ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΙΒ΄
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΙΒ΄
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader
16 Ιουνίου
Ο όσιος Τύχων ο εν Καλούγκα
Γεννημένος στο Κίεβο, ο όσιος Τύχων έγινε μοναχός στην Μονή Χουντώφ στην Μόσχα. Αποσύρθηκε κατόπιν σε τόπο έρημο, σε ένα βαθύ δάσος, δεκαπέντε βέρστια απόσταση από το Μεντίν, της περιοχής Καλούγκα.
Ασκήτευσε εκεί πολλά χρόνια και διέλαμψε ως λαμπρός αστέρας, τόσο με την αγιότητα της πολιτείας του όσο και με τα θαύματά του. Είχε την κατοικία του στην κουφάλα μιας πελώριας βαλανιδιάς ενώ τρεφόταν με χόρτα που μάζευε εκεί κοντά και έπινε νερό από ένα πηγάδι που είχε σκάψει ο ίδιος.
Πράος και αγαθός, ο άνθρωπος του Θεού δέχθηκε δύο μαθητές, τον Φώτιο και τον Γεράσιμο, στους οποίους μετέδωσε την πείρα του στην τέχνη της καθάρσεως της καρδίας. Παρά την πτωχεία τους, οι άγιοι αυτοί Πατέρες δεν δέχονταν κανένα δώρο και εξαντλούσαν τις δυνάμεις τους στην καλλιέργεια της άγονης γης. Καθώς τους έλειπαν τα άλογα, ο όσιος Τύχων, αδυνατισμένος από την νηστεία και την αρρώστια, οδηγούσε το άροτρο που έσερναν οι δύο μαθητές του.
Παρά τις σκληρές συνθήκες, πολλοί ήσαν εκείνοι που ήθελαν να ζουν υπό την καθοδήγησή του και του ζητούσαν να ιδρύσει ένα μοναστήρι.
Την εποχή εκείνη, ο γαιοκτήμονας της περιοχής, κατά την διάρκεια του κυνηγιού, βρήκε τον Τύχωνα στο ερημητήριό του. Κραδαίνοντας το μαστίγιό του τον διέταξε να εγκαταλείψει τον τόπο, αλλά ξαφνικά το χέρι του παρέλυσε. Συνειδητοποίησε τότε την αμαρτία του και ζήτησε συγχώρηση από τον όσιο, ο οποίος τον θεράπευσε. Έπειτα τρέποντας την οργή του σε φιλευσπλαχνία πρότεινε στον άνθρωπο του Θεού να του προσφέρει όλα τα χρειώδη για να ιδρύσει μία μονή.
Έτσι μπόρεσε ο όσιος Τύχων να κτίσει την Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και των Τριών Ιεραρχών, της οποίας παρέμεινε ηγούμενος μέχρι τα βαθιά γεράματά του. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 1492.
Η μονή καταστράφηκε το 1610, κατά τους Χρόνους των Ταραχών, και ανακαινίσθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Χάρις δε στις ιάσεις που επιτελούνταν από το νερό του πηγαδιού του οσίου Τύχωνος, παρέμεινε έως τις ημέρες μας τόπος προσκυνήματος, παρά τις μάταιες προσπάθειες των αθέων.
16 ΙουλίουΗ αγία μάρτυς Ιουλία της Κορσικής
Η αγία Ιουλία καταγόταν από την Καρχηδόνα, συνελήφθη σε μια περσική εισβολή* και πουλήθηκε σκλάβα σε έναν σύριο έμπορο, τον Ευσέβιο που ήταν ειδωλολάτρης. Προσπάθησε επανειλημμένα να την κάνει να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά η δούλη του Κυρίου, άψογη στις οικιακές υπηρεσίες της, παρέμενε ακλόνητη σε θέματα πίστεως.
Μία μέρα ο Ευσέβιος ναύλωσε καράβι και απέπλευσε με την Ιουλία για την Γαλατία. Φθάνοντας στον κάβο Κορσική, έπιασαν σκάλα και ο Ευσέβιος πήγε σε μια παγανιστική εορτή, ενώ η Ιουλία έμεινε στο καράβι κλαίγοντας για αυτές τις άλογες ακολασίες. Μαθαίνοντας για την παρουσία της χριστιανής σκλάβας ο διοικητής του τόπου, Φήλιξ, πρότεινε στον Ευσέβιο να του την παραχωρήσει με αντάλλαγμα τέσσερις από τους καλύτερους σκλάβους του. Ο τελευταίος αρνήθηκε και ο Φήλιξ τον μέθυσε και την ώρα που κοιμόταν έστειλε να του βρουν την Ιουλία στο καράβι και της πρότεινε να της δώσει την ελευθερία της αν θυσίαζε στους θεούς. Εκείνη όμως αποκρίθηκε: «Είμαι ελεύθερη όσο υπηρετώ τον Ιησού Χριστό, και ποτέ δεν θα εξαγόραζα την ελευθερία με τίμημα μια δειλή αποστασία!»
Ο διοικητής τότε την παρέδωσε στα βασανιστήρια και κατόπιν διέταξε να κρεμάσουν στον σταυρό το κατασχισμένο από τις μαστιγιές σώμα της με τα στήθη της ξεριζωμένα. Η Ιουλία έδειξε τότε μεγάλη χαρά να μετέχει ακόμη βαθύτερα στο πάθος του Χριστού και, όταν εξέπνευσε, η ψυχή της πέταξε με την μορφή λευκής περιστεράς. Άγγελοι φανερώθηκαν τότε σε μοναχούς που ζούσαν στην νήσο Μαργαρίτα (Γοργόνα) λέγοντας τους να πάρουν το σκήνωμα της αγίας και να το θάψουν με τιμή. Έφεραν το τίμιο λείψανο στην μονή τους, από όπου μεταφέρθηκε στην Μπρέσια με διαταγή του Λομβαρδού βασιλιά Δεζιδέριου το 763. Τιμάται ως πολιούχος της Κορσικής και του Λιβόρνου.
* Το 616 ή κατά την βανδαλική εισβολή του 439.
3 Ιουλίου 2018Ο όσιος Ιωάννης της Μόσχας, ο δια Χριστόν σαλός
Καταγόμενος από τη Βολογκντά, ο όσιος Ιωάννης δούλευε από παιδί αμισθί κουβαλώντας νερό σε μια αλυκή. Εκτελούσε την κοπιώδη και άχαρη αυτή εργασία για να δουλαγωγεί τις ορμές της σαρκός νηστεύοντας και προσευχόμενος αδιαλείπτως.
Εν συνεχεία μετέβη στο Ροστώφ, όπου ασπάστηκε την άσκηση της δια Χριστόν σαλότητος. Ζούσε ημίγυμνος στον δρόμο, μακρυμάλλης και αναμαλλιασμένος, φορώντας στο κεφάλι μια βαρειά μεταλλική κουκούλα, εξ ου και το παρατσούκλι του “χοντροσκούφης”, με το σώμα φορτωμένο αλυσίδες και έναν βαρύ σταυρό κρεμασμένο στον λαιμό του.
Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους μεγάλους μοναχούς των χρόνων εκείνων, τον όσιο Ειρηνάρχη του Ροστώφ [13 Ιαν.] και τον όσιο Θεράποντα της Μόνζα [12 Δεκ.] και αλληλοενθαρρύνονταν στον ασκητικό τους αγώνα, για να προειδοποιήσουν τον λαό για τις μεγάλες συμφορές που έμελλαν να ενσκήψουν στη Ρωσία κατά την Εποχή των Ταραχών (1605-1613) και την πολωνική εισβολή.
Για τον σκοπό αυτό ο Ιωάννης εγκατέλειψε το Ροστώφ για τη Μόσχα, όπου συνέχισε να ζει με τον ίδιο τρόπο στον δρόμο, χειμώνα-καλοκαίρι, παροτρύνοντας τον κόσμο να μετανοήσει. Έχοντας αποκτήσει την παρρησία των παλαιών προφητών, μετέβη στον Μπόρις Γκοντουνώφ με σκοπό να τον κατηγορήσει για τον φόνο του κληρονόμου του θρόνου και να τον επιτιμήσει για τον τρόπο διακυβέρνησής του.
Μια μέρα ο όσιος Ιωάννης πήγε στην Καλούγκα και διέτρεξε την πόλη φωνάζοντας: «Σιδερένιες πόρτες, σιδερένιες πόρτες!» Οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο για λόγο προφητικό για κάποια επικείμενη συμφορά που απειλούσε τα αποθηκευμένα γεννήματά τους και γι’ αυτό έσπευσαν να τα σφραγίσουν με μεταλλικές πόρτες. Την επόμενη μέρα μια τρομερή πυρκαγιά ρήμαξε την πόλη, αλλά χάρις στην προειδοποίηση του οσίου πλήθος ψυχών γλύτωσαν και τα αποθέματα σε γεννήματα σώθηκαν.
Επιστρέφοντας στη Μόσχα, ο Ιωάννης θεράπευσε πολλούς. Προειδοποιήθηκε από τον Θεό για την επικείμενη τελευτή του στις 3 Ιουλίου 1589, οπότε μετέβη στα δημόσια λουτρά, απέθεσε τις αλυσίδες που έφερε εκ νεότητος και ραντίστηκε τρεις φορές με κρύο νερό εν είδει νεκρώσιμου καθαρισμού. Έπειτα βάζοντας ως προσκεφάλι τις αλυσίδες του ζήτησε από τους παρευρισκόμενους να τον μεταφέρουν στον ναό της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου (σημ. ναό του αγίου Βασιλείου του Μακαρίου στο Κρεμλίνο), όπου ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος είχε ετοιμάσει, κατόπιν αιτήματός του, έναν τάφο κοντά σ’ εκείνον του αγίου Βασιλείου του Μακαρίου [2 Αυγ.] όπου και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.
Κατόπιν αιτήματος του τσάρου Θεοδώρου Ιβάνοβιτς, ο μητροπολίτης του Καζάν και ο επίσκοπος του Ριαζάν, συνεπικουρούμενοι από τον κλήρο του καθεδρικού ναού, ετέλεσαν παρουσία μεγάλου πλήθους την Νεκρώσιμο Ακολουθία του οσίου σαλού. Σημεία εμφανίστηκαν στον ουρανό και μία μεγάλη καταιγίδα ξέσπασε τότε, λίγο αργότερα δε θαύματα έλαβαν χώρα στον τάφο του.
Με την ανεύρεση των λειψάνων του στις 12 Ιουνίου 1672, το σκήνωμά του ανακαλύφθηκε άφθαρτο.
※«Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας».Τόμ. 11ος (Ιούλιος)※
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΙΑ΄
ΙΟΥΛΙΟΣ
Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader

24 Μάϊου
ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ
῾Ο ὅσιος καὶ θεοφόρος, πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν γεννήθηκε στὴν ᾽Αντίοχεια τὸ 521· οἱ γονείς του ἦσαν μυροποιοὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ῎Εδεσσα. ῾Η γέννησή του εἶχε ἀναγγελθεῖ στὴν μητέρα του, ἁγία Μάρθα (4 ᾽Ιουλ.), ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο, ὁ ὁπόιος ἐμφανίσθηκε καὶ τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομά του, προλέγοντας ὅτι θὰ διῆγε, κατὰ τὸ παράδειγμά του, πολιτεία ἀσκητική. ῾Ο Συμεὼν ἦλθε ἀνώδυνα στὸν κόσμο καὶ δεχόταν μόνο τὸ δεξί στήθος τῆς μητέρας του, ἀρνούμενος νὰ θηλάσει, ὅταν ἐκείνη εἶχε γευθεῖ κρέας. ῎Αρχισε νὰ μιλάει ἀπὸ τὴν βάπτισή του, σὲ ἡλικία δύο ἐτῶν, καὶ ἐπτὰ ἡμέρες ἐπαναλάμβανε: «῞Εχω πατέρα καὶ δὲν ἔχω. ῎Εχω καὶ δὲν ἔχω μητέρα» ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν πλήρη ἀποταγή του ἀπὸ τά ἐπίγεια. Σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν, γλύτωσε ἀπὸ θαῦμα σὲ ἕναν σεισμό (25 Μαίου 526), μαζί μὲ τὴν μητέρα του, ἐνῶ ὁ πατέρας του πέθανε κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ τους. Λίγο ἀργότερα τὸ παιδὶ εἶδε πάνω στὸ τεῖχος τὸν Χριστὸ περιβαλλόμενο ἀπὸ πλῆθος ἁγίων, ὁ ὁποίος τοῦ δίδαξε τὴν ὁδὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν σοφία καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Μιὰ λευκοντυμένη μορφὴ ἐμφανίστηκε, κατόπιν, καὶ τὸν κάλεσε νὰ ἀκολουθήσει σὲ βουνό, ποὺ βρισκόταν σὲ ἀπόσταση δεκατριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν ᾽Αντιόχεια, πρὸς τὴν κατεύθνιση τῆς Σελευκείας, ὅπου πέρασε μερικὲς ἡμέρες συντροφιὰ μὲ τὰ θηρία. Τὸ παιδὶ ἀνακάλυψε ἐν συνεχείᾳ ἕνα μονύδριο, ὅπου τὴν ἀδελφότητα καθοδηγοῦσε ὁ στυλίτης ᾽Ιωάννης, ὁ ὁποίος εἶχε προειδοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Συμεὼν σὲ ὀπτασίες. Τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά, ὡς ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν ἔθεσε εὐθὺς ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του, ἔκθαμβος ἀπὸ τὰ σημεία σοφίας καὶ ἐγκρατείας τοῦ ἑξάχρονου αὐτοῦ παιδιοῦ ποὺ δὲν δεχόταν νὰ γευθεῖ τροφή, παρὰ μόνο τρεῖς στὶς ἑπτὰ ἡμέρες.
Στὶς ἀρχὲς ἀκόμη τοῦ βίου του στὸ μοναστήρι ὁ Συμεὼν ἐπιτέλεσε τὸ πρῶτο του θαῦμα γιατρεύοντας ἕναν βοσκό, ὁ ὁπόιος ἀπὸ φθόνο θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει καὶ γιὰ τιμωρία του ἔμεινε ξερὸ τὸ δεξί του χέρι. ᾽Επιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ σὲ ὅλα τὸν πνευματικό του πατέρα, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε ἐπαρκῶς στὴν πρόθεσή του γιὰ ἕναν χρόνο, ἔβαλε νὰ στήσουν σὲ μικρὸ ὕψος ἕναν στύλο, δίπλα στὸν στύλο τοῦ ᾽Ιωάννη, καὶ ἄρχισε ἔτσι, σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν, τὴν ἄσκηση τοῦ στυλίτη, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ ἕνα ὅραμα, στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἡ ὄρθια στάση πάνω σὲ μία στήλη θὰ ἦταν γι’ αὐτὸν παρόμοια μὲ τὴν Σταύρωσή Του καὶ τὸ μέσον νὰ μιμηθεῖ τὸ σωτηριῶδες Πάθος Του, «Λάμποντας ὅπως ὁ ἥλιος μὲ μιὰ καθ’ ὅλα ἰσάγγελικη βιοτὴ καὶ πλῆρες θείων χαρισμάτων», γράφει ὁ βιογράφος του, «τὸ παιδὶ ἀποστράφηκε πλήρως τὰ ἐπίγεια, καὶ ἔστρεψε τὴν ἀνάβαση τῆς ψυχῆς του πρὸς τὸν οὐρανό». Πρόσθετε ἀκατάπαυστα καινούργιους μόχθους στὸν ἀγώνα του κατὰ τῆς φύσης: ὅταν ὁ ᾽Ιωάννης ἔψαλλε τριάντα ψαλμοὺς κατὰ τὴν νυκτερινὴ προσευχή του, ὁ Συμεὼν ἔψαλλε πενήντα ἢ ὀγδόντα. ᾽Αγρυπνοῦσε κάθε νύχτα, φθάνοντας στό σημεῖο νὰ ἀπαγγέλλει ὅλο τὸ Ψαλτήριο καὶ περνοῦσε τὴν ἡμέρα δοξάζοντας τὸν Θεό, μένοντας ξένος πρὸς κάθε τροφή. ῾Η καταπόνησή του προκάλεσε μάλιστα τὶς μομφὲς τοῦ ἡγουμένου ποὺ τοῦ εἶπε; «Δὲν ἀπομένει, λοιπόν, παρὰ νὰ πάρεις ἕνα ξίφος καὶ νὰ καταστρέψεις τὸν ἑαυτό σου!» Τοῦ καταλόγιζε ἐπίσης ὅτι δὲν ἄφηνε τοὺς ἄλλους μοναχοὺς νὰ ἀναπαυθοῦν μὲ τὶς ἀκατάπαυστες ψαλμωδίες του καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ ἀρκεστεῖ νὰ τὸν μιμεῖται. ῾Ο Συμεὼν ἀποκρίθηκε στὸν Γέροντά του, χρησιμοποιώντας λόγια ἀπὸ τὶς Γραφές, ὅτι δίχως νὰ καταδικάζει τοὺς ἄλλους εἶχε ὁ ἴδιος ἀνάγκη ἀπὸ τέτοια κακοπάθεια ὥστε νὰ μὴν ἀφήνει τὸν νοῦ του νὰ βαραίνει ἀπὸ τὴν πρόσδεσή του στὴν ὕλη.
Τὸ παιδὶ στυλίτης ἐπεδείκνυε τὴν φλόγα ἑνὸς δοκιμασμένου πολεμιστῆ στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν δαιμόνων, οἱ επιθέσεις τῶν ὁποίων ἐναλλάσσονταν μὲ οὐράνιες ὀπτασίες ποὺ ἔρχονταν νὰ τὸ ἐνδυναμώσουν. Μεταξὺ ἄλλων αὐτὴ ἑνὸς πατριάρχη ποὺ ἦλθε νὰ τὸν ἀλείψει μὲ μύρο γιὰ νὰ ἀπωθεῖ τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων. Κάποτε, μία τρομερὴ λαίλαπα, ποὺ προκάλεσε ὁ διάβολος, πέταξε τὸ κουβούκλιο τοῦ ὁσίου ἀπὸ τὸν στύλο, ἀλλὰ τὸ πρωὶ οἱ μοναχοὶ βρῆκαν τὸν Συμεὼν γερὸ πάνω στὸν στύλο του μὲ τὸ πρόσωπό του νὰ λάμπει σὰν ἄγγελος. Λίγο πρὶν ρίξει τὰ πρῶτα δόντια του, τὸ παιδὶ εἶχε ἤδη ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐλευθερώνει τοὺς δαιμονισμένους καὶ νὰ θεραπεύει. Προέτρεπε τοὺς μοναχούς, μὲ τὴν σοφία γέροντα, νὰ κυριαρχοῦν τὰ πάθη τους μὲ τὴν φυλακὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ καὶ τοὺς ὑπέδειξε μάλιστα ἕναν Κανόνα κοινοβιακῆς ζωῆς, βασισμένο στὴν ἁγία Γραφή. ῎Ελεγε: «Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη ὑμνολογία καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι μὲ αὐτὴν ὁ Κύριος νίκησε τὸν θάνατο, γινόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, δανάτου δὲ σταυροῦ…».
῾Η φήμη τοῦ ἀσκητῆ καὶ θαυματουργοῦ σύντομα ἁπλώθηκε στὴν περιοχὴ προκαλώντας τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πατριάρχη ᾽Αντιοχείας ἁγίου ᾽Εφραίμ (527-345) (7Μαρτ.), καθὼς καὶ ἐκείνη μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων ποὺ συνέρρεαν γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία τῶν δύο στυλιτῶν. Στὶς ἀσκήσεις καὶ αὐτοπροαίρετες στερήσεις στὶς ὁπόιες ὑπέβαλλε τὴν σάρκα του, ὁ Συμεὼν προσέθεσε τὴν ἄμετρη ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, ἔτσι ὥστε ὅταν κάποιος παρουσιαζόταν στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα ροῦχα, ἔβγαζε καὶ τοῦ ἔδινε τὰ δικά του, ἀκόμη καὶ τὸν χειμώνα, καὶ ὑπέφερε ἐπὶ μῆνες τὸ κρύο, προστατευμένος μόνον ἀπὸ τὸ θάλπος τῆς θείας χάριτος. ᾽Επὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο παρέμεινε ὀκλαδόν, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ γόνατά του νὰ κολλήσουν μεταξύ τους καὶ οἱ μηροὶ καὶ οἱ ἰγνύες του νὰ γαγγραινιάσουν ἀναδίδοντας δυσωδία. ᾽Ανήσυχοι οἱ μοναχοὶ ἔφεραν ἕναν γιατρό, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν δὲν δέχτηκε καὶ θεραπεύθηκε μόνο μετὰ ἀπὸ θεία παρέμβαση. Εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό, παρέμεινε γονατιστὸς γιὰ πολλὲς ἡμέρες.
Μία ἡμέρα, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐπεφοίτησε στὸν ἅγιο καὶ τὸν πλήρωσε θείας σοφίας καὶ γνώσεως μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσει νὰ συνθέτει ὁμιλίες περὶ πνευματικῆς ζωῆς, προοριζόμενες γιὰ μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, σύμφωνα μὲ τὸν Ψαλμό: ᾽Εκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον (ψαλμ. Β, 3).Γινόμενος φωστὴρ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν (533), ἀφοῦ εἰχε περάσει ἑξι χρόνια πάνω στὸν στύλο του, ἐπιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ τὶς οὐράνιες ἀναβάσεις τοῦ ἐνδόξου προκατόχου του Συμεὼν τοῦ Παλαιοῦ Στυλίτου, ἔβαλε νὰ ὑψώσουν ἕναν στύλο ὕψους δώδεκα μέτρων, κατὰ πολὺ ὑψηλότερο ἐκείνου τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος παραπονιόταν ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ πιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ μαθητῆ του. Μόλις ὁ στύλος ἑτοιμάσθηκε, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Συμεὼν ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνέβει ἦλθαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν στὸ μοναστήρι ὁ ἀρχιεπίσκοπος ᾽Αντιοχείας καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σελευκείας καὶ τὸν χειροτόνησαν διάκονο. Κατόπιν τὸν συνόδευσαν ἐν πομπῇ μὲ ὕμνους καὶ προσευχὲς ἕως τὸν στύλο, ὅπου ἔμελλε νὰ περάσει ὀκτὼ χρόνια, τεταμένος ὅλος πρὸς τὸν οὐρανό.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, γιὰ τὸν ὁπόιο εἶχε προειδοποιηθέι μὲ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ευθύνη τῆς ἀδελφότητος περιῆλθε στὸν Συμεών, μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του. Δὲν χαλάρωσε ὡστόσο, στὸ παραμικρό, τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του καὶ δὲν ἄφησε τὶς μέριμνες τῆς ἡγουμενίας νὰ τὸν περισπάσουν ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτο προσευχή του. Τουναντίον, ἀνέλαβε καινούργιες καὶ σκληρότερες ἀσκήσεις. ῎Εγκλειστος σὲ κουβούκλιο ἀπὸ δέρμα, δίχως φῶς καὶ ἀερισμό, ἔστεκε προσευχόμενος ἀπὸ τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἕως τὴν αὐγὴ καὶ κρεμασμένος ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ χέρι χτυποῦσε τὸ στῆθος του μὲ τὸ δεξί, βρέχοντας μὲ τὰ δάκρυά του τὰ τρίχινα ἐνδύματά του. ῎Εψαλλε ὁλόκληρο τὸ Ψαλτήριο, συνοδευόμενος ἀπὸ ἀγγελικὲς φωνές, κατόπιν ἀπήγγελλε τὸ Βιβλίο τῆς Σοφίας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τελείωνε τὶς προσευχές του τὸ ξημέρωμα, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ λιγάκι ἀφοῦ ἐθυμίαζε τὸν τόπο, δίχως νὰ χρειάζεται νά ἀνάψει τὸ θυμιατήριο. ῎Εφθασε μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ στερηθεῖ παντελῶς τὸν ὕπνο, ἐπὶ τριάντα ἡμέρες καὶ νύχτες, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν τυραννία αὐτὴ τῆς φύσεως. Στὸ τέλος, ὅμως, τῆς περιόδου αὐτῆς, μία φωνὴ οὐρανόθεν τὸν πρόσταξε: «Πρέπει νὰ κοιμηθεῖς γιὰ λίγο!» ῾Η πρόοδός του αὐτὴ στὴν ἀνάτασή του πρὸς τὸν Θεὸ διπλασίασε τὶς ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι πάσχιζαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸν στύλο του. ᾽Αλλὰ ὁ ὅσιος, μὲ τὴν βοήθεια τριῶν ἀγγέλων, τοὺς ἀπωθοῦσε σθεναρά. ῾Ο Θεὸς τότε τοῦ ἔδεξε ἀκόμη πιὸ περίλαμπρα τὴν εὔνοιά του μὲ ὁράματα καὶ θαύματα, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ. Τέλος δέ, ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ τοῦ χορηγήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐκδιώκει κάθε ἀκάθαρτο πνεῦμα. Τότε οἱ ἄγγελοι ἀποσύρθηκαν, γιὰ νὰ ἀφήσουν τὸν ὅσιο μόνο ὡς οἰκονόμο τῆς θείας χάριτος πρὸς ὄφελος τοῦ πλήθους τῶν ἀσθενῶν καὶ δαιμινιζομένων ποὺ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὴν ἴασή τους. ῾Ο Συμεὼν ἐνεργοῦσε σὲ ὁλα, ὅπως ὁ Κύριος κατὰ τὸν ἐπίγειο βίο του; ἔδιωχνε μὲ τὴν φωνή του τοὺς δαίμονες, ἀποκαθιστοῦσε, διόρθωνε, οἰκοδομοῦσε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα, ἔτσι ὥστε διαμέσου αὐτοῦ νὰ βασιλεύει ὁ Θεὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Θεράπευε τοὺς ἀσθενείς, εἴτε μὲ τὸν λόγο, εἴτε μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν, εἴτε μὲ τὴν ράβδο του ἀπὸ κλαδὶ ἀμυγδαλιᾶς, εἴτε μὲ τὸ ἄγγιγμα τῆς παρυφῆς τῶν ἐνδυμάτων του, εἴτε μὲ τὴν ἁπλὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν σκόνη ἢ τὸ λάδι ποὺ εἶχε εὐλογήσει, ἀκόμη καὶ μὲ τὸν λύχνο ποὺ ἄναβαν οἱ ἄνθρωποι πρὸς τιμήν του ἢ τὴν ἁπλὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του.
Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ὁράματά του, προειδοποιήθηκε γιὰ τὴν κατάληψη τῆς ᾽Αντιόχειας ἀπὸ τὸν Χοσρόη, βασιλέα τῶν Περσῶν (᾽Ιούνιος 540). ῾Η προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε καὶ ἀφοῦ ἡ πόλη κάηκε καὶ οἱ κάτοικοί της σφαγιάσθηκαν ἢ ἐξορίσθηκαν, οἱ βάρβαροι ξεχύθηκαν στὴν ὕπαιθρο, ἐρημώνοντας τὴν χώρα. Φθάνοντας κοντὰ στὸ μοναστήρι, μόνο ἡ προσευχὴ τοῦ Συμεὼν τοὺς ἀπομάκρυνε. ᾽Αλλὰ ὁ φόβος γιὰ νέες σφαγὲς τρομοκράτησε τόσο τοὺς μοναχούς, ὥστε ἐγκατεαειψαν μέχρις ἑνὸς τὸ μοναστήρι, παρὰ τὶς νουθεσίες τοῦ ὁσίου. ῞Οταν οἱ Πέρσες ἕφθασαν στὴν μονή, δύο ἄγγελοι ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ προστατεύσουν τὸν Συμεὼν τοὺς ἔτρεψαν σὲ φυγὴ καὶ τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα οἱ μοναχοὶ μπόρεσαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὸν τόπο τους. ῾Ο ὅσιος Συμεὼν ἐλευθέρωσε τότε πλῆθος φυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπικαλεστέι τὸ ὄνομά του στὴν δεινὴ θέση ποὺ βρίσκονταν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕναν μοναχὸ ποὺ τὸν εἶχε ἐγκαταλείψει κατὰ τὴν κατάληψη τῆς πόλης.
Καθὼς ἡ φῄμη του εἶχε ἁπλωθέι σὲ ὅλη τὴν χώρα, δὲν μποροῦσε νὰ ἀπολαύσει τὴν ἠσυχία ποὺ ἀναζητοῦσε κι ἔτσι σὲ ἡλικία εἰκοσι ἐτῶν (541), ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν στύλο καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἔρημη ἐκείνη τοποθεσία, τὴν ἀπρόσβατη καὶ βρίθουσα ἄγριων θηρίων, ὅπου εἶχε περάσει κάποιο διάστημα, παιδί, στὴν ἀρχὴ τῆς σταδιοδρομίας του. Σὲ ἕνα ὅραμα, ὁ Χριστὸς τοῦ ὑπέδεξε στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, ποὺ ἔκτοτε ὀνομάθηκε Θαυμαστὸ ῎Ορος, ἕναν βράχο ποὺ τὸν σκίαζε ἡ θεία δόξα. Κατὰ τὴν ἀνάβαση τοῦ Συμεὼν στὸν βράχο, πάνω στὸν ὁπόιο ἐπρόκειτο νὰ σταθεῖ, σὰν σὲ φυσικὸ στύλο, ἡ ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν ἐγκατεαειψε τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ ἐγκαταβίωσε σὲ ἕνα προσωρινὸ κατάλυμα, χωρὶς ἀνέσεις. Τὴν ἄλλη ἡμέρα τῆς ἐγκατάστασής του, τὰ πλήθη, βρίσκοντας ἔρημο τὸ μοναστήρι, ἀνακάλυψαν τὸ νέο ἐρημητήριο τοῦ ὁσίου καὶ ἀνοίγοντας δρόμο μέσα στὸ δάσος ἦλθαν νὰ τοῦ προσκομίσουν τοὺς ἀρρώστους τους. Μὲ θλίψη, ἀλλὰ ἀδυνατώντας νὰ ἀρνηθεῖ νὰ θέσει τὴν προσευχή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ πάσχοντος λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Συμεὼν συνέχισε νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα καὶ ἰάματα. «ὅταν ἕνας φοβερὸς λοιμὸς ἐνέσκηψε στὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, πλήττοντας ἰδιαίτερα τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ᾽Αντιόχεια (542), μόνον σὲ ὅσους ἐπικαλοῦνταν τὴν βοήθεια τοῦ ὅσιου στυλίτη χαρίστηκε ἡ μάστιγα. Κατόπιν, ἕνας σεισμὸς ποὺ εἶχε προαναγγείλει ὁ ὅσιοςκλόνισε τὴν ᾽Αντιόχεια (551). Γιὰ πολλὲς ἡμέρες, οἱ τρομοκρατημένοι κάτοικοι προσεύχονταν νύχτα καὶ μέρα καὶ προσέρχονταν στὸ Θαυμαστὸ Ὄρος γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ μεσιτεύσει γιὰ χάρη τους. Καὶ οἱ προσευχὲς τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἔβαλαν, ὄντως, τέρμα στὴν συμφορά.
Καθὼς χιλιάδες προσκυνητές, δαιμονιζόμενοι καὶ ἄρρωστοι προσέρχονταν στὸν ὅσιο, σὲ τοῦτο τὸν ἔρημο καὶ ἄνυδρο τόπο, ὁ Κύριος ἀνήγγειλε στὸν Συμεὼν ὅτι θὰ φρόντιζε γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. ῞Ενας ἄγγελος ἐμφανίσθηκε καὶ χάραξε στὸ χῶμα τὸ σχέδιο μιᾶς τεράστιας μονῆς καὶ ἑνὸς ναοῦ, στὸ ἴδιο ἐκέινο μέρος ποὺ εἶχε καταλάβει ὁ στυλίτης, ἐνῶ φωτεινὴ νεφέλη κάλυψε τὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος. Λίγο ἀστότερα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν ᾽Ισαυρία θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὸν Συμεὼν καὶ συμμετέιχαν στὸ κτίσιμο. Τοὺς ἀντικατέστησαν στὴν συνέχεια ἄλλες ὁμάδες ποὺ διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη, ἔτσι ποὺ τὸ οἰκοδόμημα προόδευε γρήγορα, δίχως νὰ ἐμποδίζονται οἱ μοναχοὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ὅσιος μερίμνησε νὰ φθάσει ἕως ἐκεί ἄφθονο νερὸ καὶ χάρη στὶς προσευχές του οἱ στέρνες παρέμεναν ἀνεξάντλητες. Στὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος ποὺ ἀποτελοῦσαν ὁ ναὸς καὶ τὰ μοναστικὰ οἰκοδομήματα σὲ σταυροειδῆ διάταξη, ὑψώθηκε ἕνας στύλος γιὰ τὸν ὅσιο. Στὶς 4 ᾽Ιουνίου 551, ὁ ὅσιος Συμεὼν κατέβηκε ἀπὸ τὴν βραχώδη κορφὴ ὅπου ἔστεκε ἐπὶ δέκα χρόνια καὶ τοποθετημένος ἀπὸ τοὺς μοναχούς του σὲ ἕναν θρόνο, κρατώντας στὸν κόρφο του τὰ ἅγια Εὐαγγέλια, ἔκανε τὸν γύρο τῆς μονῆς γιὰ νὰ εὐλογήσει τὰ κτήρια, ἐνῶ προπορευόταν ἡ μητέρα του, ἁγία Μάρθα, φέροντας τὸν σταυρὸ καὶ ψάλλοντας τὸ Ἀλληλούια. Κατόπιν οἱ μοναχοὶ τὸν πῆραν στὰ χέρια, ὡς σκεῦος ἱερό, τὸν προσκύνησαν καὶ τὸν ἀπέθεσαν στὴν ἐξέδρα τοῦ νέου στύλου, τὸν ὁπόιο ὁ Χριστός, φανερωθεὶς ἐν πλήρει δόξῃ μόλις εἶχε εὐλογήσει. ᾽Απὸ τὸ ὕψος τοῦ στύλου αὐτοῦ, ὅπου εἰδε μία ἡμέρα μία κλίμακα ποὺ ἔφθανε ἕως τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, ὁ ὅσιος δὲν ἔπαυε ἐντούτοις νὰ ἀγρυπνᾶ γιὰ τὴν εὐταξία τῆς ἀδελφότητος. Σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τοῦ ὁσίου, οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγουν νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ τρόφιμα ποὺ ἐκόμιζαν ὡς προσφορὲς οἱ προσκυνητὲς καὶ πήγαιναν νὰ ἐργαστοῦν στὰ περιβόλια τοῦ κάτω μοναστηριοῦ γιὰ νὰ ἐξασφαλιζουν τὰ χρειώδη γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐπισκεπτῶν. ῾Η ἔλλειψη τροφῆς προκάλεσε κάποτε τὸν γογγυσμὸ καὶ τὴν ἐξανάσταση ὁρισμένων μοναχῶν, ὑποκινημένων ἀπὸ κάποιον ᾽Αγκουλᾶ, ποὺ δὲν ἔχανε εὐκαιρία νὰ κακολογεῖ τὸν ὅσιο μὲ πρόσχημα τὴν ὑπερβολικὴ γενναιοδωρία του. ῾Ο διάβολος, ἀνίσχυρος νὰ ἐπιτεθεῖ στὸν ἴδιο τὸν ὅσιο, δοκίμαζε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος, ἐντούτοις, δὲν παρεξέκλινε ἀπὸ τὴν πραότητά του ἀπέναντι στοὺς ἀπείθαρχους. Τοὺς ὑπενθύμισε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ ὅσους τὸν ὑπηρετοῦν καὶ μὲ τὴν προσευχή του οἱ ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ γέμισαν γεννήματα, ἀνεξάντλητα ἐπὶ τρία χρόνια. Στὴν ἀδελφότητα τῶν μαθητῶν του ἦλθαν νὰ προστεθοῦν Ἴβηρες καὶ ἔκτοτε ἀπετέλεσαν ἰδιαίτερη κοινότητα στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος ποὺ διατηροῦσε διαρκεῖς σχέσεις μὲ τὴν Γεωργία, ὅπου τιμόταν ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Συμεών.
Τὸ 557, ὕστερα ἀπὸ ἕνα τρομερὸ ὅραμα, ὁ Συμεὼν ἀνήγγειλε μεγάλους σεισμοὺς καὶ ἐπὶ ἑξήντα ἡμέρες οἱ μοναχοί του ἔψαλλαν τροπάρια ποὺ συνέθεσε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ κατευνάσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν πρόβλεψή του, ὁ σεισμὸς ἔπληξε σκληρὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Νίκαια, κατέστρεψε τὴν Νικομήδεια καὶ τὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, προκαλώντας μόνο ἐλάσσονες καταστροφὲς στὴν ᾽Αντιόχεια, χάρη στὴν προστασία τοῦ ὁσίου, Λίγο μετά, ὅμως, τὴν ἀποφυγὴ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς, μία ἐπιδημία, τὴν ὁποία ἐπίσης προέβλεψε ὁ ὅσιος Συμεών, ἐνέσκηψε στὴν ᾽Αντιόχεια. Χάρη στὶς προσευχὲς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἕνα τμῆμα τῆς πόλης γλύτωσε· ἀπεναντίας, ὅμως, ἡ ἐπιδημία ἔφθασε στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος, ὅπου μερικοὶ μοναχοὶ ὑπέκυψαν καὶ ἀπεβίωσαν. Μεταξὺ τῶν θυμάτων ἦταν καὶ ὁ Κόνων, ἀγαπητὸς μαθητὴς τοῦ ὁσίου, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν ἀνέστησε.
Παρὰ τὶς πιέσεις τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταλαμβάνει τῆς θείας Κοινωνίας ἀπὸ τὸν θεοφόρο αὐτὸ Πατέρα, τὰ θαύματα τοῦ ὁποίου ἦσαν ἐχέγγυο τῆς ὀρθοδοξίας, ὁ Συμεὼν ἀρνιόταν νὰ λάβει τὴν ἱερωσύνη, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ σὲ ἡλικία τριάντα τριῶν ἐτῶν (554), ὑπακούοντας σὲ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, δέχθηκε νὰ χειροτονηθέι ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Σελευκείας Διονύσιο, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε γιὰ νὰ τὸν συναντήσει στὴν κορυφὴ τοῦ στύλου του. Συνέχισε, λοιπόν, νὰ διδάσκει τὴν ἀληθινὴ Πίστη καὶ νὰ μάχεται τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς δεισιδαιμονίες ποὺ ἦσαν διαδεδομένες ὄχι μόνο στὸν λαό, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ὑψηλῶν προσώπων τῆς ᾽Αντιόχειας.
῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ βοήθῃσε μὲ τὶς προσευχές του τὶς συμμαχικὲς δυνάμεις τῶν Βυζαντινῶν που εἰχαν ἐκστρατεύσει κατὰ τοῦ ᾽Αλμουδανοῦ, Σαρακηνοῦ πρίγκιπα, ὑποτελῆ τοῦ Χοσρόη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξαπολύσει αἱματηρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Προέιπε τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ ᾽Ιουστίνου Β’ (565) καὶ στὸν ᾽Ιωάννη τὸν Σχολαστικὸ τὴν ἐνθρόνισή του ὡς οἰκουμενικοῦ πατριάρχου. Στὴν ᾽Αντιόχεια, προανήγγειλε τὸν θάνατο τοῦ πατριάρχη Δομνίνου καὶ προέβλεψε ὅτι τὴν θέση του θὰ ἔπαιρνε ὁ ᾽Αναστάσιος (559). Μετὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας ποὺ τὸν ἀφοροῦσε, ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστίνος ἔδεξε μεγάλο θαυμασμό γιὰ τὸν ὅσιο στυλίτη καὶ βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μαζί του γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύεται. Κάποτε τοῦ ἔγραψε γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει ὅτι ἡ θυγατέρα του κατεχόταν ἀπὸ δαίμονα καὶ ὁ ὅσιος τοῦ ἀπήντησε ὅτι μποροῦσε νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, ἐπειδὴ θὰ θεραπευόταν, μόλις λάβαινε τὴν ἐπιστολή του. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἀρρώστησε, φώναξε ἕναν ἀπατεώνα ῾Εβρᾶιο. Προειδοποιημένος ἀπὸ ὅραμα, ὁ ὅσιος Συμεὼν ἔγραψε στὸν πατριάρχη νὰ ἐπισημάνει στὸν αὐτοκράτορα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποφύγει παρόμοιες πρακτικὲς ποὺ προκαλοῦσαν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ῾Ο ἡγεμόνας, ὅμως, ἐξαπατημένος ἀπὸ τὸν ἀπατεώνα αὐτό, δὲν ὑπάκουσε καὶ λίγο ἀργότερα ὁ ᾽Ιουστίνος ἔχασε τὰ λογικά του, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε ἀποκαλυφθέι στὸν Συμεών. Τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε, ὑπέδειξε αὐτοκράτορα τὸν Τιβέριο Β’ (578).
᾽Αφοῦ γιὰ πολλὰ χρόνια ὑπῆρξε ἡ ζωντανὴ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: ῾Ο πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει (Ἰω, 14, 12), ὁ ὅσιος Συμεών, αἰσθανόμενος ὅτι ἡ ἐπίγεια διαμονή του πλησίαζε στὸ τέλος της, προφήτευσε ἐνώπιον δύο μοναχῶν του τὴν ἀνυποληψία στὴν ὁποία θὰ περιέπιπτε τὸ μοναστήρι μετὰ τὸν θάνατό του, ἐξαιτίας τῶν μηχανορραφιῶν τοῦ ᾽Αγκουλᾶ. Κατόπιν ἀποκάλυψε ὅτι, νέος ἀκόμη, εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν χάρη νὰ στερείται ἐντελῶς τροφῆς καὶ ὅτι κάθε Κυριακή, μετὰ τὴν θεία Λειτουργία, ἕνας ἄγγελος τοῦ ἔφερνε ἕνα μυστηριῶδες ἔδεσμα. ᾽Εν συνεχείᾳ ἀπηύθυνε τὶς τελευτᾶιες πνευματικὲς συμβουλές του στοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἑνὸς ἐτῶν (24 Μάιου 592), γιὰ νὰ μεταβέι στὶς μονὲς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ὁποίους τόσο καλὰ εἶχε μιμηθεῖἐπὶ γῆς.
19 Μαΐου
Ο άγιος Ντάνσταν αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας
Ο άγιος Ντάνσταν (Dunstan) γεννήθηκε περί το 924 στο Μπάλτονσμπόρω, κοντά στο Γκλάστονμπέρυ. Ο πατέρας του, Χέορσταν, ήταν ευγενής Σάξονας από τη Δύση και η μητέρα του, Σύνεθριθ, που διήγε βίο αγίας, έλαβε θαυματουργικά την πρόρρηση της δόξας στην οποία εκλήθη ο γιος της.
Η εκπαίδευση του παιδιού ανατέθηκε σε ιρλανδούς μοναχούς που διέμεναν στο Γκλάστονμπέρυ. Το παιδί έδειξε αγάπη για τη μάθηση σε όλους τους τομείς της γνώσης, κυρίως όμως μια φλογερή ευσέβεια. Αφού χειροτονήθηκε στους κατώτερους βαθμούς της ιερωσύνης, εισήλθε στην υπηρεσία του θείου του, Έθελχελμ, αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας, και κατόπιν στην αυλή του βασιλιά Έθελσταν. Κάποιοι αυλικοί, φθονώντας τις εύνοιες των οποίων έχαιρε ο νέος κληρικός, τον κατηγόρησαν ότι μελετούσε την ειδωλολατρική γραμματεία και τη μαγεία, έτσι εγκατέλειψε την αυλή και κατέφυγε στο Γουίντσεστερ, κοντά στον επίσκοπο Έλφεγκε, με τον οποίο είχε συγγένεια.
Υπό την επίδραση του τελευταίου, ο Ντάνσταν έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερέας. Αποσύρθηκε τότε στον Γκλάστονμπέρυ, για να ζήσει ως ερημίτης, κοντά στο μοναστήρι που ήταν τότε ερειπωμένο. Η αγιότητα του βίου του άρχισε να ακτινοβολεί στην περιοχή και η Έθελφλαντ, ανεψιά του βασιλιά, ο οποίος πεθαίνοντας της άφησε τη μεγάλη περιουσία του, λάβαινε αφειδώς τις συμβουλές του.
Μετά τον θάνατο του Έθελσταν, ο νέος ηγεμόνας Εδμόνδος Α’ (939-946) κάλεσε τον ερημίτη για να τον κάνει ένα από τους προσωπικούς του συμβούλους. Η εύνοια αυτή γέννησε εκ νέου συκοφαντίες που κατέληξαν στην απομάκρυνσή του. Μετά από ένα ατύχημα στο κυνήγι, από το οποίο σώθηκε εκ θαύματος, ο βασιλιάς, συνειδοτοποιώντας ότι αιτία ήταν η άδικη έξωση του Ντάνσταν, τον τοποθέτησε ηγούμενο στο μοναστήρι του Γκλάστονμπέρυ, το οποίο ανακαίνισε και ίδρυσε στο εσωτερικό του μία σχολή (943).
Ο άγιος Ντάνσταν οργάνωσε τη μονή ακολουθώντας αυστηρά τον Κανόνα του αγίου Βενεδίκτου και φρόντισε να ανεγερθούν μία εκκλησία και τα μοναστικά οικήματα. Όμως δύο μόλις χρόνια αργότερα, ο Εδμόνδος δολοφονήθηκε και ο διάδοχός του Έντρεντ ανακάλεσε τον άγιο για να τον κάνει πρωθυπουργό του. Επιδεικνύοντας στο αξίωμα αυτό μία βαθιά επίγνωση του χριστιανικού προορισμού του βασιλείου, ο Ντάνσταν εμπέδωσε τη βασιλική αυθεντία, εκρίζωσε τα κατάλοιπα του παγανισμού, ανοικοδόμησε κατεστραμμένες από τις εισβολές εκκλησίες και ενέπνευσε την αυστηρή τήρηση των ιερών Κανόνων σε εκκλησιαστικά ζητήματα.
Κατά τη διάρκεια των εννέα χρόνων διακυβέρνησής του, αρνήθηκε δύο φορές να γίνει αρχιεπίσκοπος, θεωρώντας ότι όφειλε να ολοκληρώσει το έργο του. Τούτο, ωστόσο, διακόπηκε από τον θάνατο του βασιλιά Έντρεντ (955) και την ανάρρηση στον θρόνο του Έντβιγκ, ενός ανθρώπου διεφθαρμένου και πολέμιου των μεταρρυθμίσεων που είχε θεσπίσει ο άγιος. Κυνηγημένος από τη μνησικακία μιας από τις ερωμένες του βασιλιά, ο άγιος ηγούμενος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Φλάνδρα, στη μονή Μπλαντίνιουμ, κοντά στη Γάνδη, όπου είχε τον χρόνο να μελετήσει σε βάθος τη μοναστική κίνηση που προήλθε από το Κλυνύ.
Η εξορία αυτή, ωστόσο, είχε σύντομη διάρκεια. Περί τα τέλη του 957, οι Μέρκιοι και Νορθάμβριοι, απηυδισμένοι από τις παρεκτροπές του Έντβιγκ, τον εξεδίωξαν και τοποθέτησαν επικεφαλής του βόρειου βασιλείου τον αδελφό του Έντγκαρ. Ο τελευταίος φρόντισε να χειροτονηθεί επίσκοπος του Γουόρτσεστερ ο Ντάνσταν και τον επόμενο χρόνο τού προσάρτησε την επισκοπική έδρα του Λονδίνου (959).
Όταν ο Έντγκαρ έμεινε μονάρχης μετά τον θάνατο του Έντβιγκ, τοποθέτησε χωρίς χρονοτριβή τον άγιο αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας και πρωθιερχάρχη του βασιλείου της Αγγλίας (21 Οκτ. 960/961). Αφού έλαβε στη Ρώμη το πάλλιον από τον πάπα Ιωάννη ΙΑ’, ο οποίος τον έκανε λεγάτο του, ο Ντάνσταν τοποθέτησε ικανούς επισκόπους και καθηγουμένους επικεφαλής επισκοπών και μονών, μεταξύ των οποίων ανακαίνισε ένα μεγάλο αριθμό, μερίμνησε να εφαρμόζονται δίκαιοι νόμοι και οργάνωσε ιεραποστολές στη Σκανδιναβία.
Παρά την έντονη αυτή δραστηριότητα, δεν μειώθηκε καθόλου το ενδιαφέρον του για την αντιγραφή χειρογράφων και για όλα τα είδη των τεχνών, έτσι που θεωρείται προστάτης πολλών τεχνών και επαγγελμάτων (σιδηρουργών, χρυσοχόων, κοσμηματοπωλών, μουσικών κλπ.).
Η πολιτική αυτή δραστηριότητα σφραγίστηκε με την επίσημη στέψη του βασιλιά Έντγκαρ στο Μπαθ το 973. Δύο χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς πέθανε και με την επιρροή του αγίου Ντάνσταν ανήλθε στον θρόνο ο πρωτότοκος γιος του Εδουάρδος. Όταν ο τελευταίος έπεσε θύμα συνομωσίας (976), ο άγιος Ντάνσταν αποσύρθηκε στην Καντερβουρία, και μόνο σπάνια έβγαινε από εκεί, όπως κατά την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Εδουάρδου στο αββαείο του Σέιφτσμπουρυ. Πέρασε τα τελευταία χρόνια του στην προσευχή, ενθαρρύνοντας την ίδρυση σχολείων και μοναστηριών και διδάσκοντας ο ίδιος στην Καθεδρική Σχολή, όταν δεν ήταν απασχολημένος στην κατασκευή καμπανών ή στην αντιγραφή χειρογράφων. Προειδοποιημένος από το όραμα ενός αγγέλου, παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό την Κυριακή 19 Μαΐου του 988.
Η τιμή του αγίου αυτού που είχε κυριαρχήσει στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή του 10ου αιώνα διαδόθηκε γρήγορα στον λαό και ο τάφος του στο Καντέρμπουρυ έγινε εθνικός τόπος προσκυνήματος, μέχρι την καταστροφή του στα 1508.
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ Θ΄
ΜΑΪΟΣ
Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ Η΄
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader
Ο όσιος Ευθύμιος του Σουζντάλ
1 Απριλίου
Ο όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στο Σουζντάλ και έλαβε θρησκευτική μόρφωση όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Όμως η αγάπη του για την προσευχή και την ησυχία και η εγκράτειά του τον διέκριναν από τους συνομηλίκους του. Στην εκκλησία στεκόταν πάντοτε σε μια σκοτεινή γωνιά, ώστε κανείς να μην τον βλέπει και να μην τον εμποδίζει να προσεύχεται και να παρακολουθεί τις Ακολουθίες με κατάνυξη.Έχοντας ακούσει στην εκκλησία την ευαγγελική ρήση: «Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ. 8:35) και έχοντας διαβάσει Βίους αγίων που εγκατέλειψαν τα πάντα ώστε να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, προσευχήθηκε στον Κύριο να του στείλει έναν Γέροντα για να τον καθοδηγήσει στην στενή οδό την άγουσα στην αιώνια ζωή.
Η προσευχή του εισακούσθηκε και ο Ευθύμιος γνώρισε έναν ερημίτη, τον μοναχό Διονύσιο [26 Ιουν.], ο οποίος είχε ιδρύσει μονή όχι πολύ μακριά από το Νίζνι-Νόβγκοροντ. Ο νεαρός εκάρη μοναχός και αφειδώς ανάλωνε τις δυνάμεις του ώστε με ένθεο ζήλο να επιτελεί τα διακονήματα που του ανέθεταν χωρίς ποτέ να περισπάται από την αδιάλειπτο προσευχή.
Θέλοντας να πολλαπλασιάσει τους ασκητικούς του αγώνες, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να λαμβάνει τροφή μόνο κάθε δύο ή τρεις ημέρες. Για να τον κρατήσει όμως στην ταπεινοφροσύνη, ο Διονύσιος του έβαλε κανόνα να συντρώγει με τους αδελφούς στην τράπεζα χωρίς όμως να χορταίνει.
Ο Ευθύμιος υπάκουσε χωρίς να φέρει αντιρρήσεις ή να δυσανασχετήσει. Έτρωγε μόνο όσο ήταν αναγκαίο για να συντηρηθεί, έπινε λίγο μόνο νερό όταν έφθανε σε μεγάλη δίψα, και με αυτόν τον τρόπο πρόκοπτε στην άσκηση, χωρίς να τον αντιληφθούν οι αδελφοί.
Επί σειρά ετών ο Ευθύμιος διήγε την θεάρεστη αυτή βιοτή. Όταν ο ηγεμόνας Μπόρις του Σουζντάλ αποφάσισε να ιδρύσει μονή, απευθύνθηκε στον Διονύσιο ζητώντας να του υποδείξει έναν μοναχό κατάλληλο για το αξίωμα του ηγουμένου. Επελέγη ο Ευθύμιος, ο οποίος με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον Γέροντά του και αναχώρησε για να ιδρύσει την Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου επέβαλε αυστηρή τάξη και ευλάβεια συνδυασμένη με χειρωνακτική εργασία.
Την εποχή εκείνη των ταταρικών επιδρομών και του αδελφοκτόνου σπαραγμού μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, η ηγεμονία του Σουζντάλ ήταν αντίπαλος της Μόσχας. Τα γεγονότα αυτά γέμιζαν θλίψη τον όσιο, ο οποίος, πιστός στην μοναχική κλήση, απέφευγε να αναμιχθεί σε εγκόσμιες υποθέσεις. Επισκεπτόταν μερικές φορές τον φίλο του άγιο Σέργιο του Ραντονέζ [25 Σεπτ.] και συνομιλούσαν για την αιώνια ζωή και τα μέσα με τα οποία κατακτάται.
Πτωχοί, δεινοπαθούντες, χήρες και ορφανά, έβρισκαν πάντα ανοιχτές τις πύλες της μονής και τον όσιο πρόθυμο να τους παρηγορήσει με αγάπη, να τους ενθαρρύνει και να τους δώσει ελπίδα με τους λόγους και την προσευχή. Όταν τον ρωτούσαν ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, απαντούσε: «Η κρυφίως επιτελουμένη».
Αισθανόμενος την ώρα της εκδημίας του να πλησιάζει, ο όσιος Ευθύμιος αποχαιρέτησε τους αδελφούς και προφήτευσε ότι η μονή θα γνώριζε μεγάλη άνθηση αν οι μοναχοί διεφύλατταν την αγάπη. Όταν εκοιμήθη εν Χριστώ, την 1η Απριλίου 1404, σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το κελλί του γέμισε άρρητη θεία ευωδία.
※«Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας».Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣΕκδόσεις «Ίνδικτος»·※
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣΟ Συγγραφέας της «Κλίμακας»
30 Μαρτίου
Ο θεοφόρος αυτός άνδρας γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα, αγνοούμε όμως την γενέτειρά του και την καταγωγή του, επειδή από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια μερίμνησε ιδιαίτερα να ζήσει ως ξένος. «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνει ο νους αχώριστος από τον Θεό» (Γ΄ 3). Γνωρίζουμε μόνον ότι, από ηλικίας δεκαπέντε ετών, αφού απέκτησε στέρεα διανοητική κατάρτιση, απέταξε όλα τα θέλγητρα του μάταιου αυτού βίου από αγάπη για τον Θεό και μετέβη στο Σινά, στους πρόποδες του θεοβαδίστου εκείνου όρους, όπου ο Θεός είχε άλλοτε αποκαλύψει την δόξα Του στον Μωυσή, και προσφέρθηκε με φλεγόμενη καρδία στον Κύριο ως ευωδιάζουσα θυσία.
Διώχνοντας με την είσοδό του στο στάδιο της αθλήσεως κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κάθε αυταρέσκεια διαμέσου μιας απροσποίητης ταπείνωσης, υπετάγη ψυχή τε και σώματι σε έναν γέροντα ονόματι Μαρτύριο και αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα, στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας «κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο, προθυμία στην προθυμία»(Α΄48). Βλέποντας τον Γέροντά του ως ζώσα εικόνα Χριστού (Δ΄23), και πεπεισμένος ότι εκείνος θα δώσει λόγο υπέρ του μαθητή του ενώπιον του Θεού (Δ΄ 43), δεν είχε άλλη μέριμνα παρά να απορρίπτει το ίδιον θέλημα και να εξασκεί «την απόθεση της δικής του κρίσεως μέσα στον πλούτο της πνευματικής διακρίσεως»(Δ΄4), κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν υπήρχε κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εντολές που του έδινε ο Μαρτύριος, ακόμη και τις φαινομενικά άνευ λόγου, και στην υπακοή του μαθητή. Παρ’ όλη την τέλεια υποταγή, ο Μαρτύριος τον κράτησε τέσσερα χρόνια ως δόκιμο και δεν τον έκειρε μοναχό παρά σε ηλικία είκοσι ετών, αφού είχε δοκιμάσει τον βαθμό της ταπείνωσής του. Ένας από τους παριστάμενους μοναχούς την ημέρα εκείνη, ονόματι Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός είχε κληθεί να γίνει μία ημέρα φωστήρ της οικουμένης. Όταν έπειτα ο Μαρτύριος με τον μαθητή του επισκέφθηκαν τον Ιωάννη τον Σαββαΐτη, έναν από τους πιο φημισμένους της εποχής, εκείνος, παραμελώντας τον Γέροντα, έσπευσε να νίψει τους πόδας του Ιωάννη. Μετά την αναχώρησή τους, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον νεαρό μοναχό αλλά εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα είχε σπεύσει να νίψει τους πόδας του ηγουμένου του Σινά. Η ίδια προφητεία επικυρώθηκε και από τον μεγάλο Αναστάσιο τον Σιναΐτη [21 Απρ.], τον οποίον επίσης επισκέφθηκαν.
Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Ιωάννης επιδείκνυε ωριμότητα και διάκριση γέροντα. Μία ημέρα, ενώ είχε σταλεί στον κόσμο με αποστολή και βρισκόταν στο τραπέζι με λαϊκούς, προτίμησε να υποκύψει λίγο στην κενοδοξία, τρώγοντας ελάχιστα παρά στην γαστριμαργία· καθώς από τα δύο πάθη προτιμητέο είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τους νεοφερμένους στον μοναχικό βίο (ΚΣΤ΄ 43). Πέρασε έτσι δεκαεννέα χρόνια στην μακάρια αμεριμνησία που παρέχει η υπακοή, απαλλαγμένος από κάθε αγώνα χάρις στην προσευχή του πνευματικού του πατρός, πλέοντας ακίνδυνα ωσάν σε ενύπνιο προς τον λιμένα της απαθείας (Δ΄ 3). Μετά την κοίμηση του Γέροντος Μαρτυρίου, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακολουθήσει την ανάβαση της κλίμακος της αρετής, ζώντας ως ερημίτης, είδος βιοτής που αρμόζει στον μικρό αριθμό εκείνων που, στερεωμένοι στην πέτρα της ταπείνωσης, απομακρύνονται από τους ανθρώπους για να μην στερηθούν ούτε στιγμή την θεία ηδύτητα (ΚΖ΄ 25). Αφοσιώθηκε σε αυτή την οδό, την πλήρη εμποδίων, όχι εμπιστευόμενος την κρίση του, αλλά με τις συστάσεις ενός αγίου Γέροντα, του Γεωργίου Αρσιλαΐτη, ο οποίος τον δίδαξε τον τρόπο της ζωής των ησυχαστών. Επέλεξε ως στίβο των ασκητικών παλαισμάτων έναν τόπο απόμερο, ονομαζόμενο Θολάς, πέντε μίλια απόσταση από την μεγάλη μονή, όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έζησε εκεί επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, χωρίς μέριμνα για το σαρκίο, απαλλαγμένος από κάθε επαφή με ανθρώπους, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδίας του, με σκοπό «να περιορίσει το ασώματο του θείου μέσα στο σωματικό οίκο» του (ΚΖ΄ 5), ως άγγελος με σώμα.
Τρεφόταν με ό,τι επέτρεπε η μοναχική κλήση, αλλά σε πολύ μικρή ποσότητα, δαμάζοντας έτσι την τυραννία της σαρκός χωρίς να παρέχει αφορμή στην κενοδοξία. Με την αποταγή και την ησυχία, είχε επιτύχει να νεκρώσει την κάμινο της απληστίας, η οποία, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και της φιλοξενίας, παρασύρει τους αμελείς μοναχούς στην γαστριμαργία, την θύρα των παθών (ΙΔ΄ 38), και την φιλαργυρία, που αποτελεί θυγατέρα απιστίας και προσκύνηση των ειδώλων (ΙΣΤ΄ 2). Την ακηδία, αυτή την ψυχική νέκρωση, η οποία επισκέπτεται κυρίως τους ησυχαστές (ΙΓ΄ 3), καθώς και την αμέλεια, τις καταπολεμούσε νικηφόρα με την μνήμη θανάτου (ΙΖ΄ 6) και, μελετώντας τα μέλλοντα αγαθά, έκοβε τα δεσμά της λύπης. Η μόνη λύπη που γνώριζε, ήταν το «Χαροποιόν Πένθος», που είναι «διάθεση της πονεμένης καρδίας, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο το οποίο ποθεί» (ΙΖ΄ 1) και είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε στην οδό της μετανοίας καθαίροντας την ψυχή από τους μολυσμούς της.
Τι άλλο έμεινε για να φθάσει στην απάθεια; Τον θυμό, τον είχε νικήσει από καιρό με το ξίφος της υπακοής. Την κενοδοξία, αυτό το τριβόλι που στέκεται με όρθιο το αγκάθι μπροστά στους αγωνιστές της ευσέβειας και που προσκολλάται σε κάθε αρετή σαν βδέλλα (ΚΑ΄ 5), την είχε καταπνίξει με τον εγκλεισμό και ακόμη περισσότερο με την σιωπή. Και ως επιβράβευση των κόπων του, τους οποίους διάνθιζε πάντα με την αυτομεμψία, ο Κύριος τού έδωσε την βασίλισσα των αρετών, την αγία και πολύτιμη ταπείνωση, που είναι «η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνον από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι, επίσης, ανέκφραστος πλούτος, ονομασία (Ματθ. 11, 29) και δωρεά του Θεού» (ΚΕ΄ 3).
Επειδή το κελί του ήταν πολύ κοντά στα κελιά άλλων ησυχαστών, αποσυρόταν συχνά στους πρόποδες του όρους σε απομακρυσμένο σπήλαιο, το οποίο μετέτρεπε σε προθάλαμο του ουρανού με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που ακόπως ανάβλυζαν από τους οφθαλμούς του ωσάν από αστείρευτη πηγή, μεταμορφώνοντας το σώμα του σε γαμήλιο χιτώνα (Ζ΄ 8, 41). Επακόλουθο του χαροποιού αυτού πένθους του και της συνεχούς ροής δακρύων ήταν το γεγονός ότι εόρταζε καθημερινά της ψυχής τον πνευματικό γέλωτα (Ζ΄ 38), φυλάσσοντας στην καρδιά του την αδιάλειπτη προσευχή, καθιστώντας την οχυρό απόρθητο στις επιθέσεις των λογισμών. Του συνέβη κάποτε να βρεθεί μεταξύ των αγγέλων και με ένθεη παρρησία ζητούσε να διαφωτιστεί για τα μυστήρια του Θεού (ΚΖ΄, β΄ 13). Εξερχόμενος από την προσευχή ως από πυρός καμίνου, αισθανόταν άλλοτε «κουφισμό», ελάφρωση δηλαδή και καθαρισμό από κάθε ρύπο της ύλης και άλλοτε σαν να έχει καταφωτισθεί από φως (ΚΗ΄ 52). Όσον δε αφορά τον ύπνο, δεν του παραχωρούσε παρά το ελάχιστο μερίδιο χρόνου για να διατηρεί το πνεύμα του σε εγρήγορση στην προσευχή, ενώ προτού κοιμηθεί, προσευχόταν διά μακρόν ή έγραφε σε πινάκια τους καρπούς της εμπνευσμένης μελέτης της Αγίας Γραφής.
Παρά την μεγάλη φροντίδα του να διαφυλάττει πάντοτε τις αρετές του κρυφές από τα μάτια των ανθρώπων, όταν ο Θεός έκρινε ότι επέστη ο καιρός για να μεταδώσει στους άλλους το φως που είχε αποκτήσει προς πνευματική οικοδόμηση της Εκκλησίας, οδήγησε στον Ιωάννη, έναν νεαρό μοναχό, ονόματι Μωυσή, ο οποίος χάρις στην παρέμβαση των άλλων ασκητών κατάφερε να λυγίσει την αντίσταση του ανθρώπου του Θεού και να γίνει δεκτός ως μαθητής του. Μία ημέρα που ο Μωυσής απομακρύνθηκε αναζητώντας χώμα για το μικρό τους περιβόλι και ξάπλωσε κάτω από έναν μεγάλο βράχο για να ξαποστάσει λίγο, αποκαλύφθηκε στον Ιωάννη που βρισκόταν στο κελί του ότι ο μαθητής του Μωυσής κινδυνεύει. Άρπαξε στην στιγμή το όπλο της προσευχής και, όταν ο Μωυσής επέστρεψε το βράδυ, του αφηγήθηκε ότι μέσα στον ύπνο του είχε ακούσει ξαφνικά την φωνή του Γέροντά του να τον καλεί, την στιγμή ακριβώς που ο βράχος είχε αποσπαστεί και απειλούσε να τον συντρίψει.
Η προσευχή του οσίου Ιωάννη είχε ακόμη την δύναμη να θεραπεύει τις ορατές και αόρατες πληγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λύτρωσε έναν μοναχό από τον δαίμονα της πορνείας που τον ωθούσε στην απελπισία. Μια άλλη φορά, έφερε βροχή. Ο Θεός όμως εκδήλωνε ιδιαίτερα την Χάρη Του προς αυτόν παρέχοντάς του το χάρισμα της πνευματικής διδασκαλίας. Στηριζόμενος στην προσωπική του εμπειρία, κατηχούσε γενναιόδωρα όλους όσους έρχονταν να τον βρουν, σχετικά με τα εμπόδια που παραμονεύουν τους μοναχούς στον αγώνα τους εναντίον των παθών και του άρχοντος του κόσμου τούτου. Αυτή η πνευματική διδασκαλία προκάλεσε όμως την ζηλοφθονία ορισμένων, οι οποίοι διέδωσαν συκοφαντίες εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «λάλον» και «φλύαρον». Μολονότι είχε την συνείδησή του ήσυχη, ο Ιωάννης δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί και για να αφαιρέσει κάθε αφορμή από αυτούς που ζητούσαν αφορμή, ανέστειλε επί έναν ολόκληρο χρόνο τον ρου της διδασκαλίας του, πεπεισμένος ότι αξίζει περισσότερο να ζημιώσει λίγο τους φίλους του αγαθού παρά να ερεθίσει την μνησικακία των κακών. Όλοι οι κάτοικοι της ερήμου ωφελήθηκαν ψυχικά από την σιωπή του, απόδειξη και αυτή της ταπεινοφροσύνης του, και μόνον μετά από την επιμονή των ίδιων των μεταμελημένων συκοφαντών του πείσθηκε να δεχθεί και πάλι επισκέπτες.
Έμπλεος όλων των αρετών της πράξεως και της θεωρίας και έχοντας φθάσει πλέον στην κορυφή της κλίμακος της αγιότητος, με την νίκη που είχε καταγάγει όλων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ο όσιος Ιωάννης ακτινοβολούσε σαν αστέρας στην χερσόνησο του Σινά και έχαιρε του θαυμασμού όλων των μοναχών. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αρχάριο και μη χορταίνοντας να συλλέγει παραδείγματα ευαγγελικής διαγωγής, ταξίδεψε σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε κυρίως ένα μεγάλο κοινόβιο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας, αληθινό επίγειο ουρανό, το οποίο διηύθυνε ένας θαυμαστός ποιμένας με αλάνθαστη διάκριση. Αυτή η αδελφότητα ήταν ενωμένη εν Κυρίω με αγάπη, τόσο απαλλαγμένη από παρρησία ή αργολογία, ώστε οι μοναχοί δεν χρειάζονταν συστάσεις από τον ηγούμενο και μόνοι τους αμίλλονταν αναμεταξύ τους σε θεία εγρήγορση. Από όλες τις αρετές τους, η θαμαστότερη, κατά τον Ιωάννη, ήταν ότι προσπαθούσαν να μην πληγώσουν επ’ ουδενί την συνείδηση ενός αδελφού (Δ΄ 16). Οικοδομήθηκε πολύ ο όσιος Πατήρ και από την επίσκεψη σε ένα εξάρτημα αυτής της μονής, αποκαλούμενο «Φυλακή», όπου ζούσαν με αυστηρή άσκηση, αποδεικνύοντας την μετάνοιά τους, μοναχοί που είχαν διαπράξει βαριά αμαρτήματα στη ζωή τους και που αγωνίζονταν να κερδίσουν με τους κόπους τους την θεία συγχώρεση. Αντί να του φανεί σκληρή και αδιάλλακτη αυτή η φυλακή, απεναντίας του φάνηκε πρότυπο μοναστικής ζωής. «Διότι η ψυχή που στερήθηκε την προηγούμενη παρρησία προς τον Θεό, που έχασε την ελπίδα της απαθείας, που διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, που της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, που αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, που αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριο, που έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πυρ των δακρύων και που πληγώνεται συνεχώς αναπολώντας αυτά και κεντιέται γι’ αυτό οδυνηρά…, όχι μόνον τους προηγούμενους κόπους τούς δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά πολύ περισσότερο, θα επινοήσει με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθεί προς τον θάνατο (της παλαιότητάς της), εάν βέβαια απόμεινε μέσα της κάποια σπίθα αγάπης και φόβου του Κυρίου» (Ε΄ 24).
Όταν ο άγιος συμπλήρωσε σαράντα έτη παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, επιφορτίσθηκε από τον Θεό να τεθεί επικεφαλής του νέου αυτού Ισραήλ και έγινε ηγούμενος (περί το 650) της κυρίας μονής, στους πρόποδες του όρους Σινά. Αφηγούνται ότι την ημέρα της ενθρόνισής του παρίσταντο εξακόσιοι προσκυνητές και, ενώ βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στην τράπεζα, αξιώθηκαν να δουν τον προφήτη Μωυσή, έναν άγνωστο και υποβλητικό ξένον ντυμένο με λευκό χιτώνα, να πηγαινοέρχεται δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους, στους δοχειάρηδες και άλλους διακονούντες.
Έχοντας διεισδύσει στον μυστικό γνόφο της θεωρίας, ο νέος αυτός Μωυσής είχε μυηθεί στα μυστικά του πνευματικού Νόμου και κατεβαίνοντας από το όρος, απαθής, με το πρόσωπο που ακτινοβολεί από την θεία Χάρη, απέβη για όλους ποιμένας, ιατρός, στήριγμα και πνευματικός διδάσκαλος, ο οποίος, φέροντας μέσα του την πολύσοφη και φωτιστική βίβλο του Θεού, δεν είχε ανάγκη από άλλα βιβλία για να διδάξει τους μοναχούς την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών.
Ο ηγούμενος της Ραϊθώ, που επίσης ονομαζόταν κι αυτός Ιωάννης, πληροφορήθηκε την εξαίρετη πολιτεία των μοναχών του Σινά και έγραψε στον Ιωάννη για να του ζητήσει να εκθέσει, μεθοδικά και συνεπτυγμένα, τα δέοντα σε όσους έχουν ασπασθεί τον ισάγγελο βίο για την σωτηρία τους. Και εκείνος, που δεν είχε μάθει ούτε στιγμή να αντιλέγει στους αδελφούς του, χάραξε με την θεόπνευστη γραφίδα της ιδίας του εμπειρίας τας «Πλάκας του πνευματικού Νόμου» (αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της «Κλίμακος» έτσι όπως μαρτυρείται σε ορισμένα χειρόγραφα). Παρουσίασε την πραγματεία του σε μορφή κλίμακας τριάντα αναβαθμών, τους οποίους ο Ιακώβ, δηλαδή «αυτός που υπερέβη τα πάθη», ατένισε, καθώς αναπαυόταν στο προσκέφαλο της ασκήσεως (πρβλ. Γεν. 28, 12). Σε αυτή την ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια της πνευματικής ανθρωπολογίας, εργασίας και ζωής, που παραμένει ακέραιη στους αιώνες, για τους μοναχούς όσο και για τους λαϊκούς, ο κατ’ εξοχήν απλανής και ασκίαστος οδηγός της ευαγγελικής βιοτής, ο όσιος Πατήρ Ιωάννης δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με αφετηρία πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, υπομνήσεις, υποτυπώσεις, παραινέσεις, εύστοχες αναπτύξεις, αφορισμούς ή αινίγματα συχνά πνευματωδέστατα, μυεί την κάθε εμφιλόσοφη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στην διάκριση των λογισμών. Ο λόγος του είναι σύντομος, πυκνός, περιεκτικός, εμβαθής, μεγαλειώδης, ποιητικός, άρτιος, λεπτοφυής και διεισδύει ως δίστομος ρομφαία στα κατάβαθα της ψυχής, αποκόπτοντας χωρίς συμβιβασμό κάθε χαλεπή αυταρέσκεια, καταδιώκοντας ως την ρίζα τους την υποκριτική και κίβδηλη άσκηση ακόμη και τον πιο αφανή εγωισμό. Παρόμοιος με τον λόγο του αγίου Γρηγορίου [25 Ιαν.] στο θεολογικό πεδίο, ο λόγος του οσίου Ιωάννη αποτελεί εμπνευσμένη και πρακτική εφαρμογή του Ευαγγελίου και οδηγεί με ασφάλεια όσους διαποτίζονται από αυτόν, διά της ενδελεχούς ανάγνωσης και της καρδιακής μελέτης, μέχρι την θύρα του Ουρανού, όπου μας αναμένει ο Χριστός.
Προς το τέλος της ζωής του ο μακάριος Ιωάννης υπόδειξε τον αδελφό Γεώργιο, ο οποίος είχε ασπασθεί επίσης τον ησυχαστικό βίο όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, να τον διαδεχθεί στην ηγουμενία. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει προς Κύριον, ο Γεώργιος τού είπε: «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριέ μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα, αντίθετα, προπέμπω εσένα!». Του απάντησε τότε καθησυχαστικά ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Πράγματι, δέκα μήνες μετά την κοίμηση του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο Γεώργιος (ο επίσκοπος της Φαρράν, ο οποίος το 680 εγκατέστησε την έδρα του στην Μονή του Σινά), κατά την πρόρρηση του οσίου προκατόχου του, εξεδήμησε και εκείνος προς Κύριον.
ΑΓΙΟΙ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΕΙΑΠΗΓΉ:ΕΔΩΟ Χρύσανθος ήταν γιος επιφανούς άρχοντος της Αλεξανδρείας, του συγκλητικού Πολέμωνος, ο οποίος μετέβη και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Νουμεριανού (283-284). Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ο Χρύσανθος άρχισε να μελετά τη φιλοσοφία. Η ανθρώπινη σοφία, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και ανακάλυψε τότε το Ευαγγέλιο, το βιβλίο της ενυπόστατης Σοφίας. Οδηγημένος από τη θεία Πρόνοια, βρήκε γρήγορα τον οδηγό που αναζητούσε στο πρόσωπο του ιερέα Καρποφόρου, ο οποίος κρυβόταν σε σπήλαιο εξαιτίας του διωγμού. Ο Χρύσανθος κατηχήθηκε από αυτόν στα μυστήρια της Πίστεως και αναγεννήθηκε με το άγιο Βάπτισμα. Επιστρέφοντας στην πόλη επτά ημέρες αργότερα, άρχισε να κηρύττει τον Χριστό προς μεγάλη αναστάτωση των γονέων του. Ο Πολέμων δοκίμασε αρχικά να τον πείσει να αλλάξει γνώμη, υποσχόμενος απολαύσεις και πλούτη· καθώς οι υποσχέσεις δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, τον έκλεισε σε ένα σκοτεινό κελλί, ελπίζοντας ότι θα κατορθώσει να κάμψει την αποφασιστικότητα του γιού του διά της πείνας.Βλέποντας όμως τον γιο του να δυναμώνει με τη νηστεία και τον εγκλεισμό, κατά συμβουλή ενός φίλου, τον εγκατέστησε σε ένα δωμάτιο με υπέροχη διακόσμηση και έστειλε εκεί ωραίες νέες να τον βάλουν σε πειρασμό με φιλιά και θωπείες. Παρ’ όλα αυτά, ο Χρύσανθος έμενε αναίσθητος στα θέλγητρά τους, επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού και ενθυμούμενος το παράδειγμα της αγνείας του πατριάρχου Ιωσήφ (πρβλ. Γεν. 39). Έτσι, κάθε φορά που τον πλησίαζαν οι άσεμνες κοπέλες, έπεφταν σε λήθαργο. Συνέστησε τότε στον Πολέμωνα μια νεαρή και όμορφη κόρη που καταγόταν από την Αθήνα, άκρως ικανή περί τη φιλοσοφία, ονόματι Δαρεία. Την παρουσίασαν στον Χρύσανθο στολισμένη υπέροχα και εκείνη επιχείρησε να τον παρασύρει στα δίχτυα των θελκτικών λόγων της. Ο Χρύσανθος τής απάντησε παρουσιάζοντάς της την προοπτική του θανάτου και της τελικής Κρίσης. Έπειτα, καθώς δοκίμαζε να του θυμίσει την τιμή που οφείλεται στους θεούς, ο αληθινός και φωτισμένος φιλόσοφος αντέκρουσε τα επιχειρήματά της χωρίς δυσκολία, δείχνοντάς της ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τη λατρεία των φυσικών στοιχείων, της γης, των υδάτων, του πυρός, ιδίως όταν τους αποδίδεται και ανθρώπινη μορφή. Ακούγοντας αυτά τα λόγια η Δαρεία, ασπάσθηκε και εκείνη την αληθινή σοφία και αποφάσισαν να προσποιηθούν γάμο, ώστε να ζήσουν εν παρθενία μέχρι την τελευτή τους, ετοιμαζόμενοι για αγνούς και άφθαρτους γάμους στον Ουρανό. Ύστερα, άρχισαν να κηρύττουν ένθερμα την Πίστη στους νέους και τις νέες στη Ρώμη, πείθοντας ορισμένους να φυλάξουν την καθαρότητά τους για τον Θεό.Οι ειδωλολάτρες θορυβήθηκαν και τους κατήγγειλαν στον έπαρχο Κελλερίνο, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή τους και παρέδωσε τον Χρύσανθο στον τριβούνο Κλαύδιο. Όταν οδηγήθηκε στον βωμό του Διός, ο άγιος Μάρτυρας αρνήθηκε να θυσιάσει, οπότε τον έδεσαν με βούνευρα βρεγμένα στο νερό, που στεγνώνοντας εισέδυαν αργά-αργά βαθειά στις σάρκες έως το κόκαλο. Ο Θεός όμως τον διαφύλαξε σώο θαυματουργικά και από αυτό και από άλλα μαρτύρια που επινόησαν προς αυτόν οι τύραννοι. Τον έριξαν σε σκοτεινή φυλακή, που αμέσως καταυγάσθηκε από θείο φως. Τον χτύπησαν με ραβδιά, που φάνηκαν στον άγιο σαν φτερά να τον χαϊδεύουν στοργικά. Ο Κλαύδιος τότε αναγνώρισε τη δύναμη του Θεού, μαζί με όλη του την οικογένεια, τη γυναίκα του Ιλαρία, τους γιους του Ιάσονα και Μαύρο, καθώς και τους στρατιώτες που ήσαν υπό τις διαταγές του, και ζήτησε από τον άγιο να τους κατηχήσει. Ετοιμάσθηκαν να βαπτισθούν διακηρύττοντας ότι ήσαν πρόθυμοι να υποστούν κάθε μαρτύριο για το Όνομα του Χριστού.Όταν το πληροφορήθηκε ο Νουμεριανός, διέταξε εξοργισμένος να ρίξουν τον Κλαύδιο στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό και να αποκεφαλίσουν τους γιους του και τους στρατιώτες. Χριστιανοί εναπέθεσαν τα σώματα των αγίων Μαρτύρων σε ένα υπόγειο, κοντά στην οδό Σαλαρίας, όπου η Ιλαρία εγκαταστάθηκε για να ανάβει το καντήλι και να προσεύχεται στους τάφους τους. Όταν πήγαν στρατιώτες να τη συλλάβουν, τους ζήτησε να την αφήσουν μια τελευταία φορά να προσευχηθεί στους τάφους των αγίων Μαρτύρων, όπου και παρέδωσε ξαφνικά τη ψυχή της στον Κύριο. Οι υπηρέτριές της την ενταφίασαν εκεί και οικοδόμησαν αργότερα ένα ναΰδριο.Φοβούμενος ότι οι μεταστροφές θα πολλαπλασιάζονταν, ο αυτοκράτορας έκλεισε τον Χρύσανθο στη φρικτή, δυσώδη και γεμάτες ακαθαρσίες φυλακή της Μαμερτίνης και έστειλε τη Δαρεία σε πορνοστάσιο. Ο Κύριος όμως επισκέφθηκε γι’ ακόμα μια φορά τους αγίους Του· περιέβαλε τον Χρύσανθο με άρρητο φως και ευωδία, ενώ στη Δαρεία έστειλε ένα λιοντάρι να τη διαφυλάξει από αναίσχυντες επιθέσεις. Η αγία εμπόδισε το λιοντάρι να κατασπαράξει τον πρώτο ασεβή που έφτασε, τον οποίο με γλυκύτητα κατάφερε να ασπασθεί την Πίστη του Χριστού, κάνοντας έκκληση στη λογική του, ενώ το λιοντάρι φύλαγε στην πόρτα. Κάποιους άλλους τους έφερε το λιοντάρι και μετανόησαν κι εκείνοι ακούγοντας τους λόγους της. Μετά από αυτό, καθώς ο Κελλερίνος έβαλε φωτιά στην είσοδο, η Δαρεία εξαπέστειλε το λιοντάρι στο δάσος και ετοιμάσθηκε για τον έσχατο αγώνα.Ο Χρύσανθος και η Δαρεία υποβλήθηκαν σε νέα μαρτύρια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τους έριξαν τελικά στον λάκκο, που σκέπασαν με πέτρες και χώματα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ετελειώθησαν μαρτυρικώς και κέρδισαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Τον επόμενο χρόνο, καθώς οι χριστιανοί συναθροίσθηκαν επί τόπου για τη μνήμη της γέννησής τους στους Ουρανούς, ο Νουμεριανός διέταξε να φράξουν την είσοδο του σπηλαίου μέσα στο οποίο είχαν συναχθεί για τη θεία Λειτουργία, που τελούσαν ο ιερέας Διόδωρος και ο διάκονος Μαριανός. Όλοι τους κοινώνησαν των αχράντων Μυστηρίων, την ώρα που οι στρατιώτες έριξαν σωρούς χωμάτων μέσα στη σπηλιά. Έτσι, όλοι τους πήγαν να ανταμώσουν στην αιώνια χαρά τον Χρύσανθο, τη Δαρεία και τους συναθλητές τους.
«Νέος Συναξαριστήςτης Ορθοδόξου Εκκλησίας»·Τόμος 7ος (Μάρτιος)σελ. 179–181·Εκδόσεις «Ίνδικτος»