Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού.

Τῌ ΠΡΩΤῌ 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
α΄ 44 - 52

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Φεβρουαρίου του 1999

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ 

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Και αν ρωτούσε κάποιος πού θα μπορούσε απτά και ορατά να αγγίξει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας, και έψαχνε, ας πούμε, στον χώρο όπου η Ορθοδοξία μάς ασκεί στην καρδιακή προσευχή· θα λέγαμε πως είναι και εκεί η Ορθοδοξία, αλλά, αν δεν υπήρχε ένα πιο βαθύ μέγεθος, μια ρίζα, αυτό μπορεί να ήταν μια κατάσταση προσωπικής προσπάθειας για να βρεις τον εαυτό σου. Αν κάποιος προσπαθούσε να εντοπίσει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας στις πανέμορφες Ακολουθίες της, σίγουρα είναι και εκεί μέσα η Ορθοδοξία αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα και το βάθος, μπορεί στο τέλος να κατέληγε σε ένα χώρο βαττολογίας. Αν το εντόπιζε στα μεγέθη της εγκρατείας και της νηστείας της, και έλειπε και πάλι αυτή η ρίζα και το βάθος, σίγουρα την Ορθοδοξία ακούμπησε, αλλά μπορεί να κατέληγε σε μια προσωπική κατά κόσμον άσκηση γυμναστικής. Αν το εντόπιζε μέσα στους όρους και τα μεγέθη του Πηδαλίου και των Κανόνων της Εκκλησίας μας, σίγουρα θα ήταν πλάι στην Ορθοδοξία και θα την ακουμπούσε αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα, θα κατέληγε σε ένα γεγονός νομικό και πολλές φορές φαρισαϊκό. 

Το Ευαγγέλιο σήμερα ακριβώς προσδιόρισε τη ρίζα, για να μπορούν όλα τα άλλα να αναδείξουν πρακτικά και ορατά την Ορθοδοξία. Αν λείπει η ρίζα, όλα τα άλλα είναι ορθόδοξα μεγέθη αλλά, από τους έχοντας ελλιπή βίωση της ρίζας, βιώνονται ως ανορθόδοξα, «βαττολογικά», κενά μεγέθη.  Πού είναι η ρίζα; με τις απλές και αδρές λέξεις που διέγραψε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: για τον Χριστό μιλούσε. Είπε πρώτα πρώτα που «εξήλθε»· αυτή η τρομερή έξοδος που κάνει ο Χριστός και σπάζει όλα τα συμβατά μεγέθη των «κλεισιμάτων».  Είναι μια έξοδος η οποία δεν είναι απλώς για να βγούμε έξω, να ξεσκάσουμε, να βγούμε από τη μούχλα μας, να βγούμε για να κάνουμε κάτι άλλο. Εξέρχεται και βρίσκει τον άλλον· «εὑρίσκει», λέει, τον άλλον. Δεν είναι λοιπόν μια έξοδος για να διαμαρτυρηθείς, να φωνάξεις, να κάνεις το κέφι σου, είναι για να βρεις τον άλλο. Και όχι, απλώς, βρίσκεις τον άλλο για να κάνεις παρέα: και  «εἶδεν» αυτόν· και τον βλέπει πολύ βαθιά! Βλέπετε, τρία μεγέθη, μπορεί να τα ξεκινήσεις και κάπου να χαθείς. Τον βρίσκεις, τον βλέπεις. Κι ούτε αυτό είναι αρκετό γιατί μπορεί να φαίνεται που τον αγαπάς και τον κοιτάς βαθιά και τον γνωρίζεις και να του κάνεις ένα καθοριστικό ψυχολογικό κοίταγμα. 

Και λέει «ἀκολούθει μοι». Όλη αυτή η έξοδος έχει ένα αποκορύφωμα: όλα αυτά να πάνε - όχι για να βρει απλώς ο ένας τον άλλο, και να τον λατρέψει και να τον κάνει είδωλό του - να πάνε στον Χριστό. Και αν βρεις αυτή την έξοδο, αυτό το κοίταγμα και αυτό το στοιχείο της ακολουθίας του Χριστού, αρχίζεις όλα τα προηγούμενα να τα κάνεις πραγματικά ορθόδοξα. Γιατί τότε ανοίχτηκες - όχι για κέφι σου. Βρήκες τον άλλο - όχι για κέφι σου. Τον είδες βαθιά - όχι για κέφι σου. Και τα πήγατε όλα στον Χριστό! Και γι’ αυτό η μετέπειτα πορεία του Αποστόλου είναι: και «εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ἔρχου καὶ ἴδε». Τον βγάζει και αυτόν σε μια έξοδο, αλλά όχι για να βρει τον ίδιο τον Φίλιππο, αλλά να πάνε μαζί στον Χριστό! 

Και τότε πια έρχεται η κατάληξη του Ευαγγελίου που ομιλεί για τον ουρανό, που, είναι γεγονός, τον «ἀνεῳγότα» ουρανό, λέει. Ανοίγουν οι ουρανοί, κάνει έξοδο ο ίδιος ο ουρανός! Και αφού ο ίδιος ουρανός είναι σε μια συνεχή έξοδο, η δική μας βαθιά θεραπευτική, η ανακάλυψη των μεγεθών της Ορθοδοξίας, κρύβεται σε αυτό το στοιχείο της εξόδου, που οριστικοποιείται και σφραγίζεται από την ακολουθία του Χριστού. Χωρίς αυτό, ο κόσμος θα φωνάζει, θα διαμαρτύρεται, θα κάνει κινήσεις, θα λέει πράγματα ανθρωπιστικά, φιλάνθρωπα, θα προσπαθεί να αγαπήσει, κι όμως δεν θα κάνει τίποτε. Θα προσπαθεί ο Χριστιανός να προσεύχεται, να νηστεύει, να εγκρατεύεται, και δεν θα κάνει τίποτε, γιατί θα λείπει η ρίζα. Όλα είναι Ορθοδοξία αλλά χωρίς αυτή τη ρίζα, θα είναι μια ορθόδοξη βαττολογία.

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού. Για να γίνει η Ορθοδοξία κάτι πρακτικό, βιώσιμο, άμεσα κατά τις χρονικές απαιτήσεις, και να μπαίνει στο τώρα, να μπαίνει σε αυτή τη στιγμή. Και να γίνει η Ορθοδοξία όχι μια πανηγυριώτικη Κυριακή, όπου θα θυμηθούμε τον θρίαμβο και το φως της Ορθοδοξίας, αλλά θα το κάνουμε μια συγκλονιστική πράξη όχι μόνο για το πρόσωπό μας. Και για το πρόσωπό μας και για το πρόσωπο του άλλου και για το πρόσωπο της κοινότητας και, γιατί όχι; για το πρόσωπο ενός ολόκληρου λαού και έθνους.

 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Α΄ Κυριακή των Νηστειών (Ορθοδοξίας) Συναξάρι Τριωδίου

 

Α΄ Κυριακή των Νηστειών (Ορθοδοξίας) 
Συναξάρι Τριωδίου

Την πρώτη Κυριακή των Νηστειών τελούμε την ανάμνηση της αναστήλωσης των αγίων και σεπτών εικόνων, η οποία έγινε από τους αείμνηστους αυτοκράτορες Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ και Θεοδώρα, τη μητέρα του, επί πατριαρχίας του αγίου Μεθοδίου του ομολογητή. 
* * *
Ο Λέων ο Ίσαυρος, από εκεί που ήταν ονηλάτης και χωρικός, με παραχώρηση Θεού έγινε βασιλιάς. Αμέσως κάλεσε τον άγιο Γερμανό, που μόλις είχε γίνει πατριάρχης και του είπε: «Όπως εγώ νομίζω, δέσποτα, οι άγιες Εικόνες δεν διαφέρουν καθόλου από τα είδωλα. Πρόσταξε, λοιπόν, να τις απομακρύνουν το γρηγορότερο. Αν πάλι είναι αληθινές οι μορφές των Αγίων, ας κρεμαστούν ψηλά, για να μη τις μολύνουμε προσκυνώντας τες, καθώς είμαστε πάντοτε μέσα στις αμαρτίες».

Ο πατριάρχης προσπάθησε να τον αποτρέψει από τέτοιο ανόσιο έργο λέγοντάς του: «Μη το κάνεις αυτό, βασιλιά μου. Γιατί έχουμε ακούσει πως κάποιος πρόκειται κάποτε να λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων, και θα τον λένε Κόνωνα». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Μα εγώ μικρός έτσι λεγόμουν».

Επειδή λοιπόν ο πατριάρχης δεν πειθόταν να συμφωνήσει, ο βασιλιάς τον εξόρισε και τον αντικατέστησε με τον ομόφρονά του Αναστάσιο. Και έτσι ξεκίνησε φανερά τον πόλεμο εναντίον των αγίων Εικόνων. Λένε μάλιστα ότι πρώτα κάποιοι Εβραίοι του υπέδειξαν αυτό το ανόσιο έργο, καθώς με κάποια μαγική τέχνη τού προείπαν ότι θα γίνει βασιλιάς, όταν αυτός ήταν φτωχός και για να ζει εργαζόταν μαζί τους ως ονηλάτης.

Όταν ο Λέων πέθανε με κακό τρόπο, ο γιός του Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, που ήταν πιο ωμός από τον πατέρα του, τον διαδέχτηκε όχι μόνο στη βασιλεία αλλά πολύ περισσότερο στη λύσσα εναντίον των αγίων Εικόνων. Αλλά και εκείνος είχε χειρότερο τέλος, και έγινε βασιλιάς ο γιός του από τη Χαζάρα σύζυγο (ο Λέων ο Δ’ ). Όταν και αυτός πέθανε με άθλιο τρόπο, κληρονόμησαν τη βασιλεία η σύζυγός του Ειρήνη και ο γιός του Κωνσταντίνος. Αυτοί, καθοδηγούμενοι από τον αγιότατο πατριάρχη Ταράσιο, συνεκάλεσαν την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και η Εκκλησία του Χριστού έλαβε πάλι τις άγιες Εικόνες.

Ύστερα απ’ αυτούς ανέβηκε στον θρόνο ο Νικηφόρος, που προηγουμένως είχε το αξίωμα του Γενικού, έπειτα ο γιός του Σταυράκιος, και μετά απ’ αυτόν ο Μιχαήλ ο Ραγκαβές, που όλοι τους σέβονταν τις άγιες Εικόνες.

Τον Μιχαήλ τον διαδέχτηκε ο θηριώδης Λέων ο Αρμένιος, ο οποίος, αφού απατήθηκε δολερά από κάποιον αιρετικό έγκλειστο μοναχό, ξεκίνησε τη δεύτερη Εικονομαχία, και η Εκκλησία του Θεού πάλι απογυμνώθηκε από τον στολισμό της.

Αυτόν τον διαδέχτηκε ο Αμοραίος Μιχαήλ (Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός), και αυτόν ο γιός του Θεόφιλος, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στη μανία κατά των Εικόνων.

Αυτός λοιπόν ο Θεόφιλος βασάνισε πολλούς από τους αγίους πατέρες με ποινές και τιμωρίες ποικίλες για χάρη των σεπτών Εικόνων, όμως ιστορείται ότι και τη δικαιοσύνη αγαπούσε πολύ, ώστε κάποια μέρα θέλησε να μάθει αν υπάρχει κανείς μέσα στην πόλη που να ενοχλεί τον πλησίον του, και αφού αυτή η αναζήτηση κράτησε για πολλές μέρες, δεν βρέθηκε κανείς.

Όταν, μετά από δώδεκα χρόνια βασιλείας, αρρώστησε από δυσεντερία και έμελλε να πεθάνει, το στόμα του άνοιξε τόσο πολύ, ώστε φαινόταν και αυτά τα εντόσθια του. Από το γεγονός αυτό πόνεσε πολύ η βασίλισσα Θεοδώρα. Και μόλις την πήρε λίγο ο ύπνος, είδε σε όνειρο την άχραντη Θεοτόκο με το προαιώνιο βρέφος στην αγκαλιά της, περικυκλωμένη από λαμπρούς αγγέλους, οι οποίοι έδερναν και μάλωναν τον Θεόφιλο, τον σύζυγό της.

Όταν αυτή ξύπνησε, συνήλθε λίγο και ο Θεόφιλος και φώναξε: «Αλίμονό μου τον άθλιο, για τις άγιες Εικόνες με δέρνουν». Αμέσως η βασίλισσα έβαλε πάνω του την εικόνα της Θεοτόκου και την παρακαλούσε με δάκρυα. Ο Θεόφιλος, αν και ήταν σε τέτοια κατάσταση, βλέποντας έναν από τους παρευρισκόμενους να έχει στον λαιμό του ένα εγκόλπιο, άπλωσε το χέρι του, το άρπαξε και το καταφιλούσε. Αμέσως το στόμα του που είχε λυσσάξει εναντίον των αγίων Εικόνων και ο ορθάνοιχτος λάρυγγας γύρισαν στη φυσική τους κατάσταση, και αυτός, απαλλαγμένος από το φοβερό βάσανό του, αποκοιμήθηκε ομολογώντας πως πρέπει να τιμούμε και να σεβόμαστε τις άγιες Εικόνες. Η βασίλισσα λοιπόν έβγαλε τις σεπτές και άγιες Εικόνες από εκεί που τις έκρυβε και έκανε τον Θεόφιλο να τις τιμά και να τις ασπάζεται με όλη του την ψυχή.

Μετά από λίγο πέθανε ο Θεόφιλος, και η Θεοδώρα ανακάλεσε όλους, όσοι ήταν σε εξορία ή στις φυλακές, και διέταξε να ζουν ανενόχλητοι. Ταυτόχρονα γκρεμίστηκε από τον πατριαρχικό θρόνο ο Ιωάννης, ο λεγόμενος και Ιαννής (όνομα ενός από τους μάγους του Φαραώ), και ήταν μάλλον μαντιάρχης και δαιμονιάρχης παρά πατριάρχης. Και στον θρόνο ανέβηκε ο ομολογητής του Χριστού Μεθόδιος, ο οποίος προηγουμένως έπαθε πολλά και φυλακίστηκε ζωντανός σε τάφο.

Ενώ τα πράγματα στην βασιλεύουσα ήταν έτσι, έγινε θεία επίσκεψη στον μέγα Ιωαννίκιο, που ασκήτευε στον Όλυμπο (της Βιθυνίας). Ήλθε δηλαδή σ’ αυτόν ο μέγας ασκητής Αρσαάκιος και του είπε: «Ο Θεός μ’ έστειλε σε σένα, για να πάμε μαζί στον οσιότατο Ησαΐα που ζει έγκλειστος στη Νικομήδεια, και να μάθουμε απ’ αυτόν το θέλημα του Θεού και το συμφέρον της Εκκλησίας».

Όταν πήγαν στον οσιότατο Ησαΐα, αυτός τους είπε: «Αυτά λέει ο Κύριος: Ιδού, έφτασε το τέλος των εχθρών της εικόνας μου. Εσείς λοιπόν να πάτε στη βασίλισσα Θεοδώρα, αλλά και στον πατριάρχη Μεθόδιο, και να του πείτε: «Να παύσεις όλους τους ανίερους (τους εικονομάχους κληρικούς) και έτσι μαζί με τους αγγέλους να μου προσφέρεις θυσία, σεβόμενος την εικόνα της μορφής μου και του Σταυρού»».

Αφού άκουσαν αυτά τα λόγια, αμέσως πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και τα φανέρωσαν στον πατριάρχη Μεθόδιο και σε όλους τους εκλεκτούς. Και αυτοί πήγαν όλοι μαζί στη βασίλισσα και την βρήκαν πρόθυμη σε όλα, γιατί από μικρή ήταν ευσεβής και φιλόθεη. Αμέσως η βασίλισσα έβγαλε την εικόνα της Θεοτόκου που είχε κρεμασμένη στον λαιμό της και ενώπιον όλων άρχισε να την ασπάζεται λέγοντας: «Όποιος δεν προσκυνεί τις Εικόνες και δεν τις ασπάζεται με πόθο, τιμητικά και όχι λατρευτικά, όχι ως θεούς αλλά ως απεικονίσεις των αρχετύπων, αυτός ας έχει το ανάθεμα». Και όλοι χάρηκαν πάρα πολύ.

Τους ζήτησε τότε και αυτή να κάνουν δέηση για τον Θεόφιλο τον άνδρα της. Εκείνοι, αν και δεν ήθελαν, όμως βλέποντας την πίστη της πείσθηκαν. Και ο άγιος Μεθόδιος συγκέντρωσε στην Μεγάλη Εκκλησία όλο τον λαό, όλο τον κλήρο και τους αρχιερείς, και πήγε εκεί και ο ίδιος. Μεταξύ των άλλων ήταν και οι διακεκριμένοι αυτοί γέροντες από τον Όλυμπο, δηλαδή ο μέγας Ιωαννίκιος και ο Αρσάακιος, όπως επίσης και ο Ναυκράτιος, οι μαθητές του Θεοδώρου του Στουδίτου, οι ομολογητές Θεοφάνης του Μεγάλου Αγρού και Θεόδωρος οι λεγόμενοι Γραπτοί, ο σύγκελλος Μιχαήλ ο Αγιοπολίτης και πολλοί άλλοι.

Όλοι αυτοί έκαναν ολονύχτια δέηση προς τον Θεό για την ψυχή τού Θεοφίλου και όλοι προσεύχονταν με δάκρυα και θέρμη. Και αυτό το έκαναν όλη την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, ενώ και η ίδια η βασίλισσα Θεοδώρα έκανε το ίδιο με τις γυναίκες της αυλής και τον υπόλοιπο λαό.

Ενώ γίνονταν αυτά, η βασίλισσα Θεοδώρα κατά το χάραμα της Παρασκευής αποκοιμήθηκε για λίγο, και της φάνηκε πως βρέθηκε κοντά στην κολόνα του Σταυρού και ότι από εκεί περνούσαν με θόρυβο κάποιοι που είχαν διάφορα όργανα βασανισμού, και ανάμεσά τους είδε τον βασιλιά Θεόφιλο να τον σέρνουν με τα χέρια δεμένα πίσω. Τους ακολούθησε και αυτή, και όταν έφτασαν στην Χαλκή Πύλη είδε κάποιον με υπερφυσική όψη που καθόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και μπροστά του έστησαν τον Θεόφιλο.

Η βασίλισσα έπεσε τότε στα πόδια του και παρακαλούσε για τον βασιλιά. Αυτός κάποια στιγμή της είπε: «Γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου! Να ξέρεις ότι για τα δάκρυά σου και την πίστη σου, αλλά και για τις δεήσεις και ικεσίες των δούλων μου και των ιερέων μου, συγχωρώ τον Θεόφιλο τον άνδρα σου». Έπειτα είπε στους φρουρούς: «Λύστε τον και δώστε τον στη γυναίκα του». Εκείνη τον πήρε και έφυγε χαρούμενη, και αμέσως ξύπνησε.

Αυτά είδε η βασίλισσα Θεοδώρα. Ο δε πατριάρχης Μεθόδιος, τον καιρό που γίνονταν οι δεήσεις και οι προσευχές για τον Θεόφιλο, πήρε ένα λευκό χαρτί και έγραψε τα ονόματα όλων των αιρετικών βασιλέων, όπως και του Θεοφίλου, και έβαλε το χαρτί κάτω από την αγία Τράπεζα. Κατά την Παρασκευή βλέπει και αυτός έναν φοβερό άγγελο να μπαίνει μέσα στη Μεγάλη Εκκλησία, να τον πλησιάζει και να του λέει: «Η δέησή του εισακούστηκε, επίσκοπε, και ο βασιλιάς Θεόφιλος συγχωρήθηκε. Πάψε πλέον να ενοχλείς τον Θεό γι’ αυτόν».

Ο πατριάρχης, θέλοντας να δει αν το όραμα ήταν αληθινό, κατέβηκε από το θρόνο και πήρε το χαρτί, το ξεδίπλωσε και -ω τα ακατάληπτα κρίματα του Θεού!- βρήκε σβησμένο εντελώς το όνομα του Θεοφίλου με θεϊκό τρόπο. Όταν το έμαθε αυτό η βασίλισσα χάρηκε πάρα πολύ και μήνυσε στον πατριάρχη να συγκεντρώσει όλο τον λαό με τους τιμίους Σταυρούς και τις άγιες Εικόνες στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε να αποδοθεί σε αυτή ο στολισμός των αγίων Εικόνων και να γίνει γνωστό σε όλους το μεγάλο και παράδοξο θαύμα.

Και αφού όλοι σχεδόν συγκεντρώθηκαν στην Εκκλησία με κεριά, ήλθε και η βασίλισσα με τον γιό της. Έκαναν τότε λιτανεία με τις άγιες Εικόνες και με τα θεία και σεβάσμια ξύλα του Σταυρού και με το ιερό και θείο Ευαγγέλιο και έφθασαν μέχρι το λεγόμενο Μίλιο, κράζοντας το Κύριε ελέησον.

Στη συνέχεια επέστρεψαν στην Εκκλησία και τέλεσαν τη θεία Λειτουργία, αφού πρώτα οι άγιοι άνδρες αναστήλωσαν τις άγιες και σεβάσμιες Εικόνες, και έγινε τιμητική ανακήρυξη των ευσεβών και ορθόδοξων, ενώ οι αντίθετοι ασεβείς που απέρριπταν την τιμή των αγίων Εικόνων αποκηρύχθηκαν και παραδόθηκαν στο ανάθεμα.

Και από τότε οι άγιοι εκείνοι ομολογητές όρισαν να γίνεται κάθε χρόνο αυτή η ιερή πανήγυρη, για να μην τύχει να πέσουμε πάλι σε μια τέτοια ασέβεια.

Κύριε, απαράλλακτη εικόνα του Πατέρα, ελέησέ μας με τις πρεσβείες των αγίων σου ομολογητών. Αμήν.

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ  


Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 281

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων -Θεοφάνους Κεραμέως


 

Θεοφάνους Κεραμέως
Ὁμιλία Κ΄
«Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων»
(J.P. Migne, Patrologia Graeca, t. 132, 425Α-441D)

Λαμπρὰ ἑορτὴ, καὶ πανήγυρις ἐπέστη σήμερον τοῖς φιλεόρτοις ὑμῖν, τῆς τῶν σεβασμίων εἰκόνων προσκυνήσεως τὰ ἐγκαίνια. Διὸ πᾶσα ἡ πληθὺς τοῦ Χριστωνύμου λαοῦ ἐνταῦθα συνελήλυθε πνευματικῆς εὐφροσύνης ἐπαπολαύουσα. Κἂν γοῦν οὐ συγχωρεῖ τοῦ σώματος ἡ ἀσθένεια ἱκανῶς τὰ τῆς διδασκαλίας ἀφοσιώσασθαι, τὸ γοῦν μετρίως εἰπεῖν μὴ ὀκνήσωμεν, ἵνα μὴ τοὺς συνειλεγμένους τῇ τελείᾳ σιγῇ ἀνι-άσωμεν. Ἔσται δὲ ὁ λόγος διηγηματικός, σαφηνίζων ἐν ἁπλῷ καὶ ἀκατασκευάστῳ διηγήματι, ἐκ ποίας λαβῆς ἡ τῆς ἑορτῆς ταύτης συνέστη ἀρχή.

Ἐπειδὴ διά τῆς ἀρῤήτου τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐνανθρωπήσεως καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος ἡ τῶν εἰδώλων κατηργήθη προσκύνησις, μὴ φέρων τὴν ἧτταν ὁ τῆς Ἐκκλησίας ἀρχῆθεν πολέμιος, ἐξήγειρε κατ᾿ αὐτῆς τοὺς ἐξάρχους τῶν αἱρέσεων τὰ ὀρθά τῆς πίστεως διαστρέφοντας δόγματα. ᾿Αλλὰ καὶ τούτων ὑπὸ τῶν θεοφόρων Πατέρων διαφόροις συνόδοις ὑποβληθέντων τῷ ἀναθέματι, ἄλλο τῇ Ἐκκλησία ὁ παλαμναῖος ἐχθρὸς ἐπισπείρει ζιζάνιον, ἐν σχήματι δῆθεν εὐλαβείας ὑποθεὶς εἰδωλολατρείαν νομίζεσθαι τήν τῶν ἁγίων εἰκόνων προσκύνησιν. Εὑρίσκει οὖν ἐπὶτοῦτο ἐπιτήδειον ὄργανον τὸν Ἰσαύρον Λέοντα, ὃς ἰδιώτης ἦν πρότερον, καὶ μάγοις Ἑβραίοις ἐντυχών ποτε κατὰ πάροδον, διδάσκεται παρ᾽ αὐτῶν, ὡς ἐγκρατὴς ἔσται τῆς βασιλείας Ῥωμαίων, εἰ ὅρκοις αὐτὸν ἐμπεδώσῃ ἀφανίσαι τά τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἱδρύματα. Ὅ δή πεποιηκὼς καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας ὁ τύραννος ἐπιβάς, καὶ ὥσπερ δεδιὼς μὴ ψευδορκήσας ἁμαρτάνων ὀφθῇ, ἐπισπεύδει γοργῶς τήν ὑπόσχεσιν, καὶ πόλεμον ἐγείρει κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τὸν χαλεπώτατον, ὑπερορίσας μὲν τὸν ἐν Πατριάρχαις ἁγιώτατον Γερμανὸν τῷ ἀσεβεῖ δόγματι μὴ πεισθέντα, ἀποξέει δὲ πάντα τὰ ἐν τοῖς θείοις ναοῖς ἱερὰ ἐκτυπώματα, καὶ ἀντ᾽ ἐκείνων, ζώων ἀλόγων καὶ κνωδάλων τύπους κελεύσας ἐγγράφεσθαι. Τούτου δὲ τῆν μιαρὰν ψυχὴν διαῤῥήξαντος, διάδοχος τῆς βασιλείας καὶ τῆς ἀσεβείας ὁ υἱὸς αὐτοῦ Κωνσταντῖνος ὁ Κοπρώνυμος γίνεται ὡς ἄν τις εὐστόχως εἴποι, ὄφις ἐκ δράκοντος. Καὶ οὗτος δὲ ἐπὶ πλεῖστον κρατύνας τὴν αἵρεσιν, ὤχετο πρός τά ἐκεῖθεν δικαιωτήρια, Λέοντα τόν υἱόν κληρονόμον καταλιπὼν τῶν σκήπτρων καὶ τῆς αἰρέσεως, ὃς τὴν πατροπάππου ζηλώσας ἀσέβειαν, ἔσπευδε πρὸς αὑτὴν ὀφθῆναι θερμότερος. Κωνσταντίνου δὲ καὶ Εἰρήνης διαδεξαμένων τὸ κράτος, πάλιν ἡ Ἐκκλησία τὸν ἴδιον κόσμον τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀνέλαβε, καὶ ἡ ἀσέβεια ἐκδιώκεται, οἰκουμενικῇ συνόδῳ Πατέρων ὑποδληθεῖσα ἀναθέματι. Ὀλίγοι δέ τινες ὑπελείφθησαν, ὅσοι καθάπερ τινὰ δευσοποιὸν βαφὴν ἐν ταῖς ψυχαῖς τὴν ἁσέβειαν ἔκρυπτον. Τρεῖς παρῆλθον βασιλεῖς μετὰ τὴν ὀρθόδοξον Εἰρήνην Νικηφόρος, Σταυράκιος, καὶ ὁ Ῥαγκαβὲ Μιχαὴλ, καὶ πάλιν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς αἱρέσεως, ἔμελλε δὲ ἄρα θηριώνυμος πάλιν ἀνανεώσασθαι τῆν ἀσέβειαν τοῦ προτέρου ὁμώνυμος καὶ δὴ τυραννεῖ Λέων ὁ Ἀρμένιος, καὶ ἀναξίως τὴν ἁλουργίδα τὴν βασιλικὴν περιτίθεται. ’Απατηθεὶς δὲ ὑπό τινος ψευδαββᾶ ἐν οἰκίσκῳ κεκλεισμένον , καὶ σκότῳ τῆς πλάνης τρόπον νυκτερίδος ἐμβιοτεύοντος, καὶ τὰ τῶν εἰκονομάχων θρησκεύοντος , ὡς εἰ μὴ παντελῶς ἀφανίσῃ τὰς ἱερὰς στηλογραφίας, θᾶττον μετὰ τῆς βασιλείας ἀπολέσει καὶ τὴν ζωὴν, πείθεται τῇ ἀσεβεῖ συμβουλῇ, καὶ τὴν κατευνασθείσαν φλόγα τῆς αἰρέσεως ἀνερρίπισε. Καὶ τὸν μὲν ἱερώτατον πατριάρχην Νικηφόρον ὑπερορίᾳ καταδικάζει ἀραρότως τῇ εὑσεδεία ἐμμένοντα, καὶ κυδοιμῶν πλείστων τὴν Ἐκκλησίαν ἐμπίπλησιν. ᾿Ογδόῳ δὲ τῆς τυραννίδος ἔτει ἀναιρεῖται ὑπὸ Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ εἴσω τῶν ἀδύτων τοῦ θείου ναοῦ καὶ ὁ μὲν τύραννος ὤχετο, ἡ δὲ ἀσέβεια ἤκμαζεν. Ὁ γὰρ δὴ Μιχαὴλ τὴν φαύλην νίκην τῶν πρὸ αὐτοῦ νικῆσαι φιλονεικῶν. θερμότερος γίνεται. Τελευτᾷ δὲ καὶ αὐτὸς, τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν θρησκείαν τῷ υἱῷ Θεοφίλῳ καταλιπών. ᾿Αλλὰ καὶ οὗτος, εἰ καὶ τοῦ δικαίου εἴπερ τις ἄλλος ἀντείχετο, ἀλλὰ καὶ τῆς πατρικῆς ἀσεβείας διάπυρος ἦν ἐραστής. Ἠγάγετο οὖν γυναῖκα θεοφιλῆ αὕτη δὲ ἦν Θεοδώρα ἡ τῷ ὄντι ἀοίδιμος ἥτις ἐκοινώνει τῷ βασιλεῖ, νόμῳ τῆς φύσεως, οὐ μὴν μετεῖχε τῆς αἰρέσεως, ἀλλ᾽ ὑπεκρίνετο μὲν διὰ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἀπήνειαν, ἐν κιβωτίῳ δέ τινι θείας εἰκόνας ἐγκρύπτουσα, λάθρα θεραπεύουσα κατησπάζετο. Καί ποτε γενέσθαι τι συνέβη τοιοῦτον' λεγέσθω γὰρ οἷον ἥδυσμα. Ἐτρέφετο τις ἐν τοῖς βασιλείοις παραπαίων ἀνὴρ, αἰσχρὸς τὴν μορφῆν καὶ ἀειδής, οἷον τὸν Θερσίτην παρίστησιν Ὅμηρος , ἀκαιροβόας ὢν, καὶ ὑποβατταρίζων τῇ γλώττῃ, καὶ παρακεκομμένα φθεγγόμενος. Τρέφουσι δὲ τούς τοιούτους αἱ βασιλικαὶ αὐλαί, ὡς τὰ μάλιστα λύπης παραψυχήν καὶ πότοις ἥδυσμα. Βένδερον, οἶμαι, τοῦτον ὠνόμαζον, εἴπερ ὑμῖν μέλει καὶ τοῦ ὀνόματος. Οὗτος εἰωθὼς ἐν τοῖς βασιλικοῖς θαλάμοις ἀφυλάκτως εἰσέρχεσθαι, εἴσεισι κατὰ τὸ λεληθὸς ἐν μιᾷ, καὶ καταλαμβάνει τὴν Αὐγούσταν Θεοδώραν ἱερὰς εἰκόνας κρατοῦσαν ἐν ταῖς χερσὶ, καὶ μετ᾿ αἰδοῦς καὶ πόθου θερμοῦ κατασπαζομένῃν αὐτάς. ᾽Ατενίσας οὖν καὶ ὁ μολοβρὸς ἐκεῖνος τοῖς ἱεροῖς ἐκτυπώμασιν, ἤρετο τὴν βασιλίδα, τί ἂν εἴη, ἅ ταῖς χερσὶ κρατοῦσα φιλοίῃ. Ἡ δὲ ἁπλοϊκῶς οὕτω καὶ παιδικῶς Ταῦτα εἰσι τὰ καλά μου παιδία, φησίν. Ἔξεισιν εὐθὺς τοῦ θαλάμου ὁ εἰδεχθής, καὶ ἀπαγγέλλει ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ ὃς αὐτίκα ὑποτοπασας ὅπερ ἦν καὶ γὰρ προενείχετο ὑπολήψει, ὡς ἡ μακαρία σέβοιτο τὰς θείας μορφάς ἐμδριμησάμενος βαρύ τι καὶ θυμικόν, ἀναθρώσκει τοῦ θρόνου, καὶ εἴσεισι πρὸς αὐτήν καὶ ἐντυχὼν τοῦ θαλάμου ὑπεξιούσῃ αὐτῇ, ὕβρεσι πλύνει πολλαῖς, ἀσεβεστάτην ἀποκαλῶν, καὶ εἰδώλων θεράπαιναν, ὁ τῷ ὄντι ἀσεβὴς καὶ παράνομος. ᾿Αλλὰ μοι σκόπει τό συνετὸν τῆς μακαρίας, καὶ πρὸς τὴν ἀπόκρισιν ἕτοιμον. Φησὶ γὰρ πρὸς αὐτὸν, γοργῶς ἅμα καὶ συνετῶς. Ἀκαίρως ὀργίζῃ καὶ μάτην, ὧ βασιλεῦ τῷ γὰρ κατόπτρῳ συνήθως ἔτυχον ἀτενίζουσα, καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς κρῆδεμνον δεσμοῦσα εὐσχημονέστερον. Τῷ γοῦν ἐσόπτρῳ ἐνατενίσας καὶ οὗτος ὁ βδελυρὸς, εἰκόνων τόπους ὤχετο καθορᾷν. Οὕτως ἡ μακαρία τὴν τοῦ βασιλέως ὑπόνοιαν ἀπεκρούσατο. ᾿Αλλὰ καὶ Θεόφιλος δυσεντερίᾳ ληφθείς, τῆς ἐνταῦθα μετέστη ζωῆς. Διαδέχεται δὲ τὴν βασιλείαν ὁ υἱός αὐτοῦ Μιχαήλ, ἔχων τὴν μητέρα Θεοδώραν συμβασιλεόουσαν. Ἥτις δὴ συναγείρει Πατέρων θεολήπτων χορὸν, ὑφ᾽ ὧν τῶν μὲν εἰκονομάχων ἡ αἵρεσις καταβάλλεται καὶ ἀναθέματι ὑποβάλλεται ἡ δὲ Ἐκκλησία. Τοὺς ἱεροὺς τύπους οἷά τινα κόσμον ἀποσυληθεῖσα πρότερον, ὥστε δοκεῖν αὐτὴν ἀποδύρεσθαι, καὶ τοὺς τῶν προφητῶν στεναγμοὺς κινεῖν εἰς συμπάθειαν. Ἐδόκει γὰρ ἡ τοῦ βασιλέως νύμφη τὰ τῆς ἐν τῷ Ἄσματι νύμφης ὀδυνηρῶς ἀποκλαίεσθαι: Ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με, ἦραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ φυλάσσοντες τὴν πόλιν» βασιλεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, οἱ ὀφείλοντες εἶναι τῆς πίστεως φύλακες.

Οὕτω γοῦν ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία πάλιν εἰς τὴν προτέραν δόξαν ἀποκαθίσταται. Ταύτην οὖν τὴν πανήγυριν ἑορτάζομεν σήμερον, τοὺς μὲν ἐξάρχους τῆς ἀσεβείας καὶ ὀπαδοὺς ἀποτρεπόμενοι καὶ ἀναθεματίζοντες, τὰ δὲ σεπτὰ εἰκονίσματα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, καὶ τῆς αὐτὸν τεχούσης Παρθένου Μητρός, καὶ πάντων τῶν ἁγίων σχετικῶς τιμῶντες καὶ ἀσπαζόμενοι, οὐχ ὡς θεοῖς αὐτοῖς προσανέχοντες. οὐδὲ ταῖς χρωματουργηθείσαις εἰκόσι λατρεύοντες ἀλλὰ τὴν εἰς ἐκείνας τιμὴν, ὡς ὁ μέγας εἶπέ Βασίλειος, ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἀναφέροντες καὶ οὕτω διὰ τῆς αἰσθήσεως πρὸς εὐσεβειαν μειζόνως χειραγωγούμεθα. Ὁρῶμεν γάρ ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐκτυπώμασι τὸν Δεσπότην ἡμῶν καὶ Θεὸν ἐκ Παρθένου παραδόξως τικτόμενον, ὑπὸ Μάγων δορυφορούμενον, πρεσβυτικαῖς ὠλέναις τοῦ Συμεὼν βασταζόμενον, γυμνὸν ἐν τοῖς ποταμίοις ῥεύμασι, προφητικῇ δεξιᾷ χειραπτούμενον, ἐνεργοῦντα παράδοξα θαύματα ῥήματι μόνῳ καὶ ὁρμῇ τοῦ θελήματος, τὴν τῶν τεθνηκότων αὖθις ἀνάλυσιν, τὸν κατὰ τῶν δαιμόνων φόβον, τὴν διὰ θαλάσσης πορείαν, ὑποχερσούμενον τῇ βάσει τοῦ ὕδατος, τὰς ἐν ἐρήμῳ δαψιλεῖς ἑστιάσεις, τοῦ προδότου τὴν τόλμαν, τὸ ἀσεβὲς ἐκεῖνο κριτήριον, τὴν σταύρωσιν, τὴν ταφὴν, τὴν ἀνάστασιν, τὴν εἰς οὐρανούς ἀναφοίτησιν καὶ ταῦτα ὁρῶντες ἐντετυπωμένα τοῖς χρώμασιν, ἐναργῶς αὑτὰ βλέπειν οἰόμεθα. Οἶδε γὰρ ἡ Γραφὴ παριστᾷν ὡς ἐν ὄψει τὰ πράγματα.

᾿Αλλὰ καὶ ἡ τῶν εἰκόνων τιμὴ ἄνωθεν ἡμῖν ἀρχῆθεν νενομοθέτηται. Ἐπέταξε γὰρ ὁ Θεὸς πάλαι τῷ θεόπτῃ Μωσεῖ δύο Χερουβὶμ ἀναστηλῶσαι ἄνωθεν τῆς σκηνῆς, καὶ αὐτὸς ὁ Δεσπότης ἐν σινδόνι τὸ ἴδιον εἶδος ἀχειροτεύκτως μορφώσας, Αὐγάρῳ τῷ τῆς Αἰδέσσης τοπάρχῃ ἐξέπεμψεν. Οὐκ ἂν τοῦτο ἐποίησεν, εἰ μὴ σέβεσθαι τὰς εἰκόνας ἐβούλετο. Καὶ ἡ θεραπευθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κυρίου αἱμόῤῤους ἡ Αἰδεσσηνὴ, ἁμειβομἑνη τὸν εὐεργέτην τῆς χάριτος, ἀνδριάντα ἐν ὁμοιώματι τοῦ Σωτῆρα, ἀνεστηλώσατο.

Ἧς τὴν πίστιν ἀποδεξάμενος ὁ Σωτὴρ, εὐδόκησε βοτάνην ἐκφύεσθαι ἐκ τῶν τοῦ ἀνδριάντος ποδῶν, πάσης ἀλγηδόνος ἀλεξητήριον. Καὶ μὲν καὶ Λουκᾶς ὁ γλαφυρὸς εὐαγγελιστὴς τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, κηρῷ καὶ χρώμασιν ἐζωγράφησεν, ἐν ταῖς ἱεραῖς ὠλέναις ἀγκαλιζομένην τὸν Κύριον, ἥτις ἐν τῇ μεγαλοπόλει νῦν διασώζεται. Πᾶσα οὖν εἰκὼν ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἢ ἀγγέλων, ἢ ἀποστόλων, ἤ προφητῶν, ἢ μαρτύρων, ἢ δικαίων γινομένη, ἁγία ἐστί. Τοὺς γὰρ ὑπὸ Χριστοῦ θεοπρεπῶς διαλάμψαντας παντοίαις γεραίρειν προσήκει τιμαῖς.

᾿Εν ταύτῃ τῇ ἑδραιοτάτῃ πίστει καὶ ἀψευδεῖ ἐπιμένοντες, ἀδελφοί, ἐκκαθάρωμεν ἕκαστος παντὸς πάθους τῆν ἰδίαν συνείδησιν, εἰλικρινῆ τὴν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην φυλάττοντες. Τῆς ἐλεημοσύνης μὴ ἐπιλαθώμεθα ποιήσωμεν κοινωνὸν τὸν Κύριον, εἰς ἅπερ ἡμῖν ἐχαρίσατο. Ἐμπλήσωμεν τὰς τῶν πενήτων γαστέρας, ἵνα μὴ λιμωξώμεθα ὕστερον, ὡς ὁ πλούσιος, μηδὲ ρανίδος. φιλανθρωπίας τυγχάνοντες. Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ ἐν τῷ καιρῷ γεγόναμεν τῶν ἱερῶν νηστειῶν, δράμωμεν πάντες πρὸς τὴν ἐξομολόγησιν, μηδεὶς παρέλθῃ ἀνεξαγόρευτος. Τίς γάρ ὠφέλεια τὸ μὲν ἕλκος τῆς ἁμαρτίας κρύπτειν ἀπο τοῦ ἰατροῦ, ἔξωθεν δὲ τιθέναι τῆς νηστείας τὸ ἔμπλαστρον; Εἰπὲ πρῶτον τάς ἁμαρτίας σου ἵνα δικαιωθῇς, ὁ προφήτης σοι ἐγκελεύεται ἐπίδειξον τὸ τραῦμα τῷ ψυχικῷ ἰατρῷ ἔντρεψον διὰ τῆς ἐξαγορεύσεως τὸν λῃστὴν καί κλέπτην τῶν ἡμετέρων ψυχῶν. Ὁπόταν γὰρ ἡμᾶς τὰς βδελυρὰς καὶ τὰς ἐνθυμήσεις τὰς πονηράς ἐκπομπεύοντας, ἧττον προσβάλλει, καὶ ἀσθενέστερος γίνεται. Ὥστε ὃς τὴν ἁμαρτίαν ἐκφαυλίζει αἰδούμενος, τρέφει τὸν ὄφιν, καὶ ἰταμώτερον ποιεῖ τὸν ἐπ' ὀμφαλοῦ καθήμενον δράκοντα ὡς εἶπεν ὁ ᾽Ιώβ. Καθάπερ δὲ ἡ ἔλαφος φυσικῇ δυνάμει τούς ὄφεις ἐκ τῶν μυχῶν τῆς γῆς ἀνέλκουσα θανατοῖ, οὕτως ἡ ἐξομολόγησις τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας ἀνακαλύπτουσα πάθη ἀφανισμῷ παραδίδωσι. Πάθος γὰρ ἅπαν τὸ ὀξέως γινωσκόμενον εὐβοήθητον τὸ δὲ εὐλαβούμενον, ἀθεράπευτον τὸ δὲ χρόνῳ παραπεμπόμενον, ἐγγὺς ἀνίατον. Τί οὖν φεύγεις τὴν ἰατρείαν, ὥσπερ τοὺς ἰατροὺς οἱ ἐνισχημένοι φρενίτιδι; Τί φοβῇ τὴν ἐξομολόγησιν, ὥσπερ τὸ ὕδωρ δεδοίκασιν οἱ λυσσόδηκτοι ; Πρόσελθε θαρρούντως μὴ αἰσχυνθῇς τὸν ἱερέα καὶ αὐτὸς γὰρ σῶμα περίκειται. καὶ τῶν αὐτῶν σοι μετέχει παθῶν. Ἄν ἐξαγορεύσῃς τὰ ἐπταισμένα σοι, εὐθὺς ἀπαλείφεται τῶν ἁμαρτιῶν τὸ χειρόγραφον κουφίζεται τοῦ βρίθοντος βάρους ἡ ψυχὴ, καθαίρεται τοῦ ἐπιπροσθοῦντος νέφους ὁ νοῦς, ἐλευθεροῦται τῶν ἐλέγχων τὸ συνειδός, τότε καὶ ἡ νηστεία καθαρὰ, καὶ ἡ ἐλεημοσύνη εὐπρόσδεκτος. Οὕτω διέλθωμεν ἀπροσκόπτως τὸν τῆς νηστείας καιρὸν, καὶ οὕτως ἀξιωθείημεν τὴν ζωηφόρον ἀνάστασιν ἰδεῖν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ ἐκπορευτῷ αὐτοῦ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Κατήχησις περί ἐγκρατείας (καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων) - Άγίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κατήχησις περί ἐγκρατείας 
(καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων)
Ἀδελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν.Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ’ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει. 
Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας. 
Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου. 
Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6). 
Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη. 
Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους,ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του. 
Τήν πολιτεία αὐτῶν τῶν μακαρίων κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί ἀκολουθοῦμε· καί τό ὅτι θέλουμε νά τούς μιμηθοῦμε τό μαρτυρεῖ ἡ μοναχική μας τελείωσις, ἡ ἄρνησις τοῦ κόσμου, ἡ ἀποξένωσίς μας ἀπό τήν πατρίδα μας, τούς συγγενεῖς μας, τούς φίλους μας, τά ὑπάρχοντά μας. Τό μαρτυρεῖ ἐπίσης ἡ ὑποταγή μας, ἡ ὑπακοή, ἀλλά καί αὐτή ἡ ὁμολογία μας τώρα (ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων), γιά τήν ὁποία ἔχουμε διωχθῆ. Λοιπόν νά χαιρώμαστε καί νά συγχαίρουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον πού μᾶς χαρίσθηκαν ὅλα αὐτά ἀπό τόν Θεό καί πού διανύουμε πνευματική ζωή, κατά τήν ὁποία ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά ἑορτάζουμε, ἄν θέλουμε, κάθε ἡμέρα καί νά χαιρώμαστε ἀτελεύτητη χαρά. 
Γι᾽ αὐτό, παρακαλῶ, μέ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο νά ἀγωνιζώμαστε καί νά συνεχίζουμε τήν ὁμολογία μας αὐτή, ἐπειδή μάλιστα ἀκούστηκε ὅτι ὁ βασιλεύς ἐξαγγέλει διαταγές ἐναντίον μας καί ἴσως νά ἔλθη ξαφνικά κανείς ἀπεσταλμένος του. Ἀλλά ἄς μή θορυβηθοῦμε μέ αὐτά πού ἀκούγονται. Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν (Ρωμ. η’ 31); Καί ἀφοῦ καί προηγουμένως μᾶς βοήθησε, δέν θά μᾶς βοηθήση καί στό ἑξῆς; 
Μόνο ἄς ἔχουμε γενναῖο φρόνημα, μόνο νά προσέχουμε καλά, καί αὐτός θά μᾶς δώση δύναμι σέ ὅλα νά Τόν εὐαρεστήσουμε μέ τήν ζωή μας μέχρι τέλους καί νά ἐπιτύχουμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
(Μετάφρασις ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου) 
(Πηγή: imkby.gr)
 

Δημοφιλείς αναρτήσεις