Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί


Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί 
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ 
Όταν προσευχόμαστε: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», είναι φοβερά δύσκολο να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι, αν η ημέρα πέρασε καλά, αναμάρτητα ή, αντίθετα, εάν διαπράξαμε αμαρτίες χωρίς να το καταλάβουμε, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με» (Ψαλμ. 18:13). Όντως, η αμαρτία ενεργεί συχνά μέσα μας κατά τρόπο τόσο λεπτό, ώστε να μη μπορούμε να την αντιληφθούμε. 
Την τελευταία φορά σας ανέφερα μερικούς λόγους από τον Μέγα Κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης. Ασφαλώς πρόκειται περί ενός εξαιρετικού έργου, από το οποίο μπορούμε να μάθουμε πολλά. Προφανώς είναι πράγμα θαυμαστό να βλέπει κανείς τον άγιο Ανδρέα να προσφέρει την προσευχή του στον Θεό ανακαλώντας στη μνήμη όλο το περιεχόμενο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ως και τις προφητείες που αφορούν το τέλος του κόσμου, την τελική κρίση των ανθρώπων. 
Πόσο αξιοπρόσεκτη είναι η περικοπή του αγίου Ανδρέα που λέει: «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω. Γη, ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ» (β’ ωδή, 1ο τροπάριο. Βλ. Δευτερ. 32:1, Ησ. 1:2). 
Παρατηρήστε το παράδοξο αυτής της καταστάσεως: Ένας μόνος άνθρωπος μετανοεί για τις αμαρτίες του, αλλά το γεγονός αυτό λαμβάνει υπερκόσμιες διαστάσεις. Και αυτή η τόλμη μας εκπλήσσει: «Ουρανέ, πρόσεχε αυτό που θα σου πω». Είναι φωνή ενός ανθρώπου που μετανοεί. 
Ο Σιλουανός εξ ιδίας πείρας γράφει ότι ο θρήνος του Αδάμ ανάγκασε όλη την κτίση να σιωπήσει και να προσέξει τα δάκρυά του. Είναι καλό να συνειδητοποιήσουμε ότι μέσα στη μοναχική ζωή εισερχόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Αντιλαμβάνεσθε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του εν Χριστώ ανθρώπου, του «αναγεννημένου» ανθρώπου και εκείνου που δεν γνωρίζει τον Χριστό. Ο Μωυσής, και μετά απ’ αυτόν και άλλα τέκνα του Αδάμ, χρησιμοποίησαν με τόλμη αυτούς τους λόγους. Η μετάνοια ενός ανθρώπου είναι ένα γεγονός εξαιρετικά τραγικό, εξαιρετικά μεγάλο. 
Εάν ο Δημιουργός Θεός αποφάσισε να σαρκωθεί και να ζήσει με τους ανθρώπους, είναι για να δείξει σ’ όλους μας ότι είμαστε πλασμένοι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούμε να δεχτούμε τη ζωή του ιδίου του Θεού και να την κατέχουμε αιωνίως. Αλλά αυτή η μυστική ζωή δεν μπορεί να εκφραστεί με ανθρώπινους λόγους. 
Συγχωρείστε με, εάν δεν μιλώ γι’ αυτήν την εσχάτη πραγματικότητα, διότι η ανθρώπινη γλώσσα παραμορφώνει το αληθινό πνεύμα. Όμως παρ’ όλα αυτά θα βιώσετε το νόημα της προσευχής: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη - εν τη νυκτί ταύτη, εν τη ώρα ταύτη - αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», δηλαδή σε μία θεία κατάσταση, η οποία και μόνο είναι «αναμάρτητη». 
Όπως ακριβώς ο άγιος Ανδρέας Κρήτης αρχίζει τον Κανόνα του με τη δημιουργία του κόσμου: «Τον πρωτόπλαστον Αδάμ τη παραβάσει παραζηλώσας» (α’ ωδή, 3ο τροπ.), από τον πρώτο άνθρωπο έως την τελική Κρίση, κατά τον ίδιο τρόπο και μεις φέρουμε τη μνήμη τους μέσα μας. 
Ο Θεός και όλοι οι Άγιοι γνωρίζουν καθεμιά από τις εξωτερικές κινήσεις μου και ειδικά τις κινήσεις του πνεύματος και της καρδίας μου. Έχοντας μαρτυρία αυτής της τάξεως θα προσπαθούμε να ζούμε απλά, αλλά προσέχοντας να μη διαπράττουμε κανένα αμάρτημα. Αλλά δεν μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό, εκτός εάν ικετεύουμε τον Θεό μετά δακρύων να μας φυλάξει από κάθε αμαρτία. 
Όταν ο άνθρωπος φυλάσσεται από τον Θεό, εκφράζεται στο εξής ως αληθινό πρόσωπο: «Πρόσεχε, Ουρανέ, σ’ αυτά που θα πω· Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί». Τότε κάθε τι που συμβαίνει στη γη θα προκαλεί στον νου και στην καρδιά μας αντιδράσεις διαφορετικές από εκείνες που συνήθως παρατηρεί κανείς. Όλη η ζωή μας μπορεί να λάβει χαρακτήρα αγιότητας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που είπε: «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. 24:35). 
Βλέπετε τι λόγους μας απευθύνει ο Κύριος: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16:33). Ο Κύριος ανήλθε στον Ουρανό για να καθίσει εκ δεξιών του Πατρός. Με ποια συνείδηση ζουν οι Χριστιανοί; Όσο ζούμε, ας προσπαθούμε να γνωρίσουμε αυτό το πνεύμα και τότε ο λόγος που απηύθυνε ο άγιος Ανδρέας στον Κανόνα του θα γίνει κατανοητός: «Ημαύρωσα της ψυχής το ωραίον ταις των παθών ηδοναίς…» (β’ ωδή, 6ο τροπ.).

 

Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 18 (1993), άρθρο: «Πρόσεχε ουρανέ και λαλήσω, γη ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ», σελ. 12 (αποσπάσματα).

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

ΜΕΤΑΝΟΙΑ

 

 ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Μετανοεῖτε, δηλαδή, βάλετε οἶνο στὴν πληγή. «Ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 4,17), δηλαδή, ὁ Θεὸς ἦλθε νὰ βάλει λάδι στὴν πληγὴ καὶ νὰ χαρίσει παρηγορία. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀμνὸ θυσίαζε, ἡ Καινὴ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο προσέφερε.

 

 ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ

Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου

Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου  

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

Οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς


 

Οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς

Τέσσερις εἶναι οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς: ὁ φόβος καὶ ἡ μετάνοια, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα. Οἱ δύο πρῶτες τὴν προστατεύουν στὴ γῆ, οἱ ἄλλες δύο τὴν ἀνεβάζουν στὸν οὐρανό.

 

 ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ

Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου

Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Η επιστολή αυτή στέλνεται σε σένα, αδελφέ, με πολλή θλίψη και σφίξιμο της καρδιάς μου, γιατί άκουσα ότι πέθανες τον θάνατο της αμαρτίας.

 Οσίου Θεοδώρου Στουδίτου 
Επιστολή 102. 
Στο τέκνο του τον Ευάρεστο. 
Η επιστολή αυτή στέλνεται σε σένα, αδελφέ, με πολλή θλίψη και σφίξιμο της καρδιάς μου, γιατί άκουσα ότι πέθανες τον θάνατο της αμαρτίας. Λένε δηλαδή ότι αποκήρυξες την υπόσχεση της παρθενίας, το ευαγγελικό ένδυμα, το σεβαστό σε αγγέλους και ανθρώπους πολίτευμα, και έλαβες γυναίκα με τρόπο μοιχικό, ή καλύτερα, για να κυριολεκτήσω, την Εύα. Γιατί αυτή, αφού σε έβγαλε από τον παράδεισο της άγιας ζωής, σε κατέστησε πένθος για μένα τον αμαρτωλό σου πατέρα, ντροπή της αγγελικής αδελφότητάς σου, και αφορμή υπερηφάνειας και καύχησης για τον διάβολο. Τι είναι αυτό που έγινε! Αλλοίμονο! Πώς σε κυρίεψε ο δράκος, και σε ποιο βάθος δυσωδίας σε έριξε! Συ το φως έγινες σκοτάδι, η ευωδία του Χριστού, ο ιερός έγινες βδελυρός, ο τίμιος, άτιμος, ο ένδοξος, άδοξος, ο ακατανίκητος, δέσμιος στον δαίμονα. Ο αγαπητός, μισητός, το πρόβατο του Ιησού παραδομένο στην εξουσία των θηρίων. Θα προσθέσω και τα μεγαλύτερα. Ο διωγμένος για χάρη της δικαιοσύνης (Ματθ. 5,10), έχει κυριευθεί από την αμαρτία, ο ομολογητής, έγινε αρνητής, εκείνος που έφερε στο κεφάλι του τον μακαρισμό σαν βασιλικό στέμμα, στερήθηκε το θαυμαστό όνομα του μοναχού. 
Αλλοίμονο! Ποιος θα το ακούσει και δεν θ’ αναστενάξει; Ποιος μαθαίνοντας το δεν θα φρίξει; Ντρόπιασες το μοναχικό τάγμα, φόβησες αυτούς που στέκονται σταθεροί, κλόνισες αυτούς που λυγίζουν, ήπιες το ποτήρι της παρανομίας, παρέσυρες, όσο εξαρτάται από σένα, αυτούς που ανήκουν στην ίδια κατηγορία να γευθούν τον θάνατο. Επαναλαμβάνω και πάλι• Τι έπαθες, ελεεινέ; Πώς, συ το φωτεινό αστέρι, σκοτείνιασες; Πώς συ το χρήσιμο σκεύος έγινες κομμάτια; Δεν σέβεσαι ούτε καν το όνομά σου, που ενώ ονομαζόσουν Ευάρεστος, κατάντησες Δυσάρεστος; Δεν ήρθες πέρυσι σε μένα και στον κύριο αρχιεπίσκοπο γεμάτος υγεία, χαρούμενος, και μάλιστα ως μεσολαβητής και ανορθωτής για άλλον αδελφό σου; Πώς χάθηκες τόσο ξαφνικά; πώς τυφλώθηκες τελείως; πώς λησμόνησες και τον Θεό και εμάς, καθώς και τους ασκητικούς κόπους και ιδρώτες και πέρασες, αφού ήσουν και από τους χρήσιμους και εκείνους που ήταν ταγμένοι στα ανώτερα διακονήματα; 
Έπειτα τι συνέβη; Μια μικρή επίθεση του εχθρού, επιθυμία που είχε αυτό που θεωρείται γλυκό, περιτυλιγμένη όμως με δίκοπο μαχαίρι, η πίκρα του οποίου είναι πιο μεγάλη από κάθε άλλο πικρό, σε άρπαξε και σε κατέβασε, κατά κάποιο τρόπο από τον ουρανό, δηλαδή από την υψηλή μοναχική πολιτεία, και σε παρουσιάζει σαν τραυματία που κοιμάται μέσα σε τάφο. Πράγματι που άλλου βρίσκεται αυτός που ζει στην αμαρτία, παρά στον θάνατο; Δεν υπάρχει φως νοερό, καμιά ελπίδα, καμιά ψυχική γλυκύτητα, καμιά ιερή σκέψη, αλλά βαθειά νύχτα, σβήσιμο της διάνοιας, δάγκωμα της καρδιάς, φόβος και για το παραμικρό, κύλισμα κάθε μέρα στη λάσπη, σαν κάποιο επικίνδυνο ζώο που έρπει σαν σκουλήκι. Τι έκανε ο δαίμονας; Σε τι σε ωφέλησε η καταραμένη επιθυμία, με την οποία, όσοι εξαπατήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, ούτε τα εδώ κέρδισαν, αλλά έχασαν και τα ουράνια, και κληρονόμησαν ένα μόνο πράγμα, την αιώνια φωτιά; 
Αλλά έλα, υιέ μου, ξαναγύρνα πίσω, σε καλώ από το βάθη της καρδιάς μου, από τα σπλάγχνα που με καίνε, γιατί η δική σου δόξα είναι και δική μου, όπως και αντίθετα η ντροπή. Έλα, σήκω επάνω, ο Κύριος έχει πει «Δεν θα θυμηθώ τις αμαρτίες σου»( Ησ. 43, 25), και, «Αυτός που πέφτει μήπως δεν σηκώνεται;»( Ιερ. 8, 4), και, «Είδα ότι βαδίζεις σκυθρωπός» (Γεν. 4, 6), και, «Θεραπεία η συντριβή σου» (Ναούμ 3, 19). Να Θεός καλός, να γιατρός σπλαχνικός. Ναι, σε παρακαλώ, τέκνο μου, γιατί είσαι τέκνο μου, έστω και αν πέθανες. Μη παραμείνεις στην αμαρτία. Σπάσε γρήγορα τα σχοινιά στα οποία σε τύλιξε ο διάβολος, και, αφού σηκωθείς σαν μέσα από βόθρο, μεταπήδησε στο θαυμάσιο φώς του προηγούμενου τρόπο ζωής σου. Και εγώ θα σε υποδεχθώ με απλωμένα τα χέρια, όχι κατηγορώντας σε, αλλά με συμπάθεια• όχι κάνοντας πιο βαριά τα φάρμακα της μετάνοιάς σου, αλλά απαλύνοντάς τα όσο είναι δυνατόν. Σπεύσε λοιπόν, σπεύσε πριν έλθει ο βίαιος άγγελος, χωρίζοντάς σε με τρόπο αξιολύπητο από το σώμα, και οδηγώντας σε, σε καταδίκη αιώνια.

105. Στο τέκνο του τον Άθιμο.
Ο νόμος του Θεού, είναι ο φόβος και ο τρόμος του, όπως λέγει• «Σε έβαλα φρουρό στον οίκο του Ισραήλ» (Ιεζ. 3, 17). Αυτός ακριβώς ο φρουρός της αγγελίας με ανάγκασε, αδελφέ, πάλι να σου αναγγείλω με γράμμα τη ρομφαία του Θεού που έρχεται επάνω σου, ρομφαία φοβερή, ρομφαία πύρινη, ρομφαία που δεν ρίχνει το σώμα, αλλά την ψυχή στη γέεννα της φωτιάς στους απέραντους αιώνες. Και δακρύζω ο ταλαίπωρος γράφοντας, και στενάζω πικρά, γιατί ο λόγος απευθύνεται στον δικό μου υιό και μαθητή. Αλλά τι να κάνω; Εάν δεν σε ειδοποιήσω, θα ζητήσει το αίμα σου από τα χέρια μου, είπε ο Θεός (Ιεζ. 3, 18), που δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά ότι θα υποστώ την ίδια καταδίκη της τιμωρίας. Ω αδελφέ, γιατί έκλεισες τα μάτια της καρδιάς σου τόσο πολύ; Γιατί καταφρόνησες τον Θεό, με το βλέμμα του οποίου το σύμπαν σείεται και δεν μπορεί να σταθεί; Αποσκίρτησες παλιά από την ασκητική παλαίστρα, πορεύθηκες σε τόπους που δεν τους εποπτεύει ο Κύριος, έλυσες τη σφραγίδα της αγνότητας, διέφθειρες την ψυχή και το σώμα σου, έγινες δούλος της αμαρτίας, έπειτα κάποτε ξαναγύρισες σε μας, στην αρχή του διωγμού, εξομολογήθηκες, τιμωρήθηκες, υποσχέθηκες την επιστροφή σου μετά την κατάπαυση του διωγμού. 
Για τον σκοπό αυτό συμπορεύθηκες με τον Οικονόμο, προσλήφθηκες από τον αδελφό Διονύσιο, και προτίμησες την καλή δραπέτευση από τόπους πονηρούς, ώστε να ζεις σε τόπους αγαθούς, στους οποίους εποπτεύουν τα μάτια του Κυρίου, και ο μακαρισμός του διωγμού στεφάνωσε το κεφάλι σου. Και εύγε σου για την επιστροφή, για την κάθαρση, για την αγγελική προστασία σου. Τι λοιπόν είναι αυτό που έγινε πάλι; Τι είναι αυτό που σε απομάκρυνε από τον Θεό και σε παρέδωσε στον διάβολο; Αλλοίμονο για την αθλιότητά μου! Ξαναγύρισες πάλι στο βούρκο της αμαρτίας, διαφθείροντας και διαφθειρόμενος από γυναίκα, ή μάλλον από γυναίκες. Κύριε, ελέησαν. Είθε να σε λυπηθεί ο Θεός. Σε άφησε ο φύλακας άγγελός σου, και σε παρέλαβε ο Σατανάς. Ζεις άραγε, άθλιε; Και πως είναι δυνατόν να ζει αυτός που καταβροχθίζεται από τον ανθρωποκτόνο; Βλέπεις άραγε το φως; Και πως είναι δυνατόν να το βλέπει αυτός που είναι τυφλωμένος από την αμαρτία; 
Άραγε προσεύχεσαι στον Θεό; Και πως είναι δυνατόν να πλησιάζει τον Κύριο αυτός που υποδούλωσε τον εαυτό του στον διάβολο; Που είναι η καλή σου αρχή, η θέρμη, η κατάνυξη, η υποταγή, τα δάκρυα, η θεοπτέρωτη προσευχή, ο ουράνιος τρόπος ζωής σου; Έφυγαν όλα, χάθηκαν. Πόσο βαρείς οι στεναγμοί μου για την απώλειά σου! Μακάρι να ήσουν άλογο ζώο, το οποίο δεν θα κριθεί. Επειδή όμως είσαι ζώο πλασμένο από τον Θεό, που θα αναστηθεί και θα κριθεί στο μέλλον, αυτό είναι ελεεινό. Έλα λοιπόν, χαμένε μου υιέ. Έλα, επίστρεψε στον Κύριο, γιατί, επειδή είναι φιλάνθρωπος, πάλι θα σε δεχθεί, πάλι θα σε αγιάσει, πάλι θα σε ντύσει νυμφίο, πάλι θα θυσιάσει το σιτευτό μοσχάρι, και χαρούμενος θα συγκεντρώσει τις ουράνιες δυνάμεις για το ότι σε ξαναβρήκε. Μη λοιπόν απειθήσεις, υιέ μου, υιέ μου, αλλά γύρισε πίσω, επίστρεψε και ενώσου με τον καλό αδελφό σου Διονύσιο, πριν σε προλάβει η ρομφαία του αιώνιου θανάτου.
ΕΠΕ, Φιλοκαλια, έργα Θεοδώρου τόμος 18Γ

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

Διήγηση περί Αγάπης πολύ ωφέλιμη

 

Διήγηση περί Αγάπης πολύ ωφέλιμη 
Λύειν το μίσος σπουδάσωμεν ενθάδε.
Eκείσε και γαρ, τούτο εργώδες λύειν.
Στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου διαβάζουμε:
Ένας Iερεύς και ένας ευλαβής Διάκονος έχοντες αναμεταξύ των αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσον εις μίσος και έχθραν, και έμειναν εις πολύν καιρόν αφιλίωτοι. Eπειδή δε ηκολούθησε να αποθάνη ο Iερεύς εις το μίσος αυτό, διά τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, πως δεν επρόφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Iερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις μερικούς Πατέρας διακριτικούς, επαρακινήθη παρ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Mοναχόν, και να φανερώση την υπόθεσιν. O δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν επεριπάτει εις τους ερημικωτέρους τόπους, ζητώντας τον ιατρόν της πληγής του. 
Kαι λοιπόν ευρίσκει ένα Γέροντα, και φανερόνοι εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος, και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας. O δε Γέρωντας είπε προς αυτόν. Aδελφέ, όποιος με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει. Kαι όποιος κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Kυρίου απόφασιν. Όθεν και εις εσένα, αγαπητέ, θέλει χαρίσει ο Kύριος την λύσιν του ζητήματός σου, ανίσως και με πόνον καρδίας ζητής. Πλην κατά το παρόν, πήγαινε εκείθεν, όπου ήλθες. Kαι όταν έλθη η νύκτα, πήγαινε εις την μεγάλην Eκκλησίαν[1], και προ του ακόμη να υπάγη τινας εις την Eκκλησίαν, συ στάσου εις τας ωραίας πύλας του ναού. Kαι όποιος έλθη πρώτος να έμβη εις αυτάς, εκείνον πίασαι, και χαιρέτισον από μέρους μου, δους εις αυτόν και το βουλλωμένον τούτο γράμμα. Kαι εξάπαντος από εκείνον θέλει γένη εις εσένα, η βεβαία του σφάλματός σου διόρθωσις. 
Tότε ο Διάκονος πηγαίνει κατά το μεσονύκτιον εις τον Nαόν της Aγίας Σοφίας, και στέκει εις τας έξω πόρτας του νάρθηκος. Kαι παρευθύς εφάνη ο δηλωθείς υπό του Γέροντος θείος εκείνος άνθρωπος. Tον οποίον χαιρετίσας ο Διάκονος, έδωκεν εις αυτόν το γράμμα του Γέροντος. Eξομολογείται δε και την περί του μίσους υπόθεσιν. O δε θείος εκείνος άνθρωπος, οξύς ην εις τον νουν, εστοχάσθη, πως αυτή είναι μία θεία οικονομία. Διά τούτο άρχισε να δακρύη και να ταπεινόνεται λέγων. Ποίος είμαι εγώ ο ελάχιστος διά να τολμήσω το τοιούτον μέγα επιχείρημα; Όμως θαρρώντας εις τας ευχάς του αγίου Γέροντος, οπού σέ απέστειλε, θέλω τολμήσω εις τα υπέρ δύναμιν. Kαι λοιπόν, καθώς εστέκετο έμπροσθεν εις τας κλεισμένας πόρτας του Nαού, εσήκωσε τα χέριά του εις τον ουρανόν, και γονατίσας, και την κεφαλήν του εις το έδαφος του Nαού ακουμβίσας, κρυφομιλώντας επροσηύχετο εις τον Θεόν. Kαι μετά ολίγον εσηκώθη επάνω και είπεν. Άνοιξον εις ημάς την θύραν του ελέους σου Kύριε. Kαι ω του θαύματος! παρευθύς αι έξω πόρται του νάρθηκος άνοιξαν από λόγου των. Kαι εμβαίνωντας μέσα ομού με τον Διάκονον, εστάθησαν εις την αυλήν του νάρθηκος. Aπό εκεί δε πάλιν, επήγαν έως εις τας αργυράς πόρτας του Nαού. Tότε ο ιερός εκείνος άνθρωπος λέγει προς τον Διάκονον. Eδώ στάσου και παρεμπρός μην υπάγης. 
Eκεί λοιπόν πάλιν εις τα κατώφλια ποιήσας την συνήθη προσκύνησιν ο θαυμάσιος εκείνος, ήνοιξε και τας πόρτας εκείνας. Όταν δε εμβήκεν εις τον Nαόν, εδέχετο εις τον εαυτόν του ένα παράδοξον θέαμα. Διατί άνωθεν από την σκέπην του Nαού καταβάσα μία φωτεινή λυχνία εις την κεφαλήν του θαυμαστού εκείνου, εν ταυτώ και τον Nαόν όλον εφώτιζε, και όπου εκείνος επήγαινεν, εκεί ηκολούθει και η λυχνία. Όταν δε έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, έκλινε και εκεί την κεφαλήν του και επροσευχήθη. Έπειτα ήσυχα ευγήκεν έξω εις τον Διάκονον, και ευθύς πάλιν όλαι αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των. 
Tότε ο Διάκονος έγινεν όλος έμφοβος και αγωνιών. Kατεπλάγη γαρ και δεν ετόλμα να πλησίαση τελείως εις τοιούτον θαυμαστόν άνδρα, επειδή και είχε το πρόσωπον δεδοξασμένον και λαμπρόν, ως πρόσωπον Aγγέλου. Όθεν και με τους λογισμούς παλαίωντας έλεγε. Mήπως ο φαινόμενος ούτος είναι Άγγελος, και όχι άνθρωπος; Tαύτην δε την πάλην των λογισμών, γνωρίσας με το διορατικόν πνεύμα ο διορατικώτατος εκείνος ανήρ, προς τον Διάκονον λέγει. Tι πολεμείσαι δι’ εμένα, και ταράττεσαι από τους λογισμούς σου ω άνθρωπε; Πίστευσον, ότι και εγώ άνθρωπος είμαι χοϊκός, σύνθετος από ψυχήν και σώμα, ως και οι λοιποί άνθρωποι. Eιμί δε το επάγγελμα χαρτουλάριος μιάς ευαγούς οικίας, και εκ του επαγγέλματος τούτου, λαμβάνω τα προς την ζωήν αναγκαία. Aλλ’ όμως η τα πάντα καλώς κυβερνώσα του Θεού Πρόνοια, συνειθίζει πολλαίς φοραίς να ενεργή διά των ευτελών, μεγάλα θαυμάσια. Πλην αδελφέ, ας υπάγωμεν διά την προκειμένην υπόθεσίν σου. 
Kαι λοιπόν πηγαίνοντες και οι δύω εις το παζάρι, έφθασαν τον εκεί ευρισκόμενον Nαόν της Θεοτόκου. Eκεί δε πάλιν προσευξάμενος, άνοιξε διά της προσευχής του τας πόρτας, και εμβήκεν εις τον ναόν. Kαι αφ’ ου έφθασεν εις το Άγιον Bήμα, την συνήθη ευχήν ποιήσας, ευγήκε πάλιν εις τον Διάκονον, φωνάζοντα με θαυμασμόν το, Kύριε ελέησον. Kαι πάλιν αι πόρται εκλείσθησαν από λόγου των. 
Έπειτα πηγαίνουν εις τον εν Bλαχέρναις Nαόν. Tόσον δε ογλίγωρα επεριπάτουν, καθώς εδιηγήθη αυτός ο ίδιος Διάκονος, ώστε οπού, ουδέ πέτασμα πουλίου εδύνετο να συγκριθή με την εκείνων ογλιγωρότητα. Φθάσας λοιπόν εις τας πόρτας, ευθύς ήνοιξε και εκείνας διά της προσευχής του. Όταν δε έφθασεν εις τας πόρτας του Nαού, μέσα εις τον οποίον ήτον η κιβωτός η έχουσα την τιμίαν Ζώνην της Θεοτόκου, τότε ο ιερός χαρτουλάριος βρέχωντας το πρόσωπόν του από δάκρυα, έστησε τον Διάκονον εις τας ρηθείσας πόρτας, και επαρήγγειλεν εις αυτόν να βλέπη προσεκτικά εκείνους, οπού εμβαίνουν εις τον Nαόν. Προσευχηθείς δε κατά το σύνηθες εις το κατώφλιον, παρευθύς ανοίχθησαν και εκείναι. Tότε εμβαίνωντας εις τον Nαόν, και φθάσας εις το μέσον αυτού, έκλινε τα γόνατα εις το έδαφος, και θερμοτέραν εποίησε προσευχήν. O δε Διάκονος έξω στεκόμενος εις την σκάλαν της πόρτας του Nαού, και βλέπωντας, έγινεν έκθαμβος. Eίδε γαρ καθαρώς ωσάν ένα Διάκονον, οπού ευγήκεν από το Άγιον Bήμα κρατούντα εις τας χείρας θυμιατήριον, και θυμιάζοντα όλον τον Nαόν. Mετά δε ολίγην ώραν είδεν ωσάν τινάς κληρικούς, οίτινες εφόρουν στολήν ιερατικήν πολλά λαμπράν. Ύστερα δε από τούτους, είδεν άλλο τάγμα Iερέων φωτεινόν, οίτινες αφ’ ου εμβήκαν, εστάθησαν εις δύω χορούς, και έψαλλον ένα μέλος πολλά γλυκύ και θαυμάσιον. Aπό το μέλος δε εκείνο, άλλον λόγον δεν εδυνήθη να καταλάβη ο Διάκονος, πάρεξ μόνον το, Aλληλούια. 
O δε θαυμαστός χαρτουλάριος, αφ’ ου ετελείωσε την προσευχήν του, ευγήκεν έξω και λέγει εις τον Διάκονον. Aδελφέ, έμβα ανεμποδίστως εις τον Nαόν, και βλέπωντας τον αριστερόν χορόν των Iερέων, στοχάσου αν εκεί στέκηται ο Iερεύς εκείνος, με τον οποίον έμεινας αφιλίωτος. Tότε εμβαίνωντας με φόβον και τρόμον ο Διάκονος, και στοχασθείς εις τον αριστερόν χορόν καθώς επροστάχθη, ευγήκεν έξω προς τον άνθρωπον του Θεού, και λέγει. Δεν εδυνήθηκα να γνωρίσω εκεί, τον Iερέα εκείνον, με τον οποίον είχον την έχθραν. Tότε λέγει τω Διακόνω ο επίγειος εκείνος άγγελος. Έμβα πάλιν εις τον Nαόν, και βλέπε εις τον δεξιόν χορόν. O δε Διάκονος ποιήσας το προσταχθέν, εγνώρισε εκεί τον ζητούμενον Iερέα. 
Όθεν ευγήκεν έξω και ανήγγειλε τούτο προς τον θείον άνδρα, όστις είπε προς τον Διάκονον. Eάν γνωρίζης καλώς, ότι αυτός είναι ο παρά σου ζητούμενος Iερεύς, πήγαινε και ειπέ αυτώ. Nικήτας ο Xαρτουλάριος στέκει έξω και σε προσκαλεί. Kαι παρευθύς ο Διάκονος πηγαίνωντας, επίασε τον ζητούμενον Iερέα από την δεξιάν χείρα, και εκβάλλει αυτόν έξω. Tούτον δε ιδών ο θαυμάσιος εκείνος, λέγει προς αυτόν με πραείαν φωνήν. Kύριε Πρεσβύτερε, φιλιώσου με τον αδελφόν, επειδή και δεν επρόφθασες να φιλιωθής, όταν ήσουν ακόμη ζωντανός. Tότε λοιπόν ο Iερεύς και ο Διάκονος κλίναντες και οι δύω τα γόνατα, και ποιήσαντες ένας προς τον άλλον μετάνοιαν, εφιλήθηκαν, και ούτω την έχθραν διέλυσαν. Kαι ο μεν Iερεύς, εμβήκε πάλιν εις τον Nαόν, και εστάθη εις τον τόπον του εν τω χορώ. O δε του Θεού άνθρωπος, πέρνωντας τον Διάκονον, ευγήκεν έξω. Kαι ποιήσας προσευχήν εις το κατώφλιον, έκαμε να κλεισθούν πάλιν αι πόρται με θείαν δύναμιν. 
Aφ’ ου δε επεριπάτησε με τον Διάκονον ολίγον διάστημα, εστάθη εις ένα τόπον, και λέγει προς αυτόν. Aδελφέ, σώζων σώσον την σεαυτού ψυχήν. Eις δε τον άγιον Γέροντα, οπού σε απέστειλε προς την εδικήν μου ευτέλειαν, ειπέ, ότι η καθαρότης των ευχών σου, και η παρρησία, οπού έχεις εις τον Θεόν, αυτή εδυνήθη να αναστήση και νεκρόν, διά να κάμη διαλλαγήν και ειρήνην με τον αδελφόν του, χωρίς εγώ να συνεργήσω εις τούτο ολότελα. Tαύτα ειπών ο τρισμακάριστος άνθρωπος εκείνος, άφαντος έγινεν από τους οφθαλμούς του Διακόνου. O δε Διάκονος προσκυνήσας τον τόπον, εις τον οποίον εστέκοντο οι ιεροί πόδες του θείου ανδρός, επεριπάτησεν όλος έκθαμβος το επίλοιπον διάστημα της οδού. Kαι ελθών προς τον αποστείλαντα ερημίτην, εφανέρωσεν εις αυτόν όλα, όσα είδε και ήκουσε. Tαύτα δε εδιηγήθη και εις εμένα [2] ο ίδιος αυτός Διάκονος, πληροφορών με όρκους τα λεγόμενα, ότι έχουσιν ούτω, καθώς και εδώ εγράφησαν, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών. Aμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1]. Eκ τούτου συμπεραίνεται, ότι ο Iερεύς και ο Διάκονος ούτοι, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκοντο, ή και Kωνσταντινουπολίται ήτον. Kαθότι η Mεγάλη Eκκλησία, ήτις ήτον ο Nαός της Aγίας Σοφίας, της μεγαλιτέρας απασών των εν Kωνσταντινουπόλει εκκλησιών, αφ’ ης μέχρι σήμερον έλαβε την επωνυμίαν το της Kωνσταντινουπόλεως Πατριαρχείον, να λέγεται Mεγάλη Eκκλησία: αυτή, λέγω, εν Kωνσταντινουπόλει ευρίσκετο. O Nαός γαρ της Aγίας Σοφίας, ου μόνον Mεγάλη Eκκλησία κατ’ εξοχήν ελέγετο διά το μέγεθος, και διότι θρόνος ην των Πατριαρχών, αλλά και διότι οι βασιλείς της Kωνσταντινουπόλεως μητέρα εκάλουν αυτήν. Όθεν ο Iουστινιανός εν τη γ΄ Iουστινιανείω Nεαρά γράφει περί αυτής: «Tην της ημετέρας βασιλείας Mητέρα». (Όρα σελ. 426 της Γεωγραφίας του Mελετίου.)

[2]. Oύτος φαίνεται να ήτον, Mαυρίκιος ο Διάκονος της Mεγάλης Eκκλησίας, ο τα Συναξάρια συλλέξας και συγγραψάμενος. Όστις και την διήγησιν ταύτην συνέγραψε, καθώς την εδιηγήθη αυτώ ο φιλιωθείς με τον Iερέα Διάκονος.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Αρέσκεται ο Θεός στον τρόπο που ζω;



Αρέσκεται ο Θεός στον τρόπο που ζω;

Έτυχε να έρθουν εδώ τρεις κύριοι, αρκετά σπουδαίοι. Κάθισαν εκεί, λοιπόν, κι εγώ καθόμουν σε αυτό το παγκάκι και περίμενα να πουν κάτι, επειδή άκουσα από κάποιον το εξής ρητό: Δεν είναι καλό για έναν ανόητο ν' ανοίγει το στόμα του μπροστά σ' έναν έξυπνο, γιατί μπορεί να στεναχωρήσει τον έξυπνο. Και περίμενα να μιλήσουν και ήμουν έτοιμος ν' απαντήσω στην ερώτησή τους. Όμως δεν έλεγαν τίποτα και απλώς με κοιτούσαν. 
Βλέποντας ότι η ώρα περνάει και ξέροντας ότι κάποιος άλλος περιμένει έξω, τελικά, τους μίλησα: 
-Κύριοί μου, να ξέρετε ότι αν πεθάνω τώρα, θα με πάρει ο Διάβολος. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που ζω. Ούτε στον Θεό αρέσει το πώς ζω.
Ένας κύριος βρέθηκε σε σύγχυση:
- Αλίμονό μου, αλίμονο, να ξέρετε ότι μ' έχετε απογοητεύσει. Αν λέτε ότι ο Διάβολος θα σας πάρει στην Κόλαση, τότε τι μένει σ' εμάς να κάνουμε;
Και του απάντησα:
- Είναι δική σας υπόθεση και δικό σας θέλημα. Είσαστε έξυπνοι άνθρωποι. Ενώ ένας ανόητος πάντα αποβλέπει στο να πέσει σ' ένα χαντάκι, επειδή μόνο αυτό μπορεί. Γιατί ν' απαιτούμε από αυτόν κάτι, που δεν μπορεί να εκπληρώσει; Επομένως, για εσάς είναι πιο εύκολο να υπερβείτε τη δυσκολία. Έτσι.
Επίσης συμπλήρωσα:
- Αν ήμουν στη θέση σας, θα πήγαινα σ' έναν καλό πνευματικό για εξομολόγηση. Αυτός θα σας δίδασκε πώς να συγχωρείτε τον πλησίον σας και, ταυτόχρονα, πώς να πηγαίνετε στην εκκλησία. Και, φτάνοντας στην εκκλησία, θα έβλεπα τους άλλους καλύτερους από μένα και τον εαυτό μου τον πιο αμαρτωλό, λέγοντας μέσα μου: «Θεέ, δέξου με τον μετανοούμενο».
Τι ακούω στην εκκλησία; Το «Πάτερ ημών!». Ενώ, βγαίνοντας έξω από την εκκλησία, ξαφνικά συναντάω έναν άνθρωπο, που κάποτε μου έκανε κακό. Κι αισθάνομαι ότι τον σιχαίνομαι. Εκείνην τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι ξέχασα πως μόλις τώρα έλεγα την προσευχή «Πάτερ ημών». Αλίμονό μου, επειδή στην προσευχή λέγεται: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Του τ' άφησα άραγε; Είχα άσχημες σκέψεις για τον άνθρωπο, που μου έκανε κακό. Αυτό είναι το τέλος για μένα. Έτσι.

Στη συνέχεια πρόσθεσα το εξής:
- Κύριοί μου, επειδή ήρθατε εδώ, να ξέρετε ότι θα σας πω και κάτι χαρμόσυνο. Εάν θέλετε να σωθείτε, να προσέχετε μόνο ένα πράγμα: Να μην κάνετε στον άλλον αυτό, που δεν το θέλετε για τον εαυτό σας.
Ένας απ’ αυτούς δεν μπορούσε να κατανοήσει αυτά που τους έλεγα και τότε είπα:
- Ρωτάω επίσης και τη συνείδησή μου: «Συνείδηση, πες μου την αλήθεια. Αν πεθάνω τώρα, ο Θεός θα με σώσει; Ο Θεός αρέσκεται στον τρόπο της ζωής μου;». Και η συνείδηση θ' αρχίσει να με πείθει ότι πρέπει να διορθώσω τη ζωή μου, με τη βοήθεια της εξομολόγησης, της προσευχής. Τη νύχτα, μετά από δυο ώρες ύπνου, να σταθώ για προσευχή και να κλάψω λιγάκι με όλη μου την καρδιά. Επίσης, είναι σημαντικό, όταν προσεύχομαι, να μην κρατώ τίποτα κακό σε κανέναν. Πράττοντας έτσι, το Άγιο Πνεύμα δεν θα σας εγκαταλείψει. Να έχετε την βοήθεια του Κυρίου!
Μετέφρασε από τα Ρουμανικά στα Ρωσικά η Ζηναϊδα Πεϊκόβα
Μετέφρασε από τα Ρωσικά στα Ελληνικά η Κατερίνα Πολονέιτσικ

Pravoslavie.ru
7/15/2022

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

ἡ ψυχρὴ γνώση τῶν ἐλαττωμάτων, μολονότι συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσοχή, oδηγεῖ στὴν ὑπερηφάνεια


 

Μὴν εἶσαι μόνο μία ψυχρὴ ἀναζητήτρια τῶν σφαλμάτων καὶ ἐλαττωμάτων σου∙ νὰ πενθεῖς γι’ αὐτὰ μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια. Τὸ πένθος γεννάει τὴν ταπεινὴ ἀπόφαση τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα, ἐνῶ ἡ ψυχρὴ γνώση τῶν ἐλαττωμάτων, μολονότι συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσοχή, oδηγεῖ στὴν ὑπερηφάνεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἴθε νὰ μᾶς λυτρώσει ὁ Κύριος!

Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Περί μετανοίας (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)

 


ΛΟΓΟΣ ΕΞΗΚΟΣΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ: 
Περί μετανοίας 
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος


α. Περί μετανοίας· και τί λογής αγώνα ψυχής, και πόνον καρδίας έχει εκείνος οπού μετανοεί με Πνεύμα συντετριμμένον, και με κατάνυξιν.
β. Ποία είναι εκείνα οπού λέγει, και εύχεται προς τον φιλάνθρωπον Θεόν.
γ. Και περί φόβου Θεού.

α. Ποίος άνθρωπος ευρίσκεται ποτέ εις τον κόσμον, οπού ώντας φαρμακευμένος με θανατηφόρον φαρμάκι, και έχωντας πό­νους πολλούς, και σφοδρούς μέσα εις τα εντόσθιά του ημπορεί να βάλη εις τον νουν του, ή να φροντίση τελείως διά καμμίαν μικράν πλη­γήν οπού να έχει επάνω εις το δέρμα τού κορ­μιού του; Ότι ο πόνος οπού είναι μέσα του, σκε­πάζει κάθε άλλον πόνον, ή πληγήν οπού να εί­ναι έξωθεν, και η πολλή θλίψις τής καρδίας του, δεν τον αφίνει να στοχασθή, και να ιδή τας εξωτερικάς πληγάς· αλλά από τον πολύν πόνον, και την ανυπόφορον οδύνην του, αλησμονεί τας πληγάς οπού έχει απέξω, και ξεσχίζει τα ρούχα του με τα χέρια του, και με τα ονύχια των χειρών του ξύει τας πληγάς τού σώματός του, και αλησμονεί και τους γονείς του, και τους φί­λους του, και δεν γυρίζει να ιδή κανένα άνθρω­πον, ουδέ γυρίζει να κοιτάξη αυστηρώς εκείνον οπού τον καταράται, ουδέ φροντίζει διά τα πράγ­ματά του, αλλά αφίνει τον πλούτον του να τον αρπάζει όποιος θέλει· και ούτε ψωμί τρώγει με όρεξιν, ότι είναι όλος φαρμάκι, ούτε κρασί πί­νει με νοστιμάδα, ότι ο πόνος του είναι άμε­τρος (Ταύτα όλα τα λέγει ο Αγιος διά εκείνον οπού έλθη εις αίσθησιν, και συλλογιζόμενος τας αμαρτίας του, και τον ψυχικόν θάνατον οπού του επροξένησαν, μετανοεί τη αληθεία, και κρίνωντας τον εαυτόν του καθώς είπεν ο Πατήρ εις τον νζ’ λόγον, κάνει αυτά οπού λέγει εδώ και περισσότερα από αυτά) όθεν και εις εκείνους οπού τον προσκαλούν εις φαγοπότια αποκρίνεται με οργήν μεγάλην. Φύγετε από εμένα, ότι θάνατος συντρί­βει την ψυχήν μου, και τί ιξεύρω, αν εις ολίγην ώραν την μεγάλη, διατί και να ζω πλέον εις την παρούσαν ζωήν δεν το θέλω, ότι από τέτοιαν ζωήν οπού ζω με τόσους πόνους καλ­λίτερος είναι ο θάνατος. Από τότε πλέον δεν θέλει πέση να αναπαυθή εις το κρεββάτι, αλλά θέλει κυλίεται, και σπαράττεται κάτω εις την γην με μεγάλαις φωναίς, και κλαυθμούς, και δεν τον μέλλει τελείως διά εκείνους οπού τον βλέπουν οπού ατακτεί, ή διά εκείνους οπού ακούουν τας φωνάς του, και τον κατηγορούν· τα μάτια του γίνονται δύω βρύσαις, και ευγάνουν δάκρυα περισσότερον, πάρεξ οπού βλέπουν. Ε­κείνος ο άνθρωπος μακαρίζει κάθε άνθρωπον ωσάν Αγγελον, και τους ζωντανούς, και τους απεθαμένους, και εκείνους ακόμι οπού δεν εγεννήθησαν εις τούτον τον κόσμον, και κάθε άλογον ζώον, και κάθε ερπετόν όλα τα μακαρίζει, και λέγει. Αληθινά ευλογημένα είναι όλα τα ποιήματα του Θεού, διατί δεν έχουν τους εδικούς μου πόνους, αλλά απερνούν την ζωήν τους με χαράν, χωρίς πόνους· εγώ δε μόνος έχω βάρος, και φορτίον βαρύτατον αμαρτημάτων, και κρίνομαι από τώρα με το πυρ τής κρίσεως, και μοναχός εγώ αισθάνομαι πόνους δρυμυτάτους επάνω εις την γην. Κάθε άλλην ψυχήν την λογίζεται σεβασμίαν, και την ευλαβείται ως αγίαν· και μοναχός εκείνος συστέλλεται από όλους, ωσάν ακάθαρτος. Δεν διακρίνει δίκαιον από άδικον, αλλά έχει όλους ομοίως Αγίους, και καθαρούς, και ακαθάρτους, και μόνος εκείνος χωρίζεται από όλα τα κτίσματα οπού είναι υποκάτω εις τον ουρανόν, και κάθεται ε­πάνω εις κοπρίαν αμέτρων αμαρτημάτων, και ευρίσκεται εις ένα σκότος αγονοίας, και λύπης οπού δεν έχει τέλος· και ξύει τας σαπημένας του πληγάς όχι με όστρακον ωσάν τον Ιώβ, αλλά με τα ονύχια των χειρών του, διά τον μεγάλον πόνον τής καρδίας του· ότι ο Ιώβ αγκαλά και ήτον πληγωμένος εις το κορμί, όμως η ψυχή του ήτον σκεπασμένη, και φυλαγμένη από τον Θεόν. Αλλά αυτός έχει την ψυχήν μαζή με το κορμί φαρμακευμένην, και πληγωμένην από αμαρτήματα· και διά τούτο η πλη­γή τού τοιούτου ανθρώπου είναι μύριαις φοραίς χειρότερη από την πληγήν τού Ιώβ. Και μετά ταύτα τον αφίνουν και οι κατά σάρκα συγγενείς του, και όλοι οι φίλοι, και γνώριμοι οπού είχεν εις τον κόσμον τούτον. Ότι αφ’ ού τον συντροφεύσουν ολίγον, και συγκλαύσουν με αυτόν βλέποντες την απαρηγόρητον, και άμετρον θλίψιν του, και νομίζοντες αυτόν, ωσάν ένα βδέλυγμα, πηγαίνει κάθε ένας εις το σπήτι του. και τότε πλέον ωσάν μείνη αυτός μοναχός, και ιδή την ερημίαν, και απορίαν, και θλίψιν, και πόνον του, θέλει κλαύσει με λύπην τής ψυχής του άμετρον, και θέλει φωνάξει με απελπισίαν εις τον Παντο­κράτορα Κύριον. 
β. Ιδού βλέπεις, ω Κύριε, τα πάντα, και δεν είναι κανένα πράγμα οπού εσύ δεν το βλέπεις. Εγώ δε αγκαλά και είμαι έργον των χειρών σου, όμως έργα των προσταγμάτων σου δεν έπραξα, αλλά με μεγάλην μου ανοησίαν έκαμα κάθε κακίαν, με όλον οπού συ ο Ποιητής μου, και Θεός είσαι αγαθός και εγώ δεν σε εγνώριζα. Τώρα όμως οπού ήκουσα περί σου ετρόμαξα και δεν ιξεύρω τι να κάμω· αισθάνθηκα την κρίσιν σου, και λόγος απολογίας δεν ευρέθη εις το στόμα μου· διατί δεν έκαμα καμμίαν αρετήν, ή κανένα έργον μετανοίας οπού να είναι άξιον, διά να συγχωρηθή ένας αργός λόγος τού στόματός μου. Ότι ανίσως τινάς κάμη όλας τας αρετάς, και όλα τα καλά έργα, τα κάμνει ως δούλος, και χρεώστης· αμή διά την αμαρτίαν του δεν θέλει εύρη κανένα αντάλλαγμα, μόνον το έλεός σου να προφθάση. Ότι η αμαρτία είναι θάνατος, και ποίος είναι εκείνος οπού αποθαίνει διά μέσου αυτής, και ανασταίνεται αφ’ εαυτού του; βεβαιότατα κανένας· ιδατί συ μόνος απέθανες, και ανέστης ότι αμαρ­τίαν ουκ εποίησας, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί σου. Και ποιός θέλει αποθάνη με α­μαρτίας, και δεν θέλει μετανοήσει; όμως τότε πλέον δεν έχει κανένα όφελος από την μετάνοιαν. Έτζι Δέσποτα Παντοκράτορ, και εγώ οπού έκαμα κακά έργα μετανοώ, αλλά η μετάνοιά μου δεν δύναται να με δικαιώση. Διότι με­τάνοια είναι το να γνωρίση τινάς τας αμαρτίας του· και αγκαλά βλέπης, ω Παντεπόπτα Κύ­ριε, ότι τώρα δέν έχω άλλο τίποτε, έξω από το κορμί μου, όμως δεν είναι κανένα όφελος εις εμένα από την στέρησιν του πλούτου, ότι είμαι σχεδόν όλος μία πληγή, και δεν απέμεινε πουθενά εις εμένα αφορμή σωτηρίας, διατί έμεινα μόνος, και με κατέπιεν ο άδης ζωντανόν. Εσύ μόνος, δύνασαι να με ελευθερώσης, και να ιατρεύσης τον πόνον τής καρδίας μου, ότι η χειρ σου είναι δυνατή εις όλα, και φθάνει και αυτά τα βάθη των αβύσσων, και όλα τα ενερ­γεί με μόνον το νεύμα σου. Να ειπώ ελέησόν με Κύριε, δεν τολμώ, διότι είμαι ανάξιος του ελέους σου, ωσάν οπού είμαι κατά αλήθειαν πάσης κολάσεως άξιος. Συ δε Κύριε ιξεύρεις πάν­τα και καθώς ιξεύρει η φιλανθρωπία σου, κάμε εις εμένα τον ανάξιον και αυτής της ζωής. Όθεν ο εύσπλαγχνος Θεός θέλει τόν εισακούσει ογλίγωρα, και θέλει τού δώσει χωρίς αργοπο­ρίαν άνεσιν των πόνων του, και ελευθερίαν τής θλίψεώς του. Ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, και δεν υποφέρει να βλέπη το πλάσμα τών χει­ρών του να ευρίσκεται εις τόσην μεγάλην ανάγκην, και ανυπόφορον λύπην· και εις τον άνθρω­πον εκείνον οπού κάμη όλα τα προειρημένα ανελλειπώς, και εις εκείνους οπού τα ακούουν με πίστιν, και μιμούνται αυτήν την αληθινήν εικόνα τής μετανοίας, (η οποία εικών πρώτον έγινε με το έργον, και τότε εγράφη με τον λό­γον) θέλει κάμη ο Θεός το μέγα και ανεκλάλητόν του έλεος, και θέλει τού δείξη την αγαθότητά του, και αλλάξει εις χαράν τον πόνον του, και την λύπην τής καρδίας του εις πολλήν γλυκύτητα, και θέλει τον κάμει να ξεράση το φαρ­μάκι τού δράκοντος οπού κατατρώγει τα εντόσθιά του και από τότε και εις το εξής δεν θέλει ενθυμηθή τους προτέρους του κόπους, και πόνους και κανένα άλλο από εκείνα τα κακά οπού έπαθεν· αλλ’ ουδέ θέλει γυρίσει να ζητήση τα άσπρα, και τα κτήματα οπού άφησεν εις τον καιρόν τής πληγής τής μετανοίας του, ουδέ θέλει επιθυμή­σει άλλο τίποτε. Διατί ο ύψιστος Θεός θέλει δώ­σει εις αυτόν υγείαν, η οποία θέλει είναι καλλί­τερα από όλους τους θησαυρούς τής γης· η δε υγεία θέλει προξενήσει εις την καρδίαν του χα­ράν ανεκλάλητον μυριοπλασίως περισσότερον από την προτέραν του θλίψιν. Και αυτή πάλιν η χαρά θέλει αποδιώξει από την καρδίαν του κά­θε πόνον εξωτερικόν οπού να γίνεται εις τό κορ­μί του· και ο άνθρωπος εκείνος θέλει γνωρίσει ότι από τότε και εις το εξής η καρδία του δεν αισθάνεται πλέον τας πληγάς τού σώματός του, και ότι εξωτερική θλίψις δεν εγγίζει την χαράν οπού είναι μέσα εις την καρδίαν του· και αφ’ ού γνωρίσει αυτό θέλει χαρή περισσότερον και οι συγγενείς, και οι φίλοι του οπού έβλεπαν προτήτερα τας εξωτερικάς θλίψεις οπού είχε, μην ιξεύροντες την κρυπτήν χαράν οπού ήλθεν ύστερα εις αυτόν, αναστενάζουν διά αυτόν, και λέγουν· αυτός ο άνθρωπος δεν εδοκίμασε ποτέ χαράν εις την ζωήν του, και η ζωή του είναι γεμάτη από θλίψιν, και λύπην, και αι ημέραι του δεν διαφέρουν τελείως από τας ημέρας τών καταδίκων οπού παιδεύονται εις τα κριτήρια διά τας κακίας τους· Εκείνος δε μόνος ιξεύρωντας, ότι ο καιρός εκείνος της ζωής του είναι γεμάτος από χαράν και αγαλλίασιν, και ότι η χαρά τής καρδίας του περιπαίζει τον θάνατον, και ο άδης δεν την κυριεύει, διατί η χαρά εκείνη δεν έχει τέλος ποτέ. Χαίρεται διά αυτά μύριαις φοραίς περισσότερον από όλους τους βασι­λείς της γης, και από όλους εκείνους οπού έχουν υγείαν, και ευμορφίαν σώματος, και από όλους τους πλουσίους οπού φορούν την πορφυράν και βυσσίνην στολήν, και από όλους εκείνους οπού μακαρίζονται εις τούτον τον κό­σμον από στόματα οπού λαλούν ψεύματα. Ότι ιξεύρει ο άνθρωπος εκείνος πως η πτωχεία ο­πού είναι μαζή με τοιαύτην χαράν, είναι καλλιτέρα από όλον τον κόσμον, και τα καλά του· διατί όλα εκείνα οπού είναι εις το σώμα του, και εις τον παρόντα κόσμον θέλει τα σκεπάσει η γη, και θέλει τα φάγη ο άδης, και θέλει τα κυ­ριεύσει ο θάνατος. Αμή η χαρά οπού έλαβεν εκείνος διά την υγείαν τής ψυχής του, δεν είναι δυνατόν να κυριευθή από κανένα από αυτά, ότι δεν είναι από τούτον τον κόσμον. Διατί αυτή η χαρά δεν έγινεν εις αυτόν, ούτε από δόξαν ανθρωπίνην, ούτε από πλούτον πολύν, ούτε από υγείαν σώματος, ούτε από επαίνους ανθρώπων, ούτε από κανένα άλλο πράγμα, από όσα είναι υποκάτω εις τον ουρανόν, αλλά εκατασκευάσθη από πόνον πικρίας τής ψυχής του, και από συναπάντημα, και συνεργίαν τού Αγίου Πνεύμα­τος του Θεού υπέρ άνω των ουρανών. Διότι με το να εστίφθη, και εστραγγίσθη, ήτοι με το να επόνεσε ελυπήθη και εκατανύχθη η καρδία του, εγέννησε χαράν άδολον, και άμικτον από θλί­ψιν· και διά τούτο θάνατος δεν θέλει την κυ­ριεύσει, ότι δεν θέλει ευρεθή εις αυτήν κανένα ψεγάδι, αλλά θέλει είναι ωσάν το στραγγισμένον κρασί οπού εκλάμπει μάλιστα, και λαμ­πρύνεται αντικρύ εις τον ήλιον, και δείχνει καθαρώτερον το χρώμα του, και ευφραίνει, και υπεραστράπτει το πρόσωπον εκείνου οπού το πί­νει άντικρυ εις τον ήλιον. Όμως εις αυτά όπου είπα· ένα είναι δυσκολονόητον εις εμέ, ότι δεν ιξεύρω ποίον με ευφραίνει περισσότερον η θεω­ρία, και η τέρψις, ήτοι το κάλλος, και η λάμψις η χαροποιά τής καθαρότητος των ακτίνων του Ηλίου, η πόσις και η γεύσις τού κρασιού οπού έχω μέσα εις το στόμα μου· διατί θέλω να ιδώ τούτο, τας ακτίνας τού Ηλίου δηλ. και με σύρνει εκείνο, το κρασί δηλ. της κατανύξεως και φαίνεται γλυκύτερον· και όταν αποβλέψω εις εκείνο, ήγουν εις το φώς τής θείας χάριτος, πάλιν ηδύνομαι περισσότερον από την γλυκύτητα της γεύσεως του κρασιού, και ούτε το να βλέπω τας ακτίνας τού Ηλίου χορταίνω, ούτε το να πίνω το κρασί εκείνο χορταίνω. Διότι όταν μου φανή πως εχόρτασα από το να, πίνω, τότε το κάλλος των εκπεμπομένων ακτίνων με κάνει να διψώ πολλά, και ευρίσκομαι πάλιν πεινασμένος, και διψασμένος, και όσω πάλιν συνερισθώ διά να γεμίσω την κοι­λίαν μου, τόσον καίεται και ανάπτει το στόμα μου από την δίψαν δέκα φοραίς περισσότερον, και καταφλογίζομαι και κατακαίομαι από την δί­ψαν, και επιθυμίαν τού λαμπροτέρου πιοτού. Λοιπόν κάθε ένας οπού κρίνεται με αυτήν την καλήν κρίσιν τής μετανοίας, δεν θέλει φοβηθή άλλην τιμωρίαν, ή βάσανον ουδέ θέλει δειλιάσει τους πειρασμούς οπού έρχονται κατεπάνω του· διατί η δίψα του δεν θέλει παύσει εις τον αιώνα, και το γλυκύ, και άσπρον, και λαμπρόν πιοτόν δεν θέλει τού λείψει· και η γλυκύτης οπού προέρχεται από το πιοτόν, και η χαροποιά λάμψις οπού εξέρχεται από τον ήλιον, διώχνει από την ψυχήν του κάθε λύπην, και κάνει τον άνθρωπον εκείνον να χαίρεται πάντοτε, και δεν θέλει δυνηθή τινάς να τον βλάψη, ουδέ θέλει είναι κανένας οπού να τον εμποδίση από το να χορτάση από την πηγήν τού σωτηρίου. Ότι ο κοσμοκράτωρ οπού κυριεύει τον κό­σμον με την κακίαν του ο εξουσιαστής των γηίνων, ο άρχων τού σκότους, ο πονηρός διάβολος οπού βασιλεύει επάνω εις όλα τα ύδατα της θαλάσσης, και οπού εμπαίζει τον κόσμον, ωσάν να εκρατούσε τινάς εις τα χέρια του ένα μικρόν πουλλί, δεν θέλει τολμήσει με όλα του τα στρατεύματα, και με όλην του την δύναμιν να πλησιάση εις αυτόν, και να τον εγγίση μήτε εις την πτέρναν τού ποδίου του, ουδέ να τον κοιτάξη με θάρρος· ότι η λαμπρότης τού κρασιού, και οι ακτίνες τού Ηλίου αστράπτουν πολλά εις το πρόσωπον εκείνου οπού το πίνει, και απερνούν έως μέσα εις τα εντόσθιά του, και δια­δίδονται έως εις τα χέρια, και πόδια, και οπίσθιά του· και τον κάμνουν όλον φωτιάν, και τον δυναμώνουν από όλα τα μέρη, διά να κατακαίη τους εχθρούς οπού πλησιάζουν εις αυτόν, και γίνεται αγαπητός με το φως τού Ηλίου, και φίλος με τον ήλιον, και υιός ηγαπημένος με το καθαρόν, και λαμπρόν κρασί οπού χύνεται, ωσάν ακτίνες από τον ήλιον, και από το φώς [Ήλιος ο Πατήρ, φως ο Υιός, ακτίνες τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος οπού πέμπονται εξ αυτών, καθώς λέγει ο Κύριος. «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω υμίν παρά τού Πατρός, (το Πνεύμα τής αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται) εκείνος μαρτυρή­σει περί εμού»] ότι το πιοτόν τού κρασιού γίνεται εις αυτόν τροφή, και κάθαρσις του μολυσμού τών σαπημένων σαρκών του, και η κάθαρσις γίνεται εις αυτόν υγεία τελεία· και η υγεία δεν τον αφίνει να φάγη άλλο τίποτε βλαβερόν φαγητόν, αλλά του προξενεί μίαν επιθυμίαν άπειρον, και θερμοτάτην διά να πίνη από το κρασί εκείνο, και να καθαρίζη περισσότερον τον εαυτόν του, και το πιοτόν να κάνη υγείαν, ότι το κάλλος τής υγείας, και η χάρις τής ευμορφίας οπού προξενείται από την υγείαν, δεν έχει χορτασμόν.

γ. Τοιούτος λοιπόν θέλει γένη, τέκνα μου ηγαπημένα, εκείνος οπού ήμαρτεν εμπρός εις τον παντοκράτορα Θεόν, και έρχεται εις αίσθησιν φό­βου, ήγουν φοβείται την μέλλουσαν κρίσιν, και την αποστροφήν, και το μίσος τού Θεού. Ότι ο φόβος τού Κυρίου, και η αίσθησις της δικαίας αυτού ανταποδόσεως, κατατήκουν την σάρκα και συντρίβουν τα κόκκαλα, ωσάν την πέτραν οπού είναι κρεμασμένη με μηχανήν, και σφίγγει δυνατά τα σταφύλια οπού πατούνται μέσα εις τον ληνόν. Ότι οι άνθρωποι πρώτον πατούν τα στα­φύλια με τα πόδια τους, και ύστερον τα σφίγγουν με την πέτραν, και ευγάνουν από αυτά όλην τους την υγρότητα. Έτζι και ο φόβος τού Θεού κάμνει τον τοιούτον άνθρωπον να γένη εις όλους καταπάτημα· και οπόταν συντρίψη τελείως το υπερήφανον, και κενόδοξον φρόνημα της σαρκός του, τότε πίπτει επάνω εις αυτόν άνωθεν η νοητή πέτρα η ελαφροτάτη, και καλή, ήγουν η Αγία ταπείνωσις, και ευγάνει όλην την υγρότητα των σαρκικών ηδονών, και παθών, και κάμνει εύχρηστον, και καλήν την ψυχήν εκείνην οπού ταπεινωθή, και συντριφθή· και προς τούτοις την καταβρέχει και με τα δάκρυα οπού τρέχουν ωσάν ποτάμι, και την κάμνει να αναβρύη το ζωντανόν νερόν, και ιατρεύει τας πληγάς οπού έχει από τα αμαρτήματα, και αποπλύνει, και παστρεύει τα βρωμισμένα αίματα, και τα έμπυα αυτών, και κάμνει εκείνον τον άνθρωπον, όλον λαμπρότερον από το χιόνι. Ώστε μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος οπού ακούει τούτους τους λόγους, και τους δέχεται με πίστιν και τους κάμνει, ότι θέλει εύρη μεγάλα αγαθά οπού υπερβαίνουν και νουν, και λόγον, και διάνοιαν, και θέλει μακαρί­σει την αθλίαν μου χείρα οπού έγραψεν αυτά, και θέλει δοξάσει τον ελεήμονα, και πολυέλεον Κύριον οπού παρέδωκεν αυτά διά μέσου τής ρυπαράς μου γλώσσης, και του ακαθάρτου μου στόματος εις παράδειγμα μετανοίας, και επιστροφής, και εις οδόν απλανή, και αληθεστάτην, εκείνων οπού θέλουν εξ όλης τους ψυχής να σωθούν, και να κληρονομήσουν την βασιλείαν των ουρανών εν αυτώ τω Θεώ, και Σωτήρι ήμών· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν. 
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ, 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2022

Γράμμα του Ρουμάνου Ομολογητού Βαλέριου Γκαφένκου από την φυλακή



Άγιος Βαλέριος Γκαφένκου (Ρουμάνος Ομολογητής)

Γράμμα του Ρουμάνου Ομολογητού Βαλέριου Γκαφένκου από την φυλακή

29 Ιανουαρίου 1946

Η ζωή είναι διαφορετική από όπως τη φαντάζονται οι άνθρωποι. Και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι διαφορετικός από ο,τι φαντάζεται αυτός ότι είναι. Η αλήθεια είναι όντως διαφορετική από το πως την θεωρεί συνήθως ο ανθρώπινος νους.

Θέλω να είμαι ειλικρινής και ανοιχτός μέχρι τα βάθη της ψυχής μου. Με το πρώτο βήμα που έκανα στη φυλακή αναρωτιόμουνα γιατί είχα φυλακιστεί.

Στο κοινωνικό επίπεδο πάντα με θεωρούσαν πολύ καλό, ένα παράδειγμα ηθικής αγωγής. Αν βρισκόμουν σε σύγκρουση με κάποιον, θα ήταν μόνο για την αλήθεια.

Μετά από πολλή ανησυχία και πολύ πόνο, όταν το ποτήρι των βασάνων είχε γεμίσει, ήρθε μια άγια ημέρα, τον Ιούνιο του 1943, όταν έπεσα με το πρόσωπο στο έδαφος, γονατισμένος, με συντετριμμένη καρδιά, κλαίγοντας με λυγμούς. Παρακαλούσα τον Θεό να μου δωρίσει το φως. Εκείνη την περίοδο είχα χάσει όλη την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους. Ένιωθα ότι βρισκόμουν στην αλήθεια. Αλλά τότε γιατί υπέφερα; Στην ψυχή μου, κάποτε γεμάτη από ενθουσιασμό, παρέμεινε μόνο η αγάπη. Κανένας δε με καταλάβαινε.

Ταυτόχρονα με το κλάμα άρχισα να κάνω μετάνοιες. και ξαφνικά -ω Κύριε, τι μεγάλος είσαι, Κύριε! Είδα όλη την ψυχή μου γεμάτη από αμαρτίες.

Βρήκα μέσα μου τη ρίζα όλων των ανθρώπινων αμαρτιών. Αλίμονο, ήταν τόσες οι αμαρτίες, αλλά τα μάτια της πωρωμένης λόγω της υπερηφάνειας ψυχής μου δεν τις έβλεπαν! Τι μεγάλος είναι ο Θεός!

Βλέποντας λοιπόν όλες τις αμαρτίες μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να φωνάξω δυνατά και να ζητήσω έλεος, οπότε μια βαθιά ειρήνη, ένα απέραντο φως και πολλή αγάπη πλημμύρισαν την καρδιά μου. 
Μόλις ανοίχθηκε η πόρτα, βγήκα ταχύτατα από το κρατητήριο και πήγα στους ανθρώπους που τους ήξερα ότι με αγαπούν περισσότερο και σ’ εκείνους που με μισούσαν και είχαν αμαρτήσει εναντίον μου πιο πολύ και τους είπα στ’ ανοιχτά και απερίφραστα: «Είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος. Δεν αξίζω την εμπιστοσύνη ούτε του τελευταίου άνθρωπου. Είμαι ευτυχής!».

Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Μερικοί με κοίταξαν περιφρονητικά, άλλοι αψήφιστα, ορισμένοι με κοίταξαν με μία αγάπη που ούτε οι ίδιοι δεν μπορούσαν να την εξηγήσουν. Μόνο ένας άνθρωπος μου είπε; «Αξίζεις να σε ασπασθούμε!»” αλλά εγώ έτρεξα γρήγορα στο κρατητήριό μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και συνέχισα τα κλάματά μου, ευχαριστώντας και δοξάζοντας τον Θεό….

Από τότε άρχισα ενσυνείδητα τη μάχη εναντίον της αμαρτίας. Αλλά, αν ξέρατε τι δύσκολη είναι η μάχη με την αμαρτία! Θέλω να ξέρετε ότι όχι μόνο εδώ, αλλά και όταν ήμουν έξω, πολεμούσα πάρα πολύ με την αμαρτία.

Στη φυλακή έχω εξετάσει την ψυχή μου και κατάλαβα ότι, έστω κι αν δεν είχα αμαρτήσει στην πράξη, αλλά με το στόμα και με το νου είχα ανομήσει. Πήγα στον ιερέα και, μετά από μια βαθιά εξέταση της συνείδησής μου, εξομολογήθηκα. Η εξομολόγηση με ξεφόρτωσε από τις αμαρτίες μου.

Και αγωνίζομαι αδιαλείπτως. Η μάχη δε σταματάει, μέχρι το θάνατο. Χωρίς μετάνοια κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε ένα βήμα. Τι είναι η ζωή; Είναι ένα δώρο του Θεού για μας, τους ανθρώπους, για να καθαρίζουμε τις ψυχές μας από την αμαρτία και να ετοιμαστούμε, δια του Χριστού, να δεχτούμε την αιώνια ζωή. Τι είναι ο άνθρωπος; Ένα πλάσμα που έχει δημιουργηθεί από την απροσμέτρητη αγάπη του Θεού, στον οποίο τέθηκαν μπροστά η ευτυχία και ο θάνατος, για να διαλέξει τι θέλει….

Να είστε πολύ προσεκτικοί! Στην κοινωνική τους ζωή οι άνθρωποι κοιτάζονται και εκδικάζονται όχι με βάση τι είναι αυτοί ουσιαστικά, αλλά με εξωτερικά κριτήρια. Μην έχετε απαιτήσεις από τους άλλους ανθρώπους, διότι όποιος κάνει έτσι θα υποφέρει πικρά. Αλλά αγαπήστε τους. Ένας μόνος είναι τέλειος, ένας μόνο είναι αγαθός και αγνός: ο Χριστός-Θεός!

Και τώρα: τι είναι η αλήθεια; Η αλήθεια είναι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Προσπαθήστε να πλησιάσετε ειλικρινά τον Χριστό και αφήστε τον κόσμο με τις αμαρτίες του!

Πηγή: agiazoni.gr

«Ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν»



«Ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν»

πηγή: https://www.imaik.gr/

Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει στὴν πορεία τῆς ἀναγεννήσεώς μας, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ μελετήσουμε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ λίγο πρὶν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόθεσή της εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι, ὅσο σκληρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀγώνας μας, ἡ ἀπόγνωση δὲν ἔχει θέση στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀναζητεῖ καὶ μᾶς ἀναμένει μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες. Ὄχι ἁπλῶς μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ σπεύδει ἀκόμη καὶ νὰ μᾶς συναντήσει, ἐπιποθώντας νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ Βασιλεία Του.

Τέτοια εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ οὐράνιου Πατρός. Τὸ τροπάριο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς μοναχικῆς κουρᾶς εἶναι γνωστὸ ὡς «ἀγκάλας πατρικάς»: «Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμὸν κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον ἀφορῶν τῶν οἰκτιρμῶν Σου Σωτήρ. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδης καρδίαν. Σοὶ γάρ, Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ φοβερὸ ἅλμα πίστεως, στὸ ἐπίμοχθο ἔργο τῆς μετανοίας. Ὡστόσο, ἀπὸ τὸ ξεκίνημα ἀκόμη ψάλλουμε τὸν τρυφερὸ αὐτὸ ὕμνο, ὡς ὑπενθύμιση ὅτι τίποτα δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἐφόσον γευθήκαμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἴδια τὴν παραβολή. Ὁ νεότερος γιὸς ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν πατέρα του: «Πάτερ, δὸς μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ὁ Θεὸς τρέφει ὕψιστο σεβασμὸ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων Του καὶ τοὺς ἀποδίδει ἀνεπιφύλακτα ὅσα ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς ἀνήκουν. Δὲν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, γιατί ὅποιο ἔργο ἀναλαμβάνεται μὲ ἐξαναγκασμὸ δὲν ἔχει καμία ἀξία στὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἀγάπη καταξιώνεται, ὅταν προσφέρεται ἐλεύθερα ἀπὸ καρδιὰ γεμάτη μὲ πίστη, διαφορετικὰ ἀποδεικνύεται εὐτελής.

«Καὶ μετ’ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγῶν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ἐκεῖ διεσκόπρισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ἡ δυναμική του κακοῦ. Μόλις ἀποδεχθοῦμε καὶ τὸν μηδαμινότερο κακὸ λογισμό, παραχωροῦμε στὸν ἐχθρὸ ἕνα μικρὸ ἄνοιγμα, γιὰ νὰ εἰσέλθει. Στὴ συνέχεια μᾶς παρασύρει ὁλοένα καὶ πιὸ κάτω, ἐνῶ ἡ δική μας ἀντίσταση διαρκῶς ἐξασθενεῖ. Κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, πρέπει νὰ καταπνίγουμε τοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς μόλις ἐμφανισθοῦν, διαφορετικὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς τὴ μεσιτεία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ ἐπιφέροντας ραγδαία κατάπτωση μᾶς καταποντίζει στὸ ἀπύθμενο χάσμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπώλειας. Ἡ τρομακτικὴ μακρινὴ χώρα, ἀπ’ ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεὸς ἀναφέρεται στὶς Γραφὲς ὡς ἅδης. Ὁποτεδήποτε ἐγκαταλείπουμε τὸν οἶκο τοῦ Πατέρα, ἀποξενωνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Ἔχοντας ἐκλάβει τὴν προστασία Του ὡς δεδομένη, τὴν ἀπορρίπτουμε καὶ ἐπιχειροῦμε ἕνα πολὺ μεγάλο ταξίδι, μακριὰ ἀπὸ τὸν ἐναγκαλισμὸ τῆς πατρικῆς ἀγάπης Του.

«Διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐκδαπάνησε ἄσκοπα τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη – τὴν οὐσία καὶ τὴν ὑπόστασή του. Ἀπέρριψε τὸ χάρισμα τῆς υἱοθεσίας. Ἐγκατέλειψε τὴν τιμὴ τῆς υἱότητας τοῦ ἑνὸς ἀληθινοῦ Πατέρα του καὶ κατάντησε ἄγριο θηρίο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει ἀψήφιστα τὴ χάρη ποὺ τοῦ ἀπένειμε ὁ οὐράνιος Πατέρας, τὰ χάνει ὅλα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴν εἶχε ἔλθει στὴ ζωὴ αὐτή, παρὰ νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν εὐδοκία τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ὅπως διαβεβαιώνει ὁ Ψαλμωδός, τὸ ἔλεός Του εἶναι πολυτιμότερο ἀπὸ τὴ ζωή.

«Ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Δὲν ὑπάρχει τίποτα φοβερότερο ἀπὸ τὴν ξηρασία ποὺ ἐπακολουθεῖ τὴν ὑποχώρηση τῆς χάριτος. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν πόνο τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὅταν ἡ ἀπομάκρυνσή της ὀφείλεται στὴν παράβαση καὶ στὴν ἀνυπακοὴ τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγωνία του κορυφώνεται καὶ αὐτὸς ἀρχίζει νὰ «ὑστερεῖται». Ὑποφέρει ἀπὸ πείνα καὶ δίψα, καὶ ἐνῶ παλαιότερα ἀπολάμβανε τὸν πατρικὸ ἐναγκαλισμό, τώρα βρίσκεται παγιδευμένος στὸν λιμὸ τῆς καρδιᾶς του καὶ μέσα στὸν τυραννικὸ κλοιὸ τοῦ θανάτου.

Ἡ μακρινὴ χώρα τοῦ λιμοῦ εἶναι ὁ κόσμος ποὺ μᾶς περιβάλλει· εἶναι ὁ κόσμος ὁ ὁποῖος ἀπέρριψε τὸν Θεὸ καὶ τὴ χάρη Του, καὶ οἱ κάτοικοί του ζοῦν μέσα σὲ βαθειὰ ἐρήμωση. Οἱ ἀποθῆκες καὶ οἱ τσέπες τους εἶναι ἴσως ἀσφυκτικὰ γεμάτες, ἀλλὰ οἱ ξηρὲς καρδιὲς τους πλήττονται ἀπὸ τὴ φοβερὴ δυστυχία τοῦ λιμοῦ. Καρδιὰ γεμάτη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνενδεής, γιατί πλοῦτος της εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ὁ ἄνθρωπος τότε ὑποφέρει τὴ φτώχεια μὲ χαρά, ἐκλαμβάνοντας ὅλες τὶς θλίψεις ὡς εὐκαιρίες ἀγαλλιάσεως ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἀνέχεια μπορεῖ νὰ συγκεντρώσει τὴν προσοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ ἀπελευθερώσει μέσα του μεγάλη ἐνέργεια, ἱκανὴ νὰ τὸν στηρίξει σὲ κάθε μορφὴ ἀντιξοότητας. Ὅσο γιὰ τὴν κενὴ καρδιά, φαίνεται νὰ μὴν ὑπάρχει τέλος στὴ δυστυχία της.

Ὁ λιμὸς τῆς μακρινῆς ἐκείνης χώρας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ πείνα μίας ἀποστεγνωμένης καὶ ἀπολιθωμένης καρδιᾶς ποὺ στερήθηκε τὴ χάρη. Ὁ ἀτυχὴς νέος, ἀφοῦ ἀπόλαυσε μεγάλη ἄνεση στὸν οἶκο τοῦ πατέρα του, ἀποστασιοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴ Βασιλεία τῆς ἀγάπης Του τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὸ ἀπόκοσμο βασίλειο τῶν δαιμόνων καὶ νὰ ὑποταχθεῖ στὰ καταχθόνια σχέδια τους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀναλαμβάνει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ σὲ συνεργασία μαζί Του γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς σωτηρίας του, εὔκολα οἱ δαίμονες τὸν θέτουν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἐκδούλευσή τους. Τοῦ ἀναθέτουν νὰ βόσκει χοίρους, δηλαδὴ τὸν ὁδηγοῦν στὸ νὰ τροφοδοτεῖ τὴν ὀλέθρια φλόγα τῶν παθῶν. Καὶ ἡ μόνη ἀνταμοιβὴ βέβαια ἀπὸ τέτοιο ἔργο εἶναι ἡ κατάρα τοῦ θανάτου. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ κατάρα ἐπερχόταν ὡς συνέπεια ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπακόλουθο ἀμέλειας στὴν ἐκπλήρωση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ προφήτης Ἱερεμίας: «Ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἀμελῶς» (Ἱερ. 48, 10). Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρήσει νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ μὲ μισή καρδιά, θὰ ἐπισύρει ἐπάνω του κατάρα, ἀκόμη καὶ ἂν ζεῖ μέσα στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μας εἶναι ὄντως ζηλωτὴς καὶ δὲν ἀνέχεται μερισμὸ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἀρκεῖται σὲ ἕνα μικρότερο ἢ μεγαλύτερο μερίδιο. Ποθεῖ ὁλόκληρη τὴν καρδιὰ ὄχι ἀπὸ ἰδιοτέλεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν γεμίσει μὲ τὸ πλήρωμα τῆς θεϊκῆς ζωῆς Του.

Ὁ δυστυχὴς καὶ ἐπικατάρατος ἄσωτος υἱὸς «ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Ὁ στίχος αὐτὸς ρίχνει φῶς σὲ μία τρομακτικὴ πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκαταλείψει, τότε οἱ ἀνθρώπινες ἀλλὰ ἀκόμη καὶ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις ἀδυνατοῦν νὰ μᾶς συνδράμουν. Φυσικὰ ὁ ἄνθρωπος ἑκούσια ἐγκαταλείπει τὴ θεϊκὴ Βασιλεία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ φωτός, γιὰ νὰ προσχωρήσει στὸ ζοφερὸ βασίλειο τοῦ θανάτου. Ὑπόκειται ἔτσι στὴ δυναμική του κακοῦ καὶ δαπανᾶ ἐφεξῆς ὅλες τὶς δυνάμεις του μόνο γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του. Καθὼς ὅμως ἀγωνίζεται νὰ ἐπιζήσει, καταποντίζεται ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ στὴν ἁμαρτία, ἐνῶ ἡ κατάρα ποὺ ἐπισύρει ἐπάνω του γίνεται δριμύτερη. Ὅσο περισσότερο ἐνδίδει στὰ πάθη, τόσο ἐπιτείνεται ἡ λιμοκτονία του ἀπὸ τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μένει ἀπαράκλητη ἀπὸ τὶς πρόσκαιρες ἡδονὲς τοῦ κόσμου τούτου. Μόνο ἡ ἄφθαρτη παρηγοριὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ τὴν ἱκανοποιήσει ἀληθινά.

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πόσο ἔχει ἐξαχρειωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἢ πόσο βαθιὰ ἔχει βυθισθεῖ στὴν ἄβυσσο τῆς κολάσεως, διατηρεῖ πάντοτε μέσα του κάποια εὐγένεια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλειφθεῖ, δηλαδὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε. Ὁ Θεὸς ἐμφύτευσε στὴν ὕπαρξή μας τὴ δυνατότητα τῆς μετάνοιας, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ στρεφόμαστε πρὸς Αὐτὸν καὶ νὰ ἱκετεύουμε γιὰ τὴ συγχώρησή Του ὁποιαδήποτε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν», ἐξετάζει προσεκτικὰ τὴν καρδιά του καὶ στὴ συνέχεια καταφεύγει στὸν Θεὸ μὲ ὑπευθυνότητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς μετάνοιάς του. Τότε Ἐκεῖνος τοῦ ἀπονέμει μεγάλη τιμή, ἐκχέοντας πάνω του τοὺς ἀναζωογονητικοὺς καταρράκτες τοῦ ἐλέους Του. Ἔχοντας δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὁμοίωσή Του, ἐμφύσησε στὴ φύση του τὸν πόθο τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται μὲ τοὺς εὐλογημένους καὶ σωτηριώδεις λόγους: «Πάντα τὰ ἐμά σὰ ἐστιν». Αὐτὸ σημαίνει: «Τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς μου, ὢ ἄνθρωπε, εἶναι τώρα δική σου ζωή». Ὅσα ἰδιώματα ἔχει ὁ Θεὸς ἐκ φύσεως τὰ ἀποδίδει δωρεὰν στὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ χάριν θεός.

Ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα τοῦ ἀσώτου τὸν ὑποχρεώνουν σὲ βαθειὰ αὐτοεξέταση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, προκειμένου νὰ ἐξετάσει τὴν καρδιά του καὶ νὰ ἔλθει ἀντιμέτωπος μὲ τὴν ἀληθινὴ καὶ ὀλέθρια πτωχεία ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Μόλις ὅμως ἀντιληφθεῖ καὶ ἐξομολογηθεῖ τὴν κατάστασή του, ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ τοῦ συμπαρασταθεῖ. Τὸν φωτίζει, ὑποδεικνύοντάς του ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται. Μὲ τὴν παράδοξη αὐτὴ ὅραση, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ «ἐκ τῶν ὄπισθεν». Δὲν βλέπει τὸν Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἡ χάρη τοῦ ἀποκαλύπτει τὰ ὑστερήματά του. Συναισθάνεται τότε τὴν κόλαση στὴν ὁποία βρίσκεται, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπουσιάζει ὁ Θεός, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν μία ἀκτίνα φωτὸς ἀποκαλύπτει ξαφνικὰ τὴ σκόνη σὲ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο. Ἡ ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς πτωχείας του προσδίδει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει καὶ νὰ ἐπιδιώκει μόνο τὰ ἄφθαρτα καὶ θεϊκὰ πράγματα, ἐνῶ συγχρόνως τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ περιφρονεῖ ὅλα τὰ φθαρτά τῆς πρόσκαιρης αὐτῆς ὑπάρξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας, ἐφόσον ἡ γνώση τῆς ἀληθινῆς μας καταστάσεως ἐμπνέει μέσα μας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 110, 10).

Εἶναι ἐξέχουσα ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Οἱ ἡσυχαστὲς τοῦ δέκατου τέταρτου αἰώνα ἔκαναν συχνὴ χρήση τῆς φράσεως αὐτῆς, ποὺ ὑποδεικνύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία, διαχέει τὸν νοῦ πρὸς τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο. Ἄσωτος υἱὸς εἶναι, κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴτε θηριώδης εἴτε δαιμονιώδης. Τότε ἀρχίζει ἡ ζωὴ τῆς ἀσωτείας, ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ σωφροσύνη καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴ διάσπαση καὶ τὴ διάχυση τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθήσεων καὶ ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Προκειμένου νὰ ἑνοποιηθεῖ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ νοῦς πρέπει νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μὲ τὴν καρδιὰ μὲ μία θεραπευτικὴ κίνηση πρὸς τὰ μέσα. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ κατεβεῖ καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴν καρδιά, ὥστε ἑνωμένος πάλι μὲ αὐτὴν νὰ μπορεῖ νὰ κυβερνᾶ ἀποτελεσματικὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή του, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ σώματος, συγκεντρωθεῖ στὴν καρδιά, συντελεῖται μία τρίτη κίνηση, αὐτὴ τὴ φορὰ πρὸς τὸν Ἴδιο τὸν Θεό. Τὸ συνολικὸ σχῆμα ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα, σύμφωνα μὲ τοὺς ὅσιους ἡσυχαστές. Ἀφοῦ «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ» στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο (πρώτη κίνηση), ὁ ἄσωτος υἱὸς «ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν» (δεύτερη κίνηση), οὕτως ὥστε νὰ κατευθύνει ὅλη τὴν ὕπαρξή του πρὸς τὸν ἐναγκαλισμὸ τοῦ Πατέρα (τρίτη κίνηση). Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπανασυνδέσει τὸν νοῦ μὲ τὴν καρδιά του, πρέπει νὰ ἀντιταχθεῖ στὸ πλῆθος τῶν λογισμῶν ποὺ τοῦ ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τὴ ρίζα τους στὴν ὑπερηφάνεια. Ὡστόσο ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, ἀρχίζει νὰ ἐντοπίζει τὴν προέλευση τέτοιου εἴδους λογισμῶν καθὼς ἐπίσης καὶ τὸν σκοπό τους. Δὲν τὸν ἐξαπατοῦν οἱ λογισμοὶ πιὰ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ὅπως παλιά, γιατί μαθαίνει νὰ ἐπιτηρεῖ τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν τελικὰ καταφέρει νὰ ἐνοικήσει σὲ αὐτήν, τότε μόνο ταπεινοὶ διαλογισμοὶ θὰ ἀναφύονται στὸ ἔδαφός της, ποὺ θὰ τρέφουν καὶ θὰ ζωογονοῦν τὴν ὕπαρξή του.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς ζοῦμε δυστυχῶς ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, καὶ ὁ νοῦς μας παραμένει σὲ διαρκῆ σύγχυση. Ὁρισμένοι καλοὶ λογισμοὶ ἀναδύονται κατὰ καιροὺς στὴν ἐπιφάνεια, ἀλλὰ οἱ σκέψεις μας στὴν πλειονότητά τους εἶναι ἐπιβλαβεῖς. Ὅσο ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀγνοοῦμε τὴν καρδιά μας θὰ βρισκόμαστε ὑπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ ὀλέθριου αὐτοῦ καθεστῶτος. Πρὸς τὸ τέλος ὅμως ὁ πόνος ἐντείνεται τόσο πολύ, ὥστε ἀνήμποροι νὰ τὸν ἀνεχθοῦμε ἀρχίζουμε νὰ ψάχνουμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἐνθυμούμενος τὸ πατρικό του σπίτι ὁ ἄσωτος υἱὸς συνέρχεται καὶ ἀναλογίζεται: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῶ ἀπόλλυμαι!» Ὅλοι ἔχουμε θαμμένες βαθιὰ μέσα μας ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ Πατρός, γιατί ἡ ψυχὴ μας διατηρεῖ παντοτινὰ τὰ ἴχνη τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ὅταν ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστό. Ἐπιπλέον, κάθε φορά ποὺ μετέχουμε στὰ Ἄχραντα Μυστήρια ἡ ὕπαρξή μας σημαδεύεται ἀνεξίτηλα ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Στὴν καρδιὰ τοῦ ἀσώτου ἄλλη ταπεινὴ σκέψη ἀναδύεται τώρα: «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου …» Ἡ διαδικασία τῆς ἐνδότερης ἀναγεννήσεως ἔχει πιὰ ξεκινήσει, ἀφοῦ ἀποφάσισε νὰ ἀνασηκωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση του. Ἔχοντας ἀντικρίσει τὴν πραγματικότητα τῆς ἀπώλειάς του, ἐπιστρέφει πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν Θεό. Ἀρχίζει ἡ δυναμικὴ ἐν Θεῷ αὔξησή του. Εἶναι ἕτοιμος νὰ φωτισθεῖ καὶ νὰ καθαρισθεῖ, ἀφοῦ ἄρχισε νὰ μιλᾶ μὲ εἰλικρίνεια στὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του. Οἱ προσευχὲς μιᾶς κατακερματισμένης διάνοιας δὲν ἔχουν οὔτε ἐνάργεια οὔτε βάθος, ἀλλὰ ὁ νοῦς ποὺ ἐπανασυνδέθηκε μὲ τὴν καρδιὰ ξεχειλίζει ἀπὸ ταπεινὴ προσευχὴ μὲ τέτοια δύναμη, ποὺ φθάνει στὰ ὦτα τοῦ Κυρίου Σαβαώθ. «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τώρα τὴν ἰσχὺ τῆς ταπεινώσεως. Διαπιστώνει ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ στάση εἶναι νὰ ἀποδώσει ὅλη τὴ δόξα καὶ τὴν τιμὴ στὸν Θεό, ἐνῶ στὸν ἑαυτὸ του «τὴν αἰσχύνη τοῦ προσώπου» (Δανιὴλ 9, 7) ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του. Καταθέτει ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη του στὸ ἔλεος τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι πιὰ στὸ διεφθαρμένο ἐγώ του, καὶ υἱοθετώντας τὴ στάση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς ὁδηγεῖται σὲ ἀληθινὴ μετάνοια. Ὅπως διαβάζουμε σὲ μία ἀπὸ τὶς μεγάλες «εὐχὲς τῆς γονυκλισίας» κατὰ τὴν Πεντηκοστή: «Σοὶ μόνω ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ Σοὶ μόνω λατρεύομεν». Εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους Του, ἀλλὰ ἔχουμε πλήρη πεποίθηση σὲ Ἐκεῖνον τὸν Ὁποῖο λατρεύουμε. Τὸ «ἀλλὰ» αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ λεχθεῖ χωρὶς πίστη, καὶ ἀκριβῶς ἡ πίστη αὐτὴ εἶναι ὁ βράχος πάνω στὸν ὁποῖο οἰκοδομοῦμε τὴν πνευματικὴ ζωή μας.

Ὁ ἄσωτος υἱός, στὴ συνέχεια, ταπεινώνεται ἀκόμη περισσότερο: «Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Δὲν λέει «ἕνα τῶν ὑπηρετῶν σου». Οἱ ὑπηρέτες ἀνῆκαν γενικὰ στὴν οἰκογένεια τοῦ ἀφεντικοῦ τους καὶ περνοῦσαν τὴ ζωὴ τους μέσα στὸ οἰκιακὸ περιβάλλον. Ἀπεναντίας οἱ μισθωτοὶ ὑπηρέτες δὲν εἶχαν δικαίωμα νὰ μένουν στὸ σπίτι τοῦ ἀφεντικοῦ καὶ μποροῦσαν νὰ ἀπολυθοῦν ἀνὰ πάσαν στιγμήν. Ἔτσι ὁ ἄσωτος κρίνει ὅτι τοῦ ἁρμόζει νὰ τοποθετηθεῖ στὴν ἴδια τάξη μὲ τοὺς προσωρινοὺς ἐργάτες, τοὺς πιὸ ἀσήμαντους ὑπηρέτες. Σὲ ὅσους μετανοοῦν ἀληθινὰ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὲς τέτοιες ταπεινὲς σκέψεις, καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐκφράζει βαθύτερη ταπεινοφροσύνη ἀπὸ τὶς προηγούμενες. Τὸ πῦρ τῆς μετάνοιας βυθίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ στὴν ἄβυσσο τῆς μηδαμινότητάς του, ἀπ’ ὅπου μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ πάλι νὰ τὸν ἀνυψώσει. (Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ὑπέδειξε τὴν ὁδὸ αὐτή: προηγήθηκε ἡ κατάβασή Του στὸν Ἅδη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ἀνάβασή Του ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν). Ὅσο ταπεινώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο κερδίζει σὲ σοφία, καλλιεργώντας ἀδιασάλευτη πίστη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ γνωρίζοντας ὅτι Αὐτὸς θὰ τὸν ἀνυψώσει διαπαντὸς ἐν καιρῷ εὐθέτω (Α΄ Πέτρ. 5, 6). Ἀφότου ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύψει τὴν καρδιά του, μοναδική του μέριμνα εἶναι νὰ καλλιεργεῖ τέτοιους λογισμούς, ποὺ τὸν τοποθετοῦν στὴν καθοδικὴ πορεία τῆς μετάνοιας. Γνωρίζουμε ὅτι, ὅποιος φέρεται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, δὲν παύει νὰ μέμφεται τὸν ἑαυτό του. Μάλιστα ὅσο περισσότερο ὁδεύει πρὸς τὰ κάτω, ἀκολουθώντας τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ, τόσο ὑψηλότερα θὰ ἀνυψωθεῖ μαζί Του.

Ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ κακοῦ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀπώλεια, ἔτσι καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος τὸν μετασχηματίζει, ἂν αὐτὸς συμμορφώνει τὴ ζωή του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὴ σωτηρία, κάθε ταπεινὸς λογισμὸς γεννᾶ ἄλλον ταπεινότερο, ποὺ αἰχμαλωτίζει κάθε κακὴ σκέψη στὴν ὑπακοὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ (Β΄ Κορ. 10, 15). Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνιστᾶ τὸν ἄνθρωπο στὴ δόξα τοῦ ἐναγκαλισμοῦ του ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ τὸν ἀποκαθιστᾶ στὴν υἱοθεσία.

Ἡ μεγάλη ὀδύνη βοήθησε τὸν ἄσωτο υἱὸ νὰ βρεῖ τὴν καρδιά του. Μέσα ἀπὸ τὴ δυναμικὴ ἀλληλοδιαδοχὴ τῶν ταπεινῶν λογισμῶν ποὺ ἀναζωογονοῦν τὴν ψυχή του, ὁδηγήθηκε στὴν ἀνακάλυψη τοῦ πνευματικοῦ χώρου τῆς μετάνοιας. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἰσχὺς ἑνὸς ταπεινοῦ λογισμοῦ. Μὲ λίγες μόνο λέξεις ἡ Ἁγία Γραφὴ ἑστιάζει τὴν προσοχή μας στὴ μεγαλειώδη πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸν κεκρυμμένο σκοπὸ τῆς παραβολῆς αὐτῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν καρδιά του καὶ ἀρχίζει νὰ αὐξάνει μέσα του τὴ χάρη ταπεινώνοντας τὸν νοῦ του, ἀποκτᾶ ἀνδρεία λέοντος στὴ μετάνοιά του. Ἐπιπλέον ὁ αὐτοκαθορισμὸς του ἐνδυναμώνεται, ὥστε εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑπομείνει ἀκόμη καὶ τὴν κάμινο τοῦ ἴδιου τοῦ ἅδη. Ὅπως καὶ ἂν διαμορφώνονται οἱ περιστάσεις τοῦ βίου του, εἶναι πιὰ ὁπλισμένος μὲ τέτοιο θάρρος καὶ τόση παρρησία, ποὺ προσφεύγει πάντοτε στὸν Θεὸ μὲ ἀκλόνητη ἑτοιμότητα γιὰ ἅλματα τῆς πίστεως.

«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ εὐσπλαγχνίσθη». Ποιὸς ἄλλος πατέρας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν οὐράνιο ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει τόσο καθαρὰ καὶ ἀπὸ τόσο μακριά, ἀκόμη καὶ πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ τῶν ἁμαρτιῶν μας; Ἀληθινὰ καταπλήττει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἔφθασε ἀκόμη καὶ στὴν ἄβυσσο τῆς κολάσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὰ ἴχνη τοῦ ἀνθρώπου. Πράγματι, ἡ ἐπισκοπή Του δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Μᾶς παρατηρεῖ καὶ καρτερεῖ ὑπομονετικὰ νὰ ἔλθουμε εἰς ἑαυτὸν καὶ τότε μόνο μᾶς ἀνιστᾶ στὸ ὕψος τῆς δικῆς Του δόξας.

Ὁ πατέρας «εὐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμών ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτὸν» (Λουκ. 15, 20). Τρέχει, πέφτει καὶ καταφιλεῖ: τρία ρήματα ποὺ μεταδίδουν μεγάλη δύναμη. Ὁ Θεὸς τρέχει νὰ συναντήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ, ὥστε νὰ τοῦ χορηγήσει τὴ δύναμη ποὺ ἀπαιτεῖται, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴν καλὴ πρόθεση τῆς ἐπιστροφῆς του. Πέφτει στὸν τράχηλο τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ τὸν καταστήσει θεοφόρο, «ἄλογο» ποὺ ἔχει καβαλάρη τὸν Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο χρησιμοποιεῖ τὶς θαυμάσιες αὐτὲς εἰκόνες, γιὰ νὰ καταδείξει τὴν ἄπειρη ἀγάπη καὶ ταπείνωση τοῦ Θεοῦ. Τί Θεὸ ἔχουμε! Ἔχοντας ὑπερβεῖ τὸν θάνατο τῆς ἁμαρτίας, ταπεινώθηκε ἐνώπιόν μας ἀπὸ ἀγάπη. Χάρη στὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη Του γίνεται ὑπηρέτης τοῦ ἀνθρώπου, συγκαταλέγοντας τὸν στὴ ζωὴ καὶ τὴ Βασιλεία Του. Ὁ Θεὸς ἐπιχέει τὰ ἐλέη Του πάνω στὸν ἄνθρωπο ποὺ μετανοεῖ σηματοδοτώντας μαζί Του τὸ προοίμιο τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει οὔτε φθορὰ οὔτε τέλος. Καθὼς ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεοφόρος, μεταβαίνει ἀπὸ δύναμη σὲ δύναμη, ἐνῶ ἡ ἀγαλλίασή του μεγαλώνει συνεχῶς ἀπὸ ἕνα πλήρωμα χαρᾶς σὲ ἄλλο ἀκόμη μεγαλύτερο.

Δὲν ἀργεῖ ὁ εὔσπλαγχνος πατέρας νὰ ἀκούσει τὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του, καὶ ἀμέσως τὸν σφίγγει στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν καταφιλεῖ. Ὁ πατέρας γνωρίζει τὴν ἀλλοίωση τῆς καρδιᾶς του καὶ μέσα στὴ χαρά του οὔτε κἄν ἀκούει τὴν ἐξομολόγησή του. Ποθεῖ τόσο φλογερὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὸν μεταμελημένο γιό του, ὥστε διατάζει τοὺς ὑπηρέτες νὰ φέρουν τὴν πιὸ ἐκλεκτὴ στολή. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει, ὅταν στεκόμαστε μὲ μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ πενθοῦμε. Ὁ Θεὸς μᾶς συγχωρεῖ, πρὶν ἀκόμη νὰ τὸ καταλάβουμε. Ἀλλὰ ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς μετάνοιάς μας ἐπισφραγίζεται, μόνο ὅταν ἐξομολογούμαστε τὶς ἁμαρτίες μας ἐνώπιον ἑνὸς «ὁμοιοπαθοῦς» ἀνθρώπου (Πράξ. 14, 15), ἑνὸς ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ πατέρας, ὅταν ἀγκαλιάζει τὸν υἱό του, τοῦ μεταδίδει τὴν ἴδια τὴ ζωή του καὶ τοῦ προσφέρει ὅλα τὰ πλούτη του, ὅπως ἀκριβῶς θὰ ἔκανε, ἂν ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἐγκαταλείψει ποτὲ τὴν πατρικὴ ἑστία. Θεωρώντας τὰ ἁμαρτήματά του ὡς ἐλάχιστα ἴχνη σκόνης πάνω σὲ ἕναν καθρέφτη τὰ ἐξαλείφει ὅλα, ἀφήνοντας τὴ γυάλινη ἐπιφάνεια ὁλοκάθαρη, ὅπως ἦταν στὴν ἀρχή. «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην …» Ὁ πατέρας τὸν ἐνδύει μὲ τὴν περιβολὴ τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξας καὶ τοῦ φορεῖ δαχτυλίδι στὸ χέρι καὶ ὑποδήματα στὰ πόδια. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες ἡ ἐνδυμασία δηλώνει τὴν τιμὴ τῆς υἱοθεσίας. Τὸ δαχτυλίδι συμβολίζει τὴ δύναμη ποὺ τοῦ παρέχεται, ὥστε νὰ ζήσει στὸ ἑξῆς ἀναμάρτητη ζωή, ἑνωμένος μὲ τὸν Θεὸ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του. Ἐπιπλέον, στὰ ἀρχαῖα χρόνια, ὅταν κάποιος ἔδιδε τὸ δαχτυλίδι του σὲ κάποιον ἄλλο, σήμαινε ὅτι τοῦ μεταβίβαζε τὴν ἐξουσία του. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει καὶ ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Τοῦ παραδίδει τὴν ἐξουσία τοῦ κληρονόμου τῆς ἴδιας τῆς ζωή Του. Τὰ ὑποδήματα ἀποτελοῦν ἐπίσης σύμβολο υἱοθεσίας. Μόνο οἱ ὑπηρέτες περπατοῦσαν ἀνυπόδητοι, ἐνῶ τὰ ὑποδήματα συνιστοῦσαν τὸ διακριτικὸ σημεῖο ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.

«Ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν». Ὁ πατέρας, γεμάτος ἀγαλλίαση, ἑτοιμάζει λαμπρὴ ἑορτὴ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ υἱοῦ του. Ὅπως βεβαιώνει ὁ Κύριος: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἐνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Πράγματι, ζοῦμε στὴ γῆ μεταξὺ δύο κόσμων: Καταυγαζόμαστε ἀπὸ τὶς ἀκτίνες φωτὸς τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας καὶ ἀπειλούμαστε ἀπὸ τὶς ζοφερὲς σκιὲς τοῦ Ἅδη. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας νὰ ἀσπασθοῦμε εἴτε τὸν ἕνα κόσμο εἴτε τὸν ἄλλο, ἡ στιγμὴ τῆς διαβάσεώς μας θὰ ἀποδειχθεῖ πύλη εἰσόδου στὴν αἰώνια μακαριότητα ἢ στὸ τυραννικὸ σκότος τοῦ ἴδιου τοῦ παραλογισμοῦ μας. Ὁ οὐράνιος Πατέρας ὅμως ἔχει μία μόνο σκέψη: «Οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε καὶ ἀπολωλὸς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἡ χαρά τοῦ οὐρανίου Πατρὸς εἶναι ἀνεκλάλητη, γιατί ἀνεξάντλητη εἶναι καὶ ἡ δίψα Του γιὰ τὴ σωτηρία μας! Στὴν οὐσία εἶναι ὁ δικός Του σφοδρὸς πόθος γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας ποὺ ἀπεργάζεται τὴ δική μας μετάνοια.

Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ δὲν χαροποίησε, ὡστόσο, τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του, ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν στοὺς ἀγρούς, ἔξω ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία. Αὐτὸς ἐκπροσωπεῖ τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ὑποδέχονταν μὲ χαρὰ τὴ μεταμέλεια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ, θεωρώντας ὅτι τοῦ ἀξίζει ἡ κόλαση. Ἐμπιστεύονταν μόνο τὴ δική τους δικαιοσύνη, ἀλλὰ μὲ τὴν αὐτοδικαίωση αὐτὴ ἀποδεικνύεται ὅτι βρίσκονταν στοὺς ἀγρούς, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὸν οἶκο τῆς καρδιᾶς τους. Εἶχαν τὴν πίστη ὅτι ἀνήκουν στὸν Θεό, ὅπως ὁ μεγάλος γιὸς τῆς παραβολῆς, χωρὶς νὰ ἐννοοῦν ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶχαν δώσει ποτὲ τὴν καρδιά τους στὸν ἐπουράνιο Πατέρα. Δὲν εἶχαν καμιὰ γνώση τοῦ Θεοῦ οὔτε ἦλθαν ποτὲ σὲ κοινωνία μὲ τὸ Πνεῦμα Του. Ἔτρεφαν μᾶλλον τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ τυπικὴ ἀπὸ μέρους τους τήρηση τοῦ Νόμου θὰ ὑποχρέωνε κατὰ κάποιον τρόπο τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀποδώσει τὴ σωτηρία.

«Καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τὴ οἰκία, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί ἄν εἴη ταῦτα». Ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐννοήσει ὁ μεγάλος γιὸς τί συνέβαινε, ἀναγκάσθηκε νὰ ρωτήσει ἕναν ὑπηρέτη, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν πληροφόρησε: «Ὁ ἀδελφός σου ἤκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν». Ἐκεῖνος τότε, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐγωιστικῆς ἠθικῆς του, ὀργίσθηκε καὶ ἀντέδρασε ὡς ἀκάρδιος ἢ μᾶλλον ὡς λιθοκάρδιος. Ἀρνήθηκε νὰ μπεῖ στὸ σπίτι σὰν νὰ δήλωνε στὸν Θεό: «Ἂν ὑποδέχεσαι ἁμαρτωλοὺς στὴ Βασιλεία σου, ἐγὼ προτιμῶ νὰ μείνω ἔξω». Δυστυχῶς ἡ στάση αὐτὴ χαρακτηρίζει πολλοὺς χριστιανούς. Λίγοι ἀπὸ μᾶς χαιρόμαστε ἀληθινὰ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἑνὸς ἀδελφοῦ ποὺ ἔζησε ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ πολὺ συχνὰ μάλιστα ἀντιμετωπίζουμε μὲ δυσφορία τὴν πνευματική του σταθερότητα καὶ πρόοδο.

«Ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθών παρεκάλει αὐτόν». Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πατέρας ἔσπευσε νωρίτερα νὰ προϋπαντήσει τὸν ἄσωτο γιό του, ἔτσι ἐξέρχεται τώρα νὰ συναντήσει καὶ τὸν μεγάλο γιό του. Ὁ Θεὸς ταπεινώνεται μπροστὰ στὸ καθένα ἀπὸ τὰ τέκνα Του, προκειμένου νὰ τὰ ὁδηγήσει ὅλα κοντά Του. Πόσοι ἀπὸ μᾶς ὅμως ἀρνούμαστε νὰ συμμετάσχουμε στὴ χαρὰ τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα μας! Ἀντιλέγουμε μὲ ἀλαζονικὴ ἀναισθησία: «Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ». Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ δείχνει ὅτι ἡ σχέση μας μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα μας δὲν ἀποτελεῖ σύνδεσμο ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἂν ὅμως δὲν συνδεόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη, ἀπέχουμε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν τελειότητα καὶ ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀβέβαιη. Τὰ λόγια τοῦ μεγάλου γιοῦ συνιστοῦν σαφῆ ἔνδειξη ὅτι ἡ καρδιὰ του στερεῖται τοῦ «ἅλατος» τῆς ἀγάπης. Συνεχίζει τὸν λόγο μὲ ἀκόμη ἐντονότερη πικρία: «Ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Πόση ἀγανάκτηση αἰσθάνεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του! Τὸν κατηγορεῖ, καταδικάζοντάς τον γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀνίκανος νὰ διακρίνει τὴ μεταμόρφωση ποὺ ἐπῆλθε στὴν ψυχή του.

Τότε ὁ εὔσπλαχνος πατέρας, μέσα στὴν ἄφατη ἀγαθότητά Του, ἀποκρίνεται: «Τέκνον, σύ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἰ, καὶ πάντα τὰ ἐμά σὰ ἐστιν;». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ συγκινητικὴ ρήση σὲ ὅλη τὴν παραβολή. Ὁ πατέρας κατακλύζεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ θεραπεύσει τὸν φθόνο τοῦ γιοῦ του καὶ τοῦ θέτει τὸν προβληματισμό: «Σὲ σένα ἔχω δώσει ἤδη ὅλη μου τὴν περιουσία. Γιατί φθονεῖς τὸν ἀδελφό σου; Τὸ μόνο πού σοῦ ζητῶ εἶναι νὰ μὲ ἀγαπᾶς ὡς γιός μου». Ἂν ἡ καρδιὰ τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ ἦταν ἑνωμένη μὲ τὴν καρδιὰ τοῦ πατέρα του, τότε ἡ χαρὰ τοῦ πατέρα θὰ ἦταν καὶ δική του χαρά. Ἡ δόξα τοῦ ἀδελφοῦ του θὰ ἦταν καὶ δική του δόξα, ὅπως ἀκριβῶς τὸ φῶς ἑνὸς κεριοῦ δὲν ἐλαττώνεται, ὅταν ἀνάβονται ἀπὸ αὐτὸ ἄλλα κεριά. Ὅταν ἀποδεικνύουμε στὸν Θεὸ ὅτι Τὸν ἀγαπᾶμε ὡς ἀληθινοὶ υἱοί, γινόμαστε ἱκανοὶ νὰ λάβουμε ὅλα ὅσα εἶναι δικά Του, τὴν ἴδια τὴ ζωή Του καὶ ὅλο τὸν ἀκένωτο πλοῦτο τῶν χαρισμάτων Του.

Οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, διατυπωμένοι μὲ ἐξαιρετικὴ εὐγένεια, φανερώνουν τὸν σφοδρὸ πόθο Του νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπὸ τὴ μικροπρέπεια τῆς ζηλοτυπίας. Σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου, μετὰ τὴν Ἀνάστασή του Κυρίου, ὁ Πέτρος ζητεῖ νὰ ἐνημερωθεῖ γιὰ τὸν Ἰωάννη. Εἶχε δεῖ τὸν ἀγαπημένο μαθητὴ νὰ γέρνει στὸ στέρνο τοῦ Κυρίου κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ διατήρησε τὴν εἰκόνα αὐτὴ στὴ μνήμη του. Νιώθοντας ὁ ἴδιος μεγάλη ντροπὴ γιὰ τὴ δική του προδοσία, ρωτᾶ τὸν Χριστό: «Οὗτος δὲ [ὁ Ἰωάννης] τί;» Καὶ ὁ Κύριος ἀποκρίνεται: «Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; Σὺ ἀκολούθει μοι» (Ἰωάν. 21, 22). Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς συμπεριφέρεται στοὺς συνανθρώπους μας. Σκοπὸς καὶ χρέος μας εἶναι νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε μὲ πίστη καὶ ἀφοσίωση, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀκούσουμε τὸν μακάριο λόγο: «Πάντα τὰ ἐμά σά ἐστι». Καὶ πραγματικά, ὅταν ἡ καρδιὰ μας ἀνήκει στὸν Θεό, δὲν ὑστεροῦμε σὲ τίποτα, ἀφοῦ ὅ,τι δωρίζει στοὺς ἀδελφούς μας ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ δικό μας χάρισμα.

«Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλῶς ἦν καὶ εὑρέθη». Ἂν ἀκολουθοῦμε τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου μὲ πιστότητα, ἡ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων θὰ εἶναι ἡ μόνη μας ἐπιθυμία. Τότε καὶ ἡ δική μας σωτηρία θὰ ἀποτελεῖ φυσικὸ ἐπακόλουθο, ἐφόσον ἡ ἐπιθυμία μας θὰ εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Γνώρισα ἕναν μοναχὸ ποὺ προσευχόταν γιὰ πολὺ καιρό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ μένα». Μὲ ἄλλα λόγια: «Κύριε, παράλαβε ὅλους τούς ἀνθρώπους στὸν Παράδεισο, καὶ ἴσως τότε ὑπάρξει καὶ γιὰ μένα κάποια ἐλπίδα».

Ὅταν ἀκολουθοῦμε τὸν Κύριο, μοναδική μας μέριμνα εἶναι νὰ Τὸν εὐαρεστοῦμε καὶ νὰ Τοῦ ἀποδίδουμε εὐχαριστία σὲ ὅ,τι κάνουμε. Προηγουμένως ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκτήσουμε αὐθεντικὴ σχέση μαζί Του, καλλιεργώντας τὴν ταπείνωση τοῦ τελώνη καὶ τὴν ἀποφασιστικὴ μετάνοια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ὁ Θεὸς δημιούργησε κάθε ἄνθρωπο μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὁ ἰδιαίτερος καὶ μοναδικὸς σύνδεσμός του μὲ τὸν Δημιουργό του νὰ τὸν ὁλοκληρώνει καὶ νὰ τὸν τελειοποιεῖ. Ἔτσι ἀποτελεῖ ὕψιστη ἀποστολὴ καὶ σκοπό μας ἡ δημιουργία ἰσχυρῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὁ ἀδιάλειπτος διάλογος μαζί Του. Τότε ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις μας θὰ ἀντλοῦν δύναμη ἀπὸ τὸν σύνδεσμό μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ θὰ ἀρχίσουμε νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ πάντα, κάθε στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, στὸ φῶς τῆς σχέσεως αὐτῆς. Ἂν ἡ βελτίωση τῆς σχέσεώς μας μαζί Του καταστεῖ ἡ μοναδικὴ φροντίδα μας, τότε βαθειὰ μετάνοια θὰ ἐκπηγάσει ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ εἶναι μας. Ὅσο περισσότερο αὐξανόμαστε ἐν Χριστῷ, τόσο ἐναργέστερα θὰ προβάλλει μπροστὰ μας ἡ πτωχεία μας ἀνανεώνοντας διαρκῶς τὴν ἔμπνευσή μας. Δὲν θὰ φοβόμαστε τίποτα, γιατί τίποτα δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.

Ἡ σχέση ποὺ οἰκοδομήσαμε μὲ τὸν Σωτήρα μας στὴ ζωὴ αὐτὴ θὰ συνεχισθεῖ καὶ στὸν μέλλοντα κόσμο. Θὰ κριθοῦμε ἀνάλογα μὲ τὴν ἀγάπη μας καὶ σύμφωνα μὲ κάθε λόγο τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἀποθησαυρισμένος στὸ Εὐαγγέλιο. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἔθεσε στὸν Πέτρο τὸ ἐρώτημα: «Φιλεῖς με;», τὸ ἴδιο ἐρώτημα θὰ θέσει στὸν καθένα ἀπὸ μᾶς στὸν μέλλοντα αἰώνα: «Καὶ σύ, φιλεῖς μέ;» Καὶ ἐμεῖς θὰ ἀπαντήσουμε: «Ναί, Κύριε, Σὺ γνωρίζεις ὅτι φιλῶ Σε». Ὁ δυναμισμὸς ὅμως καὶ ἡ παρρησία τῆς ἀποκρίσεώς μας θὰ ἐξαρτηθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ συνδέσμου μας μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅποια στάση υἱοθετήσουμε στὴ ζωὴ αὐτὴ θὰ συνεχισθεῖ καὶ μετὰ τὸ μνῆμα, γεγονὸς ποὺ γίνεται σαφὲς στὴν εὐαγγελικὴ ἀφήγηση περὶ τῆς κρίσεως τῶν δικαίων. «Κύριε, πότε πράξαμε κάτι καλὸ πάνω στὴ γῆ; Σὲ Σένα πρέπει δόξα, σὲ μᾶς αἰσχύνη» (Ματθ. 25, 37-39) εἶναι ἡ ταπεινὴ σκέψη ποὺ προφέρουν οἱ δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ καὶ ἡ ὁποία ἔθρεψε τὴ μετάνοιά τους στὴ ζωὴ αὐτή. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὀφείλουμε καὶ ἐμεῖς νὰ μαθητεύσουμε στὴ στάση αὐτὴ τῆς ταπεινώσεως ἀπὸ τώρα, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰώνιας ζωῆς μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀλαζονεία καὶ ἡ αὐτοδικαίωση δὲν ἔχουν θέση στὴ ζωή Του, μποροῦν ὅμως νὰ μᾶς συνοδεύσουν τραγικὰ στὴν αἰωνιότητα, καταδικάζοντάς μας σὲ αἰώνιο χωρισμὸ ἀπὸ Αὐτόν.

Γιὰ μᾶς Παράδεισος εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς διαβεβαιώνει: «Ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετανοοῦσαν καὶ τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὁ παράδεισος θὰ ἦταν στὴ γῆ, γιατί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ». Ὁ Παράδεισος ἀρχίζει στὴ γῆ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας. Ἐδῶ ἔγκειται ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς αἰώνιας ζωῆς, γιατί ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε, γιὰ νὰ μεγαλύνει τὸν Θεὸ ἀποδίδοντάς Του αἰώνια δόξα. Ἐκεῖνος πάλι ἀγάλλεται μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς δόξας αὐτῆς στὴν εἰκόνα Του, τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος τότε ἀπονέμει ἀκόμη μεγαλύτερο αἶνο στὸν Δημιουργό του. Ἔτσι εἰσχωροῦμε στὴν ἀέναη αὐτὴ ἀνακύκλωση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δοξολογίας. Ἡ «κατὰ Θεὸν αὔξηση» συνιστᾶ τὴν ἀληθινὴ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κλήθηκε νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό.
Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου,

Δημοφιλείς αναρτήσεις