Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ



ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

ἔχων ἡμέρας τριάκοντα
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 12 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 12

Ἀρχὴ τῆς Ἰνδίκτου, ἤ τοι τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους·

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β’.
πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου Κύριε, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τοὺς Βασιλεῖς καὶ τὴν πόλιν σου, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
ἀρρήτῳ σύμπαντα, δημιουργήσας σοφίᾳ, καὶ καιροὺς ὁ θέμενος, ἐν τῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, δώρησαι, τῷ φιλοχρίστῳ λαῷ σου νίκας· ἔτους δέ, τάς τε εἰσόδους καὶ τάς ἐξόδους, εὐλογήσαις κατευθύνων, ἡμῶν τὰ ἔργα πρὸς θεῖόν σου θέλημα.

(Ποιηθὲν τῶ 1813 ἔτει ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Κωνσταντινοπόλεως, Κυρίλλου ς´).

Μεγαλυνάριον
ναρχε τρισήλιε Βασιλεῦ, ὁ καιρῶν καὶ χρόνων, τὰς ἑλίξεις περισκοπῶν, εὐλόγησον τὸν κύκλον, τῆς νέας περιόδου, τὰς ἀγαθάς σου δόσεις πᾶσι δωρούμενος.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
καιροὺς καρποφόρους καὶ ὑετούς, οὐρανόθεν παρέχων τοῖς ἐπὶ γῆς, καὶ νῦν προσδεχόμενος, τὰς αἰτήσεις τῶν δούλων σου, ἀπὸ πάσης λύτρωσαι, ἀνάγκης τὴν πόλιν σου, οἱ οἰκτιρμοὶ καὶ γάρ σου, εἰς πάντα τὰ ἔργα σου. Ὅθεν τὰς εἰσόδους, εὐλογῶν καὶ ἐξόδους, τὰ ἔργα κατεύθυνον ἐφ᾿ ἡμᾶς τῶν χειρῶν ἡμῶν, καὶ πταισμάτων τὴν ἄφεσιν, δώρησαι ἡμῖν ὁ Θεός· σὺ γὰρ ἐξ οὐκ ὄντων τὰ σύμπαντα, ὡς δυνατὸς εἰς τὸ εἶναι παρήγαγες.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Ο Αββάς Ποιμήν είπε


Ένας αδελφός ηρώτησε τον Αββάν Ποιμένα, λέγων. Εάν ίδω σφάλμα του αδελφού μου, καλόν είναι να το σκεπάσω; 
Του λέγει ο Γέρων: Όποιαν ώραν σκεπάσωμεν το σφάλμα του αδελφού μας και ο Θεός σκεπάζει το ιδικόν μας.
***
Επισκέφθηκαν κάποιοι γέροντες τον Αββά Ποιμένα και του είπαν: Αν δούμε τους αδελφούς να νυστάζουν στη σύναξη νομίζεις ότι πρέπει να τους ξυπνήσουμε για να προσέχουν στην αγρυπνία;
Κι εκείνος τους λέει: Εγώ πάντως αν δω έναν αδελφό να νυστάζει βάζω το κεφάλι του στα γόνατά μου και τον αναπαύω.
*
Ένας αδελφός ηρώτησε τον Αββάν Ποιμένα, λέγων.
- Μαζί μου κατοικούν αδελφοί. Ορίζεις να τους διατάξω;
Του λέγει ο Γέρων΄ Όχι, αλλά γίνε εις αυτούς παράδειγμα και όχι νομοθέτης.
*
Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι το να διδάξη κανείς τον πλησίον του είναι όμοιον να τον ελέγξει.
*
Ηρώτησαν μερικοί πατέρες τον Αββάν Ποιμέναν, λέγοντες. Εάν ίδωμεν ένα αδελφό να αμαρτάνει, ορίζεις να τον ελέγξωμεν; 
Τους λέγει ο Γέρων΄ Εγώ πάντως εάν έχω ανάγκην να περάσω απ’εκεί και τον ιδώ να αμαρτάνει, περνώ μακριά από αυτόν και δεν τον ελέγχω.
*
Είπεν πάλιν
Μήν κάμνεις το θέλημά σου. Αναγκαίον δε είναι να ταπεινώσεις τον εαυτόν σου εις τον αδελφόν σου.
*
Είπεν μεγαλυτέραν από αυτήν την αγάπην δεν ευρίσκει κανείς, από το να βάλλη την ψυχήν του υπέρ του πλησίον του. Διότι εάν ακούση λόγον κακόν, δηλαδή λυπηρόν, και ενώ μπορεί να ειπή και αυτός το όμοιον να αγωνισθεί και να μην ειπή ή αδικηθή πλεονεκτικώς και υπομένη και δεν ανταποδώσει εις αυτόν, ο τοιούτος βάλλει την ψυχήν του υπέρ του πλησίον.
*
Είπεν πάλιν
Η κακία ουδόλως αφανίζειν την κακίαν΄ Αλλά εάν κάποιος σου κάμη κακόν, κάμε του καλόν, δια να αφανίσεις την κακίαν με την ευεργεσίαν.
*
Ένας αδελφός ηρώτησε τον Αββάν Ποιμέναν, λέγων, ότι εάν ιδώ κανέναν αδελφόν, δια τον οποίον ήκουσα σφάλμα, δεν θέλω να τον βάλω στο κελλίον μου; Εάν δε ιδώ κανένα καλόν να χαίρομαι μαζί του;
Του λέγει ο Γέρων Εάν κάμνεις εις τον καλόν αδελφόν ολίγον καλόν, κάμε διπλάσιον εις τον άλλον.
*
Ο Παΐσιος, ο αδελφός του αββά Ποιμένος, σχετιζόταν με κάποιον που έμενε έξω από το κελί του, πράγμα που δεν το ήθελε ο αββάς Ποιμήν. Σηκώθηκε λοιπόν ο αββάς Ποιμήν και πάει στον αββά Αμμωνά και του λέει: Ο αδελφός μου, ο Παΐσιος, έχει σχέσεις με κάποιον και αυτό δεν με αναπαύει. Και του απαντά ο αββάς Αμμωνάς: Ποιμήν, ακόμα ζεις; Πήγαινε κάθισε στο κελί σου και βάλε στα κατάβαθα της καρδιά σου ότι έχεις ήδη έναν χρόνο που είσαι μέσα στο μνήμα.
*
Ο αββάς Ποιμήν ήρθε κάποτε να κατοικήσει στα μέρη της Αιγύπτου. Κοντά του έμενε ένας αδελφός πού είχε γυναίκα, και ποτέ δεν τον ήλεγξε.
Αυτή λοιπόν (η γυναίκα) έτυχε να γεννήσει νύχτα. Το πήρε είδηση ο γέροντας και κάλεσε τον μικρότερο αδελφό του.
Πάρε μαζί σου ένα μπουκάλι κρασί, του είπε, και πήγαινε να το δώσεις στο γείτονα, γιατί το χρειάζεται σήμερα. Εκείνος έκανε όπως τον πρόσταξε ο γέροντας.
Μόλις πήρε το κρασί ο αδελφός, κατανύχθηκε. Σε λίγες μέρες απομάκρυνε τη γυναίκα, αφού της έδωσε ότι είχε. Ύστερα ήρθε στο γέροντα και του είπε:
Εγώ από σήμερα μετανοώ. Ο γέροντας του έδωσε θάρρος. Τότε ο αδελφός πήγε κι έχτισε άλλο κελί, δίπλα στου γέροντα. Κι άπ’ αυτό ερχόταν στο γέροντα, πού τον καθοδηγούσε στο δρόμο του Θεού. Έτσι λοιπόν κέρδισε τον αδελφό.
*
Μια φορά ένας μοναχός τον ρώτησε: «Θα πρέπει άραγε κάποιος μοναχός να καλύπτει με το πέπλο της σιωπής την αμαρτία μιας υπέρβασης ενός άλλου μοναχού, αν τύχει να τον δει να την πράττει;». Ο γέροντας απάντησε: «Αν εμείς μεμφόμαστε τις αμαρτίες των αδελφών μας, τότε ο Θεός θα μεμφθεί και τις δικές μας αμαρτίες, και αν εσύ δεις ένα αμαρτωλό αδελφό, να μην πιστέψεις στα μάτια σου και να ξέρεις, ότι η δική σου η αμαρτία είναι σαν δοκάρι, ενώ η αμαρτία του αδελφού σου είναι σαν σκλήθρα, και τότε θ’ αποφύγεις τη στεναχώρια και τον πειρασμό για να τον κρίνεις».
*
Είπεν ο αββάς Ποιμήν
– Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει και το αρνηθεί λέγοντας «δεν αμάρτησα», μη τον ελέγξεις• διαφορετικά βλάπτεις την καλή του θέληση. Αν όμως του πείς «μη στενοχωριέσαι αδελφέ, αλλά φυλάξου στο εξής», εξυψώνεις την ψυχή του σε μετάνοια.
*
Όποιος πειρασμός κι αν βρη τον ταπεινόφρονα, λέγει ο Αββάς Ποιμήν, νικά γιατί σωπαίνει.
*
Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Πολλοί από τους Πατέρες μας έγιναν ανδρείοι στην άσκηση, αλλά στη λεπτότητα των λογισμών ελάχιστοι».

 

Αββάς Ποιμήν




Ὡς ἐκ λύκου χαίνοντος ἡρπάγη βίου,Ποιμήν, τὸ θρέμμα τοῦ μεγίστου ποιμένος.Ποιμένα εἰς μέγαν ἑβδόμῃ εἰκάδι ᾤχετο Ποιμήν.

Ο Όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών πήγε να βρει τα έξι αδέλφια του που ασκήτευαν στην έρημο της Σκήτης: ο Ανούβ [6 Ίουν.] ήταν ο μεγαλύτερος και ο Παΐσιος ο μικρότερος. Νέος ακόμη, ο Ποιμήν πήγε να ρωτήσει έναν Γέροντα για τρεις λογισμούς του, αλλά με την συζήτηση ξέχασε τον έναν από αυτούς. Όταν επέστρεψε στο κελί του, τον θυμήθηκε και αμέσως πήρε πάλι τον μακρύ δρόμο που τον χώριζε από τον Γέροντα για να του υποβάλει τον λογισμό του. Θαυμάζοντας την έγνοια του να παρουσιάσει μια καθαρή καρδιά στον Θεό, ο Γέροντας προ είπε σ’ αυτόν: «Ποιμένα, το όνομά σου θα ακουσθεί σέ όλη την Αίγυπτο και θα γίνεις πραγματικά ποιμένας Αγγέλων». Όταν οι βάρβαροι Μάζικες ερήμωσαν το μοναστικό κέντρο της Σκήτης (407), τα επτά αδέλφια γλύτωσαν από την σφαγή και παίρνοντας τον δρόμο των έμπορων του νίτρου εγκαταστάθηκαν στην Τερενούθι της Άνω Αίγύπτου, στις όχθες του Νείλου. Ο Ποιμήν απέκτησε εκεί μεγάλη φήμη σέ βαθμό που οι ευσεβείς άνθρωποι άφηναν τους γέροντες που συνήθιζαν να συμβουλεύονται για να έλθουν να λάβουν τις δικές του συμβουλές. Όταν ένας επισκέπτης ερχόταν να ρωτήσει τον αββά Ανούβ εκείνος τον έστελνε στον Ποιμένα, αναγνωρίζοντας ότι είχε λάβει το χάρισμα της διδασκαλίας, αλλά ο Ποιμήν δεν έπαιρνε ποτέ τον λόγο παρουσία του αδελφού του και αρνιόταν να μιλήσει μετά από κάποιον άλλο Γέροντα, παρόλο που τους ξεπερνούσε όλους.

Μαθαίνοντας η μητέρα τους που βρίσκονταν τα επτά αδέλφια, ήλθε να τους δει, αλλά βρέθηκε μπροστά στην σθεναρή άρνηση τους κι έτσι πήγε και στήθηκε μπροστά στην εκκλησία, περιμένοντας να έρθουν οι ασκητές για την εβδομαδιαία σύναξή τους. Οι γιοί της όταν την είδαν γύρισαν πίσω. Εκείνη έτρεξε στο κατόπι τους και, βρίσκοντας την πόρτα κλειστή, άρχισε να θρηνεί λέγοντας: «Ποιο το κακό να σας δω; Μήπως δεν είμαι η μητέρα σας; Μήπως δεν σας θήλασα; Είμαι πλέον κάτασπρη». Ό Ποιμήν τότε είπε από μέσα στην μητέρα του: «Εδώ θέλεις να μας δεις ή στον εκεί κόσμο;» ’Εκείνη αποκρίθηκε: «Αν δεν σας δω εδώ, θα σας δω στον εκεί κόσμο;» Της λέει εκείνος: «Αν πιέσεις τον εαυτό σου να μην μας δεις εδώ, θα μας δεις εκεί». Καί η θεοσεβής μητέρα έφυγε με χαρά λέγουσα: «Αν θα σας δω οπωσδήποτε εκεί, δεν θέλω να σας δω εδώ».

Στην αρχή ο Ποιμήν νήστευε πολύ περνώντας συχνά δύο ή τρείς ήμερες χωρίς τροφή και υπέβαλλε το σώμα του σέ μεγάλες κακουχίες. Μέ τον χρόνο όμως απέκτησε μεγάλη πείρα στην πνευματική επιστήμη και έχοντας γίνει ιατρός, οδηγός καί φωστήρας διακρίσεως για τούς κατοίκους τής ερήμου, τούς δίδασκε να τρώνε λίγο κάθε ήμερα για να μην πέσουν ούτε στην αλαζονεία ούτε στην γαστριμαργία και να ακολουθούν την βασιλική οδό πού είναι ελαφρά. Σέ έναν αδελφό πού τον είδε μια μέρα να βάζει λίγο νερό στα πόδια του και σκανδαλίσθηκε, αποκρίθηκε: «Εμείς δεν διδαχθήκαμε να είμαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Έλεγε επίσης συχνά: «Όλα όσα ξεπερνούν το μέτρο ανήκουν στους δαίμονες». 
Μετρημένος στην άσκηση, ήταν ωστόσο πολύ αυστηρός σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις με τους ανθρώπους και θεωρούσε το κελί του σαν έναν τάφο, στον οποίο ο μοναχός, σαν νεκρός, οφείλει να παραμένει ξένος προς κάθε επίγεια προσκόλληση. Μία ήμερα, ο διοικητής της περιοχής, θέλοντας να τον δει, έβαλε να συλλάβουν τον γιο τής αδελφής του Γέροντα με σκοπό να πάει εκείνος να μεσολαβήσει για χάρη του. Ο Ποιμήν ωστόσο έμεινε ασυγκίνητος μπροστά, στις ικεσίες της αδελφής του λέγοντας: «Ο Ποιμήν δεν γέννησε τέκνα». Και μήνυσε στον διοικητή να τον κρίνει σύμφωνα με τούς νόμους, αν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα.

Αν κάποιος επισκέπτης ήθελε να συζητήσει μαζί του για υψηλά θέματα, ο Γέροντας σιωπούσε, αλλά όταν τον ρωτούσαν για τα πάθη και τους τρόπους ιάσεως της ψυχής τότε απαντούσε μετά χαράς. Έδινε στους συνομιλητές του απαντήσεις ανάλογες με την νοημοσύνη και τις δυνατότητές τους, για να τους ενθαρρύνει να προοδεύουν στην αρετή. Τούς συμβούλευε πρωτίστως να μην αφήνουν τόπο στους εμπαθείς λογισμούς, αρεσκόμενοι ή προσπαθώντας να απαντήσουν σ’ αυτούς, και διαβεβαίωνε ότι θα εξαφανισθούν από μόνοι τους: «Δεν μπορείς να τους εμποδίσεις να έλθουν, αλλά στο χέρι σου είναι να αντισταθείς σ’ αυτούς». Δίδασκε ότι το να ρίπτει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, το να μην υπολογίζει τον εαυτό του και το να παραμερίζει το ίδιον θέλημα είναι τα μέσα για τον καθαρισμό της ψυχής, αλλά κυρίως με την αυτομεμψία και την επαγρύπνηση θα μπορούσε αυτή να υποδομηθεί και να προκόψει προς την τελείωση. Όταν τον ρώτησε κάποιος μία ήμερα αν έπρεπε να σκεπάσουμε το πταίσμα που βλέπουμε σε έναν αδελφό, εκείνος απάντησε: «Την στιγμή που θα σκεπάσουμε το πταίσμα του αδελφού μας και ο Θεός θα σκεπάσει το δικό μας και την ώρα που θα φανερώσουμε το πταίσμα του αδελφού και ο Θεός θα φανερώσει το δικό μας». Όταν έβλεπε έναν αδελφό να νυστάζει στην εκκλησία, αντί να τον ψέγξει, ο άγιος Γέροντας προτιμούσε να βάζει το κεφάλι του στα γόνατα του και να τον αναπαύει. Όσο για την επαγρύπνηση πάνω στον εαυτό του, την τηρούσε κάθε ώρα καί στιγμή, γνωρίζοντας πως απαρχή όλων των κακών είναι ο περισπασμός· κι όταν έπρεπε να βγει από το κελί του, περνούσε προηγουμένως μία ώρα εξετάζοντας τούς λογισμούς του.
Έλεγε επίσης ότι «ο άνθρωπος χρειάζεται την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο Θεού σαν την πνοή πού εξέρχεται από την μύτη του» , και ότι μόνο με την αύτομεμψία, πού μας κάνει να θεωρούμε τον αδελφό μας ανώτερο, μπορούμε να φθάσουμε στην ταπείνωση εκείνη που μας αναπαύει σέ κάθε περίσταση. Όσο για τον ίδιο, είχε φέρει την αύτοπεριφρόνηση σε τέτοιο βαθμό ώστε έλεγε με κάθε ειλικρίνεια: «Εγώ λέγω ό,τι ρίπτομαι στον τόπο πού θα ριχθεί ο Σατανάς. Είμαι κάτω από τα άλογα ζώα γνωρίζοντας ό,τι αυτά είναι ακατάκριτα». Όταν τον ρώτησαν πώς γίνεται να θεωρεί εαυτόν κατώτερο από κάθε πλάσμα, ακόμη καί από έναν φονιά, ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Εκείνος έκανε μόνο την αμαρτία αυτή, ενώ εγώ φονεύω κάθε μέρα».

Βλέποντας μία ημέρα μια γυναίκα να θρηνεί στον τάφο του άνδρα και του γιου της, ο αββάς Ποιμήν είπε στον αδελφό του Ανούβ ό,τι αν δεν έφθανε κανείς σέ μία τέτοια διαρκή κατάσταση πένθους και ταπείνωσης της σαρκός δεν είναι δυνατό να γίνει μοναχός. Μιάν άλλη φορά έπεσε σέ έκσταση μπροστά σέ κάποιον δικό του, ο οποίος τον ρώτησε μετά που είχε μεταφερθεί. ’Εκείνος αποκρίθηκε: «Ό λογισμός μου ήταν όπου στεκόταν ή αγία Μαρία ή Θεοτόκος και έκλαιγε δίπλα στον Σταυρό. Κι εγώ θα ήθελα να κλαίω πάντα έτσι» .

Μία ήμερα έφθασαν επίσημοι επισκέπτες από την Συρία για να τον ρωτήσουν περί τής σκληροκαρδίας, αλλά ο γέροντας δεν γνώριζε ελληνικά καί δεν βρέθηκε διερμηνέας. Βλέποντας την στεναχώρια τους, ο Γέρων άρχισε αίφνης να μιλά ελληνικά λέγοντας: «Η φύση του νερού είναι απαλή, ή δε της πέτρας σκληρή, το δε κανάτι όταν κρέμεται πάνω από την πέτρα σταλαγματιά -σταλαγματιά τρυπά την πέτρα. Έτσι και ο λόγος του Θεού είναι απαλός, ή δε καρδιά μας σκληρή· ακούοντας δε πολλές φορές ο άνθρωπος τον λόγο του Θεού, ανοίγεται η καρδιά του στον φόβο του Θεού». 

Αφού διέλαμψε για πολλά χρόνια σαν αστέρας της ερήμου, διδάσκοντας από την δική του εμπειρία και γινόμενος ζωντανό παράδειγμα για όλες τις αρετές, ο αββάς Ποιμήν εκοιμήθει εν ειρήνη λίγο μετά τον άγιο Αρσένιο (μετά το 449), χωρίς όμως να δει ξανά την Σκήτη.


Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία




Δόξα. Ἦχος α'. Ἐφραὶμ Καρίας 
Ζῆλος ἀνδρὸς εὐσεβοῦς, εἵλκυσε γυναῖκα θεοφιλῆ, πρὸς παραίνεσιν φαιδράν· Ἀδριανὸς γὰρ ὁ πανάριστος, Ναταλίας τῶν ῥημάτων ὑπαχθείς, ἀθλήσεως τὸν δρόμον ἐκτετέλεκεν· Ὢ γυναικὸς θεοφιλοῦς! οὐχ ὡς γὰρ Εὔα τῷ, Ἀδὰμ ἤνεγκε φθοράν, ἀλλὰ ζωὴν ἄληκτον τῷ συζύγῳ προεξένησε. Ταύτην σὺν τῷ ἀνδρὶ ἐπαινοῦντες, βοήσωμεν Χριστῷ· Δὸς ἡμῖν βοήθειαν, ταῖς πρεσβείαις τῶν Ἁγίων σου.

Ο άγιος μάρτυς Αδριανός και η σύζυγός του Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο (ήτοι 302-305 μ.Χ.) της βασιλείας του Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) συνελήφθησαν είκοσι τρεις χριστιανοί άνδρες, οι οποίοι κρύπτονταν στα σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πλεί­στα όσα βασανιστήρια και κακώσεις. Αυτούς λοιπόν ο Αδριανός, προ του μαρτυρίου τους, τούς ρώτησε το εξής: «Για ποιό λόγο, καλοί μου άνθρωποι, υπομένετε αυτές τις ανυπόφορες και δεινές τιμωρίες;». Αυτοί του αποκρίθηκαν: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που έχει ετοιμάσει ο Θεός για όσους πάσχουν υπέρ Αυτού, τα οποία βεβαίως δεν εί­ναι δυνατόν ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος ανθρώπι­νος να τα περιγράψει».

Αμέσως λοιπόν τότε ο μακαριστός Αδριανός, διεγερθείς από τη θεία χάρη, είπε στους γραμματείς που έγραφαν τα ονόματα των μελλόντων να υποστούν μαρτυρικό θάνατο χριστιανών: «Γράψτε και το δικό μου όνομα· στ’ αλήθεια, ευχαρίστως συναριθμούμαι με αυτούς». Εκείνοι, πράγματι, έγραψαν το όνομά του και, αφού του έδεσαν τα χέρια με αλυσίδες, τον έριξαν στη φυλακή. Πληροφορηθείσα δε η σύζυγός του Ναταλία τη σύλληψη και φυλάκισή του, νόμι­σε ότι αυτά έγιναν για άλλο λόγο και στενοχωρήθηκε πά­ρα πολύ. Ύστερα όμως έμαθε ποιά ήταν η αιτία της καθείρξεως του συζύγου της Αδριανού. Αμέσως, αφού φό­ρεσε λαμπρά ενδύματα, έσπευσε στο δεσμωτήριο, μπήκε μέσα και καταφιλούσε τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δε­μένα τα χέρια του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον, τον μακάριζε για την προθυμία του και τον συμβούλευε να υπομένει με καρτερία τους αφόρητους πόνους των βασανι­στηρίων, μένοντας ασάλευτος και ακλόνητος στην πίστη του στο Χριστό. Και, ακόμη, παρακαλούσε τους συνδεσμώ­τες του χριστιανούς να προσεύχονται γι’ αυτόν.

Αλλά τότε, ύστερα από προτροπή του μάρτυρος Αδριανού, η Ναταλία επέστρεψε στην οικία της. Μετά δε από λίγο ο Μάρτυς, επειδή είχε την εντύπωση ότι θα οδη­γούνταν στον τύραννο, χαιρέτισε τους συνδεσμώτες του χριστιανούς και, αφού έδωσε χρήματα στους δεσμοφύλα­κες, έλαβε άδεια και πήγε στην οικία του, για να μηνύσει στη σύζυγό του Ναταλία να είναι παρούσα κατά την τελείωσή του. Εκείνη όμως, μόλις αντίκρισε το σύζυγό της, νόμιζε ότι φοβήθηκε τα βασανιστήρια και για το λόγο αυ­τό αρνήθηκε το Χριστό και, έτσι, αφέθηκε ελεύθερος. Αφού λοιπόν η Ναταλία έκαμε τη σκέψη αυτή, του έκλει­σε την πόρτα κατάμουτρα, ονειδίζοντας τον για την άρνη­ση του Χριστού και αποκαλώντας τον φιλόζωο και δειλό. Ακόμη δε η Αγία του υπενθύμισε την απειλή του Χριστού προς εκείνους που θα αθετήσουν την πίστη τους σ’ Αυτόν. Επιπλέον δε και τον εαυτό της τον αποκαλούσε άθλιο και δυστυχισμένο, γιατί ούτε μια ήμερα, έλεγε, δεν είχε την ευτυχία να ονομαστεί γυναίκα Μάρτυρος, αλλά την ευτυ­χία και τη μακαριότητα, που είχε την ελπίδα να λάβει, τη διαδέχτηκαν μεμιάς η δυσφημία και η αθλιότητα. Όταν όμως αυτή έμαθε το σκοπό για τον οποίον ο Άγιος πήγε στην οικία του, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και, αφού τον αγκάλιασε, τον ασπαζόταν με απέραντη αγαλλίαση και χαρά. Αμέσως δε, όπως ήταν, τον ακολούθησε στην πο­ρεία του προς τον τύραννο.

Οδηγήθηκε λοιπόν ο άγιος Αδριανός στο βασιλιά, στον οποίο και διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός εί­ναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως τότε ο τύραννος πρόσταξε και υποβλήθηκε ο Άγιος σε βασανιστήρια. Και πρώτα – πρώτα, τον έριξαν στο έδαφος μπρούμυτα και τον έδειραν ανηλεώς με ξύλα. Έπειτα τον γύρισαν ανάσκελα και τον χτύπησαν τόσο πολύ στην κοιλιά, ώστε αυτή άνοιξε και φάνηκαν τα σπλάχνα του. Ήταν δε τότε ο Άγιος είκο­σι οχτώ χρόνων. Ακολούθως οι δήμιοι τον ακρωτηρίασαν μαζί με τους υπόλοιπους Αγίους. Και βέβαια ο πρώτος που του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια ήταν ο Αδριανός. Μάλιστα δε η σύζυγός του Ναταλία έθετε πάνω στο αμόνι κάθε μέλος και τον μεν δήμιο τον παρακαλούσε να χτυ­πάει δυνατά με το σφυρί την κοπίδα, τον δε σύζυγό της Αδριανό τον ενθάρρυνε και τον ενδυνάμωνε να υπομένει καρτερικά τους πόνους και να μην προδώσει από δειλία την υπέρ του Χριστού άθλησή του.

Όταν λοιπόν ο άγιος Αδριανός ετελειώθη, και μαζί και οι άλλοι άγιοι Μάρτυρες, τα δε σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στο πυρ, για να καούν, η Ναταλία πήρε στην αγκαλιά της το ένα χέρι του συζύγου της Αδριανού και ακολουθούσε τα άγια λείψανα. Αλλά και με τα αίματα που έσταζαν από τα ιερά αυτά λείψανα άλειφε τον εαυτό της.

Μόλις οι δήμιοι έφτασαν στον προκαθορισμένο τόπο, έριξαν στο πυρ τα άγια λείψανα. Αμέσως όμως τότε ξέ­σπασε μεγάλη νεροποντή, η οποία έσβησε το πυρ, και τα λείψανα έμειναν άθιχτα. Έτσι ένας χριστιανός, ονόματι Ευσέβιος, περισυνέλεξε τα άγια λείψανα και, αφού τα έβαλε σε ένα πλοιάριο, τα μετέφερε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο, και τα ενταφίασε. Εκεί και η αγία Ναταλία, μεταβάσα αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της στο Θεό και ενταφιάστηκε δίπλα στα λείψανα των αγίων Μαρτύρων.

Πηγή: Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.148-152.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

13η Αυγούστου. Μνήμη τὸν ὁσίου πατρὸς ἠμῶν ΣΕΡΙΔΟΥ, ἡγουμένου τῆς ἐν Γάζῃ Μονῆς, ἐν εἰρήνῃ τελειωθέντος.



λληνικῆς (ἢ συριακῆς) καταγωγῆς, ὁ ἀββᾶς Σέριδος ἔζησε στην Παλαιστίνη στα τέλη τοῦ 5ου αἰῶνα. Ἔγινε μοναχὸς καὶ ἵδρυσε ἔνα μοναστῆρι στο Ταβαθά, τὴν πατρίδα τοῦ ἁγίου Ἰλαρίωνος, λίγα χιλιόμετρα νοτίως τῆς Γάζας, τὸ ὅποιο διηύθυνε για πολλὰ χρόνια ὡς ἡγούμενος. Ἡ ζωὴ ἐκεῖ ἤταν κοινοβιακή, ἄλλα ὅπως ἤταν τότε τὸ ἔθος, ὁρισμένοι προχωρημένοι στον πνευματικὸ βίο μοναχοὶ ζούσαν ὡς ἠσυχαστὲς στα γύρῳ μέρη, ἢ ἀκόμη καὶ ἔγκλειστοι στον περιβολο τῆς μονῆς, οἰκοδομώντας τοὺς ἀδελφούς μέ τις προσευχὲς τοὺς καὶ τὴν σοφία τούς. Ἔδω μάλιστα ἀποσύρθηκαν, ἀπορρίπτοντάς τις προτάσεις ἄλλων ἡγουμένων, οἱ δύο μεγάλοι Γέροντες, ἅγιοι Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης ὃ Προφήτης [6 Φεβρ.], σταλμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ για να κατευθυνοῦν τοὺς μοναχοὺς στην πνευματικὴ πορεία τούς. Ὃ Σέριδος ἤταν στην πραγματικότητα ὃ ὑπάκουος μαθητὴς τοὺς καὶ τίποτε δεν ἀναλαμβάνε δίχως να συμβουλευθεῖ τὸν «Μεγάλο Γέροντα». Καθὼς ὃ Βαρσανούφιος καὶ ὁ Ἰωάννης ζούσαν σὲ αὐστηρότατη μονώσῃ καὶ ἐπικοινωνοῦσάν με τὰ πνευματικὰ τέκνα τοὺς μόνο με ἐπιστολές, ὁ Σέριδος τοὺς χρησίμευε ὡς ἐνδιάμεσος καὶ γραμματέας. Ἤταν ἐκεῖνος ποῦ «μετὰ τὸν Θεὸ τοὺς προστάτευε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Ὅταν ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος τοῦ ἔδινέ τις ἀπαντήσεις τοῦ ποῦ προορίζονταν για τοὺς συνομιλητὲς τοῦ, τὸν ἐμπόδιζε να τὶς γράφει καθ' ὑπαγόρευσιν τοῦ, διαβεβαιώνοντας τὸν ὅτι τὸ ἅγιο Πνεῦμα θὰ τὸν καθοδηγοῦσε μόλις γύριζε στο κελλὶ τοῦ να μεταγράψει ὅλα τὰ λόγια τοῦ στην σωστὴ σειρά, δίχως να παραλείψει τίποτε. 
Ἐγκρατὴς ἀπὸ νέος, ὃ Σέριδος ἐπέδειξε ἀκραία νήψῃ καὶ ἐπιδόθηκε σὲ μία τέτοια ἀσκήσῃ που ἐξαιτίας τῆς ἀσθένησε βαριά. Θεραπεύτηκέ με τὴν προσευχὴ τοῦ ἁγίου Βαρσανουφίου, ποὺ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ να ἀντιμετωπίζει ἔκτοτε τὸ σῶμα τοῦ με διακρίσῃ, ἔτσι ὥστε να τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς βοηθητικὸ τῆς πνευματικῆς λειτουργίας καὶ για να ἔχει τὴν ἀνθεκτικότητα ποῦ ἀπαιτεῖ ἢ καθοδήγηση τῶν ἀδελφῶν [1]. 
Ἀφοῦ ὃ «Μεγάλος Γέροντας» τὸν δοκίμασε αὐστηρὰ στην ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ἔφθασε σὲ ὑψηλὸ βαθμὸ τελειότητας καὶ ὁ Βαρσανούφιος τὸν ἐγκωμίαζε ὡς ἐξῇς: «Ὃ γλυκύτερος τοῦ μέλιτος υἱὸς τῶν ὠδίνών μου, ὃ πάντας ἔχων ὁμοψύχους καὶ τὴν ὠφέλειαν πάντων ἑαυτοῦ λογιζόμενος» [2]. Κληρονόμησε ἔτσι, μὲ τὴν ὑπακοὴ τοῦ, τὰ χαρίσματα καὶ τὴν διακρίσῃ τοῦ πνευματικοῦ πατέρα τοῦ καὶ ἤταν για τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἔνας πατέρας γεμάτος καλοσύνη, αὐταπάρνηση καὶ σοφία, πηγὴ χαρὰς καὶ εἰρήνης για ὅσους τὸν πλησίαζαν. «Ἂν βρίσκεις στις ἐπιστολές μου πράγματα δυσκόλα, να ῥωτὰς ἐκεῖνον τὸν ὁμόψυχον σοῦ Σέριδο, τὸ ἀγαπημένο τέκνο μου καί με τὴν χαρῇ τοῦ Θεοῦ θὰ σοῦ ἐξηγήσει τὰ δυσνόητα, διότι προσευχήθηκα στον Θεὸ για κεῖνον» [3]. Μέ τις ἀρετὲς τοῦ ὃ Σέριδος ἀπέκτησε τόση φήμη ποῦ ὁρισμένοι μοναχοὶ θεωροῦσαν ὅτι εἶχε ξεπεράσει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Για τὸν λόγο αὐτὸ ὃ Κύριος τὸν δοκιμάζε με πληγὲς καὶ μία μακρὰ ἀσθένεια ἔτσι ὥστε «να σβήσει με τὴν εὐκαιρία αὐτὴ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ να ὑπερπερισσεύσει τελείως ἢ δόξα τοῦ Θεοῦ» [4] . Δεν παρακαλοῦσε ὡστόσο τὸν Θεὸ να τὸν θεραπεύσει οὔτε να ἁπαλύνει τὸν πόνο τοῦ, ἀλλὰ να τοῦ χαρίζει μόνο ὑπομονὴ καὶ εὐχαριστία. Ὅταν ὃ Θεὸς τὸν πῆρε στις μονὲς τῶν δικαίων ἄφησε τὴν διοίκηση τοῦ μοναστηρίου στους πιὸ ἐμπείρους μοναχοὺς κατὰ τὴν τάξῃ τῆς ἀρχαιότητας. Ἐπειδὴ ὅμως ὅλοι ἔκαναν πίσῳ ἀπὸ μετριοφροσύνη, ἐξελέγη ἡγούμενος ὁ Αἰλιανός, ἔνας ἄνθρωπος ποῦ μόλις εἶχε ἐγκαταλείψει τὰ ἐγκόσμια. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Προφήτης εἶχε προβλέψει ὅτι δεν θὰ ζοῦσε οὔτε ὀκτῶ ἥμερες περισσότερο ἀπὸ τὸν Σέριδο, ἀλλά με τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Αἰλιανοὺ ἔζησε ἀκόμη δύο ἑβδομάδες για να τὸν καταρτίσει στα καθήκοντα τοῦ ἀξιώματος τοῦ πρὶν κοιμηθεῖ κι αὐτός με τὴν σειρὰ τοῦ.
~~~~~~~~~~~~~~~~
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος(τόμος Δωδέκατος, Αύγουστος σελ. 121
[1]  Ἀγ. Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης, Ἐπιστολὴ 570, γ' ἐκδ. ΕΠΕ, Φιλοκαλία 10Γ.
[2]  Ό.π., Ἐπιστολὴ 141, ΕΠΕ, 10Α.
[3]  Ό.π., Ἐπιστολὴ 10, ΕΠΕ, 10Α.
[4] Ό.π., Ἐπιστολὴ 599, ΕΠΕ, 10Γ.

ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΗΤΑ



ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΗΤΑ 

Ο Αββάς Δωρόθεος έλεγε: Είναι αδύνατον σ’ αυτόν που έχει πίστη στη δική του σύνεση και στο δικό του λογισμό να υποταχθεί ή να μιμηθεί κάποιο καλό που βλέπει στον πλησίον. 

Έλεγε πάλι: Επειδή δουλεύουμε ακόμα στα πάθη, δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε στο λογισμό και στα αισθήματά μας, γιατί στραβός οδηγός και τα καλά τα κάνει στραβά. 

Έλεγε πάλι: Όποιος δεν καταφρονήσει κάθε υλικό πράγμα και δόξα και σωματική ανάπαυση, ακόμα και τα δικαιώματά του, δεν μπορεί να κόψει τα θελήματά του ,ούτε ν’ απαλλαχτεί από την οργή και τη λύπη, ούτε ν’ αναπαύσει τον πλησίον. 

Έλεγε πάλι: Δεν είναι σπουδαίο πράγμα το να μην κρίνεις ή ακόμα και να συμπαθήσεις αυτόν που βρίσκεται σε κάποια θλίψη και σου ζητάει βοήθεια. Μεγάλη αρετή είναι να μην κρίνεις αυτόν που από δικό του πάθος σου αντιλέγει. Να μη συνταιριαστείς μ’ αυτόν που κατακρίνει εκείνον που σου αντιλέγει και να μη χαρείς μαζί μ’ εκείνον που τιμάει εσένα περισσότερο από άλλον. 

Είπε πάλι: Μην απαιτήσεις αγάπη από τον πλησίον , γιατί αυτός που απαιτεί ταράζεται, αν δεν του δώσουν. Αλλά δείξε εσύ μάλλον την αγάπη σου στον πλησίον και ανάπαυσέ τον και έτσι θα τον φέρεις στο σημείο να σε αγαπήσει. 

Είπε πάλι: Αν κάνει κανείς κάτι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οπωσδήποτε θα συναντήσει πειρασμό. Γιατί σε κάθε καλό που γίνεται ή προηγείται ή ακολουθεί πειρασμός. Και ούτε βέβαια είναι σίγουρο ότι είναι γνήσιο αυτό που γίνεται και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αν δεν δοκιμαστεί πρώτα με τον πειρασμό. 

Είπε πάλι: Τίποτα δεν ενώνει τόσο πολύ τους ανθρώπους, όπως το να χαίρονται για τα ίδια πράγματα και να έχουν κοινά φρονήματα. 

Είπε πάλι: Το να μην περιφρονήσει κανείς το δώρο που του κάνει ο άλλος είναι καρπός της ταπεινοφροσύνης ,γιατί πρέπει να το καταδέχεται μ’ ευχαριστία και αν ακόμα είναι μικρό και ασήμαντο. 

Είπε πάλι: Εγώ, αν η περίσταση το φέρει, προτιμάω να γίνει η γνώμη του πλησίον – ακόμα και να τύχει να αποτύχω ακουλουθώντας την- παρά να πετύχω κάνοντας αυτό που εγώ θεωρώ σωστό. 

Είπε πάλι: Είναι συμφέρον μας σε κάθε περίπτωση να ικανοποιούμε ελάχιστα από τις ανάγκες μας. Γιατί δεν είναι συμφέρον ν’ αναπαυόμαστε με πληρότητα σε όλα. 

Είπε πάλι: Σε καθετί που μου συμβαίνει ποτέ δεν θέλησα να κατευθυνθώ από την ανθρώπινη σοφία και να στηριχτώ σ’ αυτήν, αλλά πάντοτε προσπαθώ να κάνω για καθετί ό,τι μπορώ και αφήνω τα πάντα στην Πρόνοια του Θεού. 

Είπε πάλι: Όποιος δεν έχει δικό του θέλημα, κάνει πάντοτε το δικό του. Γιατί εφόσον δεν έχει δικό του, ό,τι κι αν γίνει τον αναπαύει. Και έτσι είναι σαν να κάνει πάντα το δικό του. Επειδή δεν θέλει να γίνονται τα πράγματα όπως αυτός θέλει, αλλά τα αποδέχεται όπως γίνονται. 

Είπε πάλι: Δεν πρέπει να διορθώνει κανείς τον αδελφό του την ώρα που αμαρτάνει εναντίον του, αλλ’ ούτε πάλι άλλην ώρα, μόνο και μόνο για να τον εκδικηθεί για το λάθος του. 

Είπε πάλι: Η αγάπη, που χαρίζει ο Θεός και που τη ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, είναι πιο δυνατή από τη φυσική ανθρώπινη αγάπη. 

Είπε πάλι: Ποτέ μην κάνεις το κακό για ν’ αστειευτείς. Γιατί πολλές φορές συμβαίνει να κάνει κανείς στην αρχή αστεία το κακό, μετά όμως και χωρίς να το θέλει υποδουλώνεται σ’ αυτό. 

Είπε πάλι: Δεν πρέπει κανείς να θέλει ν’ απαλλαγεί απ΄ το πάθος του, επειδή θέλει ν’ αποφύγει τη θλίψη που αυτό του προκαλεί, αλλά επειδή ακριβώς το μισεί, όπως λέει: «Τους μισούσα μ’ όλη μου την ψυχή» (Ψαλμ. 138, 22) .

Είπε πάλι: Είναι αδύνατον να οργιστεί κανείς εναντίον του πλησίον αν πρώτα δεν υπερηφανευτεί εσωτερικά απέναντί του και αν δεν τον περιφρονήσει και αν δεν θεωρήσει τον εαυτόν του καλύτερον απ’ αυτόν. 

Είπε πάλι: Απόδειξη πως ενεργεί με τη θέλησή του το πάθος είναι αν ταράζεται όταν τον ελέγχουν ή τον διορθώνουν γι’ αυτό. Όταν όμως δέχεται τον έλεγχο χωρίς να ταραχτεί, δηλαδή τη διόρθωση που του προτείνουν, είναι απόδειξη ότι, και αν αμαρτάνει, αμαρτάνει από άγνοια και αδυναμία.

13η Αυγούστου . Μνήμη τὸν ὁσίου πατρὸς ἠμῶν ΔΩΡΟΘΕΟΥ, τὸν ἐν Γάζῃ.


H διάκρισις εν λόγοις σοις ερρύη,
Ω Δωρόθεε των μοναστών το κλέος.
ὅσιος πατὴρ ἠμῶν Δωρόθεος γεννήθηκε στην Ἀντιοχεία ἀπὸ χριστιανικὴ καὶ εὐπορῇ οἰκογένεια. Ἔλαβε καλὴ μόρφωση, τόσο ἐκκλησιαστικὴ ὀσο καὶ στις θύραθεν ἐπιστῆμες. Φανέρωσε ἄλλωστε τέτοια φιλομάθεια ποῦ για χαρῇ τῆς λησμονοῦσε να φάει, να πίει καὶ να κοιμηθεῖ, πρᾶγμα ποῦ ἔβλαψε τὴν ὑγεία τοῦ ποῦ παρέμενε πάντα εὔθραυστη. Ἄλλο δεν ἐπιθυμοῦσε παρὰ να διαβάζει, ἰδιαίτερα βιβλία ἰατρικῆς, ἀποφεύγοντάς τις κακὲς συναναστροφὲς καὶ ἀταξίες τῆς νεότητος, ἔτσι ποῦ μποροῦσε να πει ἀργότερα: «Ἂν για τὴν θύραθεν ἐπιστήμη εἴχα τέτοιον πόθο καὶ τέτοιο ζῆλο ὥστε ν' ἀσχολοῦμαι με τὸ διαβασμα καὶ να μοῦ γίνει ἀναφαίρετη συνήθεια, πόσῳ μᾶλλον για τὴν ἀρετή!» [1] Ἀπαρνούμενος ἀπὸ νωρὶς τὸν κόσμο, εἰσῆλθε στην Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, κοντὰ στην Γάζα, καὶ παραδόθηκέ με ἐμπιστοσύνη στους δύο ἁγίους Γέροντες, Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη. Παρόλο ποῦ ἐπιθυμοῦσε τὴν πλήρη ὑποταγή, ὁ Γέροντες λαμβάνοντας ὑπ' ὄψιν τοὺς τὴν σωματικὴ ἀδυναμία τοῦ καὶ τὴν καταστάσῃ τῆς ὑγείας τοῦ, ἐπέτρεψαν να κρατήσει μιᾷ μικρῇ οἰκογενειακὴ ἰδιοκτησία καὶ να ἔχει στην κατοχὴ τοῦ βιβλία ποῦ εἶχε φέρει στο μοναστῆρι. Καθὼς δεν ἤταν σὲ θέση να ἀναλάβει μεγάλες κακοπάθειες καὶ δεχόταν ἐπιθέσεις ἀπὸ ἀκαθάρτους λογισμούς, ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος τοῦ ἐπιδαψίλευε παραμυθία καὶ συμβουλές. Τὸν συμβούλευσε να μὴν ἀφήνει να τὸν κυριεύει ἢ ἀπογνώση, πρᾶγμα ποῦ χαροποιοῦσε τὸν διαβολο, καὶ ἐπιτρέποντας τοῦ να πίνει λίγο κρᾶσι τὸν προέτρεπε να βάζει τὰ δυνατὰ τοῦ να ἀποκόπτει τὸ σαρκικὸ θέλημα συγκεντρώνοντας ὄλες τις προσπάθειές του στην ἐσωτερικὴ ἀσκήσῃ τῆς καρδίας, προκειμένου να ἀποκτήσει τις πολυτιμότερες ἀρετές· τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν ὑπακοή, τὴν κατανυξη, τὴν συμπόνια ἀπέναντι σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν διαρκῆ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἐνθαρρυμένος ἀπὸ τοὺς Γέροντες καί με τὴν βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Δωρόθεος μπόρεσε ἔτσι να συντρίψει ὅλους τοὺς ἐχθροὺς τοῦ. Ἀργότερα διδάσκε ὅτι ἢ ἀποκοπῇ τοῦ ἰδίου θελήματος εἶναι τὸ μονοπάτι ποῦ ἐπιτρέπει να φθάσει κανεὶς στην ἄκρα τελειότητα. Πράγματι, συνηθίζοντας κανεὶς να παραιτεῖται ἀπὸ τὸ ἴδιον θέλημα, στην ἀρχὴ στα μικρὰ πράγματα, κατόπιν σὲ κάθε δραστηριότητα, ἐπιτυγχάνει τὴν ἀπροσπάθεια καὶ ἀπὸ τὴν ἀπροσπάθεια ἔρχεται σὺν Θεῶ σὲ τελείᾳ ἀπάθεια. Ἐπαναλαμβάνε δὲ συχνὰ τοῦτο τὸν λόγο τῶν Πατέρων: «Ὁποῖος ἔφθασε στο σημεῖο να ἀποκόψει τὸ ἴδιον θέλημα, ἔφθασε στον τόπο τῆς ἀναπαύσεως».Μία ἡμέρα ποῦ πολεμούνταν ἀπὸ μία συντριπτικὴ καὶ ἀνυπόφορη θλίψη προερχομένη ἀπὸ τὸν δαίμονα καὶ βρισκόταν στην αὐλὴ τοῦ μοναστηρίου ἀποθαρρυμένος καὶ παρακαλώντας τὸν Θεὸ να τὸν βοηθήσει, ὁ Δωρόθεος εἶδε αἴφνης ἕνα μυστηριῶδες προσωπο μὲ ὄψη ἐπισκόπου να μπαίνει στην ἐκκλησία. Τὸν ἀκολούθησε καὶ τὸν εἶδε να προσεύχεταί με τὰ χέρια ὑψωμένα στον οὐρανό. Ὅταν τελείωσε τὴν προσευχὴ τοῦ, ὃ ἄνδρας στράφηκε πρὸς τὸν νέο μοναχὸ ποῦ τὸν εἶχε κυριεύσει μέγας φόβος καὶ κτυπώντας τόν με τὰ δάχτυλα στο στῆθος, ἐπανέλαβε τρεῖς φορὲς τὸν στίχο τοῦ ψαλμοῦ: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον, καὶ προσέσχε μοι καὶ εἱσήκουσε τῆς δεήσεώς μου... (Ψαλμ. 39). Ἐνῶ τὸ προσωπο ἐκεῖνο ἔγινε ἄφαντο, εὐθὺς ἢ καρδία τοῦ ὁσίου Δωροθέου γέμισε φῶς, χαρά, παραμυθία καὶ γλυκύτητα καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ποτὲ πιὰ δεν πολεμήθηκε ἀπὸ τὴν ἀκηδία, τὴν λύπη ἢ τὸν φόβο [2]. Ἀνησυχώντας για τὴν εἰρήνη αὐτὴ ποῦ φαινόταν να ἀντιφέρεται στην Ἅγια Γραφή, ποῦ διδάσκει ὅτι πρέπει κανεὶς να περάσει μέσα ἀπὸ πολλὲς θλίψεις για να φθάσει στην Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀνοιξε τὴν καρδία τοῦ στον Ἰωάννη τὸν Προφήτῃ, ὃ ὁποῖος τὸν καθησύχασε λέγοντας: «Καθενὰς ποῦ βάζει τὸν ἑαυτὸ τοῦ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ τῶν Πατέρων, ἔχει αὐτὴν τὴν ἀμεριμνησία καὶ ἀναπαύσῃ» [3]. Πράγματι, ὃ ὅσιος Δωρόθεος δεν παρέλειπε να ἀναφέρει κάθε λογισμὸ τοῦ στους Γέροντες. Μόλις κατέγραφε ἔναν λογισμὸ για να τὸν ὑποβαλεῖ στην κρίσῃ τοὺς ἐνιωθε ἀνακουφίσῃ καὶ ὠφέλεια [4].Τοῦ ἀνατέθηκε ἡ διακονία τοῦ θυρωροῦ τῆς μονῆς καὶ τοῦ ξενοδόχου, ἐπιπλέον δὲ ἐτέθη στην ὑπηρεσία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προφήτῃ. Ἔχοντας στο ἐξῇς τὴν δυνατότητα να ῥωτὰ κατευθεῖαν τὸν Γέροντα, ἀπεκόμισε μεγάλη ὠφέλεια ἀπό τις διδαχὲς τοῦ για να προκόψει στην γνώση τῶν κινημάτων τῆς ψυχῆς. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τοῦ ἀνατέθηκε τὸ δυσκολο καθῆκον να ἐγκαταστήσει καὶ να διαχειρίζεται τὸ νοσοκομεῖο τῆς μονῆς, ποῦ εἶχε κτισθεῖ χάρις στην δωρεὰ τοῦ κατὰ σάρκα ἀδελφοῦ τοῦ. Θαυμάσια προετοιμασμένος για τὸ διακόνημα αὐτὸ ἀπό τις ἰατρικὲς μελέτες τοῦ, δόθηκε ὁλοψυχα μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βραδὺ εἶχε τὴν ἔγνοια ὄχι μόνο τῆς φροντίδας τῶν ἀρρώστων, ἀλλὰ καὶ πλήθους ἄλλων ὑποθέσεων ποῦ τὸν περισπούσαν ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἡσυχία. Πολλὲς φορὲς εἶχε τὸν πειρασμὸ να ἐγκαταλείψει τὴν μονὴ για να ἀκολουθήσει τὸν ἐρημητικὸ βίο, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸν ἀπέτρεπε, λέγοντάς του ὅτι ἢ μονώσῃ γινόταν σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀφορμὴ ἀλαζονείας καὶ πτώσης κι αὐτὸ ποῦ ἁρμόζε σὲ ἐκεῖνον ἤταν ἢ «μέση ὁδὸς» τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀγάπης: «διατηρώντας τὴν ταπεινοφροσύνη στην ἡσυχία καὶ στην νήψῃ ἐν μέσῳ τῶν περισπασμῶν» [5]. Προσέθεσε δέ: «Τὸ να ἔχει κανεὶς μία ἐντολὴ καὶ να φροντίζει να τὴν τηρεῖ, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα ὑποταγὴ καὶ μνήμη Θεοῦ» [6].Ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος εἶχε ὑποσχεθεῖ στον Δωρόθεο ὅτι ἂν τηροῦσέ τις ἐντολὲς τοῦ να ἀποφεύγει τις ἠδονές, τὴν παρρησία, τὴν ἀργολογία καὶ διατηροῦσε ἀπέναντι σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη καθὼς καὶ τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος θὰ ἀναδεχόταν καὶ θὰ βαστοῦσε τὰ σφάλματα καί τις ἐλλείψεις τοῦ για να ἀναριθμηθεῖ μεταξὺ τῶν «πραγματικῶν τέκνων τοῦ ποῦ βρίσκονται ὑπὸ θεία προστασία» [7] . Τοῦ ἀνατέθηκε ὃ πνευματικὸς καταρτισμὸς ἑνὸς νέου, τοῦ Δοσιθέου, ὃ ὁποῖος χάρις στις συμβουλὲς τοῦ Δωρόθεου ἔφθασε γρήγορα στην τελειότητα τῆς ὑπακοῆς πρὶν παραδώσει τὴν ψυχὴ τοῦ στον Θεό. 
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προφήτῃ καὶ τοῦ ἄββα Σερίδου καὶ τὴν τελεία σιωπὴ τοῦ ἁγίου Βαρσανούφιου, ὁ ὅσιος Δωρόθεος ἀναχώρησε για να ἱδρύσει σὺν Θεῶ τὸ δικὸ τοῦ μοναστῆρι μεταξὺ Γάζας καὶ Μαϊουμά. Διοίκησε ἐκεῖ τοὺς μαθητὲς τοῦ ὑπὸ τὸ πνεῦμα ποῦ εἶχε λάβει ἀπὸ τοὺς Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη, μὲ λεπτότητα, διακρίσῃ καὶ ἀγάπη, ἐπιμένοντας περισσότερο στην ἀποκοπῇ τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη παρὰ στις μεγάλες σωματικὲς ἀσκήσεις. Ἐκεῖ οἱ μαθητὲς τοῦ συνέλεξαν γραπτώς τις Διδασκαλίες τοῦ, στις ὅποιες συνδύασε τὴν νηφαλιότητα τῆς ἔκφρασής με μία τόσο μεγάλη σοφία, ποῦ ἢ πραγματεία αὕτη θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη ἔργα τῆς ὀρθοδόξῃς μοναχικῆς παραδοσης. Ἀποτελεῖ ἐπίσης τὸ μόνο «λείψανο» τοῦ ὁσίου, τοῦ ὁποίου ἁγνοοῦμε τὴν ἀκριβῆ χρονολογία τελευτὴς καὶ τὸν τόπο ταφῇς. 
Ὁ ὅσιος Δωρόθεος προέτρεπε ἀσταμάτητα τοὺς μοναχοὺς τοῦ να παραμενοῦν ἐνωμένοι μεταξὺ τούς με τὴν ἀγάπη καὶ τοὺς ἔδινε τὴν ἑξῆς εἰκόνα: « Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶναι ἔνας κύκλος πάνω στην γῆ, σὰν ἔνα στρογγυλὸ χάραγμά με διαβήτῃ ποῦ ἔχει ἔνα κέντρο. Κέντρο ὀνομάζεται τὸ μέσον τοῦ κύκλου. Προσέξτε τι ἐννοῶ. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὃ κύκλος αὐτὸς εἶναι ὅλος ὃ κόσμος. Τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ κύκλου εἶναι ὃ Θεός, οἱ δὲ εὐθεῖες γραμμὲς ποῦ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν περιφέρεια τοῦ κύκλου πρὸς τὸ κέντρο εἶναι οἱ ὁδοί, δηλαδὴ οἱ τρόποι ποῦ πολιτεύονται οἱ ἄνθρωποι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οἱ ἅγιοι προχωροῦν πρὸς τὸ κέντρο θέλοντας να προσεγγίσουν τὸν Θεό, ἀναλόγως τῆς προχωρήσῃς τοὺς πλησιάζουν καὶ τὸν Θεὸ καὶ μεταξὺ τοὺς καὶ ὄσο πλησιάζουν τὸν Θεὸ πλησιάζονται μεταξὺ τούς· καὶ ὄσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τὸν Θεό. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἐννοῆστε καὶ τὸν χωρισμό. Γιατὶ ὅταν ξεκόβουν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στρέφονται πρὸς τὰ ἔξω, εἶναι φανερὸ ὅτι ὄσο ἐξέρχονται καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο ἀπομακρύνονται καὶ μεταξὺ τοὺς καὶ ὄσο ἀπομακρύνονται μεταξὺ τοὺς τόσο ἀπομακρύνονται καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ» [8].

[1] Διδασκαλία Ι΄105, εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου. 
[2] Διδασκαλία Ἐ', 67. 
[3] Ό.π., Ά', 25. 
[4] Ἑκατὸ περίπου ἀπό τις ἐπιστολὲς αὖτες σῴζονται μετάξι τῶν ἐπιστολῶν τῶν Ἀῦ. Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου καὶ ἀποτελοῦν ἐναν θαυμάσιο ὁδηγὸ γιὰ τὸν πνευματικὸ καταρτισμὸ τοῦ μοναχοῦ. 
[5] Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης, Ἐπιστολὴ 315, ΕΠΕ, 10Α. 
[6] Ἐπιστολὴ 328, ΕΠΕ, 10 Α. 
[7] Ἐπιστολὴ 274, ΕΠΕ, 10 Α 
[8] Διδασκαλία ΣΤ', 78.

 Νέος Συναξαριστής
 της Ορθοδόξου Εκκλησίας
τόμος Δωδέκατος, Αύγουστος σελ. 123
εκδ. Ίνδικτος

Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

Η σφραγίδα που μας βάζει καθημερινά ο τρόπος της ζωής μας, που βάζουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, στην ψυχή, την καρδιά και το νου, αυτή είναι που κάνει το χρόνο έλευσης του Αντιχρίστου να πλησιάζει ή να απομακρύνεται.




  Αρχιμανδρίτου Ιωάννη Κρεστιάνκιν 
Αγαπητέ π. Α! 
Για το τέλος του κόσμου δεν πρόκειται να μιλήσω καλύτερα από το Μητροπολίτη Βενιαμίν (Φεντσεντκώφ). Το μόνο δικό μου που θα σημειώσω είναι ότι πολλοί ανησυχούν γι’ αυτό το θέμα, αλλά λίγοι απ’ αυτούς που μιλούν και το σκέφτονται με αγωνία, άρχισαν να ζούν σε αντιστοιχία με τις σκέψεις τους, λίγοι κουνάνε το δαχτυλάκι τους, ώστε να φροντίσουν για τη σωτηρία της ψυχής τους. Όμως αυτές οι σκέψεις μόνο προς αυτό προσκαλούν και υποχρεώνουν. (ήδη είναι εγγύς, προ των θυρών) .
Αν αύριο πρέπει να παρουσιαστώ στο κριτήριο του Θεού κι αν αύριο πρέπει να δώσω απάντηση στην ερώτηση πώς έζησα, με τι έζησα, αν έζησα κατά το πνεύμα του Θεού, τότε τι νόημα έχουν οι έγνοιες για   συσσώρευση και για οικοδομήματα;

Να όμως, που τώρα κατά βάση μόνο αυτά σκέφτονται οι άνθρωποι, ενώ, κατά το πνεύμα του Θεού, ζουν ως  μονάδες - ακόμα και μέσα στην εκκλησία, ακόμα και εκείνοι που διακονούν στο ιερό βήμα ή και οι μοναχοί. 
Κοιτάξτε μέσα σας: άραγε ο φόβος του Θεού καθοδηγεί τις σκέψεις, τις πράξεις μας; Άραγε είναι η αγάπη προς το Θεό βάση της ύπαρξής μας; 
Να, αγαπητέ, αυτή η σφραγίδα που μας βάζει καθημερινά ο τρόπος της ζωής μας, που βάζουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, στην ψυχή, την καρδιά και το νου, αυτή είναι που κάνει το χρόνο έλευσης του Αντιχρίστου να πλησιάζει ή να απομακρύνεται. Η δική του σφραγίδα μαρτυρεί μόνο εκείνη που έχουμε ήδη βάλει εμείς στον εαυτό μας. Χωρίς εμάς, ούτε να σωθούμε, ούτε να χαθούμε γίνεται. 
Η τηλεόραση και το βίντεο έχουν πια διεισδύσει  ακόμα και στους τοίχους των μοναστηριών! Ποιος θα σβήσει αυτή τη σφραγίδα, αν τη βάλαμε εμείς στον εαυτό μας εκούσια, με επιθυμία και αγάπη; Δεν είναι λοιπόν ο Αντίχριστος που θα μας καταστρέψει. Ήδη πριν την έλευση του, θα καθορίσουμε τον πνευματικό μας προσανατολισμό και θα κάνουμε επιλογή. Η σφραγίδα του Αντιχρίστου θα είναι η τελευταία τελεία στη δική μας επιλογή. 
Να πηγαίνετε με την ευχή του Θεού στα μοναστήρια και στους γέροντες, αν αυτό είναι προς ωφέλεια της ψυχής που αναζητά σωτηρία. Όμως, είναι άραγε προς ωφέλεια; Είναι για τη σωτηρία η σκέψη κατά την παρακολούθηση του καλειδοσκοπίου της ζωής; Αυτό το ζήτημα λύστε το μόνοι σας για τον εαυτό σας. Είναι άραγε προς ωφέλεια; 
Το αίτημα για προσευχή θα το εκπληρώσω. 
Αγαπητέ παππούλη, εξετάστε, λοιπόν, τη ζωή σας: χάριν του κελιού, χάριν των σπουδών, χάριν της υποτιθέμενης βοήθειας προς τους ανθρώπους (παρεμπιπτόντως, από τον φτωχό ακτήμονα μοναχό δεν ζητείται υλική βοήθεια∙ και δεν μπορούμε να δώσουμε ούτε πνευματική, διότι οι ίδιοι είμαστε φτωχοί τω πνεύματι). Μη χάσουμε αυτό, χάριν του οποίου φορέσαμε το κουκούλι και τον μανδύα. Συγχώρα με για την τόσο λυπηρή επιστολή. 
Μη χάνεις το κύριο και μην ξεχνάς τις υποσχέσεις που έδωσες στον Θεό.
Δέν είναι ο Αντίχριστος 
που θα μας καταστρέψει 
Επιστολές του Γέροντα Ιωάννη 
της μονής των Σπηλαίων (Πσκώφ) 
Παλεύοντας για την ορθόδοξη πίστη
σελ.59-61

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Οἱ παλλαϊκὲς προσευχὲς ποτὲ δὲν γίνονται χωρὶς νὰ ἔχουν εὐεργετικὴ συνέπεια, ἰδιαίτερα ὅταν συνδέονται μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν παράδοση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Φωτό: Patriarchia.ru
συναξάρι Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
140. Στὸν αλουμινάς Στόγιμιρ Π. γιὰ τὴ λιτανεία.
Οἱ λιτανεῖες γίνονται καὶ μέσα στοὺς ναούς. Ἀλλὰ ἐσὺ ρωτᾶς γιὰ τὶς λιτανεῖες στοὺς δρόμους καὶ στοὺς ἀγροὺς τί νόημα ἔχουν;

Τὴν ἔννοια τῆς παλλαϊκῆς προσευχῆς σὲ ἀνοιχτὸ χῶρο κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ οὐράνιου θόλου ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἱεροῦ του σύμπαντος τὸ ὁποῖο ἔκτισε ὁ ἴδιος ὁ Κτίστης μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐπιδεξιότητα Τοῦ. Λιτανεία τέλεσαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἰσραηλῖτες μὲ τὸ δικό τους τρόπο ὅταν κατακτοῦσαν τὴν πόλη τῆς Ἰεριχοῦς. Ἔτσι ἔπραξε ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυ κάτ' ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ: μπροστὰ ἀπὸ τὴν κιβωτὸ τῆς Διαθήκης ἔμπαιναν ἱερεῖς σαλπίζοντας μὲ σάλπιγγες ἀπὸ κέρας καὶ ὁ λαὸς ἀκολουθοῦσε τὴν κιβωτό. Ἔτσι τριγύριζε ὁ λαὸς ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες στὴν Ἰεριχὼ μὲ τὴν ἑορταστικὴ σιωπηρὴ προσευχή. Τὴν ἕβδομη μέρα τὰ τείχη τῆς Ἰεριχοῦς ἔπεσαν καὶ ἅλωσαν τὴν πόλη. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ἀντὶ τῆς κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης μεταφέρουμε τοὺς σταυρούς, τὶς εἰκόνες καὶ τὰ λάβαρα, καὶ ἀντὶ σαλπίγγων ἠχοῦν οἱ καμπάνες καὶ ψάλλονται πνευματικοὶ ὕμνοι. Ὁ λαός μας ἀποκαλεῖ τὶς λιτανεῖες καὶ «σταυροφορίες» καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ψάλει καὶ τὸν δικό του: «Σταυροὺς φέρουμε τὸν Θεὸν παρακαλοῦμε Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον»! Ἀπ' ὅλα τὰ ἔνδοξα ποὺ μεταφέρουμε, τὸ πιὸ ἔνδοξο εἶναι ὁ σταυρός, ποὺ καταλαμβάνει τὴν πρώτη θέση γιατί σὲ αὐτὸ τὸ σύμβολο δόθηκε ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δύναμη ἤδη ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ διώχνει τὶς ἀκάθαρτες δυνάμεις, ἐξυγιαίνει, ἀνανεώνει καὶ ἁγιάζει τοὺς ἀνθρώπους, τὰ ζῶα, της ἀνθρώπινες κατοικίες, τὰ ἐργαστήρια καὶ τοὺς ἀγρούς. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ αὐτὸ ἀποκαλεῖ τὶς λιτανεῖες «σταυροφορίες». 
Σοῦ ἦρθε ἀπὸ κάπου ἡ κακὴ σκέψη ὅτι μὲ τὶς λιτανεῖες «τὰ ἅγια χάνουν τὴν αγιοσύνη τους καὶ ἐκτίθενται στὸν χλευασμὸ» ὄχι μόνο κατὰ αὐτὸ τὸν τρόπο τὰ ἴδια δὲν χάνουν τὴν αγιοσύνη τους, ἀλλὰ ἀκριβῶς μετὰ ἁγιάζεται ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων ἔχασε τὴν ἁγιότητα του. Ἡ λιτανεία ἀποτελεῖ τὴν πνευματικὴ στρατιωτικὴ ἐκστρατεία ἐνάντια στὶς κακὲς δαιμονικὲς δυνάμεις καὶ ὁ λαὸς κατὰ τὴ λιτανεία μοιάζει σὰν στρατὸς τοῦ Θεοῦ. Ἄν τώρα κάποιος χλευάζει τὶς λιτανεῖες σημαίνει κάτι; Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι κενὸς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ χλευάζει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τοὺς ναούς, καὶ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται μέσα σὲ αὐτοὺς τοὺς ναοὺς καθὼς καὶ τὴν πίστη καὶ τὴν προσευχὴ γενικά. Σημαίνει κάτι αὐτό; Μήπως αὐτὸ μπορεῖ νὰ φοβίσει τοὺς «σταυροφόρους» οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν ἐνάντια στὶς ἀόρατες δυνάμεις ποὺ εἶναι φοβερότερες ἀπὸ τοὺς ἄθλιους χλευαστές; Ἀντιθέτως ἐκεῖνοι ποὺ χλευάζουν τὰ ἅγια, χλευάζουν τὴν ἴδια τους τὴν εὐτυχία. Ἡ πολὺ μεγάλη ἐμπειρία μας τὸ ἐπιβεβαιώνει σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς μας γινόταν λιτανεῖες μέσα στοὺς ἀγρούς. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐπιστρέψει λίγο καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ ἐργαζόταν, στεκόταν μπροστὰ ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ χλεύαζε τοὺς «σταυροφόρους». Σύντομα παρὰ τὴν ξηρασία ποὺ ἐπικρατοῦσε ξέσπασε δυνατὴ βροχὴ στὸ χωριό. Στὸ χωριὸ δὲν συνέβη τίποτα, ἀλλὰ στὸν δικό του ἀγροῦ, ποὺ ἦταν φυτεμένος μὲ σιτάρι, ἔπεσε τόσο πολὺ ἄμμος, ποὺ δὲν φαινόταν οὔτε τὸ σιτάρι οὔτε τὸ χῶμα. 
Οἱ παλλαϊκὲς προσευχὲς ποτὲ δὲν γίνονται χωρὶς νὰ ἔχουν εὐεργετικὴ συνέπεια, ἰδιαίτερα ὅταν συνδέονται μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν παράδοση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ λαὸς αἰσθάνεται τὴν χρησιμότητα τῶν λιτανειῶν, γι' αὐτὸ καὶ ἀγαπᾶ τὶς λιτανεῖες. Ἐὰν δὲν εἶχαν ἀμέτρητες φορὲς οἱ λιτανεῖες φέρει τὴ βροχὴ σὲ περιόδους ξηρασίας, καὶ δὲν ἄμβλυναν τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου σὲ περιόδους μαζικῶν θανάτων, καὶ δὲν ἐπέστρεφαν τὴν εἰρήνη σὲ ταραγμένες ἐποχές, τότε θὰ ἀγαποῦσε τόσο πολὺ ὁ λαὸς στὶς λιτανεῖες, καὶ θὰ βαστοῦσε μὲ τέτοιο ζῆλο τοῦ σταυροῦ στὰ χωριὰ καὶ τὶς πόλεις; 
Οἱ Τοῦρκοι δὲν κάνουν λιτανεῖες. Ἀλλὰ συνέβη τὴν ἐποχὴ τῆς τουρκοκρατίας σὲ μία μακεδονικὴ πόλη κάτι ποὺ ἀκόμα θυμοῦνται καὶ περιγράφουν ζωντανοὶ μάρτυρες. Ἐπικρατοῦσε μεγάλη ξηρασία. Οἱ Τοῦρκοι παρακάλεσε τοὺς χριστιανοὺς νὰ κάνουν λιτανεία. Ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ ξεκινοῦν τὴν λιτανεία βαστῶντας τοὺς σταυροὺς καὶ ὁδηγοῦν τὴ λιτανεία ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη κοντὰ στὶς πηγές. Στή μία πλευρὰ βάδιζαν οἱ χριστιανοὶ στὴν ἄλλη οἱ μουσουλμᾶνοι. Δὲν πρόλαβαν νὰ ἀναγνώσουν ὅλες τὶς προσευχὲς καὶ ὁ οὐρανὸς σκοτείνιασε καὶ ἄρχισε νὰ βρέχει τόσο πολὺ ποὺ οἱ «σταυροφόροι» γύρισαν τρέχοντας στὰ σπίτια τους.

Εἰρήνη καὶ εὐλογία Κυρίου

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Δὲν φτάνει μόνο ἡ πίστη
σελ. 36 - 39
Εκδόσεις: Εν Πλώ 
*

8η Αυγούστου . τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, τοῦ ἐκ Ζαγοράς, ἐν Κωνσταντινονπόλει μαρτυρήσαντος κατὰ τὸ ἔτος 1680.



Καταγόμενος ἀπὸ τὴν Ζαγορὰ τοῦ Βόλου, ὁ ἅγιος Τριαντάφυλλος δούλευε ὡς ναύτης. Μία ἡμέρα τὸν συνέλαβαν Τούρκοι ποῦ θελῆσαν να τὸν ἑξαναγκάσουν να ἀρνηθεῖ τὴν πιστὴ τῶν προγόνων τοῦ. Ἡλικίας μόλις δεκαέξι ἐτῶν ἐπέδειξε τότε τὸ σθένος καὶ τὸ κουράγιο ἑνὸς ὥριμου ἄνδρα. Ὁδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ὑπέμεινε ἐκεῖ κάθε εἴδους βασανιστήρια καὶ ἐκτελέσθηκε στο μέρος τοῦ Ἱπποδρομίου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος Δωδέκατος, Αύγουστος σελ. 83

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΝΙΚΑΝΟΡΑ ΤΟΝ ΖΑΒΟΡΔΗΝΟΝ, ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ



ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ 
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ 
ΝΙΚΑΝΟΡΑ ΤΟΝ ΖΑΒΟΡΔΗΝΟΝ, 
ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ
Εποιήθη εν Αγίω Όρει του Άθωνος υπό Αθανασίου ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου, Υμνογράφου της Αγίας του Χριστού Μεγάλης  Εκκλησίας φιλοσίω αιτήσει του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας Κυρίου κου Σεραφείμ

Μετά το, Ευλογητός,

Ψαλμός ΡΜΒ  (142)
Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου· εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων.  Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου· εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείράς μου· η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμά μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταλαβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον. Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το Πνεύμά σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία.Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου· και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου· και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλός σου ειμι.
Θεός Κύριος και τα Τροπάρια


Ήχος δ .  Ο Υψωθείς.
Ασκητικώς εν Καλλιστράτου τω όρει, ζήσας, Νικάνορ, των θαυμάτων την χάριν, απείληφας και ήγειρας Μονήν σου ιεράν· την Μακεδονίαν δε κατεφώτισας πάσαν, βίω τω ενθέω σου, και σημείοις ποικίλοις, ως μαρτυρούσιν και Καστοριείς, οι εξαιρέτως, τυχόντες σης χάριτος.

Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον, όμοιον.
Ου σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου, σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Είτα ο Ν  ψαλμός·
Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον, και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην, ο Θεός, ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Είτα ο κανών, ου η ακροστιχίς:

«Καστοριείς φύλαττε, πανόσιε Νικάνορ. Α(θανάσιος)».

Ωδή α .

Ήχος πλ. δ .  Υγράν διοδεύσας.
Κυρίου την χάριν από παιδός, πλουτήσας, Νικάνορ, σκεύος γέγονας ιερόν, θαυμάτων πληροίς τους χριστωνύμους, οι ευγνωμόνως τιμώμέν σε πάντοτε. 
Ατέκνους πριν όντας τους σους γονείς, ευτέκνους Δεσπότης, εναπέδειξε θαυμαστώς, σε δους, παμμακάριστε Νικάνορ, τον των ατέκνων την στείρωσιν λύοντα. 
Σπουδαίως ηγάπησας τον Χριστόν, Νικάνορ τρισμάκαρ, ώσπερ άλλος τις Σαμουήλ, ναοίς αυλιζόμενος εκ βρέφους, ων την αγάπην ημίν δος πρεσβείαις σου.

Θεοτοκίον.
Τον Λόγον κυήσασα του Πατρός, ηγίασαι όλη, Θεοτόκε, υπερφυώς· διο και ημίν τοις σε τιμώσιν, αγιασμόν αναφαίρετον πάρεχε.
Ωδή γ . Ουρανίας αψίδος.
Ουρανόν την Μονήν σου επί της γης έδειξας, ένθα μοναστών αι χορείαι Χριστόν εδόξασαν. Όθεν, τους όσοι σε επικαλούνται, Νικάνορ, ουρανούς ανάδειξον Χριστού οικήματα. 
Ρυπωθείσας καρδίας εκ πονηρών πράξεων κάθαρον, Νικάνορ, παρέχων την αδιάλειπτον και αγιάζουσαν του Ιησού θείαν μνήμην, ην ως κτήμα άσυλον συ κατεπλούτησας. 
Ιατρός εκ Κυρίου Χριστιανοίς δέδοσαι πάθη θεραπεύων και νόσους ψυχής και σώματος· όθεν προσπίπτομεν και εξαιτούμεν, Νικάνορ· τάχιστα θεράπευσον ποικίλως πάσχοντας.

Θεοτοκίον.
Εν νυκτί και ημέρα ικετικώς κράζομεν Πάναγνε, ως βρέφη ποιούσι και σου δεόμεθα· τροφήν την μένουσαν και σωτηρίαν ποιούσαν πάρεχε πρεσβείαις σου προς τον Φιλάνθρωπον. 
Διάσωσον, από παντοίας εχθρού επηρείας σους δούλους, ω Νικάνορ οσίων το καύχημα, και αίτησαι παρά Χριστού αιτημάτων παντοίων την λύσιν. 
Επίβλεψον εν ευμενεία, Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Κάθισμα.  Ήχος β . Πρεσβεία θερμή.
Σωτήρος Χριστού εδείχθης οικητήριον διο και Μονήν Αυτώ σεπτήν ανήγειρας ιατήρ γενόμενος  τοις προστρέχουσι τοις λειψάνοις σου και προσκυνούσιν ευλαβώς, Νικάνορ, την εικόνα σου.

Ωδή δ . Εισακήκοα, Κύριε.
Ιερεύς αγγελότροπος ώφθης τω Κυρίω, Νικάνορ τίμιε· όθεν βίον καθαρότητοςιερεύσι πάρεχε τιμώσί σε. 
Στύλος ήσθα, πανόσιε, εν ταις προσευχαίς σου αδιατάρακτος προ ομμάτων έχων Κύριον, Ον αεί ιλέωσαι τοις δούλοις σου. 
Φως θαβώρειον έβλεπες, ως κεκαθαρμένος, Νικάνορ, πάντοτε, ου ακτίνα μίαν πάρεχε τοις σε υιικώς αεί γεραίρουσιν.
Θεοτοκίον.
Υπεράγαθε Δέσποινα, δέξαι τα αιτήματα των τιμώντων σε και Κυρίω ταύτα πρόσφερε, ίνα δω εκάστω τα συμφέροντα.
Ωδή ε . Φώτισον ημάς.
Λύτρωσαι ημών, πόλιν, Πάτερ θεοδόξαστε, από δεινών του πολεμήτορος εχθρού, ώσπερ το πάλαι, του λοιμού ταύτην διέσωσας.
Άνισος αγών ημίν πρόκειται, τρισόλβιε, κατά ασάρκων πολεμούσιν προσβολών· διο αιτούμεν, σην, Νικάνορ, συναντίληψιν.
Τείχισον ημάς πατρική επιστασία σου, θείε Νικάνορ, ως ετείχισας Μονήν Ζαβόρδης, του Σωτήρος οικητήριον.

Θεοτοκίον.
Τραύματα ψυχών, Θεοτόκε, ημών ίασαι, η τον σωμάτων και ψυχών τον Ιατρόν αποτεκούσα, Ιησούν τον πολυέλεον.

Ωδή ς . Την δέησιν.
Εβόησεν εν ημέρα θλίψεως, Καστορίας η πληθύς σοι, Νικάνορ, και παρευθύς του κινδύνου ερρύσθη· διο αείποτε πόθω προσπίπτει σοι αιτούσα λύσιν των δεινών μεσιτεία τη ση προς τον Εύσπλαγχνον.
Πεποίθαμεν φιλανθρώποις σπλάγχνοις σου και προβάλλομέν σε πρέσβυν, Νικάνορ, προς τον Θεόν, όπως έλεος δείξη ημίν τοις άμετρα πταίουσιν πάντοτε και μη εις πυρ το φοβερόν αποστείλη ημέρα της Κρίσεως.
Αξίωσον, Θαβωρείου λάμψεως, τους τιμώντάς σε, Νικάνορ τρισμάκαρ· συ θεατής των αρρήτων γαρ ώφθης, κατά τους πάλαι οσίως ασκήσαντας και νυν ακτίστων δωρεών απολαύεις οικών τον Παράδεισον.

Θεοτοκίον.
Νουν,  Άχραντε, και καρδίας σπήλαια  Ιησού ταις ικεσίαις σου δείξον, όσοι θερμώς θεοτόκοι γενέσθαι, επιποθούσιν Κυρίου εν χάριτι και μέτοχοι παμποθητού, παραδείσου γενέσθαι, Πανάμωμε.
Διάσωσον, από παντοίας εχθρού επηρείας σους δούλους, ω Νικάνορ Οσίων το καύχημα, και αίτησαι παρά Χριστού αιτημάτων παντοίων την λύσιν.
Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα, μητρικήν παρρησίαν.
Κοντάκιον.
Ήχος β . Προστασία των Χριστιανών.

Πυρωθείς τη αγάπη του Κτίσαντος, τον σταυρόν τοις σοις ώμοις ανείληφας· όθεν, πάτερ, αμιλληθέντα πάλαι ασκηταίς πολλοίς θαύμασι Χριστός, Ω αφιέρωσας Μονήν, την ζωήν σου εκόσμησεν. Εν οις Καστοριέων λύμην φθοράς διώξας, Νικάνορ, δέξαι ευμενώς την ευγνώμονα ανύμνησιν.

Προκείμενον.
Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού. 
Στίχος. Τι ανταποδώσομεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν;

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 
Εκ του κατά Ματθαίον (11, 27-30) 
Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού μαθηταίς· Παντα μοι παρεδόθη υπό του Πατρός μου, και ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ, ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο Υιός και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι. Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς.  Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν.
Δόξα Πατρί.

Ταις του σου Οσίου.

Και νυν.

Ταις της Θεοτόκου.

Είτα ψάλλομεν το προσόμοιον.
Στιχ. Ελέησόν με ο Θεός…

Ήχος πλ. β .  Όλην αποθέμενοι.
Άπαντα τον βίον σου ανατεθείς τω Δεσπότη, τω Θαβώρ εκλάμψαντι, τούτω ωκοδόμησας Μονήν, Όσιε· άσκησιν δ’ υπέρλογον εξασκήσας εύρες την ανάπαυσιν των κόπων σου, Νικάνορ, θαύμασι τιμηθείς ως δούλος φιλότιμος. Τούτων δε πλήσας άπασαν την Μακεδονίαν διέσωσας των Καστοριέων, λαόν από θανάτου λοιμικού, υπέρ ου πάντοτε πρέσβευε τω Θεώ, μακάριε.

Ωδή ζ . Οι εκ της Ιουδαίας.
Οι οχλούμενοι νόσοις, και προβλήμασι πλείστοις συμπιεζόμενοι προς σε, σεπτέ Νικάνορ, προστρέχομεν βοώντες· τον Δεσπότην ικέτευε, ίνα επίδη ταχύ και άνεσιν παράσχη.
Σε ειδότες ταμείον ευσπλαγχνίας ακένωτον, πάτερ  Όσιε, καθικετεύομέν σε· εκ μάστιγος καρκίνου τους νοσούντας εξίασαι, όπως τιμώμεν αεί, Νικάνορ, την σην μνήμην.
Ιερώτατον σκεύος Παρακλήτου υπάρχων από συλλήψεως φώτισον τας κυούσας και λύτρωσαι τα βρέφη εκ κινδύνου εκτρώσεως αναδεικνύων αυτά, Νικάνορ, θεία σκεύη.

Θεοτοκίον.
Εχαρίσθης θεόθεν τοις ανθρώποις μεσίτις, Παρθένε πάναγνε, και γαρ εν πάση θλίψει ευρίσκομέν σε σκέπην και αήττητον πρόμαχον, εξιλεούσαν ημίν Φιλάνθρωπον Υιόν σου.

Ωδή η . Τον βασιλέα.
Νίκην αρίστην, κατά εχθρού διαβόλου, Χριστωνύμοις, Νικάνορ, δος ταχέως αγωνιζομένοις τηρείν Κυρίου νόμον.
Ιερωσύνης κοσμηθείς τω ποδήρει παρεδρεύοντας θυσιαστηρίω φύλαττε, Νικάνορ, εκ μιασμού παντοίου.
Καστοριεύσιν τον αγνόν του Δεσπότου φόβον δίδου, Νικάνορ, όπως πάγας του σατάν νικώσι πρεσβείαις σου αγίαις.

Θεοτοκίον.
Αγνή Παρθένε, τους αγνεύοντας νέους τήρει ώσπερ Χριστού ναούς εμψύχους, όπως σε υμνώσιν το πρότυπον αγνείας.

Ωδή θ . Κυρίως Θεοτόκον.
Νικάνορ, θείε πάτερ, τους προστρέχοντάς σοι, εν ώρα δίκης εσχάτης εκλύτρωσαι, εκδυσωπών τον Σωτήρα, ταις ικεσίαις σου.
Ο οίκος ούτος, Πάτερ, ον ανέθηκέ σοι, η Καστορία εις μνήμην του θαύματος ως Σιλωάμ κολυμβήθρα άπασι γένοιτο.
Ρεόντων υπερόπτα και της Βασιλείας των ουρανών κληρονόμε αξίωσον ταύτης τους όσοι, Νικάνορ, σοι καταφεύγουσιν.

Θεοτοκίον.
Απάλλαξον, Παρθένε, πόλιν Καστορίας, την σε τιμώσαν Ναοίς επωνύμοις σου, πάσης ανάγκης και νόσου και περιστάσεως.
Άξιόν εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν, ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.

Και τα Μεγαλυνάρια.

Χαίροις, ω Νικάνορ θαυματουργέ, των Καστοριέων, πρέσβυς ένθερμος προς Θεόν, υς διαφυλάττοις εκ νόσων και κινδύνων και πάσης επηρείας του πολεμήτορος.
Ώσπερ πάλαι έσωσας τον λαόν Καστορίας πάτερ, από νόσου της λοιμικής, ούτω και νυν σώσον από της αμαρτίας, Νικάνορ, απειλούσης ψυχών απώλειαν.
Χαίρετε, Νικάνορ συν τω Μηνά, οι της Καστορίας, αντιλήπτορες κραταιοί, δέησιν ποιείτε απαύστως προς Δεσπότην, όπως εκλυτρωθώμεν δεινής κολάσεως.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Τρισάγιον. Ότι σου εστίν…

Απολυτίκιον. 

Ήχος γ . Θείας πίστεως.

Νίκην είληφας άφθαρτον στέφος, Πάτερ όσιε, παρά του Κτίστου, των σων αγώνων αντάξιον έπαλθον· την γαρ πατρίδα λιπών την επίγειον της ουρανίου οικήτωρ γεγένησαι· όθεν πάντες σε πίστει και πόθω γεραίρομεν· Χαίροις Νικάνορ, Οσίων ομόσκηνε.
Εις την απόλυσιν ψάλλομεν το παρόν προσόμοιον.

Ήχος β .  Ότε εκ του ξύλου σε.

Ώσπερ πάλαι τους Καστοριείς έσωσας λοιμού του παμφθόρου, Νικάνορ όσιε, ούτω και νυν λύτρωσαι της αμαρτίας λοιμού, ικετεύω εκάστοτε, Σωτήρα Δεσπότην, Ούπερ αφομοίωμα εδείχθης έκλαμπρον, όπως υγιαίνοντες πάντες και κατά ψυχήν και το σώμα δόξαν Αυτώ δώμεν την εμπρέπουσαν.
Δέσποινα, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Δι’ ευχών.

Στίχοι
Νίκας, Νικάνορ,
δίδου Καστοριεύσι,
κατ’ εχθρού παλαίουσι
κακομηχάνου
.

Δημοφιλείς αναρτήσεις