Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Ύμνος στους τρεις ιεράρχες: του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς




Νηστεία και προσευχή - Βασίλειος
Θεολογία - Γρηγόριος
Ελεημοσύνη - Χρυσόστομος.
Στόματα χρυσά, στόματα μελίρρυτα!
Εργάτες όλοι ενός έργου:
τρεις διακριτοί - τρεις άγγελοι.
Οι τρεις μαζί, ένα, όπως ο Τριαδικός Θεός,
κανένας τους αρχηγός, κανένας δεύτερος.
Στην αιωνιότητα όλοι συμφωνούν,
καλείς έναν προστρέχουν και οι τρεις. 
Υμνείς έναν, ακούνε και οι τρεις.
Δοξάζεις έναν, συγχαίρουν και οι τρεις.
Τρεις άνδρες, μια ολότητα, 
τρεις ιεράρχες, ένα έργο,
τρία ονόματα, μία δόξα,
και για τους τρεις, κεφαλή ο Χριστός.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Οι Τρεις Ιεράρχαι



του (†) Ιωάννη Φουντούλη
Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν, την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου.

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.

Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.

Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.

Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.

Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.

Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388.

Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη
πηγή: http://www.orp.gr/?p=726
αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

Περί Αγάπης Οσίου Εφραίμ του Σύρου


Οσίου Εφραίμ του Σύρου
∆ʹ Περὶ ἀγάπης  
«Είναι μακάριος ο άνθρωπος εκείνος που έχει αγάπη Θεού, γιατί περιφέρει με την παρουσία του τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη, και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει «ἐν τῶ Θεῶ». Εκείνος που έχει αγάπη υπερέχει, με τη βοήθεια του Θεού, από όλους. Εκείνος που έχει αγάπη δε φοβάται, διότι η αγάπη βγάζει έξω από την ψυχή το φόβο. 
Εκείνος που έχει αγάπη δεν αποστρέφεται ποτέ κανέναν, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο, ούτε ένδοξο, ούτε άδοξο, ούτε φτωχό, ούτε πλούσιο, αλλά γίνεται ακάθαρτο αποσπόγγισμα όλων. Όλα τα σκεπάζει, όλα τα υπομένει. Εκείνος που έχει αγάπη δεν αλαζονεύεται εναντίον κάποιου, δεν ξιπάζεται, κανέναν δεν κακολογεί, αλλά και αυτούς που κακολογούν τους αποφεύγει. 
Εκείνος που έχει αγάπη δε σκέφτεται με πανουργία, δε θέλει να υποσκελίσει, ούτε υποσκελίζει τον αδελφό. 
Εκείνος που έχει αγάπη δε ζηλεύει, δε φθονεί, δεν κατατρέχει, δε χαίρεται με την πτώση των άλλων, δεν εξευτελίζει αυτόν που έπεσε σε σφάλμα, αλλά τον συλλυπείται και τον συμπαραστέκεται και τον ανακουφίζει, δεν παραβλέπει τον αδελφό στην ανάγκη του, αλλά τον συμπαραστέκεται, και πεθαίνει μαζί του. 
Εκείνος που έχει αγάπη εκτελεί το θέλημα του Θεού, και είναι μαθητής του, διότι ο ίδιος ο καλός μας Δεσπότης είπε « Από αυτό θα ξέρουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο». Εκείνος που έχει αγάπη ποτέ δεν αποκτά κάτι για τον εαυτό του, δε θεωρεί τίποτε δικό του, αλλά όλα όσα έχει τα προσφέρει κοινά σε όλους. Εκείνος που έχει αγάπη κανέναν δε θεωρεί ξένο, αλλά όλους τους έχει δικούς του. 
Εκείνος που έχει αγάπη δεν παροργίζεται, δεν ξιπάζεται, δε φουντώνει από οργή, δε χαίρεται για την αδικία που γίνεται, δεν εξακολουθεί να ψεύδεται, κανέναν δε θεωρεί εχθρό, παρά μόνο τον Διάβολο. Εκείνος που έχει αγάπη όλα τα υπομένει, είναι ευεργετικός, είναι μακρόθυμος. 
Λοιπόν, είναι μακάριος αυτός που έχει αποκτήσει την αγάπη, και με αυτήν ως κτήμα αναχωρεί προς τον Θεό, διότι ο Θεός, αναγνωρίζοντας τον δικό του άνθρωπο, θα τον δεχθεί στους κόλπους του, θα ζει δηλαδή ο εργάτης της αγάπης μαζί με τους Αγγέλους, και θα βασιλεύσει μαζί με τον Χριστό. 
Διότι την αγάπη έχοντας ήρθε και ο Θεός Λόγος επάνω στη γη, μ’ αυτήν και ο παράδεισος έχει ανοιχθεί για μας, και η ανάβαση στον ουρανό διακηρύχθηκε για όλους. 
Ενώ ήμασταν εχθροί με τον Θεό, με την αγάπη συμφιλιωθήκαμε μ’ αυτόν. Ορθά λοιπόν είπαμε ότι η αγάπη είναι ο Θεός, και αυτός που μένει μέσα στην αγάπη, μένει «ἐν τῶ Θεῶ».
***
∆ʹ Περὶ ἀγάπης  
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ἔχων ἀγάπην Θεοῦ, ὅτι τὸν Θεὸν ἐν ἑαυτῷ περιφέρει· ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει. Ὁ ἔχων ἀγάπην, πάντων σὺν Θεῷ περιγίνεται. <Ὁ ἔχων ἀγάπην οὐ φοβεῖται>· ἡ γὰρ ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον. Ὁ ἔχων ἀγάπην, οὐδένα βδελύσσεταί ποτε· οὐ μικρόν, οὐ μέγαν, οὐκ ἔνδοξον, οὐκ ἄδοξον, οὐ πένητα, οὐ πλούσιον· ἀλλὰ πάντων περίψημα γίνεται. Πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει. Ὁ ἔχων ἀγάπην, οὐκ ἐπαίρεται κατά τινος· οὐ φυσιοῦται· οὐδενὸς καταλαλεῖ, ἀλλὰ καὶ τοὺς καταλαλοῦντας ἀποστρέφεται. Ὁ ἔχων ἀγάπην, ἐν δόλῳ οὐ πορεύεται· οὐχ ὑποσκελίζεται ἢ ὑποσκελίζει τὸν ἀδελφόν. Ὁ ἔχων ἀγάπην, οὐ ζηλοῖ, οὐ φθονεῖ, οὐ βασκαίνει, οὐ χαίρει ἐπὶ πτώσει ἑτέρων· οὐ διασύρει τὸν πταίοντα, ἀλλὰ συλλυπεῖται καὶ συναντιλαμβάνεται· οὐ παρορᾷ τὸν ἀδελφὸν ἐν ἀνάγκῃ, ἀλλὰ συνεπαμύνει καὶ συναποθνῄσκει. Ὁ ἔχων ἀγάπην, τὸ θέλημα ποιεῖ τοῦ Θεοῦ καὶ μαθητὴς αὐτοῦ ἐστιν· αὐτὸς γὰρ ὁ καλὸς ἡμῶν ∆εσπότης εἶπεν· ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ὁ ἔχων ἀγάπην οὐδέποτέ τι ἑαυτῷ περιποιεῖται· οὐ λέγει ἑαυτοῦ ἴδιον οὐδέν· ἀλλὰ πάντα, ὅσα ἔχει, κοινὰ τοῖς πᾶσι προτίθησιν. Ὁ ἔχων ἀγάπην, ἀλλότριον οὐδένα λογίζεται, ἀλλὰ πάντας ἰδιοποιεῖται. Ὁ ἔχων ἀγάπην, οὐ παροξύνεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἐξάπτεται εἰς ὀργήν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, ἐπὶ ψεύδει οὐκ ἐνδελεχίζει, ἐχθρὸν οὐδένα ἡγεῖται, εἰ μὴ μόνον τὸν ∆ιάβολον. Ὁ ἔχων ἀγάπην, πάντα ὑπομένει· χρηστεύεται· μακροθυμεῖ. Μακάριος οὖν ὁ τὴν ἀγάπην κεκτημένος καὶ μετ' αὐτῆς ἀποδημήσας πρὸς τὸν Θεόν· ὅτι αὐτὸς τὸ ἴδιον ἐπιγινώσκων, προσδέξεται αὐτὸν ἐν τοῖς κόλποις αὑτοῦ· ὁμοδίαιτος γὰρ Ἀγγέλων ἔσται καὶ σὺν Χριστῷ βασιλεύσει ὁ τῆς ἀγάπης ἐργάτης. ∆ι' αὐτῆς γὰρ καὶ Θεὸς Λόγος ἐπὶ τῆς γῆς παρεγένετο· δι' αὐτῆς καὶ ὁ παράδεισος ἀνέῳκται ἡμῖν, καὶ ἄνοδος εἰς οὐρανὸν ἀνεδείχθη πᾶσιν. Ἐχθροὶ ὑπάρχοντες τῷ Θεῷ, δι' αὐτῆς κατηλλάγημεν. Εἰκότως οὖν εἴπομεν ὅτι ἡ ἀγάπη ὁ Θεός ἐστι· καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει. 

Μακάριος ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ἔχων ἀγάπην Θεοῦ, ὅτι τὸν Θεὸν ἐν ἑαυτῷ περιφέρει·



Είναι μακάριος ο άνθρωπος εκείνος που έχει αγάπη Θεού, γιατί περιφέρει με την παρουσία του τον Θεό!
όσιος Εφραίμ ο Σύρος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΕΡΓΑ Τόμος Α΄, εκδόσεις 
ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ σελ.42
περιφέρω: φέρω ολόγυρα # κουβαλώ ολόγυρα # περιάγω # δίνω ολόγυρα φαγητό # κάνω κάποιον γνωστό # φέρνω κάτι σε κάποια κατάσταση # θυμίζω σε κάποιον # υπομένω μέχρι τέλους, ρήμα - λατινικά cicumfero

Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός!



68. Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός, γιατί σε κάποια άλλη περίσταση μπορεί να δεις τον Ίδιο άνθρωπο πού τώρα σου φαίνεται κακός με τελείως διαφορετικό μάτι. Συνεπώς, μην ακο­λουθείς Λογισμούς πού σου παρουσιάζουν τα πράγματα όπως αυτοί θέλουν. Γιατί αν υπάρχει αγάπη, θα καλύψει και τα φταιξίματα των άλλων. Κι η απουσία της αγάπης προέρχεται από τον σκοτισμό της ψυχής.

69. Οποίος δεν αγαπά τον γείτονα του και λέει πώς αγαπά τον Θεό βρίσκεται σε πλάνη, χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Τίποτε δεν εξοργίζει τόσο τον Θεό, τίποτε δεν τον ερεθίζει όσο ό μοναχός πού κάνει το κελί του δικαστήριο, όπου αυτός σαν δικαστής κάθεται και κατακρίνει τους συντρόφους του για τις ανεπάρκειες τους. Κι εντού­τοις θεωρεί τον εαυτό του ως μετανοούντα, και προσεύχεται λέγοντας, «όπως εγώ συγχώρησα, συγχώρησε με!».

70. Αν αυτός πού κρίνει όσους τον αδικούν κα­ταδικάζεται από την δικαιοσύνη τού Θεού, τί θα συμβεί άραγε με εμάς, πού κρίνουμε από μακριά πράξεις πού δεν μάς βλάπτουν; Αν δεν μπορείς να βλέπεις τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες των άλλων, αν δεν τις αντέχει ό νους σου, φύγε και πήγαινε κάπου άλλου. Δεν είναι δυνατόν να θεω­ρήσεις τον κάθε άνθρωπο αγαθό αν δεν έχεις αποκτήσει την ησυχία.

71. Να είσαι ειρηνικός και ταπεινός, ώστε όλοι να σε συμπονούν. Ανάλογα με τον προσανατολι­σμό της ενέργειας της καρδιάς προς το αγαθό ή προς τους πειρασμούς, βλέπουμε τις εξωτερικές περιστάσεις με διαφορετικό μάτι. Να μην κατηγο­ρείς ούτε να διορθώνεις κανέναν, να μην έχεις τέτοιου είδους οίστρο και ταραχή στην ψυχή σου. Γιατί όποιος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση οίστρου και ταραχής εξαιτίας των συνανθρώπων του δεν μπορεί να αξιωθεί την πνευματική ειρή­νη, διά της οποίας ενεργοποιούνται θεωρίες της αγαθότητας τού Θεού για τους κόσμους25. Ό οί­στρος αυτός οφείλεται στον μετεωρισμό της διά­νοιας, γεννάται δηλαδή όταν αφήνει κανείς την διάνοια να μετεωρίζεται, σαν πλοίο χωρίς κυβερ­νήτη, εξετάζοντας τις πράξεις των άλλων.

72. Αυτός πού μετεωρίζεται και εξοργίζεται εξαιτίας των κακών πράξεων των ανθρώπων δεν μπορεί να νεκρωθεί για τον κόσμο τούτο.

73. Η συνεχής αναστάτωση εξαιτίας τού τρό­που ζωής των άλλων ανθρώπων έχει ως αιτία την υπερηφάνεια ή την βλακεία. Εκτός από τις δύο αυτές αιτίες, δεν υπάρχει άλλος λόγος για να εξοργιστεί κανείς με τους συνανθρώπους του. Γιατί για να θεωρεί πώς είναι ικανός να οδηγήσει τον καθένα στην αλήθεια, είτε νομίζει πώς οι δι­κές του αμαρτίες είναι μικρότερες απ' όλων των άλλων ανθρώπων, ή πώς δεν έχει καμιά, είτε φαντάζεται πώς γίνεται φίλος τού Θεού μισών­τας τους αμαρτωλούς. Αυτή ή αντίληψη είναι εντελώς βλακώδης και ξένη προς Κάθε αληθινή γνώση τού θεού. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πώς οι άγιοι σήκωναν στους ώμους τους κάθε μορφή θανάτου για λογαριασμό κακών ανθρώπων, μέχρι και φονιάδων, ώστε με την αγάπη να τους φέρουν στον δρόμο τού Θεού.

74. Όσοι έχουν επίγνωση τού σκοπού του Θεού, και αξιώθηκαν να γνωρίσουν πλήρως το θέλημα Του, είναι έτοιμοι να πεθάνουν για χάρη των αμαρτωλών, σαν τον Υιό Του.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ισαάκ του Σύρου Ασκητικά Τόμος Β1, Λόγοι Α΄-Γ΄

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Λόγοι περί εγκρατείας του Οσίου Εφραίμ του Σύρου


Λόγοι περί εγκρατείας του Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Για την εγκράτεια

Είναι αληθινά μακάριος και τρισμακάριος εκείνος που τηρεί εγκράτεια, διότι πραγματικά η εγκράτεια είναι μεγάλη αρετή. Αλλά ας ως ποιο σημείο και σε πόση έκταση και σε ποια θέματα αναφέρεται ή θεωρείται ή εξετάζεται η εγκράτεια.

Είναι λοιπόν εγκράτεια στη γλώσσα το να μην παρασύρεται κανείς σε λόγια πολλά και ανώφελα, το να συγκρατεί κανείς τη γλώσσα του και να μην κακολογεί , το να μην μιλάει υβριστικά, το να μην καταριέται, το να μην λέει χωρίς σκοπό αυτά που δεν πρέπει, το να συγκρατεί τη γλώσσα του και να μη συκοφαντεί τον ένα στον άλλο, να μην κατηγορεί τον αδελφό, το να μην ξεσκεπάζει τα μυστικά των άλλων, το να μην ασχολείται με ξένες υποθέσεις.

Είναι εγκράτεια και στην ακοή το να την ορίζει κανείς και να μην παρασύρεται από ανώφελα ακούσματα. Είναι εγκράτεια και στους οφθαλμούς το να ορίζει κανείς την όραση του και να μην κοιτάζει ή να περιεργάζεται όλα τα ευχάριστα, και αυτά που δεν πρέπει. Είναι εγκράτεια στο θυμό το να νικά κανείς την οργή του και να μην ανάβει γρήγορα. Είναι εγκράτεια στη φιλοδοξία το να ορίζει κανείς το νου του και να μη θέλει να δοξάζεται, το να μην επιδιώκει τη δόξα, να μην υψώνει τον εαυτό του, να μην επιδιώκει την τιμή, ώστε να φουσκώνει από υπερηφάνεια, να μην υπερηφανεύεται από τους επαίνους.

Είναι εγκράτεια των λογισμών, και αυτούς χρειάζεται να τους κατακρίνει κανείς με το φόβο του Θεού, το να μη συγκατατίθεται κανείς ή να τέρπεται από λογισμό που θέλγει ή ερεθίζει τον άνθρωπο. Είναι εγκράτεια στις τροφές το να ορίζει κανείς τον εαυτό του και να μην επιδιώκει τροφές υπερβολικές ή φαγητά πανάκριβα, το να μην τρώγει κανείς πριν από τον κατάλληλο καιρό ή πριν από την ώρα, το να μην κυριεύεται από το πνεύμα της γαστριμαργίας, το να μην είναι αχόρταγος στα ωραία φαγητά, το να μην επιθυμεί το ένα φαγητό ύστερα από το άλλο.
Είναι εγκράτεια στο ποτό το να ορίζει κανείς τον εαυτό του και να μην κάθεται μαζί με άλλους σε οινοποσίες ή σε απολαύσεις οίνων, το να μην πίνει οίνο άφοβα, το να μην επιδιώκει τις ποικιλίες των ποτών και τις απολαύσεις των παρασκευασμένων κραμάτων, το να μην πίνει χωρίς μέτρο, όχι μόνο το κρασί, αλλά αν είναι δυνατό, ακόμη και το νερό.

Είναι εγκράτεια στην πονηρή επιθυμία και ηδονή, το να ορίζει κανείς τις αισθήσεις του και να μην συμπαρασύρεται από τις επιθυμίες που παρουσιάζονται, το να μην συγκατατίθεται στους λογισμούς που υποκινούν το πάθος της φιληδονίας, το να μην ευχαριστιέται κανείς με την ιδέα ότι κάνει τη βδελυγμία, το να μην κάνει το θέλημα της σαρκός, αλλά αντίθετα να χαλιναγωγεί τα πάθη με το φόβο του Θεού. Διότι αληθινά εγκρατής είναι εκείνος, που επιθυμεί εκείνα τα αθάνατα αγαθά, και ατενίζοντας με το νου του προς αυτά αρνείται αυτή την επιθυμία. Τις συναναστροφές τις αποφεύγει σαν να είναι κάποιο σκοτεινό μέρος· δε χαίρεται με τη θέα γυναικείων προσώπων· με τη θέα γυναικείων σωμάτων δεν τέρπεται· δεν παρασύρεται από την ομορφιά τους· δεν ευχαριστείται από τα μεθυστικά αρώματα· δεν παραπλανάται από τα κολακευτικά τους λόγια. Με γυναίκες, και μάλιστα ασεβείς, δεν συναναστρέφεται· σε συντροφιές γυναικών δεν παραμένει πολύ χρονικό διάστημα.

Ο αληθινά ανδρείος και εγκρατής, ο οποίος και φυλάτει άγρυπνα τον εαυτό του για κείνη την άμετρη ανάπαυση (την ανάπαυση στη βασιλεία των ουρανών), σε κάθε λογισμό εγκρατεύεται, σε κάθε επιθυμία ορίζει τον εαυτό του, και κάνει αυτό από επιθυμία για τα πνευματικά, και από φόβο για τη μέλλουσα ζωή.

Για την έλλειψη εγκράτειας

Ο ακρατής όμως άνθρωπος, που του λείπει η εγκράτεια, εύκολα κυριεύεται από κάθε άπρεπη πράξη· ο ακρατής μάλιστα είναι φιλήδονος. Ο ακρατής ευχαριστιέται με τα πολλά και ανώφελα λόγια· με τις αργολογίες και τις αστειότητες τέρπεται· επίσης τέρπεται με την απόλαυση των φαγητών. Για την πολυφαγία και την πολυποσία κάνει τον γενναίο, για την ανώφελη ηδονή διεγείρεται. Στους ακάθαρτους λογισμούς συγκατατίθεται, για την ηδονή μωραίνεται· για την κενοδοξία ανοίγει η επιθυμία του, για την τιμή ανάβει η φαντασία του, σαν πραγματικά να του αποδόθηκε τιμή. Στις συναντήσεις με γυναίκες λάμπει από χαρά, από τα κάλλη των γυναικών παρασύρεται, από το χρώμα των σωμάτων τρέφεται, με τις περιποιήσεις θέλγεται, στις συναναστροφές γυναικών και γελωτοποιών έχει αδυναμία· από την ανάπλαση των οπτικών παραστάσεων ανάβει η φαντασία του, από την ανάμνησή τους κυριεύεται· αναπλάθει στη σκέψη του πρόσωπα γυναικών, αγγίγματα χεριών, εναγκαλισμούς σωμάτων, περιπτύξεις μελών, λόγους εμπαθείς, γέλια γοητευτικά, νεύματα ματιών, στολισμό φορεμάτων, χρώματα σωμάτων, κολακευτικές φωνές, συστολές των χειλέων, γλυκύτητα του σώματος, σκηνές κινημάτων του σώματος, στιγμές και τόπους συναναστροφών, και όλα όσα οδηγούν σε ηδονή. Αυτά αναπλάθει στη σκέψη του ο φιλήδονος, ο οποίος και δεν είναι εγκρατής, συγκατανεύοντας στους λογισμούς του.

Ένας τέτοιος άνθρωπος, αν δει να διαβάζεται λόγος για την σωφροσύνη, κατσουφιάζει. Αν δει κάποια ωφέλιμη σύναξη πατέρων, την αποφεύγει και την θεωρεί άχρηστη. Αν δει αυστηρότητα πατέρων, αισθάνεται αηδία. Αν ακούσει λόγο για τη νηστεία, ταράζεται. Σε σύναξη αδελφών δεν τέρπεται. Αν δει γυναίκες, λάμπει από χαρά· τρέχει επάνω-κάτω βοηθώντας να γίνουν οι εξυπηρετήσεις. Τότε γίνεται ζωηρός και στην ψαλμωδία, γίνεται ζωηρός στο να χαριτολογήσει, για να προκαλέσει το γέλιο, ώστε να κάνει ευχάριστο τον εαυτό του και να τον παρουσιάσει χαριτολόγο και διασκεδαστικό στις γυναίκες που τυγχάνει να είναι παρούσες. Στην ησυχία είναι σκυθρωπός και ασθενής. 

Είναι λοιπόν ελεεινός και ταλαίπωρος, αυτός που δεν έχει εγκράτεια σε κάθε συμπεριφορά και πράξη. Γι’ αυτό αδελφοί, εφόσον πληροφορηθήκαμε τους καρπούς της εγκρατείας και τα δράγματα της ακράτειας, ας απομακρυνθούμε απ’ αυτήν, και ας προσκολληθούμε στην εγκράτεια, διότι είναι μεγάλη η αμοιβή της εγκράτειας, και δεν έχει τέλος το μεγαλείο της. Είναι λοιπόν πραγματικά μακάριος αυτός που απέκτησε την εγκράτεια. Είναι μακάριος αυτός που σε κάθε αρετή τακτοποίησε τον εαυτό του και φρόντισε να διακριθεί στα έργα της ευσεβείας. Και είναι μακάριος αυτός που δεν έκανε κρυφή πράξη, η οποία δεν αρέσει στον Θεό, αλλά με όλη την ειλικρίνεια εργάσθηκε τις εντολές του Θεού, και όλες οι πράξεις του έγιναν στο φως, και μακάριος αυτός που δε συμμορφώθηκε με οποιοδήποτε λογισμό, ο οποίος συμβουλεύει ανώφελα έργα.

Και τι να κάνω εγώ που επαίνεσα κάθε αρετή, και δεν ασχολήθηκα ούτε με μία από αυτές, αλλά σπατάλησα τα χρόνια μου σε όλες τις κακίες; Και εκπληρώνεται στην περίπτωσή μου αυτό που έχει γραφεί. «Φορτώνετε στους ανθρώπους φορτία δυσβάσταχτα, και με ένα από τα δάχτυλά σας δεν τα αγγίζετε». (Λουκ. 11,46) Γι αυτό παρακαλώ την αγάπη όλων σας, ευλογημένοι του Χριστού και μέτοχοι του Παραδείσου, φροντίστε όλοι να αρέσετε στον Χριστό, ο οποίος σας στρατολόγησε, μήπως συμβεί να αποβληθεί κανείς από σας, επειδή έδειξε αδιαφορία ή αμέλεια. Όσοι με τη χάρη του Χριστού βρίσκεσθε κάτω από ζυγό υπακοής, προσέχετε να μην κάνετε τα θελήματα της σαρκός, για να μη βρεθούμε αναπολόγητοι μπροστά στο φοβερό εκείνο βήμα, στο οποίο θα γίνει η ανταμοιβή του καθενός, είτε κανείς έκανε καλό είτε έκανε κακό. Αλίμονο σε μένα τότε, διότι πρόκειται να παρουσιαστώ χωρίς παρρησία· και τι θα κάνω την ώρα της αδυσώπητης ανάγκης; Θα είναι μακάριοι όσοι τότε θα παρουσιασθούν στον Κριτή με παρρησία· αυτοί πρόκειται να λάβουν τον άγιο μισθό από το χέρι του Κυρίου. Αλίμονο όμως σ’ αυτούς που θα ντρέπονται τότε για πράξεις ασήμαντες και τιποτένιες. Ως παράδειγμα αναφέρω· ποια απολογία θα υπάρχει σ’ αυτόν που κατακρίνεται για φιλοδοξία ή για αυταρέσκεια ή για παρακοή ή για ανυπακοή ή για γαστριμαργία ή για απερισκεψία ή για πολυλογία ή για υπερηφάνεια ή για αυταρχικότητα ή για θρασύτητα ή για φθόνο ή για φιλονικία ή για οργή ή για κακολογία ή για συκοφαντία; Ποια αιτιολογία θα έχει αυτός που πρόκειται να κατακριθεί γι αυτά τα τιποτένια; Ποιο κέρδος ή ποια απόλαυση κερδίζεις μ’ αυτά; Και ποια δυσκολία υπάρχει να τα αποφεύγεις;

Γι’ αυτό σας παρακαλώ, αδελφοί, κανείς από σας να μην κατακριθεί για κανένα απ’ αυτά. Διότι στα βαριά αμαρτήματα, ξέρω καλά ότι προσέχετε, αλλά αυτά, με την ιδέα ότι τάχα είναι ασήμαντα, ο καθένας τα περιφρονεί, νομίζοντας ότι δε θα γίνει εξέταση γι’ αυτά. Και όμως με αυτά μα κυριεύει ο διάβολος, διότι κάνει τον καθένα μας να τα περιφρονεί, με την ιδέα ότι τάχα είναι τιποτένια. Λοιπόν φροντίστε να μην κυριεύεσθε απ’ αυτά· απεναντίας, φυλάξτε τους εαυτούς σας με κάθε τρόπο, για να δοξασθείτε μαζί με τον Χριστό· διότι σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων . Αμήν.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

Νά είμαστε ταπεινοί καί νά γνωρίζουμε τά όριά μας.


Εμείς δέν είμαστε οι σωτήρες τού κόσμου, αλλά ο Χριστός είναι ο Σωτήρας τού κόσμου. Νά είμαστε ταπεινοί καί νά γνωρίζουμε τα όριά μας. Αν όμως είμαστε υπερήφανοι και προσπαθούμε νά αντιμετωπίζουμε κάθε περίσταση θεωρώντας ότι είμαστε σπουδαίοι προφήτες, τότε μπορεί να μήν τό αντέξουμε. Το καλύτερο είναι να έχουμε υπόψιν μας ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας μας, ενώ εμείς είμαστε αχρείοι δούλοι. Προσπαθείτε και κάνετε αυτό που μπορείτε και αφήνετε τα υπόλοιπα στον Θεό. Αυτή ήταν η αρχή τών Πατέρων τής ερήμου, ο κανόνας πού είχαν στή ζωή τους : νά κάνουν αυτό πού μπορούσαν χωρίς άγχος ότι είναι δεσμευμένοι από κανόνες. Πεθαίνοντας γιά μάς ο Θεός μάς ελευθέρωσε από τήν δουλεία τού νόμου, αλλά εμείς δημιουργούμε νόμους καί υποδουλώνουμε τούς εαυτούς μας στούς νόμους αυτούς. Όταν γινόμαστε δούλοι τών νόμων καί τούς εκπληρώνουμε, υπερηφανευόμαστε γι αυτό, αντίθετα όταν δέν τούς εκπληρώνουμε βασανιζόμαστε καί δέν νοιώθουμε ευχαριστημένοι. Ούτε τό ένα ούτε τό άλλο χρειάζεται. Πρέπει νά κάνουμε ό,τι μπορούμε καί μέ πίστη καί ευγνωμοσύνη νά αφήνουμε τά υπόλοιπα στόν Θεό. Αυτός ήταν ο κανόνας τών πρώτων ασκητών τής ερήμου, καί νομίζω ότι ένας πνευματικός πατέρας πρέπει επίσης νά τον ακολουθεί. Όλοι μπορούμε νά λειτουργήσουμε ευεργετικά άν γνωρίζουμε τήν θέση μας καί τά μέτρα μας καί δέν προσπαθούμε νά τά υπερβούμε. Είμαστε πολύτιμοι λίθοι μέ τούς οποίους ο ουράνιος δομήτωρ κτίζει τόν Ναό Του. Αλλά άν προσπαθούμε να ύπερβούμε τά μέτρα μας, τότε καταστρέφουμε τά πάντα.
 ***
 Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία (Ζάχαρου) 
«Πλατυσμός τής καρδίας», σελ 274.  
Εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Σελίδες ἀπό ἕνα ἄτυπο, ἀνύπαρκτο, προσωπικό μου ἡμερολόγιο. π.ΚΣ


« Ζ »
ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 19ο, στίχοι 1 ἕως 10, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 25-01-2015
ΠΗΓΗ: floga.gr
Κυριακή τοῦ Ζακχαίου. Μιά ἑβδομάδα πρίν ἀρχίσει τό Τριώδιο. Σᾶς διαβάζω κάποιες σελίδες ἀπό ἕνα ἄτυπο, ἀνύπαρκτο, προσωπικό μου ἡμερολόγιο. 

Ὅλες αὐτές τίς τρεῖς τελευταῖες ἑβδομάδες, ἔνιωθα ὄμορφα. Ὅλοι μοῦ μιλοῦσαν ὡραῖα. Ὅλοι μοῦ ἔδιναν ὑποσχέσεις γιά ἕνα καλύτερο οἰκονομικό αὔριο. Θά μοῦ ζητοῦσαν λιγότερα. Θά μείωναν τίς κλίμακες. Δέν εἶχα ὑπολογίσει πώς πλησίαζαν οἱ ἀπόκριες κι ἴσως οἱ μασκαράδες νά εἶχαν βγεῖ πιό νωρίς, ἀπ᾽ ὅ,τι ἔπρεπε στούς δρόμους. 

Καί τότε ἦλθε τό σήμερα. Σήμερα Κυριακή πρωΐ. Κυριακή τοῦ Ζακχαίου. Ἔρχομαι στή Λειτουργία ν᾽ ἀκούσω τί μοῦ λέει τό Εὐαγγέλιο. Νά πάρω ἕνα ὄφελος. Καί μπαίνω ἐδῶ μέσα καί ἀκούω πρίν ἀπό λίγο, αὐτά πού ἄκουγα τίς προηγούμενες μέρες. Γιά τίς φορολογικές κλίμακες. Πῶς; Νά, τό εἶπε ὁ Ζακχαῖος. ᾽Εγώ λέει θά δώσω τή μισή μου περιουσία στούς φτωχούς. Καί θά δώσω τετραπλάσια σέ ὅσους ἀπάτησα. Πάλι τά ἴδια, λέω. 

Ἀλλά αὐτό εἶναι ἀνατροπή! 

Ὁ «Ζ», ὁ Ζακχαῖος, δέν εἶναι οὔτε ὁ Ζαπάτα, οὔτε ὁ Ζορρό, ὁ Ζακχαῖος, ζητοῦσε νά κάνω ἐγώ αὐτό πού μοῦ ὑπόσχονταν οἱ ἄλλοι. Αὐτοί μοῦ ἔλεγαν πώς θά μοῦ κόψουν. Καί λέω δέν τό κάνω μόνος μου; Γιατί νά περιμένω αὐτούς; 

Ἀνατροπή ἦταν αὐτό. Οὔτε οἱ δεξιοί, οὔτε οἱ ἀριστεροί δέν εἶχαν νά μοῦ ποῦν κάτι. Ἦταν μπλεγμένοι. Πέρα ἀπό τά ἀριστερά καί τά δεξιά ὑπάρχει καί ὁ Οὐρανός. 

Καί θά πῶ στόν «Ζ», στόν Ζακχαῖο, μά πές 
μου, «Ζ», δέν ἔχω ἐγώ νά δώσω... ᾽Εσύ εἶχες καί ἔδωσες. Πῶς τά ἀπέκτησες; Τά ἔκλεψες. Ἤσουν ἀπατεώνας καί τά βρῆκες. Καί θά μοῦ πεῖ: δέν μιλάω γιά ποσότητες. Μιλάω γιά ποσοστά. Τό 50%, τό μισό [δηλαδή] θά τό δώσω στούς φτωχούς. Καί τά τετραπλάσια θά τά δώσω σέ αὐτούς πού κορόιδεψα. Ἄν εἶχα ἕνα ψωμί, θά δώσω τό μισό. Κι ἄν ἔκλεψα ἕνα εὐρώ, θά δώσω τέσσερα. Δέν ζητάω πολλά. Ποσοστά ζητάω. Κατάλαβα [τότε] πώς ὁ «Ζ» ἦταν καί πολύ ἐπίκαιρος. Ἤξερε καί στατιστική. Αὐτό πού χρησιμοποιεῖται αὐτές τίς ἡμέρες. 

Κατάλαβα, τότε, τήν Ὀρθόδοξη «Δημοκρατία», πού μπορεῖ νά καταργήσει μνημόνια, ἀδικίες, ἀνεργίες καί πείνα. Καί εἶχα κερδίσει καί δύο ὀφέλη. Δέν θά εἶχα γίνει ὀπαδός σέ κανέναν καί θά ἤμουν ἐκεῖ πού θά μέ ἤθελε ὁ Χριστός. Τί εἶπε ὁ Χριστός στόν Ζακχαῖο; Θά ᾽ρθω καί θά μείνω σπίτι σου. Θά εἶχα [δηλαδή] καί τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά μου. 

Ἡ Λειτουργία τελειώνει σέ λίγο καί μετά ἀπό λίγο ὁ λαός -κι αὐτός εἶναι Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὄντως λαός- θά βγεῖ στούς δρόμους γιά νά ἐκτελέσει τά πολιτικά του καθήκοντα. Πρέπει νά τό κάνει. Ἄν στόν δρόμο αὐτό συναντήσετε τόν Ζακχαῖο, παρακαλῶ εἰδοποιεῖστε με, νά πάω νά τόν ψηφίσω κι ἐγώ. Ἔχουμε καιρό μέχρι στίς 5 καί 45 [πού θά κλείσουν οἱ κάλπες]. 

Ἄν δέν τόν βρεῖτε, παρακαλῶ, τότε πάρτε τήν κατάσταση στά χέρια σας. Βάλτε τόν Χριστό μέ τόν Ζακχαῖο στήν καρδιά σας καί τότε θά δώσετε σέ αὐτόν τόν τόπο τό ὄφελος πού δέν φαντάζεται κανείς.
Κυριακή τοῦ Ζακχαίου.

Ἡ μεγάλη ἀνατροπή.
Ἔ!, τώρα πρέπει νά γίνει... ὄχι ἀπόψε τό βράδυ!

Σὺ εἶ ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, ὁ δοὺς σεαυτὸν Γρηγόριε, ὡς ὁ Διδάσκαλος Χριστός,


Δοξαστικὸν 
Ἦχος α' 
Ἀνατολίου 
Τὴν λύραν τοῦ Πνεύματος, τὸ τῶν αἱρέσεων θέριστρον, καὶ ὀρθοδόξων ἥδυσμα, τὸν δεύτερον Ἐπιστήθιονὸν τοῦ Λόγου αὐτόπτην, τοῖς δόγμασι γενόμενον, τὸν σοφόν Ἀρχιποίμενα, τῆς Ἐκκλησίας τὰ θρέμματα, θεολογικοῖς ὕμνοις προσείπωμεν. Σὺ εἶ ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, ὁ δοὺς σεαυτὸν Γρηγόριε, ὡς ὁ Διδάσκαλος Χριστός, ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ σὺν Παύλῳ χορεύεις, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου


Θεοῦ γινώσκειν ὀρθοδόξως οὐσίαν,
Χριστιανοῖς λεγάτον ἐκ Γρηγορίου.
Εἰκάδι Γρηγόριος Θεορρήμων ἔκθανε πέμπτῃ.


ΠΗΓΉ: ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Ο άγιος Γρηγόριος, άνδρας με ουράνια ψυχή και στόμα καθαγιασμένο από το πυρ του Αγίου Πνεύματος, διείσδυσε τόσο βαθιά στα μυστήρια του Θεού, ώστε ανάμεσα σε όλους τους αγίους Πατέρες μόνος αυτός κρίθηκε άξιος της προσωνυμίας «Θεολόγος», όπως ο Ιωάννης ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου: όχι με την έννοια εκείνου ο οποίος κατ’ επάγγελμα διδάσκει τα θεία δόγματα, αλλά εκείνος ο οποίος κεκαθαρμένος ενώθηκε με τον Θεό διά της Χάριτος και στρέφεται προς τον λαό, όπως ο Μωυσής, για να του μεταδώσει τα θεία ρήματα και να του μεταλαμπαδεύσει το θείο Φως. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Μέγα Βασίλειο [1 Ιαν.] και τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο [13 Νοεμ.], η βιοτή του υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας απλής βιογραφίας και παρουσιάζεται μάλλον ως σθεναρό πρότυπο χριστιανικής αγιότητας, ενώ τα αθάνατα έργα του, ανυπέρβλητα σε κάλλος και βάθος, συνιστούν το πλέον αντάξιο κόσμημα της Νύμφης του Λόγου του Θεού, δηλαδή ολόκληρης της Εκκλησίας.

Ο πατέρας του, ο άγιος Γρηγόριος [1 Ιαν.], άνδρας σοφός και ενάρετος, αρχικά είχε εμπλακεί στην αίρεση των Υψισταρίων. Κατόπιν, αφού επανήλθε στην αληθή Πίστη, χάρη στην αγάπη, την υπομονή και τις προσευχές της συζύγου του αγίας Νόννας [5 Αυγ.], εξελέγη επίσκοπος Ναζιανζού, μιας μικρής πόλεως της Καππαδοκίας κοντά στο οικογενειακό τους κτήμα της Αριανζού. Έμειναν για πολύ καιρό άτεκνοι και μετά ο Θεός τούς παραχώρησε διαδοχικά τρία παιδιά: την αγία Γοργονία [23 Φεβρ.], τον άγιο Γρηγόριο και τον άγιο Καισάρειο [25 Φεβρ.]. Μετά τη γέννηση της Γοργονίας, η αγία Νόννα παρακάλεσε τον Κύριο να αποκτήσει γιο, υποσχόμενη να τον αφιερώσει σε Αυτόν. Ο Θεός ανταποκρίθηκε στην πύρινη προσευχή της, δείχνοντας σε ενύπνιο τη μορφή του παιδιού που θα γεννιόταν και υποδεικνύοντας το όνομά του. Μόλις γεννήθηκε ο Γρηγόριος (330), η μητέρα του μερίμνησε να καλλιεργήσει μέσα του τα σπέρματα των αγίων αρετών, ώστε το παιδί γρήγορα έδωσε δείγματα γεροντικής σοφίας, έχοντας μεγάλη έλξη για τη μελέτη και ακατανίκητη έφεση για τη θεωρία και την προσευχή. Μια νύχτα, είδε σε ενύπνιο να παρουσιάζονται δύο νεαρές παρθένες, ντυμένες στα λευκά, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο. Τον χάιδεψαν τρυφερά, λέγοντάς του ότι η μία ήταν η «Αγνότητα» και η άλλη η «Σωφροσύνη», συνοδοί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φίλες όσους ασπάζονται την οδό και τον τρόπο της εν Χριστώ παρθενίας ώστε να ζήσουν μια ουράνια βιοτή. «Με προέτρεψαν να ενώσω την καρδιά μου και το πνεύμα μου με το δικό τους, έτσι ώστε αφού με γεμίσουν με τη λαμπρότητα της αγιότητάς τους, να μπορούν να με παρουσιάσουν μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος», γράφει σ’ ένα αυτοβιογραφικό του ποίημα («Ἔπος εἰς ἑαυτόν», Ι, 45, 231-258· PG 37, 1371· ΕΠΕ 10, 347). Αποφάσισε τότε ο Γρηγόριος να αφιερωθεί στον Θεό εν παρθενία και προσευχή, αρνούμενος την επιλογή του γάμου και αποφεύγοντας κάθε ηδονή και διασκέδαση τούτου του κόσμου. Από πόθο για την επιστήμη, πήγε μαζί με τον αδελφό του Καισάρειο να σπουδάσει ρητορική στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε και συναναστράφηκε τον άγιο Βασίλειο. Κατόπιν, μετέβη στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και στην Αλεξάνδρεια, όπου άφησε τον αδελφό του, ενώ ο ίδιος πήγε στη φημισμένη Αθήνα, η οποία διατηρούσε ακόμη τη φήμη της πρωτεύουσας της ρητορικής και της φιλοσοφίας. Το πλοίο όμως στο οποίο μετέβαινε, έπεσε σε φοβερή τρικυμία που κράτησε είκοσι μέρες. Γονατιστός στην πρύμνη, με το χλωμό πρόσωπο να δέρνεται από τον αέρα και τα κύματα, ο Γρηγόριος, ο οποίος κατά το έθιμο της εποχής δεν είχε βαπτισθεί ακόμη, από φόβο μήπως στερηθεί για πάντα το αγιασμένο ύδωρ που μας καθαίρει, μας αναγεννά και μας θεώνει, έστεκε με απλωμένα τα χέρια στον ουρανό παρακαλώντας με δάκρυα τον Θεό. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που ανέφερε την υπόσχεσή του να αφιερωθεί στον Θεό, ο άνεμος κόπασε και οι ειδωλολάτρες που εν τω μεταξύ είχαν ενώσει τις προσευχές τους με τις δικές του, ασπάσθηκαν την Πίστη του Χριστού και το πλοίο έφθασε απρόσκοπτα στην Αθήνα. Εκεί ο Γρηγόριος συνδέθηκε με υπέροχη πνευματική φιλία με τον Μέγα Βασίλειο. Συμμερίζονταν τα πάντα: την αγάπη για τη γνώση, το ρητορικό τάλαντο, το βάθος του στοχασμού και, προπαντός, την καθαρότητα του ήθους, την αναζήτηση της τελειότητας και τη στροφή ολοκλήρου του είναι προς τον Θεό, αρετές που τους έκαναν να υπερβαίνουν τους συμμαθητές τους, ακόμη και τους διδασκάλους τους, τους καθιστούσαν δε αγαπητούς σε όλους και ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη σε εκείνους οι οποίοι αναζητούσαν με ειλικρίνεια την αλήθεια, σε βαθμό ώστε, όταν ο Βασίλειος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του κρίνοντας ότι είχε αποκτήσει επαρκείς γνώσεις, οι συμμαθητές τους κατάφεραν να κρατήσουν τον Γρηγόριο για αρκετό καιρό ώστε να τον έχουν για δάσκαλό τους. Κατόρθωσε τέλος ο άγιος Γρηγόριος να απαλλαγεί από την αταίριαστη αυτή στοργή, επέστρεψε στην Καππαδοκία (358) σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών και βαπτίσθηκε. Στο εξής δεν επρόκειτο να ασχοληθεί με τις θύραθεν επιστήμες και τη ρητορική. Με όλη την ορμή της καρδιάς του ποθούσε να ζει μόνο για τον Θεό, να θεωρεί ήδη από την παρούσα ζωή τη Βασιλεία και τη Δόξα Του, αποσπώντας τον νου από κάθε κοσμικό δεσμό και φίλτρο. Μέχρι το τέλος του βίου του, ο Γρηγόριος υπέταξε το σώμα του σε αυστηρή άσκηση, παρά τις συχνές ασθένειες οι οποίες παρεμπόδιζαν το έργο του και τις οποίες υπέμενε με χαρά. Έχυνε άφθονα δάκρυα, όταν ύψωνε την προσευχή του προς τον Θεό ή όταν βυθιζόταν στη μελέτη της Αγίας Γραφής· και έθεσε τη λαμπρή ευγλωττία που απέκτησε κατά τις σπουδές του στην υπηρεσία του Λόγου. Περισσότερο απ’ όλα όμως, ποθούσε να δοθεί απερίσπαστα στη θεωρία διά του ησυχαστικού και μονήρους βίου. Για το λόγο αυτό, έσπευσε προς τον άγιο Βασίλειο, στο ησυχαστήριό του κοντά στον Ίρι ποταμό, ώστε να εγκαταβιώσουν μαζί μιμούμενοι τους αγίους Αγγέλους, σύμφωνα με τα καρδιακά σχέδια που είχαν καταστρώσει κατά την παραμονή τους στην Αθήνα. Εισέρχονταν μαζί, σαν μια ψυχή, στα μυστήρια του Θεού· μεταφέρονταν μαζί σε ουράνιες θεωρίες, ζωντανές προεικονίσεις της τρυφής, της ενότητας και της ομόνοιας των εκλεκτών στη Βασιλεία του Θεού, λαμβάνοντας έτσι από τον Κύριο μία ασύγκριτη γνώση για το μυστήριο του ανθρώπου και του πραγματικού προορισμού του καθώς και για την τέχνη της κάθαρσης της ψυχής από τα πάθη. Για το λόγο αυτό, παρά τη νεαρή τους ηλικία και το βραχύ διάστημα που είχαν διαγάγει ως μοναχοί, μπόρεσαν από κοινού να συντάξουν τους «Όρους», ένα Τυπικό του κοινοβιακού βίου, οι οποίοι κατέστησαν και έκτοτε παραμένουν ο καταστατικός χάρτης του Ορθόδοξου Μοναχισμού.

Αυτός ο καθ’ όλα ουράνιος βίος δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Γρηγόριος σύντομα εκλήθη να γηροκομήσει τον υπερήλικα πατέρα του και να αναλάβει στη θέση του τη διοίκηση της Εκκλησίας της Ναζιανζού, η οποία είχε δυστυχώς διχαστεί μετά την αιρετική σύνοδο του Ρίμινι (359). Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του ο Γρηγόριος, επιχείρησε εις μάτην να συμφιλιώσει όσους είχαν διακόψει κοινωνία με τον πατέρα του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη. Παρ’ όλο το δέος και τον σεβασμό του προς τη θεία ιερωσύνη και την ησυχία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος παρά τη θέλησή του από τον πατέρα του, ο οποίος έλπιζε με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το κήρυγμα του Ευαγγελικού λόγου και να τον προετοιμάσει για τη διαδοχή. Η χειροτονία αιφνιδίασε την ευαίσθητη καρδιά του Γρηγορίου όπως μια «τυραννίδα»· έφυγε και μετέβη στον Πόντο, για να μετριάσει τον εσωτερικό του πόνο κοντά στον αγαπημένο του Βασίλειο. Πολλοί κατέκριναν και κατακρίνουν ακόμη τον άγιο, κατηγορώντας τον για δειλία και για αδυναμία χαρακτήρος. Πώς όμως να αμφιβάλλει κανείς για την ισορροπία και το σθένος ψυχής ενός πνεύματος τόσο υπερκόσμια δυνατού, ο οποίος είχε κατακτήσει ήδη από τη νεότητά του τη μακάρια απάθεια και την πλήρη ψυχική αυτοκυριαρχία; Πρέπει μάλλον να διαβλέψουμε στον άγιο Γρηγόριο ένα σπάνιο παράδειγμα της άκρας ψυχοπνευματικής λεπτότητας και ευαισθησίας που αποκτούν οι άγιοι όσο πλησιάζουν εμπειρικά τον Θεό. Όπως εξηγεί ο ίδιος στον «Απολογητικό Λόγο» του, δεν απέφυγε τότε την ιερωσύνη από φόβο, αλλά από οξυμένη ευσυνειδησία για την ευθύνη του ποιμένα ψυχών και, προπαντός, επειδή προτιμούσε να ενωθεί με τον Θεό και, δι’ Αυτού, με τους ανθρώπους στην αέναη προσευχή. «Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω τη θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα, πέρα από τα απολύτως αναγκαία, να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε. Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με την ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των Αγγέλων, παραμένοντας στη γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Αγίου Πνεύματος. Αν κάποιος από εσάς κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε...» («Λόγοι» 2, 7· PG 35, 413C-416A· ΕΠΕ 1, 83).

Μετά από τρεις μήνες όμως, με υπόδειξη του αγίου Βασιλείου και από φόβο μήπως παραβεί το θείο θέλημα, επέστρεψε στη Ναζιανζό και προσπάθησε να αποκαταστήσει την ομόνοια ανάμεσα στους ορθόδοξους και να γηροκομήσει τους καταβεβλημένους γονείς του. Επί μία δεκαετία υπήρξε για τη Ναζιανζό υπόδειγμα πνευματικής μέριμνας και στοργής· ταπεινός μαθητής του Κυρίου, όργανο του λόγου και της Χάριτός Του, κανόνας Πίστεως και ζωντανή εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας. Όταν το 361 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, τη ζοφερή μεταβολή του οποίου είχε προείπει ο άγιος Γρηγόριος όταν σπούδαζαν μαζί στην Αθήνα, αποπειράθηκε να αποκαταστήσει τη λατρεία των ειδώλων, απαγορεύοντας στα παιδιά των χριστιανών να διδάσκονται φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία, ο άγιος Γρηγόριος απάντησε δυναμικά σε αυτό το μεροληπτικό μέτρο συντάσσοντας λαμπρούς λόγους και θαυμαστά ποιήματα, όπου ανέπτυσσε τα μυστήρια της Πίστεως με λογοτεχνική δεινότητα και με πλούτο εικόνων και λεξιλογίου, κατά πολύ ανώτερων των περίφημων έργων των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας. Με τον άγιο Γρηγόριο και τους άλλους Πατέρες της εποχής εκείνης ολοκληρώθηκε όχι απλώς ο εκχριστιανισμός της Ελληνικής Παιδείας, αλλά η οριστική της υπέρβαση· και στη θέση της αναπτύσσεται μια παιδεία καθαρά χριστιανική, η οποία αφομοιώνει και μεταμορφώνει το απαύγασμα των έργων της αρχαιότητας.

Το 370 ο άγιος Γρηγόριος και ο πατέρας του συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για την εκλογή του αγίου Βασιλείου στην επισκοπική έδρα της Καισαρείας και την αναγνώρισή του ως ηγέτη των Ορθοδόξων. Έχοντας μεγαλύτερη ελευθερία από τον Βασίλειο, ο οποίος λόγω θέσεως ήταν υποχρεωμένος να είναι κάπως επιφυλακτικός, ο Γρηγόριος κήρυξε τότε δημόσια και απροκάλυπτα τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος έναντι των αιρετικών οπαδών του Μακεδονίου και αντιστάθηκε με τόλμη στον διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Ουάλης. Οι δύο φίλοι είχαν αποκτήσει τόση εκτίμηση και αίγλη μεταξύ του λαού, ώστε ο αυτοκράτορας δεν τόλμησε να τους θίξει και ήταν οι μόνοι Ορθόδοξοι επίσκοποι που γλύτωσαν τότε την εξορία.

Το 372, παρά τον πόθο του, τον οποίο επιδοκίμαζε ο Βασίλειος, να αποσυρθεί από τα ποιμαντικά καθήκοντα μόλις αποβιώσουν οι γονείς του, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε από τον φίλο του επίσκοπος στα Σάσιμα, μια κωμόπολη θορυβώδη και άνυδρη, που βρισκόταν στα σύνορα της Καππαδοκίας και της Δευτέρας Καππαδοκίας, επαρχίας που δημιούργησε ο Ουάλης για να αναχαιτίσει τη δράση του επισκόπου Καισαρείας. Παρά την αγάπη του για τον Βασίλειο και τη φροντίδα για το καλό της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος δεν αποδέχθηκε το αξίωμα και κατέφυγε εσπευσμένα μόνος στο βουνό, ελπίζοντας να βρει εκεί από τον Θεό παρηγορία για τα δεινά του. Υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα του, δέχθηκε να επιστρέψει στη Ναζιανζό και ανέλαβε τη διοίκηση της εκεί Εκκλησίας, ως αναπληρωτής επίσκοπος, έως ότου εκοιμήθη ο γέροντας πατέρας του (374) σε ηλικία περίπου εκατό ετών. Λίγο μετά την κοίμηση του πατέρα του, εκοιμήθη και η αγία Νόννα, και ο Γρηγόριος υποχώρησε για μια ακόμη φορά στις παρακλήσεις των πιστών και δέχθηκε να παραμείνει μέχρι την εκλογή νέου επισκόπου, παρά τη μεγάλη εξάντληση που τον είχαν οδηγήσει η ασθένεια, οι στερήσεις και οι αγώνες του για την Πίστη. Όταν όμως αντελήφθη ότι οι συμπολίτες του, επιθυμώντας διακαώς να τον κρατήσουν κοντά τους, καθυστερούσαν την εκλογή επισκόπου, έφυγε κρυφά και μετέβη στη Σελεύκεια, μητρόπολη της Ισαυρίας (375), και αποσύρθηκε στη μονή της αγίας Θέκλας, για να διαβιώσει επιτέλους στην ησυχία. Και εκεί όμως χρειάστηκε να στηρίξει τον «καλό αγώνα της Πίστεως» έναντι των αρειανοφρόνων, οι οποίοι έσπειραν παντού σύγχυση. Στις αρχές του 379, η Εκκλησία πένθησε τον θάνατο του φάρου της Ορθοδοξίας αγίου Βασιλείου, γρήγορα όμως παρηγορήθηκε και ιλαρύνθηκε με τη θανή του αιρετικού Ουάλη και με την ανάρρηση στο θρόνο του Μεγάλου Θεοδοσίου, πιστού υπερασπιστή του δόγματος της Νικαίας. Όλα τα ορθόδοξα βλέμματα στράφηκαν τότε προς τον Γρηγόριο, ως τον πλέον άξιο υπέρμαχο της Πίστεως και τον λαμπρότερο κήρυκά της.

Οι πιστοί της Βασιλεύουσας, η οποία βρισκόταν για περισσότερα από σαράντα χρόνια στα χέρια των αιρετικών, ζητούσαν τότε επίμονα από τον επίσκοπο Ναζιανζού να τους συνδράμει. Αποσπάσθηκε για μια ακόμη φορά ο Γρηγόριος από τη γλυκύτητα της θεωρίας χάριν της υπεράσπισης της Εκκλησίας, και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη φέροντας μαζί του την ακλόνητη δύναμη του λόγου του και την ισχύ των θαυμάτων του. Εγκαταστάθηκε σε οικία που ανήκε σε συγγενείς του, όπου οι ορθόδοξοι άρχισαν γρήγορα να συρρέουν ολοένα και περισσότεροι, για να ακούσουν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του, σε βαθμό που η οικία μετετράπη σύντομα σε ναό, γνωστό ως Αγία Αναστασία, επειδή η Πίστη, νεκρωμένη επί τόσα χρόνια στη Βασιλεύουσα, αναστήθηκε χάρη στον λόγο, την προσευχή, την παρουσία και τη ζωή του Γρηγορίου. Μόνος εναντίον πλειάδος αιρετικών και ποικίλων άλλων αιρέσεων, ο άγιος συνάρπαζε το ακροατήριό του με την ευγλωττία του κατακόπτοντας τα σοφίσματα και τα επιχειρήματα του σαρκικού φρονήματος με τη ρομφαία του θείου Λόγου. Σε σειρά πέντε ομιλιών («Λόγοι Θεολογικοί» 28-31· PG 36, 11- 172· ΕΠΕ 4), οι οποίες των αξίωσαν τον τίτλο του «Θεολόγου», κατέδειξε ότι δεν αρμόζει να συζητούμε για τα μυστήρια του Θεού ως κάτι το κοινό, υποτυπώδες και πρόχειρο, αλλά μόνο στην κατάλληλη στιγμή και αφού προηγουμένως έχουμε δεόντως καθαρθεί, και ανέπτυξε με καθοριστικό τρόπο το ακατάληπτο της θείας ουσίας και τη θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Περισσότερο από όλους τους άλλους αγίους Πατέρες, ο άγιος Γρηγόριος διακρίνεται για τις συνοπτικές και αντινομικές εκφράσεις με τις οποίες αναπτύσσει τα βαθύτερα μυστήρια της Πίστεως και τα μεγαλύτερα κεφάλαια της Σωτηρίας. Οι ορισμοί του είναι τόσο τέλειοι, ώστε στο πέρασμα των αιώνων οι δεινότεροι άγιοι θεολόγοι αφιέρωσαν συγγράμματα ολόκληρα στον ιδιαίτερο σχολιασμό τους· και είναι τέτοιας ωραιότητας, ώστε μεγάλος αριθμός τους χρησιμοποιήθηκε από τους μελωδούς μας στην σύνθεση λειτουργικών ύμνων των μεγάλων εορτών του έτους. Έτσι λοιπόν, μεγάλο μέρος του Κανόνα της Γεννήσεως του Χριστού είναι δανεισμένο από τον ΛΗ΄ Λόγο του αγίου Γρηγορίου· των Θεοφανείων από τον ΛΘ΄ Λόγο· του Πάσχα από τους Λόγους Α΄ και ΜΕ΄· της Πεντηκοστής από τον Λόγο ΜΑ΄ και πολλές άλλες δάνειες εκφράσεις βρίσκονται σε ακολουθίες και στις εορτές των αγίων μας. Η ανάγνωση και η αποστήθιση των έργων του αγίου Γρηγορίου, όπως της Αγίας Γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με την προσκύνηση μιας αγίας και χαριτόβρυτης εικόνας· μας μεταφέρουν ήσυχα και αγνά στον ουρανό και μας μυούν στα άρρητα μυστήρια του Θεού. Η γλώσσα του είναι τόσο τέλεια, ώστε αχρηστεύει κάθε άλλα λόγια και οδηγεί αβίαστα τον εραστή του Λόγου στη σιωπηλή προσευχή.

Άκαμπτης αυστηρότητας όσον αφορά στην Πίστη, ο άγιος Γρηγόριος ήταν όλος πραότητα στη συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους, αμαρτωλούς ή παραστρατημένους. Διόρθωνε τα ήθη δίνοντας το υπόδειγμα της χριστιανικής διαγωγής με τη βιοτή του, που ήταν απαλλαγμένη από κάθε κοσμικότητα, με τη σκληραγωγία του και την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες, σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί από όσους άκουγαν τους λόγους του, μεταστρέφονταν ολότελα βλέποντας την ουρανόδρομη πολιτεία του. Οι επιτυχίες του προκάλεσαν ωστόσο γρήγορα ζωηρές αντιδράσεις από μέρους των αιρετικών, που ζηλόφθονοι διέδωσαν εναντίον του φρικτές συκοφαντίες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να υπερνικήσουν την υπομονή του και την ανεξικακία του απέναντι στους εχθρούς του. Τη νύχτα της Αναστάσεως του 379, αιρετικοί, οπαδοί του Απολλιναρίου, τους οποίους είχε αντικρούσει με έξοχο τρόπο, πήγαν στην Αγία Αναστασία, έσπειραν τον πανικό στο προσευχόμενο εκκλησίασμα και επιχείρησαν να λιθοβολήσουν τον άγιο. Δεν μπόρεσαν όμως να του καταφέρουν το θανάσιμο χτύπημα, που θα επιθυμούσε ο Γρηγόριος ώστε να τελειωθεί λαμβάνοντας τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ύστερα από αυτή τη δοκιμασία, παραδόθηκε στη δικαιοσύνη ως κακούργος, αλλά εξήλθε νικητής και παρότρυνε κατόπιν τα εν Κυρίω τέκνα του να τους συγχωρέσουν. Η μετριοπαθής αυτή στάση, η αγάπη, η μακροθυμία και η ευθύτητα του τέλειου αυτού μαθητή του Χριστού κίνησαν εναντίον του την εχθρότητα δύο παρατάξεων: των αιρετικών που τον μισούσαν και των υπερζηλωτών ορθοδόξων που αδυνατούσαν πλήρως να κατανοήσουν το ειρηνικό πνεύμα του.

Ενώ, χάρη στους αγώνες του, η αίρεση έμοιαζε να υποχωρεί, ο διάβολος τον υπέβαλε σε νέες δοκιμασίες στο πρόσωπο ενός κυνικού φιλοσόφου ονόματι Μαξίμου, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Αποκρύπτοντας αρχικά το δόλιο σχέδιό του, ο Μάξιμος κέρδισε την εκτίμηση του Γρηγορίου. Αποκαλύφθηκε όμως σύντομα, όταν επιχείρησε να εκλεγεί αντικανονικά επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σπέρνοντας ταραχή και σκάνδαλο στην Εκκλησία. Πράος και καρτερικός ο άγιος Γρηγόριος, ήταν έτοιμος να αφήσει τον θρόνο του για να μην εναντιωθεί στον απατεώνα με αγώνα και μίσος· ο λαός όμως εξεγέρθηκε αυθόρμητα εναντίον του Μαξίμου και παρακάλεσε τον ποιμενάρχη του να μην εγκαταλείψει το ποίμνιο του Χριστού στους λύκους που το απειλούσαν, λέγοντάς του: «Εάν μας αφήσεις, Πάτερ, γνώριζε ότι παίρνεις μαζί σου και την Αγία Τριάδα!». Ο άγιος πείσθηκε και απηύθυνε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος διέμενε τότε στη Θεσσαλονίκη. Ο αυτοκράτορας έδιωξε τον σφετεριστή και λίγο αργότερα εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, μετά τη νίκη του κατά των βαρβάρων (24 Νοεμβρίου 380). Την επομένη κιόλας έδιωξε τους αρειανόφρονες από τους ναούς που κατείχαν και επέβαλε την εκλογή του αγίου Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γρηγόριος, φλεγόμενος πάντα από τον πόθο της ησυχίας, αρχικά αρνήθηκε· αλλά η επιμονή και ο ενθουσιασμός του λαού τον έκανε τελικά να ενδώσει και να δεχθεί. Ωστόσο, καθώς ήταν αντικανονικά επίσκοπος άλλης έδρας, η μετάθεση του Γρηγορίου στη Βασιλεύουσα έπρεπε να επικυρωθεί από Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό, ο Θεοδόσιος συνεκάλεσε το 381 την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία, αφού αναγνώρισε ομόφωνα την εκλογή του Γρηγορίου, καταδίκασε την αίρεση των πνευματομάχων (Μακεδονίων) και σημάδευσε έτσι το τέλος του αρειανισμού και την οριστική νίκη της Ορθοδοξίας.

Τη χαρά για τον θρίαμβο αυτό διέκοψε όμως αμέσως κατόπιν ο θάνατος του προεδρεύοντος της Συνόδου αγίου Μελετίου, του ονομαστού επισκόπου Αντιοχείας [12 Φεβ.]. Ο Γρηγόριος επιφορτίσθηκε τότε την προεδρία των συνεδριάσεων, κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασισθεί ο διάδοχός του στην επισκοπή αυτή, στην οποία υφίστατο επί πολλά έτη σχίσμα μεταξύ των ορθοδόξων: οι μεν ήταν οπαδοί του Μελετίου, οι άλλοι του Παυλίνου. Καθώς είχε συμφωνηθεί να αναγνωρισθεί ο επιζών ως μόνος επίσκοπος, ο άγιος Γρηγόριος υποστήριξε τον Παυλίνο, αντιμετώπισε όμως αμέσως την αντίσταση και τις συνωμοσίες των επισκόπων της ανατολής, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να πληρώσουν έναν νεαρό αιρετικό για να τον δολοφονήσει. Τη στιγμή όμως που ορμούσε πάνω στον άγιο, ο κακούργος στάθηκε απότομα, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Γρηγορίου και ομολόγησε τη φαύλη του πρόθεση. Ο Γρηγόριος τον σήκωσε όρθιο, τον ασπάσθηκε στοργικά και του ζήτησε να αφιερωθεί του λοιπού στον Θεό, αφού προηγουμένως απαρνηθεί την αίρεση. Άλλοι επίσκοποι, οπαδοί του Παυλίνου, κατήγγειλαν ότι η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε κατά παράβαση των ιερών Κανόνων. Κατάκοπος από τόσες ασυμφωνίες, έριδες και διαμάχες, και με την καρδιά συντετριμμένη, βλέποντας να σπαράσσεται η Εκκλησία του Χριστού, εκείνος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει τιμές και εξουσία, ανακοίνωσε στη Σύνοδο ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να συμβάλει στην ειρήνη και, εφόσον η θέση του στον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ήταν αιτία τόσης διαιρέσεως και διαμάχης, αυτός ήταν καθόλα έτοιμος να πέσει στην θάλασσα ως άλλος Ιωνάς, ώστε να κοπάσει η θύελλα και η ταραχή των πνευμάτων, με την προϋπόθεση όμως να διαφυλαχθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Λέγοντας αυτά τα λόγια, αποχώρησε από τη Σύνοδο, πήγε στα ανάκτορα και παρακάλεσε τον αυτοκράτορα να δεχθεί την παραίτησή του και να αναλάβει εκείνος με την εξουσία του να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια στην Εκκλησία. Σ’ έναν τελευταίο και συγκινητικό λόγο του, αποχαιρέτησε τον αγαπημένο του ναό, την Αγία Αναστασία, «τιμή και καύχημά» του, την Αγία Σοφία και τους άλλους ναούς της Βασιλεύουσας, τις οποίες είχε αποκαταστήσει στην αληθινή Πίστη και την καθαρότητα των ηθών, ετοιμάζοντάς τις για υπερχιλιετή δόξα. Αποχαιρέτισε τους κληρικούς, τους μοναχούς, τις παρθένους, τους πτωχούς, ακόμη και τους αιρετικούς, παρακινώντας τους μια φορά ακόμα να μεταστραφούν· αποχαιρέτησε την Ανατολή και τη Δύση, ενωμένες στο εξής εν ειρήνη, τους Φύλακες Αγγέλους της Εκκλησίας του και την Αγία Τριάδα, στην πρόνοια της Οποίας εμπιστεύθηκε το ποίμνιό του. Έφυγε κατόπιν από την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας διάδοχό του τον άγιο Νεκτάριο [11 Οκτ.], και επέστρεψε για λίγο στη Ναζιανζό, όπου επιδίωξε να χειροτονηθεί στη θέση του ένας τιτουλάριος επίσκοπος. Μετά την εκλογή του εξαδέλφου του Ευλαλίου, αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Αριανζό, όπου εξουδενωμένος από την ασθένεια και από τις τόσες θρονικές ευθύνες τις οποίες δεν επιθύμησε ποτέ, πέρασε τα τελευταία χρόνια του βίου του στη σιωπή και την ησυχία. Όμως, ωσάν φρουρός που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη σκοπιά του, δεν έπαυε να επαγρυπνεί από μακριά για την ορθότητα και καθαρότητα της Πίστεως, γράφοντας θεσπέσιες δογματικές επιστολές που αντέκρουαν τις νεοσύστατες αιρέσεις, παροτρύνοντας τον Νεκτάριο και τους άλλους ορθόδοξους επισκόπους να είναι πιο δίκαιοι, συμβουλεύοντας σοφά τα πνευματικά του τέκνα ώστε να φθάσουν στην τελειότητα, συνθέτοντας θαυμαστά ποιήματα σε αρχαϊκή γλώσσα. Με την καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη, αλλά με τον νου σταθερά στραμμένο και προσηλωμένο στη θεωρία των ανεξιχνίαστων μυστηρίων της Αγίας Τριάδος, ο ταπεινός αυτός δούλος του Θεού, που έγινε παρά τη θέλησή του μαχητής, παρέδωσε την αγία, ευαίσθητη και ποιητική ψυχή του στον Κύριο της Δόξης.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος)·
σελ. 282–291.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Άπαντα Έργα [11 Τόμοι]
 του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

ποιητικό δι΄ευχών



Στην καταιγίδα του σκοταδιού
ν'αντισταθείς με όπλα
κοσμικά μην πολεμήσεις
καιρό θα χάσεις πολεμώντας
χωρίς όπλα το ανυπόστατο.
*
Την παρουσία του φωτός
να αντιτάξει στην απουσία του,
η ζωή είναι η μόνη δυνατότητα
στου θανάτου το ανυπόστατο.


από το βιβλίο
ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΣΚΟΤΑΔΙ ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΦΩΣ 
π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 
εκδόσεις Φιλοκαλία


Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Ἁγία Εὐφρασία ἡ Μάρτυς (19 Ιανουαρίου)





Ἁγία Εὐφρασία ἡ Μάρτυς (19 Ιανουαρίου)

Ψεύδει σοφῷ φυγοῦσα σαρκὸς τὴν ὕβριν,
Ἀθλεῖς ἀληθῶς ἐκ ξίφους Εὐφρασία.

Ἁγία Μάρτυς Εὐφρασία καταγόταν ἀπό τή Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Προερχόταν ἀπό ἐπίσημη γενιά καί διακρινόταν γιά τήν σωφροσύνη καί τό χρηστό της ἦθος. 
Τήν Εὐφρασία τήν κατήγγειλαν ὅτι πιστεύει στόν Χριστό. Τότε οἱ εἰδωλολάτρες τῆς ζήτησαν νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἐκείνη ὅμως ἔμεινε σταθερή καί ἀκλόνητη στήν πίστη της. Γιά τόν λόγο αὐτό τήν παρέδωσαν σέ ἕναν ἄντρα ἄξεστο καί βάρβαρο νά τήν ἀτιμάσει. Ἡ Ἁγία ὅμως ἀπέφυγε τήν ἀτίμωση μέ τόν ἑξῆς τρόπο: ὑποσχέθηκε στόν ἄξεστο καί βάρβαρο ἐκεῖνον ἄνθρωπο ὅτι, ἂν δέν τήν πειράξει, θά τοῦ δώσει ἕνα φάρμακο, τό ὁποῖο νά χρησιμοποιεῖ στίς μάχες, ὥστε νά μήν πληγώνεται ἀπό τά ξίφη καί τά ἀκόντια τῶν ἐχθρῶν του. Καί γιά νά τόν πείσει ὅτι αὐτό πού τοῦ ὑποσχέθηκε ἔχει βάση, ἔσκυψε τό κεφάλι της καί τοῦ εἶπε νά τήν χτυπήσει μέ τό ξίφος στόν αὐχένα της, ὥστε ἀμέσως νά τό ἐπιβεβαιώσει. Ἐκεῖνος σχημάτισε τήν γνώμη ὅτι ἀνταποκρινόταν στήν πραγματικότητα αὐτό πού τοῦ ὑποσχέθηκε ἡ Ἁγία καί, ἀφοῦ σήκωσε τό ξίφος του, τήν κτύπησε δυνατότερα στόν αὐχένα, μέ τήν βεβαιότητα ὅτι αὐτή δέν θά πάθαινε τίποτα. 
Ἔτσι τό σχέδιο τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Εὐφρασίας πέτυχε. Δηλαδή κόπηκε μέν τό κεφάλι της ἀπό τό ξίφος τοῦ δημίου, ὅμως αὐτή διέσωσε τήν ἁγνότητά της καί ἔλαβε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Μαθητεία- συγκατάβαση στην κλίμακα της εκκλησιαστικής διακονίας



«Άνθρωπέ μου, για σένα γεννήθηκε ο Χριστός, γι΄αυτό ήρθε ο Υιός του Θεού, για να σωθείς εσύ. 
Και έγινε παιδί, και μεγάλωσε ως άνθρωπος, ενώ ήταν Θεός. 
Κάποια φορά έκανε τον αναγνώστη, πήρε το ιερό βιβλίο μες στη συναγωγή και διάβασε:
«Το Πνεύμα του Κυρίου είναι και μένει σε μένα, γιατί μ΄αυτό με έχρισε». 
Άλλη φορά ως υποδιάκονος έκαμε φραγγέλιο από σχοινί και τους έβγαλε όλους έξω από το ιερό και τα πρόβατα και τα βόδια και όλα τ΄άλλα.
Άλλοτε πάλι ως διάκονος, ζώστηκε την πετσέτα και έπλυνε τα πόδια των μαθητών του, δίνοντας εντολή να πλένουν κι αυτοί τα πόδια των αδελφών τους, ως Ιερέας, κάθησε ανάμεσα στους ιερείς και δίδασκε τον λαό.
Κι άλλη φορά ως επίσκοπος, πήρε άρτο, τον ευλόγησε και τον έδωσε στους μαθητές του.
Μαστιγώθηκε εξαιτίας σου και σύ γι΄αυτόν δεν σηκώνεις ούτε μια προσβολή, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε ως Θεός.
Όλα για μας με τη σειρά, το ένα κατόπιν του άλλου τα υπέστη, για να μας σώσει.
Ας είμαστε λοιπόν νηφάλιοι, ας είμαστε άγρυπνοι, ας περνούμε τον καιρό μας προσευχόμενοι, ας κάνουμε όσα είναι ευάρεστα σ΄Αυτόν».

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Όταν με ευχαριστία πλαγιάσεις στο στρώμα σου...



170. Όταν με ευχαριστία πλαγιάσεις στο στρώμα σου, τότε φέρνοντας μπροστά σου τις ευεργεσίες και την τόση πρόνοια του Θεού, γεμίζεις από καλές σκέψεις και χαίρεσαι περισσότερο και ευφραίνεσαι. Και γίνεται ο ύπνος του σώματος, νηφαλιότητα και αγρυπνία της ψυχής και το κλείσιμο των ματιών σου, αληθινή όραση του Θεού και η σιωπή σου, κυοφορώντας το αγαθό, προσφέρει ολόψυχα, με πνευματική αίσθηση, δόξα που ανυψώνεται στο Θεό των όλων. Γιατί όταν λείπει η κακία, η ευχαριστία και μόνη της αρέσει στο Θεό παραπάνω από κάθε πολυτελή θυσία. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 ------------------------------------------------------------------------
Πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 28-53.

- Τί πρέπει να φυλάξω, για να ευαρεστήσω το Θεό;



Ερώτησε κάποιος τον αββά Αντώνιο:
- Τί πρέπει να φυλάξω, για να ευαρεστήσω το Θεό;
Και ό γέρων αποκρίθηκε.
- Φύλαξε όσα σου παραγγέλλω και όπου πηγαίνεις, έχε πάντοτε το Θεό εμπρός στους οφθαλμούς σου, και για ότι πράττεις έχε τη μαρτυρία από τις άγιες Γραφές και από όποιον τόπο μένεις να μη μετακινείσαι γρήγορα. Αυτά τα τρία να φυλάξεις και να σωθείς.

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ




Ο άγιος Αντώνιος, το πρώτο άνθος της Ερήμου, γεννήθηκε περί το 250 στο μικρό χωριό Κόμα (σημ. Κιμάν αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ-Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι χριστιανοί, τον ανέθρεψαν με πίστη και φόβο Θεού. Ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση του γιου τους, γιατί ο Αντώνιος δεν αρεσκόταν να συμμετέχει στα θορυβώδη παιγνίδια των άλλων παιδιών και περιφρονούσε τις θύραθεν επιστήμες. Δεν έβγαινε από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσε προσεκτικά την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την εξιστόρηση των άθλων των αγίων. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο θάνατος των γονέων του τον άφησε κύριο της οικογενειακής περιουσίας και μόνον υπεύθυνο για την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του. Μια ημέρα, καθώς πήγαινε στην εκκλησία συλλογιζόμενος την ειρηνική και αμέριμνη ζωή των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών, άκουσε να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να Με ακολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21). Πεπεισμένος ότι διαβάστηκε ειδικά γι’ αυτόν, πήγε και μοίρασε χωρίς χρονοτριβή όλα τα κτήματα που διέθετε, πούλησε τα υπάρχοντά του, μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς και δεν κράτησε παρά τα απαραίτητα για την αποκατάσταση της αδελφής του. Μια άλλη φορά ακούγοντας να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Μην αγωνιάτε για το αύριο» (Ματθ. 6, 34), αποφάσισε να αποταχθεί οριστικά τον κόσμο, να μοιράσει το υπόλοιπο της περιουσίας του, να εμπιστευθεί την αδελφή του σε έναν ενάρετο άνθρωπο, να εγκαταλείψει το σπίτι του και να ασπασθεί τον ασκητικό βίο.

Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμη μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους, νηστεύοντας και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε εκεί κοντά. Ο Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκασταστάθηκε κι εκείνος σ’ ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και κάθε ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους πτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή μέσα στην καρδιά. Ωσάν μέλισσα, κάθε φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη και, όταν γύριζε στο κελί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες αυτές τις αρετές.

Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέο άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Του υπέβαλε αρχικά την ενθύμηση της περιουσίας που είχε αφήσει, της αδελφής που είχε εγκαταλείψει και όλων των απολαύσεων της περασμένης ζωής του. Ύστερα, του παράστησε με φοβερό τρόπο τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, την αδυναμία του σώματός του, τον μακρύ αγώνα που θα έπρεπε να διεξάγει επί πολλά χρόνια, υποβάλλοντάς του πυκνό νέφος σκοτεινών λογισμών. Καθώς ο Αντώνιος αντιστεκόταν στις επιθέσεις του, μένοντας σταθερός στην πίστη, την υπομονή και την αδιάλειπτη προσευχή, ο Πονηρός επιτέθηκε σε άλλο μέτωπο. Τον κατέκλυσε με ακάθαρτους λογισμούς και τον ερέθισε με άσεμνες νύξεις. Και βλέποντας ότι ο Αντώνιος αντιστεκόταν σθεναρά, μία νύχτα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα που του έκανε προκλητικές χειρονομίες. Όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον απώθησε περιφρονητικά ψάλλοντας: «Ο Κύριος είναι βοηθός και σύμμαχός μου, γι’ αυτό κι εγώ θα δω τους εχθρούς μου νικημένους και ταπεινωμένους μπροστά στα πόδια μου» (βλ. Ψαλμ. 117, 7). Ήταν όντως πεπεισμένος ότι δεν ήταν εκείνος που κατήγαγε αυτή την πρώτη νίκη, αλλά η Χάρη του Θεού που ενοικούσε μέσα του (βλ. Α΄ Κορ. 15, 10). Σοφά κατηχημένος από την μελέτη των αγίων Γραφών για τις διάφορες μηχανεύσεις των δαιμόνων, ο Αντώνιος δεν εφησύχασε. Πάντα γρηγορών, εργαζόταν με ακόμη περισσότερη φροντίδα να καθυποτάξει το σώμα του, από φόβο μήπως, νικητής σε μια μάχη, βρεθεί ηττημένος σε άλλη. Έχοντας εδραιώσει την απόφαση στην οσιακή πολιτεία του, δεν κουραζόταν πια να περνά όλη την νύχτα προσευχόμενος, δεν έτρωγε παρά λίγο ψωμί και αλάτι κάθε δύο ημέρες και αρνιόταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία. Χωρίς να συλλογιέται πόσα χρόνια διήγε στην ασκητική βιοτή «έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσει αυτά που ήταν μπροστά του» (βλ. Φιλιπ. 3, 14)· θεωρούσε την κάθε ημέρα ως απαρχή της ασκήσεώς του, οικειοποιούμενος τα λόγια του Προφήτη Ηλία: «Στον ζωντανό Θεό θα παρουσιαστώ σήμερα» (βλ. Γ΄ Βασ. 18, 15).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αντώνιος πέρασε στην αντεπίθεση: επέλεξε για κατάλυμα έναν από τους αρχαίους τάφους που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες. Μη υποφέροντας τέτοια πρόκληση, ο Σατανάς ήρθε να τον πολιορκήσει την νύχτα με ολόκληρη λεγεώνα δαιμόνων. Του κατάφεραν τόσα πλήγματα, ώστε τον άφησαν καταγής καταπληγωμένο. Όταν ο φίλος που φρόντιζε να του πηγαίνει τροφή τον βρήκε σ’ αυτήν την κατάσταση, ημιθανή σχεδόν, τον έφερε εσπευσμένα στον ναό του χωριού. Μόλις όμως ο Αντώνιος συνήλθε, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει ξανά στον τάφο. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, προσευχόταν ξαπλωμένος και προκαλούσε θαρραλέα τους δαίμονες, οι οποίοι εισήλθαν στον τάφο με την μορφή κάθε λογής θηρίων και ερπετών. Ο ανδρείος μαχητής πολιορκούμενος από παντού τους απωθούσε φωνάζοντας: «Αν είχατε την παραμικρή εξουσία, θα αρκούσε ένας από σας για να με καταβάλει. Επειδή όμως ο Χριστός σάς αφαίρεσε την δύναμη, προσπαθείτε να με τρομάξετε με την πληθώρα σας. Το γεγονός ότι έχετε υποβιβασθεί να παίρνετε το σχήμα των άλογων ζώων, είναι γνώρισμα της αδυναμίας σας. Αν έχετε κάποια δύναμη εναντίον μου, εμπρός, μη καθυστερείτε άλλο, επιτεθείτε! Αν δεν έχετε δύναμη, σταματήστε να πηγαινοέρχεσθε έτσι. Το σημείο του Σταυρού και η Πίστη αποτελούν τείχος απόρθητο!». Οι δαίμονες στην αδυναμία τους, δεν μπορούσαν παρά να τρίζουν τα δόντια από θυμό. Τέλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μία ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: «Πού ήσουν, Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτή την μάχη;». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε: «Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη».

Ο Αντώνιος, τριάντα πέντε χρόνων τότε (286), ύστερα από τους αγώνες αυτούς αισθάνθηκε να δυναμώνει ο ζήλος του και αποφάσισε να αποσυρθεί ολομόναχος στην έρημο. Έφθασε στην ανατολική όχθη του Νείλου, βρήκε πάνω στο βουνό ένα παλιό φρούριο εγκαταλειμμένο και, αφού έδιωξε τα ερπετά που το κατοικούσαν, εγκαταστάθηκε εκεί σε απόλυτη ησυχία, απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους. Έμεινε επί είκοσι χρόνια στο καταφύγιο αυτό, όπου κάθε έξι μήνες ερχόταν ένας φίλος και του έριχνε ψωμί πάνω από το τείχος. Ωστόσο, πολλοί ήσαν εκείνοι που πήγαιναν, παρακινημένοι από την φήμη του οσίου. Κάθονταν έξω από το τείχος και άκουγαν να έρχεται από το εσωτερικό του φρουρίου μεγάλη βοή και αναταραχή και τις φωνές των δαιμόνων να αντηχούν μανιασμένες εναντίον εκείνου που τόλμησε να κατοικήσει στο άντρο τους. Μία ημέρα, οι επισκέπτες παραβίασαν την θύρα και αντίκρισαν τον άγιο Αντώνιο ακτινοβολούντα ωσάν να έβγαινε από κάποιο μυστικό θυσιαστήριο και με την όψη αναλλοίωτη ύστερα από είκοσι χρόνια, παρ’ όλες τις κακοπάθειες της σαρκός. Έκτοτε, συμφώνησε να δέχεται μαθητές, ο αριθμός των οποίων συνεχώς μεγάλωνε. Ίδρυσε δυο μοναστήρια: το ένα ανατολικά του Νείλου, στο Πισπίρ (σημ. Νταγιάρ-αλ-Μαϊμούν), το άλλο στην αριστερή όχθη, όχι μακριά από την Αρσινόη. Με ειρηνική καρδία και νου ακλόνητα προσηλωμένο στον Θεό, ο άγιος Αντώνιος είχε την δύναμη να συμφιλιώνει τους εχθρούς μόνο με την παρουσία του, να κάνει να βασιλεύει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και να θεραπεύει τους αρρώστους με την προσευχή. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος δίδασκε στους μαθητές του την πνευματική επιστήμη. Τους συνιστούσε να μην αφήνουν ποτέ να τους αποθαρρύνουν οι δοκιμασίες ή να ψυχραίνεται ο αρχικός τους ζήλος, αλλά απεναντίας να τον αυξάνουν, σαν να άρχιζαν κάθε μέρα για πρώτη φορά, συλλογιζόμενοι τα λόγια του Αποστόλου: «κάθε ημέρα εγώ πεθαίνω» (Α΄ Κορ. 15, 31).

Έλεγε: «Ας προσπαθήσουμε να μην κατέχουμε παρά μονάχα ό,τι θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο: προπαντός την αγάπη, την πραότητα, την δικαιοσύνη. Η αρετή, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών, δεν έχει ανάγκη παρά μόνον της βουλήσεώς μας, γιατί «είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21) και από εμάς τους ίδιους αποκτάται (Ματθ. 11, 12). Στην πραγματικότητα η αρετή έγκειται στην διατήρηση της ψυχής μας στην καθαρότητα και την ωραιότητα με την οποία επλάσθη. Φυλάσσοντας άγρυπνα την καρδιά μας από κάθε μολυσμό κακού λογισμού, από φιλήδονους ερεθισμούς και παράφορο θυμό, θα μπορούμε να αντιστεκόμαστε στις επιθέσεις των δαιμόνων που μας περιτριγυρίζουν και μηχανεύονται τα πάντα με σκοπό να εμποδίσουν τους χριστιανούς να ανεβούν στον ουρανό και να καταλάβουν την θέση από την οποία εκδιώχθηκαν εξαιτίας της αλαζονείας και της ανυπακοής τους. Μόνο προσκαρτερώντας με σταθερή άσκηση και πολλή προσευχή, μπορούμε να λάβουμε από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, για να αντιμετωπίσουμε τις μηχανεύσεις τους. Στην αρχή επιτίθενται υποβάλλοντας ακάθαρτους λογισμούς· κατόπιν, εάν τους αποδιώξει κανείς με πίστη, νηστεία και προσευχή, επιτίθενται εκ νέου υποβάλλοντας διάφορες φαντασιώσεις με σκοπό να μας τρομάξουν. Διωγμένοι γι’ άλλη μια φορά με την δύναμη του Χριστού, επιχειρούν τότε να μας εξαπατήσουν παριστάνοντας ότι προλέγουν τα μέλλοντα να συμβούν, ενώ μόνον ο Θεός τα γνωρίζει ως Παντογνώστης. Χάρη στην ελαφρότητα και κινητικότητα της ασώματής τους φύσεως, μπορούν να εξαπατήσουν τους αστήρικτους. Εάν μένουμε ακλόνητοι, τότε ο ίδιος ο αρχηγός τους, ο Σατανάς, παρουσιάζεται μέσα σε πομπή περιβαλλόμενος με απατηλό φως, απεικόνιση του πυρός που ετοιμάζεται γι’ αυτόν στην αιωνιότητα, και υποβάλλει οράσεις, αποκαλύψεις, ασκητικά ανδραγαθήματα και κάθε λογής παγίδες, για να μας ρίξει στην έπαρση και την πλάνη. Να μη φοβηθείτε όλες αυτές τις επιθέσεις. Έχοντας χάσει την δύναμή τους από την Ενσάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μη μπορώντας διόλου να ησυχάσουν, δεν τους μένει άλλο παρά να μας απειλούν με λόγια, με θορύβους και με μάταιες εμφανίσεις. Εάν είχαν κάποια εξουσία, δεν θα ήταν ανάγκη να στήσουν τέτοια παράσταση και θα είχαν από καιρό ανακόψει την ανάπτυξη και την πρόοδο των χριστιανών. Μονάχα τον Θεό πρέπει να φοβόμαστε και, όχι απλώς να μην δειλιάζουμε απέναντι στους δαίμονες, αλλά να τους περιφρονούμε. Τίποτε δεν φοβούνται περισσότερο από την νηστεία των μοναχών, την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή, την αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Αν σας φανερωθεί κάτι, μην ταραχθείτε, αλλά ρωτήστε αυτόν που παρουσιάσθηκε, ποιος είναι και από πού έρχεται. Εάν η εμφάνιση είναι αγία, θα διαλυθούν πάραυτα οι αμφιβολίες σας και θα μεταβληθεί ο φόβος σας σε χαρά. Εάν προέρχεται από τον διάβολο, αυτός θα τραπεί σε φυγή μόλις δει την σταθερότητά σας. Όλες αυτές οι δοκιμασίες είναι προς όφελός σας: αν λείψουν οι πειρασμοί, κανείς δεν θα σωθεί. Χάρη στον άγιο Αντώνιο, «η έρημος μεταβλήθηκε σε πόλη που κατοικήθηκε από πλήθος μοναχών, οι οποίοι αποτάχθηκαν τον κόσμο ώστε να μιμηθούν την αγγελική ζωή» (βλ. Άγιος Αθανάσιος· «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», 14, 7, ΕΠΕ 11, 47). Όλες αυτές οι κοινότητες μοναχών έμοιαζαν με ναούς, όπου άνθρωποι ενωμένοι σε γλυκιά αρμονία λόγω του ενός, μοναδικού και κοινού σκοπού, εγκαταβίωναν ψάλλοντας ύμνους, μελετώντας τις άγιες Γραφές, νηστεύοντας και προσευχόμενοι με την χαρά και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.

Την εποχή εκείνη ο Μαξιμίνος Δάιας είχε εξαπολύσει ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών στην Αίγυπτο και έπνιξε την Αλεξάνδρεια στο αίμα (308). Ο Αντώνιος, φλεγόμενος από τον πόθο να κατακτήσει τον στέφανο του μαρτυρίου, ήλθε στην Αλεξάνδρεια και θαρραλέα ριψοκινδύνευσε την ζωή του διακονώντας τους ομολογητές της Πίστεως. Παρά τον διάπυρο πόθο του να συμμεριστεί το μαρτύριό τους, ο Θεός τού επεφύλαξε άλλους αγώνες. Δεν τον συνέλαβαν και, έτσι, ο Αντώνιος επέτρεψε στην μοναστική του κοινότητα, όπου συνέχισε το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, διπλασιάζοντας τον ασκητικό του κανόνα. Εξακολουθούσε να επιτελεί θαύματα και, μολονότι παρέμενε έγκλειστος, δεν έπαυαν να συρρέουν επισκέπτες στο ερημητήριό του. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αποσυρθεί ακόμη πιο βαθιά μες στην έρημο. Ακολούθησε ένα καραβάνι βεδουίνων και έφθασε οδοιπορώντας μέχρι το όρος Κοζλίμ (Κουολζούμ ή Όρος Αγίου Αντωνίου) που βρισκόταν προς το μέρος της Ερυθράς Θάλασσας στην έρημο, τρεις ημέρες απόσταση από τον Νείλο, όπου εγκαταστάθηκε κατόπιν θείας πληροφορίας. Καλλιεργούσε λίγα οπωροκηπευτικά για να τρέφεται. Αγρίμια και θηρία έρχονταν να πιουν στην πηγή εκεί κοντά και χαλούσαν το περιβόλι. Ο άγιος τα επέπληξε και τα ζώα δεν ξαναπλησίασαν. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις των μαθητών του και ο Αντώνιος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί χωρίς περισπασμούς στην θεωρία και στον αγώνα κατά της μανίας των δαιμόνων. Ο νους του έμεινε ακλόνητος και ατάραχος όπως το όρος Σιών, και η παρρησία του προς τον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έφευγαν οι δαίμονες και τα θηρία συμβίωναν ειρηνικά μαζί του.

Ύστερα από πολλά χρόνια ο Αντώνιος, σε προχωρημένη ήδη ηλικία, συγκατένευσε να επισκεφθεί τους μαθητές του στο Πισπίρ, στην δεξιά όχθη του Νείλου. Καθ’ οδόν έκανε να αναβλύσει νερό στην έρημο, για να πιουν οι συνοδοιπόροι του που υπέφεραν από δίψα. Με πολύ μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν στην κοινότητα τον άνθρωπο του Θεού και για όλους τους μοναχούς η επίσκεψή του έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί ο ζήλος τους για τον αγώνα της αρετής. Μέγα πλήθος τον ακολούθησε όταν επέστρεψε στο όρος του: άλλοι τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τις σωματικές τους ασθένειες, άλλοι έρχονταν για να λάβουν πνευματική παρηγορία και καθοδήγηση. Ο άγιος έδινε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως ο Θεός ο Ίδιος. Δεν διέκοπτε την σιωπή του παρά μόνον από το Άγιο Πνεύμα και μιλούσε τότε με λόγια της Αγίας Γραφής σαν να ήταν εκείνος ο συγγραφέας τους. Έλεγε με ένθεη παρρησία: «Δεν φοβούμαι πλέον τον Θεό, αλλά Τον αγαπώ! Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο!». Για τον λόγο αυτό στην διδασκαλία του υπογράμμιζε προπαντός την αγάπη προς τους αδελφούς και την ανάγκη καθάρσεως της καρδίας. Έλεγε ακόμη: «Η ζωή και ο θάνατος εξαρτώνται από τον πλησίον. Εάν κερδίσουμε τον αδελφό μας, κερδίζουμε τον Θεό. Εάν όμως είμαστε αφορμή αμαρτίας για τον αδελφό μας, αμαρτάνουμε ενώπιον του Χριστού». Ως πατέρας φιλεύσπλαχνος, ήξερε να μετριάζει στην κατάλληλη στιγμή την άσκηση των μαθητών του, διδάσκοντάς τους αυτό που είχε μάθει από έναν άγγελο: να εναλλάσσουν με διάκριση την νοερά προσευχή, την ψαλμωδία και το εργόχειρο ώστε να αγωνίζονται κατά της ακηδίας. Επωμιζόταν σαν να ήταν δικές του τις συμφορές όσων κατέφευγαν σ’ αυτόν και προσευχόταν για τον καθένα τους. Όταν ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού μια ίαση, Τον ευχαριστούσε· και όταν του την αρνιόταν, πάλι Τον ευχαριστούσε και παρακινούσε τον πάσχοντα να συνεχίζει να ελπίζει.

Μια ημέρα, την ώρα της προσευχής, ο άγιος Αντώνιος αρπάχτηκε με το πνεύμα του και υψώθηκε σωματικά στον αέρα από αγγέλους που απομάκρυναν την ορδή των δαιμόνων, οι οποίοι απαιτούσαν να απολογηθεί για όλη την διαγωγή του από τότε που γεννήθηκε. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τέτοια λάμψη καθαρότητας και όλες οι κινήσεις του σώματος πρόδιδαν τέτοια απάθεια ψυχής, ώστε καταύγαζε γύρω του φως ειρήνης, χαράς και πραότητας. Χωρίς να δηλώσει καν ποιος είναι, όλοι όσοι τον έβλεπαν ελκύονταν ακατάσχετα προς εκείνον. Μπορούσε να διαβάσει την καρδιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο ωσάν έμπειρος ιατρός, και τους έδινε πάντα το κατάλληλο φάρμακο. Όλη η Αίγυπτος τον θεωρούσε πατέρα και ιατρό της, προσωπικότητες από τις πλέον υψηλά ιστάμενες έφτασαν στην μακρινή έρημο για να συνομιλήσουν μαζί του ή απλώς για να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος και οι γιοι του έγραψαν επιστολές στον ταπεινό μοναχό ωσάν προς τον πατέρα τους.

Χωρίς να αποσπάται από όλες αυτές τις τιμές και με τον νου αδιάκοπα στραμμένο στην παρουσία του Θεού εντός του, ο Αντώνιος είχε επιπλέον διδαχθεί από τον Θεό όλη την γνώση που χρειαζόταν για να αποστομώνει τους σοφούς του κόσμου. Έλληνες φιλόσοφοι, επαιρόμενοι για την μάταιη γνώση τους, ήλθαν να επισκεφθούν με περιφρόνηση αυτόν τον αγράμματο μοναχό για τον οποίο μιλούσε όλη η Αίγυπτος. Με λίγα λόγια του ο άνθρωπος του Θεού κλόνισε την αλαζονεία τους. Κατέδειξε πώς η σοφία τούτου του κόσμου κατέστη μωρά από την μωρία του Σταυρού, αποδείχνοντάς τους την ανοησία των μύθων τους που καταβιβάζει τον Θεό σε ομοιώματα ζώων ή άψυχων αντικειμένων, ενώ η Διδασκαλία του Χριστού ανεβάζει τον άνθρωπο σε άχραντη κοινωνία με την θεία φύση. Τους έκανε να αναγνωρίσουν ότι αυτό που οι χριστιανοί γνωρίζουν με την πίστη και την δύναμη του βιώματος, εκείνοι μάταια επιχειρούν να το φθάσουν με τις συζητήσεις και τους συλλογισμούς. Επισφράγισε, τέλος, την νίκη του λυτρώνοντας δαιμονισμένους με την δύναμη του Χριστού και οι επισκέπτες του αποχώρησαν αποσβολωμένοι.

Ο άγιος Αντώνιος σεβόταν ιδιαίτερα τους κληρικούς και τους ταγούς της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια ξένος από κάθε εκκλησιαστική υπόθεση, όμως υποστήριζε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη, που κινδύνευε σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Όταν οι οπαδοί του Αρείου στην Αλεξάνδρεια διέδωσαν ότι ο ξακουστός ερημίτης συμμεριζόταν την ανόητη διδασκαλία τους, ο άγιος δεν δίστασε να αφήσει το ησυχαστήριό του, να έλθει στην τύρβη της μεγαλούπολης και να ομολογήσει καθαρά και απερίφραστα, ενώπιον του λαού που έτρεξε να τον δει, την πίστη του στην θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, την ακράδαντη προσήλωσή του στο δόγμα της Συνόδου της Νικαίας και την αμέριστη υποστήριξή του στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα (338).

Όταν έφθασε σε ηλικία εκατόν πέντε ετών, πήγε κατά την συνήθειά του να επισκεφθεί τους μοναχούς που είχαν εγκατασταθεί σε ένα βουνό ακόμη πιο βαθειά μες στην έρημο και να τους αναγγείλει με χαρά ότι ο Θεός θα τον καλούσε σύντομα στην αληθινή πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ. Τους εμψύχωσε παρακινώντας τους να επιμένουν στην άσκηση, σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την επόμενη μέρα, να μιμούνται το παράδειγμα των αγίων και να τηρούν με επιμέλεια την παράδοση των θεόπνευστων Πατέρων, αποφεύγοντας κάθε σχέση με αιρετικούς. Ύστερα επέστρεψε στην βαθειά έρημο με δύο υποτακτικούς: τον Μακάριο [19 Ιαν.] και τον Αμάτα. Πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, έδωσε εντολή να μη μεταφέρουν την σορό του στην Αίγυπτο, από φόβο μήπως την ταριχεύσουν σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα που ίσχυαν ακόμη. Διέταξε να τον ενταφιάσουν σε μέρος άγνωστο σε όλους. Κληροδότησε ένα μέρος από τα ενδύματά του στους δύο μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας: τον άγιο Αθανάσιο [18 Ιαν και 2 Μαΐ.] και τον άγιο Σεραπίωνα Θμούεως [21 Μαρτ.] και την μάλλινη μηλωτή του στους δύο υποτακτικούς του, ώστε να προστατεύονται αοράτως από αυτόν. Ύστερα, άπλωσε τα πόδια και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά, σαν να συναντούσε φίλους, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό (17 Ιανουαρίου του 356).

Η φήμη του ως Πατήρ των μοναχών και ως Πατήρ πατέρων απλώθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης και εδώ και πολλούς αιώνες ο «Βίος» του, γραμμένος με αγάπη και αφοσίωση από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο της οδού που πρέπει να ακολουθήσουν κατά την οικεία τους έφεση και δύναμη οι πραγματικοί εραστές του Θεού για να φθάσουν στην ζωογόνα τελειότητα της Χριστιανικής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν. και 30 Ιαν.] γράφει ότι ο «Βίος» του αγίου Αντωνίου είναι «μια νομοθεσία για τον μοναχικό βίο μέσα από την πλοκή της διηγήσεώς του» (Λόγος 21, 5, PG 35, 1088).

Το λείψανο του αγίου Αντωνίου φαίνεται πως αποκαλύφθηκε ύστερα από όραμα το 561 και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Γύρω στο 635, λόγω της απειλούμενης αραβικής εισβολής, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, περί το 1070, σύμφωνα με μαρτυρία της δυτικής παράδοσης, ένας άρχοντας της Ντωφινέ μετέφερε το τίμιο λείψανο στην Γαλλία (Άγιος Αντώνιος της Ντωφινέ) όπου αποτελεί μέχρι και σήμερα σεβάσμιο αντικείμενο ονομαστού προσκυνήματος.

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος), σελ. 173–181.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Δημοφιλείς αναρτήσεις