Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου.

  


Μάθημα 3o 
Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου. 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 18-11-2005. 

Να συνεχίσουμε τη θεολογία της εικόνας, αναλύοντας την εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το γεγονός του Ευαγγελισμού περιγράφεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όπου ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει πολλά γεγονότα που έχουν σχέση με την Θεοτόκο και δη με τη γέννηση του Χριστού. Τη γέννηση του Χριστού την περιγράφει και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, αλλά λεπτομέρειες που αφορούν τα γεγονότα αυτά, περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος γνώρισε την Παναγία κι έμαθε τα γεγονότα, όπως για παράδειγμα του Ευαγγελισμού, κατευθείαν από την Παναγία.

Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η θεολογική προσέγγιση της εικόνας. Στην εικόνα του Ευαγγελισμού βλέπουμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ και την Παναγία σε αυτή την μοναδική συνάντηση! Η εικόνα που προσωπικά θεωρώ ότι είναι μάλλον η καλύτερη που έχω δει του Ευαγγελισμού, είναι η εικόνα της Παναγίας του Ευαγγελισμού της Οχρίδας. Η περιοχή της Οχρίδας είναι πάνω από τις Πρέσπες, στα σημερινά Σκόπια. Είναι μια πανέμορφη εικόνα αγνώστου καλλιτέχνη.

Να δούμε λίγο την εικόνα. Μερικά στοιχεία που έχω δώσει σε προηγούμενες αναλύσεις για τον Άγγελο και για την Παναγία, θα τα προσεγγίσουμε σήμερα με καλύτερο τρόπο. Πρώτα – πρώτα, ο Άγγελος αναγγέλλει ένα γεγονός. Εφ όσον αναγγέλλει γεγονός και κινείται, τα πόδια του όπως βλέπουμε στην εικόνα, είναι ανοιχτά. Υπάρχει μια κίνηση. Σε άλλες περιπτώσεις θα δούμε αγγέλους οι οποίοι δεν έχουν αυτή την κίνηση, που τα πόδια τους είναι στατικά. Ό,τι γνωρίζουμε για τους αγγέλους, το γνωρίζουμε από την Αγία Γραφή. Κατά τα μέτρα της Αγίας Γραφής είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα». Δηλαδή έχουν δύο πράγματα. Πρώτον, είναι λειτουργικά πνεύματα, λειτουργούν τον Θεό και δεύτερον εις διακονίαν αποστελλόμενα. Έχουν αποστολή. Τους αποστέλλει ο Θεός για να κάνουν κάτι στον κόσμο. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Για τα άλλα ουράνια τάγματα δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Τα περισσότερα που γνωρίζουμε είναι για τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους. Ενώ γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τα τάγματα που ονομάζονται αρχές, κυριότητες, θρόνοι, εξουσίες, δυνάμεις, πολυόμματα, παρόλα αυτά δεν γνωρίζουμε τον ρόλο τους τον λειτουργικό. Λίγα πράγματα ξέρουμε για τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα οποία έχουν εμφανιστεί στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης.

Αλλά περισσότερες και πιο συνεχείς εμφανίσεις έχουμε από τους αγγέλους και δη τους αρχαγγέλους. Να θυμάστε, ο εκ των αρχαγγέλων Μιχαήλ εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη και ο εκ των αρχαγγέλων Γαβριήλ εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη. Όταν λοιπόν βλέπετε αρχάγγελο στο χώρο της Καινής Διαθήκης - και το όνομα του να μην ξέρετε - είναι ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ συνήθως, αλλά όχι κατ΄ αποκλειστικότητα, εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη. Βέβαια σε γεγονότα τα οποία διατρέχουν την ιστορία της εκκλησίας μας, έχουμε επί μέρους διαφοροποιήσεις. Έχουμε το εν Χώναις θαύμα, που το γιορτάζουμε τον μήνα Σεπτέμβριο και το οποίο το κάνει ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ. Αλλά αυτή είναι μια βασική θεώρηση των πραγμάτων. Για αυτό να ξέρετε και εξ απόψεως λειτουργικής κατατάξεως των εικόνων στο ιερό, η ωραία Πύλη έχει δύο πόρτες. Η δεξιά - όπως βλέπουμε εμείς - και η αριστερή. Αν έχετε παρατηρήσει, η πόρτα η αριστερή, μόνο αυτή χρησιμοποιείται στη Θεία λειτουργία. Ενώ σε όλες τις ακολουθίες ο ιερέας ή ο διάκονος βγαίνει από την πόρτα την αριστερή και εισέρχεται από την δεξιά, όταν αρχίσει η Θεία λειτουργία η δεξιά πόρτα καταργείται τελείως. Χρησιμοποιείται μόνο η αριστερή πόρτα, όπου γίνονται οι είσοδοι των ιερέων με τα άγια. Αυτό σημαίνει πως η πόρτα αυτή πού έχει λειτουργική χρήση την ώρα της Καινής Διαθήκης, είναι η θύρα της Καινής Διαθήκης. Ενώ η άλλη πόρτα πού έχει λειτουργική χρήση συνεχώς και καταλυμπάνεται, δεν λειτουργεί την ώρα της Θείας λειτουργίας είναι - ας την πούμε συμβολικά - η πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης. Γι΄ αυτό πάνω στην πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης - που είναι η δεξιά όπως την βλέπουμε εμείς - αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Μιχαήλ που είναι ο αρχάγγελος της Παλαιάς Διαθήκης και στην αριστερή πόρτα αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ.

Οι άγγελοι λοιπόν, είναι «λειτουργικά πνεύματα είς διακονίαν αποστελλόμενα». Αν λοιπόν, οι άγγελοι είναι λειτουργοί, όπως στην εικόνα της Βαπτίσεως πού διακονούν το Χριστό πού βαπτίζεται, θα τους δούμε να είναι ακίνητοι. Τα πόδια τους είναι κλειστά. Αν δούμε τα πόδια τους ανοικτά, τότε σημαίνει πως είναι αποστελλόμενοι. Το ίδιο μέγεθος της κινήσεως των ποδών θα το δούμε να περνάει και στους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι έχουν μία κίνηση· λειτουργούν τον Θεό. Αν βρίσκονται σε αποστολή έχουν ανοικτά τα πόδια. Αν βρίσκονται σε λειτουργία του μυστηρίου της θείας οικονομίας, έχουν κλειστά τα πόδια. Στην εικόνα της Αναλήψεως ή στην εικόνα της ψηλαφήσεως τού Θωμά θα δείτε τους μαθητές να στέκονται ένθεν και ένθεν. Στο κέντρο είναι ο Θωμάς, ο οποίος ψηλαφεί τον Χριστό και ένθεν και ένθεν είναι οι υπόλοιποι απόστολοι. Θα δείτε τους μισούς να έχουν ανοικτά πόδια και τους άλλους μισούς να έχουν κλειστά πόδια. Δεν μπορούν να αγιογραφήσουν τον ίδιο Απόστολο με ανοιχτά και κλειστά πόδια. Επειδή οι Απόστολοι είναι ένα σώμα, οι μισοί εκδηλώνουν την κίνηση, που είναι απόστολοι δια της ανοικτής εκφράσεως των ποδών τους και οι άλλοι μισοί δια της κλειστής εκφράσεως των ποδών τους. Και δηλώνουν που ταυτόχρονα είναι και εν κινήσει, αλλά και λειτουργοί. Αυτό είμαστε και εμείς δηλαδή. Στην Ορθοδοξία δεν αναρωτιόμαστε «τι είναι καλύτερο»; Να είμαστε ακίνητοι ή κινούμενοι; Μας ενδιαφέρει να είμαστε κινούμενοι, κατά τα μέτρα της αποστολής που μας βάζει ο Θεός να κάνουμε, και ακίνητοι κατά τα μέτρα του ησυχασμού και της στάσεως της νηπτικής και της προσευχής. Και τα δύο μέτρα ισορροπούν στην Ορθοδοξία. Ποτέ δεν έχουμε μια απολυτότητα. Δηλαδή, αν κάποιος πει «εγώ θα ησυχάσω χωρίς να κάνω κίνηση, κάποια ενέργεια», τότε αυτός δεν ζει την Ορθοδοξία σωστά. Αυτά τα δύο λοιπόν, εναλλάσσονται.

Στην εικόνα, ο αρχάγγελος Γαβριήλ είναι αποστελλόμενος στην Παναγία, γι΄ αυτό τα πόδια του είναι ανοιχτά. Όπως βλέπετε, έχει το χέρι του εκτεταμένο, της δείχνει κάτι. Αν ήταν λειτουργός και λειτουργούσε το μυστήριο (όπως μπορείτε να δείτε) στην εικόνα της Βαπτίσεως, τα χέρια του θα ήταν κλειστά. Και μάλιστα καλυμμένα με ένα ύφασμα. Ενώ βλέπετε, αν το χέρι είναι ανοικτό, κάτι δεικνύει. Ο Θεός του λέει κάτι να πει. Δεν είναι το δικό του το χέρι. Δανείζει το χέρι του, στο Θεό. Αυτό συμβαίνει στη Θεία λειτουργία. Αν έχετε παρατηρήσει, εμείς οι ιερείς φοράμε το εξωτερικό ένδυμα το οποίο λέγεται φελόνιον και καλύπτει τα χέρια μας. Τα χέρια μας είναι καλυμμένα. Που σημαίνει ότι δεν έχουμε χέρια. Κι αν πρόκειται να κάνουμε κάτι, το κάνουμε όπως το λέει η Εκκλησία, κατά εντολή του Θεού. Δηλαδή, δε χρησιμοποιούμε τα χέρια μας όπως εμείς θέλουμε για να κάνουμε εκφράσεις λύπης, χαράς, θριάμβου, νίκης κτλ. Ο ιερέας βγάζει το χέρι του κάτω από το φελόνιο για να ευλογήσει τον λαό, τα τίμια δώρα, να πει «ειρήνη πάσι». Τίποτα άλλο. Βλέπετε κι ο ιερέας μετέχει αγγελικώς, κατά τα δικά του τα μέτρα, όπως κι όλος ο λαός του Θεού, στο θέμα της λειτουργίας. Κινητός και ακίνητος. Στην εικόνα, ο Άγγελος λοιπόν, έχει το χέρι εκτεταμένο, τα πόδια ανοιχτά, που είναι αυτή τη στιγμή εις διακονίαν αποστελλόμενος. Βλέπετε αυτά είναι πολύ σπουδαία πράγματα! Κι αυτά δεν μπορείτε να τα καταργήσετε.

Ας δούμε την κεφαλή του Αγγέλου. Βλέπετε πως ο Άγγελος έχει μια κορδέλα. Αυτή η κορδέλα στην αγιογραφία είναι (θα έλεγα) η σαρκική, υλική έκφραση της νοεράς προσευχής. Ο Άγγελος συγκεντρώνει το πλούσιο του νοός του, (δεν μπορώ να περιγράψω τη διάνοια και το νου) μπροστά στο Θεό. Για αυτό έχει κι αυτήν την κορδέλα. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αυτή η συγκέντρωση.

Και προσέξτε, που η απεικόνιση της κεφαλής δεν είναι προφίλ, ούτε κατά πρόσωπον. Είναι απεικόνιση κατά τα τρία τέταρτα, όπου βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Αυτό που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Και το βλέπουμε αυτό και σε όλους τους αγίους.

Ο Άγγελος κρατάει στα χέρια του ένα ραβδί. Ποτέ μην αγιογραφήσετε τον Άγγελο με εκείνη την έκφραση την ρομαντική - όπως την κάνει η βατικάνια αγιογραφία - να μεταφέρει κάποιο κρίνο. Δεν υπάρχει παράδοση που να αναφέρει κάτι τέτοιο και ούτε μας λέει η Αγία Γραφή ότι ο Άγγελος κρατάει ραβδί στα χέρια του. Το ραβδί για εμάς έχει ένα θεολογικό συμβολισμό. Το ραβδί ήτανε πάντοτε το αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αγγελιοφόροι για να αναγγείλουν τα μηνύματά τους. Μέχρι και πρόσφατα στα χωριά μας, έβγαινε ένας ντελάλης και χτυπούσε στο δάπεδο, στο καλντερίμι, ένα ξύλο και έλεγε θα γίνει αύριο αυτό το γεγονός. Το ραβδί σημαίνει πως ο Άγγελος έρχεται να αναγγείλει κάτι. Δεν κρατάει ένα λουλούδι για να ωραιοποιήσει την κατάσταση ή να δώσει ένα δώρο στην Παναγία. Αυτό είναι λάθος. Είναι ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος. Και η εκκλησία μας ποτέ στην αγιογραφία δεν κάνει ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος, αλλά πάντοτε κάνει κατανυκτική αντιμετώπιση του γεγονότος.

Η εκκλησία με τις τέχνες της θέλει να δώσει κατάνυξη κι όχι να δώσει ρομαντισμό. Γι΄ αυτό βλέπετε στην Ορθόδοξη τέχνη διαφοροποιούμεθα τελείως. Και στη μουσική και στη ζωγραφική. Δυο κατ΄εξοχήν τέχνες. Υπάρχουν και άλλες τέχνες, όπως η ξυλογλυπτική. Όπως με αυτές τις δύο κατ΄εξοχήν τέχνες, έτσι και με το ξυλόγλυπτο το ίδιο πράγμα γίνεται. Κάνουμε απλά, λιτά ξυλόγλυπτα. Δεν κάνουμε ποτέ ούτε μπαρόκ, ούτε ροκοκό, τα οποία είναι εμπλουτισμένα, φορτωμένα πάρα πολύ για να εντυπωσιάσουν τις αισθήσεις του ανθρώπου. Όλη αυτή η τέχνη περνάει στην εκκλησία και περνάει ακόμη και πάνω στα άμφια των κληρικών κτλ. Και εδώ υπάρχει μια θεολογία. Η λιτότητα των αμφίων, ούτε με προσθήκες, ούτε με πολλές παραστάσεις πάνω και διάφορα χρώματα. Η εκκλησία μας έχει μια λιτότητα σε όλα αυτά τα πράγματα. Αλλά εμάς η προκείμενή μας δουλειά είναι να δούμε την αγιογραφία και να θυμηθούμε αυτή τη λιτότητα, η οποία εκφράζεται με αυτό το ραβδί και με το χέρι του Αγγέλου το οποίο εκτείνεται.

Ο Άγγελος έχει μια λωρίδα - θα δούμε αυτή τη λωρίδα και στα ρούχα του Χριστού πολλές φορές - που δηλώνει πως ως αξιωματικός έχει μια εντολή. Πήρε μια εξουσία από κάποια ανώτερη αρχή. Δηλώνει πως ένας Άγγελος δεν είναι αυτοτελής. Δεν λειτουργεί μόνος του. Δεν λειτουργεί κατά τα μέτρα της δικής επιθυμίας, αλλά υπακούει στο Θεό. Κι εδώ με αυτή την κορδέλα (λωρίδα) δηλώνεται η δοθείσα εξουσία. Στον Χριστό, η δοθείσα εξουσία δηλώνεται και με μια κορδέλα, αλλά ταυτόχρονα θα Τον δούμε να κρατάει στα χέρια Του - συνήθως πάντοτε - ένα ειλητάριο. Τα ευαγγέλια παλιά δεν ήταν βιβλία, ήταν αυτά τα ελισσώμενα αντικείμενα των παπύρων. Ο Χριστός πήρε την εξουσία από τον Πατέρα για να κάνει αυτό που θα κάνει. Κανείς δηλαδή δεν είναι αυτοτελής.

Κατά τα άλλα, οι άγγελοι αγιογραφούνται όπως τους έχουμε δει. Τους είδαμε ανθρωποειδείς, τους είδαμε να έχουν πτέρυγες. Δεν είναι μια δική μας επινόηση. Αγιογραφούμε με θεολογικό τρόπο, ότι είδαμε. Τα τροπάρια της εκκλησίας μας αναφέρουν ότι είναι δευτερεύοντα φώτα. Πρωτεύον φως είναι ο Θεός. Όλοι οι άλλοι, οι άγιοι και οι άγγελοι είναι δευτερεύοντα φώτα γιατί παίρνουν το φως από το Θεό. Κανείς δεν έχει δικό του, ίδιον φως. Και οι άγιοι που έχουν τα φωτοστέφανα γύρω από το κεφάλι τους, δηλώνεται το δευτερεύον φως. Είναι το φως του Θεού. Το οποίο καταυγάζει όλο τους το κεφάλι.

Να θυμάστε όλους τους αγγέλους τους τιμάμε πάντοτε την ημέρα της Δευτέρας. Κάθε φορά που είναι Δευτέρα τιμούνται οι άγγελοι. Όπως Κυριακή είναι η μέρα της Αναστάσεως. Δευτέρα των αγγέλων. Τρίτη είναι του Προδρόμου. Τετάρτη είναι της Σταυρώσεως και της Παναγίας. Πέμπτη των αγίων Αποστόλων και πάντοτε του αγίου Νικολάου, εις τύπον ενός ιεράρχη. Παρασκευή πάλι της Παναγίας και ταυτόχρονα και του Σταυρού. Σάββατο είναι η μέρα των κεκοιμημένων και Κυριακή της Αναστάσεως. Πλέον βέβαια των αγίων που γιορτάζουμε κάθε μέρα. Και όλα τα τροπάρια της Δευτέρας - αν ανοίξετε το βιβλίο που λέγεται Παρακλητική - ομιλούν πάντοτε για τους αγγέλους. Και τροπάρια θεολογικά για τους αγγέλους μπορείτε να βρείτε και στις ακολουθίες του Μεσονυκτικού, Κυριακή πρωί, όπου εκφράζεται το τριαδικό δόγμα της εκκλησίας μας, στο οποίο μετέχουν διακονώντας ως δευτερεύοντα φώτα και οι άγγελοι.

Αυτά τα λέω για να αποκτήσετε μια ευρύτερη εμπειρία, γιατί εμείς δεν έχουμε τέχνες αποσπασματικές. Ο αγιογράφος γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από τη ζωή της εκκλησίας. Και πρέπει να δει με μια ευρύτητα τα πράγματα. Ένας αγιογράφος που δεν λειτουργείται, που δε ζει το μυστήριο της εκκλησίας, ποτέ δεν μπορεί να αγιογραφήσει. Και πόσο μάλλον ο αγιογράφος που δεν ξέρει στοιχειώδη θεολογικά πράγματα.

Να έρθουμε λίγο στην Παναγία. Και βλέπετε την Παναγία καθήμενη. Καθήμενη μπορεί να είναι συνήθως η Παναγία ή ο Χριστός. Και το καθήμενος δηλώνει μία βεβαιότητα. Το χέρι της Παναγίας που είναι ανοιχτό δηλώνει κίνηση αποδοχής. Σημαίνει «αποδέχομαι». Εδώ δεν έχουμε κόμικς να βάλουμε εκφράσεις και λόγια. Η αποδοχή δηλώνεται ταυτόχρονα με το κεκλιμένο της κεφαλής. Υπάρχει μια ελαχίστη μικροτάτη κλίση, η οποία δηλώνει ταυτόχρονα με την έκφραση της ανοιχτής παλάμης, την αποδοχή. Όπου δούμε λοιπόν ή θέλουμε να εκφράσουμε αποδοχή γεγονότος κάνουμε κεκλιμένο κεφάλι. Μια ελαχίστη μικρή ταπείνωση που δεν είναι εμφανής. Δηλαδή, δεν είναι μια εκρηκτική ταπείνωση. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτό ένα στοιχείο ρομαντικό ή εκκωφαντικό. Η ανοιχτή παλάμη δηλώνει την αποδοχή.

Με το άλλο το χέρι η Παναγία κρατάει ένα αντικείμενο. Είναι μία ρόκα όπου γνέθει. Δηλώνει ταυτόχρονα αυτό που είναι η Παναγία. Που είναι η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Που προσομοιάζει με τα αγγελικά τα τάγματα και είναι τιμιωτέρα από όλα αυτά. Ταυτόχρονα όμως παραμένει άνθρωπος και εργάζεται και τα ανθρώπινα. Για αυτό κρατάει αυτήν την ρόκα. Κανείς μέσα στη ζωή της εκκλησίας δεν είναι μόνο πνευματικός άνθρωπος. Επειδή φέρει και τα σαρκικά και τη σαρκική φύση - που δεν είναι αμαρτία το σαρκικό - κάνει και τα ανθρώπινά του έργα. Είναι εργασία. Και να θυμάστε όλη η ασκητική θεωρία και η νηπτική θεωρία της Ορθοδοξίας κρίνεται στην εναλλαγή, δηλαδή στην ταυτόχρονη λειτουργία της εργασίας και της προσευχής. Για αυτό έχει αυτή τη ρόκα η Παναγία. Και είναι καθήμενη.

Έχω μιλήσει για τα τρία αστεράκια που φέρει η Παναγία. Ένα αστεράκι στο κεφάλι και δύο αστεράκια στην πλάτη της Παναγίας. Τα αστεράκια είναι οκτάκτινα· έχουνε οκτώ ακτίνες. Το τριπλό αστεράκι σημαίνει ότι η Παναγία είναι Αειπάρθενος. Ήταν, είναι και πάντα θα είναι Παρθένος. Προ, κατά και μετά τον τόκο. Το οκτάκτινο αστεράκι, με τις οκτώ ακτίνες δηλώνει το μυστήριο της ογδόης ημέρας. Το μυστήριο της ογδόης ημέρας είναι το μυστήριο της ημέρας που (εγκαινίασε) ο Θεός με το έργο της θείας οικονομίας, για να σώσει τον άνθρωπο. Γιατί εμείς την έβδομη ημέρα, την τελευταία ημέρα της δημιουργίας, αποτύχαμε σε αυτό που μας έκανε ο Θεός. Και εμείς την ίδια στιγμή που μετέχουμε στα της Παναγίας στο έργο της θείας οικονομίας.

Οι Πατέρες της εκκλησίας θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας, αλλά καίρια θεολογική στιγμή για το πρόσωπο της Παναγίας, είναι η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος. Η εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδος, όπου σε αυτή κάποιοι υποστήριξαν, όπως ο Νεστόριος ένας αιρετικός , πως η Παναγία δεν είναι Θεοτόκος αλλά είναι Χριστοτόκος. Θα πείτε τι διαφορά έχει; Πολύ μεγάλη διαφορά. Άλλο Θεοτόκος που γεννάει τον Θεό, και άλλο Χριστοτόκος. Αυτή η διαφορά τι σημαίνει; Έλεγε ο Νεστόριος λοιπόν να είναι Χριστοτόκος. Γέννησε το Χριστό, τίποτε άλλο. Κατά τον Νεστόριο, δηλαδή ήταν μία σωλήνα από την οποία πέρασε ο Χριστός και τίποτε άλλο. Αυτό είναι θεολογικό λάθος. Πώς γεννήθηκε ο Χριστός; Τι λέμε εμείς στο Πιστεύω; «Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Λειτουργούν εδώ δύο γεγονότα. Όπως σε μια γέννηση ενός παιδιού λειτουργεί ο άνδρας και η γυναίκα, εδώ λειτουργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Τι κάνει η Παναγία; Δίνει την ανθρώπινη σάρκα του (κόσμου) στον Χριστό. Άρα, η συμμετοχή της Παναγίας δεν είναι απλώς η συμμετοχή μιας σωλήνας, που εξυπηρετεί μία κατάσταση. Δεν διέρχεται ο Χριστός από μέσα, χωρίς η Παναγία να προσφέρει τα ανθρώπινα μεγέθη. Ο Χριστός προσλαμβάνει τα ανθρώπινα μεγέθη από την Παναγία. Άρα είναι Θεο - τόκος. Γεννιέται ο Θεός, ο οποίος ( Θεός σαρκούται). Είναι πολύ μεγάλη διαφορά. Και έγινε μια ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος για αυτό και μόνο το θέμα. Αν η Παναγία είναι Χριστοτόκος ή Θεοτόκος; Και αντιμετώπισαν αυτή τη θεολογία πολύ μεγάλοι Πατέρες, όπως ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και άλλοι θεολόγοι, οι οποίοι πρωτογενώς, θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας μας.

Να επανέλθω και πάλι στην πρώτη εικόνα του Ευαγγελισμού. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία τα οποία μπορεί να διαμορφωθούν και χρωματικά. Υπάρχει ο θρόνος. Ή ακόμη αυτό το κόκκινο ύφασμα που είναι επάνω. Και σε άλλες εικόνες, συνήθως δεσποτικών εορτών ή της παρουσίας του Χριστού και της Παναγίας, βάζουμε αυτό το κόκκινο ύφασμα που δηλώνει ένα γεγονός χαρμόσυνο. Θα λέγαμε, ένα γεγονός χαρμοαναστάσημο. Αλλά είναι δευτερεύον στοιχείο, με την έννοια ότι μπορεί και να μην μπει. Δεν θα το δείτε σε όλες τις εικόνες. Μεταβάλλεται κατά την επιλογή των αγιογράφων. Ενώ τα θεολογικά στοιχεία, χρησιμοποιούνται ως έχουν. Για παράδειγμα, το βάθρο πάνω στο οποίο στέκεται ο Άγγελος ή η Παναγία, είναι δευτερεύον στοιχείο. Είναι απαραίτητο, να μπορείτε να διακρίνετε τα θεολογικά στοιχεία από τα δευτερεύοντα στοιχεία.

Το χρώμα του ενδύματος της Παναγίας, το μαφόριο είναι σκούρο κόκκινο, που είναι το χρώμα το οποίο έχει η Ορθοδοξία μας ως χρώμα βαθύτατο κατανυκτικό. Η εκκλησία μας ποτέ δεν χρησιμοποιεί χρώμα μαύρο. Είναι ατυχέστατο οι ιερείς να ντύνονται - ειδικά τη μεγάλη Σαρακοστή - με μαύρα ρούχα ή να βάζουν στην αγία Τράπεζα, την περίοδο της Σαρακοστής μαύρα καλύμματα. Εμείς, δεν έχουμε ποτέ το απόλυτο της θλίψεως. Εμείς - όπως θα το δούμε και στο σχήμα του στόματος που αγιογραφούμε - μιλάμε για την χαρμολύπη. Είναι δύο συνδυαστικά στοιχεία. Ποτέ δεν είμαστε στην απόλυτη χαρά και στην απόλυτη λύπη. Η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Γιατί ζούμε σε ένα χώρο μεταπτωτικό. Και η απόλυτη λύπη είναι μια τραγωδία, γιατί η λύπη σημαίνει ότι τα έχασες όλα. Δεν υπάρχει ελπίδα στο Χριστό. Εμείς για ένα πράγμα μόνο λυπούμαστε. Λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας. Αυτό που είπε ο Χριστός «οργίζεστε και μην αμαρτάνετε». Πρέπει να οργιζόμαστε μόνο για τις αμαρτίες μας. Δεν πρέπει να αμαρτάνουμε για τίποτα. Και λυπούμεθα μόνο για τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός την ώρα της προσευχής Του στον κήπο της Γεσθημανή, λέει το κείμενο (στο κατά Μάρκον ευαγγέλιον) ότι «ήταν περίλυπος». Συγκεκριμένα, λέει ο Χριστός: «περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Δεν σημαίνει που ο Χριστός είναι απογοητευμένος. Προσέχετε τη λέξη; Είναι περί - λυπος. Όχι λυπημένος. Αλλά είναι περίλυπος. Που σημαίνει ότι υπάρχει λύπη γύρω από Αυτόν. Είναι η λύπη της αμαρτίας που λειτουργεί γύρω του και γι’ αυτό είναι περίλυπος, για τη δική μας αμαρτία. Η εκκλησία μας ποτέ δεν κάνει γεγονότα απολύτου λύπης ή θλίψεως. Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι μια μέρα λύπης. Είναι τελείως λανθασμένη αντιμετώπιση. Είναι μια μέρα χαρμο - λύπης. Λυπούμαστε για ένα πράγμα. Γιατί τολμήσαμε να σταυρώσουμε τον Χριστό. Και ταυτόχρονα χαιρόμαστε γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Για αυτό αν πάτε Παρασκευή πρωί, στην ακολουθία της Αποκαθηλώσεως - που είναι ο εσπερινός του Μεγάλου Σαββάτου - θα δείτε τους ιερείς υποχρεωτικά να φορούν λευκά άμφια. Κι αν ακόμα την περίοδο της Σαρακοστής λανθασμένα φορούσαν μαύρα ρούχα, υποχρεωτικά τα αλλάζουν και τα κάνουν άσπρα. Γιατί αρχίζει και λειτουργεί το μυστήριο της καθόδου του Χριστού στον Άδη. Και την ώρα που είναι νεκρός πάνω στον Σταυρό, νικιέται ο θάνατος. Δεν έχουμε γεγονότα θλίψεως και λύπης. Αλλά έχουμε τη χαρμολύπη που λειτουργείται σε όλη μας τη ζωή. Όπως σας είπα η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Είναι μια πλασματική ψυχολογική κατάσταση που δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να μας κάνει να ξεφεύγουμε από την αντιμετώπιση της λύπης για τις αμαρτίες μας.

Αν έχετε να με ρωτήσετε κάτι σε αυτά που σας είπα. Τα είπα πολύ συνοπτικά έτσι, αλλά θέλω να τα πω όλα για να μπορείτε να λειτουργείτε λίγο-λίγο τη θεολογία της εικόνας.

Ερώτηση: Γιατί η Παναγία κάθεται σε αυτή την εικόνα του Ευαγγελισμού;

Απάντηση: Σας είπα τη θεολογία του καθημένου. Δεν είναι πάντα η Παναγία καθήμενη στις εικόνες του Ευαγγελισμού. Αλλά εδώ είναι πολύ σωστό, γιατί το καθήμενο στοιχείο που αναφέρεται στο Χριστό και στην Παναγία, δηλώνει την βεβαιότητα. Καθήμενο σημαίνει βεβαιότητα. Αυτό που θα γίνει είναι οριστικό. Ξέρει η Παναγία τι κάνει. Δέχεται την πρόταση του Θεού. Και το κάνει χωρίς να ξέρει αναλυτικά τα γεγονότα.

Ερώτηση: Σε ορισμένες εικόνες τα δευτερεύοντα στοιχεία γιατί είναι πλούσια;

Απάντηση: Κοιτάξτε. Δεν είναι πλούσια. Γιατί προβάλλονται τα πρόσωπα. (Για παράδειγμα) Αυτά τα βάθρα δεν καθηλώνουν την εικόνα. Υποτάσσονται στην εικόνα. Ο αγιογράφος έχει την ελευθερία να λειτουργήσει τα δευτερεύοντα πράγματα. Την ελευθερία (που αφορά τη θεολογία) δεν την έχει. Παραμένει μια δυνατότητα εκφράσεως του αγιογράφου σε αυτά τα δευτερεύοντα στοιχεία. Αλλά στα πρώτα (που αφορούν τη θεολογία) δεν μπορεί να τα αλλάξει. Αν τα αλλάξει μπορεί να πέσει σε αίρεση.

Ερώτηση: Γιατί οι μοναχοί και οι παπάδες φοράνε μαύρα;

Απάντηση: Άλλο η λειτουργική χρήση και άλλο η προσωπική μου χρήση. Το μαύρο χρώμα για προσωπική μου χρήση, εκφράζει τη μνήμη θανάτου. Όλοι οι μοναχοί φοράνε μαύρα. Στη Θεία λειτουργία όμως, οι ιερείς φοράνε άσπρα ή κόκκινα άμφια. Είναι λειτουργικό γεγονός, όπου λειτουργείται η Χάρις του Θεού. Το μέγεθος, το ενδυματολογικό έχει μια αντιμετώπιση. Βλέπετε, ζω μέσα στον κόσμο, μέσα στη ζωή. Πρέπει να φορέσω τα παπούτσια που φοράτε όλοι σας. Έτσι δεν είναι; Ζω τα ανθρώπινα. Με το μαύρο έχω μια μνήμη θανάτου. Αλλά όταν μπω μέσα στην ακολουθία ό,τι και να γίνει, ό,τι και να κάνω, ξεπερνιέται το μαύρο με κάποια άλλα ενδύματα που βάζω που δεν είναι μαύρα. Το μαύρο είναι μνήμη θανάτου για εμένα. Αλλά η Θεία λειτουργία είναι γεγονός κοινοτικό, κοινωνικό. Η μνήμη θανάτου είναι για μένα προσωπικό γεγονός μνήμης θανάτου. Δεν είναι γεγονός λειτουργικό, όπου λειτουργείται το χαρμοαναστάσημο της χάρης του Χριστού μας. Και τα άσπρα που φοράνε οι Ρώσοι, κάποια άσπρα καλιμαύχια, πανωκαλίμαυχα ή άσπρα άμφια, είναι μία λάθος παράδοση η οποία μεταφέρθηκε από μια πλάνη που ήρθε στη Ρώμη από τη λεγόμενη Κωνσταντίνεια δωρεά. Είναι ένα ψέμα, το οποίο είπαν κάπου στη Ρώμη, ότι (δήθεν) ο Μέγας Κωνσταντίνος λίγο πριν πεθάνει, έκανε μια δωρεά στη Ρώμη και της δώρισε να είναι η πρώτη εκκλησία. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Και μαζί με αυτή τη δωρεά που έκανε τους χάρισε και ένα άσπρο άμφιο για να το φοράνε κτλ. και μεταφέρθηκε στη Μόσχα, ένα ολόκληρο παραμύθι. Υπάρχουνε δύο ψέματα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν κάποια στοιχεία θεολογίας της Βατικανίου εκκλησίας, όπως η Κωνσταντίνειος δωρεά και οι ψευτοϊσιδώρειες διατάξεις που δεν έχω τον χρόνο να τις αναλύσω. Δεν είναι του παρόντος τώρα.

Ερώτηση: Γιατί αγιογραφούμε το γεγονός του Ευαγγελισμού σε εξωτερικό χώρο;

Απάντηση: Στην αγιογραφία δεν αγιογραφούμε ποτέ εσωτερικό χώρο (όπως γιά παράδειγμα τον εσωτερικό χώρο του ναού). Όλα τα γεγονότα είναι εξωτερικά. Δεν υπάρχει εσωτερικός χώρος. Τίποτα δεν είναι κλεισμένο μέσα σε τοίχους στην αγιογραφία. Όλα βρίσκονται έξω. Ένα γεγονός θα γίνεται κάπου μέσα, εσωτερικά. Αλλά ένα σπίτι αγιογραφείται ως υπαίθριο. Στην αγιογραφία ποτέ δεν κλεινόμαστε μέσα. Όλα είναι μια έξοδος. Δεν υπάρχει εσωτερικό. Και ας αγιογραφείται μια λειτουργία. Δεν φαίνεται ποτέ που είναι ένας κλειστός ναός, δεν φαίνονται οι τοίχοι. Γιατί όλη η λειτουργία είναι μια έξοδος στα πράγματα του κόσμου. Αλίμονο αν η εκκλησία κλεινόταν μέσα ή έκανε μια λειτουργία για να περνάει καλά, για να αποκτάει κατάνυξη και τίποτε άλλο. Η λειτουργία είναι μια έξοδος. Και λειτουργούμαστε για να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να κάνουμε έξοδο, προς τον κόσμο, προς τον Θεό και τους άλλους. Ποτέ δεν υπάρχει κλειστός χώρος στην αγιογραφία. Ποτέ. Ακόμα και εκεί που αναφέρεται για τον Θωμά, «των θυρών κεκλεισμένων», που «οι μαθητές ήταν συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων», οι Απόστολοι αγιογραφούνται σε ανοιχτό χώρο. Ενώ η Γραφή αναφέρει «των θυρών κεκλεισμένων». Παρόλα αυτά, η αγιογραφία τους δείχνει να βρίσκονται έξω. Το ίδιο και στην εικόνα της Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έγινε στο υπερώο. Αυτή είναι η θεολογία της εικόνας μας. Δεν υπάρχει κλειστός χώρος. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος που κλείνεται στον εαυτό του. Η εκκλησία είναι πάντοτε μία συνεχής έξοδος.

Ερώτηση: Πώς αγιογραφούμε τα χείλη;

Απάντηση: Θα σας πω μόνο δύο σημεία για τα χείλη. Ένα σημείο τοπικό και ένα σημείο θεολογικό. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε μελετώντας περαιτέρω τα χείλη. Πολύ σπουδαίο στοιχείο του προσώπου όπως είναι τα μάτια και η μύτη, είναι βέβαια και τα χείλη. Με τα χείλη εκφράζουμε πολλές φορές τη χαρά, τη λύπη και τη χαρμολύπη, όπως αναφέραμε πριν λίγο. Πρώτα – πρώτα, τοπικό σημείο στην εικόνα βλέπετε αυτό το σημείο έψιλον. Δηλαδή, η κάτω πλευρά του κάτω χειλέως είναι στο κέντρο του τρίτου μέρους του προσώπου των αγίων. Θυμόμαστε πως το κεφάλι χωρίζεται σε τέσσερα ίσα μέρη. Και το πρόσωπο σε τρία ίσα μέρη. Αυτό το ξέρετε όλοι νομίζω από τις προηγούμενες αναλύσεις. Οτι το το κεφάλι είναι τέσσερις μύτες και το πρόσωπο είναι τρεις μύτες. Το τελευταίο μέρος, το κάτω μέρος του προσώπου, το πωγωνιαίο τμήμα που βρίσκεται ο πώγων, έχει μέσα και το στόμα. Στο κέντρο αυτού του τελευταίου τμήματος είναι το σημείο έψιλον. Δηλαδή, τα χείλη πάντοτε θα τελειώνουν στο τελευταίο σημείο του μέσου αυτού του τελευταίου τμήματος. Αν δείτε την εικόνα που σας έδωσα, στο τρίτο μέρος κάτω - κάτω στο μέσον είναι το σημείο έψιλον και από κει και μετά είναι τα χείλη. Πάνω τα χείλη. Δηλαδή, τα χείλη βρίσκονται ολόκληρα στο πάνω τμήμα του τελευταίου τμήματος του προσώπου. Εκείνο το οποίο μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι πώς εκφράζουμε τα χείλη. Εμείς έχουμε μάθει συνήθως από την οποιαδήποτε ζωγραφική, ότι έχουμε χείλη λύπης και χείλη χαράς. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα ανθρωπάκι που είναι λυπημένο και ένα χαρούμενο. Αυτά μάθαμε εμείς. Στην αγιογραφία καταργούνται και τα δύο στοιχεία. Γιατί όπως σας είπα πριν, δεν έχουμε ούτε απόλυτη χαρά, ούτε απόλυτη λύπη. Αλλά εμείς έχουμε χαρμολύπη. Αλλά ούτε έχουμε και μια γραμμή ευθεία. Μια γραμμή ευθεία θα σήμαινε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν έχει αισθήματα και κατ’ επέκταση συναισθήματα. Ένας άνθρωπος παγωμένος. Εμείς έχουμε χαρμολύπη. Ή με άλλη λέξη όπως λένε οι Πατέρες της εκκλησίας, χαροποιό πένθος. Είναι δύο λέξεις. Χαρμολύπη ή χαροποιό πένθος. Και εμείς θέλουμε πια να συνδυάσουμε την ύπαρξη του χαροποιού πένθους και της χαρμολύπης δια της εκφράσεως της σχισμής των χειλέων. Από εκεί το εκφράζουμε. Έτσι μάθαμε και στη ζωγραφική. Η σχισμή των χειλέων εκφράζει τη λύπη ή τη χαρά. Και εμείς έχουμε μόνο χαρμολύπη και χαροποιό πένθος. Άρα, πρέπει να συνδυάσουμε τις γραμμές που εκφράζουν χαρά και τις γραμμές που εκφράζουνε λύπη ταυτόχρονα. Για αυτό κάνουμε μια γραμμή λύπης και μια γραμμή χαράς. Ταυτόχρονα. Λύπη, χαρά. Εναλλασσόμενα. Είναι η σχισμή της χαρμολύπης. Όχι σαρκώδη χείλη.

 πηγή απομαγνητοφώνηση 

www.floga.gr


Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας



Η εν τω Ναώ Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

ΠΗΓΗ: Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ 

 21 Νοεμβρίου 

Όταν το άγιο και πανάχραντο τέκνο που ο Θεός εχάρισε στο ανθρώπινο γένος - το προ πολλού στείρο εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και του θανάτου - έφθασε στην ηλικία των δύο χρόνων, ο πατέρας του Ιωακείμ είπε στη σύζυγό του: «Ας το οδηγήσουμε στον Ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που εδώσαμε να το αφιερώσουμε από τρυφερή ηλικία στον Παντοδύναμο». Η Άννα, όμως, απάντησε: «Ας περιμένουμε να γίνει τριών ετών, γιατί μπορεί να ζητά τον πατέρα και τη μητέρα της, και να μη μείνει στον Ναό του Κυρίου». 
Όταν το παιδί έγινε τριών ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και να προσφέρουν το τέκνο τους στον Ναό. Ο Ιωακείμ κάλεσε τότε κόρες Εβραίων από καθαρή φυλή να το συνοδεύσουν στον Ναό προπορευόμενες με αναμμένες λαμπάδες, έτσι ώστε το φως να τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού και να μη μπει αυτό στον πειρασμό να στραφεί πίσω προς τους γονείς του. 
Η πάναγνος Παρθένος όμως, υπό του Θεού εκ γενετής υψωθείσα σε βαθμό αρετής και αγάπης των ουρανίων πραγμάτων ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα, όρμησε τρέχοντας προς τον Ναό. Πέρασε μπροστά από τις παρθένες της συνοδείας της και δίχως ένα βλέμμα για τον κόσμο ρίχθηκε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία που την περίμενε στον πρόναο συνοδευόμενος από τους πρεσβυτέρους. 
Ο Ζαχαρίας την ευλόγησε, λέγοντας: «Ο Κύριος εδόξασε το όνομά σου σε πάσα γενεά. Στο πρόσωπό σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για τον λαό Του». Και πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εισήγαγε το παιδί στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει μία φορά, τον χρόνο κατά την εορτή του Εξιλασμού. Το έβαλε να καθήσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επεσκίασε. Σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει για να δείξει τη χαρά της. Όσοι ήταν εκεί παρόντες εθαύμασαν τούτο το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπό της. 
Έχοντας έτσι εγκαταλείψει τον κόσμο, τους γονείς της και κάθε δεσμό με τα αισθητά πράγματα, η αγία Παρθένος παρέμεινε στον ναό μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Φθάνοντας λοιπόν σε ηλικία γάμου, οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι φοβήθηκαν μήπως μολύνει το άδυτο και την εμπιστεύθηκαν στον αγνό Ιωσήφ που ήταν χήρος, για να διαφυλάξει την παρθενία της, παρουσιαζόμενος ως μνηστήρας της. 
Κατά τα εννέα αυτά χρόνια, η Παναγία τρεφόταν με τροφή πνευματική που της έφερνε άγγελος Κυρίου. Διήγε βίο ουράνιο, ανώτερο εκείνου των προπατόρων μας στον Παράδεισο. Δίχως μέριμνες, δίχως πάθη, έχοντας ξεπεράσει τις ανάγκες της φύσεως και την τυραννία των ηδονών, δεν ζούσε παρά μόνον για τον Θεό, με τον νου της προσηλωμένο κάθε στιγμή στη θεωρία του κάλλους Του. 
Προσευχόμενη αδιαλείπτως και επαγρυπνώντας στον εαυτό της, η αγία παιδίσκη κατόρθωσε κατά την παραμονή της στον Ναό να καθαρίσει την καρδιά της, έτσι ώστε να γίνει ακηλίδωτος καθρέπτης, όπου ανταυγάζεται η δόξα του Θεού. Φόρεσε τη λαμπρή στολή των αρετών, ως μελλόνυμφη, για να προετοιμασθεί για την εν αυτή έλευση του θείου Νυμφίου Χριστού. Κατόρθωσε τέτοια τελειότητα, που συνόψισε στο πρόσωπό της όλη την αγιότητα του κόσμου και, ομοιωθείσα διά της αρετής με τον Θεό, προσείλκυσε τον Θεό να «ομοιωθεί» με τους ανθρώπους διά της Ενανθρωπήσεως. 
Από τα βάθη του αδύτου, όπου εισήλθε σε ηλικία που τα άλλα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν, η Παναγία άκουε κάθε Σάββατο τα αναγνώσματα του Νόμου και των Προφητών που απευθύνονταν στον λαό στο κοινό τμήμα του Ναού. Με τη διάνοια της οξυμμένη από την ησυχία και την προσευχή, έφθασε έτσι στη γνώση του βαθύτερου νοήματος των μυστηρίων των Γραφών. Ζώντας εν μέσω αγίων μυστηρίων και θεωρώντας την ίδια της την αγνότητα, κατανόησε ποιο ήταν το σχέδιο του Θεού καθ’ όλη την ιστορία του περιούσιου λαού Του. 
Διέγνωσε ότι όλος αυτός ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο Θεός μία μητέρα στους κόλπους της αποστάτιδος αυτής ανθρωπότητος και ότι αυτή, παιδίον άγιο που διάλεξε ο Θεός, έπρεπε να γίνει ο αληθινός, ζων Ναός της θεότητος. Τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλάσσονταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και οι προτυπώσεις έπρεπε να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της. 
Αύτη η ίδια ήταν το Άδυτο, η Σκηνή του Λόγου του Θεού, η Κιβωτός της Καινής Διαθήκης, η Στάμνος η φέρουσα το εξ ουρανού μάννα, η βλαστήσασα Ράβδος του Ααρών, η Πλαξ του Νόμου της Χάριτος. 
Σε αυτή διασαφηνίζονται οι σκιώδεις προφητείες: είναι η Κλίμαξ που ενώνει τη γη με τον ουρανό, την οποία είδε στο όνειρό του ο πατριάρχης Ιακώβ, η Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού, η κούφη Νεφέλη του προφήτη Ησαΐα, το αλατόμητο Όρος του Δανιήλ, η κλειστή Πύλη του Ιεζεκιήλ διά της οποίας ο Θεός ήρθε να επισκεφθεί τους ανθρώπους, η ζώσα και εσφραγισμένη Πηγή που αναβλύζει εντός μας τα ύδατα της αιωνίου ζωής. 
Θεωρώντας πνευματικώς τα θαύματα τούτα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο πρόσωπό της, δίχως ακόμη να κατανοεί σαφώς πώς θα πραγματοποιούνταν, η Παναγία ανέπεμψε την προσευχή και μεσιτεία της προς τον Θεό με μεγαλύτερη ακόμη ένταση, για να σπεύσει ο Κύριος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του και να σώσει το ανθρώπινο γένος ερχόμενος να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων. 
Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος δοκιμής και προετοιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας
Τόμος 3ος, Νοέμβριος,
Ίνδικτος

Τῇ ΚΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰσόδου τῆς Θεομήτορος.


Κοντάκιον τῆς Ἑορτῆς 
Ἦχος δ'
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ 
καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι Θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος. 
Ὁ Οἶκος
Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένῳ, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην. Διό, ἀνευφημεῖν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.

Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν 
Τῇ ΚΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰσόδου τῆς Θεομήτορος. 
Στίχοι
νδον τρέφει σε Γαβριὴλ ναοῦ, Κόρη,
Ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ Χαῖρέ σοι λέξων.
Βῆ ἱερὸν Μαρίη τέμενος παρὰ εἰκάδι πρώτῃ.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

Ἐν τῇ τραπέζῃ κατάλυσις ἰχθύος. 
Εἰδήσεις. 
1. πὸ σήμερον ἕως τῆς 24ης Δεκεμβρίου, ἐὰν ἑορτάζεται ἅγιος, ψάλλονται καταβασίαι «Χριστὸς γεννᾶται». 
2. Τῇ 22ᾳ καὶ τῇ 24ῃ Νοεμβρίου τῶν κανόνων τοῦ Μηναίου εἰς τὸν ὄρθρον προτάσσεται ὁ α΄ κανὼν τῆς ἑορτῆς, τῇ δὲ 23ῃ ὁ β΄ κανών. 
3. πὸ σήμερον μέχρι τῆς 25ης Νοεμβρίου σχολάζει ἡ παρακλητική (πλὴν Κυριακῆς), εἴθισται δὲ εἰς τὰς θ. λειτουργίας τῶν καθημερινῶν νὰ ψάλλωνται τὰ ἀντίφωνα τῆς ἑορτῆς (Τ.Μ.Ε., σελ. 49, §5)· κοντάκιον ὁμοίως τῆς ἑορτῆς.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

 


Γ΄.
Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΠΗΓΗ: Εδώ

Αφοῦ ἡ Μαρία ἀπογαλακτίσθηκε σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν, οἱ γονεῖς της Ἰωακείμ καί Ἄννα, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσή τους, τήν ἀφιέρωσαν στόν Θεό. Τήν ὁδήγησαν στόν ναό τοῦ Θεοῦ μέ λαμπρή πομπή. Οἱ συγγενεῖς, οἱ φίλοι καί οἱ γείτονες τήν συνόδευαν χαρούμενοι. Λαμπαδηφόρες παρθένες συνοδεύουν τήν Ἀειπάρθενη. Ἔμοιαζαν σάν ἀστέρια, πού περικυκλώνουν τήν σελήνη. Καί ἔβλεπαν οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ αὐτήν τήν παράξενη πομπή, τήν τριετίζουσα Κόρη νά περιβάλλεται μέ τόση δόξα καί νά τιμᾶται μέ τόση λαμπρότητα[1]. Προσάγεται στόν ναό ἡ πανάμωμη Παρθένος, γιά νά ἐκπληρωθῆ ἡ ὑπόσχεση τῶν γονέων καί νά γίνη ἡ ἴδια ναός ἔμψυχος καί κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. 
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐγκωμιάζουν τήν προθυμία τῆς Παρθένου σέ αὐτήν τήν ἡλικία νά προσέλθη στόν ναό καί νά ἐγκαταλείψη τούς γονεῖς της. «Αὐτή, ἡ ἀληθινά ἱερή καί Θεόπαις καί ὕστερα Θεομήτωρ Παρθένος, γεμάτη θεία χάρη καί τέλειο νοῦ, ἀκόμη καί σέ αὐτήν τήν ἡλικία, ἀντιλαμβανόταν ἀπό τότε, καί μάλιστα καλύτερα ἀπό τούς ἄλλους, τά τελούμενα σέ αὐτήν. Ἔδειξε μέ ὅποιον τρόπο μποροῦσε ὅτι δέν ὁδηγεῖται, ἀλλά αὐτή μόνη της, μέ ἐλεύθερη γνώμη προσέρχεται στόν Θεό, σάν νά εἶναι ἀπό ἑαυτοῦ της πτερουμένη πρός τόν ἱερό καί θεῖο ἔρωτα, καί νά θεωρῆ ἀγαπητή καί ἀξία της τήν εἴσοδο καί κατοικία στά Ἅγια τῶν ἁγίων»[2].

Οἱ θεοφιλεῖς καί φιλόθεοι γονεῖς της θαύμασαν βλέποντας «τό ἀνεπίστροφον» τῆς Παρθένου καί δόξασαν τόν Θεό. Τήν παραδίδουν στόν ἀρχιερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα τοῦ Προδρόμου. Ἡ τριετής Κόρη ἀποχωρίσθηκε ἀπό γονεῖς καί ἀπό ὅλους ὅσους τήν συνόδευαν καί «μόνη ἐντελῶς, χαρούμενη προχώρησε πρός τόν ἱεράρχη μ᾿ εὐχαρίστηση, κοιτάζοντάς τον μέ χάρη καί γλυκύτητα, καί ἐπιβεβαιώνοντας, μέ τούς τρόπους πού μποροῦσε καί μέ ψελλίσματα, τήν ὁλοκληρωτική παράδοση στόν Θεό»[3].

Ὁ Ἀρχιερέας τότε παραξενεύθηκε, ἐξέστη καί χρηματισθείς μέσῳ τοῦ Λογείου, πού ἔφερε στό στῆθος του, κατανόησε ὅτι «αὐτή ἡ Κόρη εἶναι ἀληθινά πλήρης ἀπό θεῖες χάριτες, καί ὅτι αὐτή εἶναι πιό ἄξια ἀπό αὐτόν νά ἐμφανίζεται συνεχῶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κατάλαβε πολύ καλά ὅτι αὐτή ἡ Κόρη πρέπει νά εἰσέλθη καί νά ἀφιερωθῆ στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Γι᾿ αὐτό, χωρίς καθόλου νά διστάση, οὔτε νά φοβηθῆ, τολμᾶ κάτι πρωτοφανές, πού εἶναι μέν δίκαιο, ἀλλά παραβαίνει τόν νόμο τοῦ Μωϋσέως, μᾶλλον δέ ὑπερβαίνει τόν νόμο καί ξεπερνᾶ τό γράμμα τοῦ νόμου, καί, ἐνεργώντας σύμφωνα μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, φέρνει στά Ἅγια τῶν ἁγίων τό ἀφιέρωμα (τήν Μαρία). Καί ἔτσι, ὑποδέχεται τήν Κόρη ὁ τόπος, πού δέν εἶναι κἄν θεατός σέ κανέναν ἄλλον ἄνθρωπο, καί δέν εἶναι βατός σέ κανέναν, οὔτε στούς ἱερεῖς, παρά μόνο μία φορά τόν χρόνο εἰσέρχεται σέ αὐτόν ὁ Ἀρχιερέας»[4].

Ὁ ἀρχιερέας τοῦ Θεοῦ προσπάθησε νά πείση τούς ἀνθρώπους ὅτι ἡ εἴσοδος καί παραμονή τῆς Παρθένου στά Ἅγια τῶν ἁγίων, στόν τόπο ὅπου ἐμφανιζόταν καί μιλοῦσε ὁ Θεός στούς Ἀρχιερεῖς, ὅταν εἰσέρχονταν μόνο μιά φορά τό ἔτος, ἦταν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ. «Ἔτσι, λοιπόν, καί γι᾿ αὐτούς τούς λόγους τοποθετήθηκε δικαίως στά ἅγια ἄδυτα σάν θησαυρός τοῦ Θεοῦ ἡ Κόρη, πού ἐξελέγη ἀνάμεσα στούς ἐκλεκτούς ἀπό αἰῶνες, πού ἀναδείχθηκε Ἁγία τῶν ἁγίων, πού ἔχει τό σῶμα καθαρώτερο καί θεϊκώτερο ἀκόμη καί ἀπό τά πνεύματα πού ἔχουν καθαρθῆ μέ τήν ἀρετή… Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο δοξάζει τήν Μητέρα Του (ὁ Χριστός) καί πρίν ἀπό τήν Γέννησή Του καί μετά τήν Γέννηση»[5]. Σύμφωνα μέ τόν ἱερό Καβάσιλα, «τό ὅτι κατοίκησε στόν ἄβατο ἐκεῖνο χῶρο δέν εἶναι κάτι πού τιμᾶ τήν Παρθένο, ἀλλά μᾶλλον ἐκεῖνον τόν χῶρο. Ὅπως ἀκριβῶς, καί τό παλαιό πάσχα τιμᾶται ἀπό τήν προσθήκη τῆς σφαγῆς ἐκείνης πού συμβόλιζε, καί τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἀπό τό πνευματικό Βάπτισμα, καί τά ὑπόλοιπα σύμβολα ἀπό τίς ἀληθινές πραγματικότητες. Γιατί, ἄν ἄλλα σύμβολα συμβόλιζαν καί ὁδηγοῦσαν σέ ἄλλες πραγματικότητες, τά Ἅγια τῶν ἁγίων ὁδηγοῦσαν ἀσφαλῶς στήν Παναγία Παρθένο»[6]. 
Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου 
θεόπαις Μαρία, λόγῳ τῆς ὑπερβάλλουσας καθαρότητος ὡς Ἁγία τῶν ἁγίων, κρίθηκε ἄξια ἀπό τόν Θεό νά κατοικήση στό ἁγιώτερο μέρος τοῦ ναοῦ, στά Ἅγια τῶν ἁγίων, χωρίς νά χρειάζεται καθαρισμό πρίν εἰσέλθη, ὅπως ὁ Ἀρχιερεύς. «Ἐπειδή δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό ἐξιλαστήριες θυσίες καί ἄλλους καθαρισμούς, ἀπέδειξε ὅτι δέν εἶχε τίποτε γιά νά καθαρίση (ἦταν ἀναμάρτητη). Καί δέν εἰσῆλθε ἁπλῶς στά Ἅγια τῶν ἁγίων μέ αὐτόν τόν τόσο παράδοξο τρόπο, ἀλλά καί κατοί- κησε ἐκεῖ ἀπό βρέφος μέχρι τήν νεανική της ἡλικία… Ὁ Ἀρχιερέας ἔφριττε καί ἔτρεμε νά διασχίση τήν εἴσοδο, καί αὐτό μιά φορά τόν χρόνο καί χωρίς νά ἔχη παραλείψει τίς ἐξιλαστήριες θυσίες, ἐνῶ ἡ Παρθένος χρησιμοποιοῦσε τά Ἅγια τῶν ἁγίων σάν κατοικία της καί ἔτρωγε καί κοιμόταν καί περνοῦσε ἐκεῖ ὁλόκληρη τήν ζωή της!»[7]. 
Ἔτσι μέ τήν εἴσοδό της στά Ἅγια τῶν ἁγίων εἰσέρχεται ὁ ἀληθινός καί πρωτότυπος ναός, ἡ παρθένος Μαρία, στό ἀντίτυπό του, στόν ναό τοῦ Θεοῦ. «Ἡ Μητροπάρθενος εὐθύς ἀμέσως ἀπό τήν βρεφική ἡλικία ποθεῖ νά κατοικήση τά Ἅγια τῶν ἁγίων, στό σκήνωμα τοῦ θείου ὀνόμα- τος, ὅπως λέγει ὁ Δαυΐδ. Διότι ποῦ θά ἦταν καταλληλότερο νά κατοικήσῃ ἡ ἀληθινά Ἁγία τῶν ἁγίων; Ποῦ ἀλλοῦ θά ἦταν καλύτερο νά στηθῆ ἡ ἀληθινή σκηνή τοῦ Θεοῦ; Πῶς δέν ἔχει τοποθετηθῆ σωστά ἡ ἀληθινή σκηνή ἐπάνω σέ αὐτήν τήν τυπική;»[8]. Αὐτήν προτύπωνε ἡ σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ὁ ναός τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παρθένος ἦταν τό ἀρχέτυπο, καί τώρα, ἡ σκιά καί ἡ ἀλήθεια, τό ἀντίτυπο καί τό πρωτότυπο, ἑνώθηκαν καί κατανοήθηκαν. «Ὁ ἴδιος χῶρος ἔπρεπε νά εἶναι καί ναός τοῦ Θεοῦ καί κατοικία τῆς Παρθένου, γιατί ἔπρεπε μέ τά ἴδια πράγματα νά λατρεύεται ὁ Θεός καί νά τιμᾶται ἡ Παρθένος, ἤ μᾶλλον ἔπρεπε ὁ ἴδιος οἶκος, πού εἶχε μέσα του τήν Παρθένο, νά εἶναι καί ναός τοῦ Θεοῦ»[9]. Συνεχίζοντας ὁ ἱερός Πατήρ σημειώνει: «Τιμοῦσαν τόσο πολύ ἐκεῖνον τόν χῶρο οἱ προεικονίσεις τῆς Πανάγνου, διότι ὅλα τά πράγματα, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, εἶχαν τήν ἀναφορά τους καί ὁδηγοῦσαν σ᾿ Ἐκείνη. Γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ἐνῶ ἦταν ἀπροσπέ- λαστος (ὁ ναός, τά Ἅγια τῶν ἁγίων) σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἦταν βατός γι᾿ αὐτήν. Καί μόλις φάνηκε ἡ Παρθένος, ἀμέσως κατάργησε τόν νόμο, πού ἴσχυε ἀπό τήν ἀρχή, πρᾶγμα πού δείχνει ὅτι ὁ ναός δέν ἐπέτρεπε τήν εἴσοδο σέ κανέναν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἐπειδή τιμοῦσε ἐκείνη καί κρατοῦσε τόν ἑαυτό του μόνο γι᾿ αὐτήν»[10]. 
Εἰσῆλθε ἡ Παναγία στά Ἅγια τῶν ἁγίων καί ἔγινε ἡ ἴδια Ἅγια ἁγίων, μᾶλλον Ὑπεράγια ἁγίων, στά ὁποῖα θά εἰσέλθη ὁ Χριστός. Ὁ ὑπεράγιος βλαστός, ἡ Παρθένος, πού βλάστησε ἀπό ἁγία ρίζα, τούς ἁγίους Θεοπάτορες, ἀργότερα θά ἀποδώση τό ἀμάραντο ἄνθος τόν Χριστό. 
Ἡ παρθένος Μαρία παρέμεινε στά Ἅγια τῶν ἁγίων δώδεκα ὁλόκληρα ἔτη. «Προσκαρτεροῦσε φυλάττοντας τό θυσιαστήριο καί τό ναό· ἀκόμη ὑπηρετοῦσε καί διακονοῦσε τούς ἱερεῖς»[11]. 
Ὑπηρετοῦσε στό ναό, ἄκουγε τίς προσευχές καί τά ἱερά ἀναγνώσματα, καί ἐπιδόθηκε ἡ ἴδια στήν προσευχή καί στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παρθένος «διάλεξε τήν ἀόρατη σέ ὅλους καί ἀκοινώνητη ζωή, διαμένοντας στά ἄδυτα. Μέσα σέ αὐτά, ἀφοῦ λύθηκε ἀπό κάθε ὑλικό δεσμό καί ξετίναξε κάθε σχέση καί ἀνυψώθηκε ἐπάνω καί ἀπό αὐτήν τήν συμπάθεια πρός τό σῶμα της, συνῆψε τόν νοῦ της μέ τήν πρός τόν ἑαυτό στροφή καί προσοχή καί μέ τήν ἀδιάλειπτη θεία προσευχή. Καί δι᾿ αὐτῆς ἐρχόμενη τελείως στόν ἑαυτό της καί ὑπερβαίνοντας τόν πολύμορφο συρφετό τῶν λογισμῶν, διέκρινε νέα καί ἀπόρρητη ὁδό πρός οὐρανούς, τήν νοητή σιγή. Καί προσέχοντας σέ αὐτήν τόν νοῦ, πετᾶ ἐπάνω ἀπό ὅλα τά κτιστά καί βλέπει καλύτερα ἀπό τόν Μωϋσῆ τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἐποπτεύει τήν θεία χάρη»[12]. 
Εἶναι ἄγνωστη καί ἀπερίγραπτη ἡ πνευματική ἐργασία τῆς Θεόπαιδος στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Μόνο λίγα ἀναφέρουν ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ Παρθένος Κόρη στά Ἅγια τῶν ἁγίων ἔβλεπε μόνο τόν Θεό καί τόν Θεό εἶχε τρυφή της. Ὁ Θεός τήν ἔβλεπε, τήν ἔτρεφε, τήν φύλαγε καί τήν προετοίμαζε γιά νά τήν κάνη Μητέρα Του[13]. «Ὅσο καιρό παρέμεινε στά ἄβατα τοῦ ναοῦ ἡ Πάνσεμνη, μόνο τόν Θεό σκεφτόταν πάντοτε, μόνο στόν Θεό ὁμιλοῦσε, καί ἡ μελέτη τῆς καρδίας της ἦταν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διαπαντός…, καί ἔφθασε στήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, ξεπερνώντας ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς Ἀγγέλους»[14]. 
Ἐκεῖ διαμένουσα ἡ Πανυπέραγνος εἶχε Ἀγγέλους νά τήν ὑπηρετοῦν, καί ἐτρέφετο μέ τροφή ἀπό τό πύρινο χέρι τοῦ Ἀγγέλου[15]. «Τά ἀναγ- καῖα γιά τήν τροφή της δέν εἶχε ἀνάγκη νά τῆς τά προσφέρουν ἄνθρωποι, ἀλλά Ἄγγελος ἑτοίμαζε τό τραπέζι της»[16]. «Μέ αὐτήν τήν τροφή δυνάμωνε καλύτερα τήν φύση της, καί συντηροῦσε καί τελειοποιοῦσε τόν ἑαυτό της, κατά τό σῶμα, καθαρώτερα καί ἀνώτερα ἀπό τίς ἀσώματες δυνάμεις, ἔχοντας ὡς ὑπηρέτες τούς οὐρανίους νό- ες, διότι δέν εἰσήχθη ἁπλῶς μιά φορά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλά παραλήφθηκε γιά νά συγκατοικήση κατά κάποιον τρόπο μέ τόν Θεό γιά πολλά χρόνια»[17]. 
Τί τό παράδοξο, ἄν ἔτρεφε ὁ Θεός τήν Παρθένο μέ τροφή, πού τήν προσκόμιζε Ἄγγελος; Παρόμοια παραδείγματα ἔχομε στούς Βίους τῶν Ἁγίων καί στά Γεροντικά. Ἄγγελοι νά φέρνουν τροφή καθημερινά σέ Ἁγίους. Ἄξιζε ἡ ὑπεράξια Παρθενομήτωρ νά ἔχη διάκονο Ἄγγελο γιά τήν διατροφή της, νά τρέφη ὁ Υἱός καί Λόγος μέ αὐτόν τόν παράδοξο τρόπο αὐτήν, πού θά γινόταν Μητέρα Του, «γιά νά μήν εἶναι σχεδόν τίποτε ἀνθρώπινο σέ αὐτήν, ἀλλά ὅλα νά φαίνωνται θεϊκά»[18]. «Παράδοξη ὑπῆρξε ἡ γέννησή της, παράδοξος ἦταν καί ὁ τρόπος τῆς σωματικῆς αὐξήσεως. Ὅλα στήν Θεοτόκο ἦταν θαυμαστά καί πα- ράδοξα καί ἀνερμήνευτα γιά τούς ἀνθρώπους»[19]. Κατά τόν ὑμνητή καί ἐγκωμιαστή τῆς Θεοτόκου ἅγιο Γεώργιο Νικομηδείας, «ἔπρεπε ὄχι στά Ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλά σέ αὐτόν τόν οὐρανό τοῦ οὐρανοῦ νά ἀνατραφῆ ἀπό τήν πρώτη ἡλικία της, αὐτή, πού φάνηκε πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν… καί ὄχι νά ὑπηρετῆται ἀπό ἕνα μόνο Ἄγγελο, ἀλλά ἀπό μύριες μυριάδες, διότι Αὐτόν, πού ἐκεῖνοι ἀδυνατοῦν νά δοῦν, αὐτή μέ ὑπερφυσικό τρόπο τόν χώρησε στήν κοιλία της. Αὐτόν, πού περιβάλλε- ται τό φῶς ὡς ἱμάτιο, ἐκείνη τόν ἔκρυβε στούς κόλπους της. Αὐτόν, πού κρατᾶ στήν παλάμη Του τά σύμπαντα, αὐτή τόν κράτησε στήν ἀγκαλιά της, ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος»[20]. 
Ἡ Παρθένος, ἐπειδή εἶχε ἔνοικη τήν θεοειδῆ χάρη ὅσο κανείς ἄνθρωπος, ἐπόθησε ἀπό τήν βρεφική ἡλικία νά ἀφιερωθῆ στόν Θεό. Ὁ νόμος ὑποχωρεῖ σάν σκιά, καί οἱ ἀκτῖνες τῆς θείας χάριτος λάμπουν στόν ναό τοῦ Θεοῦ μέ τήν εἴσοδο τῆς Πανάγνου. Κατά τήν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων ἡ θεόπαις Μαρία, ὅταν εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν ἁγίων, «συνεισήγαγε τήν θείαν χάριν τήν ἐν Πνεύματι θείῳ»[21]. Ἡ εἴσοδος τῆς Κόρης στόν ναό εἶναι καί εἴσοδος τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας φανέρωσις[22]. Ἡ τριετίζουσα Κόρη «εἰσῆλθε κατατρυφῆσαι τῆς θείας χάριτος»[23]. Ἦταν ἁγία καί πλήρης χάριτος, ἀλλά μέ τήν παραμο- νή της στόν ναό καί τήν πνευματική της ἐργασία ἔγινε ἁγιώτερη καί ἔλαβε μεγαλύτερη χάρη. Καθάρισε καί προετοίμασε τόν ἑαυτό της «εἰς Θεοῦ ὑποδοχήν». Ἡ Παρθένος «προεμνηστεύθη τῷ Πνεύματι μυστικῶς»[24] καί αὐτό τήν προετοιμάζει νά γίνη ἔμψυχος ναός, γιά νά δεχθῆ τήν ἐπέλευσή Του καί νά γίνη ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου. Προε- τοιμάζει ἡ δωδεκαετής παραμονή τῆς Παρθένου στόν ναό τόν Εὐαγγελισμό της. Τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα θά τήν καθαρίση ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, καί θά τήν ἀναδείξη κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. 
Ἡ Παρθένος Μαρία θά γίνη ὁ θεοχώρητος ναός, διότι θά χωρέση τόν ἀχώρητο Θεό στήν μήτρα της. Εἶναι τό δοχεῖον τοῦ Πνεύματος, τό ὁ- ποῖον ἀφιερώθηκε στόν ναό γιά νά ὑποδεχθῆ τόν Θεό Λόγο. Προσφέρθηκε στόν Θεό ὡς ἀνάθημα τίμιο καί εὐῶδες θυμίαμα, ὄχι γιά νά προσφερθῆ ὡς θυσία αἱματηρή, ἀλλά γιά νά προετοιμασθῆ νά γίνη «τερπνό καί ὡραῖο οἰκητήριο» τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τῆς καθαρότητός της. Ἡ πανάσπιλη ἀμνάς προσφέρεται στόν Κτίστη γιά ὁλοκαύτωμα καλύτερο ἀπό κάθε θυσία, ὄχι μέ τήν χύση τοῦ αἵματος, ἀλλά μέ τήν ὑπερβολική καθαρότητά της[25]. Εἰσῆλθε τριετής στόν ναό τοῦ Θεοῦ, παρέμεινε δώδεκα ἔτη στά Ἅγια τῶν ἁγίων, καί ἔκανε τόν ἑαυτό της θεοχώρητο ναό γιά τόν Δημιουργό της[26].

Ἀπόσπασμα ἀπό τό ἐκδοθέν βιβλίο 
Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, 
σ. 116, Ἅγιον Ὄρος 2025. 
1. Βλ. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, Λόγ. Εἰς τήν ἑορτήν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅτε προσηνέχθη τῷ ναῷ παρά τῶν γεννητόρων αὐτῆς, PG 126, 136B.
2. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί εἰς τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 253.
3. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί εἰς τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 293.
4. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., PG 126, 136CD.
5. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί εἰς τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 255.
6. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, …, σ. 95.
7. Αὐτόθι, σ. 91.
8. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί εἰς τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 285.
9. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, …, σ. 93.
10. Αὐτόθι, σ. 97.
11. Ἐπιφανίου μοναχοῦ καί πρεσβυτέρου, Λόγ. Περί τοῦ βίου τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 120, 192C.
12. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 339.
13. Βλ. Αὐτόθι, σ. 323.
14. Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν εἰς τά Ἅγια τῶν ἁγίων Εἴσοδον τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 139, 64B.
15. Βλ. Ἁγ. Γερμανοῦ Α΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγ. Εἰς τήν Εἴσοδον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 98, 304B.
16. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, …, σ. 91.
17. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Λόγ. ΝΓ΄, Εἰς τήν Εἴσοδον καί τόν θεοειδῆ βίον τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 11, σ. 254–255.
18. Ἁγ. Θεοφυλάκτου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., PG 126, 137A.
19. Βλ. Τροπάριον ε΄ ᾠδῆς τοῦ πρώτου κανόνος τῶν Εἰσοδίων.
20. Ἁγ. Γεωργίου Νικομηδείας, Λόγ. Γ΄, Εἰς τήν Γενέθλιον ἡμέραν τῆς Θεοτόκου, PG 100, 1436BC.
21. Πρβλ. Κοντάκιον ἑορτῆς.
22. Βλ. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Α΄, Εἰς τό Γενέθλιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 805A.
23. Τροπάριον ς΄ ᾠδῆς, δευτέρου κανόνος τῆς ἑορτῆς.
24. Γ΄ τροπάριον τῶν Αἴνων τῶν Εἰσοδίων.
25. Βλ. Ἁγ. Γεωργίου Νικομηδείας, Λόγ. Ε΄, Ἐγκώμιον εἰς τήν ἀπόδοσιν τῆς ἁγίας Θεοτόκου ἐν τῷ ναῷ, PG 100, 1420A.
26. Βλ. Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν εἰς τά Ἅγια τῶν ἁγίων Εἴσοδον τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 139, 48C.

Ἀναβόησον Δαυΐδ, τὶς ἡ παροῦσα Ἑορτή,


Κάθισμα 
Ἦχος δ'
Κατεπλάγη Ἰωσὴφ 
ναβόησον Δαυΐδ, τὶς ἡ παροῦσα Ἑορτή, ἣν ἀνύμνησας ποτέ, ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν Ψαλμῶν, ὡς θυγατέρα θεόπαιδα καὶ Παρθένον. Ἀπενεχθήσονται εἰπών, τῷ Βασιλεῖ μυστικῶς, παρθένοι ὄπισθεν αὐτῆς, καὶ αἱ πλησίον αὐτῆς, καὶ θαυμαστὴν ἐργάζου καὶ παγκόσμιον, τὴν ἑορτὴν τοῖς κραυγάζουσιν. Ἡ Θεοτόκος, ἡμῖν ἐπέστη, τῆς σωτηρίας ἡ πρόξενος. 
Δόξα... Καὶ νῦν ... 
Τὸ αὔτό

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025

Το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου


Το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και τον έβαλε στον παράδεισο, για να ασχολείται μόνον με την καλλιέργεια του καλού και την θεωρία του Δημιουργού μέσα από τα έργα Του. Ο φθονερός όμως διάβολος παράπεισε τους πρωτοπλάστους να παραβούν την θεία εντολή και πέτυχε να εκδιωχθούν από τον παράδεισο της τρυφής. Εν συνεχεία ο Θεός διά του Μωυσέως έδωσε τον Νόμο Του στους ανθρώπους και διά των προφητών κατέστησε γνωστό σ’ αυτούς το θέλημά Του, ώστε να τους προετοιμάσει για μια μεγαλύτερη ευεργεσία: την ενσάρκωση του μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους από τα δίχτυα του πονηρού. Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση μας ο Χριστός, θέλησε να συμμετάσχει στην πεπτωκυία κατάστασή μας κατά πάντα, εκτός από την αμαρτία. Γι’ αυτό και ο Θεός Τού ευτρέπισε μια άμωμη κατοικία, μια παρθενική κιβωτό, την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία αν και υπέκειτο στον θάνατο και στην καταδίκη των προπατόρων μας, είχε εκλεγεί από τον Θεό προ των αιώνων, για να γίνει η νέα Εύα, η Μητέρα του Σωτήρα Χριστού, το αίτιο της απολύτρωσής μας και το πρότυπο της χριστιανικής αγιότητας.
 
Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωακείμ και καταγόταν από το γένος του Νάθαν, υιού του βασιλέως Δαβίδ. Ο Νάθαν γέννησε τον Λευί, ο Λευί γέννησε τον Μελχί και τον Πάνθηρα, ο Πάνθηρας γέννησε τον Βαρπάνθηρα, πατέρα του Ιωακείμ. Η Άννα, γυναίκα του Ιωακείμ, ως εγγονή του Ματθάν, απογόνου του Δαβίδ από τον Σολομώντα, καταγόταν και αυτή από την ίδια βασιλική φυλή. Ο Ματθάν νυμφεύθηκε την Μαρία από την φυλή του Ιούδα και γέννησε τον Ιακώβ, πατέρα του μνήστορος Ιωσήφ, και τρεις κόρες: την Μαρία, την Σοβή και την Άννα. Η Μαρία γέννησε την Σαλώμη την μαία, η Σοβή την Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου, η δε Άννα την Θεοτόκο Μαρία, που έφερε το όνομα της γιαγιάς της και της θείας της. Επομένως, η Ελισάβετ και η Σαλώμη ήταν ανεψιές της Άννας και ξαδέλφες της Θεοτόκου. 
Για να φανερωθεί η στειρότητα της ανθρώπινης φύσεως πριν από την έλευση του Χριστού, ο Θεός κατ’ οικονομίαν επέτρεψε να μείνουν άτεκνοι ο Ιωακείμ και η Άννα ως τα γεράματά τους. Ο ευσεβής και πλούσιος Ιωακείμ δεν σταμάτησε να προσφέρει διπλά τα δώρα του στον Θεό και να Τον ικετεύει να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. Μία εόρτια ημέρα, καθώς πρόσφερε τα δώρα του, κάποιος Ιουδαίος τού είπε: «Δεν σου επιτρέπεται να προσφέρεις τα δώρα σου, διότι δεν έδωσες απογόνους στον Ισραήλ». Ο Ιωακείμ, λυπημένος πολύ, δεν επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά σύμφωνα με την παράδοση ανέβηκε στο όρος Χοζεβά για σαράντα ημέρες, προκειμένου να προσευχηθεί και να κλαύσει εκεί ενώπιον του Θεού. Τον ίδιο καιρό και η Άννα μέσα στον κήπο της έχυνε άφθονα δάκρυα και ανέπεμπε θερμές ικεσίες προς τον ουρανό. Ο Θεός «πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς» εισάκουσε τις προσευχές τους και απέστειλε στην Άννα τον αρχάγγελο Γαβριήλ, τον άγγελο της ευδοκίας του Θεού [8 Νοεμ.], για να της αναγγείλει ότι στα γεράματά της θα γεννήσει παιδί, για το οποίο θα μιλά όλη η οικουμένη. Γεμάτη έκπληξη και χαρά η Άννα ανεφώνησε: «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου· ἐὰν γεννήσω εἴτε ἄρρεν είτε θῆλυ, προσάξω αὐτὸ δῶρον τῷ Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου, καὶ ἔσται λειτουργοῦν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ». Άγγελος επισκέφθηκε και τον Ιωακείμ στο όρος και του είπε να επιστρέψει στο σπίτι του και να χαρεί με την γυναίκα του, διότι ο Θεός θα θέσει τέλος στην λύπη τους. 
Μετά την παρέλευση εννέα μηνών, η Άννα γέννησε και ρώτησε την μαία τι παιδί γεννήθηκε. Αυτή απάντησε: «Θήλυ». Είπε δε η Άννα: «Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ» και ξάπλωσε στοργικά το βρέφος. Όταν συμπληρώθηκαν οι καθορισμένες από τον Νόμο ημέρες του καθαρισμού της, σηκώθηκε, πλύθηκε, θήλασε το παιδί και του έδωσε το όνομα «Μαρία»· το μυστήριο όνομα που προσδοκούσαν οι πατριάρχες, οι κριτές και οι προφήτες, για το οποίο ο Θεός πραγματοποίησε το σωτήριο σχέδιό Του, το αποκεκρυμμένο από κτίσεως κόσμου. 
Ημέρα με την ημέρα η μικρή κόρη μεγάλωνε και κραταιωνόταν. Όταν έγινε έξι μηνών, η Άννα την απέθεσε στην γη, για να δει αν μπορεί να σταθεί όρθια. Η μικρή περπάτησε επτά βήματα και επιστρέφοντας έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της, η οποία την σήκωσε λέγοντας: «Ζει Κύριος ο Θεός μου. Δεν θα περπατήσεις σ’ αυτή τη γη, μέχρι να σε πάω στον Ναό του Κυρίου». Της ξεχώρισε έναν τόπο στον κοιτώνα, όπου τίποτε το κοινό ή ακάθαρτο του κόσμου δεν επέτρεπε να εισέλθει, και κάλεσε αμίαντες παρθένες των Εβραίων να παίζουν μαζί της. 
Όταν η παρθένος έγινε ενός έτους, ο Ιωακείμ παρέθεσε μεγάλο συμπόσιο. Προσκάλεσε τους ιερείς, τους γραμματείς, τα μέλη του Συνεδρίου και όλον τον λαό του Ισραήλ. Προσήγαγε δε την κόρη του στους ιερείς, οι οποίοι την ευλόγησαν λέγοντας: «Ο Θεός των πατέρων μας, ευλόγησε αυτή την παιδούλα και δώσε σ’ αυτή ένα αιώνιο όνομα, το πιο ονομαστό απ’ όλες τις γενιές». Και είπε όλος ο λαός: «Γένοιτο, γένοιτο, αμήν». Την έφερε και στους αρχιερείς και την ευλόγησαν κι αυτοί λέγοντας: «Ο Θεός των υψωμάτων, επίβλεψε σ’ αυτή την παιδούλα και ευλόγησέ την με την πιο έσχατη και μεγάλη Σου ευλογία, που να είναι αδιάδοχη». 
Έπειτα η μητέρα της την πήγε στο άδυτο του δωματίου της, την θήλασε και ύμνησε τον Θεό με την ωδή:

«σω ᾠδὴν Κυρίῳ
τῷ Θεῷ μου,
ὅτι ἐπισκέψατό με
καὶ ἀφείλατο ἀπ’ ἐμοῦ
τὸ ὄνειδος τῶν ἐχθρῶν μου·
καὶ ἔδωκέν μοι Κύριος
καρπὸν δικαιοσύνης αὐτοῦ,
μονοούσιον καὶ πολυπλούσιον
ἐνώπιον αὐτοῦ.
Τίς ἀναγγελεῖ
τοῖς υἱοῖς Ρουβὶμ
ὅτι Ἄννα θηλάζει;
Ἀκούσατε, ἀκούσατε,
αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ Ἰσραήλ,
ὅτι Ἄννα θηλάζει!»

Απέθεσε εκεί την Μαρία να αναπαυθεί και έφυγε, για να υπηρετήσει τους προσκεκλημένους, που ευφραίνονταν και υμνούσαν τον Θεό του Ισραήλ… 
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος, Εκδόσεις “Ίνδικτος”

H Γέννηση της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)


 

π.Αλεξάνδρου Schmemann

Ή ευλάβεια πού δείχνει ή Εκκλησία στην Πανα­γία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι' αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης Ιστορίας και της αναζητήσεως τού Θεού από τον άν­θρωπο, της αναζητήσεως τού έσχατου νοήματος, τού έσχατου περιεχομένου της ζωής τού άνθρωπου. 'Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη ή ευλάβεια προς την Πα­ναγία περιστράφηκε γύρω από την άειπαρθενία της, ή καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγά­πης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υ­πήρξε πάντοτε ή Μητρότητα της, ή σχέση σαρκός και αίματος πού είχε με τον Ιησού Χριστό. Ή Ανα­τολή χαίρεται πού ό ρόλος τού ανθρώπου είναι βα­σικός στο θειο σχέδιο. Ό Υιός τού Θεού έρχεται στη γη, ό Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ' αυτό συμμετέχει ολόκλη­ρη ή ανθρωπότητα. 'Αν αντιληφθούμε πώς ή κοινή φύση τού Χριστού με τη δική μας είναι ή μεγαλύτε­ρη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος τού Χριστιανι­σμού, ότι ό Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενω­μένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεως Του, τότε ή ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοη­τή , επειδή αυτή τού προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε "Υιός τού Άν­θρωπου". 
Υιός τού Θεού, Υιός τού Άνθρωπου... ό Θεός πού κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ό άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοι­νωνός "θείας φύσεως" (Β' Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να "θεωθεί". Ακριβώς εδώ, σ' αυτή την εξαιρετική απο­κάλυψη της αυθεντικής φύσεως και κλήσεως τού άνθρωπου, βρίσκεται ή πηγή αυτής της ευγνωμοσύ­νης και τρυφεράδας πού περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμο μας με τον Χριστό, και μέσω Αυτού με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν αντικατοπτρίζεται αυτό καλύτερα απ' ό,τι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σε κανένα όμως σημείο της άγιας Γραφής δεν ανα­φέρεται τίποτε γι' αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μια γέννα όπως όλες οι άλλες; 'Αν όμως ή Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγο­νός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή ή γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουρ­γικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα. 
Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύ­πτει μια φρεσκάδα και μια λάμψη όσον άφορα το καθετί πού αποκαλούμε "ρουτίνα" και συνηθισμένο, και δίνει νέο βάθος στις "ασήμαντες" λεπτομέρειες της ζωής του άνθρωπου. Τι παρατηρούμε στην εικό­να της εορτής, όταν την αντικρίζουμε με τα πνευμα­τικά μας μάτια; Πάνω σ' ένα κρεβάτι είναι ξαπλω­μένη μια γυναίκα, ή 'Άννα, σύμφωνα με την εκκλη­σιαστική παράδοση, πού μόλις έχει γεννήσει μια κόρη. Δίπλα της είναι ό πατέρας του παιδιού, ό Ιω­ακείμ, σύμφωνα πάλι με την ίδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, πού πλένουν το νεο­γέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δη­λαδή, και απαρατήρητο γεγονός. 'Ή δεν είναι έτσι; Μήπως ή Εκκλησία θέλει, μέσα απ' αυτή την εικόνα, να μας πει πώς ή κάθε γέννα, ή είσοδος κάθε νέου άνθρωπου στον κόσμο και στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα πού διαρρηγνύει κά­θε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γε­γονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ζωής, την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ό κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, και προσφέρεται ως δώρο σ' αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι ή ζωή του, ό δρόμος του, ή δημιουργία του.
Κατ' αρχάς, αυτή ή γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του άνθρωπου, και, όπως λέει το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία "διά την χαράν ότι έγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον" (Ίωάν. 16,21). Δεύτερον, τώρα γνω­ρίζουμε αυτόν τού όποιου την ιδιαίτερη γέννηση και τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυ­τού τού παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας και για ολόκληρο τον κόσμο. Και τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, πού συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη και την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, άλλα μόνο με μια αρ­νητική, ύποδουλωτική και αιτιοκρατική έννοια. Ή Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική και πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πό­σες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πριν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο και ευωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι' αυ­τό ή εορτή της Γεννήσεως της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός τού άνθρωπου. Δυ­στυχώς όμως, ή κληρονομιά τού κακού είναι πολύ πιο ορατή και γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στις μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλοσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός και ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακρι­βώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκ­κλησία, τη στιγμή πού αυτή γιορτάζει, με τέτοια χα­ρά και πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο όποιο συγκεντρώνεται όλη ή καλοσύνη, ή πνευματική ομορ­φιά, ή αρμονία και ή τελειότητα, πού είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα απ' αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ό Χριστός -το δώρο του Θεού, ή συνάντηση μαζί Του - έρχεται ν' αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κι­νούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.  


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ 
Η ΠΑΝΑΓΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΑΚΡΙΤΑΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις