και την Θεσσαλία, καθώς και στα νησιά, για να κηρύξει την πίστη της Συνόδου της Νικαίας. Όταν ο Άρειος κλήθηκε στην Νικομήδεια για να δώσει λόγο για την πίστη του, κατάφερε να εξαπατήσει τον αυτοκράτορα υπογράφοντας μία ομολογία πίστεως, όπου αρκέστηκε να χαρακτηρίσει τον Υιό του Θεού γεννηθέντα προ αιώνων. Ζήτησε τότε την επανένταξή του στην Εκκλησία και, υπό την πίεση του αρειανόφιλου Ευσέβιου Νικομηδείας, ο αυτοκράτορας είδε με ευνοϊκό μάτι το αίτημά του και ζήτησε από τους επισκόπους που είχαν συνέλθει σε σύνοδο στην Τύρο να το εξετάσουν (335). Η σύνοδος αυτή, που αποτελούνταν κατ’ ουσίαν από οπαδούς του Αρείου, στράφηκε σε άδικη κρίση κατά του αγίου Αθανασίου (296-373), αντιμετωπίζοντάς τον ως μάγο θηριώδη και πρόξενο διχόνοιας. Ενώ ο άγιος Αθανάσιος κατάφερε να αναχωρήσει κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, όπου ματαίως προσπάθησε να εισακουστεί από τον αυτοκράτορα, η σύνοδος προχώρησε στην καθαίρεσή του, που είχε ως κατάληξη την εξορία του στους Τρεβήρους. Ο Άρειος προσπάθησε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, αλλά επειδή ξέσπασε στάση εναντίον του, ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να αποκαταστήσει την κοινωνία του με τον άγιο Αλέξανδρο. Ο αρειανιστής Ευσέβιος Νικομηδείας (280- 341) και οι υποστηρικτές του άσκησαν κάθε είδους πιέσεις στον άγιο ιεράρχη και άρχισαν προετοιμασίες για την τέλεση Λειτουργίας στην οποία επρόκειτο να κοινωνήσει με τον αιρετικό. Ο άγιος Αλέξανδρος κατέφυγε στον ναό της Αγίας Ειρήνης και, γονατισμένος μπροστά στο θυσιαστήριο, προσευχόταν μέρα-νύχτα με δάκρυα λέγοντας στον Κύριο: «Αν ο Άρειος πρέπει να συμφιλιωθεί με την Εκκλησία, άφησε τον δούλο Σου να απέλθει. Αν όμως ευσπλαγχνίζεσαι την Εκκλησία Σου και δεν επιθυμείς να παραδώσεις την κληρονομία Σου στην ντροπή, απόσυρε τον Άρειο για να μην εκληφθεί η αίρεση ως αληθινή Πίστη». Το Σάββατο, παραμονή της προετοιμαζόμενης τελετής, ενώ βρισκόταν στην αγορά, κοντά στην στήλη από πορφυρίτη που είχε ανεγείρει ο Κωνσταντίνος, ο Άρειος ένιωσε αίφνης επείγουσα φυσική ανάγκη που κατέληξε σε ρήξη των σπλάχνων του με αποτέλεσμα να βρει οικτρό θάνατο στον απόπατο και να στερηθεί έτσι την κοινωνία και την ζωή. Όταν έμαθε το νέο, ο άγιος Αλέξανδρος ευχαρίστησε τον Θεό, όχι για τον θάνατο ενός ανθρώπου, αλλά επειδή είχε δείξει για μια φορά ακόμη ότι παρ’ όλη την υποστήριξη της εξουσίας και των ισχυρών του κόσμου τούτου, η αίρεση δεν μπορούσε να υπερισχύσει της αλήθειας της Εκκλησίας [5]. Οι ταραχές ωστόσο δεν έπαψαν και ο άγιος Αλέξανδρος χρειάστηκε να συνεχίσει τον αγώνα για την Ορθοδοξία. Εκοιμήθη εν ειρήνη λίγους μήνες μετά τον θάνατο του αγίου Κωνσταντίνου (337) σε ηλικία ενενήντα οκτώ ετών, για να λάβει στους Ουρανούς την ανταμοιβή του για τους αποστολικούς του μόχθους. Εμπιστεύθηκε στον άγιο Παύλο [6 Νοεμ.] την διαδοχή στον επισκοπικό θρόνο και στον αγώνα για την Ορθοδοξία.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ  
[1] Το θαύμα τούτο αναφέρει ο άγιος Θεοφάνης ο Ομολογητής (760- 818) στην «Χρονογραφία» του, εκδ. Boor, σελ. 23. 
[2] Το όνομά του δεν βρίσκεται στον κατάλογο εκείνων που υπέγραψαν τις αποφάσεις της Συνόδου, αλλά διασώζεται το αντίγραφο της επιστολής που στάλθηκε στον Αλέξανδρο από την Σύνοδο της Αντιοχείας, επιβεβαιώνοντας τις κανονικές κυρώσεις κατά του Αρείου και των οπαδών του. 
[3] Είναι η εκδοχή που παραδίδει η αγιολογική παράδοση (Βίοι των αγίων Μητροφάνους και Αλεξάνδρου, όπως συνοψίζονται στην Βιβλιοθήκη του αγίου Φωτίου, 256, PG 104, 113). Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, ο άγιος Αλέξανδρος είχε χειροτονηθεί επίσκοπος από το 314, αλλά είναι δυνατό να παρέμεινε μαθητής και κατά κάποιον τρόπο βοηθός του αγίου Μητροφάνη, μέχρι τον θάνατο του τελευταίου. 
[4] Ο Άρειος (256-336) ήταν ασκητής και πρεσβύτερος από την ιστορική Εκκλησία της Αλεξάνδρειας με καταγωγή από την Λιβύη. Οι θεολογικές του θέσεις ονομάστηκαν «Αρειανισμός» από τους αντιπάλους του και καταπολεμήθηκαν ως την πιο δεινή αίρεση σε μια περίοδο τριών και πλέον αιώνων («αρειανή διαμάχη»), αν και γνώρισαν ιδιαίτερη απήχηση. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ο Υιός του Θεού ήταν κτίσμα, αλλά πολλοί ιστορικοί της εποχής αποδίδουν την κίνησή του σε αίτια εσωτερικής αντιπαλότητας με τοπικούς πρωτοπρεσβύτερους. Η διδασκαλία του καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. 
[5] Ο θάνατος του Αρείου αναφέρεται από τον άγιο Αθανάσιο σε μία επιστολή προς τον άγιο Σεραπίωνα το 338 (PG 25, 685) και αναπαράγεται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. 
«Νέος Συναξαριστής 
της Ορθοδόξου Εκκλησίας». 
Τόμ. 12ος, Αύγουστος,
σελ. 332–334.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ



ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ 


Ειδωλολάτρης από καταγωγής, ο άγιος Απόστολος Τίτος μεταστράφηκε στην Πίστη από τον άγιο Παύλο, ο οποίος τον ονομάζει «γνήσιο παιδί του χάρη στην Πίστη που τους ενώνει» (Τίτ. 1, 4). Πολλά χρόνια αργότερα (περί το 49), ξαναβρέθηκαν στην Αντιόχεια και ο Παύλος τον οδήγησε μαζί με τον Βαρνάβα στα Ιεροσόλυμα για να δώσει λόγο στους Αποστόλους για την αποστολή του στους εθνικούς. Πεισμένα από τα επιχειρήματα του Παύλου για την απελευθέρωση από τις εντολές του παλαιού Νόμου, τα μέλη της πρώτης αυτής Συνόδου δεν απαίτησαν τελικά να περιτμηθεί ο Τίτος. Έκτοτε, ακολούθησε τον Απόστολο στις περιοδείες του και έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του. Αυτός στάλθηκε στην Κόρινθο για να μεταφέρει εκεί την πρώτη επιστολή του Αποστόλου και να εξηγήσει πώς έπρεπε να γίνει ο έρανος υπέρ των πιστών της Ιερουσαλήμ (βλ. Β΄ Κορ. 8, 6). Αφού όμως ο Τίτος έφυγε από την πόλη για να αναφέρει στον Παύλο τα αποτελέσματα της αποστολής του, σοβαρές ταραχές διαίρεσαν τους χριστιανούς της Κορίνθου. Ο Παύλος, που βρισκόταν τότε στην Έφεσο (περί το 55), παρέδωσε τότε στον Τίτο μία Επιστολή γραμμένη «με πολλή οδύνη και πόνο στην καρδιά» (Β΄ Κορ. 2, 4) με σκοπό να διορθώσει άμεσα τις ηθικές παρεκτροπές. Έγινε δεκτός με φόβο και τρόμο, ως φορέας της αποστολικής αυθεντίας, και αφού αποκατέστησε την τάξη και την αγάπη, πήγε να συναντήσει τον διδάσκαλό του στη Μακεδονία για να του αναφέρει με χαρά την υπακοή που επέδειξαν οι Κορίνθιοι (βλ. Β΄ Κορ. 7, 15). Εν συνεχεία, ο Παύλος τον απέστειλε εκ νέου στην πόλη αυτή μαζί με δύο άλλους αδελφούς για να παραδώσουν στους Κορινθίους τη δεύτερη Επιστολή του και δρέψουν τους καρπούς του εράνου τους.

Αφού βρέθηκε ξανά με τον Παύλο στη Ρώμη κατά την πρώτη φυλάκισή του, τον συνόδευσε στο ταξίδι της επιστροφής στην Ανατολή. Φθάνοντας στην Κρήτη, ευαγγέλισαν από κοινού πολλές πόλεις και ο Παύλος, που εν τω μεταξύ έπρεπε να συνεχίσει την περιοδεία του, άφησε τον Τίτο για να ολοκληρώσει την οργάνωση της νέας Εκκλησίας εγκαθιστώντας σε κάθε πόλη επισκόπους (περί το 63· βλ. Τίτ. 1, 5). Συναντώντας μεγάλες δυσκολίες, ιδιαίτερα εκ μέρους των Εβραίων, ο Τίτος έγραψε στον Παύλο, ο οποίος του απάντησε ενθαρρύνοντάς τον να διδάσκει ό,τι είναι σύμφωνο με τη θεία Διδασκαλία και να δίνει ο ίδιος το παράδειγμα των καλών έργων: «Η διδασκαλία σου να είναι ανόθευτη, σοβαρή, καθαρή, με σωστό περιεχόμενο, που δε θα δίνει αφορμή για κατηγορίες. Έτσι οι αντίπαλοι θα ντροπιαστούν, αφού δεν θά ’χουν τίποτε κακό να λένε για μας» (Τίτ. 2, 7-8).

Ο Παύλος διαμήνυσε στον Τίτο να πάει να τον συναντήσει στη Νικόπολη και από εκεί στάλθηκε για νέα αποστολή στη Δαλματία (περί το 65· βλ. Β΄ Τιμ. 4, 10). Μετά το μαρτύριο του Παύλου, επέστρεψε στην Κρήτη και διοίκησε την Εκκλησία με σοφία και με ποιμαντορικό ζήλο μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Εκοιμήθη εν ειρήνη και το σώμα του κατατέθηκε στον καθεδρικό ναό της Γορτύνης, της επισκοπικής έδρας του, όπου τιμήθηκε για πολλούς αιώνες, ως προστάτης της Εκκλησίας της Κρήτης. Όταν το νησί ελευθερώθηκε από την αραβική κατοχή, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στον Χάνδακα και κτίσθηκε νέος καθεδρικός ναός προς τιμήν του Αποστόλου Τίτου. Ο ναός αυτός υπήρξε ο κύριος τόπος προσκυνήματος της Κρήτης καθ’ όλη την περίοδο της βενετικής κατοχής (1210-1669). Διωγμένοι από την Κρήτη από τους Τούρκους (1669) οι Βενετοί, πήραν μαζί τους την κάρα του αγίου Τίτου, που κατατέθηκε στον ναό του αγίου Μάρκου. Το τίμιο αυτό λείψανο επιστράφηκε στην Εκκλησία της Κρήτης στις 12 Μαΐου 1966.

Μια δεύτερη εκδοχή Συναξαρίου

Σύμφωνα με μιαν άλλη εκκλησιαστική παράδοση, ο άγιος Τίτος φέρεται να κατάγεται από το γένος του βασιλιά της Κρήτης, Μίνωα, και από πολύ νωρίς είχε φανερώσει ζωηρό ενδιαφέρον για τις ειδωλολατρικές επιστήμες. Σε ηλικία είκοσι ετών άκουσε μια ουράνια φωνή να του λέει: «Τίτε, πρέπει να αναχωρήσεις από εδώ για να σώσεις τη ψυχή σου, επειδή η θύραθεν αυτή παιδεία δεν πρόκειται να σε ωφελήσει». Φοβούμενος ωστόσο μήπως αυτή η φωνή ερχόταν από τους δαίμονες για να πλανηθεί, συνέχισε να μελετά τα εθνικά γράμματα. Μετά από εννέα χρόνια είδε άλλο όραμα όπου έλαβε την εντολή να μελετήσει τα βιβλία των Εβραίων. Άνοιξε λοιπόν το βιβλίο του Ησαΐα και έπεσε πάνω στα εξής λόγια: «Ελάτε κοντά Μου! Γίνετε νέα κτίση, όλοι οι λαοί ειδωλολατρικοί, εσείς που κατοικείτε στα νησιά. Οι Ισραηλίτες θα σωθούν από τον Κύριο και θα λάβουν από Αυτόν αιώνια σωτηρία» (Ησ. 45, 16). Ο ανθύπατος και διοικητής της Κρήτης, που ήταν θείος του Τίτου, έχοντας ακούσει πολλά εγκώμια για τα θαύματα που έκανε ο Ιησούς Χριστός στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Παλαιστίνη, αποφάσισε τότε, σε συμφωνία με τους προεστώτες του νησιού, να στείλει τον ανιψιό του επί τόπου για να λάβει πληροφορίες. Φθάνοντας στην Ιερουσαλήμ, ο Τίτος είδε τον Κύριο και τα θαύματα που έκανε και υπήρξε μάρτυρας του ζωοποιού Πάθους Του, της Ανάστασης και της Αναλήψεώς Του. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν ένας από τους μαθητές που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Χειροτονήθηκε από τους Αποστόλους και στάλθηκε κατόπιν σε αποστολή με τον άγιο Παύλο. Πήγαν στην Αντιόχεια, κατόπιν στην περιοχή της Σελεύκειας και από εκεί στην Κύπρο. Από τη Σαλαμίνα έφθασαν εν συνεχεία στην Πέργη της Παμφιλίας και από εκεί μετέβησαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας και στο Ικόνιο (Πράξ. 13, 4-6· 13-14· 52), κατόπιν δε στα Λύστρα και στη Δέρβη, υπομένοντας διώξεις και κατατρεγμούς. Φθάνοντας στην Κρήτη έγιναν δεκτοί από τον διοικητή Ρουστίλο που ήταν γαμπρός του Τίτου. Αυτός προσπάθησε να τους πείσει να μην κηρύττουν κατά των θεών των εθνικών, αλλά μάταια. Λίγο αργότερα, ο άγιος Παύλος ανέστησε με την προσευχή του τον γιο του άρχοντα που μόλις είχε πεθάνει. Έκτοτε ο Ρουστίλος έδειξε μεγάλο σεβασμό απέναντι στους Αποστόλους του Χριστού, επιτρέποντάς τους να διδάσκουν ελεύθερα το Ευαγγέλιο στο νησί. Μετά από τρεις μήνες όμως, ανακλήθηκε στη Ρώμη για να γίνει ύπατος. Οι Εβραίοι άδραξαν την ευκαιρία και προκάλεσαν τότε ταραχές στη νεαρή χριστιανική κοινότητα με λόγους μάταιους και ψευδείς, δίχως να τολμούν όμως να τα βάλουν με τους Αποστόλους που είχαν την προστασία ενός τόσο υψηλού προσώπου.

Φεύγοντας από την Κρήτη για την Έφεσο, όπου μετεστράφησαν πολλοί εθνικοί, ο Παύλος έστειλε τον Τίτο, τον Τιμόθεο και τον Έραστο στην Κόρινθο. Και αφού παραστάθηκε στον μεγάλο Απόστολο των Εθνών μέχρι τον θάνατό του, ο Τίτος φέρεται να συνεργάστηκε στη στερέωση της αποστολής στην Ελλάδα και στις Κολοσσές, προτού επιστρέψει στην πατρίδα του για να συνεχίσει τον ευαγγελισμό της. Έγινε δεκτός με χαρά από τους κατοίκους εκεί, αλλά διαπίστωσε γρήγορα ότι διατηρούσαν τα ειδωλολατρικά έθη τους. Ο Απόστολος πλησίασε τότε το άγαλμα της Αρτέμιδος και το γκρέμισε στο Όνομα του Χριστού. Περισσότεροι από πεντακόσιοι ειδωλολάτρες μετεστράφησαν μπροστά στο θαύμα αυτό και ανεβόησαν: «Μεγάλος είναι ο Θεός που κηρύττει ο Τίτος!». Εγκατέστησε την έδρα του στη Γορτύνη και τοποθέτησε εννέα επισκόπους στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης, στερέωσε δε στην αληθινή Πίστη τόσο με τον λόγο του όσο και με τα θαύματά του.

Όταν σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών ο άγιος Απόστολος πλησίασε τον θάνατο, η κατοικία του γέμισε αίφνης με μία εύοσμη νεφέλη, πλήθος αγγέλων ήλθε να του παρασταθεί και, με το πρόσωπο να λάμπει σαν ήλιος, παρέδωσε στη ψυχή του στον Θεό λέγοντας τούτα τα λόγια: «Κύριε, κράτησα την Πίστη και στερέωσα τον λαό Σου στον φόβο Σου. Δέξου τώρα το πνεύμα μου!». Όταν οδηγούσαν τη σορό του, ντυμένη στα λευκά για να την ενταφιάσουν, οι ειδωλολατρικοί ναοί γκρεμίστηκαν από μόνοι τους και εν συνεχεία πολλοί δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν κοντά στον τάφο του. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,


Σάββατο 24 Αυγούστου 2024

Ο όσιος Αριστοκλής της Μόσχας, ο Αγιορείτης

 
24 Αυγούστου  
Ο όσιος Αριστοκλής της Μόσχας, ο Αγιορείτης 
Ο όσιος Αριστοκλής γεννήθηκε το 1846 στο Όρενμπουργκ κοντά στα Ουράλια όρη. Μετά τον θάνατο της συζύγου του, το 1876, αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στην μεγάλη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, που βρισκόταν τότε στην μεγαλύτερη ακμή της. Εκάρη μοναχός το 1880, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1884 και, τρία χρόνια αργότερα, εστάλη στην Μόσχα για να υπηρετήσει στο Μετόχιο της μονής, που ήταν τότε ένα απλό παρεκκλήσι αφιερωμένο στον άγιο Παντελεήμονα. 
Έγινε ο κτίτορας του Μετοχίου· ένα τριώροφο κτίσμα όπου βρισκόταν ένας ναός της Παναγίας Γοργοϋπηκόου. Η φήμη της αγιότητος της ζωής του απλώθηκε γρήγορα στην πόλη. Ευχαρίστως έσπευδε προς τους αρρώστους, με τίμια λείψανα ή αγιορειτικές θαυματουργές εικόνες, για να τους φέρει ουράνια παρηγορία. 
Μετά τρία χρόνια ως προϊστάμενος του Μετοχίου, κλήθηκε πίσω στο Άγιον Όρος, όπου διακόνησε ως οικονόμος και πνευματικός. Το 1909, εστάλη πάλι στο Μετόχιο της Μόσχας και η πνευματική του ακτινοβολία απλώθηκε τόσο, ώστε τον ονόμαζαν «Ο Στάρετς της Μόσχας». Δεχόταν στο κελλί του μέχρι και εκατό επισκέψεις κάθε ημέρα, και αυτοί που έρχονταν για πρώτη φορά, με την ψυχή φορτωμένη με αμαρτίες ή έχοντας χάσει κάθε ελπίδα, τον κρατούσαν για πάντα ως πνευματικό πατέρα. Είχε λάβει από τον Θεό το διορατικό χάρισμα και έκανε μερικές θαυματουργικές ιάσεις, ιδιαίτερα την ιατρεία ενός εκ γενετής τυφλού παιδιού. 
Έχοντας ολοκληρώσει την σωτήρια αποστολή του, ο όσιος Αριστοκλής εκοιμήθη εν ειρήνη στις 24 Αυγούστου 1918, ατενίζοντας την εικόνα της Παναγίας. Το σώμα του εναποτέθηκε πρώτα στον ναό που είχε ιδρύσει και, το 1923, σύμφωνα με την πρόρρησή του, μεταφέρθηκε στην Μονή του Αγίου Δανιήλ για να αποφύγει τις βεβηλώσεις. Από το 2004 επεστράφη στο Μετόχιο του Αγίου Παντελεήμονος, όπου πηγάζει χάρη και παράκληση για τους χριστιανούς της Μόσχας.


 

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Ο οσιομάρτυρας Δημήτριος από τη Σαμαρίνα


17 Αυγούστου  
Ο οσιομάρτυρας Δημήτριος από τη Σαμαρίνα

Ο οσιομάρτυρας Δημήτριος μαρτύρησε στα Ιωάννινα στις 18 Αυγούστου 1808. Ο Pouqueville, τότε πρόξενος της Γαλλίας στα Ιωάννινα, παρακολούθησε το μαρτύριο του Αγίου και το περιγράφει ως εξής: 
Ο Δημήτριος, τέκνο της βλαχικής κοινότητας της Σαμαρίνας στην Πίνδο, μοναχός τού τάγματος του αγίου Βασιλείου, κινούμενος από την ευαγγελική εκείνη αγάπη που ήταν πάντοτε το χαρακτηριστικό του κηρύγματος σε καιρό διωγμών, διέτρεχε κατά τις θυελλώδεις αυτές ημέρες τις ταραγμένες περιοχές της Θεσσαλίας, για να ηρεμήσει τα πνεύματα και να τα επαναφέρει στον ζυγό της υπακοής. Αφού τον κατήγγειλαν ως στασιαστή, οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος ενώπιον του σατράπη των Ιωαννίνων (του Αλή πασά). Ήθελαν να τον αναγκάσουν να πλάσει συνενόχους για να εμπλέξουν σε ψευδή συνωμοσία τους ορθοδόξους αρχιερείς που κατείχαν τους εκκλησιαστικούς θρόνους της Θεσσαλίας. Αυτός όμως, ενισχυμένος από φλογερή πίστη, έδωσε τη μαρτυρία της αλήθειας του ζώντος Θεού· οι απαντήσεις του άναψαν την οργή του κυβερνήτη, η οποία εκδηλώθηκε σ’ ένα διάλογο που αξίζει να παραδοθεί στη Χριστιανοσύνη ως ενα από τα μνημεία εκείνα που είναι προορισμένα να λαμπρύνουν το μαρτυρολόγιο της όλης Εκκλησίας. 
Αλής: Ανήγγειλες τη βασιλεία του Ιησού Χριστού και επομένως την πτώση των δικών μας ιερών και του βασιλιά μας; 
Δημ.: Ο Θεός μου βασιλεύει στους αιώνες των αιώνων… Σέβομαι τους κυρίους που μας έδωσε. 
Αλής: Τι έχεις στο στήθος σου; 
Δημ.: Τη σεβάσμια εικόνα της Παναγίας Μητέρας του. 
Αλής: Θέλω να τη δω. 
Δημ.: Δεν επιτρέπεται να βεβηλωθεί. Διάταξε να μου λύσουν το ένα χέρι και θα σου την παρουσιάσω. 
Αλής: Έτσι ταράζεις τα πνεύματα; Είμαστε λοιπόν βέβηλοι; Στα λόγια αυτά αναγνωρίζω τον πράκτορα των επισκόπων, οι οποίοι καλούν τους Ρώσους για να μας υποδουλώσουν· πες τούς συνεργούς σου. 
Δημ.: Οι συνεργοί μου είναι η συνείδησή μου και το καθήκον μου, που με υποχρεώνουν να παρηγορώ τους χριστιανούς και να τους κάνω ευπειθείς στους νόμους σας. 
Αλής: Πες στους δικούς σας νόμους, σκύλε χριστιανέ. 
Δημ.: Το όνομα αυτό είναι η δόξα μου. 
Αλής: Έχεις εικόνα της Παναγίας, με την οποία, όπως λένε, γίνονται μαγικά; 
Δημ.: Να λες θαύματα. Η Μητέρα του Σωτήρα μου είναι η μεσίτριά μας στον αθάνατο Υιό της και Θεό. Τα θαύματά της είναι καθημερινά σε μας και κάθε μέρα την επικαλούμαι. 
Αλής: Ας δούμε αν θα σε υπερασπιστεί. Δήμιοι, βασανίστε τον. 
Με τα λόγια αυτά, ειπωμένα με φοβερή οργή, οι αυλικοί τού σατράπη κρύφτηκαν, ενώ οι εκτελεστές συνέλαβαν τον μοναχό και τον έριξαν στα πόδια του τυράννου, ο οποίος τον έφτυσε στο πρόσωπο. Του αφαίρεσαν την αγία εικόνα, έμπηξαν μυτερά καλάμια στα νύχια των ποδιών και των χεριών του, τρύπησαν τα μπράτσα του· και μέσα στους πόνους δεν ακούγονταν από το στόμα του παρά αυτά τα λόγια αγάπης: «Κύριε, ελέησον τον δούλον σου· Βασίλισσα των ουρανών, πρέσβευε υπέρ ημών». 
Μετά το βασανιστήριο των καλαμιών έβαλαν στο σεβάσμιο μέτωπο του ομολογητή τού Ιησού Χριστού αλυσίδα από κότσια, την οποία έσφιγγαν δυνατά λέγοντάς του να ομολογήσει την ενοχή του και να πει τους συνεργούς του· αυτή όμως έσπασε χωρίς να του αποσπάσει ούτε ένα βογγητό. Το μόνο, για το οποίο δυσανασχετούσε ο μάρτυρας, ήταν οι ύβρεις των ασεβών κατά του Θεού. Οι δήμιοι κατάκοποι ζήτησαν να αναβληθούν τα βασανιστήρια για την άλλη μέρα και το θύμα τους ρίχτηκε στο βάθος μιας υγρής φυλακής. 
Ο σατράπης δεν παρέστη πλέον στα βασανιστήρια, τα οποία επαναλήφθηκαν με τη διαταγή του· κρέμασαν τον Δημήτριο σαν άλλο Παύλο με το κεφάλι προς τα κάτω επάνω σε φωτιά από ρητινώδη ξύλα και έκαιγαν αργά το δέρμα του κρανίου. Φοβήθηκαν όμως, από απανθρωπία, μήπως πεθάνει, και αφού τον πήραν από τη φωτιά, τον σκέπασαν με μια τάβλα, επάνω στην οποία ανέβαιναν οι δήμιοι και χόρευαν για να του σπάσουν τα κόκαλα. Ο Δημήτριος νίκησε και στο τελευταίο αυτό βασανιστήριο· και αφού δοκιμάστηκε με τα καλάμια, τη φωτιά και το ποδοπάτημα, τον έκτισαν μέσα σε τοίχο, αφήνοντας ελεύθερο μόνο το κεφάλι του και τρέφοντάς τον για να παρατείνουν τους πόνους του. Μετά από δέκα μέρες ξεψύχησε επικαλούμενος το όνομα του παντοδυνάμου Θεού. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν οι ίδιες με του αγίου Βαβύλα, επισκόπου Αντιοχείας, που και αυτός πέθανε στα χέρια των εχθρών τού Χριστού: «Επίστρεψον, ψυχή μου, εις την ανάπαυσίν σου, ότι ο Κύριος ευηργέτησέ σε» (Ψαλμ. 114:7). 
Αυτός ο χριστιανικός θρίαμβος εξέπληξε την Ήπειρο· αμέσως αναγνώρισαν τον Δημήτριο ως άγιο. Κάποιος μωαμεθανός από την Καστοριά, αυτόπτης των παθών του, ζήτησε να βαπτιστεί, πράγμα που τον αξίωσε μετά από καιρό να λάβει το στεφάνι του μαρτυρίου.* 
Αναφέρονται θαύματα που έγιναν μόνο με την επίκληση του ονόματος τού ομολογητή τού Ιησού Χριστού· ενα από αυτά, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι ότι το αίμα του κατέπαυσε τη λύσσα του τυράννου και ότι υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα της Θεσσαλίας, όπου σταμάτησαν τα βασανιστήρια και ο διωγμός. 
* Σύμφωνα με τους νόμους των Μωαμεθανών, κάθε Τούρκος που ασπάζεται άλλη θρησκεία τιμωρείται με θάνατο. Ο Χασάν από την Καστοριά, αφού αναγεννήθηκε με το βάπτισμα, ζούσε αφανής κάπου στην Ακαρνανία με το ονομα Γεώργιος, καλλιεργώντας ένα χωράφι που νοίκιαζε. Επειδή όμως ξεχώριζε για την ευσέβεια και την καθαρότητα του βίου του, δεν άργησε να ανακαλυφθεί από τον Μέτση Μπόνο, μουσελίμη του Αλή πασά, ο οποίος τον θανάτωσε μετά από βασανιστήρια, από τα οποία θα διηγηθώ μόνο κάτι το ιδιαίτερο: έμπηξαν στα σπλάγχνα του σίδερο τόσο πυρακτωμένο, που είχε γίνει λευκό. Δεν μπορώ ν’ αναφέρω περισσότερες λεπτομέρειες. 
F.-C.-H.-L. Pouqueville, Histoire de la régénération de la Grèce, tome I, Paris 1824, σελ. 294-8. 
Μετάφραση για την Κ.Ο

Άγιος Καρλομάνος, Βασιλιάς των Φράγκων



Άγιος Καρλομάνος, Βασιλιάς των Φράγκων.
 17 Αυγούστου. 
Ο Άγιος Καρλομάνος, Μαγιορδόμος των ανακτόρων της Αυστρασίας (741 - 747) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Καρόλου Μαρτέλου, Μαγιορδόμου και δούκα των Φράγκων, και της συζύγου του Ροτρούδης του Εσμπαί. Με τον θάνατο του Καρόλου (741), ο Καρλομάνος και ο αδελφός του, Πιπίνος ο Βραχύς, διαδέχθηκαν τον πατέρα τους: ο Καρλομάνος στην Αυστρασία και ο Πιπίνος στη Νευστρία. 
Ήταν μέλος της οικογένειας που αργότερα ονομάστηκε Δυναστεία των Καρολιδών και μπορεί να υποστηριχθεί ότι συνέβαλε στην εδραίωση της εξουσίας τους εις βάρος των κυβερνώντων Μεροβίγγειων βασιλέων των Φράγκων. Το 747 αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο για να κλειστεί σε μοναστήρι ως το τέλος της ζωής του. Ο ιστορικός Νόρμαν Κάντορ (1929-2004) γράφει ότι ήταν ο πρώτος "βασιλιάς που αγιάστηκε" και "ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την θρησκευτική πίστη παρά για την βασιλική εξουσία, παρατηρήθηκε αυτό συχνά τους τρεις επόμενους αιώνες κάτι που δείχνει τον βαθμό που επέδρασε η χριστιανική πίστη στην Γερμανική κοινωνία". 
Η αυτοκρατορία δεν είχε διαιρεθεί από τον πατέρα τους επειδή ο Κάρολος Μαρτέλος ήθελε να συμπεριληφθεί στην διανομή ο μικρότερος ετεροθαλής αδελφός τους Γκρίφο από την δεύτερη σύζυγο του Σβάνχιλντ. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους ο Γκρίφο ξεσηκώθηκε εναντίον τους ζητώντας μερίδιο από την πατρική περιουσία, τα δύο αδέλφια αιχμαλώτισαν τον Γκρίφο στο Λαν και τον φυλάκισαν σε μοναστήρι (741). 
Τα δύο αδέλφια μοίρασαν την περιουσία του πατέρα τους : ο Πεπίνος ο Βραχύς ανέλαβε Μαγιορδόμος στην Νευστρία με την Νανσύ και την Ρενς, ο Καρλομάνος την Αυστρασία με την Μπρυζ και την Μετς. Ο βασιλικός θρόνος των Μεροβιγγείων είχε μείνει κενός από τον Κάρολο Μαρτέλο μετά τον θάνατο του Θευδέριχου Δ΄ (737), τα δύο αδέλφια τοποθέτησαν στην θέση του τον Χιλδέριχο Γ΄ (743). 
Ο Καρλομάνος και ο Πεπίνος για 7 ολόκληρα χρόνια συνεργάζονταν άψογα μεταξύ τους βοηθώντας ο ένας τον άλλον στις εκστρατείες τους. Ο Καρλομάνος βοήθησε τον Πεπίνο στην μάχη κατά του Δούκα της Ακουιτανίας Χούναλντ Α΄ που επαναστάτησε δύο φορές (742, 745). Ο Πιπίνος αντίστοιχα βοήθησε τον Καρλομάνο στην μάχη κατά του δούκα Θευδέριχου (742-743) και του Οντίλο της Βαυαρίας (742, 744), που παντρεύτηκε αργότερα την αδελφή τους Χίλτρουντ. 
Ο Καρλμομάνος ενίσχυσε σημαντικά την θέση του στο βασίλειο του με την στήριξη του διάσημου Άγγλο-Σάξονα ιεραπόστολου Γουίνφριντ που έγινε ο μετέπειτα Άγιος Βονιφάτιος ή "Απόστολος των Γερμανών" (τιμάται 5 Ιουνίου), του ανέθεσε την αναδιοργάνωση της εκκλησίας της Αυστρασίας. Την πολιτική που ξεκίνησε ο παππούς του Πεπίνος του Χέρσταλ συνέχισε ο πατέρας του Κάρολος Μαρτέλος που ίδρυσε τέσσερις νέες επισκοπές στην Βαυαρία: Σάλτσμπουργκ, Ρέγκενσμπουργκ, Φράιζινγκ και Πάσσαου, έδωσε στον Άγιο Βονιφάτιο όλη την Μητροπολιτική περιοχή ανατολικά του Ρήνου με έδρα το Μάιντς. 
Ο Κάρλομανος παρείχε οικονομική και ηθική υποστήριξη στις προσπάθειες του Αγίου Βονιφάτιου, δίνοντάς του τη δυνατότητα να ευαγγελίσει και να ιδρύσει πολλές εκκλησίες και μοναστήρια σε όλη τη Γερμανία. 
Ο Άγιος Βονιφάτιος βρισκόταν από το 723 υπό την προστασία του Καρόλου Μαρτέλου, όπως εξήγησε στον φίλο του Ντάνιελ του Γουίντσεστερ δεν μπορούσε να ελέγξει ούτε την εκκλησία, να υπερασπιστεί τον κλήρο και να αποτρέψει την ειδωλολατρεία χωρίς την βοήθεια του Καρόλου. 
Συγκάλεσε με πρωτοβουλία του μαζί με τον Άγιο Βονιφάτιο την πρώτη εκκλησιαστική Γερμανική Σύνοδο (742), εκεί αποφασίστηκε να μην επιτρέπεται οι ιερείς να κρατούν όπλα και να μην έχουν γυναίκες στις κατοικίες τους. Ο πατέρας του είχε προχωρήσει σε κατασχέσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας με στόχο να την μοιράσει στους στρατιώτες του ώστε να μπορέσουν να πολεμήσουν. Η τακτική αυτή τον βοήθησε με αποτέλεσμα τον μεγάλο του θρίαμβο στην Μάχη του Πουατιέ (732), ο Άγιος Βονιφάτιος υποστήριξε τον Κάρολο στις κατασχέσεις επειδή ήθελε να ενισχυθεί ο χριστιανικός στρατός μπροστά στον κίνδυνο του Ισλάμ. 
Οι πράξεις αυτές ήταν για τον Καρλομάνο θέμα θρησκευτικής πίστης, για τον Πεπίνο ήταν απλά θρησκευτικό καθήκον, έκανε πολλές δωρεές γης στον Άγιο Βονιφάτιο. Παρά την βαθιά θρησκευτική του ευλάβεια στην άσκηση εξουσίας ήταν πολύ σκληρός, μετά από συνεχείς εξεγέρσεις των Αλαμμανών συγκάλεσε Σύνοδο (746) που αποφάσισε την εκτέλεση εκατοντάδων Αλαμμανών ευγενών με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι εκτελέσεις έφεραν την οριστική διάλυση του δουκάτου της Αλαμμανίας, από τότε σταμάτησε η ανεξαρτησία του και κυβερνήθηκε από δούκες που διορίστηκαν από τους Φράγκους. Οι πράξεις αυτές ενίσχυσαν σημαντικά την εξουσία των Πεπινιδών απέναντι στις υπόλοιπες στο Φραγκικό κράτος. 
Ο Καρλομάνος αποφάσισε να αποσυρθεί από την δημόσια ζωή και να κλειστεί σε μοναστήρι, πήγε στην Ρώμη στον πάπα Ζαχαρία, που του ζήτησε να κουρευτεί (15 Αυγούστου 747). Οι πηγές της περιόδου λένε ότι παραιτήθηκε "εθελοντικά", πήγε όμως στην Ρώμη για αδιευκρίνιστους λόγους, εκεί του ζήτησε ο πάπας ύστερα από αίτημα του αδελφού του Πεπίνου να παραμείνει, τελικά τον έπεισε. Ζήτησε για τον γιο του Ντρόγκο από τον αδελφό του το δικό του μερίδιο αλλά ο Πεπίνος αρνήθηκε. Στη συνέχεια αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Μόντε Κασίνο. 
Την ίδια εποχή ο ετεροθαλής αδελφός τους Γκρίφο δραπέτευσε από την φυλακή κατέφυγε στην Βαυαρία, προκειμένου να υποστηρίξει τον θείο του Οντίλο, αλλά ο Οντίλο πέθανε την επόμενη χρονιά και ο Γκρίφο επιχείρησε να κυριεύσει το δουκάτο της Βαυαρίας για λογαριασμό του. Τελικά ηττήθηκε και σκοτώθηκε στην μάχη του Σαιν-Ζαν-ντε-Μωριέν (753). Εφτά χρόνια αργότερα ο Πάπας Στέφανος Β΄ κάλεσε τον Πεπίνο που είχε γίνει βασιλιάς να τον βοηθήσει στην μάχη εναντίον του βασιλιά των Λομβαρδών Άιστουλφ. 
Ο Καρλομάνος βγήκε από το μοναστήρι και έτρεξε να τον συναντήσει, πιθανότατα ήθελε να υποστηρίξει τον γιο του Ντρόγκο. Ο Πεπίνος καχύποπτος για τον Ντρόγκο φυλάκισε τον Καρλομάν στη Γαλλική Βιέν όπου και πέθανε.

Ο όσιος Θεοδώρητος ο φωτιστής των Λαπώνων




 
17 Αυγούστου 
Ο όσιος Θεοδώρητος ο φωτιστής των Λαπώνων 
Ο όσιος Θεοδώρητος, μία από τις σημαντικότερες μορφές των αγίων ιεραποστόλων της Ρωσίας, γεννήθηκε περί το 1490 στο Ροστώφ. Σε ηλικία δεκατριών ετών εισήλθε στην Μονή Σολοφκί και ετέθη υπό την καθοδήγηση ενός μαθητή του αγίου Ζωσιμά [17 Απρ.], που ονομαζόταν επίσης Ζωσιμάς. 
Μετά από διακονία δεκαπέντε ετών χειροτονήθηκε διάκονος και, αφού πέρασε ακόμη ένα έτος κοντά στον πνευματικό πατέρα του, ξεκίνησε για προσκύνημα σε διάφορα μοναστήρια. Αφού πέρασε κάποιο διάστημα κοντά στον άγιο Αλέξανδρο του Σβιρ [30 Αυγ.] και δύο χρόνια στην Μονή του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης, αποσύρθηκε για να ζήσει ως ερημίτης κοντά στο μοναστήρι που ίδρυσε ο Πορφύριος, ηγούμενος της Αγίας Τριάδος του Αγίου Σεργίου (1521-1525). 
Κατά την περίοδο αυτή συντάχθηκε με τους οπαδούς του αγίου Νείλου του Σόρα [7 Μαΐου] που αντιτάχθηκαν στην μεγάλες μοναστηριακές ιδιοκτησίες και κατόπιν επέστρεψε κοντά στον πνευματικό του πατέρα για να τον βοηθά μέχρι την μακαρία κοίμησή του. 
Διψώντας πάντα για έναν τόπο πρόσφορο για ησυχαστικό βίο, αποσύρθηκε βορειότερα, στην περιοχή του ποταμού Κόλα, την οποία κατοικούσαν Λάπωνες, και βρήκε έναν ερημίτη ονόματι Μητροφάνη, κοντά στον οποίο εγκαταστάθηκε, τηρώντας όμως αυστηρό βίο σιωπής και προσευχής.
Μετά από είκοσι χρόνια, ο Θεοδώρητος κλήθηκε στο Νόβγκοροντ, όπου ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Έμεινε δύο χρόνια στην μεγαλούπολη αυτή, ως εξομολόγος του αρχιεπισκόπου και πνευματικός σύμβουλος των αρχόντων. Είχε λάβει από τον Θεό την δύναμη να θεραπεύει ασθένειες και ιδιαίτερα να ελευθερώνει τους αμαρτωλούς από τα δίκτυα του διαβόλου και να τους οδηγεί στην οδό της μετανοίας. 
Αφού συγκέντρωσε αρκετές δωρεές αναχώρησε για τον Βορρά μαζί με μερικούς μοναχούς και ίδρυσε κοντά στον ποταμό Κόλα μία εκκλησία και μία μονή αφιερωμένες στην Αγία Τριάδα. Οργάνωσε την αδελφότητα με τρόπο κοινοβιακό συνιστώντας στους μοναχούς του να απαρνηθούν αυστηρά κάθε υλικό αγαθό και να τρέφονται με την εργασία των χεριών τους. 
Παράλληλα με την ίδρυση της μονής, ανέλαβε τότε ιεραποστολική δραστηριότητα στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου του Κόλα, ανάμεσα στους Λάπωνες, που ήσαν ακόμη ειδωλολάτρες. 
Κηρύττοντας στους αυτόχθονες στην δική τους γλώσσα, που είχε μάθει στο Σολοφκί, και με την ακτινοβολία της αγιότητάς του προσείλκυε με ακαταμάχητο τρόπο τις ψυχές στην πίστη. Βάπτισε μάλιστα δύο χιλιάδες Λάπωνες σε μία ημέρα. 
Μετέφρασε επίσης ορισμένα κείμενα της Αγίας Γραφής στην λαπωνική γλώσσα και προσανατόλισε τους πιο φλογερούς μεταξύ των νεοφύτων προς τον μοναχικό βίο. 
Αναγκάστηκε όμως να εγκαταλείψει το μοναστήρι του, ίσως εξαιτίας της αντίθεσης ορισμένων μοναχών, και πέρασε δύο χρόνια ως ηγούμενος ενός μικρού μοναστηριού στην περιοχή του Νόβγκοροντ (1547-1549). 
Ορίστηκε κατόπιν από τον τσάρο Ιβάν Δ’ αρχιμανδρίτης της Μονής του Σωτήρος και του Αγίου Ευθυμίου στο Σουζντάλ. Ήρθε όμως σε σύγκρουση εκεί με τους μοναχούς, που ζούσαν κατά το δοκούν και αντιτίθεντο στις αρχές της ακτημοσύνης που δίδασκαν οι άγιοι Πατέρες. Οι αντίπαλοί του μάλιστα έφθασαν στο σημείο να τον κατηγορήσουν για «λουθηρανική αίρεση». 
Όταν ο στάρετς Αρτέμιος και άλλοι «ακτήμονες» μοναχοί καταδικάστηκαν από μία σύνοδο για την υποστήριξή τους στον αιρετικό Ματθαίο Μπασκίν (1554), ο επίσκοπος του Σουζντάλ επωφελήθηκε της περίστασης για να κατηγορήσει τον όσιο Θεοδώρητο για συμπαιγνία με τους αιρετικούς. 
Ο Αρτέμιος εξορίσθηκε τότε στην Μονή Σολοφκί και ο Θεοδώρητος εκτοπίστηκε στην Μονή του Αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης, όπου υπέστη κακομεταχείριση εκ μέρους κακόβουλων μοναχών. Τέλος, με την παρέμβαση του ηγεμόνα Κούρμπσκυ, ο μητροπολίτης Μακάριος Μόσχας [30 Δεκ.] φρόντισε να μεταφερθεί στην Μονή του Σωτήρος του Ιαροσλάβ. 
Το 1557, ηλικιωμένος και άρρωστος, ο όσιος στάλθηκε από τον Ιβάν Δ’ στην Κωνσταντινούπολη για να εξασφαλίσει από τον οικουμενικό πατριάρχη την επίσημη επικύρωση του τίτλου του τσάρου, που ο μέγας ηγεμόνας της Μόσχας είχε υιοθετήσει από το 1547. 
Η αποστολή αυτή στέφθηκε με επιτυχία και ο όσιος επέστρεψε στην Ρωσία συνοδευόμενος από τον μητροπολίτη Κυζίκου, που κόμιζε πατριαρχικό έγγραφο επικυρωτικό της ίδρυσης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ως διαδόχου του Βυζαντίου. 
Αφού τιμήθηκε γενναιόδωρα από τον τσάρο, ο όσιος Θεοδώρητος έσπευσε να μοιράσει στους φτωχούς τα δώρα που του είχαν δοθεί και κατόπιν αποσύρθηκε στην Μονή του Σωτήρος του Βολογκντά. Παρά την ηλικία του ανέλαβε ακόμη δύο ταξίδια στην μονή του στον Κόλα. Εκοιμήθη εν ειρήνη στις 17 Αυγούστου 1571 *. 
* Σύμφωνα με άλλους φέρεται να τον έπνιξαν μετά από εντολή του Ιβάν του Τρομερού, εξαιτίας της φιλίας του με τον ηγεμόνα Κούρμπσκυ.

 


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

Εις τά ουράνια, η νοερά σου ψυχή, εις τόν Παράδεισον, η καθαρά σου σκηνή,


ΤΗ Κ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ

Μνήμη τού Αγίου Προφήτου Σαμουήλ. 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά τήν α' Στιχολογίαν 
Κάθισμα τής Εορτής 
Ήχος γ' Τήν ωραιότητα
Εις τά ουράνια, η νοερά σου ψυχή, εις τόν Παράδεισον, η καθαρά σου σκηνή, μετατεθείσα έκ φθοράς, αγάλλεται Παναγία, Όθεν ανταπέδωκε, τοίς ανόμοις ο Κύριος, δόλον γάρ ειργάσαντο, τώ τιμίω Λειψάνω σου, Διό σύν Αποστόλοις βοώμεν, Χαίρε η Κεχαριτωμένη.

Δόξα... Καί νύν... Τό αυτό


Успение Пресвятой Богородицы (икона XV века, Тверь)




 

Δημοφιλείς αναρτήσεις