Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΑΠΑΝΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΑΠΑΝΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ - ΕΔΩ  

Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα μέρες που ο Μωσαϊκός Νόμος ορίζει για τον καθαρισμό της μητέρας ενός νεογέννητου (βλ. Λευ. 12, 2-4), η Υπεραγία Θεοτόκος και ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ οδήγησαν το θείο Βρέφος στην Ιερουσαλήμ για να Το παρουσιάσουν στον Κύριο. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, ανήκοντας δικαιωματικά στον Κύριο (βλ. Εξ. 13, 15), έπρεπε να Του αφιερωθεί στον Ναό και, κατά κάποιο τρόπο, να εξαγορασθεί με την θυσιαστική προσφορά ενός αμνού ενός έτους ή δύο τρυγονιών ή δύο περιστεριών για τις φτωχές οικογένειες (Λευ. 12, 8). Ο Κύριος του ουρανού και της γης και ο Νομοθέτης του λαού Του Ισραήλ, Αυτός που δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο αλλά να τον πληρώσει (Ματθ. 5, 17), προσλαμβάνοντας στην δική Του υπόσταση την εκ της παρακοής θνητή μας φύση, την αποκαθιστά με την έλευσή Του στον κόσμο, γινόμενος ο Ίδιος υπάκουος σε όλα τα προστάγματα του Νόμου. Πηγή κάθε δωρεάς και κάθε χάριτος, γίνεται ο ταπεινότερος και ο πτωχότερος ανάμεσά μας. Υποτάσσεται στον Νόμο, που Εκείνος μας έδωσε και που εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε παύσει να παραβιάζουμε, δείχνοντάς μας με τον τρόπο αυτό, ότι η υπακοή είναι η μόνη οντολογική, προσωπική και εκκλησιαστική οδός της συμφιλίωσής μας με τον Θεό. Παρόλο που, μήτε Εκείνος μήτε η άμωμη Μητέρα Του, είχαν ανάγκη καθαρισμού, την όγδοη ημέρα υπέβαλε την Σάρκα Του στην περιτομή και περίμενε κατόπιν στην Βηθλεέμ να περάσει το καθορισμένο διάστημα για να παρουσιάσει στον Ναό της δόξης Του αυτό το Σώμα που προσέλαβε, για να το καταστήσει νέο, τέλειο Ναό της Θεότητάς Του. Αυτός ο απρόσιτος και απερινόητος Θεός συγκαταβαίνει να ανταλλαγεί με την προσφορά των πτωχών: τα περιστέρια και τα τρυγόνια, χαρακτηριστικά σύμβολα της αγνότητας, της ειρήνης και της αθωότητας που ο φιλάνθρωπος Σωτήρας μας ήλθε στον κόσμο για να μας φέρει με την οδό και τον τρόπο της θείας Του κένωσης και ταπείνωσης.

Φθάνοντας στον Ναό, τους υποδέχθηκε ο αρχιερέας Ζαχαρίας, πατέρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος απρόσμενα οδήγησε την Θεοτόκο στον τόπο τον προορισμένο για τις παρθένες. Την στιγμή εκείνη, έφθασε και στον Ναό ένας άνθρωπος ονόματι Συμεών. Δίκαιος και ευλαβής τηρητής των εντολών του Θεού, περίμενε εδώ και πάρα πολλά χρόνια την εκπλήρωση της Προφητείας που του είχε εμπνεύσει από παλιά το Άγιο Πνεύμα· ότι δηλαδή δεν θα πέθαινε, πριν δει και αγγίξει τον Σωτήρα Χριστό. Ο γέροντας αυτός, που στο πρόσωπό του εικονιζόταν η απ’ αιώνος ιερή προσδοκία του Ισραήλ, έτεινε τότε τους βραχίονές του, με τα χέρια του καλυμμένα από τις πτυχές του ιματίου του, για να δεχθεί τον Σωτήρα, όπως επί ενός χερουβικού θρόνου και, ευχαριστώντας τον Θεό, είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου» (Λουκ. 2, 29). Η Διαθήκη του Ισραήλ που ακυρώθηκε διά της παρουσίας του Χριστού και ο σκοτεινός Νόμος ζητούσαν, διά μέσου του πρεσβύτερου Συμεών, να αποσυρθούν μπροστά στο φως της Χάριτος. Ο γέροντας αυτός, βλέποντας και αγγίζοντας τον Σωτήρα που είχαν αναγγείλει και προετοιμάσει οι Δίκαιοι και οι Προφήτες από αιώνες, μπορούσε πια να ζητήσει με παρρησία από τον Θεό να τον λυτρώσει από τα δεσμά της σαρκός και της φθοράς, για να κάνει τόπο στην αιώνια νεότητα της Εκκλησίας. Ανήγγελλε έτσι επίσημα την κατάργηση όλων των παλαιών προτυπώσεων και απάγγελνε την έσχατη προφητεία όσον αφορά τον Σωτήρα, προλέγοντας στην Μητέρα Του, ότι το Πάθος Του και η ζωοποιός Ανάστασή Του θα είναι σημείο αντιλεγόμενο το οποίο θα επιφέρει την πτώση των ασεβών αλλά και την ύψωση όσων θα πιστέψουν ειλικρινά σ’ Αυτόν (Λουκ. 2, 34-35).

Οι παρευρισκόμενοι φαρισαίοι, ακούγοντας τέτοιες αποκαλύψεις και έξαλλοι που έβλεπαν την Θεοτόκο Μαρία να ίσταται Πρώτη μεταξύ των παρθένων, έσπευσαν να αναφέρουν όλα τα συμβάντα στον βασιλιά Ηρώδη. Εκείνος κατάλαβε ότι αυτό το Παιδί πρέπει να ήταν ο νέος βασιλέας για τον οποίον του είχαν κάνει λόγο οι Μάγοι που είχαν ακολουθήσει το Αστέρι από την Ανατολή και έστειλε αμέσως στρατιώτες να Το θανατώσουν. Προειδοποιημένοι εγκαίρως η Μαρία και ο Ιωσήφ, άφησαν την πόλη και κατέφυγαν στην Αίγυπτο, οδηγημένοι από Άγγελο Κυρίου. Κατά την Παράδοση, δεν επέστρεψαν παρά μετά από δύο χρόνια στην Ναζαρέτ της Γαλιλαίας. Και το Παιδί μεγάλωνε ήσυχα, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την δημόσια αποστολή Του.

Σύμφωνα με μια Παράδοση που αναφέρουν αρχαίοι χρονογράφοι, ο δίκαιος και άγιος γέροντας Συμεών καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν μεταξύ των Εβδομήκοντα σοφών και περισπούδαστων Εβραίων που επελέγησαν κατά τους χρόνους του φαραώ Πτολεμαίου Φιλαδέλφου (285–246 π.Χ.) για να μεταφράσουν στα Ελληνικά την εβραϊκή Βίβλο, και ήταν επιφορτισμένος ειδικά με την μετάφραση του Προφήτου Ησαΐα. Πρέπει να σημειωθεί ότι Παράδοση αυτή έχει αξία συμβολική παρά πραγματική, αφού προϋποθέτει αυστηρά ότι ο Συμεών πρέπει να είχε φθάσει σε ηλικία τουλάχιστον 270 ετών κατά την εποχή της έλευσης του Χριστού. Δεν γίνεται δεκτή όμως από τον άγιο Νικόδημο και τους περισσότερους των Πατέρων· την μεταφέρουμε ωστόσο εδώ, διότι ανακαλεί εν είδει εικόνας την καθαρά ορθόδοξη ερμηνεία της Προφητείας αυτής του Ησαΐα. Κατ’ άλλους, ο Συμεών φέρεται ως υιός του Χιλλέλ και πατέρας του Γαμαλιήλ, εκείνου του πάνσοφου διδασκάλου του αγίου Αποστόλου Παύλου (βλ. Πράξ. 22, 3). Η καθιερωμένη Παράδοση αναφέρει, όμως, ότι ο άγιος Συμεών δεν ήταν ούτε ιερέας ούτε φαρισαίος, αλλά ένας άνθρωπος δίκαιος και ευσεβής, ηλικίας περίπου 112 χρόνων. Όταν, λοιπόν, έφθασε ο Συμεών στο περίφημο εδάφιο όπου ο Προφήτης αναγγέλλει την εκ Παρθένου γέννηση του Χριστού λέγοντας: «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται Υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα Αὐτοῦ Ἐμμανουήλ» (Βλ. Ησ. 7, 14), εντελώς αμήχανος, πήρε το μαχαιρίδιο για να ξύσει προκειμένου να απαλείψει την λέξη «παρθένος» και να την αντικαταστήσει με την λέξη «νεανίς». Την στιγμή εκείνη όμως, Άγγελος Κυρίου τού φανερώθηκε και τον εμπόδισε να αλλάξει το ιερό κείμενο, εξηγώντας του ότι αυτό που του φαινόταν αδύνατον ήταν στην πραγματικότητα μια κρίσιμη και βαρυσήμαντη Προφητεία για την έλευση στον κόσμο του Υιού του Θεού και, για του λόγου το αληθές, του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον έβρισκε ο θάνατος έως ότου δει και αγγίξει τον Μεσσία, Αυτόν, τον εκ της Παρθένου γεννηθέντα. Όταν, μετά από χρόνους πολλούς, ο Χριστός οδηγήθηκε από την Υπεραγία Θεοτόκο στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Πνεύμα Κυρίου αποκάλυψε στον πρεσβύτερο Συμεών ότι η πολυπόθητη ώρα να εκπληρωθεί η παλαιά υπόσχεση είχε πια φθάσει. Ωθούμενος από το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα ο άνθρωπος του Θεού, ο Θεοδόχος Συμεών, έσπευσε στον Ναό και, παίρνοντας το Παιδί στην αγκαλιά του, μπορούσε πια να πει στον Θεό με όλη την καρδιά του, μέσα σε μια άφραστη κατάσταση ιερής συγκίνησης και μέθεξης: «Άσε πια τον δούλο Σου να φύγει, Δέσποτα Κύριέ μου, σύμφωνα με τον λόγο της υπόσχεσής Σου, τώρα που είδα με τα ίδια μου τα μάτια τον Σωτήρα» που έστειλες όχι μόνο στον Ισραήλ, αλλά και σ’ ολάκερο τον κόσμο (πρβλ. Λουκ. 2, 29). Και όντως, εκοιμήθηκε εν ειρήνη λίγες μέρες αργότερα. Τα λείψανά του τιμώνταν στην Κωνσταντινούπολη στον Ναό του Αγίου Ιακώβου που κτίσθηκε την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστίνου.

Μια γυναίκα ονόματι Άννα, από την φυλή Ασήρ -προχωρημένης ηλικίας και γνωστή σε όσους σύχναζαν στον Ναό, γιατί μετά από επτά χρόνια γάμου είχε χηρεύσει πρόωρα και, έκτοτε, υπηρετούσε εκεί διαρκώς τον Θεό, αναμένοντας την έλευση του Μεσσία με νηστεία και προσευχή-, προχώρησε και αυτή προς το Παιδίον και άρχισε να δοξάζει τον Θεό, αναγγέλλοντας σε όλους με θείους και πύρινους λόγους την λύτρωση του Ισραήλ. Αν ο γέροντας Συμεών ήταν η ζωντανή εικόνα του παλαιού Ισραήλ, της Παλαιάς Διαθήκης, που ανέμενε την έλευση του Μεσσία για να εξαφανισθεί και να κάνει τόπο στο φως και στην αλήθεια του Ευαγγελίου, η αγία προφήτιδα Άννα αντιπροσώπευε από την δική της μεριά τον χορό εκείνων των αγίων χηρών, παρθένων και μοναχών που αποτάσσονται κάθε κοσμική μέριμνα για να παραμείνουν μέσα στον Ναό του Κυρίου, προσφέροντας με νηστείες, ύμνους και προσευχές, την φλογερή τους αναμονή για την μυστική έλευση του Σωτήρα. Και όταν, όπως η Άννα και ο Συμεών, θα έχουν δει και αυτοί με τα μάτια τους και θα έχουν αγγίξει με τις πνευματικές τους αισθήσεις τον Χριστό που θα έχει έλθει να σκηνώσει εντός τους, θα αναγγείλουν τότε σε όλους τους ανθρώπους, με χαρά και με βεβαιότητα, ότι ο Σωτήρ δεν παύει ποτέ να έρχεται σε αυτόν τον κόσμο, ως «Φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ Ἰσραήλ» (Λουκ. 2, 32), του περιούσιου λαού της Εκκλησίας Του.

Η εορτή αυτή της Υπαπαντής του Κυρίου -η και «του Εξαγνισμού της Θεοτόκου», όπως ονομάζεται στην Δύση- ήταν ήδη γνωστή από τον 4ο αιώνα στα Ιεροσόλυμα, όπου εορταζόταν στις 14 Φεβρουαρίου για να συμπίπτει με την τεσσαρακοστή ημέρα από την Γέννηση του Χριστού που εορταζόταν τότε στις 6 Ιανουαρίου. Εισήχθη στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 542 και κατατάχθηκε τότε μεταξύ των δεσποτικών εορτών. Όμως, παρά το γεγονός ότι είναι δεσποτική εορτή, η «Υπαπαντή» διατηρεί τον χαρακτήρα και την λειτουργική τάξη θεομητορικής εορτής. Ως εκ τούτου, δεν παραλείπεται η ακολουθία της Αναστάσεως εάν τύχει ημέρα Κυριακή· εάν τύχει δε ημέρα νηστείας (Τετάρτη ή Παρασκευή), γίνεται μόνο κατάλυση ιχθύος.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος, Φεβρουάριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Στήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ἅγιος Ἡσύχιος Ἱεροσολύμων)



Στήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ἅγιος Ἡσύχιος Ἱεροσολύμων)
γιορτὴ λέγεται γιορτὴ τοῦ καθαρισμοῦ, ἀλλά δὲν θὰ κάνει λάθος κανείς, ἂν τὴν ὀνομάσει ἑορτή τῶν ἑορτῶν, Σάββατο τῶν Σαββάτων, ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατί περιλαμβάνει ὅλο τὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης τοῦ Χριστοῦ, περιγράφει ὅλο τὸ μυστήριο τοῦ Μονογενοῦς Κυρίου. Στὴ γιορτὴ αὐτὴ ὁ Χριστὸς κρατήθηκε ὡς βρέφος καὶ ὁμολογήθηκε ὅτι εἶναι Θεός, καὶ προσφέρθηκε στὴν ἀγκαλιά, καθισμένος σὰν σὲ θρόνο, ὁ Δημιουργός τῆς δικῆς μας φύσεως, καὶ πρόσφερε ἕνα ζευγάρι τρυγόνια λογικὰ στὸν Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα. Ἀλλά, ἂν συμφωνεῖτε, ἂς παρεμβάλουμε τὰ ἴδια τὰ εὐαγγελικὰ λόγια, γιατί ἐκεῖ θὰ δοῦμε τὴν παρεμβολὴ τοῦ Θεοῦ. Νὰ λοιπὸν πῶς διηγεῖται τὴν ἱστορία τῆς γιορτῆς ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, τὸν πῆγαν στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι κάθε ἀρσενικὸ πού ἀνοίγει μήτρα, πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀφιερωμένο στὸν Κύριο, καὶ νὰ προσφέρουν θυσία, σύμφωνα μ’ ἐκεῖνο πού λέγει ὁ νόμος τοῦ Κυρίου, ἕνα ζευγάρι τρυγόνια, ἡ δύο μικρὰ περιστέρια». Ἔπρεπε Ἐκεῖνος, πού γιὰ χάρη μας ἔγινε δοῦλος, νὰ προσφέρει γιὰ μᾶς καθάρσια δῶρα· Ἐκεῖνος πού δὲν λυπήθηκε τὸ αἷμα του, νὰ μὴ λυπηθεῖ ἕνα ζευγάρι τρυγόνια. Νὰ λοιπὸν πού, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ νόμου σὰν νομοθέτης. Καὶ μολονότι αὐτός δίνει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος, ὡστόσο δὲν ἀποφεύγει τὴ δουλεία (τὴν πιστὴ τήρηση) τοῦ γράμματος. Δὲν παραβαίνει τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ, γιὰ νὰ γίνει στὸν κατάλληλο καιρὸ μάρτυρας ἀξιόπιστος.

«Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ». Αὐτῶν. Ποιῶν; Γιατί ὁ Ἰωσὴφ οὔτε πατέρας ἦταν, οὔτε ὑποχρεωμένος γιὰ καθαρισμό, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ Μαρία οὔτε καὶ τὸ βρέφος εἶχαν ἀνάγκη καθαρισμοῦ. Γιατί λέγεται τὸ ἑξῆς: «Μιὰ γυναίκα, ἐὰν μείνει ἔγκυος καὶ γεννήσει ἀρσενικό, θὰ εἶναι ἑπτά ἡμέρες ἀκάθαρτη». ‘Ἀλλὰ ἡ Μαρία δὲν δέχθηκε σπέρμα, ἑπομένως δὲν χρειαζόταν καθαρισμό. «Μιὰ γυναίκα ἐὰν δεχθεῖ σπέρμα καὶ γεννήσει ἀρσενικὸ παιδί, θὰ εἶναι ἑπτά ἡμέρες ἀκάθαρτη». Γιατί; Ἐπειδὴ ἔφερε στὸν κόσμο δεύτερο Ἀδάμ. «Ἐὰν ὅμως γεννήσει θηλυκό, θὰ εἶναι ἀκάθαρτη δεκατέσσερις ἡμέρες».

Γιατί ὅμως ἐδῶ ὅρισε διπλάσιες ἡμέρες; Ἐπειδὴ ἄλλη Εὔα γεννιέται ἀπὸ τὴν Εὔα, τὸ σάπιο σκεῦος, τὸ ἀδύνατο ἀγγεῖο, τὸ σπασμένο σταμνί, αὐτὴ πού ὁδηγεῖ στὴν παρακοή, ἡ σύμβουλος τοῦ δράκοντα. Ὅπως ὅμως ἄκουσες τὰ ἐγκλήματα τῆς γυναίκας, ἔλα τώρα νὰ μάθεις καὶ τὸ κατόρθωμά της. Ἡ γυναίκα εἰσήγαγε τὴν παρθενία στὴ ζωή, χώρεσε στὴν κοιλιὰ της τὸν Θεό, τὸν Ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει ὁλόκληρη ἡ κτίση. Γέννησε μὲ σάρκα Ἐκεῖνον πού ἀνέπλασε τὸ γένος μας, ὑποδέχθηκε πρώτη τὸν Ἰησοῦ ἀπό τούς νεκρούς, πρώτη ἄρχισε τὸ κήρυγμα τῆς ἀναστάσεως, πρώτη ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς χαρᾶς στοὺς μαθητές. «Γυναίκα», λέγει, «πού θὰ δεχθεῖ σπέρμα». Ἡ Θεοτόκος βέβαια ἦταν γυναίκα, ἀλλά δὲν ἔπαθε αὐτὰ πού παθαίνουν οἱ γυναῖκες. Γιατί ἡ κοιλιά της δὲν δέχθηκε σπέρμα ἀνδρός, τὸ χωράφι τῆς Μαρίας δὲν εἶδε ἀλέτρι, τὸ παρθενικὸ ἀμπέλι δὲν δοκίμασε ἀξίνα, ὥστε ἡ προσφορὰ δὲν ἦταν γι’ αὐτήν, ἀλλ’ ἔγινε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Γιατί γιὰ μᾶς ὁ Χριστὸς περιτέμνεται, γιά μᾶς καὶ βαπτίζεται, γιὰ μᾶς τελοῦνται τὰ καθάρσια τοῦ νόμου. Ὅταν δακρύζει, ξεπλένει τὴ φύση. Ὅταν ραπίζεται, ἐλευθερώνει τὴ δική μας αἰχμαλωσία. Ὅταν σηκώνει τὸν σταυρό, ἐμᾶς ἐλαφρύνει ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν φτύνεται, ἀπαλλάσσει τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ φτυσίματος. 
«Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἥμερες τοῦ καθαρισμοῦ τους, τὸν ἔφεραν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸ νόμο, ὅτι κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού ἀνοίγει μήτρα, θὰ θεωρεῖται ἀφιερωμένο στὸν Κύριο». Αὐτά λέγει ὁ νόμος. Ὅμως ὁ Χριστός, ὅπως εἴπαμε, σὰν νομοθέτης, ἐκπλήρωσε τὸν νόμο πάνω ἀπὸ τὸν νόμο. Γιατί δὲν ἄνοιξε, ἀλλ’ ἄφησε κλεισμένη τὴν πύλη τῆς Παρθένου. Δὲν ἐσύλησε τὴ σφραγίδα τῆς φύσεως, δὲν ἔβλαψε ἐκείνη πού τὸν γέννησε, καθόσον ἄφησε ἀκέραιο τὸ σχῆμα τῆς παρθενίας σʼ αὐτήν. Ἐὰν ὅμως δὲν πιστεύεις, μάθε ἀπὸ τὸν Ἰεζεκιήλ: «Καὶ μὲ ἔστρεψε πρὸς τὸ δρόμο τῆς ἐξωτερικῆς πύλης τῶν ἁγίων, πού ἔβλεπε πρὸς ἀνατολάς καὶ ἦταν κλεισμένη, καὶ μοῦ εἶπε ὁ Κύριος: Ἡ πύλη αὔτη θὰ μείνει κλεισμένη, δὲν θὰ ἀνοιχθεῖ, καὶ κανένας δὲν θὰ περάσει ἀπὸ αὐτὴν γιατί ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ θὰ μπεῖ καὶ θὰ βγεῖ, καὶ θὰ μείνει κλεισμένη». «Κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού ἀνοίγει μήτρα, θὰ θεωρεῖται ἀφιερωμένο στὸν Κύριο». Ἐνῶ αὐτὸς δὲν εἶναι μόνον ἅγιος. Ὅσο λοιπὸν ὑπερέχει ὡς πρὸς τόν ἁγιασμό, τόσο περισσότερο πλεονεκτεῖ καὶ στὴ γέννηση, καὶ ξεπερνᾶ τὴν ἐντολὴ τοῦ νόμου. Μήπως ὅμως ὁ Λουκᾶς, λέγοντας, «Νὰ προσφέρουν θυσία, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ Κυρίου, ἕνα ζευγάρι τρυγονιῶν, ἡ δύο μικρὰ περιστέρια», περιόριζε τὸν νόμο; Δὲν τὸ κάνει αὐτὸ κατεχόμενος ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλ’ ὁδηγούμενος ἀπὸ σοφία. Γιατί ὁ νόμος ὅριζε νὰ προσφέρουν ἀρνὶ καὶ μικρὸ περιστέρι, κι ὅταν ἐκεῖνος πού ἔκαμνε τὴν προσφορὰ ἦταν ἄπορος, ὅριζε νὰ προσφέρει ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἡ δύο μικρὰ περιστέρια καὶ σεμιγδάλι. Ὁ Λουκᾶς ὅμως ἄφησε τὴν προσφορὰ τοῦ πλουσίου, καὶ ἀνέφερε τὴν προσφορὰ τοῦ φτωχοῦ, ἐκείνου πού ἔγινε γιὰ χάρη μας φτωχὸς μὲ τὴ θέλησή του. Δὲν ὑπῆρχε, λέγει, κατάλυμα γι’ αὐτόν· ἀπὸ ποῦ νὰ εἶχε ἀρνί γιά νά προσφέρει θυσία στόν Θεό; Ἀφοῦ σπαργανώθηκε στὴ φάτνη, ἀπὸ ποῦ θὰ εὕρισκε ἀρνί; Μᾶλλον δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἀρνί, ἀφοῦ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀληθινὸ πρόβατο. Θυσίαζε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρη τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ ἀνέφερε ἐκεῖνο πού πρόσταζε ὁ νόμος, καὶ δήλωσε τί ἔκανε ὁ Χριστός. 
Στὴ συνέχεια λέγει: «Ὑπῆρχε στὰ Ἱεροσόλυμα κάποιος ἄνθρωπος πού ὀνομαζόταν Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν δίκαιος καὶ εὐλαβὴς καὶ περίμενε τὴν παρηγοριὰ τοῦ Ἰσραήλ· ὑπῆρχε ἐπάνω του Πνεῦμα ἅγιο, καὶ τοῦ εἶχε προφητευθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ὅτι δὲν θὰ πεθάνει προτοῦ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ τοῦ Κυρίου». Ὁ πλοῦτος τοῦ Συμεὼν ἦταν πολὺς καὶ ποικίλα τὰ ὅπλα τοῦ στρατηγοῦ. Τὸ φυτὸ εἶναι γεμάτο καρπούς, τὸ ἀμπέλι εἶναι γεμάτο σταφύλια. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ἄνθρωπος, ἀλλά ὀνομαζόταν καὶ Συμεών, καὶ ἐπὶ πλέον δίκαιος, ἀλλά καὶ εὐσεβής, καὶ ἀκόμα ζητοῦσε παρηγοριὰ γιὰ τὸν Ἰσραήλ, καὶ ὑπῆρχε καὶ Πνεῦμα ἅγιο ἐπάνω του, ἀλλά καὶ «τοῦ εἶχε προφητευθεῖ, ὅτι δὲν θὰ πεθάνει, προτοῦ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ τοῦ Κυρίου». «Ὑπῆρχε ἄνθρωπος». Ποῦ; Στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἡ λέξη περιέχει ἔκπληξη, ὁ λόγος εἶναι γεμάτος ἀπὸ θαυμασμό. Ὑπῆρχε ἄνθρωπος στὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ τὴν ὁποία ὁ προφήτης Σοφονίας παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ λέγει: «Θὰ ψάξω τὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ λυχνάρι, καὶ δὲν θὰ τὴ βρῶ». Χρειάζεται καὶ λυχνάρι τὸ φῶς; Ὄχι, λέγει· ἀλλά λυχνάρι ὀνομάζει τὸν νόμο. «Καὶ νά, ὑπῆρχε ἄνθρωπος στὴν Ἱερουσαλήμ, πού ὀνομαζόταν Συμεών». Καὶ τί σημαίνει τὸ ὄνομα αὐτό; «Ἀκοὴ Θεοῦ». Ὥστε εἶχε ὄνομα τέτοιο πού ταίριαζε στὴ ζωή του, κατὰ πρόβλεψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί, ὅπου ὑπάρχει ἀκοή τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὁπωσδήποτε ὑπάρχει καὶ ὑπακοὴ νόμου καὶ τήρηση ἐντολῶν, δρόμος ἀγαθοῦ βίου, σκοπὸς σωτηρίας, πού φθάνει στὸ τέλος· μὲ αὐτὰ χαρακτηρίζεται ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ὁποῖο πρόσθεσε ὅλα αὐτά. 
«Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν δίκαιος καὶ εὐλαβής, καὶ περίμενε τὴν παρηγοριὰ τοῦ Ἰσραήλ». Αὐτὸ εἶναι δίκαιος σκοπός, τὸ νὰ μὴ ζητᾶ κανεὶς τὸ δικό του, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἄλλου καὶ τῶν πολλῶν. Νὰ «ἀποβλέπει στὴν κοινὴ σωτηρία καὶ ὄχι στὴ δική του ἀπόλαυση». «Καὶ Πνεῦμα ἅγιο», λέγει, «ὑπῆρχε σʼ αὐτόν». Ὁ Συμεὼν ἦταν ὄχημα τοῦ Κυρίου, θρόνος τοῦ Θεοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ δέχθηκε μὲ τὰ χέρια του τὸν βασιλιὰ τῶν αἰώνων. «Καὶ ὑπῆρχε γι’ αὐτὸν προφητεία, ὅτι δὲν θὰ πεθάνει προτοῦ νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ τοῦ Κυρίου». Ἡ προφητεία λοιπὸν μεταβιβάζεται ἀπὸ ζωὴ σὲ ζωή, ἀπὸ τὸ φῶς πηγαίνει στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν ἡμέρα μεταπηδᾶ στὴν ἡμέρα. Δὲν παλιώνει, ἀλλὰ ἀνακαινίζεται, τὸν καιρὸ τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου δέχεται τὴν ἀνανέωση. «Αὐτὸς πῆγε μὲ ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ ἱερό». Ἡ πηγὴ ὁδήγησε τὸν διψασμένο στὴν πηγή. «Καὶ καθὼς ὁδηγοῦσαν οἱ γονεῖς τὸ παιδὶ Ἰησοῦν μέσα στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ ἐκτελέσουν γι’ αὐτὸν τὰ ἔθιμα τοῦ νόμου, ὁ Συμεὼν τὸ δέχθηκε στὴν ἀγκαλιά του». Πῆρε στὰ χέρια του Αὐτὸν πού κρατᾶ στὸ χέρι του τὴν κατοικημένη γῆ καὶ τὴν ἀκατοίκητη, αὐτὸν πού μέτρησε μὲ τὸ χέρι του τὸ νερό, καὶ τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ σπιθαμή του, καὶ ὅλη τὴ γῆ μὲ τὴ χούφτα του. Καὶ πῶς ὁ Συμεὼν πρόσφερε θυσία πού δὲν ἀνῆκε σʼ αὐτόν; Καθόσον δὲν ἦταν ἱερέας. Δὲν ἀναφέρεται αὐτό· αὐτὸς οὔτε Λευίτης ἦταν, οὔτε νεωκόρος -γιατί μόνο στὴ φυλὴ τοῦ Λευὶ εἶχε ἀνατεθεῖ μὲ κλῆρο τὸ λειτουργικὸ ἔργο. Δὲν ἦταν ἱερέας, ἀλλ’ ἦταν δίκαιος. Καὶ ἡ δικαιοσύνη ἔχει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια της τὴν Ἱερωσύνη. Δὲν ἦταν Λευίτης, ἀλλ’ ἦταν εὐλαβής, καὶ ὁ εὐλαβὴς ἔχει ἀπὸ μόνος του τὸ χρίσμα. 
«Καὶ κρατώντας τὸ βρέφος εἶπε· Τώρα ἀπόλυσε τὸν δοῦλό σου, Κύριε, εἰρηνικὰ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο σου». Τώρα ἀπόλυσέ τον γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τῆς συγχωρήσεως, ἦρθε ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, ἡ διαγραφὴ τῶν χρεῶν. Γεννήθηκε βασιλιάς, ὁ Ὁποῖος ἐλευθερώνει τούς φυλακισμένους, ἀπαλλάσσει τούς δεμένους ἀπὸ τὰ δεσμά τους, ἀνακαλεῖ τοὺς νεκροὺς στὴ ζωή, ἐλαφρύνει τὸ φόρο τῆς γῆς. «Τώρα ἀπόλυσε τὸν δοῦλο σου, Κύριε». Πῶς ξέρεις ὅτι εἶναι ὁ Κύριος; Βλέπω τὸν Κύριο, λέγει, ντυμένον τὴ μορφὴ δούλου. Δὲν θὰ φοροῦσε τὴ μορφὴ δούλου, ὄντας Κύριος, ἂν δὲν εἶχε σκεφθεῖ νὰ ντύσει τὸν δοῦλο μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Κυρίου. Δὲν θὰ ἄλλαζε τὴ θέση του, οὔτε θὰ ταπεινωνόταν, ὄντας ψηλός, ἂν δὲν ἤθελε νὰ ἀνεβάσει τὸ ταπεινὸ ψηλά. Ἀλλὰ πῶς τὸν ἀπολύεις; «Σύμφωνα μὲ τὸν λόγο σου, εἰρηνικά». Ἄφοῦ δηλαδὴ μὲ τὸν λόγο σου δημιούργησες τὴν κτίση, ὁπωσδήποτε μὲ τὸν λόγο σου ἐλευθερώνεις τὸν ἄρχοντα τῆς κτίσεως. «Μὲ εἰρήνη». Μὲ ποιὰ εἰρήνη; Τὴν εἰρήνη τοῦ σταυροῦ. Γιατί ἐκεῖνο τὸ μαχαίρι τοῦ τυράννου ἔκοψε τὸ κεφάλι, καὶ ἔδωσε εἰρήνη σʼ ἐκείνους πού στρατεύθηκαν μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. «Γιατί εἶδαν τὰ μάτια μου τὴ σωτηρία σου πού ἑτοίμασες». Εἶδαν αὐτό πού πολλοὶ ἐπιθύμησαν νὰ δοῦν καὶ δὲν τὸ εἶδαν, Θεὸ μὲ σάρκα, ἥλιο πού φωτίζει μὲ συννεφιά. «Εἶδαν τὰ μάτια μου τὴ σωτηρία σου»· δηλαδή, εἶδαν τὴ σάρκωσή σου, μὲ τὴν ὁποία πραγματοποίησες τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί δὲν εἶδα γυμνὴ θεότητα, ἐπειδὴ τὸν Θεό, ὅπως εἶναι στὴν οὐσία, κανεὶς ἀπό τούς ἀνθρώπους δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ. «Γιατί εἶδαν τὰ μάτια μου τὴ σωτηρία σου, πού ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τούς λαούς, ἕνα φῶς πού θὰ εἶναι ἀποκάλυψη γιὰ τούς ἐθνικούς, καὶ δόξα γιὰ τὸν λαό σου τὸν Ἰσραηλιτικὸ». Εἶναι κοινὰ καὶ ἀχώριστα τὰ ἀγαθά στοὺς Ἰουδαίους καὶ τούς ἐθνικούς. Ἂς μὴ ζηλεύει λοιπὸν ὁ Ἰουδαῖος, οὔτε νὰ στενοχωρεῖται ὁ Φαρισαῖος, οὔτε νὰ μπαίνει σὲ πειρασμὸ ὁ Γραμματέας. Νὰ μὴ φοβᾶται γιὰ τὴ βασιλεία του ὁ Ἡρώδης. Νὰ μὴ φοβᾶται γιὰ τὴν ἱερωσύνη του ὁ Ἄννας καὶ ὁ Καϊάφας. αὐτός πού ἦρθε δίνει σὲ ὅλους, καὶ ἀπὸ κανέναν δὲν παίρνει. Σκορπάει μὲ ἀφθονία, χαρίζει χωρὶς μέτρο. 
«Ἀλλὰ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του, ἀκούοντας αὐτά πού εἶπε ὁ Συμεών, ἀπόρησαν» πῶς ὁ Χριστὸς ἀνέχεται νὰ γίνει υἱός ἀνθρώπου. Ἀπόρησε ἡ Μαρία, πῶς μιὰ κοιλιὰ γυναίκας χώρεσε τὸν Θεό. Πῶς ἡ δούλη γέννησε Ἐκεῖνον πού ἐλευθερώνει τὴν κτίση. «Καὶ εἶπε στὴ μητέρα του ὁ Συμεὼν αὐτός εἶναι προορισμένος γιὰ τὴν πτώση καὶ ἀνύψωση πολλῶν μεταξὺ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ὡς σημεῖο γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ ὑπάρχει ἀντιλογία». Γιὰ τὴν πτώση ἐκείνων πού ἐπιμένουν στὴν ἀπιστία, καὶ γιὰ τὴν ἀνύψωση ἐκείνων πού ἀπὸ τὴν ἀπιστία θὰ ἔρθουν στὴν πίστη. Ὁ Χριστὸς ἦταν πέτρα προορισμένη γιὰ οἰκοδομή, ἀλλά σκόνταφταν ἐπάνω της ἐκεῖνοι πού περιπλανιόνταν, ἔχοντας τυφλὰ τὰ μάτια τους. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ καταλογίζεται σʼ αὐτόν ἡ πτώση τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλά ἡ ἀνάσταση. Γιατί, ἂν μόνο ἔπεφταν καὶ δὲν σηκώνονταν, δίκαια θὰ μποροῦσες νὰ ὑποπτευθεῖς τὸν αἴτιο τῆς πίστεως. Ἐφόσον ὅμως ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς πέφτουν ἀπὸ ὀλιγωρία, σηκώνονται, ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ πτώση ἐκείνων πού εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ ραθυμία. Δὲν ἔπεσαν ὁ Ἰούδας μαζὶ καὶ ὁ Πέτρος; Ὁ πρῶτος ἐπειδὴ εἶπε, «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;» ἐνῶ ὁ ἄλλος λέγοντας, «θὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου γιὰ σένα». Ἔπρεπε δηλαδὴ αὐτὸς νὰ ξέρει, ὅτι ἕνας θνητὸς δὲν θυσιάζει τὴ ζωή του γιὰ τὴν ἀθανασία. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἐὰν χρειασθεῖ νὰ πεθάνω μαζί σου, δὲν θὰ σὲ ἀπαρνηθῶ». Ἔπρεπε νὰ πεῖ: Ἐὰν μὲ ἐνισχύσεις, δὲν θὰ σὲ ἀπαρνηθῶ. Ἐὰν μὲ ἀσφαλίσεις, ἐγώ ὁ ἀδύναμος δὲν θὰ φοβηθῶ τὸ ναυάγιο. Ἐὰν πάρεις μέρος στὸν πόλεμο, δὲν φοβᾶμαι τὸν θάνατο. Ἀλλὰ τὸ ἕνα ἦταν ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, ἐνῶ τὸ ἄλλο τῆς καρδιᾶς. Γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος πού ἔπεσε σηκώθηκε, καὶ ἔγινε ὁδηγὸς πολλῶν ἄλλων πού ἔπεσαν. Ἐνῶ ὁ ἄλλος, ἀφοῦ ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ βάθος στὸ βόθρο, ἔρριξε τὰ ἀργύρια, καὶ παίρνοντας σχοινί, κρεμάσθηκε. 
Ὁ σταυρὸς εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο. Πράγματι ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν σταύρωναν ὁ ἥλιος κρυβόταν, ἡ συναγωγὴ συκοφαντοῦσε, καὶ ἡ γῆ σαλευόταν. Ὁ λαὸς φώναζε, «Σταύρωσέ τον», ἀλλά οἱ πέτρες, μὴ ὑποφέροντας τὸ μέγεθος τῆς βλασφημίας, σχίζονταν. Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς ἔλεγαν, «Θυμηθήκαμε, ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος ὅταν ζοῦσε εἶπε: Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ἀνασταίνομαι», ἐνῶ ὁ ἑκατόνταρχος φώναζε: «Πραγματικὰ ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ αὐτός». Ἀλλὰ καὶ μέχρι τώρα τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ εἶναι γιὰ τοὺς Ἰουδαίους σκάνδαλο, καὶ γιὰ τοὺς ἐθνικούς μωρία, ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς καλεσμένους τοῦ Χριστοῦ, εἶναι δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ σοφία τοῦ Θεοῦ. «Καὶ τὴ δική σου τὴν ψυχὴ θὰ τὴν διαπεράσει ρομφαία, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ διαλογισμοὶ πολλῶν». Ρομφαία ὀνομάζεται ἡ διχόνοια, ἐπειδή, ὅπως ἡ ρομφαία σχίζει καὶ κομματιάζει τὰ σώματα, ἔτσι καὶ ἡ διχόνοια τὶς ψυχὲς μὲ τὴν ἀμφιβολία. Γιατί, ἂν καὶ ἦταν παρθένος, ὅμως ἦταν γυναίκα. Ἂν καὶ ἦταν Θεοτόκος, ἦταν ὅμως ἀπὸ τὸ δικό μας φύραμα. Ρομφαία λοιπὸν διατρυποῦσε τὴν ψυχή της, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ σκέψεις πολλῶν καρδιῶν, οἱ διαφορές γιὰ τὸν Χριστὸ κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ πάθους, πού δὲν δέχονταν αὐτόν ἄλλοτε ὡς προφήτη καὶ ἄλλοτε ὡς λυτρωτὴ τοῦ Ἰσραήλ, δοκιμάζοντας μεγάλη ἀμφιβολία γι’ αὐτά, ἐξαιτίας τοῦ σάλου ἀπὸ τὸ πάθος, ὥστε οἱ γύρω ἀπὸ τὸν Κλεώπα μαθητὲς νὰ λένε ἀκόμα καὶ στὸν ἴδιο τὸν Χριστό: «Σὺ ὁ ἴδιος κατοικεῖς στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ δὲν ξέρεις αὐτὰ πού ἔγιναν τὶς μέρες αὐτές;». Καὶ ὅταν ρωτήθηκαν, ποιά; Ἀπάντησαν: «Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, ὁ Ὁποῖος ἦταν προφήτης» καὶ τὰ λοιπά. Τὸν θεωροῦσαν λοιπὸν ὡς προφήτη καὶ λυτρωτὴ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλ’ ἐξαιτίας τοῦ πάθους κινδύνευαν νὰ ἀμφισβητήσουν καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ἀντίληψη, ὅτι εἶναι λυτρωτὴς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ αὐτό δὲν γινόταν ἄδικα, ἀλλά γιὰ νὰ δείξει, ὅτι «τὸ μωρὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ σοφὸ ἀπὸ τὴ σοφία τῶν ἀνθρώπων». Γιατί μὲ τὸ πάθος τοῦ σταυροῦ ὅλοι κοσκινίσθηκαν καὶ συνταράχθηκαν, ὄχι μόνο οἱ ἁπλοί μαθητές του, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ οἱ ἐκλεκτοί, καὶ ἡ μητέρα του. Αὐτό στήριξε ὅλη τὴν οἰκουμένη, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, μέσω τοῦ Ὁποίου καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ὁποῖο ἡ δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα, μαζὶ μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ σ ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις “Γρηγόριος Παλαμᾶς”. Πηγή ηλ. κειμένου: imaik.gr

Ακατάληπτον εστί.

 


ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ
Ψαλλόμενα ἐν τή θ΄ ὠδή  
Ἦχος γ΄ 
κατάληπτόν ἐστι, τό τελούμενον ἐν σοῖ,
καί Ἀγγέλοις καί βροτοῖς, Μητροπάρθενε ἁγνή. 
(Εἶναι ἀδύνατο νά καταλάβουν καί οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι αὐτό πού συμβαίνει καί τελεῖται μέσα Σου, Θεοτόκε, Μητροπάρθενε καί ἁγνή). 
γκαλίζεται χερσίν, ὁ Πρεσβύτης Συμεών, τόν τοῦ νόμου Ποιητήν, καί Δεσπότην τοῦ παντός.

(Μέ τά χέρια τοῦ ὁ γέροντας Συμεών ἀγκαλιάζει Αὐτόν, πού ἔδωκε στούς ἀνθρώπους τόν νόμο, δηλαδή τόν Δεσπότη καί Κύριo τοῦ παντός).  
Βουληθεῖς ὁ Πλαστουργός, ἴνα σώση τόν Ἀδάμ, μήτραν ὤκησε τήν σήν, τῆς Παρθένου καί ἁγνῆς. 
(Ἐπειδή ὁ Θεός καί πλάστης τοῦ ἀνθρώπου θέλησε νά σώσει τόν Ἀδάμ, κατοίκησε μέσα στή δική Σου μήτρα, σέ ἐσένα τήν Παρθένο καί ἁγνή). 
Γένος ἅπαν τῶν βροτῶν, μακαρίζει σέ Ἁγνή, καί δοξάζει σέ πιστῶς, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. 
(Ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων Σέ καλοτυχίζει καί Σέ δοξάζει, Ἁγνή Θεοτόκε μέ πίστη, γιατί εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ). 
Δεῦτε ἴδετε Χριστόν, τόν Δεσπότην τοῦ παντός, ὄν βαστάζει Συμεών, σήμερον ἐν τῷ ναῶ. 
(Ἐλᾶτε νά δεῖτε τόν Χριστό, τόν Δεσπότη τοῦ παντός, νά Τόν κρατᾶ στά χέρια του ὁ Συμεών, σήμερα στόν ναό). 
πιβλέπεις πρός τήν γῆν, καί ποιεῖς τρέμειν αὐτήν, καί πῶς γέρων κεκμηκῶς, σέ κατέχει ἐν χερσί;
(Ἕνα Σου βλέμμα ρίχνεις πάνω στή γῆ καί τήν κάνεις νά τρέμει καί πῶς τώρα ἕνας κατάκοπος γέροντας Σέ κρατάει στά χέρια του;) 
Ζήσας ἔτη Συμεών, ἕως εἶδε τόν Χριστόν, καί ἐβόα πρός αὐτόν, Νῦν ἀπόλυσιν ζητῶ. 
(Ὁ Συμεών ἔζησε πολλά χρόνια μέχρις ὅτου εἶδε τόν Χριστό, καί μέ δυνατή φωνή τοῦ εἶπε: Τώρα εὐχαριστημένος πού Σέ εἶδα Σου ζητῶ νά μέ ἀπολύσεις ἀπό τούτη τή ζωή). 
Ἡ λαβίς ἡ μυστική, ἡ τόν ἄνθρακα Χριστόν, συλλαβοῦσα ἐν γαστρι, σύ ὑπάρχεις Μαριάμ. 
(Σύ Παρθένε Μαρία εἶσαι ἡ μυστική λαβίδα, πού μέσα Σου συνέλαβες τόν Χριστό, πού εἶναι ὡς Θεός, ἄνθρακας γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο). 
Θέλων ἐνηνθρώπησας, ὁ προάναρχος Θεός, καί ναῶ προσφέρεσαι, τεσσαρακονθήμερος. 
(Μέ τή θέλησή Σου ἔγινες ἄνθρωπος Σύ πού εἶσαι Θεός πρό πάντων τῶν αἰώνων καί μέ τή θέλησή Σου, τηρώντας τίς διατάξεις τοῦ νόμου, προσφέρεσαι στό ναό σάν βρέφος σαράντα ἡμερῶν). 
Κατελθόντ’ ἐξ οὐρανοῦ, τόν Δεσπότην τοῦ παντός, ὑπεδέξατο αὐτόν, Συμεών ὁ Ἱερεύς. 
(Ὅταν κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς ὁ Δεσπότης τοῦ κόσμου ὅλου, τόν ὑποδέχθηκε στόν ναό ὁ Συμεών ὁ ἱερεύς). 
Λάμπρυνόν μου τήν ψυχήν, καί τό φῶς τό αἰσθητόν, ὅπως ἴδω καθαρῶς, καί κηρύξω σέ Θεόν. 
(Δῶσε λάμψη στήν ψυχή μου καί καθάρισε τό φῶς τῶν αἰσθήσεών μου, γιά νά Σέ ἰδῶ ξεκάθαρα καί νά Σέ κηρύξω σάν Θεό). 
Μητροπάρθενε ἁγνή, τί προσφέρεις τῷ ναῶ, νέον βρέφος ἀποδούς, ἐν ἀγκάλαις Συμεών; 
(Θεοτόκε, μητέρα καί παρθένε, τί προσφέρεις στόν ναό, δίνοντας στά χέρια τοῦ Συμεών ἕνα νέο Βρέφος σαράντα ἡμερῶν;) 
Νῦν ἀπόλυσιν ζητῶ, ἀπό σου τοῦ Πλαστουργοῦ, ὅτι εἶδον σέ Χριστέ, τό σωτήριόν μου φῶς. 
(Τώρα πιά ζητῶ ἀπό Σένα πού μέ ἔπλασες μέ τά χέρια Σου, νά μέ ἀπολύσεις ἀπό τούτη τή ζωή, γιατί εἶδα Ἐσένα, πού εἶσαι τό Φῶς πού σώζει ὅλους τους ἀνθρώπους ἀλλά καί ἐμένα). 
Ὄν οἱ ἄνω λειτουργοί, τρόμω λιτανεύουσι, κάτω νῦν ὁ Συμεών, ἀγκαλίζεται χερσί. 
(Αὐτόν πού οἱ οὐράνιοι λειτουργοί, δηλαδή οἱ ἄγγελοι, μέ τρόμο τόν λατρεύουν καί ὑπηρετοῦν, ἐδῶ κάτω στή γῆ ὁ Συμεών ἀγκαλιάζει μέ τά χέρια του). 
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι 
τή φύσει μέν Μονάς, τοῖς προσώποις δέ Τριάς, φύλαττε τούς δούλους σου, τούς πιστεύοντας εἰς σέ.
(Ἁγία Τρίας, πού εἶσαι κατά τήν φύση Σου μονάδα ἀλλά κατά τά πρόσωπα, πού σέ ἀποτελοῦν τριάδα, φύλαγε τούς δούλους Σου, πού πιστεύουν σέ Σένα). 
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν 
Θεοτόκε ἡ ἐλπίς, πάντων τῶν Χριστιανῶν, Σκέπε, φρούρει, φύλαττε, τούς ἐλπίζοντας εἰς σέ. 
(Θεοτόκε, σύ ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, σκέπασε, φρούρησε καί φύλαγε ὅλους, ὅσοι ἐλπίζουν σέ Σένα). 
Ὁ Εἱρμός
ν νόμω σκιά καί γράμματι, τύπον κατίδωμεν οἱ πιστοί, πᾶν ἄρσεν τό τήν μήτραν διανοῖγον, ἅγιον Θεῶ, διό πρωτότοκον Λόγον, Πατρός Ἀνάρχου Υἱόν, πρωτοτοκούμενον Μητρί, ἀπειράνδρω μεγαλύνωμεν. 
 


 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 
ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

κείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη πρὸ Χριστοῦ τὴν εἴχαμε ὅλοι κοινὴ καὶ ἴδια, ἐκχυμένη σὲ ὅλους ἀπὸ ἕναν προπάτορα, σὰν νὰ ἀναπτυσσόταν ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ γένους καὶ νὰ ἦταν συνημμένη μὲ τὴ φύσι. Ὁ καθένας ἐπέσυρε ἢ τὴν μομφὴ ἢ τὸν ἔπαινο ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ ὅσα ἔπραττε προσωπικῶς, ἐνῶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τίποτε ἀπέναντι σ' ἐκείνη τὴν κοινὴ κατάρα καὶ καταδίκη καὶ ἀπέναντι στὸν πονηρὸ κλῆρο πού κατεβαίνει ἀπὸ ἐπάνω σ' αὐτὸν καὶ διʼ αὐτοῦ στοὺς ἀπογόνους του. Ἀλλ' ἦλθε ὁ Χριστὸς ἐλευθερωτὴς τῆς φύσεως, πού μετέβαλε τὴν κοινὴ κατάρα σὲ κοινὴ εὐλογία· ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἔνοχη φύσι μας ἀπὸ τὴν ἀκήρατη Παρθένο καὶ τὴν ἥνωσε στὴν ὑπόστασί του νέαν, χωρὶς νὰ ἔχη μετάσχει σὲ παλαιὸ σπέρμα, τὴν κατέστησε ἀθῶα καὶ δικαιωμένη, ὥστε καὶ οἱ γεννώμενοι ἀπὸ αὐτόν ἔπειτα κατὰ πνεῦμα νὰ μένουν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν προγονικὴ ἐκείνη κατάρα καὶ καταδίκη.

Τί λοιπόν; Δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ὁ καθένας μας ἄφεσι τῶν πλημμελημάτων του ἀπὸ αὐτόν, ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν ἀνέλαβε ὑπόστασι ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλά τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνανέωσε ἑνωθείς μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασί του: Πῶς ὅμως θὰ ἐνεργοῦσε ἔτσι, αὐτός πού θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι τελείως καὶ κατῆλθε κλίνοντας τοὺς οὐρανούς γιὰ χάρι ὅλων καί, ἀφοῦ δι' ἔργων καὶ λόγων καὶ παθημάτων τοῦ ὑπέδειξε κάθε δρόμο σωτηρίας, ἐπανῆλθε στοὺς οὐρανούς, ἑλκύοντας πρὸς τὰ ἐκεῖ τούς πιστούς του; Ἑπομένως γιὰ νὰ παράσχη τελεία ἀπολύτρωσι ὄχι μόνο στὴ φύσι τὴν ὁποία ἔλαβε ὁ Ἴδιος ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ἀδιάσπαστη ἕνωση, ἀλλά καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας σ' αὐτόν; Τοῦτο λοιπὸν ἔπραξε καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ πράττη, συνδιαλλάσσοντας τὸν καθένα μας δι' ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐπαναφέροντας τὸν καθένα στὴν ὑπακοὴ καὶ θεραπεύοντας κάθε παρακοή.

Γι' αὐτό λοιπὸν καθώρισε καὶ θεῖο Βάπτισμα κι' ἔθεσε σωτηρίους νόμους, ἐκήρυξε μετάνοια σὲ ὅλους καὶ μετέδωσε δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ αἷμα του. Διότι δὲν εἶναι γενικῶς ἡ φύσις ἀλλά ἡ ὑπόστασις τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας πού δέχεται τὸ Βάπτισμα καὶ πολιτεύεται κατὰ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ γίνεται μέτοχός του θεουργοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηριοῦ. Διὰ τῶν μέσων τούτων βέβαια ὁ Χριστὸς μᾶς ἐδικαίωσε ὑποστατικῶς καὶ μᾶς ἐπανέφερε στὴν ὑπακοὴ τοῦ οὐράνιου Πατρός· τὴν ἴδια δὲ τὴ φὺσιν πού προσέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀνανέωσε, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη καὶ σὲ ὅλα ὑπήκοο στὸν Πατέρα, δι' ἐκείνων πού ἔπραξε καὶ ἔπαθε αὐτός κατ' αὐτήν ἑνωμένος μὲ αὐτήν ὑποστατικῶς. Ἀνάμεσα σὲ αὐτά εἶναι καὶ ἡ ἑορταζόμενη σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς ἀνάβασις, ἡ ἀναβίβασίς του στὸν παλαιὸ ἐκεῖνο ναὸ πρὸς καθαρισμό, ἡ προϋπάντησις ἀπὸ τὸν θεόληπτο Συμεὼν καὶ ἡ εὐχαριστία τῆς Ἄννας, ἡ ὁποία παρέμενε στὸν ναὸ ὅλη τὴ ζωὴ της (Λουκᾶ 2,22-38).

Πραγματικὰ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Σωτῆρος ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο περιτομὴ τὴν ὄγδοη ἡμέρα, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμερες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμο τοῦ Μωϋσέως, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο». Περιτέμνεται κατὰ τὸν νόμο, ἀνεβάζεται κατὰ τὸ γεγραμμένο, προσφέρεται θυσία κατὰ τὰ λεγόμενα στὸν νόμο Κυρίου.

Βλέπετε ὅτι ὁ ποιητὴς καὶ δεσπότης τοῦ νόμου γίνεται καθ' ὅλα ὑπήκοος στὸν νόμο; Ἐπιτελώντας τί μὲ αὐτά; Καθιστώντας καθ' ὅλα ὑπήκοο τὴν φύσι μας στὸν Πατέρα καὶ θεραπεύοντας τὴν κατ' αὐτήν παρακοή μας καὶ μετατρέποντας τὴν γι' αὐτήν κατάρα σ' εὐλογία. Ὅπως δηλαδὴ ὅλη ἡ φύσις μας ἦταν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι καὶ στὸν Χριστὸ· καὶ ὅπως διὰ τοῦ ἀπὸ τὴν γῆ Ἀδὰμ ὅλοι ὅσοι ἐλάβαμε ἀπὸ ἐκεῖνον τὴν ὕπαρξι ἐστραφήκαμε πρὸς τὴν γῆ καὶ καταρριφθήκαμε, φεῦ, στὸν 'Ἅδη, ἔτσι διὰ τοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανό Ἀδάμ, κατὰ τὸν ἀπόστολο, ὅλοι ἀνακληθήκαμε στὸν οὐρανό καὶ ἀξιωθήκαμε τὴν ἐκεῖ δόξα καὶ χάρι. Τώρα ὅμως ἀξιωθήκαμε μυστικῶς, διότι, λέγει «ἡ ζωὴ σας μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι στὸν Θεό, ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς φανερωθῆ κατὰ τὴν δευτέρα ἐπιφάνεια καὶ παρουσία, τότε καὶ σεῖς ὅλοι θὰ φανερωθῆτε σὲ δόξα» (Ἐφ. 5, 5). Ποιοὶ «ὅλοι»; Ὅσοι υἱοποιήθηκαν κατὰ τὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Πνεύματος ἀποδείχθηκαν καὶ διὰ τῶν ἔργων πνευματικὰ τέκνα τούτου.

Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο. Ποιῶν «αὐτῶν»; Ὁ λόγος τοῦ νόμου εἶναι περὶ τῶν γεννητόρων, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν γεννωμένων ἀπὸ τὴν ἕνωσί τους, πού ἔχουν ἀνάγκη καθάρσεως. Διότι καὶ ὁ ψαλμωδὸς λέγει «συνελήφθηκα σὲ ἀνομίες καὶ ἡ μητέρα μου μ' ἐκυοφόρησε σὲ ἁμαρτίες». Ἐδῶ δὲ πού δὲν ὑπάρχουν γεννήτορες, ἀλλά ἦταν μόνο μητέρα, καὶ αὐτή Παρθένος, πού ὑπάρχει ἐπίσης γὲννησις παιδιοῦ συλληφθέντος ἀσπόρως, ὁπωσδήποτε δὲν ὑπῆρχε χρεία καθαρισμοῦ, ἀλλ' ἦταν ἔργο ὑπακοῆς καὶ τοῦτο, πού ἐπανέφερε τὴν παρακούσασα φύσι καὶ ἀπήλειφε τὴν εὐθύνη ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς.

Ὅταν λοιπὸν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ των, τὸν ἀνέβασαν γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο, νὰ τὸν ἀφιερώσουν, νὰ καταστήσουν φανερὸ ὅτι εἶναι πρωτότοκος, ὅπως ἔχει γραφεῖ στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού διανοίγει τὴν μήτρα, θὰ ἀποκληθῆ ἀφιερωμένο στὸν Κύριο».

Καί ὅμως αὐτός εἶναι ὁ μόνος πού διάνοιξε μήτρα, ἀφοῦ κυοφορήθηκε χωρὶς γεννετήσια ἕνωσι μὲ μόνο τὸ προσφώνημα καὶ τὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ, πού δέχθηκε στὶς ἀκοές της ἡ Παρθένος δι' ἀγγέλου· πῶς λοιπὸν ὁ νόμος λέγει «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού διανοίγει μήτρα»; Ὅπως πολλοὶ λέγονται προφῆτες καὶ πολλοὶ χρισμένοι, καθὼς λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ψαλμωδοῦ, «μὴ ἐγγίζετε τοὺς χρισμένους μου καὶ μὴ κακοποιῆτε τοὺς φέροντας σ' αὐτό ὡς Θεὸν τὸν ὕμνο καὶ τὴν ἱκεσία», παρακαλώντας ν' ἀπαλλαγῆ εἰρηνικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ διακηρύσσοντας σὲ ὅλους ὅτι αὐτό εἶναι τὸ σωτήριο φῶς, ἰσχυριζόμενος δὲ ὅτι τοῦτο ἔχει τεθῆ σὲ πτῶσι τῶν ἀπιστούντων καὶ σὲ ἀνάστασι τῶν πιστευόντων σ' αὐτό.

Ἔπειτα συνωμίλησε μὲ τὴν Παρθένο καὶ Μητέρα τοῦ βρέφους. δεικνύοντας ἀπὸ τὴν ὀδύνη γιὰ τὸν μελλοντικὸ σταυρὸ τοῦ παιδιοῦ ὅτι θὰ φανερωθῆ κατὰ φύσι μητέρα τοῦ τώρα Θεανθρώπου βρέφους καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἀποκαλύψη τοὺς ἀμφίβολους γι' αὐτό λογισμοὺς θὰ τοὺς ἀπαλείψη ἀπὸ τὶς καρδιές· διότι καὶ ὁ Συμεὼν τὴν γνησία μητέρα τοῦ ἀμφίβολου παιδιοῦ προσδιώρισε ἀπὸ τὴν σχετικὴ μὲ τὸ πάθος ὀδύνη καὶ ἀπὸ τὴν γι' αὐτό τὸ πάθος σφοδρὰ λύπη καὶ συμπάθεια.

Ἡ δὲ προφήτις Ἄννα, χήρα τοῦ Φανουὴλ ἡλικίας ὀγδόντα τεσσάρων ἐτῶν, ἐπιδιδομένη σὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις καὶ μὴ ἀπομακρυνόμενη καθόλου ἀπὸ τὸν ναό, καταληφθεῖσα τότε περισσότερο ἀπὸ Θεῖο Πνεῦμα εὐχαρίστησε τὸν Θεό καὶ εὐαγγελίσθηκε ὅτι θὰ ἔλθη ἡ λύτρωσις σ' ὅσους τὴν προσδέχονται, δεικνύοντας ὅτι αὐτή εἶναι τὸ βρέφος τοῦτο.

Τέτοια λογικὰ τρυγόνια προέπεμψε τὸ ἅγιο Πνεῦμα πρὸς προϋπάντησι τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἀνέβαινε στὸν ναὸ καὶ μᾶς ἔδειξε ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ δεχόμενοι μέσα τους τὸν Χριστό, καὶ ὁποῖοι καὶ ὁποῖες πρέπει νὰ εἶναι αὐτές πού ἔχασαν τοὺς ἄνδρες των καὶ αὐτοί πού ἔχασαν τὶς συζύγους των. Διότι ἡ Ἄννα αὐτή ἦταν χήρα τοῦ Φανουὴλ ἀλλά καὶ προφήτις. Πῶς; διότι, ἀφοῦ ἄφησε τὶς κοσμικὲς καὶ βιωτικὲς φροντίδες, δὲν ἐγκατέλειψε τὸν ναό· διότι εἶχε ἄμωμο τὸν βίο διημερεύοντας καὶ διανυκτερεύοντας μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ προσευχὲς καὶ ψαλμωδίες. Γι' αὐτό καὶ ἡ γυναίκα αὐτή τὸν Κύριο, πού λάτρευε μὲ ἔργα, εὐλόγως τὸν ἀνεγνώρισε ὅταν ἦλθε, ὅπως λέγει πρὸς αὐτόν ὁ ψαλμωδὸς προφήτης, «θὰ ψάλω καὶ θὰ προσέξω στὴν τελεία ὁδό, πότε θὰ ἔλθης πρὸς ἐμένα».

Τί πρέπει λοιπὸν νὰ αἰσθανώμαστε ἐμεῖς πού, ἐνῶ ἔχομε διαταχθῆ νὰ σταυρώσωμε τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὶς ἐπιθυμίες, περιπίπτομε πάλι στὰ ἴδια, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπείθειας; πού, ἐνῶ διαταχθήκαμε νὰ νεκρώσωμε τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γὴς, πορνεία, ἀκαθαρσία, πάθος κακό καὶ τὴν ἐπιθυμία, δὲν ἐφαρμόζομε τὴν παραίνεσι; Δὲν θὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν κάποτε, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, τουλάχιστο τὶς θεομηνίες, τὶς ἀπὸ κάτω, τὶς ἀπὸ ἐπάνω, τὶς περασμένες, τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ αἰώνιες πού μᾶς ἀπειλοῦν; Δὲν θὰ σεβασθοῦμε τὴν κατὰ σάρκα ἐπιφάνεια τοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης Χριστοῦ, ὥστε νὰ περιπατήσωμε προσεκτικὰ σὰν σὲ ἡμέρα; Δὲν θὰ φρίξωμε τὶς ἀποστολικὲς προειδοποιήσεις καὶ ἀποφάσεις καὶ παραινέσεις, πού λέγουν, «δὲν γνωρίζετε ὅτι εἶσθε ναοὶ Θεοῦ καὶ μέσα σας κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος φθείρει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν φθείρη ὁ Θεός»· καὶ πάλι, «φανερὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, πού εἶναι πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια καὶ τὰ ὅμοια, γιὰ τὰ ὁποῖα προλέγω, ὅπως καὶ ἤδη προεῖπα, ὅτι ὅσοι πράττουν τέτοια δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»· καὶ πάλι, «τοῦτο νὰ γνωρίζετε, ὅτι κάθε πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, δηλαδὴ εἰδωλολάτρης, δὲν ἔχει κληρονομιὰ στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ»· καὶ πάλι, «τοῦτο εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός μας, ἡ ἀποχή ἀπὸ τὴν πορνεία· διότι δὲν μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός γιὰ ἀκαθαρσία, ἀλλά γιὰ ἁγιασμὸ· ἑπομένως ὅποιος τὸ ἀθετεῖ, δὲν ἀθετεῖ ἄνθρωπο, ἀλλά τὸν Θεό πού δίδει τὸ ἅγιο Πνεῦμα του σ' ἐμᾶς». Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ συλλέξη ὅλες τὶς παραγγελίες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν γιὰ τὸ θέμα τοῦτο; Σ' αὐτούς ἀκριβῶς πού σωφρονοῦν καὶ γι' αὐτό εὑρίσκονται ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τί παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος; «Σᾶς ἔγραψα στὴν ἐπιστολή, μὴ συναναστρέφεσθε πόρνους». Πραγματικὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν ἐντρέπονται οἱ ἴδιοι, συμβουλεύει τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἀποφεύγουν καὶ νὰ τοὺς ἐντροπιάζουν, λέγοντας πρὸς αὐτούς, «ἐὰν κάποιος κατ' ὄνομα ἀδελφός εἶναι πόρνος, μὲ αὐτόν οὔτε νὰ συντρώγετε». Βλέπεις ὅτι ὅποιος κυλίεται στὴν πορνεία εἶναι κοινὸ μόλυσμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι' αὐτό πρέπει ὅλοι νὰ τὸν ἀποφεύγουν καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνουν; Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Παῦλος παρέδωσε στὸν Σατανᾶ τὸν πορνεύοντα στὴν Κόρινθο καὶ δὲν συνέστησε πρὸς αὐτόν ἀγάπη οὔτε τὸν προσέλαβε, ἕως ὅτου ἐπέδειξε τὴν μετάνοια ἱκανοποιητικῶς.

Σῶζε ὁπωσδήποτε τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὰ τόσα κακά, ὦ ἄνθρωπε, τῶν παρόντων καὶ τῶν μελλόντων, τῶν τελευταίων, διττῶν μάλιστα, καὶ στὸν μέλλοντα καὶ στὸν παρόντα αἰώνα. Τὸ γένος τοῦ Ἠσαῦ ἦταν ἀπόβλητο, διότι ἐκεῖνος ἦταν πόρνος καὶ βέβηλος, καὶ ὁ Ροβοὰμ ἔχασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας, ἐπειδὴ ὁ πατέρας του Σολομῶν, γυναικομανῆς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, ἐπέθανε χωρὶς νὰ πάθη τοῦτο ὁ ἴδιος λόγω τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος τὸ προσαφθὲν κάποτε σὲ βάρος τοῦ ἄγος ἐκαθάρισε μὲ ροὲς δακρύων καὶ μὲ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς μετανοίας.

Ἀποφεύγετε τὴν πορνεία, ἀδελφοί, παραγγέλλει πάλι ὁ ἀπόστολος. Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σαμψών, δὲν θὰ ἔπιπτε στὰ χέρια τῆς Δαλιδᾶς, ὥστε μαζὶ μὲ τὰ μαλλιά του νὰ χάση καὶ τὴν δύναμί του, δὲν θὰ ἐτυφλωνόταν, δὲν θὰ ἔχανε ἀδόξως τὴ ζωὴ του μαζὶ μὲ τοὺς ἀλλοφύλους. Ἂν τὴν ἀπέφευγαν οἱ ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ ὡς στρατηγὸ καὶ νομοθέτη Ἰουδαῖοι δὲν θὰ ἐθυσίαζαν στὸν Βεελφεγώρ, δὲν θὰ ἔτρωγαν θυσίες, δὲν θὰ ἔπιπταν ὅσο ἔπεσαν. Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σολομῶν, δὲν θ' ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν Θεό πού τὸν κατέστησε βασιλέα καὶ σοφὸ οὔτε θὰ ἀνήγειρε ναοὺς στὰ εἴδωλα.

Βλέπετε ὅτι τὸ πάθος τῆς πορνείας ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ πρὸς ἀσέβεια; Οὔτε τὸ κάλλος τῆς Σωσάννης, πού ἐξαπάτησε στὴ Βαβυλώνα τοὺς πρεσβυτέρους, θὰ ἐθριάμβευε ἔπειτα καὶ θὰ συνεκάλυπτε τὸν λιθοβολισμό, ἂν αὐτοί ἀπέφευγαν ἀπὸ τὴν ἀρχή τὸ βδέλυγμα καὶ δὲν τὴν παρατηροῦσαν πρωτύτερα κάθε μέρα ἀκολάστως. Οὔτε ὁ Ὀλοφέρνης θὰ ἐκοιτόταν μὲ κομμένον τὸν λαιμὸ ὁ ἄθλιος, ἂν προηγουμένως, ὅπως ἔχει γραφεῖ, δὲν εἵλκυε τὸν ὀφθαλμὸ του τὸ σανδάλιο τῆς Ἰουδίθ καὶ δὲν αἰχμαλώτιζε τὴν ψυχή του ἡ ὀμορφιά της. Γι' αὐτό λέγει ὁ Ἰώβ· «ἔβαλα κανόνα στοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ δὲν θὰ προσέξω παρθένο», πόσο μᾶλλον ἄσεμνο γύναιο, ἄγαμο ἢ ἔγγαμο.

Ἤ ἀγαμία θεοφιλῆ νὰ τηρῆς, ἀγαπητέ, ἢ συζυγία θεοδότη. Πίνε ὕδατα ἀπὸ τὰ πηγάδια σου, κι' αὐτό μὲ σωφροσύνη, ἄπεχε δὲ τελείως ἀπὸ νοθευμένο ποτό, διότι εἶναι ὕδωρ Στυγός, ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ Ἀχέροντος, εἶναι γεμάτο θανατηφόρο ἰό, ἔχει τὴ δύναμι δηλητηρίου· διότι ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ρίπτη ὅσους πίνουν στὴν καταπακτὴ τοῦ Ἅδη ἢ μᾶλλον στοὺς ἴδιους τούς μυχοὺς τοῦ Ἅδη. Ἀπόφευγε τὸ μέλι ἀπὸ πορνικὰ χείλη, διότι ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ ἐπαλείφουν πορνικὸ θάνατο, πού εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό. Πρὸς αὐτόν λέγει ὁ Δαβίδ, «ἐξωλόθρευσὲ ὅλους ὅσοι πορνεύουν».

Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καθαρεύη ἢ νὰ καθαίρεται κι' ἔτσι νὰ μένη διαρκῶς ἀμίαντος, ἀρκούμενος στὶς ἐπιτρεπτόμενες ἡδονές, αὐτός τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σ' αὐτό, νὰ σπεὺδη πρὸς ἀπόκτησι ἁγνείας καὶ σωφροσύνης καὶ πρὸς ἀποφυγὴ πορνείας καὶ κάθε ἀκαθαρσίας, γιὰ νὰ παραμείνωμε αἰωνίως εὐφραινόμενοι μαζὶ μὲ τὸν ἄφθαρτο νυμφίο στὶς ἁγνές παστάδες, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ἀειπάρθενου καὶ παναμώμου καὶ ὑπερδοξασμένης Μητέρας πού τὸν ἐγέννησε παρθενικῶς γιὰ τὴν σωτηρία μας· τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Πηγή : imaik.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις