Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

«Ο Σταυρός ως αξεπέραστο επίπεδο και μοντέλο Παιδείας».

 15944.d
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που έγινε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, 11/03/2007.
Σεβασμιώτατε Επίσκοπε - υπόμνηση και τύπος του εν τω μέσω ημών Σταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Σεβαστοί πατέρες - και ταυτόχρονη υπενθύμιση της καθημερινής θυσίας του Χριστού. Λαέ του Θεού ορθόδοξε - φορέα του σταυροαναστάσιμου ήθους της πονεμένης και μαρτυρικής ορθοδοξίας.
Εδώ και μερικές μέρες στο κέντρο της Αθήνας γίνεται μια πάλη για την παιδεία. Η μια μεριά χρησιμοποιεί δακρυγόνα, για να επιβληθεί ένα μοντέλο παιδείας. Η άλλη μεριά έκαψε την ελληνική σημαία. Μήπως, υπενθύμιση της χαμένης και ξεχασμένης προτάσεως περί παιδείας; Κάποιοι άλλοι έκαψαν ένα φρούριο στον «Άγνωστο Στρατιώτη». Μήπως και πάλι υπενθύμιση της χαμένης και ανύπαρκτης ιστορίας των αγνώστων, μαρτυρικών στρατιωτών αυτού του τόπου; Η Παιδεία.
Μερικές μέρες μετά, μετά απ’ τα καπνογόνα, η Ορθόδοξη Εκκλησία θυμάται το Σταυρό και γιορτάζει σήμερα αυτή τη μνήμη Του και την προτείνει ως αξεπέραστο επίπεδο και μοντέλο Παιδείας. Μην το ξεχάσουμε -εμείς τουλάχιστον- γιατί θα μπούμε πάλι στην αντιπαλότητα - ποιο είναι το υπόδειγμα της Παιδείας. Καθημερινές προτάσεις παιδείας, εδώ κι αιώνες καταθέτει η Ορθοδοξία μας μπροστά στα μάτια μας. Ή τις δεχόμαστε ή καίμε μετά τη σημαία μας ή πετάμε δακρυγόνα.
Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος μια μέρα κατηγορήθηκε με μια πολύ βαριά κατηγορία. Μια κοπέλα που βρέθηκε έγκυος, για να δικαιολογηθεί, κατήγγειλε τον αναχωρητή ότι τη βίασε. Ρίχθηκαν τότε πάνω του και τον διαπόμπευσαν, κρεμώντας πάνω του μαγειρικά σκεύη και χτυπώντας και βρίζοντάς τον. Ο Άγιος δεν είπε λέξη για να απολογηθεί και μάλιστα δέχθηκε να εργάζεται πολύ για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της γυναίκας και του παιδιού του -όπως έλεγε- που του’ χε στείλει η θεία Πρόνοια. Όταν μετά από καιρό αναγνωρίστηκε η αθωότητά του, όλο το χωριό, έμπλεο θαυμασμού, πήγε να ζητήσει συγνώμη. Εκείνος όμως είχε φύγει. Έπρεπε να φύγει, γιατί αυτό το μοντέλο της παιδείας δεν ζητάει ούτε την καταξίωση, ούτε την κενοδοξία. Ήταν μια πρόταση παιδείας σταυρού της αδίκου κατηγορίας.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν βρέθηκε μπροστά σε μια ψευτοσύνοδο εκπροσώπων των ποικιλώνυμων Εκκλησιών της εποχής του, που είχαν καταντήσει σε αίρεση, άκουσε το ερώτημα: «Μάξιμε, σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αλεξανδρείας; Ορίστε, εμείς είμαστε ενωμένοι». Εννοείται στην αίρεσή τους. Κι αυτός τους είπε: «Ανήκω στην Εκκλησία όπου υπάρχει η ορθή και σωστή πίστη». Είναι το μαρτύριο της ορθής ομολογίας. Μετά από λίγο -δεν τον κατάλαβαν- καταδικάστηκε. Του ’κοψαν το χέρι και τη γλώσσα.
Υπάρχει το μαρτύριο και η παιδεία της αμεριμνησίας. Ο Άγιος Φιλάρετος τα ’χασε όλα · δεν είχε τίποτε. Το τελευταίο ζώο που του ’χε μείνει το ’δωσε σ’ έναν φτωχό που το χρειαζόταν. Και στο τέλος του ’μεινε ένα μελίσσι κι αφού το μοίρασε όλο σε φτωχούς, έδωσε το ρούχο του το τελευταίο σ’ έναν ζητιάνο που το ’χε ανάγκη. Αυτός σήκωσε την παιδεία της αμεριμνησίας.
Ο Άγιος Κύριλλος ο Φιλεώτης, όταν κατάλαβε ότι το μυστήριο της Ορθόδοξης Παιδείας κρύβεται στην ταπείνωση και στη διακονία, πήγε μόνος του, οικειοθελώς, για τρία χρόνια και εργάστηκε ως ναύτης σ’ ένα καράβι, αποφασισμένος να υπακούει σε όλους, όπως στον ίδιο τον Κύριο · δεχόμενος με χαρά χλευασμούς, λοιδορίες, ταπεινώσεις και αδικίες κάθε λογής. Ήταν άλλο μαρτύριο και μια άλλη παιδεία.
Υπάρχει ο σταυρός και η παιδεία της απλότητας. Ο Άγιος Θεμιστοκλής ήταν άνθρωπος με απλούς τρόπους και καθαρή καρδιά. Ήταν τσοπάνης. Μια μέρα ένας Χριστιανός της πόλεως -Διοσκουρίδης ονόματι- που τον κυνηγούσαν οι στρατιώτες για κάποιο δήθεν έγκλημα, βρέθηκε κοντά και ζήτησε να τον κρύψει ο άγιος. Τον έκρυψε ο Θεμιστοκλής. Λίγες στιγμές αργότερα κατέφθασαν οι διώκτες του και ρώτησαν αν είδε τον φυγάδα. Πιστεύοντας ο Θεμιστοκλής από απλότητα στην καλή τους προαίρεση και νομίζοντας πως όλοι οι άνθρωποι είναι όπως εκείνος, γεμάτοι συμπόνια και καλοσύνη, τους είπε : «αφήστε τον να φύγει, αδελφοί μου, για να γλιτώσει από τον θάνατο. Μην τον προσάγετε στον δικαστή. Χαρίστε του τη ζωή. Είναι χριστιανός, όπως και εγώ». Αυτά τα λόγια εξόργισαν τους διώκτες του. «Αν αρνηθείς να μας δώσεις αυτόν, θα συλλάβουμε εσένα στη θέση του». – «Σας έκανα την πρόταση για να ωφεληθείτε», είπε ο άγιος, «αλλά αφού την απορρίπτετε, με χαρά δέχομαι να με συλλάβετε αντ’ αυτού, γιατί είμεθα και οι δυο δούλοι του Χριστού και μέλη του αυτού Σώματος». Πέθανε μαρτυρικά ο Θεμιστοκλής. Έκανε την παιδεία της απλότητας και της θυσίας.
Ο Άγιος Ιλάριος [επίσκοπος] Πικταβίου - μια περιοχή της Ευρώπης, σήμερα λέγεται Πουατιέ. Σε μια τοπική σύνοδο, αφού είχε ομολογήσει θερμά την Ορθοδοξία, ο τοπικός τύραννος του είπε ότι αυτά που λέει τον αναγκάζουν να τον εξορίσει και φυσικά έχοντας πάνω του το μαρτυρικό ήθος της Ορθοδοξίας, ο Άγιος Ιλάριος είπε : «τους επισκόπους μπορείς να τους εξορίσεις, αλλά την αλήθεια όχι». Είναι το μαρτύριο της παρρησίας.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης πέρασε από το μαρτύριο της υποτιθέμενης πλάνης. Μια μέρα είδε σε όραμα την Παναγία, η οποία τον διέταξε να ανεβεί στην κορυφή του Άθωνα, για να παραλάβει -ως άλλος Μωυσής- τις πλάκες του πνευματικού νόμου. Επί τρία μερόνυχτα έμεινε στην κορυφή, προσευχόμενος καρτερικά και αντιστεκόμενος θαρραλέα στις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων. Τέλος, του παρουσιάστηκε η Παναγία και του είπε πολύ ωραίες προτάσεις για το πώς θα κατευθύνει τη ζωή του και του λαού. Όταν κατέβηκε απ’ την κορφή του βουνού ολόχαρος, πήγε σ’ έναν γέροντα ασκητή, ο οποίος, μη έχοντας το χάρισμα της διακρίσεως, τον κατηγόρησε ότι είναι πλανεμένος. Αντί να ζητήσει δικαίωση ο ταπεινός Μάξιμος, εξέλαβε τα λόγια αυτά ως θείο σημείο και αποφάσισε στο εξής να υποκρίνεται το σαλό και πλανεμένο. Στερήθηκε από τα πάντα, αλλά φοβόταν και τον πειρασμό της κενοδοξίας και φοβόταν τον πειρασμό του να ’ναι πραγματικά πλανεμένος. Σταυρό σήκωσε και πόνεσε. Ένα άλλο μοντέλο Παιδείας.
Υπάρχει ο σταυρός της αποφυγής της ματαιοδοξίας. Ο όσιος Πινούφριος ήταν ιερομόναχος και κάτω στην Αίγυπτο διοικούσε πνευματικά μια πολύ μεγάλη μονή. Τιμούμενος απ’ όλους για τις αρετές και τους αγώνες του εντός του μοναστηριού, αλλά και σ’ όλη την περιοχή, φοβήθηκε ότι θα στερούταν τους καρπούς της αιωνίου δόξης, λόγω της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και αναγνωρίσεως της αγιότητός του. Σηκώθηκε κι έφυγε, χάθηκε, πήγε σ’ ένα ησυχαστήριο κι είπε αν μπορεί να γίνει καλόγηρος · κανείς δεν τον ήξερε κι έμεινε για χρόνια άγνωστος, κάνοντας όλα τα πιο ευτελή διακονήματα. Ήταν το μαρτύριο, αλλά ταυτόχρονα η παιδεία της αποφυγής της άκαιρης ματαιοδοξίας.
Υπάρχει ο σταυρός του έρωτα. Μας τον γνωρίζει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος όταν είπε : «ο εμός έρως εσταύρωται». Για να υπάρχει αγάπη και έρωτας, πρέπει να υπάρχει Χριστός και να ’ναι σταυρωμένος. Είναι το μαρτύριο και η παιδεία του σταυρωμένου έρωτα.
Η Αγία Θωμαΐδα η Λεσβία ήταν νέο κορίτσι όταν παντρεύτηκε μ’ έναν άνθρωπο που ήταν πάρα πολύ άγριος, σκληρός, κακός και βίαιος. Ανεχόταν υπομονετικά την κακή συμπεριφορά του, δοξολογώντας το Θεό και ζώντας κάθε ημέρα σταυρικά. Έζησε μαζί του δεκατέσσερα χρόνια και σε ηλικία 38 ετών εκοιμήθη μετά από ξυλοδαρμό που υπέστη από τον άνδρα της. Την έθαψαν και μετά από 40 ημέρες ο τάφος της ανάβλυζε ιάματα και θεράπευε ασθενείς. Μέσα σ’ αυτούς και ο δαιμονισμένος πλέον άντρας της που απ’ αυτήν θεραπεύτηκε. Ήταν μια άλλη παιδεία της υπομονής.
Υπάρχει ο σταυρός του πολιτικού ηγέτη. Ο Άγιος Μιχαήλ, ηγεμών της πόλεως Τβερ, κοντά στη Μόσχα. Ήταν τότε πρωτεύουσα εκεί, του κράτους, λόγω της κατοχής της Μόσχας από τους Τατάρους. Όταν έμαθε ότι γίνεται κάποιο κίνημα επαναστατικό για να τον διώξουν κάποιοι πολιτικοί αντίπαλοι, φώναξε και είπε : «μα, αν πρόκειται να χυθεί αίμα, πάρτε την εξουσία». Και ταυτόχρονα, όταν μετά από λίγο οι ορδές των Τατάρων έφτασαν έξω από την Τβερ για να την καταλάβουν, και δεν ήθελε να χυθεί ούτε μια στάλα αίματος του στρατού και των γυναικοπαίδων της πόλεως, πρότεινε στον ηγέτη των Τατάρων: «αν εγώ παραδοθώ, θα κάνεις αιματοχυσία;» Του είπε «όχι, εσένα θέλω». Και πήγε μόνος του και παραδόθηκε αιχμάλωτος. Επί μήνες τον Άγιο Μιχαήλ του Τβερ τον γύριζαν σ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά των Τατάρων και της ευρύτερης Ρωσίας γελοιοποιώντας τον. Έγινε άγιος, γιατί ήταν ο πραγματικός ηγέτης· αυτός που πεθαίνει πρώτος για το λαό του.
Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων μοίραζε επανειλημμένα τρόφιμα σε φτωχούς, κατάλαβε μια μέρα ότι ένας φτωχός ήρθε πρώτη φορά, πήρε, μετά άλλαξε ρούχα ξαναπήρε, άλλαξε τρεις φορές ρούχα και ξαναπήρε. Δε θύμωσε μαζί του και είπε «δεν πειράζει, ίσως να είναι ο Χριστός που θέλει σήμερα να με επισκεφτεί τρεις φορές επανειλημμένα». Ήταν η απάντηση στην κοροϊδία και στον εμπαιγμό. Είναι μια άλλη παιδεία.
Όλοι ξέρετε την παιδεία της απόλυτης υπακοής του Αγίου Ιωάννου του Κολοβού. Μια μέρα ο γέροντάς του πήρε ένα ξύλο και το φύτεψε στη γη λέγοντας : «να το ποτίζεις κάθε μέρα μ’ ένα λαγήνι νερό, ώσπου να καρπίσει. Το νερό όμως ήταν πολύ μακριά. Κι έπρεπε να ξεκινάει το βράδυ και να επιστρέφει την άλλη μέρα το πρωί. Ο Ιωάννης, όμως, ανέλαβε το έργο αγόγγυστα και μετά τρία έτη το ξύλο έλαβε ζωή κι έκανε καρπός. Ο γέροντας το πήρε, πήρε και τους καρπούς, τους έφερε στην Εκκλησία λέγοντας στους άλλους αδελφούς : «λάβετε φάγετε, καρπό υπακοής». Ήταν το μαρτύριο, αλλά και η θεραπεία της υπακοής.
Ο Άγιος Οπρέα Μικλάου, ρουμάνος άγιος, ήταν χωρικός κι είχε οικογένεια. Βλέποντας τις διώξεις που υπέφεραν οι ορθόδοξοι και τις ταλαιπωρίες τους κάτω από δυνάμεις που αγαπούσαν άλλα πράγματα, σηκώθηκε μόνος του και πήγε στους ηγεμόνες των κρατών και τους είπε πως δεν είναι σωστό να ταλαιπωρούν τον ορθόδοξο λαό. Τον συνέλαβαν και τον σκότωσαν. Ήταν ο σταυρός και το μαρτύριο της παρρησίας στους δυνατούς της γης.
Ο Άγιος Νικόλαος του Πσκωφ, η Εκκλησία τον θέλει ως δια Χριστόν σαλό, είχε μια παρόμοια παρρησία. Ήταν Μεγάλη Σαρακοστή του 1570, όταν ο Ιβάν ο 4ος ο Τρομερός επιστρέφοντας στο Νόβγκοροντ, είχε πυρπολήσει και είχε καταστρέψει όλα τα γύρω χωριά. Ο Νικόλαος, ο μακάριος, ζούσε στην πόλη αυτή αγιασμένα και ταπεινά. Όταν έμαθε ότι έρχεται ο Ιβάν ο Τρομερός που έλεγε ότι ήταν ορθόδοξος και πίστευε -έλεγε- στο Χριστό, πήγε εκεί που πήγε να λειτουργηθεί ο Ιβάν. Μπήκε στη Λειτουργία και είχε μαζί του ένα δώρο για τον Ιβάν, ένα κομμάτι κρέας που έσταζε από αίμα. Εξοργισμένος ο Ιβάν του είπε «εγώ είμαι χριστιανός, δεν τρώω κρέας τη Σαρακοστή» και ο Νικόλαος του είπε «το αίμα των χριστιανών όμως το πίνεις μια χαρά». Ο Ιβάν έφυγε. Ήταν μια άλλη μορφή παρρησίας από έναν δια Χριστόν σαλό.
Ο Άγιος Βησσαρίων ο Αιγύπτιος είχε το σταυρό της ακτημοσύνης. Ήταν μονοχίτων. Μια μέρα στο δρόμο είδε έναν φτωχό, έβγαλε το χιτώνα του, τον έβαλε πάνω του κι έμεινε γυμνός. Όταν κατέβηκε στην πόλη του είπαν : «ποιος σε γύμνωσε;» και τους είπε : «ελάτε να σας δείξω». Μπήκε στην πρώτη Εκκλησία και τους έδειξε το Χριστό. Είναι ο σταυρός της ακτημοσύνης.
Η Αγία Ευδοκία η πόρνη, όταν άλλαξε και μετάνιωσε, βρέθηκε μπροστά στους αντιπάλους της που ήταν οι παλιοί εραστές της που την κατήγγειλαν στον οικείο διοικητή. Της προσέφεραν τρεις προτάσεις - για να αλλάξει. Η πρώτη πρόταση ήταν να λατρέψει τα είδωλα. Η δεύτερη να ξαναγίνει πόρνη. Και η τρίτη την περιουσία που είχε μαζέψει απ’ την πορνεία να τη δώσει στο κράτος και όχι στους φτωχούς. Δεν δέχτηκε τίποτε. Ήταν ο σταυρός των επιλογών. Κι αυτή η επιλογή καταλήγει στο μαρτύριό της.
Και τέλος, ως ένα πεδίο παιδείας άκρας ταπεινώσεως, θα σας θυμίσω τον Άγιο Αγάπιο τον Βατοπαιδινό. Ήταν ασκητής και μοναχός στην Κολιτσού, κοντά στη μονή Βατοπαιδίου. Τον συνέλαβαν οι Τούρκοι πειρατές και τον πούλησαν σκλάβο σ’ έναν ομόθρησκό τους ο οποίος τον κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια αλυσοδεμένο και τον έβαζε να κάνει τις πιο βαριές δουλειές. Υποτάχθηκε ταπεινά επί χρόνια στις βουλές της θείας Πρόνοιας και τέλος απελευθερώθηκε μ’ ένα θαύμα της Παναγίας και γύρισε πάλι στο κελί του στο Άγιον Όρος. Όταν τον είδε ο γέροντας του είπε : «τι δουλειά έχεις εδώ;» Λέει: «η Παναγία μ’ ελευθέρωσε». Του λέει «γύρνα πίσω, εκεί που ήσουνα. Αφήνεις το διακόνημά σου». Κι ο Άγιος Αγάπιος κάνοντας υπακοή επιστρέφει πάλι πίσω στο σκληρό αφέντη του. Κάθεται άλλα τόσα χρόνια και στο τέλος -έτσι γίνεται πάντα όταν έχουμε υποδείγματα παιδείας- αυτός του είπε : «γιατί τα κάνεις όλα αυτά;» Κι έμαθε για το Χριστό. Το αφεντικό το σκληρό κατέληξε με τα δύο παιδιά του μοναχός στο Άγιον Όρος.
Η ορθόδοξη παιδεία δεν είναι γραμμένη ούτε με καμένες σημαίες ούτε με δακρυγόνα. Είναι γραμμένη με αίμα. Αλλά αυτή η παιδεία είναι αυτή που πιάνει. Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Η άλλη παιδεία. Η ξεχασμένη παιδεία. Αν και εμείς σ’ αυτόν εδώ τον τόπο την ξεχάσουμε, κάθε μέρα θα ψάχνουμε νέα μοντέλα παιδείας. Θα ταλαιπωρούμεθα και θα ταλαιπωρούμε. Και τα δακρυγόνα και ίσως και το αίμα να πλεονάσουν καμιά μέρα ή κάποια μέρα στην πλατεία του Συντάγματος.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

O Σταυρός στην Oδύνη και την Ηδονή

cross02
π. Δημήτριος Στανιλοάε

O άγιος Μάξιμος o Ομολογητής κάνει λόγο και για ένα άλλο είδος μαρτυρίου. Αναφέρεται στην οδύνη πού ακο­λουθεί την ηδονή. H κάθε απόλαυση της ηδονής προκαλεί πόνο και λύπη, στην αρχή της. Τόσο o πόνος όσο και η ηδονή φανερώνουν μια υπερβολική ευαισθησία —ικανότη­τα αίσθησης— εκ μέρους του σώματος και της σάρκας και, επομένως, υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα τους. Ωστόσο, μιλώντας επακριβώς, η ηδονή οδηγεί στην οδύνη, άλλα η οδύνη δεν οδηγεί στην ηδονή. Η απόλαυση της ηδονής, μπορεί μόνο να σπρώξει τον άνθρωπο σε επι­πλέον ηδονή, σε μια περαιτέρω απόπειρα να ξεφύγει από τον πόνο. Ενώ ο άνθρωπος με τη θέληση του μπορεί να αποκηρύξει την ηδονή, δεν μπορεί να αποφύγει πλήρως την οδύνη και τη θλίψη. Μπορεί μόνο να ξεπεράσει τη θλίψη του, δηλαδή να παραμείνει μέσα σε αυτήν, σηκώνοντας το σταυρό του, χωρίς να βρει καταφύγιο σε μια νέα ηδονή, η οποία θα φέρει μαζί της μια νέα οδύνη και ούτω καθεξής μέχρι το τέλος της ζωής του, καθώς ο θάνατος θα έλθει ως η τελική θλίψη. Ο Χριστός ξεπέρασε την ανθρώπινη τάση για ηδονή, παραμένοντας στο πένθος και σηκώνοντας νι­κηφόρα το σταυρό, ως την ύστατη οδύνη. Με αυτό τον τρόπο ελευθέρωσε την ανθρώπινη φύση από την κυριαρχία της υπερβολικής ευαισθησίας, της ανισόρρο­πης δύναμης της αίσθησης, και έπανεγκαθίδρυσε τη δύνα­μη του πνεύματος. Γιατί δεν ξεπέρασε την ηδονή και την οδύνη με ένα είδος στωικής απάθειας, με έλλειψη της ικα­νότητας αίσθησης. Κυριάρχησε πάνω τους μέσα από την ενδυνάμωση του πνεύματος Του, διατηρώντας, άλλα και μεταμορφώνοντας, ταυτόχρονα, ολόκληρη την ανθρώπινη ευαισθησία μας στο μαρτύριο και την τάση μας να επιθυ­μούμε να το αποφύγουμε.
Ο σταυρός του σημαίνει ότι το πνεύμα είναι νικητής επί της ύλης, χωρίς να ακυρώνει την ύλη, αλλά μεταμορ­φώνοντας τον υλικό κόσμο μέσα από την ανταπόκριση μιας θέλησης πού προσφέρεται πλήρως στον Θεό. Αυτό μπορούμε να το δούμε στην ίδια τη μορφή του ανθρωπίνου σώματος: απλώνουμε τα χέρια μας πάνω στη φύση, για να κυριαρχήσουμε πάνω της και δεν την αφήνουμε παθη­τικά ως έχει, άλλα το κεφάλι μας υψώνεται πάνω από την οριζόντια διάσταση και κρατιέται ψηλά. Ο σταυρός εμποδίζει τις ευτελείς τάσεις του κόσμου και του ανθρω­πίνου σώματος από το να υψώνονται όπως ο πύργος της Βαβέλ. Όμως, τους δίνει και την πιθανότητα να μεταμορφωθούν, περνώντας μέσα από την οριζόντια γραμμή του σταυρού, ή οποία τους αγνίζει. Στην Ορθόδοξη ακο­λουθία της κηδείας ψάλλουμε: «ό θάνατος ήλθε, ώστε το κακό του άνθρωπου να μην είναι αθάνατο*». Το ίδιο ισχύει, ως ένα βαθμό, για κάθε μαρτύριο.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας μιλά για μια τυφλή ηδονή, από την οποία απουσιάζει ή θεωρία του πνεύματος, πού δεν βλέπει προς την ευθύνη μας ούτε ένα­ντι του Θεού ούτε έναντι του πλησίον. Μια ηδονή, στην οποία θα ήταν παρούσα η πνευματική θεωρία, ακόμη και αν εν μέρει ήταν μια σωματική ηδονή, δεν θα συνεπαγό­ταν αναπόφευκτα τη λύπη και το σταυρό ως επιπτώσεις. Όμως, στην πτωτική κατάσταση του, ο άνθρωπος μόνο με δυσκολία μπορεί να νιώσει στο σώμα του τέτοιας μορ­φής ηδονές, πού φωτίζονται από τη ζωή του πνεύματος του θεού και από αίσθηση ευθύνης έναντι του πλησίον. Όλες οι ηδονές τείνουν να είναι τυφλές. Εμποδίζουν την περαιτέρω θέαση. Είναι υπερβολικά εγωκεντρικές και σαρκικές. Μέσα από αυτές ο άνθρωπος πέφτει σε αισθη­σιασμό χωρίς προοπτική. Πέφτει στο σκοτάδι ενός εγώ πού υποβιβάζεται στο επίπεδο των αισθήσεων, οι όποιες παράγονται από τον υλικό κόσμο και, έτσι, καθίστανται βαρείς και όχι πλέον διαυγείς σε υψηλότερες πραγματικό­τητες. Επομένως, η οδύνη, πού προέρχεται από την ηδονή, φέρνει μαζί της μια πνευματική αίσθηση αδυνα­μίας και δυσλειτουργίας στην υλική πλευρά της ανθρώπι­νης ζωής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της κατάχρησης της ηδονής. Η οδύνη πού ακολουθεί την ηδονή αποτελεί αντα­νάκλαση της αποδυνάμωσης της ύλης στον κόσμο του πνεύματος και, μ' αυτή την έννοια, μπορεί να κατανοηθεί ως φανέρωση του πνεύματος. Το πένθος και ό σταυρός καθιστούν το πνεύμα διαφανές στην ύλη ή καθιστούν την ύλη διαυγή για το πνεύμα. Με αυτό τον τρόπο, ή θλίψη γίνεται μεταμορφωτική και προφητική. Μας δείχνει ότι ό υλικός κόσμος και ή αίσθηση της ηδονής πού αυτός παρά­γει δεν αποτελούν την τελική πραγματικότητα, άλλα ότι πέρα από αυτά υπάρχει ή ζωή του πνεύματος, πού βιώνε­ται μέσα στην —και μέσα από την- ύλη, μεταμορφωμένη από το πνεύμα. Ό σταυρός μας στρέφει προς την ανάστα­ση και στο δρόμο πού οδηγεί εκεί. Οι Πατέρες αναφέρουν ότι αυτός πού τρέφεται από το σταυρό, τρέφεται από το δένδρο της ζωής. Με το σταυρό, ο κόσμος και η ίδια μας η ζωή καθίστανται διαυγείς.
Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η κάθε θλίψη αποτελεί το σημάδι του πνεύματος, την ένδειξη μιας μελλοντικής καλύτερης ζωής. Μόνο εκείνες οι θλί­ψεις, τις όποιες φέρουμε χωρίς να επαναστατούμε εναντίον τους, κατανοώντας, δηλαδή, το νόημα τους, ενέχουν αυτή την ποιότητα. Ή αποκάλυψη του πνεύματος δεν παράγε­ται μόνο από το μαρτύριο, άλλα από την κατανόηση, η οποία μπορεί να αφυπνιστεί στο πνεύμα. Αν ο άνθρωπος αρνείται να ανοίξει τα πνευματικά του μάτια, αρνείται να δει τι βρίσκεται πέρα από τον υλικό κόσμο και συνεχίζει να ταυτίζει τον εαυτό του αποκλειστικά με τον υλικό κόσμο, τότε ό σταυρός του μαρτυρίου του δεν μπορεί να του αποφέρει κέρδος. Τελικά, ένας τέτοιος άνθρωπος, καθώς βρίσκεται χωρίς ελπίδα και με την πάροδο του χρόνου χάνει την ίδια την πιθανότητα να ξεφύγει σε εγωι­στικές και υλικές ηδονές, οι όποιες του δίνουν τουλάχιστον την αίσθηση ότι είναι ζωντανός, πρέπει να βυθιστεί στο σκοτάδι και την απόγνωση της πλήρους ά-νοησίας της ζωής. Ένας τέτοιος άνθρωπος καταδικάζεται στην αιωνιότητα από το σταυρό. Ό άγιος Αυγουστίνος είπε: « (Γνωρίζω τρεις ανθρώπους. Ό ένας δια του σταυρού σώ­ζει, ό άλλος διά του σταυρού σώζεται, και ό τρίτος δια του σταυρού καταδικάζεται)». Μόνο ό Χριστός ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Εμείς, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, ανήκουμε στις άλλες δύο.
Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από το σταυρό σε αυτή τη ζωή. Άλλα αυτός πού επιθυμεί να τον αποφύγει, εκείνος πού δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει τον θεό μέσα από αυτόν, θα καταδικαστεί από αυτόν. Αυτός πού προσπαθεί να διαχωρίσει το δώρο του κόσμου, το δώρο της ζωής, από το σταυρό, ποτέ δεν το επιτυγχάνει πραγματικά. Τελικά, χάνει το ίδιο το δώρο, γιατί δεν το αντιλαμβάνεται ως δώρο του Θεού, πού αποκαλύπτει την πραγματικότητα Του ως μεγαλύτερη από το δώρο και δείχνει την οδό προς τον εαυτό Του μέσω του σταυρού. Παραμένει ολοκληρωτικά προσκολλημένος προς τα κάτω υπό το βάρος του μαρτυρί­ου του, δηλαδή βρίσκεται στην κόλαση. Ό σταυρός δίνεται σε όλους μας, για να μας οδηγήσει προς τη ζωή του πνεύ­ματος και ως μέσο έπανεδραίωσης του διαλόγου του άνθρωπου με τον Θεό. Δίνεται σε όλους, γιατί το νόημα της ζωής βρίσκεται αντικειμενικά μέσα του. Όμως, εκείνος πού δεν ανακαλύπτει αυτό το νόημα του σταυρού θα χαθεί ολοκληρωτικά στο σκοτάδι πού του προκαλεί το μαρτύριο του, αφού το μαρτύριο του, αντί να του αποκαλύ­ψει το νόημα του, θα το αποκρύψει, καθιστώντας το πιο απροσπέλαστο.
-----------------------------------------------------------------
* Ίνα μη το κακόν άθάνατον γένηται...». Από την πρώτη συγχωρητική ευχή πού διαβάζει ό αρχιερέας στη Νεκρώσιμη Ακολου­θία: «Κύριε ό θεός ημών, ό τη ση άρρήτω σοφία δημιουργήσας τόν κόσμον έκ του χοός...» (Σ.τ.Μ.).
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ  -  ΕΚΔΟΣΕΙΣ : ΜΑΪΣΤΡΟΣ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

ο Χριστός είναι το κατάλυμα των ανθρώπινων ερώτων (άγ. Νικόλαος Καβάσιλας

Αγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας
Η φράση αυτή ακούστηκε προχθές  από τον κ. Σταύρο Γιαγκάζογλου  στο Ναό του Αγίου Φιλίππου στο Θησείο . Γίνεται μια προσπάθεια σε αυτή την ενορία που αποτελεί κατάλυμα ανθρώπων από διάφορα μέρη της Αθήνας  “σύναξης ανθρωπίνων ερώτων “ . Δεν είναι εύκολο να μαζεύεις τα κομμάτια σου και να τα προσκομίζεις με μετάνοια  …

… η καθημερινότητα μας, η λήθη, η ραθυμία, η άγνοια, οι αμαρτίες μας, η αμετανοησία μας τις περισσότερες φορές κομματιάζει τα πάντα μέσα μας και δεν μας επιτρέπει να λειτουργήσουμε την ενότητα της προσωπικότητας μας . 

το να προσκομίζεις καθημερινά τα κομμάτια σου, την μετάνοια σου  σε Εκείνον  είναι ο μόνος θεραπευτικός δρόμος και ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο τα λόγια αυτά του αγίου Νικολάου του Καβάσιλα θα μπορέσουν να γίνουν κατανοητά όχι εγκεφαλικά αλλά καρδιακά.  

“ψυχῆς δὲ ἐπιθυμία πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται μόνον· καὶ τὸ κατάλυμα τοῦτό ἐστιν αὐτῇ, ὅτι καὶ ἀγαθὸν καὶ ἀλήθεια καὶ ὁτιοῦν ὧν ἐστιν ἔρως, μόνος ἐστί.”
***
Η αγάπη και η χαρά: οι καρποί πού προέρχονται από την αίσθηση του Θεού

Ο Θεός έβαλε στις ψυχές μας την επιθυμία να αναζητούμε το αγαθό, όταν χρειαζόμαστε κάτι, και την αλήθεια, όταν πρέπει να σκεφθούμε κάτι. Και βέβαια, ποθούμε να τα έχουμε καθαρά, το μεν αγαθό από το κακό, την δε αλήθεια από την πλάνη. Γιατί κανείς δεν χαίρεται, όταν εξαπατάται, και κανείς δεν είναι ευχα­ριστημένος, όταν πλανάται και συναντά κακό αντί κάλου. Ενώ όμως τα επιθυμούσαμε, ποτέ δεν μπορέσαμε να τα βρούμε, διότι το αγαθό και η αλήθεια στον κόσμο τούτο δεν είναι αυτά πού ονο­μάζονται έτσι, άλλα τα αντίθετα. Αφού λοιπόν δεν υπήρχαν αυτά πού έπρεπε να αγαπάμε και να χαιρόμαστε, ήταν αδύνατον να νιώσουμε πόση ήταν η δύναμη της αγάπης και της χαράς πού υπήρχε μέσα μας. Δεν γνωρίζαμε ούτε τα δεσμά του πόθου ούτε πόση ήταν η φλόγα του, διότι πουθενά δεν υπήρχε το ποθούμενο.

Όσοι όμως γεύθηκαν τον Σωτήρα, έχουν μπροστά τους αυτό το ίδιο το ποθούμενο, πού αποτέλεσε τον κανόνα και το μέ­τρο, για να δημιουργηθεί εξ αρχής ο ανθρώπινος έρωτας, σαν ένα θησαυροφυλάκιο τόσο μεγάλο και τόσο ευρύχωρο, ώστε να μπόρε­ση να υποδεχθεί τον Θεό. Γι' αυτό, κι αν ακόμη απολαμβάνουμε όλα τα τερπνά της ζωής αυτής, ποτέ δεν χορταίνουμε και τίποτε δεν καταπαύει την επιθυμία μας, αλλά συνέχεια διψούμε, σαν να μη βρήκαμε τίποτε από όσα ποθούσαμε. Γιατί, για την δίψα της ανθρώπινης ψυχής χρειάζεται κάποιο αστείρευτο νερό- πώς λοιπόν θα μπορούσε να την σβήσει ο πεπερασμένος αυτός κόσμος; Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Κύριος, όταν είπε στην Σαμαρείτιδα: «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα,»(Ιω. 4,13-14) . Αυτό είναι το ύδωρ, με το όποιο ξεδιψά ή επιθυμία της ανθρώπινης ψυχής. «χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναι τὴν δόξαν σου » (Ψαλμ. 16, 15), λέει ό Ψαλμωδός. Το μάτι πλάσθηκε για να βλέπει το φώς, τα αυτιά για να ακούν τους ήχους και κάθε αισθητήριο όργανο για να δέχε­ται το αντίστοιχο ερέθισμα. Η επιθυμία όμως της ψυχής κατευθύ­νεται μόνον προς τον Χριστό. Αυτός είναι η κατάπαυση της, αφού Αυτός μόνος είναι το Αγαθό, Η Αλήθεια και καθετί αγαπητό.

Γι' αυτό και τίποτε δεν εμποδίζει όσους βρήκαν τον Χρι­στό να Τον αγαπούν με όλον τον έρωτα πού εξ αρχής έχει φυτευτεί στην ανθρώπινη ψυχή και να χαίρονται με όση δύναμη έχει στην φύση του ό άνθρωπος και επιπλέον, με την χαρά πού δίνει ή αρετή και η Χάρη του Βαπτίσματος. Τα καλά της ζωής αυτής δεν είναι δυνατόν να ενεργοποιήσουν μέσα μας τον πραγματικό έρωτα και την πραγματική χαρά, και γι' αυτό διαψεύδουν το όνομα τους. Κι αν κάτι φαίνεται καλό, δεν είναι παρά ευτελές είδωλο του όντως καλού. Τον θείο όμως έρωτα και την χαρά πού πηγάζει από αυτόν τίποτε δεν μπορεί να τα εμποδίσει, και γι' αυτό ή αγάπη αναδει­κνύεται θαυμαστή και άρρητη και ή χαρά ανέκφραστη. Και αυτό συμβαίνει κυρίως για τον έξης λόγο: Αυτά τα δύο - την αγάπη δη­λαδή και την χαρά - ό Θεός τα έχει προσανατολίσει προς τον Ε­αυτό Του, για να αγαπάμε μόνον Αυτόν και να χαιρόμαστε μόνο με Αυτόν. Είναι λοιπόν επόμενο, νομίζω, να είναι και αυτά ανά­λογα με το άπειρο εκείνο Αγαθό.

Ας δούμε τώρα το μέγεθος αυτής της αγάπης. Απόδειξη ότι είναι υπέρμετρη αποτελεί και το έξης: Για όλα τα αγαθά πού μας προσέφερε ό Θεός, μοναδική ανταπόδοση θεωρεί την αγάπη μας και αν την λάβει, διαγράφει το χρέος μας. Πώς λοιπόν να μην είναι υπέρμετρο το αγαθό αυτό, πού ενώπιον τού δικαιοκρίτου Θεού αξίζει όσο άπειρα αγαθά; Είναι δε φανερό ότι η χαρά είναι ανάλογη με την αγάπη, και ότι μια λαμπρή χαρά συνοδεύει την αγάπη και μια απέραντη χαρά ακολουθεί την απέραντη αγάπη.

Στις ψυχές λοιπόν των ανθρώπων υπάρχει αποθησαυρι­σμένος μεγάλος και θαυμαστός πλούτος αγάπης και χαράς και, μόλις εμφανιστεί ο όντως Χαριτωμένος και Αγαπητός, ευθύς αμέ­σως ενεργοποιείται» Αυτό είναι πού ο Σωτήρας ονομάζει «χαράν πεπληρωμένην» ( Ιω.17,13* Α΄ Ιω. 1,4* Β΄Ιω.1,12) Γι' αυτό και όταν το Άγιο Πνεύμα επιδημήσει σε κάποιον και του μεταδώσει τα χαρίσματα Του, η αγάπη και ή χαρά είναι οι πρώτοι καρποί πού θα εμφανισθούν. «Ό γάρ καρπός του Πνεύματος αγάπη, χαρά»( Γαλ.5,22) . Κι αυτό, διότι το πρώτο πού μας χαρίζει ο Θεός επιδημώντας στις ψυχές μας είναι ή αίσθηση της παρουσίας Του όταν όμως αισθανθούμε τον Αγαθό Θεό, επόμενο είναι και να Τον αγαπάμε και να ευφραινόμαστε με Αυτόν.
Και όταν φανερώθηκε σωματικώς, αυτό πρώτα από όλα ζητούσε από εμάς: Να Τον γνωρίσουμε. Αυτό και δίδασκε, αυτό και εισήγαγε πρώτο, ή μάλλον, γι' αυτόν τον λόγο φανερώθηκε και εργάσθηκε τα πάντα. «Γι' αυτό, λέει, γεννήθηκα, και γι' αυτό ήλθα στον κόσμο, για να φανερώσω την αλήθεια». Αφού όμως ο Ίδιος είναι η Αλήθεια (Ιω.14,6), ήταν σαν να έλεγε «για να φανερώσω τον Εαυτό μου»(Ιω.14,21). Αυτό κάνει και τώρα έπιδημώντας στους βαπτιζομένους: «Φανερώνει την αλήθεια»(Ίω. 18, 37), καθώς διώχνει αυτό πού δήθεν φαίνεται αγαθό, και εισάγει στην ψυχή το όντως αγαθό και το αποκαλύπτει από την παρούσα ζωή «φανερώνοντας στους ανθρώπους τον Εαυτό Του»(Ίω. 14, 21), όπως λέει και ό Ίδιος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ λόγοι επτά
ιερόν Ησυχαστήριον “ Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης
σελ.150-153

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Θα συγκεντρώνετε το νου σας στην καρδιά, τους λέει, εκεί που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό …


ag-gregorios-palamas
- Θα συγκεντρώνετε το νου σας στην καρδιά, τους λέει, εκεί που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό, στην πιο βαθιά γωνίτσα της, και δε θα τον αφήνετε να σκορ­πά κατά δω και κατά κει, στα πράματα του κόσμου, κι εντέλει να παρασέρνεται από τα πράματα του κόσμου. Όταν το καταφέρετε αυτό, ο νους σας θα φέρει και τη θέληση σας στη γωνίτσα που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό. Και τότε δε θα θέλετε τίποτε άλλο. Γιατί η θέληση σας κι η αγάπη σας για το Θεό θα ενωθούν, θα γίνουν ένα. Και καμιά χαρά, από αυτές που μας δίνουν τα πράγματα του κόσμου δε θα σας ενδιαφέρει πια. Κανένα από τα πράγματα του κόσμου δε θα σας δίνει χαρά. Μόνο η αγάπη σας για το Θεό. Κι έτσι ο νους σας μόνο στο Θεό θα κατευθύνεται. Γιατί μόνο αυτή η κίνηση θα γεμίζει την καρδιά σας με χαρά.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«Όταν ο νους αναχωρήσει από τα πράγματα του κόσμου, που μας περιτριγυρίζουν, και υψωθεί πάνω από τα καθημερινά, που τον απασχολούν, σκύψει κατόπι μέσα στον κόσμο της καρδιάς, τότε θα δει, σαν μέσα σε καθρέφτη, όλη την ασκήμια της ψυχής, εξαι­τίας της περιπλάνησης της στον κόσμο της αμαρτίας, και θα κλάψει. Θα κλάψει για τούτη την ασκήμια. Μα ακριβώς αυτά τα δάκρυα θα λούσουν την ψυχή και θα την καθαρίσουν. Λουσμένη και πεντακάθαρη η ψυχή δε θ’ ασχολείται πια με τα πράγματα του κόσμου. Τα πράγματα του κόσμου δε θα την αγγίζουν, κι ο νους μπορεί να μπει μες στο ναό της και να προσεύχεται στον Πατέρα μυστικά. Ο Θεός που τον ακούει, του αντιγυρίζει ως δώρο την ειρήνη, δώρο πολύτιμο, γιατί τη διώχνουνε συνήθως οι πονηροί λογισμοί. Αυτή η ειρήνη αποτελεί την προϋπόθεση για τις θεολογικότερες αρετές, που θα κατακλύσουν στη συνέχεια την ψυχή. Κι αυτές είναι η πίστη, είναι η ελπίδα, είναι η αγάπη. Τέλος ο νους, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που θα γεμίσει και αυτό την ψυχή μένα τρόπο άρρητο, όπου η συμμετοχή του μονάχου παύει πια να είναι αναγνωρίσιμη, ανέρχεται προς το Θεό κι ακούει άρρητα ρήματα, βλέπει τα αθέατα και κατέχε­ται από θαυμασμό, ο οποίος αποκτά απίστευτη διάρ­κεια. Ο άνθρωπος γίνεται τότε άγγελος του Θεού στη γη. Εντός του ανακαλύπτει άλλον ουρανό και άλλον ήλιο. Ανακαλύπτει τη νοητή σιγή».
---------------------------------------------------------------
απόσπασμα από το βιβλίο της ΖΩΗΣ ΚΑΝΑΒΑ
Με την προσευχή και το κοντύλι
Γρηγόριος ο Παλαμάς : Μυθιστορηματική βιογραφία
Εκδόσεις: ΑΣΤΗΡ

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

agios_grigorios
Τη αύτη ήμερα, μνήμη τον αγίου πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τον Θαυματουργού (1).

Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε στην Κωνσταντι­νούπολη το 1296. Οι γονείς του, αριστοκράτες πού είχαν μετοικήσει από τη Μικρά Ασία μπροστά στην εισβολή των Τούρκων, άνηκαν στην αυλή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282-1328). Παρά το υψηλό του αξίωμα, ό πατέρας του Κωνσταν­τίνος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό και την προσευχή, και του συνέβη κάποτε, την ώρα που βρισκόταν στη Σύγκλητο, να μην ακούσει τον αυτοκράτορα πού του απηύθυνε τον λόγο τόσο πολύ βυ­θισμένος ήταν στην προσευχή. Εκοιμήθη όταν ό Γρηγόριος ήταν ακόμη νέος, αφού ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Η γυναίκα του, Καλλονή, επιθυμούσε επίσης να γίνει μοναχή, άλλα περίμενε να εξασφαλίσει τη μόρφωση των επτά παιδιών της. Εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο, τον Γρηγόριο, στους καλύτερους δασκάλους των θύραθεν επιστημών και εκείνος σε μερικά χρόνια απέκτησε τέλεια γνώση της φιλοσο­φικής σκέψεως· σε βαθμό, μάλιστα, πού ο δάσκαλος του νόμιζε ότι άκουγε τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Παρά τις διανοητικές του επιτυχίες, ο νέος δεν είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του πάρα στα πράγματα του Θεού. Σύχναζε στους ονομαστούς μοναχούς της Βασιλεύουσας και έκαμε πνευματικό του πατέρα τον θεόληπτο Φιλαδελφείας (2) ο οποίος τον εισήγαγε στην ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.

Περί το 1316, ό Γρηγόριος έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου και πήρε μαζί του στον μοναχικό βίο τη μητέρα του, δύο αδελφές, δύο αδελφούς και πλήθος υπηρετών του. Πηγαίνοντας πεζή στο Άγιον Όρος, ο Γρηγόριος και οι δύο αδελ­φοί του εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Μονής Βατοπεδίου, υπό την καθοδήγηση του Γέροντος Νικόδημου πού είχε έλθει από το όρος του Αυξεντίου στη Νικομήδεια. Γυμνασμένος παιδιόθεν να βάζει σε πράξη θεμελιώδεις αρετές όπως η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη, η πραό­τητα, η νηστεία, η αγρυπνία και οι διάφορες σκληραγωγίες που επι­τρέπουν την καθυπόταξη της σαρκός στο πνεύμα, ο νέος έκανε γρή­γορες προόδους στην άσκηση της προσευχής. Νυχθημερόν απευθυνόταν απαύστως προς τον Θεό με λυγμούς λέγοντας: «Φώτισον μου το σκό­τος!» Μετά από λίγο καιρό, η Θεοτόκος προς την οποία προσέφευγε ήδη από τη νεότητα του, του έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για να του υποσχεθεί την προστασία της στη ζωή αύτη και την άλλη.

Τρία χρόνια μόλις αργότερα, ο πρόωρος θάνατος του αδελφού του Θεοδοσίου, τον οποίο σύντομα ακολούθησε εκείνος του Γέροντος Νι­κόδημου, ώθησε τον Γρηγόριο και τον άλλο αδελφό του, Μακάριο, να μπουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ορίσθηκε εκεί ψάλτης και γέννησε τον θαυμασμό των συμμοναστών του με τον ζήλο του στην άσκηση όλων των ευαγγελικών αρετών. Ο βίος του ήταν τόσο αυστηρός πού έμοιαζε σαν να ήταν άσαρκος: μπορούσε έτσι να μένει τρεις μήνες δίχως ύπνο. Παρ’ ότι τέλειος στην κοινοβιακή πολιτεία, η ψυχή του ωστόσο ποθούσε το μέλι της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε μετά από τρία χρόνια στη σκήτη την ονομαζόμενη Γλωσσία (σημ. Πρόβατα), υπό την καθοδήγηση ενός περιβόητου μονάχου, του Γρη-γορίου από το Βυζάντιο [6 Άπρ.](3) . Από τον καθαρισμό των παθών, μπόρεσε έτσι να υψωθεί με την προσευχή προς τη θεωρία των μυ­στηρίων της κτίσεως. Χάρη στη μόνωση και την ησυχία, ο Γρηγόριος κρατούσε διαρκώς προσηλωμένη τη διάνοια του στα βάθη της καρ­διάς του για να επικαλείται εκεί τον Κύριο Ιησού με κατάνυξη, έτσι ώστε γινόταν όλος μια προσευχή και δάκρυα γλυκά κυλούσαν από τα μάτια του, σάμπως από δύο αέναες βρύσες.

Οι αδιάκοπες όμως επιδρομές των Τούρκων πειρατών ανάγκασαν σύντομα τον Γρηγόριο με τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν τον τόπο. Με δώδεκα μοναχούς, ο άγιος αποφάσισε να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να βρει καταφύγιο στο όρος Σινά, άλλα εμποδίσθηκε στο σχέδιο του αυτό και έμεινε για λίγο στη Θεσσαλο­νίκη, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες ενός πνευματικού κύκλου, εμπνευστής του οποίου ήταν ο μελλοντικό πατριάρχης Ισίδωρος (4) που προσπαθούσε να διαδώσει ευρύτερα την πρακτική της νοεράς προσ­ευχής στους πιστούς, δίνοντας τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από την εμπειρία των μοναχών. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αφού έλαβε σε μια οπτασία τη διαβεβαίωση ότι ήταν θέλημα Θεού. Ανα­χώρησε κατόπιν για την περιοχή της Βέροιας και συνέστησε σκήτη σε τόπο ήδη αγιασμένο από τον όσιο Αντώνιο τον Νέο [17 Ιαν.], οπού για πέντε χρόνια αποδύθηκε σε μία πιο αυστηρή ακόμη άσκηση: έμενε έγκλειστος τις πέντε ήμερες της εβδομάδας νηστεύοντας, αγρυπνών­τας και προσευχόμενος λουσμένος στα δάκρυα, και εμφανιζόταν μό­νον το Σάββατο και την Κυριακή για να τελέσει τη θεία Λειτουρ­γία, να συμμετάσχει σ’ ένα αδελφικό γεύμα και να συζητήσει για κάποια πνευματικά θέματα με τους συνασκητές του. Συνέχιζε έτσι να αναβιβάζει τον νου του στη θεωρία και να έρχεται σε άμεση κοι­νωνία με τον Θεό μέσα στην καρδιά του.

Όταν εκοιμήθη η μητέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έφερε από εκεί τις αδελφές του, τις οποίες και εγκατέστησε σε ένα ασκητήριο πλησίον του δικού του. Δεν μπόρεσε ωστόσο να βρει ανά­παυση για πολύ χρόνο, διότι η περιοχή ερημωνόταν τακτικά από τις επιδρομές των Σέρβων. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Άθω και εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, λίγο πιο πάνω από τη Μεγίστη Λαύρα. Ή νέα αυτή διαμονή του ήταν γι’ αυτόν ευκαι­ρία να απομονωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους για να συνομι­λεί με τον Θεό. Μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις πήγαινε στο μοναστήρι και με τους σπάνιους επισκέπτες του επικοινωνούσε μόνον την Κυριακή και τις εορτές. Με τον τρόπο αυτό, από την εξωτερική ακόμη θεωρία, ο Γρηγόριος έφθασε στη θεοπτία μέσα στο φως του Αγίου Πνεύματος και στην επαγγελθείσα, από τον Χρίστο στους τελείους μα­θητές του, θέωση. Μία ημέρα είδε σε ένα όνειρο ότι κρατούσε στα χέ­ρια του ένα αγγείο γεμάτο γάλα αυτό άρχισε να αναβλύζει σαν πηγή και ξεχείλισε, και καθώς χυνόταν μεταβλήθηκε αίφνης σε κρασί που γέμισε τα χέρια του, τα ενδύματα του και τον γύρω χώρο με θεϊκή ευωδία. Ήταν ένα σημάδι ότι είχε φθάσει πια ο καιρός να διδάξει στους αδελφούς του τα μυστήρια που του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Συνέταξε τότε μερικές ασκητικές πραγματείες και το 1335 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Έσφιγμένου. Ό ζήλος του όμως και οι απαι­τήσεις του δεν κατανοήθηκαν από τους διακόσιους μονάχους που ζούσαν εκεί, έτσι μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο ερημητήριο του.

Την εποχή αυτή, ένας μοναχός καταγόμενος από την Καλαβρία, ο Βαρλαάμ, απέκτησε λαμπρή φήμη στους λόγιους κύκλους της πρω­τεύουσας, χάριν της ικανότητας του στις αφηρημένες, θεωρητικές εικο­τολογίες. Αρεσκόταν ιδιαιτέρως στον σχολιασμό των συγγραμμάτων του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3Όκτ.], έδινε όμως σε αυτά μια φιλοσοφική ερμηνεία, καθιστώντας τη γνώση του Θεού αντικεί­μενο όχι εμπειρίας, άλλα ψυχρών συλλογισμών. Έχοντας κάνει τη γνωριμία κάποιων απλών μοναχών, ο εκλεπτυσμένος αυτός ουμανιστής είχε σκανδαλισθεί από τις μεθόδους προσευχής τους και από τη θέση που παραχωρούσαν στο αισθητό στοιχείο εντός της πνευματικής ζωής. Βρήκε την ευκαιρία αυτή για να διαβάλει τους μοναχούς και να τους κατηγορήσει για αίρεση (1337). Οι ησυχαστές αποτάθηκαν τότε στον Γρηγόριο, ο οποίας έγραψε πολλές αντιρρητικές πραγματείες, στις όποιες απαντούσε στις κατηγορίες του Βαρλαάμ τοποθετώντας τη μοναχική πνευματικότητα σε μία ευρεία δογματική σύνθεση. Έδειχνε ότι ή άσκηση και ή προσευχή είναι ή απόληξη ολόκληρου του μυστηρίου της Σωτη­ρίας και αποτελούν το μέσον που διαθέτει ο κάθε πιστός για να κά­νει να ανθίσει εντός του η χάρις πού του έχει χορηγηθεί κατά το άγιο Βάπτισμα. Υπερασπιζόταν, έξαλλου, το βάσιμο των μεθόδων πού χρη­σιμοποιούν οι ησυχαστές για να προσηλώσουν τον νου μέσα στην καρ­διά, διότι, μετά από την Ενανθρώπηση, οφείλουμε να αναζητούμε τη χάρη του Πνεύματος στα σώματα μας, τα καθαγιασμένα από τα άχραντα Μυστήρια και ένοφθαλμισμένα δια της Ευχαριστίας στο Σώμα του Χρίστου. Η χάρις αύτη είναι η ίδια η δόξα του Θεού που αναβλύζοντας από το σώμα του Χρίστου την ήμερα της Μεταμορφώ­σεως εθάμβωσε τους μαθητές και η όποια, απαστράπτον­τας τώρα μέσα στην καθαρισμένη από τα πάθη καρδιά, μας ενώνει πραγματικά με τον Θεό, μας φωτίζει, μας θεώνει και ως αρραβώνας της δόξης πού θα λάμψει στα σώματα των αγίων μετά την Ανάσταση των πάντων. Βεβαιώνοντας έτσι την πραγματικότητα της θεώσεως, ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνούνταν οτι ο Θεός είναι απολύτως υπερβα­τικός και άπερινοητος στην ουσία Του. Ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες, άλλα με σαφέστερο τρόπο, διακρίνει στον Θεό την αμέθεκτη ουσία και τις αιώνιες, δημιουργικές και προνοιακές ενέργειες διά των οποίων ό Κύριος κάνει τα κτιστά όντα να μετέχουν στο είναι Του, στη ζωή Του και στο φως Του, δίχως ωστόσο να εισάγει κανένα μερισμό στην ενότητα της θείας φύσεως. Για τον άγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι η αφηρημένη έννοια των φιλοσόφων, άλλα είναι Αγάπη, Πρό­σωπο ζων και «πυρ καταναλίσκον», όπως διδάσκει η Γραφή, πού κά­νει τα πάντα για να μας θεώσει. Οι λαμπρές απαντήσεις του άγιου, αφού αναγνωρίσθηκαν πρώτα από τους ηγέτες της αθωνικής πολι­τείας στον Αγιορείτικο Τόμο (1340) πού είχε συνταχθεί από τον Γρη­γόριο, υιοθετήθηκαν εν συνεχεία από την Εκκλησία, η οποία καταδί­κασε τον Βαρλαάμ -και μαζί του τον φιλοσοφικό ουμανισμό πού έμελλε σύντομα νά εμπνεύσει την ευρωπαϊκή Αναγέννηση - σε δύο Συνόδους πού συγκαλέσθηκαν στην Αγία Σοφία το 1341.

Ο Βαρλαάμ καταδικασμένος κατέφυγε στην Ιταλία, η διαμάχη ωστόσο δεν είχε κλείσει. Ό Γρηγόριος, πού για να συντάξει τις πρα­γματείες του είχε ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα έγκλειστος σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν πρόφθασε να επιστρέψει στο ασκητήριο του στο Αγιον Ορος, και ένας από τους παλαιούς φίλους του, ο Ακίνδυνος, υιοθετώντας την ουσία των επιχειρημάτων του Καλαβρού, κατηγόρησε τον Γρηγόριο Ότι εισήγαγε νεωτερισμούς με τη διά­κριση ουσίας και ενεργειών. Διαιτητής καταρχήν μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου, ο Ακίνδυνος ήταν ένας από τους συντηρητικούς τυπολάτρες πού αρκούνταν να επαναλαμβάνουν άπλες διατυπώσεις για να καταδικάσουν τους ουμανιστές, δίχως να αναζητήσουν να διεισδύσουν στο πνεύμα της ιεράς Παραδόσεως. Τότε ξέσπασε ένας τρομερός εμφύλιος πόλεμος, πού οφειλόταν στην αντιζηλία ανάμεσα στον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον φιλόδοξο Ιωάννη Καντακουζηνό, φίλο του Παλαμά (1341-1347). Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας πήρε το μέ­ρος του Απόκαυκου και διαμέσου του Ακίνδυνου κίνησε δίκη κατά του Γρηγορίου, η έκβαση της οποίας ήταν να αφορισθεί ο άγιος και να καταδικασθεί σε φυλάκιση. Κατά τα τέσσερα έτη του εγκλεισμού του, ο Γρηγόριος δεν χαλάρωσε τη δραστηριότητα του: διατήρησε εκτε­ταμένη αλληλογραφία και συνέταξε σημαντική πραγματεία εναντίον του Ακίνδυνου. Κατά το 1346, καθώς ό Καντακουζηνός άρχισε να υπερισχύει, η Άννα της Σαβοΐας (Πάλαιολογίνα) πού ασκούσε την αντιβασιλεία, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γρηγορίου και καθαίρεσε τον πατριάρχη, την παραμονή κιόλας της θριαμβευτικής εισόδου του Καντακουζηνού στην βασιλεύουσα. Ό Καντακουζηνός όρισε τον Ισί­δωρο πατριάρχη (1347-1350) και συνεκάλεσε νέα Σύνοδο για να δι­καιώσει τους ησυχαστές. Η διένεξη, ωστόσο, δεν έλαβε οριστικό τέ­λος παρά το 1351, με τη σύγκληση μιας τρίτης Συνόδου η οποία έκρινε και καταδίκασε τον ουμανιστή Νικηφόρο Γρήγορα. Στον Συνοδικό Τόμο το δόγμα του Γρηγορίου για τις άκτιστες ενέργειες και τη θεία Χάρη αναγνωρίσθηκε ως κανόνας πίστεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ό Ισίδωρος προχώρησε στη χειροτονία μιας σειράς νέων επισκόπων και εμπιστεύθηκε στον Γρηγόριο τον θρόνο της Θεσσαλονίκης (Μάρ­τιος 1347). Καθώς όμως η πόλη βρισκόταν στα χέρια των Ζηλωτών, αντιπάλων του Καντακουζηνού, ο νέος μητροπολίτης δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του. Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λήμνο για λίγο καιρό, οπού επέδειξε ηρωική αφοσίωση κατά τη διάρκεια μιας επι­δημίας, ο Γρηγόριος μπόρεσε τελικά να επιστρέψει στην πόλη, ανευφημούμενος ως εικόνα του τροπαιούχου Χρίστου με πασχάλιους ύμνους. Στις πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να επωφεληθούν από τα άφθονα χαρίσματα πού απέ­κτησε στην ερημιά. Άφησε να λάμψει στην πόλη το φως πού φώτιζε την καρδιά του και μοίρασε αφειδώς τις θεόπνευστες διδαχές του, επι­μένοντας στον στενό δεσμό πού πρέπει να ενώνει την προσευχή και τη μυστηριακή ζωή στον βίο κάθε χριστιανού. Με τη δύναμη του Χριστού, έκανε επίσης πλήθος θαυμάτων και θεράπευσε πολλούς.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία ένα χρόνο. Η σχετική ελευθερία πού διέθετε και η ευρύτητα πνεύμα­τος του, του επέτρεψαν να κάνει τότε φιλικές θεολογικές συζητήσεις με μουσουλμάνους θεολόγους και τον γιο του εμίρη Ορχάν (1354-1355). Απελευθερώθηκε χάρη σε λύτρα πού ήρθαν από τη Σερβία, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, οπού συνέχισε το έργο του ποιμενάρχη και θαυμα­τουργού. Στα τέλη του 1354, ό Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί. Καθαίρεσε τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο και στράφηκε εναντίον των οπαδών του αγίου Γρηγορίου, Ό Νικηφόρος Γρηγοράς, πού είχε κα­ταδικασθεί από τη Σύνοδο του 1351, επανέλαβε τις κατηγορίες του Ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να αποδίδεται στον Θεό παρά μία απλή ουσία,. Ο αυτοκράτορας διοργάνωσε δημόσια συζήτηση μεταξύ του τε­λευταίου αυτού και του Γρηγορίου, παρουσία ενός λεγάτου του πάπα, η οποία κατέληξε στην επιβεβαίωση της συνοδικής αποφάσεως (1355). Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τα ποι­μαντικά του καθήκοντα. Καθώς δοκιμαζόταν από μια μακροχρόνια και βαρεία ασθένεια, του φανερώθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να τον καλέσει να τον συναντήσει εν μέσω του χορού των αγίων ιε­ραρχών, την ήμερα μετά από την εορτή του. Και πράγματι, ο άγιος παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό στις 14 Νοεμβρίου 1359. Όταν εκοιμήθη, το πρόσωπο του ακτινοβολούσε φώς όμοιο με εκείνο πού καταύ­γαζε τον άγιο Στέφανο (Πράξ. 6, 15). Ο Θεός έδειξε με τον τρόπο τούτο, στο πρόσωπο του δούλου του, την αλήθεια της διδασκαλίας του για την πραγματικότητα της, διά του ακτίστου φωτός του Άγιου Πνεύ­ματος, θεώσεως του άνθρωπου. Ό Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος το 1368 και για το πλήθος των θαυμάτων του τιμάται έως σήμερα ως συμπολιούχος της Θεσσαλονίκης μαζί με τον άγιο Δημήτριο.
----------------------------------------------------------------
1. Εορτάζεται τη Β' Κυριακή των Νηστειών, μετά την εορτή της "Ορθοδοξίας. Ή τιμή του αγίου Γρηγορίου άρχισε αμέσως μετά τον θάνατο του, κατόπιν των θαυμάτων που έγιναν κοντά στη σορό του στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα ανα­πτύχθηκε ή τιμή του στο Αγιον Ορος. Το 1363, ό πατριάρχης Κάλλιστος ανέ­θεσε στους επισκόπους της περιοχής Θεσσαλονίκης να συντάξουν έκθεση των θαυ­μάτων του και των μαρτυριών της αγιότητας του. Ή έκθεση αυτή πού εστάλη στον πατριάρχη Φιλόθεο στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε την επίσημη ανα­γνώριση της τιμής του και δημοσιεύθηκε στον Τόμο της Συνόδου του Μαρτίου -Απριλίου 1368. Στη Μεγίστη Λαύρα, η μνήμη του μετατέθηκε στις 5 Νοεμβρίου, επειδή συνέπεπτε με εκείνη του αγίου Φιλίππου, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, στη Θεσσαλονίκη εορταζόταν στις 13 μαζί με εκείνη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Στις πρώτες τοιχογραφίες πού τον εικονί­ζουν (Ί. Μ. Βατοπεδίου), πενήντα περίπου χρόνια μετά τον θάνατο του, ονομάζε­ται «Νέος Χρυσόστομος». Τον κατά πλάτος Βίον του συνέγραψε ο άγιος Φιλό­θεος Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος Εγκωμιαστικός εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών Γρηγόριον Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τον Παλαμαν, «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1984.
2. Γεννημένος κατά το 1250 στη Νίκαια, μετά από σύντομο γάμο, έγινε μονάχος στο Αγιον Όρος, οπού απέκτησε βαθειά πείρα του μυστικού βίου. Μητροπολί­της Φιλαδέλφειας το 1283, διηύθυνε την ηρωική άμυνα της πόλεως εναντίον των Τούρκων το 1310 και εκπλήρωσε επάξια τα ποιμαντικά του καθήκοντα στις δύσ­κολες συνθήκες της εποχής εκείνες μέχρι την κοίμηση του το 1322. Πνευματικός πατέρας της Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας και σύμβουλος της Μονής Φι­λάνθρωπου Σωτήρος την οποία είχε ιδρύσει αυτή, είναι συγγραφέας σημαντικών πνευματικών πραγματειών, εκ των οποίων ορισμένες συμπεριλήφθησαν στη Φιλοκαλία, και σύμφωνα με τα λογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπήρξε ό βασικός πρόδρομος του Ησυχασμού. Δυστυχώς όμως δεν συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των άγιων. Βλ Θεόληπτος Φιλαδελφείας ό Ομολογητής (1250-1322). Βίος και Έργα, επιμ. Ιωάννης Κ. Γρηγορόπουλος, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1996.
3. Ό Νικηφόρος Γρήγορος τον ονομάζει Γρηγόριος ο Δριμύς. Πρόκειται ίσως για τον Όσιο Γρηγόριο τον Σιναϊτη.
4. Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, ό άγιος Ισίδωρος (Βούχειρας) έζησε για λίγο στο Αγιον Ορος, αλλά χρειάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρα του, όπου για δέκα περίπου χρόνια επιδόθηκε να διαδώσει την πρακτική της νοεράς προσ­ευχής μεταξύ των λαϊκών. Εκάρη μονάχος από τον άγιο Γρηγόριο (1335), έγινε ένας από τους πιστότερους οπαδούς του και τον συνόδευσε στη Συνοδό του 1341. Εξελέγη μητροπολίτης Μονεμβασίας, καθαιρέθηκε εξαιτίας των θέσεων του υπέρ των ησυχαστών. Μετά τη νίκη του Ιωάννου Καντακουζηνού έπαυσε να είναι σε δυσμένεια και εξελέγη πατριάρχης (1347), γεγονός που του επέτρεψε να ανεβά­σει τον άγιο Γρηγόριο στο αξίωμα του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη εν ειρήνη μετά από τρία μόλις χρόνια (1350), αφήνοντας πίσω του τη φήμη άγιου. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος συνέταξε τον Βίον του, η μνήμη του όμως δεν έχει ακόμη συμπεριληφθεί στο ημερολόγιο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ  -  ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ύμνος στον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων

 

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Μια μεγάλη λυχνία λάμπει στο ιερό, μπροστά στο θυσιαστήριο και μια μικρότερη λάμπει στο ιερό με μικρότερη λάμψη. Όμως και οι δύο εκπέμπουν το ίδιο φώς, μπροστά στον ίδιο Θεό λάμπουν.

*

Όλοι οι άγιοι, οι φαεινοί λίχνοι και οι φαεινότατοι, με την ίδια φλόγα του Χριστού πυρπολούνται! Ανάμεσα στους δεύτερους – τις μεγάλες λυχνίες στο ιερό – συγκαταλέγει η Αγία Εκκλησία τον άγιο Κύριλλο. Αυτός έδωσε μαρτυρία και απολογία για την Ορθόδοξη Πίστη! Ότι είπε με λόγους το επιβεβαίωσε με την ίδια τη ζωή του. Ο λόγος του ήταν αγιοπνευματικός και η ζωή του, μια αντανάκλαση της φλόγας του ουρανού.

*

Αυτός κατήσχυνε τον Άρειο και συνέτριψε τον Ιουλιανό. Μέχρι κεραίας πίστευε στο Χριστό γι’ αυτό οι λόγοι του ήταν βάλσαμο για πολλές ψυχές, απαστράπτοντες λόγοι, οβρυζότεροι χρυσού, μέχρι σήμερα λάμπουν! Αυτός εμψυχώνει τους ολιγόψυχους και ολιγόπιστους και κατευφραίνει του Ορθοδόξους πιστούς! Γι’ αυτό και η Εκκλησία τιμά και γεραίρει τον άγιο Κύριλλο: το όνομα Κύριλλος αντηχεί δια μέσου των αιώνων!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ο Πρόλογος της Αχρίδος

Βίοι Αγίων, Ύμνοι, Στοχασμοί και Ομιλίες για κάθε ημέρα του χρόνου

ΕΚΔΟΣΕΙΣ     ΑΘΩΣ

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

17 Μαρτίου - Μνήμη του αγίου ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ, επισκόπου και φωτιστού της Ιρλανδίας

208731-0317_Patrikios

ύμνος του αγίου Πατρικίου

Ο απόστολος αυτός της Άπω Δύσεως γεννήθηκε στην Βρετανία περί το 383, προερχόμενος από κελτική οικογένεια εκρωμαϊσμένη και χρι­στιανική από παλαιά. Ό πατέρας του, Καλπούρνιος, ήταν διάκονος και έφερε το αξίωμα του δεκουρίωνος (1). Διέθετε πλούσια έπαυλη και άφησε τον γιό του να περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του επιπόλαια, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τα θεία. Όταν ο Πατρίκιος ήταν δεκαέξι ετών αιχμαλωτίστηκε μαζί με πολλούς άλλους κατοίκους της περιοχής από πειρατές και πουλήθηκε στην Ιρλανδία σε έναν γαιοκτήμονα, ο όποιος του ανέθεσε να φυλάει τα κοπάδια του στο βουνό. Ή τραχύτητα της εξορίας σ' εκείνον τον ξένο τόπο, ολότελα σχεδόν παραδομένο στην ειδω­λολατρία, και η επαφή με την φύση, έστρεψαν την καρδιά του προς τον Θεό και άρχισε να ζει εν μετάνοια, περνώντας τις ημέρες του και το με­γαλύτερο μέρος της νύχτας με προσευχή, γονατιστός πάνω στο παγω­μένο ή μουσκεμένο από τις βροχές έδαφος, χωρίς να νιώθει καμιά ενό­χληση· τόσο ή ψυχή του είχε γεμίσει από την θεία παρηγοριά.

Ύστερα από έξι χρόνια αιχμαλωσίας πού είχε γίνει παράδεισος τρυφής, μια νύκτα άκουσε φωνή να του λέει: «Έπραξες καλά με την νηστεία και την προσευχή, ό Θεός άκουσε την προσευχή, σου, άντε τώρα να επιστρέψεις στην πατρίδα σου, το πλοίο σε περιμένει!» Με πλήρη εμπιστο­σύνη, δραπέτευσε και περπατώντας πάνω από τριακόσια είκοσι χιλιόμε­τρα, έφθασε σ' ένα λιμάνι και ανέβηκε στο πλοίο κάποιων ειδωλολατρών εμπόρων. Μετά τρεις ημέρες αποβιβάστηκαν σε γη έρημη και άγνωστη (2) και ξεκίνησαν αναζήτηση τόπου διαμονής. Περιπλανιόνταν έτσι σχεδόν έναν μήνα και κινδυνεύοντας να πεθάνουν από πείνα ζήτησαν τελικά από τον Πατρίκιο να μεσολαβήσει στον Θεό του για να τους σώσει. Μόλις ο νεαρός χριστιανός σήκωσε τα χέρια του, ένα κοπάδι χοίρων παρουσιά­στηκε και οι άντρες κατάφεραν να σκοτώσουν μερικούς για να χορτά­σουν. Ύστερα από πολλές περιπέτειες ο Πατρίκιος έφθασε στην πατρίδα του, όπου και πάλι πιάστηκε από πειρατές άλλα απελευθερώθηκε σε δύο μήνες, σύμφωνα με πρόρρηση πού του είχε δοθεί.

Αφού επανήλθε στην πατρική οικία, του παρουσιάστηκε νέο όραμα: ένα ουράνιο πρόσωπο ονόματι Βικτώριος εμφανίσθηκε μπροστά του δείχνοντας του μια στοίβα, επιστολές. Ανοίγοντας την πρώτη διάβασε: «Φωνή της Ιρλανδίας! Άγιε νεανία, σε ικετεύουμε να έλθεις ξανά να περπατήσεις ανάμεσα μας». Κάι του φάνηκε σαν να άκουγε την φωνή των ανθρώπων πού έμεναν στο δάσος του Φόκλουτ, εκεί πού είχε περάσει τα χρόνια της αιχμαλωσίας του. Αισθανόμενος μέσα του την κλήση του Θεού, αποφά­σισε να ετοιμαστεί για την διδασκαλία του Ευαγγελίου στους βάρβα­ρους, αφού προηγουμένως ολοκλήρωσε την εκκλησιαστική του κατάρτιση πού είχε παραμελήσει νεώτερος. Πήγε τότε στην Γαλατία και έγκαταβίωσε σε διάφορα μοναστικά κέντρα, προπαντός στο Λερίνο, και παρέμεινε πάνω από δεκαπέντε χρόνια στην Ωξέρ παρακολουθώντας την διδασκα­λία του αγίου Γερμανού [31 Ίουλ.], ό όποιος τον χειροτόνησε διάκονο.

Όταν ο άγιος Γερμανός επέστρεψε από την ιεραποστολή του στην Αγγλία, όπου είχε αγωνισθεί εναντίον των αιρετικών πελαγιανών (429), μίλησε για την μεγάλη ανάγκη ιεραποστολών με προορισμό την γη της Ιρλανδίας. Ό άγιος Παλλάδιος, διάκονος στην Ρώμη, χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον πάπα Κελεστίνο Α' (431) με σκοπό να ποιμάνει τους διάσπαρτους χριστιανούς της Ιρλανδίας. Αυτός όμως ευθύς αμέσως βρέθηκε αντιμέτωπος με μεγάλες δυσκολίες, ίδρυσε μόνον τρεις ναούς και πέθανε αιφνίδια ύστερα από μερικούς μήνες. Ο άγιος Πατρίκιος χειρο­τονήθηκε τότε επίσκοπος από τον άγιο Γερμανό με αποστολή να φέρει το Ευαγγέλιο στους βαρβάρους της Ιρλανδίας. Ήταν καλά προετοι­μασμένος για αυτό το έργο. Όχι μόνο λόγω της θείας κλήσης, άλλα και διότι γνώριζε καλά την γλώσσα και τα έθιμα αυτών των αγροίκων. Αναθυμούμενος τα αμαρτήματα της νεότητος του, δίστασε να αποδεχθεί την εκλογή, άλλα ένα νέο δράμα ήλθε να του επιβεβαιώσει ότι αυτό ήταν τό θέλημα του Κυρίου.

Επικεφαλής μικρής ομάδας κληρικών, αποβιβάστηκε στο νησί, στο ση­μείο που είχε φθάσει πρωτύτερα και ό άγιος Παλλάδιος (3) , και χωρίς χρονοτριβή πήγε σε μια μεγάλη συγκέντρωση πού συγκαλούσαν περιοδικά οι φύλαρχοι. Κήρυξε τον Χριστό θαρραλέα μπροστά σε αυτούς τους άγρι­ους πολεμιστές και κατάφερε να μεταστρέψει μερικούς, μεταστρέφοντας έτσι και τον λαό τους και αποκτώντας εκτάσεις για να οικοδομήσει να­ούς και μοναστήρια. Διέτρεξε όλη την Ιρλανδία, κυρίως το βορειότερο τμήμα της, κηρύττοντας ακούραστα τον θειο Λόγο, απευθυνόμενος κατά προτίμηση στους φυλάρχους και τους τοπικούς βασιλείς. Με τον τρόπο αυτό μετέστρεψε τον βασιλέα του Δουβλίνου, του Μάυνστερ, και τους επτά γιους του βασιλέα του Κοννύγτ. Συνάντησε όμως την αντίσταση των Δρυίδων που χρησιμοποιούσαν εναντίον του την μαγική τους τέχνη. Ό Πατρίκιος όμως με την δύναμη του Θεού την καθιστούσε ανενεργό και μάλιστα μετέστρεψε ορισμένους δρυΐδες πού έγιναν ευλαβείς ιερείς, γεμά­τοι ζήλο για τον εκχριστιανισμό των αδελφών τους. Αφού κήρυξε και στο βασίλειο του Οριέλ, ίδρυσε μονή στο Αρμά, πού κατέστη κέντρο των ιε­ραποστολικών του εξορμήσεων και αργότερα αρχιεπισκοπική έδρα της Ιρλανδίας. Αντιμέτωπος με βία, απειλές και κάθε λογής κινδύνους, μη λαμβάνοντας καμιά μέριμνα για τον ίδιο, και χωρίς καμία πεποίθηση στις ίδιες του δυνάμεις, ο άγιος Πατρίκιος διέσχισε τις αφιλόξενες αυτές εκτάσεις αφήνοντας τον Θεό να μιλά με την μεσολάβηση του. Μολονότι περιφρονούσε την ρητορική τέχνη, ο λόγος του, διαποτισμένος με αναφορές στην Αγία Γραφή, είχε δύναμη θεϊκή και οδηγούσε στον Χριστό όχι μό­νον τον λαό άλλα ακόμη και τους βάρδους, πού γίνονταν μοναχοί και έθε­ταν στην υπηρεσία του Ευαγγελίου τα ποιητικά τους χαρίσματα, συνθέ­τοντας ύμνους τόσο ωραίους πού λέγεται οτι οι άγγελοι έσκυβαν από ψηλά για να τους ακούσουν. Χειροτονώντας ιερείς και επισκόπους ο άγιος Πατρίκιος οργάνωσε την νέα Εκκλησία, σεβόμενος με σοφία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ιρλανδικού λαού. Οι επίσκοποι του δεν είχαν γενικά την έδρα τους στις πόλεις αλλά στα μοναστήρια, τα οποία γνώρισαν τις επόμενες γενεές σημαντική άνθιση και μετέτρεψαν την Ιρλανδία σε νέα Θηβαΐδα, απ’ όπου εξήλθαν πολλοί μοναχοί, τολμηροί και ακαταπόνητοι ιεραπόστολοι, που συνέβαλαν τα μέγιστα στον έπανευαγγελισμό της Ευρώ­πης μετά τις βαρβαρικές επιδρομές  (4).

Είτε παρέμενε σε ένα από αυτά τα μοναστήρια-έπισκοπεΐα είτε βρι­σκόταν σε περιοδεία, ο άγιος Πατρίκιος δεν παρέλειπε τον καθημερινό του κανόνα προσευχής και αποστήθιζε όλο το Ψαλτήριο, με όλες τις Ωδές της Παλαιάς Διαθήκης και άλλα θεόπνευστα κείμενα όπως ή Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννου. Έκανε εκατό φορές το σημείο του Σταύρου κάθε μία ώρα της ημέρας, και όταν συναντούσε σταυρό στο δρόμο του, κατέβαινε από το αμάξι του για να τον προσκυνήσει. Στις ιεραποστολικές του εξορμήσεις κινδύνευσε πάνω από μια φορά να δο­λοφονηθεί από τους αντιπάλους, άλλα ο άγγελος της Εκκλησίας του τον διαφύλαγε από τον κίνδυνο προς ωφέλεια των πιστών. Έχοντας προσωπική πείρα της αιχμαλωσίας, υπερασπιζόταν τους πληθυσμούς τους εκτεθειμένους στις επιδρομές των πειρατών, και αφόρισε τον Κορότικο, αρχηγό μιας ορδής Βρετόνων, πού αποβιβάστηκε εν μέσω νεο­φώτιστων πού είχαν βαπτισθεί την προηγούμενη ημέρα και κατέσφαξε πολλούς απ’ αυτούς, ενώ πολλούς άλλους τους αιχμαλώτισε για να τους πουλήσει σκλάβους. Μερικούς μήνες αργότερα, ο Κορότικος πού είχε αρνηθεί να μετανοήσει, υπέστη διανοητική διαταραχή και πέθανε σε απόγνωση.

Φθάνοντας σε ηλικία ογδόντα ετών και ύστερα από τριάντα χρόνια επισκοπείας, ο άγιος Πατρίκιος αποτραβήχτηκε σε τόπο ήσυχο και έγραφε στην Εξομολόγηση του:

«Το εξομολογούμαι στον Κύριο μου και δεν ντρέ­πομαι στην παρουσία του: από τότε πού τον γνώρισα στην νεότητα μου,η αγάπη του Θεού μεγάλωσε εντός μου, και μέχρι σήμερα, με την χάρη του Κυρίου, φύλαξα την πίστη... Εκείνος πού τόσο συχνά συγχώρησε την ανοησία μου και την αμέλεια για να ανταποκριθώ σε ότι μου ενέπνεε το Πνεύμα, με λυπήθηκε προς όφελος χιλιάδων ανθρώπων, επειδή έβλεπε ότι είμαι στην διάθεση Του. Είθε ο Θεός να θελήσει τα πνευματικά μου τέκνα να με ξεπεράσουν σε έργα ανώτερα και σε καρπούς σωτηρίας! Θα είναι η δόξα μου, γιατί υιός σοφός ευφραίνει πατέρα (Παρ. 10, 1). Αγα­πημένοι μου, εσάς αναζήτησα και όχι τα αγαθά σας. Ότι μου δόθηκε, δωρεάν κι αυτό το μοίρασα. Για σας τα αγαθά σας, για μένα οι κόποι και οι κίνδυνοι, και ήρθα προς εσάς και πήγα παντού για χάρη σας, ακόμη και σε περιοχές πού κανένας ποτέ δεν είχε έλθει να βαπτίσει. Με την χάρη του Θεού περάτωσα το έργο με εγρήγορση και μεγαλοκαρδία για την σωτηρία σας... Ό Χριστός ο Κύριος μας κατέστη πτωχός χά­ριν ημών, και εγώ, πτωχός και ταλαίπωρος, καθημερινά περιμένω να με σκοτώσουν ή να με παγιδεύσουν ή να αιχμαλωτισθώ. Προσδοκώντας όμως τις ουράνιες ανταμοιβές δεν φοβάμαι τίποτα από αυτά, και ρίχνο­μαι ο ίδιος στα χέρια του παντοδύναμου Θεού πού με διάλεξε για αυτή την αποστολή... Πώς να του ανταποδώσω όλες του τις ευεργεσίες προς έμενα; Και αν κατάφερα να πραγματοποιήσω κανένα αγαθό έργο από αγάπη στον Θεό μου, κανείς να μη πει ότι εγώ το κατόρθωσα, ο απαί­δευτος, άλλα ότι πρόκειται για θείο δώρο. Του ζητώ να μου επιτρέψει να χύσω το αίμα μου για το Όνομα Του, να στερηθώ ταφής και το πτώμα μου, κατακομματιασμένο να εγκαταλειφθεί βορά στα αρπακτικά όρνεα και στα θηρία»  (5) .

Πριν την κοίμηση του, πού του είχε αναγγελθεί από τον Θεό, ό Πα­τρίκιος έκανε μια τελευταία περιοδεία για να επιθεωρήσει τις ενορίες. Προσέχοντας στην άκρη του δρόμου μια φλεγόμενη και μη καιόμενη βά­το, πλησίασε και άκουσε άγγελο να του ανακοινώνει, μεταξύ άλλων, ότι θα έκρινε τον ιρλανδικό λαό την ημέρα της Κρίσεως. Επέστρεψε στο Σώλ, στην περιοχή Ουλιδία, και εκοιμήθει εν ειρήνη συνοδεία ύμνων των επουρανίων δυνάμεων, στις 17 Μαρτίου 461. Τοποθέτησαν έπειτα το τί­μιο σκήνωμα πάνω σε άμαξα πού έσερναν δύο άγρια βόδια και εκεί πού τα ζώα σταμάτησαν, έσκαψαν τον τάφο του και το μέρος ονομάστηκε κατόπιν Λόφος Πατρικίου (Donw- Patric)  (6) .

800px-Saint_Patrick's_grave_Downpatrick

Η Ιρλανδία απέβη, χάρις στους κόπους τον άγιου Πατρικίου, η Νήσος των άγιων, και τον τίμα με θέρμη ως τον κύριο πολιούχο της ενώ του έχει αφιερώσει πάνω από διακόσιους ναούς. Ή τιμή του διαδόθηκε ευρύ­τατα σε ολόκληρη την Δύση.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

1. Μέλος της τοπικές διοίκησης επιφορτισμένο με την είσπραξη των φόρων.

2. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για περιοχή της Γαλατίας που είχαν πρόσ­φατα λεηλατήσει οι βάρβαροι, ενώ κατ’ άλλους, το πιθανότερο είναι να ήταν στην Μεγάλη Βρετανία.

3. Μνήμη στις 6 "Ιουλίου στην λατινική Εκκλησία.

4. Πρβλ. ιδιαίτερα τους Βίους του οσίου Κολούμβα της Ιόνας [9 Ίουν.] και του αγίου Κολομβανού Λουξέιγ [23 Νοεμ.].

5. Αγίου Πατρικίου, Εξομολόγησης 44-59, 50 249, 118-128.

6. Μια ιρλανδική παράδοση αναφέρει ότι λίγο πριν την κοίμησή του επισκέφθηκε την αγία Βριγίδα [1 Φεβρ.] και της ζήτησε να του υφάνει το σάβανο με το οποίο εντα­φιάστηκε.

--------------------------------------------

ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ

ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

12 Μαρτίου - Μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΣΥΜΕΩΝ τον Νέου Θεολόγου.


St Symeon the New Theologian
μία ημέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει μια. εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα, εντός της καρδίας του, αυτή την ανυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος.
Ανάμεσα στα άστρα πού λάμπουν αναρίθμητα στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας, τρία μονάχα κρίθηκαν άξια του τίτλου του Θεολόγου ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο αγαπημένος μαθητής, ο οποίος επέπεσε επί του στήθους του Κυρίου και ήπιε από το ζων Ύδωρ της γνώσεως του Λόγου του Θεού- ο άγιος Γρηγόριος , ο όποιος αφού ατένισε με κεκαθαρμένο τον έσω οφθαλμό το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, κήρυξε το μυστήριο θέτοντας στην υπηρεσία του ότι καλύτερο είχε να επιδείξει η ευγλωττία των Ελλήνων και τέλος ο όσιος Συμεών ο οποίος αφού βυθίσθηκε στο φως του Αγίου Πνεύματος, εστάλη από τον Θεό, ως άλλος προφήτης, σε μια βυζαντινή κοινωνία παραδομένη σ’ έναν συμβατικό και τυπολατρικό χριστιανισμό, για να δώσει μαρτυρία ότι κάθε χριστιανός έχει κληθεί να φωτισθεί και να καταστεί υιός Θεού εν Αγίω Πνεύματι.

Γεννημένος το 949 στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μ. Ασία), γόνος πλούσιων ευγενών πού ασκούσαν επιρροή στους πολιτικούς κύκλους, ο όσιος Συμεών εστάλη σε ηλικία δώδεκα ετών στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, με σκοπό να εισέλθει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Εγκαταλείποντας αυτή την πολλά υποσχόμενη στα­διοδρομία και τις σπουδές του, για ένα διάστημα διήγε βίο επιπόλαιο, όμως ο Κύριος τον σπλαχνίσθηκε, δεν τον άφησε να πέσει στην δια­φθορά και τον απέσπασε από την ολισθηρή οδό διαμέσου πνευματικών αναγνωσμάτων. Ό νεαρός Συμεών αναζήτησε τότε έναν άγιο άνθρωπο ικανό να τον οδηγήσει στην οδό της Σωτηρίας, παρά τα αποθαρρυντικά λόγια του περιβάλλοντος του ότι δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τέτοιος άγιος. Επιμένοντας, τον βρήκε στο πρόσωπο ενός μονάχου που ζούσε έγκλειστος στην Μονή του Στουδίου, του Συμεών του Ευλαβούς. Αυτός αρνήθηκε να τον δεχθεί ως δόκιμο και αρκέστηκε να του δώσει να δια­βάσει το βιβλίο του οσίου Μάρκου του Ασκητού [5 Μάρτ.]. Μόλις το άνοιξε, ο νέος έπεσε πάνω στην ακόλουθη φράση: «*Αν ζητείς θεραπεία, επιμελήσου την συνείδηση σου και όσα σου λέγει κάμε, και θα βρεις ωφέλεια»14, θεωρώντας την φράση αυτή θεία προτροπή, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το έργο και ακολούθησε την συνείδηση του που τον παρακινούσε να θυσιάσει τον εαυτό του από αγάπη για τον Χριστό, προεκ­τείνοντας ολοένα και περισσότερο τις νηστείες και τις ολονύχτιες αγρυ­πνίες. Συνεπαρμένος από θείο πόθο, δεν άργησε να λάβει ένα πρώτο δείγμα της εύνοιας του Θεού, με την μορφή μιας θαυμαστής όρασης του άχτι­στου φωτός, η οποία τον άνηρπασε εκτός του κόσμου και του σώματος του. Έμπλεος χαράς και θερμών δακρύων δεν έπαυε να φωνάζει ακού­ραστα το Κύριε ελέησον και εν μέσω αυτού του φωτός είδε τον πνευ­ματικό του πατέρα Συμεών να στέκεται στα δεξιά μιας φωτεινής νεφέ­λης και να του διδάσκει την τέχνη της απερίσπαστης προσευχής.

Παρ' όλα αυτά, καθώς η πρώτη αυτή εμπειρία της θείας δόξης δεν βασιζόταν πάνω στην απάθεια, ο Συμεών σιγά-σιγά έπεσε στην χλιαρότητα και την χαλάρωση, για τις όποιες θα μετανοήσει αργότερα ενώπιον του Θεού, για μεγάλο αμάρτημα. Επί έξι ή επτά χρόνια εξακολούθησε να σχετίζεται με τον πνευματικό του Πατέρα, χωρίς όμως να αποσπα­σθεί από τον κόσμο και την ματαιότητα του. Ο Κύριος όμως έδειξε και πάλι έλεος προς τον εκλεκτό του και «πιάνοντας τον από τα μαλ­λιά», τον απέσπασε από τον βόρβορο του κόσμου για να τον αποκατα­στήσει ενώπιον Του. Επωφελούμενος μιας αποστολής στην γενέτειρα του, κανόνισε τις υποθέσεις του, αποχαιρέτησε τους γονείς του και επέστρεψε χωρίς αργοπορία στην Βασιλεύουσα, για να υποταγεί απόλυτα στον κατά Θεόν πατέρα του με ακλόνητη εμπιστοσύνη και τέλεια υπακοή. Του πα­ραχωρήθηκε ένα μικρό κελί κάτω από την σκάλα του κελιού του Συ­μεών εγκαταβίωσε εκεί στοχαζόμενος τις αμαρτίες του και καθιστών­τας την κατάνυξη, την οποία είχε προσοικειωθεί στον κόσμο επισκεπτόμενος τα κοιμητήρια, μόνιμη και σταθερή κατάσταση της ψυχής του. Ανα­λάμβανε τα πλέον εξευτελιστικά διακονήματα με τέλεια αποκοπή του ιδίου θελήματος, πρόσεχε τον πνευματικό του πατέρα σαν τον ίδιο τον Χριστό και προσκυνούσε με αφοσίωση κάθε μέρος όπου είχε σταθεί ό Γέ­ροντας του προσευχόμενος, σαν να επρόκειτο για τα Αγία των Άγων. Προφυλαγμένος διά της προσευχής του Γέροντος, μπορούσε να απωθεί άφοβα τους δαίμονες της δειλίας, της ακηδίας, της πορνείας και του φθό­νου, πού ορμούσαν επάνω του για να τον αποθαρρύνουν.

Ξένος προς όλους, τηρώντας αδιάλειπτη σιωπή, στεκόταν όρθιος καθ' όλη την διάρκεια των Ακολουθιών, με μάτια κατεβασμένα, χύνοντας άφθονα δάκρυα στο άκουσμα των ιερών κειμένων. Ορισμένοι μοναχοί ενοχλούνταν από την ταχεία πρόοδο αυτού του δοκίμου, την θεωρούσαν έλεγχο της δικής τους χλιαρότητας και τον κατηγόρησαν στον ηγούμενο ότι διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τον πνευματικό του πατέρα. Καθώς κατέφυγε στην προσευχή του Γέροντος για να ενισχυθεί σε αυτή την δο­κιμασία, εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα λάμβανε άνωθεν διπλή χάρη απ’ ότι είχε λάβει εκείνος. Όντως, το ίδιο βράδυ, όταν εισήλθε στο κελί του, ουράνιο φώς περιέβαλε τον νου του, τον γέμισε άρρητη αγαλ­λίαση θείου έρωτος και, μολονότι δεν ήταν πολύ μορφωμένος, ο Θεός του παραχώρησε ήδη από τότε τόση σοφία, ώστε τον θαύμαζαν όλοι οι συμμοναστές του. Αυτά όμως τα υπερφυσικά χαρίσματα αναζωπύρωσαν το μίσος των ζηλόφθονων μοναχών, οι όποιοι κατόρθωσαν να τον εκδιώξουν από την Μονή του Στουδίου.

Εισήλθε τότε ως δόκιμος στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος, διατηρώντας ως πνευματικό του τον Συμεών τον Ευλαβή. Αφού εκάρει μοναχός από αυτόν και έλαβε το όνομα Συμεών, προχώρησε σε νέες πνευματικές αναβάσεις και αφιερώθηκε ολόψυχα στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, τρεφόμενος μόνο με λίγα χό­ρτα. Το κελί του, απ’ οπού δεν έβγαινε παρά για τις ιερές Ακολου­θίες, είχε γίνε: πυρίκαυστη κάμινος, στην οποία βυθιζόταν ολόκληρος για να μεταμορφωθεί σε πύρινη φλόγα αγάπης και όπου ό Κύριος τον ανήρπαζε συχνά, εν μέσω θεσπέσιων εκστάσεων. Σε έναν από τους ωραι­ότερους λόγους του, ο Συμεών παραβάλλει τον εαυτό του με δυστυ­χισμένο πού έπεσε σε λάκκο βορβορώδη, απ’ όπου τον ανέσυρε βιαίως ο Κύριος εν τη ευσπλαχνία του, και ο όποιος, κατόπιν, μέσα από μύ­ριες παγίδες και δυσχέρειες, οδηγήθηκε από το χέρι του πνευματικού του πατέρα στις πήγες των υδάτων, ώστε να λουσθεί και να καθαρι­στεί, και από τυφλός να γίνει θεατής των ουράνιων μυστηρίων. Πρά­γματι, όσο καθαίρονταν οι έσω οφθαλμοί τόσο ανταμειβόταν με οράσεις θείου φωτός όλο και πιο διαυγείς. Και ενώ στην αρχή έβλεπε μόνο ένα φώς που έλαμπε υπεράνω του ουρανού ωσάν ήλιος άμορφος, και το οποίο του αφαίρεσε το κάλυμμα της αναισθησίας, σιγά-σιγά έβλεπε το πρόσωπο του Χρίστου να διακρίνεται καθαρότερα και τελικά ήρπάγει έξω από το σώμα του, σε άρρητη έκσταση, κατά την διάρκεια της οποίας ό Χριστός του μίλησε αποκαλώντας τον αδελφό και φίλο. Μο­νάχα όμως ύστερα από πολλές τέτοιες εκστάσεις, μία ημέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει μια. εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα, εντός της καρδίας του, αυτή την ανυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος.

Μετά δύο χρόνια, ο ηγούμενος, διαπιστώνοντας την θαυμαστή του πρό­οδο, αποφάσισε, με σύμφωνη γνώμη του πατριάρχη, να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Την ήμερα της χειροτονίας του το Άγιο Πνεύμα κατήλθε σαν απλό φώς, άμορφο, να καλύψει την ιερά του κεφαλή, και καθ’ όλη την διάρκεια της ιερατικής του ζωής δεν τέλεσε ποτέ την θεία Λειτουρ­γία χωρίς ανάλογη οπτασία. Περιβεβλημένο φωτεινή νεφέλη, το πρόσωπο του έπαιρνε τότε αγγελική έκφραση και κανένας δεν μπορούσε να τον ατενίσει στα μάτια όταν ευλογούσε τον λαό. Ένα χρόνο μετά την χει­ροτονία του, ο ηγούμενος κοσμηθεί και ο Συμεών εξελέγη ηγούμενος από τους μοναχούς τού Άγιου Μάμαντος, με την έγκριση τού πατριάρχη Νι­κολάου Χρυσοβέργη (περί τό 980). Ανέλαβε ένα μοναστήρι πού είχε υποβιβαστεί σε κοιμητήριο ευγενών λαϊκών, στο όποιο ο μοναχικός βίος χα­ρακτηριζόταν από χαλαρότητα, επεχείρησε να το ανακαινίσει εξ ολο­κλήρου, έκτος από το καθολικό και - έργο ακόμη δυσκολότερο - να πα­ρακινήσει τους συμμοναστές του να ακολουθήσουν τον ένθερμο ζήλο του για τον Θεό. Όπως καθόριζε η παράδοση του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, εκφωνούσε κατηχητικούς λόγους τρεις φορές την εβδομάδα για να αναζωπυρώνει τους μονάχους στον αγώνα τους. Δεν του αρκούσε να υπεν­θυμίζει τις αρχές της κοινοβιακής ζωής αλλά, ως «πτωχός φιλαδελφός», ο οποίος αφού έλαβε έναν όβολό τρέχει καταχαρούμενος να τον επιδείξει στους συντρόφους του παροτρύνοντας τους να σπεύσουν και αυτοί για να επωφεληθούν από την γενναιοδωρία του ευεργέτη του, τους αποκάλυπτε ό ίδιος τα θαυμαστά πού ενεργούσε σε αυτόν ο Θεός και διακήρυττε με ένθεη παρρησία ότι από τον παρόντα βίο πρέπει όλοι να φθάσουμε στην όραση της Βασιλείας των ουρανών. Αύτη η βαθειά επιθυμία να συμμε­τάσχουν οι αδελφοί του στην θεία χάρη εξηγεί το ύφος προσωπικής εξο­μολόγησης πού συναντούμε στα συγγράμματα του, ύφος σπάνιο στην πατερική γραμματεία.

Αυτός ο «μανικότατος ζήλος» του οποίου ό Συμεών έδινε μαρτυρία, προκάλεσε την αντίθεση και τα ειρωνικά σχόλια ορισμένων μοναχών πού προτιμούσαν πιο άνετη μοναχική ζωή και τον κατηγορούσαν ως κενόδοξο. Ή αντίθεση μεγάλωσε, ώσπου μία ημέρα τριάντα από αυτούς τους μοναχούς ξεσηκώθηκαν εναντίον του και τον διέκοψαν απότομα την ώρα του κατηχητικού λόγου, ορμώντας καταπάνω του σαν άγρια θηρία με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μονύδριο. Μένοντας ακίνητος, χαμογελαστός και ατάραχος μπροστά στους αντιπάλους του, ό Συμεών έκοψε την ορμή τους και έφυγαν ταραγμένοι από την εκκλησία και πήγαν να διαμαρτυρηθούν στον πατριάρχη Σισίννιο (995-998). Αφού εξέτασε την υπόθεση, ό πατριάρχης δικαίωσε πλήρως τον άγιο και εξόρισε τους μοναχούς. Όμως η πατρική αγάπη του Συμεών δεν άφησε τα πρόβατα να χαθούν έξω από το μαντρί τους. Ζήτησε να ακυρωθεί ή απόφαση και έσπευσε ό ίδιος να αναζητήσει κάθε έναν από αυτούς, ζητώντας του να τον συγχωρέσει και να επιστρέψει στο μοναστήρι.

Αφού επανήλθε η ειρήνη στην μονή ύστερα από τα θλιβερά αυτά γε­γονότα, ο Συμεών συνέχισε την ποιμαντική του δραστηριότητα και το μοναστήρι κατέστη ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Βασιλεύουσας, στο οποίο προσέτρεχαν πολυάριθμοι ευσεβείς λαϊκοί και μαθητές πού έρχονταν από μακριά. Παρά τον ποιμαντικό του φόρτο, ο Συμεών δεν αποσπούσε την προσοχή του από τους ασκητικούς αγώνες του, και τρεις φορές την ήμερα, την ίδια ώρα, αποσυρόταν στο κελί του για να χύσει άφθονα δάκρυα. Τα δάκρυα είχαν -γίνει δεύτερη φύση του, και έκαναν να αναβάλλουν από μέσα του, σαν λεπτοφυή άνθη, η αγάπη, η ευσπλαχνία προς όλους, η υπομονή εν μέσω των δοκιμασιών, η χαριτωθείσα και πλήρης σαγήνης όψη του προσώπου του, πού καταυγαζόταν από την έσωθεν χαρά του Αγίου Πνεύματος. Ύστερα από νέα όραση, του θείου φωτός έλαβε το χάρισμα της θεολογίας, και όταν δεν υφαρ­παζόταν σε έκσταση, περνούσε τις νύκτες του συνθέτοντας τους Ύμνους θείου έρωτος, οι όποιοι παραμένουν μια από τις πολυτιμότερες μαρτυρίες της επενέργειας της θείας χάριτος στην ψυχή ενός αγίου. Ή διάδοση των συγγραμμάτων του και της διδασκαλίας του επέτρεψε σε πλήθος ψυχών να ξαναβρούν τον ένθερμο ζήλο της εποχής των άγων Πατέρων και προ­ετοίμασε ως πρόδρομος τον θρίαμβο του Ησυχασμού ως επίσημης διδα­σκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Το έτος 1005, παρακινούμενος από τον ακατάσχετο πόθο του για τον Θεό, παραιτήθηκε από τα καθήκοντα του ύστερα από είκοσι πέντε έτη ηγουμενίας, αφήνοντας την διαδοχή στον μαθητή του Αρσένιο, τον όποιον είχε δοκιμάσει μεγάλο διάστημα στην υπακοή. Ό ίδιος αποσύρθηκε σε ένα απόμερο κελί για να αφιερωθεί ολόκληρος στην ιερά ησυχία και να στηρίξει με την προσευχή σαν άλλος Μωυσής επί του ορούς (βλ. Εξ.17,11) τους αγώνες των μοναχών του. Έχοντας αποκτήσει τέτοια οικείωση με την θεωρία, κατέστη φιλοθεάμων των ουρανίων μυστηρίων και μυή­θηκε στην γνώση των εσχάτων. Μία νύκτα μεταφέρθηκε μέσα στο άκτιστο φώς πού εισέδυε σε όλα του τα μέλη και τον κατέστησε όλον πυρ και φώς, και άκουσε φωνή από ψηλά να του αναγγέλλει ότι αυτή ή δόξα πού τον μεταμόρφωνε ήταν ή ίδια με εκείνη της οποίας θα αξιώ­νονταν οι εκλεκτοί στην τελική ανάσταση. Σε αυτή την κατάσταση, κα­τεχόμενος υπό τού Άγιου Πνεύματος και γενόμενος θεός κατά χάριν, συνέθετε τις θεολογικές και μυστικές πραγματείες του.

Παρ’ όλο όμως πού είχε φθάσει στην τελείωση, έπρεπε εκ νέου να δοκι­μαστεί με θλίψεις. Μετά την κοίμηση τού πνευματικού του πατρός Συμεών τού Στουδίτου, είχε ζητήσει να αγιογραφηθεί η εικόνα του και είχε συνθέ­σει προς τιμήν του Ακολουθία την όποια τελούσε ανελλιπώς κάθε χρόνο, την ήμερα της μνήμης τού αποστολικού αυτού άνθρωπου, εν μέσω κοσμοσυρροής πιστών προσερχόμενων από όλα τα μέρη. Το έθιμο αυτό ετηρείτο για περισσότερα από δεκαέξι χρόνια όταν ο Στέφανος, πρώην μητρο­πολίτης Νικομήδειας, πρωτοσύγκελος του πατριάρχη, άνθρωπος μεγάλης σοφίας με επιρροή στους επίσημους κύκλους, δύσπιστος απέναντι στην φήμη πού είχε αποκτήσει ό άγιος Συμεών σε όλη την Βασιλεύουσα, ως άνθρω­πος του Θεού και θεολόγος εν Άγίω Πνεύματι, ζήτησε αφορμή για να τον διασύρει. Αρχικά τον προκάλεσε με ένα λεπτολόγο θεολογικό ερώτημα, άλλα έλαβε μια φωτισμένη έμμετρη απόκριση, στην οποία ό όσιος υπεν­θύμιζε στον πρωτοσύγκελο ότι μόνον έχοντας εμπειρία του Αγίου Πνεύ­ματος μπορούμε να θεολογούμε. Ή απάντηση αυτή έκανε να ξεσπάσει όλο το άσπονδο μίσος του Ιεράρχη, ο όποιος διέδιδε συκοφαντίες κατά του Συ­μεών, κατηγορώντας τον ότι τιμά ως άγιο έναν αμαρτωλό. Τελικά, με ρα­διουργίες κατόρθωσε να καταδικαστεί ο όσιος Συμεών σε εξορία (1009). Εγκαταλειμμένος μόνος μέσα στο καταχείμωνο, σ’ έναν έρημο λόφο της Χρυσουπόλεως στην Προποντίδα, ο Συμεών ευχαρίστησε τον Θεό και απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή στον πρωτοσύγκελο για τις δοκιμα­σίες πού του είχε προξενήσει. Παίρνοντας αυτό το μήνυμα ο Στέφανος, σε αποκορύφωμα παροξυσμού, έστειλε ανθρώπους να ερευνήσουν το κελί εκείνου πού, ολότελα, απογυμνωμένος, θεωρούσε «μέγα άχθος να φέρει ακόμη και το σαρκίον του», έχοντας την υποψία ότι έχει κρύψει εκεί χρυσάφι. Αντί άλλης απαντήσεως ο Συμεών απηύθυνε στον «ευεργέτη» του νέες ευχαριστίες. Βρήκε ένα ερειπωμένο παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στην αγία Μαρίνα, και εκεί τελούσε με ακρίβεια τις μοναστικές Ακο­λουθίες και αφοσιωνόταν ειρηνικά στην προσευχή. Στο διάστημα αυτό οι μαθητές και οι θαυμαστές του αγίου ανάμεσα στους ευγενείς μεσολά­βησαν υπέρ αυτού προς τον πατριάρχη, οπότε ύστερα από νέα προσαγω­γή του ενώπιον της ιεράς Συνόδου, κατά την οποία ο Συμεών αρνήθηκε να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σχετικά με την αποδιδόμενη τιμή στον πνευματικό του πατέρα, ο πατριάρχης τον απέλυσε εν ειρήνη λέ­γοντας: «Αναμφίβολα είσαι κατ' άλήθειαν Στουδίτης, έμπλεος αγάπης για τον Γέροντα σου, μα φαίνεται ότι διαθέτεις και την ισχυρογνωμοσύνη τους, ή όποια είναι ίσως αξιέπαινη».

Επιστρέφοντας στην Αγία Μαρίνα, για ν’ αφοσιωθεί στη κατά θεόν ησυχία, ο άγιος δέχθηκε πλήθος δωρεών που του επέτρεψαν, παρά τα εμπόδια που παρενέβαλλαν οι δαίμονες, να μεταμορφώσει τον τόπο σε μο­ναστήρι, προσελκύοντας όλους τους ένθερμους χριστιανούς της Βασιλεύ­ουσας, όταν εόρταζε με μεγαλοπρέπεια την μνήμη του αγίου Συμεών του Ευλαβούς. Καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, εξακολουθούσε να συν­θέτει ύμνους και να συντάσσει λόγους διδάσκοντας ότι ούτε άφεση αμαρτιών ούτε εξαγιασμός δεν δίδονται χωρίς την ενσυνείδητη έλευση εντός μας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ή θεία χάρις όχι μόνο τον μετέφερε σε θεσπέσιες εκστάσεις, άλλα επιτελούσε και πλήθος θαυμάτων για την ανα­κούφιση των μαθητών του και την παραμυθία των επισκεπτών του.

Φθάνοντας σε βαθύ γήρας προσβλήθηκε από μακροχρόνια και οδυ­νηρή πάθηση των εντέρων ή οποία τον κρατούσε ακινητοποιημένο στην στρωμνή του. Παρά την αναπηρία του αύτη, ένας από τους μαθητές του τον είδε να υψώνεται από το έδαφος καθώς προσευχόταν και να περι­βάλλεται από άρρητη φωτοχυσία. Φτάνοντας στο πέρας των αγώνων του, έλαβε την λύτρωση πού επιθυμούσε και συναριθμήθηκε στην χορεία των αγίων στις 12 Μαρτίου 1022, έχοντας προαναγγείλει την ακριβή ημερομηνία της εκδημίας του και εκείνη της ανακομιδής των λειψάνων του, ύστερα από τριάντα έτη.

Έχοντας δοξάσει τον Θεό κατά την διάρκεια της επίγειας βιωτής του, ο άγιος Συμεών δοξάσθηκε από Εκείνον μετά θάνατον. Όχι μόνο διά των θαυμάτων πού επιτέλεσε, άλλα ακόμη περισσότερο διά της πνευματικής τρυφής πού προσφέρουν ως τις μέρες μας τα θεοφώτιστα συγγράμματα του σε όσους ποθούν τον Θεόν τον ζώντα.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Άνθρωποι σκορπάτε τη συγγνώμη…


71156_126404764342_1569756_n
Του  Σεβ. Μητροπολίτου Κισσάμου και Σελίνου κ.κ Ειρηναίου Γαλανάκη
Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος
Χριστουγεννιάτικη βραδιά στο χωριό. Νύχτα χτύπησαν οι καμπάνες και τώρα στα χαράματα τελειώνει πλειά ή λειτουρ­γία κι οι άνθρωποι του χωριού φορώντας ότι καλλίτερο είχαν είναι στοιβαγμένοι στη μικρή εκκλησούλα κι’ ετοιμάζονται να «κοινωνήσουν». Είναι ή ώρα του «Κοινωνικού» κι’ όπως συμ­βαίνει πάντα στα χωριά αυτή την ώρα οι καλοί χριστιανοί κοιτάζουν να «συγχωρέσουν» και να «συγχωρεθούνε». Οι πλειό γέροι προχωρούν στο εικονοστάσι, ασπάζονται πρώτα τις εικό­νες του Χρίστου και της Παναγίας κι’ υστέρα γυρίζουν στο πλήθος κάνουν μια βαθειά υπόκλιση και ζητούν κι’ από τους ανθρώπους τη συχώρεση. Σιγά - σιγά γενικεύεται αυτό από τους περισσότερους κι’ όλοι προσπαθούνε έστω και την τελευ­ταία στιγμή πριν «μεταλάβουν» να κάμουν κείνο πού λέει ό Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο : «Εάν συγχωρέσετε τα σφάλ­ματα πού σάς έκαμαν οι άλλοι άνθρωποι, θα συχώρεση και σας τα δικά σας ο Θεός». Και ίσως αυτή ή ωραία συνήθεια πού κάνουν οι αγαθοί χωρικοί μας είναι λείψανο της ταχτικής πούχαν οι πρώτοι χριστιανοί να εξομολογούνται φανερά και μπροστά στους άλλους τις αμαρτίες των.
Μα ενώ οι πλειότεροι χωρικοί έκαναν έτσι και οι γυναίκες, ένας εξηντάρης περίπου άνδρας με αυστηρό πρόσωπο που δειχνε εμπάθεια και κακία στεκόταν ακίνητος στη θέση του, ή καλύτερα ακουμπούσε βαριά στον τοίχο της εκκλησίας. Σιγά, σιγά μια πολύ νέα γυναίκα ξέκοψε από τις θέσεις των γυναι­κών, προχώρησε δειλά - δειλά κι’ έσκυψε με πολύ ταπείνωση στα πόδια του σκληροπρόσωπου εκείνου άνθρωπου. «Συχώ­ρεσε με πατέρα» είπε με κλάματα. Μα την ίδια στιγμή, με μάτια οργισμένα, γύρισε το πρόσωπο του άλλου ο «Πατέρας!» εκείνος, κι’ εγώ πού στεκόμουνα δίπλα άκουσα τα σκληρά λόγια του. « Δεν σου συγχωρώ φύγε από μπρος μου βρώμα».
Ή νέα γυναίκα έφυγε αμέσως με κλάματα από την εκκλησία, και το απόγευμα της ίδιας μέρας πνίγηκε σ' ένα πηγάδι. Ήταν μια κοπέλα πού παρασύρθηκε από κάποιο απατεώνα και «ντρόπιασε» το σπίτι της. Στο χωριό άρχιζαν πλειά να ξεχνούν όλοι το παραστράτημα της, κι’ ή μητέρα της τη δεχό­τανε με την πρώτη στοργή. Ό πατέρας ήταν αγριεμένος ακόμα κι’ ή κοπέλα διάλεξε αυτή τη μεγάλη στιγμή, πού όλοι στο χωριό έδιναν κι’ έπαιρναν συγχώρεση να ζητήσει τη συγγνώμη του, για να ησυχάσει τη συνείδηση της και να ελαφρώσει την ψυχή της. Μ’ αφού της την αρνήθηκαν γονάτισε από το βάρος της αμαρτίας και αφανίστηκε.
Τέτοια περιστατικά συμβαίνουν συχνά στη ζωή μας κι’ ό Κύριος πούξερε πολύ καλά πόσο κου­ράζει κι’ απελπίζει την ανθρώπινη ψυχή το βάρος της αμαρ­τίας μάς παραγγέλνει να κάνωμε τη μεγάλη αυτή ευεργεσία και να συγχωρούμε εκείνους πού μάς πικραίνουν και μάς στε­νοχωρούν με τα σφάλματα και τα λάθη των, γιατί τότε μόνο θα συγχώρηση κι’ εμάς ο Θεός τα δικά μας σφάλματα. Μα η συγγνώμη του Θεού πού πρααίνει και γλυκαίνει την ψυχή και τη ζωή μας, έρχεται μόνο σε κείνους πού θα κάμουν το μεγάλο άθλο και τη μεγάλη ευεργεσία να ξαλαφρώσουν κι' αυτοί με τη συγγνώμη πού θα δώσουν, άλλες βαρεμένες κι’ απελπισμένες ψυχές.
Ή ζωή είναι και καλή και κακή κι’ οι άνθρωποι είναι και πονόψυχοι και σκληροί. Και μέσα στις αντιθέσεις αυτές και οι γενναίοι γονατίζουν, και οι ευγενείς γίνονται βάρβαροι- και οι σοφοί κάνουν σφάλματα, οι φίλοι παρεξηγούν και οι εχθροί μαλώνουν. Ό εγωισμός μεγαλώνει και η σεμνή ταπεινοσύνη φεύγει, τα συμφέροντα έρχονται και η φιλία χάνεται, οι δεσμοί λύνουν και οι αγάπες πεθαίνουν. Κι’ αυτό γίνεται σε χώρες, σε πολιτείες, σε χωριά, σε γειτονιές και σε σπίτια. Homo homini lupus est, (ό άνθρωπος διά τον άνθρωπων είναι λύκος). Κι' ο αγριάνθρωπος αυτός άνθρωπος πολεμά και αμύνεται, πληγώνει και πληγώνεται, κυνηγά τον εχθρό κι’ ο ίδιος φεύγει μακρύτερα, δε λυτρώνει καμιά πατρίδα, δε γλυτώνει καμιά ψυχή, μα όλο ρημάζει τη γη και σκλαβώνει τη ζωή και φυλα­κίζει τις ψυχές στα σκοτεινά κάτεργα του κακού.
Μα σαν κάμωμε κείνο πούπε ο Χριστός να συγχωρέσομε ο ένας τον άλλο θα πάψει αυτή ή κόλαση. Οι άνθρωποι θα έλθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο, θα κοιταχτούν καλά και θα το δουν πώς είναι αδέλφια, θα σβήσουν οι «βεντέτες» των λαών και των ατόμων και κανείς δεν θα κάνει πλειά το καταραμένο έργο τού Κάιν. Οι ψυχές θα ημερώσουν, τα πρόσωπα θα γλυκάνουν κι’ ό κάθε άνθρωπος θα μοιάζει πώς είναι παιδί τού Θεού. Ό τελευταίος πόλεμος πλήγωσε και σκότωσε τόσα κορμιά, μα πλειότερα πλήγωσε κι’ ορφάνεψε τόσες ψυχές. Κι’ αυτοί πού σκότωσαν ήταν άνθρωποι κι’ αυτοί πού πέθαναν ήταν άνθρω­ποι, παρμένοι με την ίδια πάντα μετριότητα κι’ αναλογία. Μπορούμε βέβαια μοιράζοντας μ’ ακρίβεια τις ευθύνες να πούμε πώς τούτος ή εκείνος φταίει περισσότερο. Μα αυτό δε σώζει. Ο κόσμος θα σωθεί με τη συγγνώμη και την αγάπη, την κατανόηση και την αδελφοσύνη. Μια βαθειά και μεγάλη συγγνώμη πρέπει να γίνει σήμερα ο «διεθνής» ύμνος των λαών μια βαθειά μεγάλη συγγνώμη πρέπει να ένωση σήμερα τα χω­ρισμένα συμφέροντα και χωρισμένες αντιλήψεις στην Ελλάδα μας, μια βαθειά και μεγάλη συγγνώμη μόνο μπορεί να μικρύνει το μεγάλο έγκλημα του πολέμου των καιρών μας. Άνθρωποι σκορπάτε τη συγγνώμη...

5 Μαρτίου – Μνήμη του Αγίου πατρός ημών Νικολάου Βελιμίροβιτς, επισκόπου Ζίτσης και Αχρίδος


agios-nikolaos-episkopos-achridos-velimirovitss (1)
O άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο «Σέρβος Χρυσόστομος», γεν­νήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς, εκατό χιλιόμετρα από το Βελιγράδι, από οικογένεια ευλαβών χωρικών. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στην Μονή Τσέλιε, όπου θα εγκαταβίωνε αργότερα ο μαθη­τής του, μακαριστός πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς , και από την παιδική του ηλικία έδειξε έντονη κλίση για την προσευχή. Προι­κισμένος με σπάνια ευφυΐα, επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Στρατιωτική Ακαδημία, η θεία Πρόνοια όμως αποφάσισε διαφορετικά. Αφού δεν έγινε δεκτός για λόγους υγείας, εισήλθε στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, ώστε να προετοιμαστεί για να υπη­ρετήσει στον στρατό του Χρίστου. Χάρις σε υποτροφία της Εκκλησίας, συνέχισε ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την Αγγλία. Γνωρίζοντας άριστα επτά γλώσσες, τον ενδιέφεραν όλα τα θέματα, από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία ως την αρχαία ινδική φιλοσοφία, όχι για να συσσωρεύσει εγκυκλοπαιδική γνώση, άλλα για να δείξει την υπεροχή της πίστεως και της ορθοδόξου πνευματικότητος. Το 1908, υποστήριξε με μεγάλη επιτυχία στην Βέρνη διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανά­σταση του Χρίστου, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας», διδασκαλία που απέβη το κέντρο της βιωτής του και του κηρύγματος του. Τον επόμενο χρόνο εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποστήριξε άλλη διδακτορική διατριβή στην Γενεύη περί της φιλοσοφίας του Μπέρκλεϋ. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του το 1909, προσεβλήθη από βαρεία μορφή δυσεντερίας. Σκέφθηκε τότε: «Εάν οι υπηρεσίες μου είναι απαραίτητες στον Κύριο, θα με γιατρέψει». Και υποσχέθηκε, εάν ιαθεί, να μονάσει και να αφοσιωθεί στην υπηρεσία του λαού του Θεού. Μόλις ανάρρωσε, πιστός στην υπόσχεση του, εκάρει μοναχός, και αργό­τερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Μονή Ρακόβιτσα κοντά στο Βε­λιγράδι. Εξελέγη κατόπιν καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Άγιου Σάββα, ενώ εκήρυττε σε διάφορες εκκλησίες της σερβικής πρωτεύουσας. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφοσιώθηκε αφειδώς στην παρηγοριά του χειμαζόμενου λάου και στην περίθαλψη των πασχόντων και των άπορων, αρνούμενος να λάβει τον μισθό του. Το 1915, εστάλη στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γνωστοποιήσει τις σκληρές δοκιμασίες του λαού του και να ζητήσει την βοήθεια των Σέρβων με­ταναστών. Εξελέγη επίσκοπος Ζίτσης μετά τον πόλεμο (1919) και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην Αχρίδα (1921). Η παραμονή του στην Ρωσία για ένα χρόνο και οι ετήσιες επισκέψεις του στο Άγιο Όρος όπου συνάντησε τον όσιο Σιλουανό [24 Σεπτ.] στην Μονή Αγίου Παν­τελεήμονος και έδωκε μαρτυρία της αγιότητας του, του επέτρεψαν να εμβαθύνει στο νόημα της κληρονομιάς των Πάτερων, όποτε από λαμπρός ιερομόναχος, κάτοχος διδακτορικών διπλωμάτων από ευρωπαϊκά πανε­πιστήμια, μαθήτευσε στο σχολείο των απλών μοναχών και του ορθόδο­ξου λαού, στην ψυχή του όποιου ατένιζε το πρόσωπο του εσταυρωμένου και αναστημένου Χριστού. Οι λόγοι τού Σωτήρος Χριστού: ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή (Ιω. 14, 6) αποτελούσαν για εκείνον λόγο ύπαρξης και συνόψιζαν όλη του την φιλοσοφία.
St Nikolai photo
Όταν ο Εχθρός του ανθρωπίνου γένους του επιτέθηκε δια μέσου ενός επισκόπου πού τον είχε προσβάλει, ο άγιος ιεράρχης έδειξε σε αυτή την περίσταση όλη του την αρετή και την πραότητα, αρνούμενος να κατη­γορήσει τον εχθρό του ή ακόμη και να παραπονεθεί. Ήταν αφοσιωμένος κυρίως σε έντονη ποιμαντική δραστηριότητα στην επισκοπή του. Ανα­καίνισε πολλές κατεστραμμένες η εγκαταλελειμμένες μονές και ίδρυσε ορφανοτροφεία για παιδιά, αδιακρίτως εθνικότητας και θρησκεύματος. Το πιο ονομαστό από αυτά τα φιλανθρωπικά καθιδρύματα ήταν εκείνο στα Μπίτολα (Μοναστήρι), όπου δίδασκε ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς [19 Ίουν.]. Άλλα πάλι ιδρύθηκαν στο Κράλιεβο, στο Τσατσάκ, στο Γκόρνι Μιλάνοβατς και το Κραγκούγιεβατς, πού φιλοξενούσε περισσότερα από εξακόσια παιδιά πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Προσηλωμένος στην ηθική και πνευματική οικοδομή του ποιμνίου του, ο άγιος επίσκοπος Νι­κόλαος συνέγραψε πολυάριθμα έργα, ποιητικού και βαθυστόχαστου ύφους, τα όποια εκδόθηκαν σε είκοσι τόμους. Ανάμεσα στα γραπτά του το πλέον αγαπητό ανάγνωσμα παραμένει ο Πρόλογος της Αχρίδος, στο οποίο πα­ραθέτει σύντομους Βίους των αγίων της κάθε ημέρας του έτους, μαζί με σχόλια και θέματα πνευματικού ενδιαφέροντος. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, ύμνους και ακολουθίες. Σχετικά με αυτές τις τελευταίες, ο (άγιος) π. Ίουστίνος Πόποβιτς δεν δίστασε να γράψει: «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, άλλα ο Νικόλαος τον ξεπέρασε». Πνευματικός πατέρας έμπειρος και διαποτισμένος με την αιώνια σοφία της Εκκλη­σίας, άφησε περί τις τριακόσιες Ιεραποστολικές Επιστολές,    οι όποιες απαντούν σε συγκεκριμένα ποιμαντικά ερωτήματα πού έθεταν οι πιστοί. Υπήρξε ακόμη ο εμπνευστής ενός λαϊκού θρησκευτικού κινήματος, πού έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην προσευχή, στην συχνή θεία Μετάληψη και στην μετάφραση η σύνθεση ύμνων και προσευχών στην σερβική γλώσσα (και όχι στα σλαβονικά), και τού όποιου οι οπαδοί εμφύσησαν την εποχή εκείνη πνευματικό ενθουσιασμό και αποστολικό ζήλο στην σερβική Εκκλησία. Τόση ήταν η επιρροή του επισκόπου Νικολάου στον λαό, ώστε θεω­ρούσαν κάθε λόγο του, γραπτό η προφορικό, ισάξιο των Αποφθεγμάτων του Γεροντικού.
St Nikolai fresco
Πέρα από την μέριμνα για το ποίμνιο που του είχε εμπιστευθεί ο Θεός, επεξέτεινε την στοργή του σε ολόκληρη την Εκκλησία. Επέδειχνε στάση ειρήνης και συναλλαγής και επεδίωκε να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Έλληνες και Βούλγαρους ορθοδόξους. Το 1930, έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στην Μονή Βατοπαιδίου στο Αγιο Όρος, όπου εξέφρασε το ορθόδοξο φρόνημα αντίθετος στην τάση προσαρμογής των παραδόσεων της Εκκλησίας στο πνεύμα του αιώνα. Υπήρξε ακόμη ο πρωτεργάτης της καταγγελίας της συμφωνίας με το Βατικανό, που ήταν έτοιμη να συνάψει η Γιουγκοσλαβία το 1937, η οποία καθιστούσε την χώρα πεδίο ιεραποστολής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Από καιρό ο άγιος ιεράρχης είχε προβλέψει οτι η παντοδύναμα Ευρώπη θα γινόταν συντρίμμια αν ανατρέπονταν τα χριστιανικά της θεμέλια. Για αυτό το ζήτημα έγραφε προφητικά: «Ό Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο επίσκοπος Νικόλαος προ­τίμησε να συγκακουχηθεί με τον λαό του Θεού παρά να αναζητήσει ασφάλεια. Διαμαρτυρήθηκε θαρραλέα εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο, αναφωνώντας: «Αυτό είναι ο γερμανικός πολιτισμός, να σκοτώνεις εκατό αθώους Σέρβους για έναν Γερμανό! Τότε οι Τούρκοι ήσαν δικαιότεροι... Εάν είμαι ένοχος σκοτώστε με. Προτιμώ να πεθάνω παρά να αντικρίζω καθημερινά τις συμφορές του λαού μου». Κατήγγειλε με αγανάκτηση την χριστιανική υποκρισία πού δικαιολογούσε τα ειδεχθή εγκλήματα πού διαπράχθηκαν εναντίον των ορθοδόξων Σέρβων της Κρο­ατίας, χωρίς καθόλου μίσος εναντίον αυτών πού τα διέπραξαν, για τους οποίους αντίθετα ένιωθε βαθύτατο οίκτο. Αργότερα συνέθεσε έξοχη Ακο­λουθία προς τιμήν των Σέρβων νεομαρτύρων [15 Ίουν,].
Αυτή η θαρραλέα στάση οδήγησε στην σύλληψη του από τους Γερ­μανούς το 1941. Αφού έμεινε πάνω από τρία χρόνια στις πιο αυστηρές φυλακές, συγκρατούμενος με τον πατριάρχη Γαβριήλ, προσευχόμενος νυχθημερόν με δάκρυα για την σωτηρία του λαού, τον εκτόπισαν στο στρα­τόπεδο θανάτου του Νταχάου το 1944.
Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945, με την άφιξη των συμμάχων, υπέφερε όμως έως τα τέλη του βίου του από τα επακόλουθα της κακομεταχείρισης πού υπέστη εκεί Όταν τον ρωτούσαν για την ζωή στο Νταχάου, αποκρινόταν τα έξης: «Στο στρατόπεδο να τί γίνεται: κάθεσαι σε μια γωνιά και λες στον εαυτό σου: "Κύριε, είμαι γη και σποδός, πάρε την ψυχή μου! Τότε ή ψυχή υψώ­νεται στα ουράνια και αντικρίζεις τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο. Όμως δεν το αντέχεις και του λες: "Δεν είμαι ακόμη έτοιμος, άφησε με να κα­τέβω πάλι". Με δύο λόγια, θα έδινα όλη την ζωή που μου απομένει για μια ώρα στο Νταχάου!»
Μετά την απελευθέρωση του, ο άγιος επίσκοπος μετέβη στην Αμε­ρική (1946), όπου ανέκτησε τις απαραίτητες δυνάμεις για να συνεχίσει το ποιμαντικό του έργο, εκεί οπού τον τοποθέτησε ή θεία Πρόνοια. Πε­ριόδευσε ανά την Βόρειο Αμερική, κηρύττοντας ευκαίρως ακαίρως, και κατέστη με αυτόν τον τρόπο νέος απόστολος της Ορθοδοξίας στον Νέο Κόσμο. Έγραφε τα πνευματικά του έργα στα αγγλικά και δίδασκε στην σερβική Ιερατική Σχολή της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην θεολο­γική Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία). Εκεί στον Άγιο Τύχωνα, ο άγιος Νικόλαος παρέδωσε την γενναία του ψυχή στον Κύριο στις 5/18 Μαρτίου 1956, την ώρα πού ετοιμαζόταν να τελέσει την θεία Λειτουργία. Το 1991, τα τίμια λείψανα του μεταφέρθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Μονή Τσέλιε.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΝΕΟΣ  ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ  ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email