Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ, ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ

 


ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΓΑΒΡΙΗΛ, ΟΙ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ

Τη στιγμή που ο Θεός δημιούργησε την αόρατη κτίση, το αναρίθμητο πλήρωμα της ουράνιας ιεραρχίας απολάμβανε με αγαλλίαση το θεϊκό φως και κυκλικά, απλά και ατελεύτητα περιχόρευε στον Θεό ανακράζοντας τον ύμνο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ» (Ησ. 6, 3). Ο Εωσφόρος όμως, το πρώτο στην τάξη τότε ουράνιο πνεύμα, το πλησιέστερο στον Θεό και παμφώτιστο από το φως Του, άντλησε υπεροψία από τα προνόμια που είχε λάβει και θέλησε να ομοιωθεί με τον Ύψιστο. Και είπε τότε μυστικά στη διάνοιά του: «Στον ουρανό θ’ ανέβω και τον θρόνο μου θα υψώσω πάνω από τ’ άστρα του Θεού. Θα πάρω θέση πάνω στο βουνό, εκεί στον μακρινό βορρά που οι θεοί συνάζονται. Θ’ ανέβω πάνω από τα σύννεφα και θα είμαι ίσος με τον Ύψιστο» (Ησ. 14, 13-14). Δεν ήταν εκ φύσεως πονηρός, αλλά από υπερηφάνεια στασίασε κατά του Δημιουργού του. Ήταν ο πρώτος που απέρριψε το καλό και επέλεξε το κακό, στρέφοντας την πλάτη του στο φως για να βυθιστεί ευθύς αμέσως στο σκότος της στερήσεως του Θεού. Μόλις ξεστόμισε τα λόγια αυτά, εξέπεσε από την ανώτερη τάξη του και καταβαραθρώθηκε στην κόλαση. Καθώς όμως έσχιζε τους ουρανούς παρέσυρε στην τραγική του πτώση πλήθος αγγέλων κάθε τάξεως και έγινε ο αρχηγός τους. Ο αριθμός τους ήταν τόσο μέγας, που στο θλιβερό τούτο θέαμα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, αρχιστράτηγος των ουρανίων ταγμάτων, ο οποίος με την ταπεινοφροσύνη του και τη φρόνιμη υποταγή του στον Δημιουργό του, ήταν ισχυρά στερεωμένος στο Φως, ρίχθηκε προς το ρήγμα, σύναξε τους αγγέλους που παρέμειναν πιστοί και φώναξε: «Πρόσχωμεν!». Την ίδια ακριβώς έκφραση χρησιμοποιεί ο διάκονος ή ο ιερέας, κατά τη θεία Λειτουργία, για να επιστήσει την προσοχή των πιστών σε σημαντικές και ιερότατες στιγμές της (Ευαγγέλιο, Αναφορά, Ύψωση των Τιμίων Δώρων). «Πρόσχωμεν!»· με άλλα λόγια: «Προσοχή! Ας γρηγορούμε, εμείς τα δημιουργήματα, που έχουμε το προνόμιο να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού. Ας αναγνωρίσουμε ότι είμαστε λειτουργοί Του. Ας φροντίσουμε να έχουμε αυτογνωσία και ας δούμε την πτώση όσων θέλησαν από μανία υπερηφανείας να εξισωθούν με τον Θεό!». Εις μνήμην αυτής της Συνάξεως, δηλαδή εκείνου του γεγονότος ότι συναθροίσθηκαν οι χορείες των αγγέλων υπό την παρέμβαση και καθοδήγηση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με επαγρύπνηση, ομόνοια και ενότητα, οι άγιοι Πατέρες, ακολουθώντας αρχαία παράδοση, θέσπισαν αυτή την εορτή προς τους αγγέλους και αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ.

 

Ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ

Ο Μιχαήλ, ο πανένδοξος και φωταυγής Ταξιάρχης των ουρανίων και ασωμάτων Δυνάμεων, εμφανίζεται συχνά στην Αγία Γραφή. Αυτόν αποστέλλει ο Θεός στους ανθρώπους να τους αναγγείλει τα διατάγματα της Δικαιοσύνης Του. Αυτός πρώτος εμφανίσθηκε στον Πατριάρχη Αβραάμ (Γέν. 12) και στην παιδίσκη του Άγαρ στην έρημο για να τους αναγγείλει τη γέννηση του Ισμαήλ (Γέν. 16). Στάλθηκε στον Λωτ για να τον σώσει από τα Σόδομα που ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει (Γέν. 19). Όταν ο Θεός διέταξε τον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ για να δοκιμάσει την υπακοή του, ο Μιχαήλ ήταν αυτός που παρενέβη την τελευταία στιγμή για να συγκρατήσει το χέρι του (Γέν. 22). Εμφανίσθηκε πάλι στον Ιακώβ και πάλεψε μαζί του μια νύκτα για να του δώσει το νέο του όνομα Ισραήλ (Γέν. 32, 23-32). Αυτός προπορευόταν του λαού του Ισραήλ όταν εξήλθε από την Αίγυπτο και του έδειχνε τον δρόμο, την ημέρα με τη μορφή στήλης νεφέλης και τη νύκτα με τη μορφή στήλης πυρός (Εξ. 13, 21). Στάλθηκε, εξάλλου, στον μάντη Βαλαάμ, καθ’ οδόν προς τον Βαλάκ, βασιλέα Μωαβιτών, για να καταραστεί τον λαό του Ισραήλ και του έφραξε τον δρόμο, στέκοντας με τη ρομφαία στο χέρι μπροστά στην όνο του (Αρ. 22, 22). Όταν ο Ιησούς του Ναυή βρισκόταν μπροστά στα τείχη της Ιεριχούς, περιμένοντας σημάδι από τον Θεό για να πολιορκήσει την πόλη, εμφανίσθηκε ενώπιόν του ο Μιχαήλ κρατώντας πάλι ρομφαία. Καθώς ο Ιησούς του Ναυή φοβήθηκε μήπως επρόκειτο για κάποιο δόλο του πονηρού, που ξέρει να μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός (βλ. Β΄ Κορ. 11, 14), τον ρώτησε: «Είσαι μαζί μας ή με τους εχθρούς μας;». Και ο Μιχαήλ απάντησε: «Όχι· εγώ είμαι ο αρχηγός των αγγελικών δυνάμεων του Κυρίου και τώρα μόλις ήρθα!» και τον διέταξε να τιμά εφεξής τον τόπο που μόλις αγίασε με την παρουσία του (Ιησ. 5, 13-15). Κατά την περίοδο των Κριτών, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ήρθε να εμψυχώσει τον Γεδεών και τον έστειλε να λυτρώσει τους Ισραηλίτες από την καταπίεση των Μαδιανιτών (Κρ. 6, 11). Όταν ο Δαυίδ, παρά τη θεϊκή εντολή, απέγραψε τον λαό, ο Μιχαήλ στάλθηκε από τον Θεό για να γίνει το όργανο της οργής Του. Μέσα σε μία μέρα εξολόθρευσε με τη ρομφαία του εβδομήντα χιλιάδες ανθρώπους και ήταν έτοιμος να αφανίσει και την Ιερουσαλήμ, όταν ο Κύριος, συγκινημένος από τη μετάνοια του Δαυίδ, τον σταμάτησε και του έδωσε εντολή να βάλει τη ρομφαία στη θήκη της (Α΄ Παραλ. 21). Φανερώθηκε πολλές φορές στον Προφήτη Ηλία για να τον παρηγορήσει για τα πάθη του και να τον στείλει σε αποστολή (Α΄ Βασ. 19, 5· Β΄ Βασ. 1, 15). Κατά την εισβολή του βασιλιά των Ασσυρίων Σενναχηρίμ, ο Μιχαήλ εξολόθρευσε σε μια νύκτα εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες ανθρώπους στο στρατόπεδο των εισβολέων (Β΄ Βασ. 19, 35). Ο ίδιος πάλι κατήλθε εξ ουρανού στη Βαβυλώνα και στάθηκε στο μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης μαζί με τους Τρεις Παίδες, αναπέμποντας μαζί τους ύμνους στον Κύριο (Δαν. 3, 25 κ.ε.) και έφραξε τα στόματα των λεόντων στον λάκκο όπου είχαν ρίξει τον Δανιήλ (Δαν. 6, 23).

Οι σωστικές παρεμβάσεις του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι στην πραγματικότητα αναρίθμητες, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και μετά την έλευση του Χριστού. Αυτός ήταν που απελευθέρωσε τους Αποστόλους από τη φυλακή (Πράξ. 5, 19-20)· που στάλθηκε στον Απόστολο Φίλιππο για να βαπτίσει τον ευνούχο της βασίλισσας της Αιθιοπίας (Πράξ. 8, 26)· που εμφανίσθηκε στον εκατόνταρχο Κορνήλιο και του ζήτησε να πάει να αναζητήσει τον Πέτρο για να βαπτισθεί από αυτόν (Πράξ. 10)· αυτός πάλι ελευθέρωσε τον Πέτρο από τη φυλακή (Πράξ. 12) και επάταξε τον βασιλιά Ηρώδη που ήθελε μέσα στην παράνοιά του να λογίζεται θεός (αυτόθι)· επιπλέον εμφανίσθηκε στον Απόστολο Παύλο για να τον ενθαρρύνει στις δοκιμασίες του και έγινε για τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο ο ερμηνευτής των Μυστηρίων του Θεού, όσον αφορά τη συντέλεια του αιώνος (Αποκ.). Ο Μιχαήλ είναι όντως αυτός που θα αναλάβει τον έσχατο πόλεμο κατά του Αντίχριστου και του διαβόλου και που θα τους κατακρημνίσει στην κόλαση (Αποκ. 12, 7) και την έσχατη ημέρα της Κρίσεως θα σταθεί με μια ζυγαριά στο χέρι για να ζυγίσει τα επίγεια έργα μας. Η εκκλησιαστική παράδοση διατήρησε τη μνήμη πολλών άλλων θαυμάτων του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπως λόγου χάριν εκείνο που έκανε στις Κολοσσές της Φρυγίας [6 Σεπτ.] χωνεύοντας στη γη τα ορμητικά ύδατα των ποταμών.

 


Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ

Στον Θεό και για τον Θεό, η δικαιοσύνη είναι αδιαχώριστη από το έλεος: «Η αγάπη και η αλήθεια συναντήθηκαν, φιλιώθηκαν η δικαιοσύνη και η ειρήνη», ψάλλει και διατρανώνει ο ψαλμωδός Δαυίδ (Ψαλμ. 84, 11). Γι’ αυτό τον λόγο δεν μπορεί κανείς να μνημονεύει τον Μιχαήλ, τον Άγγελο της δικαιοσύνης, ξεχωριστά από τον Γαβριήλ, τον Άγγελο του ελέους. Αποστέλλεται εκ Θεού στους ανθρώπους για να αναγγέλλει τα θαυμαστά της αγάπης Του και της ευμένειάς Του εν όψει της σωτηρίας τους. Προσέφερε στον Προφήτη Δανιήλ την ερμηνεία του αινιγματικού οράματος που είδε σε σχέση με το τέλος των βασιλειών των Μήδων και των Περσών (Δαν. 8, 16) και του ανήγγειλε μια άλλη φορά ότι ο Χριστός, ο Λυτρωτής του κόσμου, έμελλε να έλθει τετρακόσια σαράντα εννέα έτη αργότερα (Δαν. 9, 21-24). Στάλθηκε εξάλλου στη γυναίκα του Μανωέ, την περίοδο των Κριτών, για να της αναγγείλει την επικείμενη γέννηση του Σαμψών. Όταν περιχαρής ο Μανωέ θέλησε να τον κρατήσει για να του παραθέσει γεύμα, ο Γαβριήλ τού απάντησε ότι δεν τρεφόταν με τέτοιου είδους τροφή και του συνέστησε να εκφράσει τις ευχαριστίες του προσφέροντας ολοκαύτωμα στον Κύριο. Στην ερώτηση ποιό ήταν το όνομά του, ο Γαβριήλ απάντησε: «Γιατί ρωτάς το όνομά μου; Κι αυτό ακόμη είναι όνομα θαυμαστό» και κατόπιν έγινε άφαντος μέσα από τη φλόγα και τον καπνό της θυσίας (Κρ. 13, 18· 20). Ανέκαθεν ήταν ο αγγελιαφόρος των θαυματουργικών γεννήσεων από στείρες ή περασμένης ηλικίας γυναίκες. Αυτός εμφανίσθηκε στους αγίους Θεοπάτορες, τον Ιωακείμ και την Άννα, για να τους αναγγείλει τη γέννηση της Θεοτόκου καθώς και στον Ζαχαρία και την Ελισάβετ σχετικά με τη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου (Λουκ. 1). Έθρεψε με το μάννα εξ ουρανού τη Θεοτόκο για δώδεκα χρόνια μέσα στα Άγια των Αγίων, στον ναό του Κυρίου [21 Νοεμ.] και στάλθηκε εκ Θεού προς αυτήν για να της αναγγείλει το καλό νέο, το προσδοκώμενο από καταβολής κόσμου, δηλαδή ότι θα κυοφορούσε και θα γεννούσε τον Σωτήρα Χριστό διά του Αγίου Πνεύματος. Ήρθε στο όνειρο του Μνήστορος Ιωσήφ, να διώξει τις αμφιβολίες που τον βασάνιζαν σχετικά με την παρθενία της Θεοτόκου (Ματθ. 1, 20). Κατά τη γέννηση του Κυρίου οδήγησε τους ποιμένες στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ, ώστε να Τον προσκυνήσουν. Προειδοποίησε τον Ιωσήφ για τα φονικά σχέδια του Ηρώδη και τον συμβούλευσε να πάρει τάχιστα τη Μητέρα και το Παιδί και να τους οδηγήσει στην Αίγυπτο. Και όταν ο κίνδυνος πέρασε, φανερώθηκε πάλι στο όνειρό του για να του δώσει εντολή να επιστρέψει στην πατρώα γη της Ιουδαίας. Τη νύχτα της Αναστάσεως του Χριστού, ο Γαβριήλ κατέβηκε εξ ουρανού με ένδυμα λευκό ωσάν το χιόνι που άστραφτε από φως θεϊκό, κύλισε την ογκώδη πέτρα που έφραζε τον τάφο και κάθισε επινίκια πάνω της. Όταν οι Μυροφόρες έφθασαν φοβισμένες στον τόπο, τις καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάστε! Ξέρω ότι εσείς ζητάτε να βρείτε τον Εσταυρωμένο Ιησού· όμως δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε, όπως το είπε» (Ματθ. 28, 5-6). Ιδιαίτερη εόρτια σύναξη προς τον Αρχάγγελο της χαροποιούς θείας αγάπης καθιερώθηκε να επιτελούμε, μια μέρα ακριβώς μετά τον θείο Ευαγγελισμό της Κυρίας Θεοτόκου [26 Μαρτ.].

Έτσι, από καταβολής κόσμου και μέχρι την Ανάσταση του Χριστού και έως της συντελείας του κόσμου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είναι ο απεσταλμένος από τον Θεό για να αναγγέλλει στους ανθρώπους τα θαυμαστά και εξαίσια του ελέους Του στο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ


ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ 
ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ

Μια από τις θαυματουργικές επεμβάσεις του αρχαγγέλου Μιχαήλ, με την οποία, όπως αναφέρεται και στο απολυτίκιο της παρούσης ημέρας, «διεφύλαξε τὸν ἑαυτοῦ ναὸν ὡς ἄλλην κιβωτὸν καὶ ἠκόντισε πόρρω τὸν ῥοῦν τῶν ποταμίων ῥείθρων», είναι το εν Χώναις θαύμα, που η ανάμνησή του γιορτάζεται στις 6 Σεπτεμβρίου.

Όταν οι άγιοι Απόστολοι ξεκίνησαν για να κηρύξουν το λόγο του Ευαγγελίου σ’ όλη την οικουμένη, ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος κατευθύνθηκε αρχικά στην Έφεσο. Δεύτερος σταθμός του ήταν η Ιεράπολη, στα σύνορα Φρυγίας και Λυδίας. 
Κατά την Ιεράπολη υπήρχε η τοποθεσία «Χαιρέτοπος». Εκεί ο άγιος Ιωάννης, αφού δίδαξε και θαυματούργησε, προφήτευσε ότι κάποτε θ’ αναβλύσει πλούσιο αγίασμα, που θα τιμάται στ’ όνομα του αρχαγγέλου Μιχαήλ και θα κάνει πολλά θαύματα.

Έτσι κι έγινε. Το αγίασμα που ανέβλυσε, θεράπευε καθημερινά, με τη δύναμη του αρχαγγέλου, όχι μόνο χριστιανούς αλλά και απίστους. 
Κάποιος ειδωλολάτρης από την Λαοδίκεια είχε μια κόρη βουβή. Ο αρχάγγελος την έκανε καλά με το αγίασμα, κι ο πατέρας της από ευγνωμοσύνη έχτισε εκεί περικαλλή ναό προς τιμήν του Αρχιστρατήγου.

Είχαν περάσει ενενήντα χρόνια από το χτίσιμο του ναού, όταν μια μέρα ήρθε ένα δεκάχρονο παιδί από την Ιεράπολη, με σκοπό ν’ αφιερωθεί στον Ταξιάρχη. Ονομαζόταν Άρχιππος. Παρέμεινε εκεί, διακονούσε στο ναό ως νεωκόρος κι έκανε αυστηρή άσκηση, παρά τη νεαρή του ηλικία. 
Η αγία του ζωή, καθώς και τα καθημερινά θαύματα του αρχαγγέλου, ερέθιζαν τους απίστους. Επιχείρησαν λοιπόν κάποτε να σκοτώσουν τον Άρχιππο και να εξαφανίσουν το αγίασμα. Όταν όμως πλησίασαν, είδαν από μέσα να βγαίνει φωτιά, κι έφυγαν τρομαγμένοι.

Στ’ αριστερά της εκκλησίας έτρεχε ένας ποταμός, ο Χρύσος. Αυτόν σκέφτηκαν οι ειδωλολάτρες να κατευθύνουν πάνω από το αγίασμα, ώστε να αναμειχθεί με το νερό του ποταμού, κι έτσι οι χριστιανοί να μη μπορούν να το χρησιμοποιήσουν.
Πραγματικά, έστρεψαν την κοίτη του Χρύσου πάνω στο αγίασμα, αλλά ξαφνικά το ποτάμι, σαν να σεβάστηκε τη χάρη του αρχαγγέλου, στράφηκε προς τα δεξιά του ναού σε τόση απόσταση, όση είχε πριν προς τ’ αριστερά. Από τότε τα νερά του ακολουθούν την ίδια ροή.

Ύστερα κι απ’ αυτή την αποτυχία τους οι ειδωλολάτρες σοφίστηκαν άλλο τέχνασμα. Στ’ ανατολικά του αγιάσματος πήγαζαν δύο μεγάλα ποτάμια, ο Λυκόστρατος και ο Κούφος. Κατεβαίνοντας, περνούσαν σε μεγάλη απόσταση από τις δύο πλευρές του ναού. Ύστερα ενώνονταν, διέσχιζαν τη Λυκία και χάνονταν στη θάλασσα, απέναντι από τη Ρόδο. 
Αυτά τα δύο ποτάμια σκέφτηκαν να στρέψουν πάνω στο ναό και το αγίασμα, ώστε να μην απομείνει ούτε ίχνος. Ο τόπος προσφερόταν. Ήταν πολύ κατηφορικός και το νερό θα κατέβαινε με μεγάλη ορμή. Έσκαψαν, πελέκησαν ένα βράχο, άνοιξαν τάφρους και χαντάκια και σχημάτισαν φράγμα για να συγκεντρωθεί το νερό. 
Πέρασαν δέκα μέρες. Τότε οι ασεβείς ελευθέρωσαν το φράγμα, και τα νερά των ποταμών όρμησαν με παφλασμό προς το αγίασμα.

Ο Άρχιππος, ανύποπτος, προσευχόταν στο ναό. Καθώς τα νερά πλησίαζαν με ορμή, ακούει μια βροντή και βλέπει τον αρχάγγελο Μιχαήλ να κατεβαίνει μέσα στην εκκλησία και να του λέει με δυνατή φωνή: 
-Άρχιππε, βγες από το ναό πριν σε καταποντίσουν τα νερά!
Ο Άρχιππος βγήκε και, μην αντέχοντας να βλέπει την αστραφτερή όψη του αρχαγγέλου, έπεσε στο έδαφος. Πραγματικά, έμοιαζε με πύρινο στύλο που έφτανε μέχρι τον ουρανό.
-Σήκω! φωνάζει στον Άρχιππο, στάσου στ’ αριστερά μου και μη φοβάσαι!
Αμέσως σηκώνει το χέρι του, σταυρώνει την πέτρα που ήταν ριζωμένη πίσω στην εκκλησία και προστάζει: 
-Μέχρι εδώ θα είναι η κίνησή σου!
Και με το ακόντιο που κρατούσε, χτύπησε δυνατά το βράχο, που άνοιξε μέχρι κάτω βαθιά. Τα νερά τον είδαν και φοβήθηκαν. Στάθηκαν εκεί. 
Πάλι ο αρχάγγελος κάνει το σημείο του σταυρού και διατάζει: 
-Να χωνευτούν τα νερά εδώ! 
Αμέσως έγινε δυνατός σεισμός, και τα νερά των ποταμών χωνεύτηκαν μέσα σ’ εκείνο το φαράγγι. Γι’ αυτό και η τοποθεσία εκείνη ονομάστηκε από τότε «Χώνες». Ο ναός του αρχαγγέλου Μιχαήλ έμεινε ακέραιος, και ο νεωκόρος Άρχιππος δόξασε το Θεό και τον αρχάγγελό Του γι’ αυτή τη φοβερή του θαυματουργία.

 

 

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ς νεφέλη ὡράθης ἐπισκιάζουσα,
Μιχαὴλ Ταξιάρχα, τῷ σῷ ἁγίῳ ναῷ,
ὑετίζων δαψιλῶς ὕδωρ ἀθάνατον·
ὅθεν ὡς ἄλλην κιβωτόν,
διεφύλαξας αὐτόν,
καὶ ῥείθρων τῶν ποταμίων,
τὸν ῥοῦν ἠκόντισας πόρρω,
πρὸς εὐφροσύνην τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Οι Άγιοι Αρχάγελλοι και το θαύμα της Μονής Δοχειαρίου



Οι Άγιοι Αρχάγελλοι και το θαύμα της Μονής Δοχειαρίου

Στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Γ’ του Βοτανειάτη (1078-1081), ησύχαζε στο Άγιον Όρος, στην τοποθεσία Δάφνη, ο μοναχός Ευθύμιος με τη συνοδία του. Ύστερα όμως από επιδρομή των Σαρακηνών, αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη θέση που βρίσκεται σήμερα η μονή Δοχειαρίου. Αυτοί έχτισαν εκεί τη μονή. 
Τον Ευθύμιο διαδέχθηκε ο ανηψιός του Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος είχε στον κόσμο μεγάλη περιουσία, που τη διέθεσε τώρα για να χτίσει εκκλησία και ν’ ασφαλίσει τη μονή με τειχόκαστρο και πύργο. Ήταν όμως λυπημένος, γιατί τα χρήματά δεν επαρκούσαν για την αγιογράφηση του ναού. Ζήτησε τότε τη βοήθεια του Θεού, κι Εκείνος απάντησε με το ακόλουθο θαύμα: 
Εξήντα μίλια από το Άγιον Όρος, στο νησί Λόγγος, είχε η μονή ένα μετόχι, κι εκεί κοντά βρισκόταν στύλος αρχαίος με την επιγραφή: «Όποιος με χτυπήσει στο κεφάλι, θα βρει χρυσάφι άφθονο». 
Πολλοί δοκίμαζαν, πετώντας πέτρες στην κορυφή του στύλου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 
Κάποτε ένας εικοσάχρονος νέος, εργάτης στο μετόχι της μονής, αφού συλλογίστηκε πολύ, αποφάσισε να σκάψει στο σημείο όπου έπεφτε η σκιά της κορυφής του στύλου με την ανατολή του ήλιου. Καθώς έσκαβε, βρήκε μια μαρμάρινη πλάκα, και κάτω απ’ αυτήν ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο γεμάτο χρυσά νομίσματα. 
Χαρούμενος για το εύρημα, σκεπάζει το δοχείο και τρέχει στο μοναστήρι. 
-Γέροντα, λέει εμπιστευτικά στον ηγούμενο Νεόφυτο, βρήκα χρυσάφι πολύ στο μετόχι μας. Δώσε ευλογία να έρθουν μοναχοί, για να το φέρουμε στο μοναστήρι.
Ο ηγούμενος κάλεσε τρεις μοναχούς, που, με οδηγό το νέο, πήγαν, έβγαλαν το χάλκωμα μαζί με το μάρμαρο που το σκέπαζε, μπήκαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το μοναστήρι. 
Οι μοναχοί όμως δεν άντεξαν στον πειρασμό. Σκέφτηκαν να ρίξουν τον εργάτη στη θάλασσα και ν’ αρπάξουν το χρυσάφι. 
Έτσι κι έκαναν. Όταν άρχισε να βραδιάζει, έδεσαν το μάρμαρο στο λαιμό του νέου και τον πέταξαν στη θάλασσα. Εκείνος ενώ βυθιζόταν, φώναξε: 
- Άγιοι αρχάγγελοι, σώστε με!
Αμέσως παρουσιάστηκαν οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ σαν αετοί χρυσόφτεροι, τον άρπαξαν από το βυθό και τον μετέφεραν αστραπιαία μέσα στην εκκλησία του Δοχειαρίου. 
Οι μοναχοί, στο μεταξύ, μοιράστηκαν το χρυσάφι, το έκρυψαν έξω από το μοναστήρι και οι ίδιοι έμειναν στον αρσανά. 
Ο νέος, μέσα στην εκκλησία, από το φόβο του κοκάλωσε και αποκοιμήθηκε. 
Όταν σήμανε ο όρθρος και πήγε ο εκκλησιαστικός ν’ ανοίξει την εκκλησία, είδε μέσα το νέο και τρόμαξε. Τρέχει τότε στον ηγούμενο και του λέει: 
-Γέροντά μου, είδα ένα φάντασμα στην εκκλησία και δεν μπορώ να μπω.
-Μη φοβάσαι, του απαντάει εκείνος. Κάνε το σταυρό σου και προχώρησε με θάρρος.
Ο μοναχός έκανε δεύτερη απόπειρα, αλλά είδε και πάλι το νέο. Κάλεσε τότε τον ηγούμενο, που διαπίστωσε πως το φαινόμενο ήταν αληθινό. Ο νέος κοιμόταν πεσμένος στο έδαφος, με την πέτρα δεμένη στο λαιμό. Ο γέροντας χτύπησε κάτω το ραβδί του και το παιδί ξύπνησε.
-Πού βρίσκομαι; ρώτησε. Μου φαίνεται πως είμαι στη θάλασσα, όπου μ’ έριξαν οι μοναχοί. 
-Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι; Είσαι στο μοναστήρι, μέσα στην εκκλησία. Εγώ είμαι ο ηγούμενος Νεόφυτος. Πες μου λοιπόν, πώς βρέθηκες εδώ;
Το παιδί ζήτησε να το αφήσουν λίγο για να συνέλθει, κι ύστερα διηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. 
Το πρωί ο ηγούμενος συνάντησε τους τρεις εκείνους μοναχούς, που είχαν στο μεταξύ ανεβεί στη μονή, και τους ρώτησε: 
-Πατέρες, τι έγινε με το θησαυρό; 
-Ψέματα ήταν, γέροντά μου, απάντησαν εκείνοι. Μας απάτησε ο νέος, γι’ αυτό τον απειλήσαμε κι έφυγε.
-Καλά. Πάμε τώρα στην εκκλησία να ευχαριστήσουμε το Θεό.
Μπαίνοντας στο ναό, βλέπουν κατάπληκτοι το παιδί με την πέτρα δεμένη στο λαιμό του. Ήταν τόσο αναπάντεχο, που έμειναν άφωνοι. Ο ηγούμενος τους απείλησε κι έφεραν όλο το θησαυρό στο μοναστήρι. Ύστερα τους έδιωξε για πάντα, ενώ το νέο τον κούρεψε μοναχό. Την εκκλησία την αγιογράφησε και την αφιέρωσε στους αγίους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. 
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 213
.

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2023

Παρακλητικός Κανών εις τους Αγίους Αρχαγγέλους και Μέγα Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ



Παρακλητικός Κανών εις τους Αγίους Αρχαγγέλους και Μέγα Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ
Ποίημα Αργυρουπόλεως Σεραφείμ


Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα άναγινώσκοντες τόν ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησιν μου ἔν τῆ άληθεία σου, εἰσάκουσον μου ἔν τῆ δικαιοσύνη σου. Καί μή εἰσέλθῃς εἵς κρίσιν μετά τοϋ δούλου σου, ὅτι οὗ δικαιωθήσεται ἐνώπιον σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὅ ἐχθρός τήν ψυχήν μου ἐταπείνωσεν εἵς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισε με ἔν σκοτεινοῖς, ὦς νεκρούς αἰῶνος, καί ήκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἔν έμοι ἐταράχθη ἤ καρδία μου. Ἐμνήσθην ήμερων ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἔν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἔν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σε τάς χείράς μου ἤ ψυχή μου ὦς γῆ ἄνυδρος σοι. Ταχύ εἰσάκουσον μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπον σου ἀπ’ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἵς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μοι τό πρωΐ τό έλεός σου, ὅτι ἐπί σοι ἤλπισα. Γνώρισον μοι, Κύριε, όδόν ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου Κύριε, πρός σέ κατέφυγον δίδαξόν με τοΰ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἷ ὅ Θεός μου. Τό Πνεῦμα σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἔν γῆ εὐθείᾳ ἕνεκεν τοΰ ὀνόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἔν τῆ δικαιοσύνη σου, έξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου. Καί ἔν τῷ έλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί άπολεΐς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος σοῦ εΐμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἀ’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν με, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὑτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

καί τά Τροπάρια
Ἦχος δ’. Ὅ ὑψωθείς ἔν τῷ Σταυρῶ.
Τούς Πρωτοστάτας Οὐσιῶν τῶν άΰλων, καί καταυγάζοντας φωτί πᾶσαν Κτίσιν, τῆς Τρισηλίου δόξης καί Θεότητος, ἅπαντες τιμήσωμεν, Ἀρχαγγέλους τούς θείους, πρός αὑτούς κραυγάζοντες, ἔν ψυχῇ τεθλιμμένη ὦ Ταξιάρχαι άΰλων Οὐσιῶν, πάσης ἡμᾶς περιστάσεως ῥύσασθε.

Δόξα. Καί νῦν. Θεοτοκίον.
Τῆ θεοτόκῳ ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν ἁμαρτωλοί καί ταπεινοῖ καί προσπέσωμεν ἔν μετανοίᾳ, κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆς Δέσποινα, βοήθησον, ἐφ’ ἡμῖν σπλαγχνισθεῖσα σπεῦσον ἀπολλύμεθα ὑπό πλήθους πταισμάτων μή ἀποστρέψῃς σούς δούλους κενούς σέ γάρ καί μόνην ἐλπίδα κεκτήμεθα.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημα μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιον μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιον Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαι Σε. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσας μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπον Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσιν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὑκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὑκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σίων καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον Σου μόσχους.

καί ὅ Κανῶν, ἔχων ’Ἀκροστιχίδα κατ’ Ἀλφάβητον.

ᾨδῇ ἀ’. Ἦχος πλ. δ’. Ὑγραν Διὀδεύσας.
Ἁγίων ’Ἀγγέλων ὦς ἀρχηγοί, καί τῆς θεοπτίας ἀπολαύοντες τηλαυγώς, τόν Ἀγαθοδότην καί Σωτῆρα ὑπέρ ἡμῶν καθικετεύσατε.

Άπαύστως δοξάζουσι σε πιστῶς, Άσωμάτων δῆμοι, ἐνηδόμενοι κάλλει σῶ, καί τῆ ἀκορέστῳ αϊγλη, Σῶτερ αὐτῶν πρεσβείαις ἡμᾶς κατοικτείρησον.

Βιαίοις κρατούμενοι πειρασμοῖς, ὑμῖν ὦς προστάταις καταφεύγομεν οἵ πιστοῖ ’Ἀρχάγγελοι θείοι, τόν Δεσπότην νῦν ἐκτενῶς ἐκδυσωπήσατε.

Θεοτοκίον.
Γενοῦ μοι, Παρθένε, καταφυγῇ, λιμήν τε καί τεῖχος, καί προστάτις ἤ τόν Θεόν, ἔν σαρκί τεκοῦσα, Θεομῆτορ, τόν λυτρωτήν καί Πανοικτίρμονα.

ᾨδῇ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Δωρεαῖς πολυτρόποις, ’Ἀγγελικῶν τάξεων, οἵα Ταξιάρχαι, κοσμούμενοι, ’Ἀρχιστράτηγοι, καθωραΐσατε, τάς τοϋ Χριστοῦ ’Ἐκκλησίας, θεϊκαῖς λαμπρότησι, ταῖς προστασίαις ὑμῶν.

Δωρεᾶς με ἀγίας, ὦς συμπαθεῖς ’Ἄγγελοι, νῦν καταξιώσαι τόν εὐσυμπάθητον δυσωπήσατε τρόπους ἀσπλάγχνους γάρ, καί μοχθηρούς κεκτημένον, μετανοίας τρόποις με ἀνακαλέσατε.

Εὐδοκίας ἔν ὅπλῳ, τό τῶν Πιστῶν πλήρωμα, δόξης Οὐρανίου τῷ κάλλει νῦν στεφανούμενοι, ἐκ περιστάσεως, ὦς εὐκλεεῖς παραστάται, τοῦ Θεοῦ λυτρῶσασθε, θείοι ’Ἀρχάγγελοι.

Θεοτοκίον.
Ζωῆς τῆς ἀκηράτου, θεία σκηνῇ γέγονας, μόνη ἕξ αἰῶνος φανεῖσα, Παρθενομῆτορ, Ἀγνῇ διό Πανάμωμε, τόν ἔν σκιά τοῦ θανάτου, πρός ζωήν ὁδηγῆσαν, νῦν με πρεσβείαις σου.

ᾨδῇ δ’. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ἤ Δυάς ἤ πρωτεύουσα, τῆς τῶν ’Ἀρχαγγέλων νῦν ὁμηγύρεως, τούς προστρέχοντας τῆ σκέπη σου, ἐκ παντός κινδύνου, ἐλευθέρωσον.

Θεωροῖ τῆς λαμπρότητας, τῆς Θεαρχικῆς καί Άγαθοδότιδος, ’Ἀρχιστράτηγοι, ὑπάρχοντες, δούλους τούς ὑμῶν δεινῶν λυτρώσασθε.

Ἱεραῖς ἔν δεήσεσιν, εὕροιμι ὑμᾶς συλλήπτορας ’Ἄγγελοι, τήν ψυχήν μου ἐνισχύοντας, καί τόν λογισμόν μου καταυγάζοντας.

Θεοτοκίον.
Ἱερῶς σε δοξάζουσι, τά τῶν Άσωμάτων θεία στρατεύματα, Θεομῆτορ Πανακήρατε· τόν γάρ Κτίστην τούτων ἀπεκύησας.

ᾨδῇ ·ἕ’. Φώτισον ἡμᾶς.
Κύκλῳ τοϋ Θεοῦ, παρεστῶτες, ’Ἀρχιστράτηγοι, καί ταῖς ἐκεῖθεν πηγαζούσαις αὐγαῖς, λελαμπρυσμένοι τούς ὑμῶν οἰκέτας διασώσατε.

Λύτρωσιν ἡμῖν, δωρηθῆναι ἱκετεύσατε, τόν Δεσπότην καί Θεόν ἡμῶν, ὦς παραστάται τῆς βροτῶν ἀπολυτρώσεως.

Μύστας τῆς σεπτῆς, καί ἀρρήτου Σῶτερ δόξης σου, τούς ’Ἀρχιστρατήγους ὑπέστησας· τούς σούς οὖν δούλους δι’ αὐτῶν νῦν διαφύλαξον.

Θεοτοκίον.
Μύρον μυστικόν, ὀνομάζομεν σε, Πάναγνε, ὦς γεννήσασαν Θεόν ἔν σαρκί, τόν τά εὐώδη ἀναβρύοντα χαρίσματα.

ᾨδῇ στ’. Τήν δέησιν.
Νῦν θρόνοι τφ φοβερῷ παρίστασθαι, ἀκλινῶς ἀξιωθέντες. Θεόπται, καί τοΰ φωτός τῆς Ἀγίας Τριάδος, ἐπαπολαύειν πρεσβεύσατε ’Ἄγγελοι, ῥυσθῆναι ἐκ τῶν πειρασμῶν, τούς τῆ σκέπη ὑμῶν καταφεύγοντας.

Ξηράνατε τῶν παθῶν σηπεδόνα καί τῶν νόσων κοπάσατε τόν σάλον σύν τούτοις δέ, ὦ ’Ἀρχάγγελοι θείοι, καί τά τῆς Πίστεως σκάνδαλα παύσατε, καί ῥύσασθε πάντας ἡμᾶς ταῖς λιταῖς ὑμῶν πάσης αἱρέσεως.

Οἵ ἅγιοι Ταξιάρχαι ’Ἀγγέλων, παρεστῶτες ἐσαεί τῆ Τριάδι, καί τῶν φρικτῶν καί ἀρρήτων αὐτόπται, ὦς ὄντες, πάντας, ’Ἀρχάγγελοι, ῥύσασθε, κινδύνων τε καί πειρασμῶν, ταῖς ὑμῶν ἱκεσίαις δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
Ὅ ἔμψυχος τοῦ Σωτῆρος θάλαμος, ὅ λαμπραῖς τῆς Παρθενίας ἀκτίσι, φωτοειδώς ὤσπερ κρίνος ἐκλάμπων, τῆς ἀκανθώδους ἔν μέσῳ συγχύσεως, ἤ Πάναγνος καί εὐπρεπής, Θεοτόκος Παρθένος δοξάζεται.

’Ἐκ νόσων καί ἐκ παντοίων κινδύνων ῥύσασθε Ταξιάρχαι, τούς πιστῶς τελοῦντας ὑμῶν τήν Σύναξιν, ὦς φύλακες ’Ὀρθοδόξων προστάται.

Ἄχραντε, ἤ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὦς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αῖτησις καὶ τό Κοντάκιον.
Ἦχος β’.Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
’Ἀρχιστράτηγοι Θεοῦ, Λειτουργοῖ θείας δόξης, τῶν ἀνθρώπων ὁδηγοί καί ’Ἀρχηγοί Άσωμάτων, τό συμφέρον ἡμῖν πρεσβεύσατε, καί τό μέγα ἔλεος, ὦς τῶν Άσωμάτων ’Ἀρχιστράτηγοι.

Καί εὐθύς τό Προκείμενον.
Ὅ ποιῶν τούς ’Ἀγγέλους αὑτοῦ Πνεύματα, καί τούς Λειτουργούς αὑτοῦ πυρός φλόγα.
Στίχ. Εύλόγει ἤ ψυχή μου τόν Κύριον. Κύριε ὅ Θεός μου ἐμεγαλύνθης σφόδρα.

Εὐαγγέλιον. 
Ἐκ τοΰ κατά Λουκᾶν (κεφ. ί’ 16—21) .
Εἶπεν ὅ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς. Ὅ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὅ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμέ ἀθετεῖ· ὅ δέ ἐμέ ἀθετῶν, ἀθετεῖ τόν ἀποστείλαντα με. Ὑπέστρεψαν δέ οἵ Ἑβδομήκοντα μετά χαράς, λέγοντες· Κύριε, καί τά δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἔν τῷ ὀνόματι σου. Εἶπε δέ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τόν Σατανᾶν ὦς ἀστραπήν ἐκ τοΰ οὐρανοῦ πεσόντα. Ἰδού δίδωμι ὑμῖν τήν ἐξουσίαν τού πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπιών, καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοϋ ἐχθροῦ, καί οὐδέν ὑμᾶς οὗ μή ἀδικήσῃ. Πλήν ἔν τού τῷ μή χαίρετε, ὅτι τά πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δε ὅτι τά ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἔν τοῖς οὐρανοῖς. Ἔν αὑτῇ τῆ ὤρα ἡγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὅ Ἰησοῦς καί εἶπεν ἐξομολογοῦμαι σοι, Πάτερ, Κύριε τού οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταύτᾳ ἀπό σοφῶν καί συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὑτά νηπίοις· ναί, ὅ Πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκίᾳ ἔμπροσθεν σου.

Δόξα.
Ταῖς τῶν Άσωμάτων, Οίκτίρμον προστασίαις, ἐξαλεῖψαν τά πλήθη τῶν ἑμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον. έξάλειψον τά πλήθη τῶν ἑμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλεῆμον, έλέησόν με ὅ Θεός…
Καί τό παρόν Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β’. Ὀλήν ἀποθέμενοι.
Παύσατε τήν ἔφοδον, ὦ Πρωτοστάται ’Ἀγγέλων, Μιχαήλ θαυμάσιε, Γαβριήλ θειότατε, τῶν αἱρέσεων, καί ταχύ σώσατε, ἐκ νόσων παντοίων, καί τόν σάλον διαιρέσεων, καταπραΰνατε, καί κινδύνων ῥύσασθε καί τῶν θλίψεων, λιταῖς ὑμῶν, ’Ἀρχάγγελοι, πάντας τούς ὑμᾶς ἀναμέλποντας, καί τῆ θεία σκέπη, ὑμῶν προσπεφευγότας εὐλαβῶς, καί τῶν δεινῶν τῆς κολάσεως, θείοι Νόες σώσατε.

Σῶσον ὅ Θεός τόν λαόν σου…

ᾨδῇ ζ’. Οι ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Πολυποίκιλαν χάριν, ’Ἀρχιστράτηγοι θείοι, ὑμῖν δεδώρηται, ὅ πάντων εὐεργέτης, οὗ νῦν τήν Ἐκκλησίαν, διασώσατε ψάλλουσαν ὅ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἷ.

Ῥώμη τού Παντεπόπτου, δυναμούμενοι πάντα, τῆς γῆς τά πέρατα, τρανώς περισκοπεῖτε, καί πάντας τούς ἔν πίστει περισῴζετε ψάλλοντας· ὅ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἷ.

Σύν Άΰλοις Άγγέλοις, τῶν πιστῶν αἵ χορεῖαι δεῦτε τιμήσωμεν, τήν αἴσιον ἡμέραν, τῆς μνήμης ἐκτελοῦντες, τῶν Θεοῦ ’Ἀρχαγγέλων πιστῶς, καί ἐκβοῶντες αὐτοῖς, ῥύσασθε ἡμᾶς νόσων.

Θεοτοκίον.
Σωτηρίας λιμένα, Θεοτόκε Παρθένε, σέ νῦν γνωρίζοντες, τού βίου τούς κινδύνους, ἐκφεύγομεν καί ζάλας, τῷ Υίώ σου κραυγάζοντες· ὅ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἷ.

ᾨδῇ ἡ’. Τόν Βασιλέα.
Τούς παραστάτας καί ὑμνῳδούς τῆς ἀφράστου, ’Ἀρχαγγέλους δόξης σου προσδέχου, σέ νῦν δυσωποῦντας, ὑπέρ ἡμῶν, Παντάναξ.

Ὕμνους ἀπαύστους, ὦ ’Ἀρχάγγελοι θείοι, τω Θεῶ προσφέροντες τῶν ὅλων, μέμνησθε τῶν πίστει ὑμᾶς ὑμνολογούντων.

Φῶτα, ὦ θείοι ’Ἀρχιστράτηγοι, ὄντες, τῆς θεότητος παρακαλοῦμεν πάντας, φωτός Οὐρανίου ἐμπλήσατε καί δόξης.

Θεοτοκίον.
Φαεινοτάταις σου ἀστραπαῖς, Θεομῆτορ, τούς πιστῶς εἰδότας σε φαιδρύνεις, τήν τιμιωτέραν τῶν Οὐρανίων Νόων.

ᾨδῇ θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Χορείας Ἀσωμάτους, νῦν τήν Ἐκκλησίαν, δι’ ἀρετῆς μιμουμένην σύ λάμπρυνον, περιτειχίζων, Παντάναξ, αὑτήν Άγγέλοις σου.

Ψυχῶν τήν σωτηρίαν, Θεοῦ Ταξιάρχαι, πᾶσιν ὑμῖν τοῖς τιμῶσι δωρήσασθε, τήν φαιδροτάτην ἡμῶν καί θείαν πανήγυριν.

Ὡς φύλακας τοῦ Κόσμου, καί τῶν ’Ὀρθοδόξων, καί ’Ἀρχιστράτηγοι θείων δυνάμεων, ῥύσασθε νόσων ἡμᾶς καί κακώσεων.

Θεοτοκίον.
Ὡς Λυκαυγές ὡς ὄρθρος, πᾶσι τοῖς ἔν σκότει, ἐξανατείλασα, Ἄχραντε, πρέσβευε Χριστῷ φωτίσαι τούς πίστει ἀεί ὑμνοῦντας σε.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.
Σκέπε, φρούρει, φύλαττε σαῖς λιταῖς, ’Ἀρχάγγελε θεῖε, Άστραπόμορφε Μιχαήλ, τούς πίστει σε τιμῶντας καί γεραίροντας πόθοις πρῶτον τῶν ’Ἀγγέλων καί ’Ἀρχιστράτηγον.

Πάρεσο προστάτης πᾶσιν ἡμῖν, ἔν παντί τῷ βίῳ καί ἔν ὤρα τῆ φοβερά, τοϋ πικροῦ θανάτου, βοήθει θεῖε Νόε, ’Ἀρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ ἀξιΰμνητε.

Ξυνωρίς ἀοίδιμε, καί Δυάς, ἄυλε καί θεία, διασώσατε τούς πιστῶς, ὑμᾶς εὐφημοῦντας, ἐκ παντοίων κινδύνων, ’Ἀρχάγγελοι Κυρίου Μιχαήλ καί Γαβριήλ.

’Ἀρχάγγελοι, ’Ἄγγελοι καί Ἀρχαί, Δυνάμεις καί Θρόνοι, Κυριότητες, Σεραφείμ, σεπταί Ἐξουσίαι καί Χερουβείμ οἵ θείοι, ὑπέρ ἡμῶν τόν Κτίστην καθικετεύσατε.

Θεοτοκίον.
Τήν ὑψηλοτέραν τῶν Οὐρανῶν καί καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τήν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τήν Δέσποιναν τοῦ Κόσμου, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Τὸ Τρισάγιον
γιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Καί τό Άπολυτίκιον.Ἦχος δ’.
Τῶν οὐρανίων στρατιῶν ’Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεν ὑμᾶς, ἡμεῖς οἵ ἀνάξιοι, ἶνα ταῖς ὑμῶν δεήσεσι τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπη τῶν πτερύγων τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦντες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτενῶς καί βοῶντας. Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τὸ ἑξῆς.

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου…
Δεῦτε ἔν ᾠδαῖς Πνευματικαῖς, Νόων Άσωμάτων τῶν θείων, ’Ἀρχιστρατήγους κλεινούς, πόθῳ ἀνυμνήσωμεν πρός αὑτούς λέγοντες· Μιχαήλ ὑπερένδοξε καί Γαβριήλ θεῖε, σώσατε, Πανάγιοι, τούς ’Ὀρθοδόξους ήμάς, νόσων τε παθῶν καί κινδύνων, ταῖς λιταῖς ὑμῶν, θείοι Νόες, καί πρός τρίβους σωτηρίας ὁδηγήσατε.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καί λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὅ Θεός ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.
Ἀμήν.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Θαυμαστὴ διάσωση τοῦ π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαὴλ



Θαυμαστὴ διάσωση τοῦ π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαὴλ 
Μπούσιας Χαράλαμπος

ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοικὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ. 
Ὁ Πάπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχός τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δέν κατόρθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατί βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωΐ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρῶτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα». 
Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικὸ λέγοντας: 
«Σᾶς ζητῶ μία χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ὁ πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, προφθάσε νὰ φωνάξει: 
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε μέ!
Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίνητος. Μία φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους. 
Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Πάπα-Δημήτρης μία Κυριακὴ πρωΐ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μία στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε: 
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε μέ, κινδυνεύω.
Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει: 
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
Ἔκτοτε ὁ Πάπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθεος, ὁ Ζερβάκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μία ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῷ δύο αὐτῶν ὀσιακῶν μορφῶν, τοῦ Πάπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Πάπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὀσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Ἡ Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἔδιωξε τήν πανώλη ἀπό τήν Ρώμη.


Maria Salus Populi Romani
Βασιλική της Santa Maria Maggiore
(Ρώμη)
 

Ἡ Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἔδιωξε τήν πανώλη ἀπό τήν Ρώμη.

Τό 510μ.Χ. ἔπεσε στή Ρώμη μεγάλο θανατικό, τόσο πού πέθαιναν τήν ἡμέρα δύο χιλιάδες ἄνθρωποι. Ὁ Πάπας λοιπόν τοῦ καιροῦ ἐκείνου (ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Διάλογος) ἔδωσε ἐντολή νά βγάλουν τή Σεβάσμια Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία ἱστόρισε ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς, καί νά κάμουν Λιτανεία καί δέηση πρός τόν Κύριο νά σταματήσει ὁ θάνατος. 
Καθώς λοιπόν πήγαινε ὁ Ἀρχιερεύς εἰς τήν Εἰκόνα, παρακαλώντας τήν πολυεύσπλαχνο Μητέρα νά εὐμενίσει τόν Δεσπότη, νά καταπαύσει τό θυμό καί τή δίκαιη ἀγανάκτησή Του, ἔβλεπαν ὅλοι, ἀπό ὅπου καί ἄν περνοῦσε ἡ Ἁγία Εἰκόνα, νά φεύγει ἡ φθορά τοῦ ἀέρος, καί νά ἀφανίζεται μπροστά ἀπό τή σεβάσμια Εἰκόνα Αὐτῆς, σάν σύννεφο, πού τό διώκει βίαιος ἄνεμος καί ἔμενε ἡ ἀτμόσφαιρα γαλήνια καί λαμπρότατη. 
 Ἀφοῦ λοιπόν γύρισαν ὅλη τήν Πόλη, καί τελείωσαν τίς εὐχές, βλέπει ὁ Ἅγιος ἕναν Ἄγγελο νά στέκει πάνω στόν πύργο, πού τόν ὀνομάζουν Ἀδριανοῦ καί Κρησκεντίου, νά σκουπίζει ἕνα ματωμένο ξίφος καί νά τό βάζει στή θήκη. Κατάλαβε λοιπόν ὅτι διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου σταμάτησε ὁ θυμός τοῦ Δεσπότου καί ἡ ἀγανάκτηση. 
Ἀπό τότε ἕως καί σήμερα δέν λέγεται πλέον ὁ πύργος ἐκεῖνος τοῦ Ἀδριανοῦ ἤ Κρησκεντίου, ἀλλά τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ, στοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἔκτισαν Ναό εἰς ἐνθύμησιν αὐτοῦ τοῦ θαύματος τῆς Θεομήτορος˙ Αὐτῆς ταῖς πρεσβείαις νά λυτρωθοῦμε κι ἐμεῖς τοῦ αἰωνίου θανάτου τῆς αἰωνίου κολάσεως.

«Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία».

Τρίτη 26 Απριλίου 2022

Ανάμνηση θαύματος Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εύρεση του Τιμίου Ήλου


 

Ανάμνηση θαύματος Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εύρεση του Τιμίου Ήλου
Εορτάζει 2 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.
Ἐν Γοναταῖς παραδόξου θαύματος, τοῦ Ἁγιάσματος παρὰ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ 
Γέρας νεουργὸν εὐλογῶ Ἀρχαγγέλῳ,
Ἁγιάσματος Γοναταῖς τοῦ ἐκ πέτρας.

Προσκύνησις τοῦ τιμίου Ἥλου τοῦ ἡλώσαντος τὴν ἄχραντον δεξιὰν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν 
Προσηλώσαντα ἐν Σταυρῷ τῷ τιμίῳ,
Ἧλον σέβομαι τὸν δεξιὸν Δεσπότου.
Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το «ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ», το οποίο εξεδώθει στην Καβάλα τον Οκτώβριο του 1967 μ.Χ., δαπάνη της Ι. Μονής του Φιλοθέου.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΙΣ

Τῶν ἐν τῆ Νήσῳ Θάσω γενομένων θαυμασίων παρὰ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ καὶ περὶ τοῦ τιμίου Ἥλου τοῦ έκ τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ (ἤτοι μέρους τοῦ Καρφίου οῦ τὴν Πανσέβαστον Δεξιὰν τοῦ Σωτήρος καθηλώσαντος) καὶ ἀφιέρωμα γενομένου παρὰ τοῦ Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου εἰς τήν Ἰερὰν Μονὴν τοῦ Φιλοθέου τὴν ἐν Ἀγίω Ὅρει κειμένην..

Εὐλόγησον Πάτερ.

Κατά τὸ χιλιοστὸν ἐνενηκοστὸν ἔτος ἀπὸ Χριστοῦ, ἦτο εἰς τὴν Νῆσον Θάσον, εἷς ἀσκητὴς Ὅσιος καὶ Ἅγιος ἄνθρωπος, ὀνομαζόμενος Λουκᾶς, ὅστις ἀσκήτευσε πρῶτον, εἰς τὸν τόπον τὸν νῦν λεγόμενον τοῦ Λουκά· ὅπου ἔκαμεν ἐκεῖ ἀσκητεύων δεκατέσσαρα ἔτη, ὅτε καὶ ἔκτισε μικρὸν Ναόν, ἐπ' ὀνόματι τοῦ Ἀγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωαννου τοῦ Θεολόγου (1).

Ἐνοχλούμενος δὲ ὁ Ὅσιος ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ ἡσυχώτερον καὶ ἐρημικώτερον τόπον ζητῶν, κατέβη εἰς τὰ σπήλαια, τῆς βαθείας καλουμένης Ποταμίας, ὅπου εἶναι τώρα ὁ Ναὸς τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ, ἔνθα καὶ ἤσκησεν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ εἴκοσι ἔτη. Κατὰ δὲ τὸ δέκατον ἕβδομον ἔτος, τῆς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ τῆς βαθείας Ποταμίας ἀσκήσεώς του, προσευχόμενος ἐν μιᾷ τῶν ήμερῶν ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς, βλέπει ἔμπροσθέν του ἐξαστράποντα τὸν Ἀρχιστράτηγον Μιχαὴλ καὶ λέγοντα αὐτῷ, «εἰρήνη σου». Φοβηθεὶς δὲ ὁ Ὅσιος καὶ έκπλαγεὶς ἐπὶ τῆ παραδόξῳ θέᾳ καὶ ἀστραπηφόρῳ μορφῆ, συνεχῶς ἔλεγε τὸ, «Παναγία Θεοτόκε βοήθει μοι». Ὁ δὲ Ἀρχιστράτηγος ἐνθαρρύνων αὐτὸν, τῷ ἔλεγεν ἵνα μὴ φοβηθῆ, διότι δὲν ἦτο ὡς αὐτὸς ἐδόκει, φάντασμα, ἀλλ' ὁ Ἀρχιστράτηγος τοῦ Θεοῦ Μιχαήλ· καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι μὲ ἀπέστειλεν ὁ Κύριος εἰπεῖν σοι, ὅτι μετὰ τρία ἔτη παραλαμβάνει ἐν εἰρήνῃ τὸ πνεῦμά σου, εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις.

Ὁ δὲ Ὅσιος, φοβηθεὶς περισσότερον διὰ τὸν λόγον τοῦτον, καὶ φάντασμα νομίζων τὸ φαινόμενον, ἔπεσε προύμυτα καὶ συνεχῶς ἔκραζε τό, «Κύριε έλέησον»· ὁ δὲ θεῖος Ἀρχιστράτηγος καὶ αὖθις παραθαρρύνας αὐτὸν, ἐφάνη ὅτι ἐκτύπησεν ώς μέ ράβδον τινά, τὴν ἐκεῖ κατὰ πρόσωπον πέτραν λέγων, «ἐν ὁνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἰοῦ καὶ τοῦ Ἀγίου Πνεύματος, Ἀμήν.» καὶ εὐθῦς ἀνέβλυσεν ῦδωρ ἐξ ἐκείνης τῆς πέτρας. Λαβὼν δὲ θάρρος ὁ Ὅσιος, ἐζήτει διὰ τὴν προτέραν ἀπιστίαν συγχώρησιν (ἐπειδὴ πολλάκις ἐδοκίμασε νὰ τὸν ἀπατήση ὁ διάβολος διὰ πολλῶν καὶ ποικίλων φαντασιῶν). Λέγει αὐτῷ ὁ Ἀρχιστράτηγος, μετάλαβε ἀπὸ τοῦ ῦδατος τούτου καὶ μὴ φοβοῦ πλέον τὰς δαιμονικὰς φαντασίας, ἀλλὰ κτίσον ἐδῶ Ναὸν εἰς πολλῶν ὠφέλειαν καὶ ἀσθενῶν θεραπείαν· καὶ ταῦτα εἰπών ὁ Ἀρχιστράτηγος ἀφανὴς ἐγένετο. Ὁ δὲ Ὅσιος Γέρων, ἀναστὰς καὶ χαρὰς ἀφάτου πλησθείς, ηὐχαρίστει τῷ Θεῷ καὶ ἐτέλεσε προθύμως τὸ Θεῖον πρόσταγμα, κτίσας ὡς εἶχε δύναμιν, μικρὸν Ναὸν εἰς ὄνομα τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ· ἔνθα οἱ προσερχόμενοι καὶ ἐκ τοῦ ἀγιαστικοῦ ἐκείνου ὕδατος πίνοντες καὶ λουόμενοι, ἐθεραπεύοντο ἐκ πάσης σωματικῆς καὶ ψυχικὴς ἀσθενείας.

Διαδοθείσης γὰρ τῆς φήμης τῶν θαυμάτων πανταχοῦ οὐ μόνον ἐν τῆ Νήσῳ ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν πέριξ καὶ μακρὰν, ἔφερον τοὺς πάσχοντας ἐκ ποικίλων ἀσθενειῶν καὶ ἐθεραπεύοντο. Ὁ δὲ Ὅσιος, καλῶς ἀγωνισάμενος, ἐν ἐκείνη τῇ τριετία, ἀπῆλθε κατὰ τήν πρόρρησιν τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἐν εἰρήνη πρὸς Κύριον. Ὅντινα κηδεύσας ὡς ἐπρεπεν, ὁ ὐποτακτικός του Ξενοφῶν ὀνομαζόμενος, ἀπῆλθε τοῦ λοιποῦ εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Ἰερὰν Μονὴν τοῦ Φιλοθέου, ὅπου καὶ διῆλθε τὸ ὐπόλοιπον τῆς ζωῆς του, μὴ δυνηθεὶς νὰ ὑποφέρη τὴν ἐκεῖ μοναξίαν καὶ τραχύτητα τῆς ἐρήμου. (2) Ὅτε δὲ ὁ Ὅσιος Λουκὰς εἶδε τὴν ὅρασιν ἐβασίλευε Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης. (3) Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Βασιλείας Ρωμαίων καὶ τὴν ἅλωσιν τὴς Νήσου Θάσου, γενομένην μετὰ παρέλευσιν ὁλίγων ἐτών τῆς ἀλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρὰ τοῦ ἰδίου Σουλτὰν Μεχμέτ· ἀφοῦ ἐξουσίασαν οἱ βάρβαροι τὴν Νήσον καὶ ἔβλεπον τὰς παραδόξους γενομένα ἰάσεις καὶ θαυματουργίας, ἐφθόνησαν οἱ κατάρατοι καὶ εἰς λύπην τῶν σεβομένων καὶ εὐλαβουμένων τὸ Ἁγίασμα πιστῶν, ὑπήγον ἐξ αύτῶν τρεῖς μὲ πλοιάριον καὶ ἀφοῦ ἀνέβηκαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Ἀρχιστρατήγου, ὁ θρασύτερος αὐτῶν ἐτόλμησε καὶ εἰσῆλθεν ἐν τῷ Ναῷ καὶ ἐμίανε τὴν πηγὴν τοῦ Ἁγιάσματος, ὅστις καὶ εὐθέως ἐκεραυνώθη καὶ ἔπεσεν ἐν τῷ Ναῷ πτῶμα νεκρόν, ἄξιον τὴς μιαρᾶς αὐτοῦ πράξεως. (4) Οἱ ἄλλοι δὲ δύο ἐκ τῶν βαρβάρων φοβηθέντες, ἐκατέβηκαν ἐν τῆ θαλάσση καὶ εἰσῆλθον ἐν τῷ πλοιαρίῳ φυγεῖν. μεθ' οὖ καὶ συνετρίβησαν παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἑκ τῆς μαινομένης θαλάσσης, καὶ ἧσαν τὰ συντρίμματα αὐτῶν ἐκεῖ εἰς ἔνδειξιν τῆς τόλμης καὶ κακίας των. Τὴν δὲ ἀκόλουθον ἠμέραν, ἧλθε τις Ἰερεὺς Δημήτριος ὀνόματι, μετὰ τινῶν ἀσθενῶν ὅπως ἱερουργήσῃ χάριν τῆς ὑγείας των· ὅτε βλέπει τεθανατωμένον ἐν τῷ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Ἱ. Ναῷ, τὸν θεήλατον έκεῖνον Ἀγαρηνὸν καὶ τὴν πηγὴν τοῦ Ἁγιάσματος ξηρὰν καὶ μεγάλως ἐφοβἠθει μετὰ τῶν ἀκολούθων του.

Ἐσπέρας δὲ οὔσης, ἐσύρθησαν ἀμφότεροι, εἰς ἕν μέρος ἐκεῖ πλησίον ἀπόκεντρον, προσδοκῶντες πότε νὰ ἀνατείλῃ ἠμέρα νὰ φύγωσιν ἔχοντες συνάμα λύπην μεγάλην, διὰ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο καὶ τὸ περισσότερον διὰ τὴν στείρευσιν τοῦ Ἁγιάσματος. Ὅτε κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην, φαίνεται εἰς τὸν Ἱερέα ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν Ναὸν μου καὶ ἔκβαλε ἔξω καὶ ρίψον μακράν, τὸ ἀκάθαρτον ἐκεῖνο σῶμα καὶ λάβε τοῦς ἀσθενεῖς νὰ καταβῆτε παρὰ τὸν αἰγιαλὸν τῆς θαλάσσης καὶ εἰς ὅποιον σπήλαιον ἰδῆτε φῶς, εἰσέλθετε καὶ λουσθήτωσαν ἐκεῖθε οἱ ἀσθενεῖς καὶ θεραπεύονται. Ποιήσας δὲ ὁ Ἰερεῦς ἀγρυπνίαν, πρὸς τὸν Ὄρθρον, ἐκβαλῶν ἐκ τοῦ Ναοῦ τὸ ἀκάθαρτον ἐκεῖνο σῶμα, καθὼς αὐτὸν ἐπρόσταξεν ὁ Ἀρχιστράτηγος, ἐκατέβηκαν εἰς τὴν παραθαλασσίαν καὶ περιερχόμενοι τὸν αἰγιαλόν, βλέπουν εἰς ἕν σπήλαιον μικρὸν, φῶς μέγα, καὶ φοβηθέντες ἔκραζον, τὸ «Κύριε ἐλέησον» καὶ τὸ «Ἀρχιστράτηγε βοήθησον». Ἀρθέντος δὲ οἰκονομικῶς τοῦ φωτός, ἐπλησίασαν εἰς τὸ σπήλαιον, καὶ ἠσθάνθησαν εὐωδίας πολλῆς καὶ ἐπειδὴ ὁ τόπος τοῦ σπηλαίου ἧτο στενὸς καὶ εἰσήλθον γονατιστοί, ἔλαβε τὴν ἐπωνυμίαν ὁ τόπος «Γοναταῖς» διότι ἐπὶ τῶν γονάτων κινούμενοι εἰσέρχονται εἰς τὸ Ἁγίασμα.

Ἀφοῦ δὲ εἰσήλθον τοιουτοτρόπως καὶ ἐλούσθησαν κατὰ τὸν λόγον τοῦ Ἀρχιστρατήγου ἐθεραπεύθησαν οἰ ἀσθενεῖς· καὶ ἐκτοτε πάντες οὶ μετ' εὐλαβείας καὶ πίστεως προσερχόμενοι ἐν τῷ σπηλαίῳ τούτῳ τοῦ Ἀγιάσματος θεραπεύονται. Μείνας δὲ ὁ Ἰερεὺς Δημήτριος τὴν ἠμέραν ἐκείνην καὶ καθαρίσας τὸν Ναὸν καὶ ἀγιάσας, ἐλειτούργησε τὴν ἐπαύριον καὶ πάλιν κατέβη μετὰ τῶν λοιπῶν εἰς τὴν θάλασσαν, ὅπως εὕρωσι θαλάσσιον τι καὶ ψαρεύσωσιν. Ἰδόντες δὲ έκεῖ τὰ συντρίμματα τοῦ πλοιαρίου καὶ τῶν δύο ἀσεβῶν ἐκείνων τὰ σώματα, ἐρριμένα ἐκεῖ νεκρὰ εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἐφοβήθησαν καὶ ἀνεχώρησαν, διηγούμενοι ὅσα εἰδον. (Τὸ Ἁγίασμα τοῦτο, εἷναι αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ἴδιον, ὅπερ ἀνέβλυσεν ἐνώπιον τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, διὰ θαυματουργίας τοῦ Ἀρχιστρατήγου, καὶ ὡς νὰ ἐβυθίσθη ἐκ τῆς πρώτης αὐτοῦ Πηγῆς, ἀνέβλυσε κάτω ἐν τῷ εἰρημένῳ σπηλαίῳ ὅπου καὶ ἕως τοῦ νῦν ρέει ἀεννάως)· καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἀρχιστρατήγου ἐν τῷ Ἀγιάσματι.

Τώρα δὲ νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ τοῦ τιμίου Ἤλου, ἤτοι τοῦ ἐκ τῆς Πανσεβάστου Δεξιᾶς τοῦ Σωτῆρος ἐν τῷ Ζωηφόρω Σταυρῷ Καρφίου καὶ τῶν ἐκ τούτου τελεσθέντων θαυμασίων ἐν τῆ Νήσῳ ταύτῃ. Κατὰ τὸ ἐξ ἀνάγκης ἐπινοηθὲν καὶ ἐπικρατοῦν παλαιὸν σύστημα, ἐνεκα τῶν βαρυτάτων φόρων καὶ δασιμάτων, ὅπου εἶχον ἐπιφορτίσῃ τὰς Ἰερὰς Μονάς, κατὰ τὰς πρώτας τῆς δουλείας ἡμέρας οἱ Ἀγαρηνοί: Οἱ τῆς Ἰερὰς Μονῆς τοῦ Φιλοθέου Πατέρες, ἐν στερήσει ὄντες καὶ ἀπορίᾳ τῶν ἀναγκαίων καὶ ἀπαραιτήτων χρειωδῶν καὶ ἐκ τῶν χρεῶν στενοχωρούμενοι, ἐξέλεξαν ἕνα τὸν Σεβασμιώτερον Ἰερομόναχον, Γαβριήλ ὀνομαζόμενον καὶ ἀπεφάσισαν νὰ στείλουν αὐτὸν, μετὰ καὶ έτέρων 2 ἀδελφῶν συνοδείαν εἰς τὴν Βλαχίαν πρὸς συνδρομήν, διότι οι φιλόχριστοι τότε τῆς Βλαχίας Ἡγεμόνες, μεγάλως ἐβοήθουν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὡς εἰς τοιοῦτον δὲ μέρος αὐτοὺς ἀποστέλλοντες, ὤφειλον νὰ δώσωσιν αὐτοῖς, ὅπως φέρουν μεθ' ἑαυτῶν καὶ τὰ σεβασμιώτερα Ἅγια κειμήλια. Ἅνωθεν δὲ ἐκ τῶν παλαιοτέρων χρόνων ὡς ἦν γνωστόν, εὐρίσκεται ἐν τῆ Ἰερᾷ ταύτῃ τοῦ Φιλοθέου Μονῆ, μέρος τοῦ τιμίου Ἥλου, τοῦ ἐκ τῆς Δεξιάς τοῦ Σωτῆρος, ἀφιερωθὲν μετὰ Χρυσοβούλου καὶ ἐπισήμου συσκευῆς, ὑπὸ τοῦ εὐσεβοῦς Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορος, Νικηφόρου τοῦ Βοτανειάτου· (5) ὅπερ καὶ ἔδωκαν μετὰ μέρους Ἀγίου Λειψάνου τοῦ Ἀγίου Παντελεήμονος, πρὸς τον ρηθέντα Γαβριήλ Ἰερομόναχον καὶ τὴν Συνοδείαν του:

Οἵτινες λαβόντες αὐτὰ καὶ ἐμβάντες εἰς πλοῖον, ἐπλεον διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅπως έφοδιασθῶσιν ἐκεῖθεν διὰ Πατριαρχικῶν συστατικῶν Γραμμάτων, πρὸς τοὺς Ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας καὶ τοὺς ἐκεῖθε Ἀρχιερεῖς: Μικρὸν δὲ πλεύσαντες καὶ μόλις πέντε μιλίων διάστημα, ἄνεμος αὐτοὺς εὑρίσκει σφοδρὸς, πρὸς τήν Νῆσον Θάσον αὐτοὺς διώκων, ὅπου ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων φερόμενοι, βιαίως καὶ ἀκράτητα, ἔφθασαν εἰς τὴν βαθεῖαν Ποταμίαν, ἐν τῷ κάτωθι αὐτῶν μετοχίῳ τῆς Ἰερὰς Μονῆς (6) Φιλοθέου ὡς νεκροὶ ἀπὸ τὸν φόβον. Ὅθεν ἔσυραν ἐκεῖθεν τὸ πλοῖον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ Μετόχιον, (τὸ ὁποῖον τότε ἧν παρὰ τῷ Ναῷ τοῦ Ἀρχιστρατήγου)· καὶ ἀφοῦ οἱ θαλασσοπειραταὶ κατέκαυσαν αὐτό, ἔπειτα ὡς εἰς ἀπόκρυφον μέρος ἐκτίσθη τὸν ἐν τῆ βαθείᾳ Ποταμίᾳ εὑρισκόμενον νῦν, καθὼς καὶ τὸ Χρυσόβουλον τοῦ ἀοιδίμου Βασιλέως Ἀνδρονίκου τοῦ Παλαιολόγου διαλαμβάνει, ἐκδοθὲν τὸ 1287 ἔτος ἀπὸ Χριστοῦ. εἰς ὅ ἀπαριθμοῦνται οἱ τόποι, ὅσους πρὸ χρόνων, εἶχεν ἐν τῆ Νήσῳ ταύτῃ, ἡ Ἰερὰ Μονὴ τοῦ Φιλοθέου, ἀναφέρει καὶ τοῦ Μετοχίου τούτου τοῦ Ἀρχιστρατήγου. (7)

Ἐν τούτω ἐλθόντες οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι πρὸς παραμυθίαν καὶ πυρὰν ἀνάψαντες ἐθερμαίνοντο καὶ ἐκάθηντο ἀμέριμνοι. Κατ' ἐκείνην δὲ τὴν νύκτα ἧλθον θαλασσοπειραταί, οἵτινες ἰδόντες τὸ πλοῖον ἔξωθεν τραβισμένον καὶ ἄνωθεν φῶτα, ἐπήδησαν ἔξαφνα καὶ ἐφόνευσαν ἅπαντας καὶ τοὺς Μοναχοὺς καὶ τοὺς ναύτας. Ὡς δοκεῖ τότε, κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἐν καιρῷ, ὅπου οἱ ἄγριοι θῆρες ἐκεῖνοι ἐβασάνιζον αὐτοῦς καὶ ἐζητοῦσαν χρήματα, ἐπρόφθασέ τις καὶ ἔκρυψεν ἐν τῷ τοίχῳ τοῦ Ναοῦ τὸ κιβώτιον τὸ περιέχον τὸν τίμιον Ἥλον καὶ τὸ ἅγιον λείψανον τοῦ Ἀγίου Παντελεήμονος. (8) Ὅθεν δὲν εὐρέθη παρὰ τῶν ληστοπειρατῶν οὔτε ἐκάη τὸ κιβώτιον τὸ περιέχον τὰ ἱερὰ ταῦτα ἀντικείμενα· τοῦ Ναοῦ καὶ τῶν οἰκημάτων τοῦ Μετοχίου καέντων καὶ πάντων ἀσπλάγχνως θανατωθέντων, ἔμειναν κεκρυμένα ταῦτα καὶ ἀσύλητα.

Μετὰ καιρὸν δὲ, κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἀπεκαλύφθησαν οὕτω πως: Ἰωάννης τις ἐνόσει πολυχρονίως καὶ οὐδεμίαν θεραπείαν εὕρισκε τοῦ πάθους αὐτοῦ· εἰς αὐτὸν καθ' ὕπνους ἐφάνη ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ, παρακινῶν αὐτὸν, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὸ ἐν Γοναταῖς Ἀγίασμα αὐτοῦ νὰ θεραπευθῆ. Ἀναστὰς δὲ, καὶ τοῖς οἰκείοις διηγησάμενος τὰ ὁραθέντα, εὐθὺς παρέλαβον αὐτὸν οἱ συγγενεῖς αὐτοῦ καὶ ἔφερον εἰς τὸ Ἀγίασμα καὶ ἐλούσθη καὶ ἐθεραπεύθη τελείως. Ἕνεκα δὲ τῆς θεραπείας του ταύτης, ἐκινήθη εἰς τὸ ν' ἀνεγείρῃ τὸν Ναόν ὅτε βαλὼν οἰκοδόμους καὶ καθαίροντες τοὐς τοίχους, διὰ νὰ βάλωσι θεμέλια, εὗρον ἐν τῷ τοίχῳ τὸ κιβώτιον. Συσκεφθέντες δὲ ἀναμεταξύ των διὰ νὰ τὸ κρύψωσι διὰ τὴν ἀξίαν τῆς ἀργυρᾶς θήκης καὶ νὰ δώσωσι τὸ ἅγιον λείψανον μόνον πρὸς τὸν ἐν τῷ χωρίω τότε τοῦ Θεολόγου διαμένοντα ἄνωθεν ἐν τῷ Μετοχίω τῆς Μονῆς Φιλοθέου Πνευματικὸν Θεωνᾶν Φιλοθεΐτην: Τὸν τίμιον Ἧλον τοῦ Σωτῆρος, ὅστις ἧτο μέσα εἰς Σταυρὸν ξύλινον, ἔθεσαν ἐπί τινα ἀγριελαίαν πλησίον τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἀρχιστρατήγου. Παραδώσαντες δὲ τὸ Ἅγιον λείψανον τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος εἰς τὸν ρηθέντα Πνευματικὸν ἠρώτησεν αὐτοὐς περὶ τῆς θήκης τοῦ κιβωτίου καὶ τοῦ τιμίου Ἥλου· αὐτοί τῷ εἶπον ψευδῶς ὅτι αὐτὸ μόνον εὖρον ὑποκάτω ὑπὸ μίαν πλάκαν.

Κατὰ θείαν παραχώρησιν δὲ δαιμονισθέντες καὶ ἔντρομοι γενόμενοι ἐκ τῆς δικαίας αὐτῶν τιμωρίας, ἐδωκαν τὸ ἀργυροῦν κιβώτιον. Τὸν δὲ τίμιον Ἥλον μέ τὸν Σταυρὸν τὸν περιέχοντα αὐτόν, παντελῶς ἠγνόησαν καὶ ἐλησμόνησαν ὅτι ἔβαλον αὐτὸν εἰς τὴν ἀγριελαίαν. Ἐν δὲ τῷ τόπῳ έκείνῳ ήν τις Γεώργιος, ποιμὴν προβάτων ὅστις ἔχων μάνδραν ἐκεῖ πλησίον, ἐβλεπε καθ' ἑκάστην νύκτα φῶς ὡς ἄστρον φαῖνον ὑπήγενε δὲ τὴν ἡμέραν καὶ οὐδέν ἔβλεπε. Ἐν μιᾷ δὲ νυκτὶ λαμβάνει καὶ τὸν υἱόν του καὶ πηγαίνουν εἰς τὴν ἀγριελαίαν ἐκείνην καὶ βλέποντες τὴν λάμψιν ἐφοβήθησαν καὶ δέν ἀνέβηκαν εἰς τὴν ἐλαίαν. Ἀπῆλθον δὲ εἰς τὸ χωρίον τοῦ Θεολόγου καὶ εἶπον τῷ εἰρημένῳ Πνευματικῷ Θεωνᾷ ὅλην τὴν ὑπόθεσιν.

Διότι δὲν εἷχε παρέλθει πολὺς καιρὸς ὅπου εἶχον θανατώση τοῦς Φιλοθεΐτας έκείνους Μοναχοὺς οἱ βάρβαροι καὶ ὅπου ἰάθη ὁ Ἰωάννης, ὅστις ἀνεκαίνισε τὸν Ναόν. Ὅθεν συνεπέρανεν ὁ Πνευματικὸς ὅτι ὁ τίμιος Ήλος ήτο έκεΐ εἰς τὴν ἀγριελαίαν καὶ ἀπήλθον καὶ εὖρον τὸν Σταυρὸν καὶ μέσα εἰς αὐτὸν τὸν τίμιον Ἤλον. Λαβόντες δὲ αὐτὰ εὐλαβῶς καὶ ἐντίμως, ἐφερον λιτανεύοντες εἰς τὸ χωρίον Θεολόγον, ὅπου ἐξήλθον πάντες οί τοῦ χωρίου εἰς ὑπάντησιν, καὶ κατέθεσαν ταῦτα ἐν τῷ ὡρισμένῳ Εὐκτηρίῳ παρὰ τῷ Μετοχίῳ τῆς Ἰερᾶς Μονῆς τοῦ Φιλοθέου.

Ἐξ ὧν πολλὰ καὶ δυσδιήγητα θαύματα γεγόνασι τότε. Ὅθεν μαθόντες οἱ τῆς Μονῆς Φιλοθέου, ἐγραψαν τῷ συναδέλφῳ αὐτῶν Πνευματικῷ Θεωνᾷ, νὰ παραλάβη τὸν τίμιον Ἥλον καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρη εἰς τὴν Ἰερὰν Μονήν. Ὅτε λαβῶν αὐτὸν ὁ Πνευ ματικὸς κατὰ τὴν προσταγήν τοῦ τότε Ἡγουμένου (9), ἐφερεν αὐτὸν εἰς τὴν Ἰεράν Μονήν. Ὁ δὲ Ἀρχιστράτηγος ὤφθη τῷ Ἡγουμένῳ μεμφόμενος αὐτῷ καθ' ὕπνους καὶ συνάμα ἐλέγχων καὶ προστάζων αὐτὸν νὰ στείλῃ τὸν τίμιον Ἧλον ὀπίσω πρὸς φύλαξιν τῶν χριστιανῶν. Αὐτὸς δὲ ῶκνει καὶ ἀνεβάλλετο τὸν καιρὸν νὰ τὸν ἀποστείλῃ. Ὅθεν ἐπροστάχθη πάλιν κατ' ὅναρ σφοδρότερον, ὅπως ἀποστείλῃ αὐτὸν καὶ μὴ ἐμποδίσῃ οὔτε νὰ ζητήσῃ αὐτὸν ὀπίσω, (αἰνιττόμενος διὰ τούτων, ὅτι θά ἐλάμβανεν αὐτὸς αὐτὸν ἐκεῖσε, ὡς ἀκριβῶς τοῦτο συνέβη). Διότι ἀπελθῶν ὁ Ἡγούμενος ἐν τῷ Σκευοφυλακίῳ, ἵνα λάβῃ αὐτὸν ἐκεῖσε, οὐχ εὗρεν αὐτὸν ἐκεῖ μὲ ἔκπληξίν του, ἔστειλε λοιπὸν τὸν εἰρημένον Πνευματικὸν ἐν Θάσῳ πρὸς ἀναζήτησιν, διότι ἐγνώρισεν ἐκ τῶν λόγων τοῦ Άρχιστρατήγου ὅτι παρέλαβεν αὐτὸν ἐν θάσῳ.

Ὁ δὲ, τῶν προβάτων ποιμὴν, ὁ προϊδῶν τὸ φῶς ἐν τῆ ἀγριελαίᾳ, ὁρᾷ λαμπρόχερον πάλιν τὸ φῶς ἐκεΐνο, καὶ δοὺς εἴδησιν ἐν τῷ παρὰ τῷ χωρίῳ τοῦ Θεολόγου Φιλοθεΐτη Πνευματικῷ καὶ λοιποῖς, ἧλθον μετὰ λιτανείας καὶ παρέλαβον αὐτὸν μετὰ προπομπῆς πολλῆς καὶ ἐναπέθεσαν ἐν τῷ Εὐκτηρίῳ τῷ παρὰ τῷ Μετοχίω τῆς τοῦ Φιλοθέου Ἰερὰς Μονῆς (10). Μετ' οὗ πολὺ τοῦ χρόνου διάστημα, ἱερεὐς τις Ἀναστάσιος τὸ ὄνομα ἐκ τοῦ χωρίου Βουλγάρων, νοσῶν βαρυτάτην ἀσθένειαν καὶ τὴν τοῦ τιμίου Ἥλου ἐπικαλούμενος δύναμιν, ἔτυχε τῆς ταχίστης ἰάσεως. Οὕτω δὲ ἐπιτυχῶν ὐγείας τελείας ὁ Ιερεὐς Ἀναστάσιος, πρὸς μνήμην ἀνεξάλειπτον τοῦ γενομένου εἰς αὐτὸν θαύματος, κατεσκεύασε τὴν ὁ ρωμένην Εἰκόνα τοῦ Ἀρχιστρατήγου καὶ τὸ μέρος τοῦ τιμίου Ἥλου ἔθηκεν ἐν Αὐτῇ, μετὰ τοῦ Σταυροῦ τοῦ περιέχοντος αὐτὸν, πρὸς φύλαξιν καὶ διατήρησιν πάντων τῶν ἐν τῆ θεοφρουρήτῳ ταύτῃ Νήσῳ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν (11). Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ἡ λαμπροφόρος Δευτέρα τοῦ Πάσχα ἡμέρα, ὅτε καὶ πάλιν ἐφάνη ὁ τίμιος Ἥλος, ἐπὶ τῇ ἀγριελαία, ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Ἀρχιστρατήγου τὸ δεύτερον· διὰ τοῦτο ἐπεκράτησεν ἡ καλὴ συνήθεια αὕτη ἔκτοτε πανηγυρίζειν πρὸς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος ἐν τῆ κώμῃ τοῦ Θεολόγου καὶ ἀπέρχεσθαι ἀφ' ἐσπέρας, μετὰ κοινῆς λιτανείας καὶ δεήσεως, εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον, ἤτοι ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Ἀρχιστρατήγου καὶ ἐκτελεῖν τὴν ἑορτήν ὡς πρέπει καὶ τὴν θείαν λειτουργίαν. Ταῦτα καὶ τὰ διὰ τοῦ παντίμου Ἥλου ἐν τῃ Ἰερᾷ Μονῆ τοῦ Φιλοθέου ἱστορούμενα. Ἅτινα εἰς τὸ ὁρώμενον ὕφος, χάριν ὠφελείας καὶ μνήμης ἱστορήσαντες, δεδώκαμεν τῆς ἐν τῇ Νήσῳ ἀναγινώσκειν ἐτησίως, ἐπὶ κοινῇ ἀκροάσει τῶν ἐν τῆ λαμπρᾷ ταύτῃ πανηγύρει συναθροιζομένων πιστῶν, πρὸς ὠφέλειαν καὶ ψυχικὴν σωτηρίαν.

Ἠκούσατε ἀδελφοὶ Χριστιανοί, τὰ συντομως ἐκτεθέντα τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ θαυμάσια, τὰ ἐν τῇ Νήσῳ ταύτῃ ἐκ προνοίας θείας τελεσθέντα· τὰ ὁποῖα βέβαια ἐτέλεσεν ὁ Ἀρχιστράχηγος κατὰ θείαν ἀπόρρητον οἰκονομίαν διὰ τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Ἀποστείλας ἡμῖν ὁ Θεὸς τὸν Ἀρχιστράτηγόν του, νὰ μᾶς βοηθήσῃ καὶ ἐξυπηρετήσῃ μὲ τὰς διαφόρους θεραπείας καὶ τὰ θαυμάσιά του, καὶ ζήσωμεν κατὰ τὸ θέλημα καὶ πρόσταγμα αὐτοῦ ὅπως ἐπιτύχωμεν τῆς παρ' αὐτοῦ σκέπης καὶ εὐλογίας. Ὁ εὔσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμων καὶ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ μὴ θέλων τοῦ ἀμαρτωλοῦ τὸν θάνατον, ἀλλά τὴν ἐπιστροφήν ἀναμένων καὶ προσδεχόμενος, διὰ νὰ ζήσωμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν τὸν πνευματικὸν θάνατον, ἤτοι τὸν τῆς ψυχῆς, καὶ κολασθῶμεν καὶ ἀποξενωθῶμεν τῆς χάριτος αὐτοῦ, πολλὰς καὶ διαφόρους ἀφορμὰς καὶ διδασκαλίας ἔδωκεν ἡμῖν ἀνωθεν, καὶ δι' Ἀγγέλων καὶ δι' ἀνθρώπων Ἁγίων καὶ πνευματοφόρων, Προφητῶν καὶ Πατριαρχῶν· πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως λαλήσας πρότερον τοῖς Πατρᾶσι διὰ Γραφῶν καὶ Προφητειῶν, ὕστερον ἀπέστειλε τὸν Μονογενῆ Αὐτοῦ Υἱὸν καὶ ἔλαβε τὴν ἡμετέραν σάρκα, ἐκ τῶν καθαρωτάτων αἱμάτων τῆς Ἀειπαρθένου θεοτόκου καὶ συνανεστράφη μεθ' ἡμῶν καὶ συνωμίλησε˙ καὶ τελευταῖον ἐδέξατο θάνατον ἐπονείδιστον, ὅπως ἡμᾶς ἐλευθερώσῃ ἐκ τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον τῆς ψυχής˙ καὶ ἀναστήσας τὴν ἡμετέραν φύσιν, ὕψωσεν εἰς οὐρανοὺς καὶ συγκάθεδρον τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὐτοῦ ἐποίησε˙ δείξας ἡμῖν μετάνοιαν καὶ ὁδὸν σωτηρίας, παραγγείλας, ὁσάκις ἄν σφάλωμεν νὰ μετανοῶμεν, λέγων, «ὁσάκις ἄν πέσῃ ἔγειραι καὶ σωθήσῃ». Ἀπέστειλεν ἔπειτα τοὐς Ἀποστόλους καὶ ἐφώτισαν τὰ πεπλανημένα ἔθνη, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ φωτισθέντες εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἔδειξαν ὅσοι φρόνιμοι ἦσαν καὶ ἄξιοι, μεγάλην μετάνοιαν, δι' ἥν καὶ ἐπέτυχον ζωῆς αἰωνίου. Ἐκ τῶν ὁποίων οἱ φρονιμώτεροι διὰ νὰ μὴ προδώσωσι τὴν Πατρώαν εὐσέβειαν καὶ πίστιν αὐτῶν, ὑπεφερον μεγάλα βάσανα καὶ μαρτύρια καὶ θάνατον βίαιον, ἄλλοι ἔκαμαν ὐπερφυσικοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνας ἅτινα μεγάλα κατορθωματα κατώρθωσαν, ὄχι μόνον ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ πλῆθος γυναικῶν.

Αὐτῶν τῶν γενναίων Ἡρώων τῆς Πίστεως τὴν εὐσέβειαν, ὡς Ἰεραν Παρακαταθήκην, καὶ τὸ κήρυγμα τὸ Θεόσδοτον, ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἄν πολιτευθῶμεν καὶ ζήσωμεν καθῶς αὐτοὶ ἔζησαν, ἔχομεν νὰ λάβωμεν καὶ τὰ αὐτὰ βραβεῖα καὶ τὰ χαρίσματα μὲ αὐτούς, καὶ νὰ γίνωμεν κατὰ χάριν Υἱοὶ Θεοῦ καὶ τέκνα Χριστοῦ. Ὅστις καὶ καταξιοῖ ἀδελφοὺς ἡμάς καλεῖν, «Μήτηρ μου καὶ Ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν, οἱ τὸν λόγον ὄντες τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτὸν». Τέκνα λοιπὸν ὄντες τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς διὰ τῆς Πίστεως τῆς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἀδελφοὶ Χριστοῦ καὶ Θεοὶ κατὰ χάριν καὶ υἱοὶ Ὑψίστου. Ἐν οὐρανοῖς ἔχομεν τὸ πολίτευμα καὶ Ἀγγέλους ἔχομεν φύλακας καὶ ὐπηρέτας εἰς κληρονομίαν αἰωνίου σωτηρίας. Ἀλλ' ὤ πόσον εἷναι μέγα κακὸν εἰς, ἡμᾶς! πόση δυστυχία καὶ συμφορὰ μεγάλη! νὰ ἐκπίπτωμεν ἀπὸ τὸ τόσον ὕψος καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ διὰ μίαν κατά πικρον ἀμαρτίαν; Διά τοῦτο κράζει καὶ ἐλεεινολογεῖ ἡμᾶς καὶ ὁ ψαλμωδὸς Δαυΐδ λέγων, «ἐγῶ εἶπα Θεοὶ ἐστὲ καὶ Υἱοὶ Ὑψίστου πάντες, ὐμεῖς δὲ ὡς ἀνθρωποι ἀπαθνήσκετε, καὶ ὡς εἷς τῶν ἀρχόντων πίπτετε». Ἰδοὺ ὅπου μὰς λέγει φανερὰ διὰ τοῦ προφήτου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅτι παρακούοντες τοῦ θεοῦ ὡς οἱ Προπάτορες ἡμῶν καὶ πρωτόπλαστοι Ἀδὰμ καὶ Εὔα ἀποθνήσκομεν, καὶ ὐπερηφανευόμενοι καὶ ἀλαζονευόμενοι, ώς ὁ Ἐωσφόρος ἐκεῖνος, ὁ εἷς τῶν ἀρχόντων, πίπτομεν, ἐκ τῆς οὐρανίου δόξης καὶ λαμπρότητος, καὶ γινόμεθα ὅμοιοι μὲ τοὺς ὐπηρέτας του ἐζοφωμένοι καὶ σκοτεινοί. Πόσων δακρύων εἷναι ἄξιοι οἱ ἀμαρτωλοί, οἱ ἀμετανόητοι ἀμαρτωλοί; πόσων θρήνων καὶ ὀδυρμῶν; καὶ πόσον εἷναι ἀθλιώτεροι καὶ δυστυχέστεροι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐμετανόησαν καὶ ἐξομολογήθησαν καὶ ἡγιάσθησαν διὰ τῆς ἀγίας καὶ φρικτῆς Μεταλήψεως τῶν Θείων Μυστηρίων, καὶ πάλιν ὡς κύνες ἐπιστρέφουν ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον καὶ ἐπὶ τὸν ἴδιον βόρβορον τής προτέρας ἀμαρτίας; ἀλλοίμονον εἰς τὴν τοιαύτην ἀθλιότητα καὶ τὴν μεγάλην ζημίαν των! Καὶ ποῖος νὰ μὴ κλαύσῃ καὶ θρηνήσῃ τούτους τοὐς δυστυχεῖς, οἵτινες νοσοῦντες εἰς θάνατον, ἰατρεύθησαν καὶ ἦλθον εἰς τὴν ζωήν, καὶ πάλιν ἔπεσον εἰς τὴν ἰδίαν καταδίκην καὶ ἀθλιότητα; Ὤ ρῦσαι Κύριε, τῆς τοιαύτης ἀναισθησίας καὶ πωρώσεως! ὁ χθές, σκεῦος ἡγιασμένον καὶ ἡγνισμένον καὶ θεὸς κατὰ χάριν, σήμερον δυσωδία καὶ ἀηδέστατος βόρβορος. Καὶ διὰ ποίαν ἄραγε ἀπόλαυσιν; ἤ μάλλον διὰ βλάβην καὶ τής ἰδίας ταλαιπώρου σαρκός, τῆς ἐκ τῆς βρωμερῆς ἀμαρτίας προσγενομένης ὡς διά μέθης ἀμέτρου οἰνοποσίας, ἤ τῆς ἐκ μέθης παραφροσύνης, ἤ δι' ἕν ἄλογον μῖσος καὶ φθόνον, ἤ διὰ κατηγορίαν καὶ ὕβριν τοῦ πλησίον, ἤ διὰ βλασφημίαν καὶ ψευδορκίαν! ἐκ πάντων δὲ τούτων, παθαίνουσιν οἱ ταῦτα πράττοντες, ζημίαν ἀπέραντον καὶ αἰώνιον! Οὐαὶ τῆς καταδίκης καὶ τῆς ζημίας καὶ συμφορᾶς τῶν ἁμαρτωλῶν, τών ἀμετανοήτων ἀμαρτωλῶν! καὶ ποῖος νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς πηγὰς δακρύων, διὰ νὰ τοὺς κλαύσωμεν καὶ θρηνήσωμεν ἐπαξίως; Ὅταν ποτέ ἐτόλμησαν οἱ Ἑβραῖοι, ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν καὶ θεοστυγές ἀμάρτημα, νὰ σταυρώσουν τὸν Ποιητήν καὶ Σωτῆρά των, ἔκλαυσαν με τὴν πτῶσιν αὐτῶν σκοτισθέντες, ἡ σελήνη καὶ ὁ ήλιος καὶ έταράχθη ἡ γῆ, καὶ ἐσχίσθησαν αἱ πέτραι, καὶ ἤνοιξαν οἱ τάφοι, καὶ ἀνέστησαν ἐκ τῶν τάφων πολλὰ σώματα νεκρά, μήπως δώσωσιν αὐτοῖς αἴσθησιν καὶ μετανοήσωσι καὶ σωθῶσιν: Ἐκεῖνοι ὅμως ἔμειναν ἀναίσθητοι καὶ ἀδιόρθωτοι οἱ ἀθλιοι, ὡς κατακυριευμένοι ἀπὸ τὸν φθόνον καὶ τὴν κακίαν, τὴν μισαδελφίαν καὶ ἀσπλαγχνίαν των˙ καὶ ἄν «χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐπὶ ἑνὶ ἀμαρτωλῷ μετανοοῦντι», βέβαια ἐπὶ τοὺς ἀμετανοήτους· τούτους ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀδιορθώτους λύπη γίνεται. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ φιλάνθρωπος καὶ πολυεύσπλαγχνος Θεὸς εἰς τοὺς ἀμετανοήτους μένοντας, ὡς ἀπειθοῦντας εἰς τὸ Θεῖον αὐτοῦ πρόσταγμα κάι εἰς τὴν πρόσκλησίν του πέμπει τὸν θυμὸν τῆς ὀργῆς του, ὡς λέγει ὁ Ἀπόστολος, «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας». Ὁ δὲ προφήτης Δαβίδ, προτρέπων εἰς τὴν μετάνοιαν λέγει, «δεῦτε τέκνα. ἀκούσατέ μου, φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς... παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον... ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν˙ ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν», ἤτοι ἐπιδίωξον νὰ φθάσῃς καὶ κατορθώσῃς αὐτήν διότι οΐ «ὀφθαλμοΐ Κυρίου έπὶ δικαίους καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς (τὴν) δέησιν αὐτῶν˙ πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ τοὺς ποιοῦντας (τὰ) κακὰ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ (τῆς) γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν». Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς, οἱ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαήλ Πανηγυρισταί ἠθροίσθημεν σήμερον διὰ νὰ τὸν δοξολογήσωμεν, ὡς Ἀρχάγγελον Κυρίου καὶ βοηθὸν καὶ προστάτην μας· πρέπει νὰ ἑορτάσωμεν αὐτὸν, καθὼς αὐτὸς ἀγαπᾷ, ὄχι μὲ πεπλανημένους καὶ μανιώδεις χοροὺς καὶ μὲ ἄσεμνα ἄσματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀνήθικοι καὶ αἰσχροὶ τραγωδῶσι καὶ οἱ ἀσεβεῖς καὶ εἰδωλολάτραι ἔκαμνον εἰς τὰς Πανηγύρεις των καὶ τὰς Ἑορτάς των, διότι καὶ τοιούτους εἶχον θεούς, χορευτάς, πόρνους, μεθύσους καὶ ἀσώτους: Ἀλλὰ ἡμεῖς ᾶς τὸν πανηγυρίσωμεν ὡς Ἀρχιστράτηγον Θεοῦ μὲ ἀγγελικὰς καὶ Θείας ὐμνωδίας καὶ ἐκκλησίαστικὰ ἄσματα.

Διότι ἡμεῖς ὡς Χριστιανοί, οὕτω διδασκόμεθα παρὰ τῆς Χριστοῦ Έκκλησίας, νὰ ψάλωμεν μόνον εἰς τὰς Ἑορτὰς μας καὶ εἰς ταῖς χαραῖς καὶ ταῖς εὐθυμίαις μας, ὄχι δὲ καὶ νὰ τρωγῳδῶμεν, διότι δὲν ἔχομεν εἰς τοῦτο ἄδειαν ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, «εὐθυμεῖ τις ψαλλέτω» καὶ ἀλλαχοῦ «οἱ τραγῳδῶντες πληροῦνται πνεύματος δαίμονος, οἱ δὲ ψάλλοντες πληροῦνται Πνεύματος Ἀγίου». Ἐὰν οὕτω ποιῶμεν, τότε ἀληθῶς ἔχομεν φίλον καὶ βοηθον καὶ ὐπέρμαχόν μας τὸν Ἀρχιστράτηγον καὶ τότε δέχεται τὴν Ἑορτὴν καὶ Πανήγυρίν μας, ὅταν κάμωμεν ὡς αὐτὸς ἀγαπᾷ· ὅταν ὅμως κάμνωμεν τὰ ἐναντία τῆς θελήσεώς του, τότε κάμνομεν αὐτον ἐχθρὸν καὶ πολέμιόν μας. Διότι αὐτὸς εἶναι παραστάτης καὶ ὑπηρέτης Θεοῦ καὶ διωρισμένος ἀπὸ αὐτὸν νὰ μὰς βοηθῇ εἰς τὰς χρείας καὶ τὰς ἀνάγκας μας, εἰς ἐκείνας ὅπου μὰς προξενοῦν τὴν σωτηρίαν, καὶ χαρίζει ήμῖν ἴασιν καὶ ὐγείαν, ἀλλ' ὅταν μετανοῶμεν καὶ ἀφίνωμεν τὰ κακὰ καὶ κάμνομεν τὰ καλά. Ὅταν δὲ, μετὰ τὴν ἴασιν καὶ ὐγείαν, ἐπιστρέφομεν εἰς τὰς πρώτας κακίας καὶ ἀμαρτίας, τότε παντελῶς δέν μἀς βοηθεῖ, ἀλλὰ καὶ παιδεύει καὶ τιμωρεῖ, ώς ἀπειθεῖς καὶ ἀτάκτους.

Ἀλλ' ὧ μέγιστε τοῦ Θεοῦ Ἀρχιστράτηγε, ἐπισκίασον καὶ ἡμὰς τῇ χάριτί σου καὶ ἐπίστρεψον τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ ἐπίστρεψον πρὸς Θεῖον φόβον τὰς καρδίας ἡμῶν καὶ ἀξίωσον τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.*
*«Τοῖς μὴ πίστει καθαρᾶ καὶ ἀπλῆ καὶ ὁλοψύχω καρδία τὰ τοῦ Σωτήρος ἡμῶν καὶ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντως αὐτὸν τεκούσης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ τὼν λοιπῶν Ἁγίων ἐξαίσια θαύματα δεχομένοις ἀλλὰ πειρωμένοις ἀποδείξεσι καὶ λόγοις σοφιστικῆς ὡς ἀδύνατα διαβάλλειν, ἤ κατὰ τὸ δοκοῦν αὔτοῖς παρερμηνεύειν καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην συνιστᾶν ἀνάθεμα».
(Ὄρα εἰς τὸ Τριώδιον ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Ἁγίας Συνόδου).


(1) κ τούτου ἐπεκράτησε καὶ ὠνομάσθη ἡ Κώμη αὔτη Θεολόγου.

(2) «ν τινι ὑπομνήματι ἐπὶ Βασιλείου (867 886) εὔρηται δὲ ὅτι, τῷ (868), ἀφίκετο ἐκ Θάσου Ξενοφῶν τις Μοναχὸς, μαθητὴς τοῦ Όσίου Λουκᾶ τοῦ Θασίου, μετὰ τὴν αὐτοῦ κοίμησιν καὶ ἐγκαταβίωσεν ἐν τοῖς ὁρίοις τῆς Μονὴς Φιλοθέου» (ὅρα σελίδι 585 ἐκ τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὅροι Ἱστορίας τοῦ πανοσιολογ. Γερασ. Σμυρνάκη).

(3) αὐτὸς δὲ οὗτος πάλιν λέγει ὡς ἐξὴς ἐν τῇ 583 σελίδι. Βραδύτερον δ' ἀναφέρεται Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης (1078 1081) ὅστις ηὕξησε καὶ ἀνεκαίνισε τὴν Μονὴν σαθρωθεῖσαν, πλεῖστα δὲ κειμήλια ἀφιέρωσεν, ἐν οἶς καὶ μέρος τοῦ τιμίου Ἤλου.

(4) Εὐθὺς δὲ ἐκτοτε ἕπαυσε τοῦ νὰ ῥέει ἔσωθεν ἐκ τοῦ Ναοῦ ἡ πηγὴ τοῦ Ἁγιάσμστος καὶ ἀνέβλυσε κάτω ἐν τῇ παραθαλασσία.

(5) ΣΗΜ. δὲ Πανοσιολογιώτατος Γεράσιμος Σμυρνάκης ἐν τῆ Ἀγιορειτικῆ αὐτοῦ ἱστορία περὶ τοῦ τιμίου Ἤλου, ἀναφέρει ὡς ἐξῆς : «Προσέτι ὑπῆρχε καὶ τμήμα τοῦ τιμὶου Ἤλου τοῦ Σωτῆρος, δωρηθὲν ὑπὸ τοῦ Νικηφόρου Βοτανειάτου, ἤδη ἀποκείμενον ἐν τῷ ἐν Θάσῳ Μετοχίῳ τῆς Μονῆς ἐν τῷ Χωρίω Θεολόγῳ»... Ἐπίσης παρακατιών ὁ αὐτὸς λέγει ὡς ἐξῆς : «Ὅτε Νικηφόρος ὁ Βοτανειάτης ἐπεσκέφθη τὸ Ἀγιον Ὄρος, ἀφιέρωσε πολλὰ κειμήλια τῇ Μονῇ Φιλοθέου, ἐν οἶς καὶ τὸν τίμιον Ἤλον. Κατὰ τὸ 1630 ὁ Μητροπολίτης Μαρωνείας θελήσας ν' ἀποσπάσῃ αὐτὸν ἐκ θάσου, δὲν ἠδυνήθη, ἐξαναστάντων τῶν κατοίκων κατ' αὐτοῦ, οἴτινες θεωροῦσιν αὐτὸν ὡς ἀλεξίκακον διὰ τὸν τόπον αὐτῶν ἄχρι σήμερον...»

(6) Λέγω ἐν τῷ κάτωθι Μετοχίῳ διότι ἡ Ἰερὰ Μονὴ τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ἄλλο Μετόχιον ἐν τῇ κώμῃ τοῦ Θεολόγου ὡς γνωστὸν τυγχάνει τοῖς πᾶσι.

(7) Τὸ κάτωθι Μετόχιον συνορεύεται ἐκ τὴς δυτικὴς αὐτοῦ πλευρὰς ἀπὸ τὸν Λάκκον τῆς Σόφενας περιλαμβανομένου ὅλου τοῦ Λάκκου ἀπὸ θαλάσσης ἄχρις ἀνω, ὅπου στρέφονται καὶ περιλαμβάνουν τὸ λεγόμενον Κελλὶ καὶ προχωροῦν ἐπάνωθεν τῶν κορυφῶν τοῦ δάσους εἰς τὸν λεγόμενον Σταυρὸν καὶ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ κναδάδικα καὶ τὸ ἐλαιοπρίνι καὶ κατέρχονται ἕως θαλάσσης, ὅπου περιλαμβάνουν τὸ κατὰ θάλασσαν Ἀγίασμα καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Μιχαὴλ Ἀρχαγγέλου περιστρεφόμενα καὶ περικλείοντα τὸν ἐλαιῶνα ὅλον καὶ τὸν παλαιὸν Ἁρσανᾶν μετὰ τοῦ Λάκκου τῆς Σόφενας καὶ τὴν βαθείαν Ποταμίαν.

(8) Αύτό συνεπιμαρτυρεῖ καὶ ὁ περί ταῦτα Ιστορικός Γεράσιμος Σμυρνάκης ἐν σελίδι 585 τῆς αὐτοῦ Ιστορίας.

(9)το δὲ τότε Κοινόβιος ἡ Ἱερά Μονὴ τοῦ Φιλοθέου καὶ ὡς τοιαύτη, εἷχε καὶ Ἡγούμενον κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν τάξιν.

(10) το δὲ τότε, ὅτε εὐρέθη τὸ δεύτερον ἐν τῇ ἀγριελαία ὁ τίμιος Ἧλος τοῦ Σωτήρος, μετὰ τὸ Πάσχα ἡ δευτέρα τῆς Διακαινισήμου καὶ ἐπειδὴ καθὼς ὑπεδείχθει, ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ μετέφερεν αὐτὸν ἐκ τῆς Ἱερᾶς τοῦ Φιλοθέου Μονῆς καὶ κατέθεσεν ἐν τὴ παρὰ τῷ Ναῷ αὐτοῦ ἀγριελαία. Ἐκ τούτου ἠκολούθησεν νὰ ἑορτάζηται ἐξαιρετικῶς ἐκεῖ ὁ Ἀρχιστράτηγος μετὰ τοῦ τιμίου Ἤλου τῇ Τρίτη τῆς Διακαινισήμου. Ὅπου κατ' ἔτος, κατέρχονται μετὰ προπομπής καὶ λιτανείας φέροντες τὸν τίμιον Ἧλον μετὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Ἀρχιστρατήγου καὶ ἀφ' ἑσπέρας μετὰ ἀγρυπνίας ἐπιτελοῦσι τὴν ἑορτὴν καὶ τὴν πρωΐαν τῆς Τρίτης τῆς Διακαινισήμου γίνεται ἡ θεὶα λειτουργία καὶ συνευωχοῦνται καὶ πάλιν ἐπανέρχονται μετὰ λιτανείας καὶ ἐναποθέτουν τὸν τίμιον Ἦλον μετὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Ἀρχιστρατήγου ἐν τῷ Μετοχίῳ τῆς Μονῆς.

(11) Αὐτὴν τὴν κατασκευὴν εἶδον ἰδίοις ὁφθαλμοῖς τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἀρχιστρατήγου ἱστορισμένην ἐν μέσῳ ἑξαπτερύγου, ὄπισθεν ἕχουσαν ἐφηρμοσμένον Σταυρὸν ἐξ ἀργύρου πάντα περικεχρυσωμένα, μὲ τὴν ἐπιγραφήν τοῦ ἀνωθεν Ιερέως Ἀναστασίου καὶ ἰδιαιτέρως τὴν ἐπιγραφὴν Ἀνθίμου Ἱερομονάχου Φιλοθεΐτου μὲ τὴν χρονολογίαν τοῦ τελευταίου 1866 μηνὶ Μαρτίῳ τοῦ πρώτου δυσανάγνωστος κατασταθεῖσα ἡ χρονολογία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις