Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2024

Για τον Μηνά τον Φιλόπονο, που έπαθε την έμφραξη - Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη


Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ - ΕΔΩ 
Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννη
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Μηνά τον Φιλόπονο, που έπαθε την έμφραξη 
Ήλθε η ώρα τον Μηνά να φέρουμε στο μέσον της διήγησης, τον Φιλόπονο, * που προΐστατο του εργαστηρίου του Αγίου Ανδρέα, που είναι στην περιοχή της Περώνης. Αρρώστησε βαριά ο φιλόπονος, πυρετός σφοδρός ήταν το νόσημά του, ο οποίος πυρετός, προσβάλλοντάς τον συνεχώς και επιτεταμένα, εξαφάνισε όλη την υγρότητα της κοιλιάς του και οδήγησε σε έμφραξη των αφυδατωμένων εντέρων, στην οποίαν έμφραξη οι γιατροί επικεντρώθηκαν με βιασύνη για να τη διαλύσουν, αδιαφορώντας για τον πυρετό, ως μη τόσο επικίνδυνο, χρησιμοποιώντας αλοιφές και πολλά διαλύματα ως και τροφές, που περισσότερο έφθειραν το στομάχι του παρά θεράπευσαν το νόσημα. Αλλά, αφού προσπάθησε μ’ αυτά, τελικά τα σταμάτησε όλα, όχι μόνον γιατί κανένα από αυτά που του δόθηκαν δεν τον ωφέλησε, αλλά επιπροσθέτως και τον έβλαψαν στο μέγιστο βαθμό. Γιατί από αυτά, που έστελναν στο στομάχι του και που παρέμειναν μέσα στα έντερα χωρίς να μπορούν να βγουν, ο άνθρωπος κινδύνευε να πεθάνει κι έβλεπε την κοιλιά του λίγο-λίγο να φουσκώνει όλο και περισσότερο και να ανυψώνεται, χωρίς να βρίσκει καμιά ανακούφιση από την ανάγκη που τον απέπνιγε. 
Αυτόν τον κίνδυνο υπομένοντας δύο εβδομάδες και μη μπορώντας άλλο να υποφέρει, κατέφυγε στον Κύρο και τον Ιωάννη, αφήνοντας στα χέρια τους τη ζωή και το θάνατο. Προσήλθε, όχι χρησιμοποιώντας τα πόδια του, ούτε άλογα ζώα καβαλικεύοντας, μήτε σε φορείο καθισμένος, επειδή δεν μπορούσε να καθίσει έτσι όπως είχαν φουσκώσει τα εντόσθιά του και είχε καταντήσει παράξενο θέαμα, αλλά ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ δεκαέξι άνθρωποι εναλλασσόμενοι τον υποβάσταζαν κατά τη μεταφορά. 
Όταν έφτασε, οι μάρτυρες, επειδή τον λυπήθηκαν, από φιλανθρωπία την ίδια νύκτα τον επισκέπτονται σε όραμα, δίνοντάς του ένα ξερό σύκο και προτρέποντάς τον να το φάει, ότι αυτό μπορεί από τη νόσο κι απ’ τον Άδη να τον λυτρώσει. Αυτός, ξυπνώντας απ’ τον ύπνο –γιατί όνειρο ήταν το όραμα– νόμιζε ότι κρατούσε ακόμη στο χέρι του το σύκο, μη βρίσκοντάς το όμως, στεναχωριόταν σαν να έχασε την ίδια του τη ζωή. Καλεσε δε τη γυναίκα του και της διηγούνταν το όραμα και ότι διατάσσονταν να φάει το ξερό σύκο. 
Εκείνη όμως, την ώρα που τον άκουγε παρατηρώντας το στρώμα του άντρα της, είδε να υπάρχει ένα σύκο πάνω σ’ αυτό, το άρπαξε αμέσως και ενώ ακόμη ο άντρας της της έλεγε και της εξιστορούσε το όραμα, του το φανέρωσε. Αυτός βλέποντας το σύκο, αμέσως ομολόγησε ότι είναι αυτό ακριβώς που είδε στον ύπνο του και ευθύς αμέσως ξαναπόκτησε και πάλι τη χαρά που είχε. 
Αφού δε έφαγε το σύκο, που οι μάρτυρες του έδωσαν για τη σωτηρία της ζωής του, της σωτηρίας αυτής και πέτυχε. Γιατί, ενώ ακόμη είχε στο στόμα του και μασούσε το σύκο, η έμφραξη πήρε τέλος και αφού λύθηκε αυτό που δέσμευε την κοιλιά του, επείγονταν να πάει στο αποχωρητήριο. Και πηγαίνοντας σ’ αυτό όλη την ύλη, που είχε θησαυρίσει στην κοιλιακή του χώρα από την έμφραξη, την απέβαλε κι έγινε τόσο λεπτός στο σώμα, όσο ήταν και πριν πάθει την έμφραξη. 
Και αφού τελείως θεραπεύτηκε, έγινε κήρυκας ευγνώμων της χάριτος των αγίων. Γιατί, αφού πήρε στον ώμο του το κρεβάτι, πάνω στο οποίο τον είχαν κουβαλήσει, έτρεχε στο δρόμο για την Αλεξάνδρεια, μιμητής γενόμενος του αρρώστου, που κείτονταν στην προβατική κολυμβήθρα και τον οποίον ο Χριστός, αφού τον θεράπευσε μετά από τριάντα οχτώ χρόνια, τον πρόσταξε να σηκώσει τον κρεβάτι του, και σε όλους κήρυττε των αγίων την απερίγραπτο δύναμη και την επενεργήσασα σ’ αυτόν μ’ αυτόν τον παράδοξο τρόπο χάρη.

* Φιλόπονος: επώνυμο χριστιανών μη κληρικών φιλοσόφων.

Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος.  
Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου)Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 232.

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
'Αγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Γέσιο, τον ιατροφιλόσοφο

Ο Γέσιος δεν ήταν φημισμένος λόγω του ότι φορούσε τον φιλοσοφικό τρίβωνα, αλλά κυρίως επειδή διακρινόταν στην ιατρική του τέχνη, και ήταν και αναγνωρισμένος ως άριστος διδάσκαλος της ιατρικής για όσους ήθελαν να μάθουν την τέχνη εκείνη την εποχή. Όμως ο Γέσιος, αν και είχε υψηλό φρόνημα και εξαίρετη φήμη, που απολάμβανε μεταξύ των γιατρών της Αλεξάνδρειας, δεν είχε απαλλαγεί από την ειδωλολατρικές πλάνες, όπως έλεγαν αυτοί που τον γνώριζαν από κοντά, αλλά διέδιδε παντού ότι δέχθηκε να βαπτισθεί φοβούμενος τις κυρώσεις, μάλιστα όταν βγήκε από το βαπτιστήριο, λένε ότι είπε μια βλάσφημη φράση απ’ τα ομηρικά έπη για το πνίξιμο του Αίαντα. (*)

Αυτή η ασέβεια υποκρύπτονταν μέσα του, αν και είχε λάβει το βάπτισμα, και εξ αιτίας της κορόιδευε και διακωμωδούσε τους χριστιανούς, ότι δήθεν παραλογότατα σέβονται τον Χριστό, και διακωμωδούσε τους αγίους Κύρο και Ιωάννη, ισχυριζόμενος ότι θεραπεύουν με την ιατρική τέχνη και όχι από κάποια θεία και υπέρτατη δύναμη τους ασθενείς. Ρωτώντας δε για τα φάρμακα, που οι άγιοι πρότειναν στους άρρωστους να χρησιμοποιήσουν για να λάβουν την ίαση, υποστήριζε ότι αυτά επακριβώς τα διδάσκουν και οι γιατροί της αρχαιότητας και έλεγε ότι αυτό είναι του Γαληνού, εκείνο του Ιπποκράτη, αυτό το έμπλαστρο είναι από τον Δημόκριτο, και γενικά διατείνονταν ότι όλα αυτά είναι γιατροσόφια των φημισμένων γιατρών και παρέπεμπε και στα συγγράμματά τους, όπου αυτά αναφέρονταν όπως έλεγε, και ότι με φυσικό άρα τρόπο θεραπεύονταν οι άρρωστοι που προσέρχονταν στους μάρτυρες.

Αλλά ότι αυτά ήταν φληναφήματα και ανοησίες του Γέσιου αποδεικνύεται και από τα πράγματα, αλλά και από τον ίδιο ακόμη τον Γέσιο που τα δημιούργησε, γιατί αρρώστησε ο ίδιος ο παράφρονας Γέσιος στις ωμοπλάτες, στους ώμους και το λαιμό, που έμειναν παράλυτα και καθόλου δεν κουνιούνταν. Αυτός όμως αγνοώντας την αιτία των πόνων, μάταια αγωνιζόταν να θεραπεύσει τον εαυτό του, όπως θεράπευε και τους άλλους, και χρησιμοποιούσε παντός είδους αλοιφές και διάφορα καθάρσια και ζεστά φαγητά και δύσκολες δίαιτες, γιατί πίστευε ότι είχε πάθει ψύξη και ότι δήθεν είχε συγκέντρωση ύδατος.

Δοκίμασε λοιπόν όλα όσα του έμαθαν ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης και οι άλλοι γιατροί και αφού είδε και αποείδε ότι δεν μπορούσε να θεραπευθεί από μόνος του, κάλεσε όλους του γιατρούς της πόλης, οι οποίοι, όταν ό,τι του συνέστησαν, τους διαβεβαίωσε ότι το είχε ήδη εφαρμόσει από μόνος του, έχασαν τη φωνή τους και ομολογώντας ότι μόνο πια ο Θεός μπορεί να τον κάνει καλά, του συνέστησαν φιλικά να απευθυνθεί στους μάρτυρες Κύρο και Ιωάννη.

Όταν δε ο Γέσιος επιμένοντας στη πλάνη του τους είπε ότι όλα αυτά οι άγιοι τα κάνουν με ιατρικό τρόπο και ότι δεν υπάρχει τίποτα το νέο, αλλά όλες οι συνταγές των αγίων μαρτύρων βρίσκονταν στα παλαιά βιβλία, τότε οι σοφοί αυτοί γιατροί του ανέφεραν περιπτώσεις θεραπειών και τα αντίστοιχα φάρμακα, που ήταν είτε απλά είτε άσχετα με την κλασσική ιατρική και μη μπορώντας να δώσει εξήγηση τον αποστόμωσαν.

Παρ’ όλα αυτά και αν και δεν πείστηκε παντελώς, τον έπεισαν τελικά οι ισχυροί πόνοι που τον ταλαιπωρούσαν και έτσι προσήλθε τελικά στους μάρτυρες και τους θερμοπαρακαλούσε να τον θεραπεύσουν.

Οι δε άγιοι εμφανιζόμενοι στον ύπνο του, του έδωσαν ένα φάρμακο για την αρρώστια του, που συγχρόνως θα λειτουργούσε και σαν θεραπεία της ασθένειας, αλλά και σαν τιμωρία του πάσχοντος, επειδή, αν και θεωρούσε ότι ήταν σοφός, αποδείχθηκε μωρός και τελείως ανόητος. «Φέρε», του είπαν, «ένα σαμάρι και φόρα το στους ώμους, στον τράχηλο και το λαιμό που πάσχουνε και όπου είναι το πρόβλημα, και το μεσημέρι να γυρνάς το τέμενος γύρω γύρω φωνάζοντας “Ω! πόσο μωρός είμαι και τελείως ανόητος!” και θα βρεις αμέσως την υγειά σου». Αυτός όμως πιστεύοντας ότι είναι αποκύημα της φαντασίας του, δεν έκανε τίποτε από αυτά που τον πρόσταξαν οι άγιοι.

Όμως, όταν άρχισε και πάλι να καθικετεύει τους μάρτυρες, τα ίδια τον συμβούλεψαν να κάνει και χειρότερα, καθώς, αφού ήρθαν και πάλι στον ύπνο του, τον πρόσταξαν, μαζί με το σαμάρι, να κρεμάσει απ’ το λαιμό του και ένα μεγάλο κουδούνι και μ’ αυτά να τριγυρίζει μέσα στον ναό κράζοντας και κραυγάζοντας «Είμαι βλάκας!!!». Αλλά κι αυτό το αθέτησε ερμηνεύοντάς το ως φαντασιοπληξία, γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει τι σχέση θα μπορούσε να έχει το σαμάρι και το κουδούνι με τη μέθοδο θεραπείας της αρρώστιας του, και παρακαλούσε τον Χριστό να τον θεραπεύσει από την ασθένεια και να τον γλυτώσει συγχρόνως και από τις φαντασίες του…

Τότε και πάλι του εμφανίστηκαν οι άγιοι και του επέμεναν να κάνει όλα τα προηγούμενα, αλλά με την… προσθήκη, να φορέσει χαλινάρι σαν τα άλογα και κάποιος υπηρέτης του να τον σέρνει από το χαλινάρι, ενώ αυτός θα απαγγέλλει καθαρά και με σαφήνεια τη φράση «Είμαι βλάκας!!!». Όχι βέβαια διορθώνοντας τους εαυτούς τους με την προσθήκη του χαλιναριού και του κουδουνιού, αλλά για να κάνουν πιο φανερή την ανοησία του Γέσιου με τη μεγαλύτερη ντροπή και την πιο καυστική γελοιοποίησή του να κτυπήσουν τη μεγάλη αφροσύνη του και να τον κάνουν να συνέλθει, να τον φέρουν στα σύγκαλά του.

Αυτή τη φορά ο Γέσιος δίσταζε να το θεωρήσει το πράγμα και πάλι ως φαντασιοπληξία, και για να μη προκαλέσει την οργή των αγίων, αποφάσισε με βαριά καρδιά να κάνει υπακοή στα προσταχθέντα. Τοποθέτησε λοιπόν το σαμάρι στους ώμους του, κρέμασε στο λαιμό του το κουδούνι και βάζοντας και ένα χαλινάρι στο στόμα του, είχε έναν υπηρέτη που τον τραβούσε και κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οδηγούσε μέσα στον ναό περνώντας τον και από τις δέκα στοές, ενώ εκείνος κραύγαζε συνεχώς «Είμαι βλάκας!». Κι αφού εκπλήρωσε την εντολή των αγίων, έγιανε και απήλαυσε την υγειά του, που πάντα αγαπά να υπακούει στα προστάγματα των αγίων.

Όταν νύχτωσε και πάλι του εμφανίστηκαν στον ύπνο του οι μάρτυρες λέγοντάς του: «Επειδή θεωρείς ότι τα φάρμακα που δίνουμε στους άρρωστους είναι εφευρήματα της ιατρικής, πες μας σε ποιο χειρόγραφο έγραψε ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός, που θαυμάζεις, τα βοηθήματα αυτά για την αρρώστια τη δικιά σου και πού λέει γι’ αυτά ο Δημόκριτος ή κάποιος άλλος γιατρός που να τα έχει αναφέρει. Αν αυτά τα βρεις να τα λένε, τότε επαληθεύεσαι και για τ’ άλλα που ισχυρίζεσαι, αλλά επειδή είναι βέβαιο ότι τίποτε από αυτά δεν είπαν, μάθε ότι και για τα άλλα, όσα λες, ψεύδεσαι!».

Μ’ αυτόν τον τρόπο οι άγιοι μάρτυρες, αφού στηλίτευσαν τον συκοφάντη, έλυσαν το όνειρο. Αυτός δε ακόμη και στον ύπνο του δεν είχε τίποτα να αντιτάξει στους μάρτυρες και ξύπνησε έκθαμβος από τον σοφότατο έλεγχο των αγίων, και αφού εξύμνησε τη δύναμή τους και αναγνώρισε ότι με τη χάρη τους και μόνο και όχι με γιατροσόφια θεραπεύουνε τους άρρωστους, που προσέρχονται σ’ αυτούς, αναχώρησε θεραπευμένος από το τέμενος.

(*) «Αίας δ’ εξαπόλωλεν, επεί πίεν αλμυρόν ύδωρ» Οδυσ. Δ 511. 
 
Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου).
Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 165

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων


Για τη Μαρτυρία, που από επήρεια έπασχε στα σπλάχνα της

Ας παρακολουθήσουμε την ασθένεια της Μαρτυρίας, αλλά και ας μη παραβλέψουμε και τη θεραπεία της, ώστε όχι μόνον να στυγνάζουμε για το πάθος, αλλά και να χαρούμε μαθαίνοντας την ίαση.

Δεινή ήταν η αρρώστια της και απερίγραπτη, γιατί δεν ήταν από φυσική αιτία, όπως όλες οι άλλες αρρώστιες, που συμβαίνουν από τη κράση και από την κίνηση των υγρών του σώματος, αλλά από εκείνες που γίνονται από επήρεια ή από φθόνο και από τη μοχθηρία ανθρώπων, που είναι χωρίς Θεό μέσα τους και που έχουν βάλει στόχο να αφανίσουν τους συνανθρώπους τους. Εάν λοιπόν η πάσχουσα έπασχε από κάποιο δηλητήριο, είτε από βλαπτικές των δαιμόνων επιθέσεις και μάστιγες, το αγνοούμε σαν άνθρωποι, και μόνον ο Θεός το ξέρει που γνωρίζει οτιδήποτε προτού ακόμη αυτό γίνει.

Φώναζε δε η γυναίκα ότι πάσχει στα σπλάχνα της και κόπτονταν και σπαράσσονταν, όμως τους ερωτώντες δεν διαφώτιζε για την αιτία της ασθένειας. Συρρέοντας και πάλι οι άριστοι από τους γιατρούς, ούτε το πάθος κατενόησαν ποιο είναι, ούτε την αιτία της αρρώστιας διέγνωσαν, ούτε καν μπόρεσαν να προσφέρουν ένα φάρμακο, αλλά χωρίς να μπορούν να ωφελήσουν και σαν να μην είχαν καν φανεί, έκαμαν πίσω. Αυτό μαθαίνοντας οι κοντινοί της συγγενείς, προς τον Κύρο και τον Ιωάννη τους μάρτυρες την φέρνουν, μη αγνοώντας τη θεία δύναμη που έχουν, με την οποία θεραπεύουν αυτούς που προσέρχονται και κάνουν τις θαυμάσιες και σωτήριες επεμβάσεις.

Οι οποίοι και τώρα κατοικτίρανε τη Μαρτυρία, που την έβλεπαν έτσι να σπαράσσεται και με πελώριες φωνές να κραυγάζει, την έφεραν σε ύπνο και την ετοίμασαν να δει ένα όνειρο, αυτοί δε ήταν μαζί και οι παρέχοντες το όραμα και οι εμφανιζόμενοι σ’ αυτό! Γιατί έβλεπε δύο άντρες με τα ιμάτιά τους να απαστράπτουνε και με πράο και μειλίχιο βλέμμα να έρχονται προς αυτή λέγοντες: «Γιατί έτσι φωνασκείς και δεν αφήνεις να κοιμηθούν όλοι αυτοί εδώ, πού χουν αρρώστιες κι έχουν έρθει για τη θεραπεία τους;» Αυτή δε τους απάντησε ότι πονούν τα σπλάχνα της κι οι άγιοι ανταπαντώντας: «Και συ μόνο», είπαν, «από όλους αυτούς έχει αφόρητο πόνο;»

Και μόλις είπαν αυτό κράτησαν κι οι δύο τη κεφαλή της και ανοίγοντας το στόμα της ο μεγαλύτερος από τους δύο, δηλαδή ο Κύρος, φύσηξε μέσα σ’ αυτό τρεις φορές· κι αφού το ‘καναν αυτό μετά αναχώρησαν, εκείνη δε σηκώθηκε από τον ύπνο της και είδε ότι μετρίασαν οι πόνοι και ήθελε να κάνει την ανάγκη της, όταν όμως κάθισε να αφοδεύσει έβγαλε απ’ τη κοιλιά της ένα πελώριο σκώληκα, που κρυφά κατέτρωγε τα σπλάχνα της και τον οποίον ως κόπρο απέβαλε.

Κι έτσι πέτυχε η Μαρτυρία να απαλλαγεί από αυτό το τρομερό πάθος και να ελεηθεί με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Χριστού και Θεού μας και με τη θεία δωρεά των σεπτών Αναργύρων. 

Από το βιβλίο: Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Αμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου). Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 132.

Δημοφιλείς αναρτήσεις