Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΗΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης

 
4 Ιουλίου 

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης  
Ἡ ζωή καί τό ἔργο του 
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών

ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑπῆρξε μιά πολύ ἀξιόλογη φυσιογνωμία στήν ἐποχή του κι ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους ποιητές καί ὑμνογράφους μας. Εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ θεσπεσίου Μεγάλου Κανόνος. Ἡ γνώση τοῦ βίου τοῦ μεγάλου τούτου Ἱεράρχη καί ποιητῆ δέν εἶναι ἡ ἀνάλογη μέ τήν ἀξία πού ἔχει καί τή σημασία πού ἀπόχτησε στή λειτουργική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μέγας Κανών. Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὑπῆρξε μιά μεγάλη ἐκκλησιαστική μορφή μ᾿ ἕνα ὑπέροχο ποιμαντικό ἔργο καί μιά πλούσια συγγραφική προσφορά!

1. Καταγωγή 
Γεννήθηκε γύρω στό 660 μ.Χ. στήν ξακουστή Δαμασκό, μία ἀπ᾿ τίς πιό ἀρχαῖες καί μεγάλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς. Ἐδῶ ἔγινε ἡ θαυμαστή ἐπιστροφή τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Στήν πόλη τούτη βαπτίστηκε, ἔλαβε τή δωρεά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἐκφώνησε τά πρῶτα κηρύγματά του. Γι᾿ αὐτό εἶναι τό καύχημα καί ἡ δόξα της. Ἔδωσε στήν Ἐκκλησία ἕνα «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15)· στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη «πατέρα καί διδάσκαλον εὐσεβείας». Καί ὁ θεῖος Παῦλος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Μακάριος Μακρῆς, τῆς ἐπιφύλαξε μιά μεγάλη τιμή· «φύειν ἄνδρας ἀγαθούς καί διδασκάλους τῷ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας πληρώματι». ῞Ενας τέτοιος καρπός ἦταν κι ὁ ἱερός Ἀνδρέας. 
Ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πού τή διέκρινε ἡ εὐσέβεια καί τή στόλιζε τό ἄνθος τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γεώργιος καί ἡ μητέρα του Γρηγορία, «ἄνθρωποι θεοφιλεῖς τε καί κόσμιοι καί ἀρετῆς μᾶλλον ἤ τῆς κάτω κτήσεως πλούτου κομῶντες καί σεμνυνόμενοι». Μέχρι τά ἑπτά του χρόνια ὁ μικρός Ἀνδρέας ἀδυνατοῦσε νά μιλήσει. Ἡ γλώσσα του ἦταν δεμένη. ῞Οταν ὅμως συμπλήρωσε τά ἑπτά χρόνια καί ἦρθε μιά μέρα στόν ναό μέ τούς γονεῖς του γιά νά τελέσουν τή θεία Λειτουργία καί κοινώνησε τό ἄχραντο σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου, ἡ γλώσσα του κατά τρόπο θαυμαστό λύθηκε καί ἄρχισε χωρίς καμιά δυσκολία πλέον νά ὁμιλεῖ. Ἐδῶ στή Δαμασκό διδάχτηκε τά πρῶτα γράμματα καί ποτίστηκε μέ τό ἄδολο γάλα τῆς εὐσέβειας, πού πολύ σύντομα ἔγινε πόθος φλογερός πού πυρπόλησε τήν καρδιά του καί τόν παρακινοῦσε ν᾿ ἀφιερώσει τήν ὕπαρξή του στήν ἀγάπη καί τή λατρεία τοῦ Θεοῦ. 
2. Ἱεροσολυμίτης 
θερμή αὐτή ἀγάπη του γιά τόν Χριστόν ὁδηγεῖ τά βήματά του σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν περίπου στήν Ἁγία Πόλη. Ἀποφασίζει ν᾿ ἀφιερωθεῖ στόν πανίερο ναό τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ γονεῖς του ὄχι μόνο δέν ἀντιδροῦν ἀλλ᾿ ὅπως σημειώνουν οἱ βιογράφοι του, οἱ ἴδιοι τόν προσάγουν γιά νά τόν ἀφιερώσουν. Σημάδι καί τοῦτο τοῦ βάθους τῆς πνευματικότητας τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἁγίου, μές στήν ὁποία γεννήθηκε καί μεγάλωσε. 
Τά Ἱεροσόλυμα ὑπῆρξαν ὁ τόπος, ὅπου ὁ Ἀνδρέας μορφώθηκε πλατιά καί καλλιεργήθηκε βαθιά. Καί στή θύραθεν παιδεία καί στά θεολογικά γράμματα. Τόν βοηθοῦσαν ἄλλωστε σ᾿ αὐτό τά πολλά πνευματικά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχός καί ἀνέλαβε καθήκοντα πατριαρχικοῦ νοταρίου (γραμματέα δηλαδή) κοντά στόν πατριάρχη Θεόδωρο. Ἄν καί κυρίως στήν Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε καί ἡ Κρήτη ὑπῆρξε ὁ τόπος τῆς μεγάλης του προσφορᾶς, ἐν τούτοις τό πέρασμά του ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τοῦ ἔδωσε τόν τίτλο τοῦ Ἱεροσολυμίτη, πού τόν συνόδευε σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή του καί συνεχίζει νά τόν παρακολουθεῖ καί μετά τήν κοίμησή του.

3. Στή Βασιλεύουσα 
Γύρω στά 685 μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων χρειάστηκε νά ἐκφράσει ἐγγράφως τήν ὁμολογία πίστεώς της στά ὅσα ἀποφασίστηκαν γύρω ἀπό τίς δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο (680-81) καί νά τήν ἀποστείλει στή Βασιλεύουσα. Στήν ἀποστολή αὐτή τῆς ὁμολογίας χρησιμοποιήθηκε ὁ πατριαρχικός νοτάριος Ἀνδρέας μαζί μέ ἄλλους δύο γέροντες «τῶν τοῦ κλήρου λογάδων»· «τόν προκείμενον ἡμῖν ἄνδρα, τόν ἄξιον τοῦ Θεοῦ δοῦλον, εἰ καί ἐν ἡλικίᾳ νέᾳ ὑπῆρχε, μεγάλως διά τήν σεμνότητα τῶν τρόπων ἐπιλεξάμενοι καί τούτῳ ἐγχειρίσαντες καί ἐμπιστεύσαντες τά τῶν εἰρημένων εὐσεβῶν δογμάτων ἀντίγραφα, ἤγουν τῆς ὀρθῆς αὐτῶν πίστεως τήν ὁμολογίαν, μετά τῶν δύο εὐλαβῶν γερόντων τοῦτον πρός τόν αὐτόν ἀνέπεμψαν βασιλέα». 
Ἀπό τήν ἀποστολή αὐτή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔμελλε νά μήν ἐπιστρέψει ποτέ πίσω στά Ἱεροσόλυμα. Γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ξέρουμε, ἔμεινε στήν Κωνσταντινούπολη καί ὑπηρέτησε ἐκεῖ τήν Ἐκκλησία. Ἴσως ἀρχικά νά ἐγκαταβίωσε στήν περίφημη μονή τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, πρός τιμήν τῆς ὁποίας ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, ἔχτισε στήν Κρήτη μεγαλοπρεπή ναό. Χειροτονεῖται διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀνατίθεται ἡ φροντίδα δύο φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τοῦ «εὐαγοῦς ὀρφανοτροφείου» καί «τῶν Εὐγενείου», στή διοίκηση τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος ἐπέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του καί τίς πολλές ἱκανότητές του. Ἀσφαλῶς στό χρονικό διάστημα τῆς εἰκοσάχρονης παραμονῆς του στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε καί ὡς ρήτορας καί ὡς διδάσκαλος.

4. Ἐπίσκοπος 
Πολύ γρήγορα τό ἦθος, ἡ πλούσια παιδεία, τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὅλα τ᾿ ἄλλα προσόντα πού διέθετε ὁ Ἅγιος ἔγιναν εὐρύτερα γνωστά. Ἡ φήμη τοῦ ὀνόματός του ἁπλώθηκε παντοῦ. Γι᾿ αὐτό καί γύρω στό 711 ἤ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ὁ λαός τόν ὑποδέχτηκε μέ θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς καί ἀγάπης. 
Τό ποιμαντικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ὑπῆρξε πλούσιο καί καρποφόρο. Συνδύασε ἄριστα τά θεωρητικά ἐνδιαφέροντα καί τήν ἀγάπη του γιά τήν ποίηση μέ τά πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα. ῾Ως ἐπίσκοπος, ὅπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «ἔδειξε τό τε μεγαλοφυές αὐτοῦ τῆς ψυχῆς καί τό τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον καί τήν τελεωτάτην ἕξιν τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης». Τό ἐνδιαφέρον του πρωταρχικά στράφηκε πρός τόν ἱερό κλῆρο. Γνώριζε τό ὕψος τῆς ἱερωσύνης. Εἶχε συνειδητοποιήσει βαθιά τό μεγαλεῖο τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς καί τίς εὐθύνες πού συνεπάγεται γιά κείνους πού ἀναδέχονται τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά προσπάθησε ὄχι μόνο νά τά μεταδώσει μέ τόν λόγο καί τή διδαχή στόν κλῆρο τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά καί νά τά ἀκτινοβολήσει μέσα ἀπό τή δική του ἱερατική ζωή καί τό προσωπικό του παράδειγμα. 
Ἡ φροντίδα τοῦ ἐπισκόπου ἀγκάλιασε ἀκόμη καί τούς μονάζοντες· «τούς παρθενῶνας καί τά σεμνεῖα ρυθμίζει καί περί βίου νομοθετεῖ μοναχῶν». Ἀπ᾿ τό ἱερό τάγμα τῶν μοναζόντων θά ἐπιλέξει καί τούς ἱερωμένους πού θά ἐγκαταστήσει στόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἀνοικοδόμησε. 
Τό μεγάλο χρέος κάθε ἐπισκόπου εἶναι ἡ προστασία καί ὁ στηριγμός τοῦ λαοῦ. Ἡ καθοδήγησή του μέ τό φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἁγιασμός του μέ τή ζωοποιό χάρη τῶν θείων μυστηρίων. Ἡ διαφύλαξή του ἀπό τή λύμη τῆς αἱρέσεως καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ. Στό ἱερό τοῦτο χρέος του ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρέας ἀνταποκρίθηκε μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς του. ῞Οπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «παιδαγωγεῖ τήν νεότητα, συνετίζει τήν πολιάν, τούς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφει, τοῖς μετανοοῦσιν ἐγγυᾶται τόν θεῖον ἔλεον, τούς ἀγωνιζομένους ἀλείφει, τοῖς καλῶς τρέχουσιν εὐτονίαν προστίθησιν, ἀμύνει πολεμουμένοις, περιτρεπομένους ὑπανέχει, πίπτοντας ἀνορθοῖ, ὑποστηρίζει τούς ὀκλάζοντας, νικῶντας στεφάνοις λαμπροῖς ἀναδεῖ· γίνεται μέν ἑστῶσιν ἀσφάλεια, τοῖς δέ κειμένοις ἀνάστασις, ἀσθενοῦσι ῥῶσις, ἀθυμοῦσι παραμυθία, ὀλιγωροῦσιν ἀναψυχή, πατήρ ὀρφανῶν, προστάτης χηρῶν, πενήτων ἄσυλος θησαυρός, πεινώντων τροφή, ριγώντων ἐσθής». ῞Οταν τά νότια παράλια τῆς Κρήτης θά δεχτοῦν μεγάλη ἐπιδρομή τῶν Ἀράβων καί ὁ χριστιανικός πληθυσμός θά καταφύγει στό κάστρο «τοῦ Δριμέως», ἀνάμεσά τους θά σταθεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος δοκιμάζοντας κι ἐκεῖνος τίς ταλαιπωρίες τοῦ λαοῦ, ἐμψυχώνοντάς τον καί προσευχόμενος θερμά γιά τή σωτηρία του. Ἄλλοτε πάλι, πού εἶχε ἐνσκήψει μεγάλη ἀνομβρία καί ξηρασία στή νῆσο, οἱ θερμές προσευχές τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου ἄνοιξαν τούς οὐρανούς· «τόν συνήθη τῇ γῇ δίδωσιν ὑετόν καί καταψύχει τούς ἐκτακέντας καί τήν μάστιγα ἀναστέλλει τοῦ λιμοῦ». 
Ἡ στοργή τοῦ ἐπισκόπου στράφηκε ἀκόμη καί πρός τούς πονεμένους. Γιά χάρη τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ οἰκοδόμησε ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικό ἵδρυμα «τόν Ξενῶνα». «Ἔτι τε καί ξενῶνα ἐξ αὐτῶν κρηπίδων ἱδρύεται, ὡς θεραπείαν γεγηρακότων, εἰς ἰατρείαν καί ἄκος νοσούντων, εἰς ξένων καί πενήτων σκέπην τε καί κατανομήν. Οἷς οὐ μόνον δαψιλῶς ἐχορήγει τά πρός χρείαν ἅπασαν καί διατροφήν, τά τοῦ Θεοῦ θείως καί πανσόφως ὁ πάνσοφος ἀνακαλῶν, ἀλλά καί τόν αὐτοῦ Δεσπότην μιμούμενος καί διδάσκαλον, ὡς κἄν τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, οἰκείαις τοῖς νοσοῦσι διηκονεῖτο χερσί, λεντίῳ ζωννύμενος καί τοῖς ποσί χεῖρας νίπτων καί κεφαλάς, καί ἕλκη καθαίρων, καί τούς μυδῶντας ἰχῶρας μονονού τῇ γλώττῃ ἀπομάττων καί ἐκμυζῶν. Οὕτως αὐτόν εἷλεν ἡ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον ἀγάπη». 
Πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἔτρεφε πολλή ἀγάπη καί βαθιά εὐλάβεια. Τό διαπιστώνουμε ἀπό τούς ὕμνους πού τῆς ἀφιέρωσε. Ἀπό τούς λόγους πού ἐκφώνησε καί τά ἐγκώμια πού ἔπλεξε γιά τό ἅγιο πρόσωπο καί τίς ἑορτές της. Ἔκφραση ἀκόμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπῆρξε καί ἡ ἀνέγερση μεγαλοπρεποῦς ναοῦ πρός τιμήν τῆς Παναγίας, πού τόν ὀνόμασε Βλαχέρνες· «ναόν ἐκ νέας εὐπρεπῶς ᾠκοδόμησε τῆς Παναχράντου καί πανυμνήτου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἐμψύχου καί ἡγιασμένου τοῦ Θεοῦ Λόγου ναοῦ, Βλαχέρνας τόν τοιοῦτον παρ᾿ αὐτοῦ οἰκοδομηθέντα ναόν ὀνομάσας, ἱερεῖς λειτουργούς ἐκ τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ἐν αὐτῷ πρός ὑμνῳδίαν καί δοξολογίαν Θεοῦ θεοπρεπῶς ἐγκαταστήσας, εἰς ἀντίδωρον τῶν μεγαλοδωρεῶν καί ἀντιλήψεων τῶν εἰς αὐτόν παρά τῆς τοῦ Θεοῦ πύλης προελθόντων». Δέν παρέλειψε ἀκόμη νά φροντίσει καί γιά τούς παλαιούς καί «ἠμελημένους» ναούς. Τούς ἐπισκεύασε καί «εὐπρεπῶς αὐτούς κατεκόσμησε» μέ ὅσα ἦταν ἀναγκαῖα γιά τήν ἱερή λειτουργία τους «πλουσίᾳ καί φιλοτίμῳ χειρί».

5. Τό τέλος του  
«Χρείας καλεσάσης» ὁ σεβάσμιος ἐπίσκοπος Κρήτης μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη. Ποιά ἦταν αὐτή ἡ ἀνάγκη πού τόν ἔφερε στή Βασιλεύουσα δέν γνωρίζουμε. Καί οἱ δύο βιογράφοι του -πολύ μεταγενέστεροι βέβαια- σιωποῦν. Πολλοί ἀπό τούς νεωτέρους ἐρευνητές συσχετίζουν τό ταξίδι του αὐτό μέ τήν εἰκονομαχία πού εἶχε ἤδη ἐκραγεῖ καί τήν εἰκονόφιλη στάση πού ἀσφαλῶς θά ἔλαβε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Στήν Κωνσταντινούπολη πολλοί τόν ὑποδέχτηκαν μέ ἀγάπη καί σεβασμό καί τόν συναναστράφηκαν γιά νά ὠφεληθοῦν πνευματικά· «πολλοί πρός αὐτόν ὠφωλείας χάριν ἀόκνως παρεγίνοντο... τῷ ὑετῷ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τάς καρδίας καταρδευόμενοι». Ἐδῶ στήν Κωνσταντινούπολη προεῖδε τό τέλος τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του καί ὅτι «ἐν τῇ μητροπόλει αὐτοῦ ἔτι ζῶν οὐ μή παραγένηται». Πράγματι. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Κρήτη, ἀπέθανε στήν Ἐρεσσό τῆς νήσου Λέσβου στίς 4 ᾿Ιουλίου τοῦ 740 μ.Χ. καί ἐνταφιάστηκε ἐκεῖ στόν ναό τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἡ καθιέρωσή του ὡς ῾Αγίου ἔγινε ἀρκετά νωρίς, ἄν κρίνουμε ἀπ᾿ τό γεγονός ὅτι τόν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας του συνέταξε ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός († 845). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του τήν 4η ᾿Ιουλίου, ἡμέρα τῆς μακάριας κοιμήσεώς του. 
6. Τό συγγραφικό του ἔργο 
ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε ὡς ἐκκλησιαστικός ρήτορας καί ποιητής. Τό πεζογραφικό ἔργο του εἶναι ὅλο σχεδόν ἐγκωμιαστικό. Ἐγκωμίασε μέ ἱερό πάθος τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Διασώθηκαν θαυμάσιες ὁμιλίες του στή Σύλληψη, τή Γέννηση, τήν Ὑπαπαντή, τά Εἰσόδια, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Κοίμηση, καθώς καί στόν Ἀκάθιστο ῞Υμνο. Ὁμιλίες του ἔχουμε καί σέ μεγάλες Δεσποτικές ἑορτές, ὅπως στή Γέννηση, τήν Περιτομή καί τή Μεταμόρφωση. ῞Ενας ἄλλος κύκλος ὁμιλιῶν του εἶναι τά ἐγκώμια σέ διαφόρους ἁγίους, ὅπως ἀποστόλους (᾿Ιωάννης, Λουκᾶς, ᾿Ιάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, Τίτος), συγγενικά πρόσωπα τοῦ Κυρίου (᾿Ιωακείμ καί Ἄννα, ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος), μάρτυρες (Δέκα ἐν Κρήτῃ, Γεώργιος, Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός), τόν ἅγιο Νικόλαο, τόν ὅσιο Πατάπιο καθώς καί στόν Τίμιο Σταυρό. 
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὑπῆρξε κυρίως ποιητής. Γι᾿ αὐτό καί οἱ λόγοι του εἶναι ἔντονα ἐπηρεασμένοι ἀπό τό ἐνθουσιαστικό στοιχεῖο τῆς ποιήσεως. Ὁ λόγος του εἶναι ζωντανός, γοργός καί χειμαρρώδης. Γνώριζε καλά τά μυστικά τῆς ρητορικῆς τέχνης καί εἶχε βαθιά γνώση τῆς ἀττικῆς γλώσσας, ὅπως βέβαια χρησιμοποιόταν μές στήν Ἐκκλησία. Ἀπό τίς ὁμιλίες του ἀποδεικνύεται ἀκόμη καί βαθύς γνώστης τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί μάλιστα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τήν ὁποία ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἑρμηνεύει ἀλληγορικά γιά νά συναγάγει χρήσιμα συμπεράσματα γιά τόν ἠθικό βίο τῶν ἀκροατῶν του. 
«Διά πρώτην φοράν, παρατηρεῖ νεώτερος συγγραφέας, τότε καί ἀσφαλῶς μοναδικήν ἕως σήμερον ἠκούσθησαν εἰς Κρήτην κηρύγματα μέ τά δύο τυπικά χαρακτηριστικά τῶν λόγων τοῦ Ἀνδρέου, τήν ἔντεχνον ρητορικήν ἐπεξεργασίαν καί τά ὑψηλά θεολογικά νοήματα». Ὁ Ehrhard τόν χαρακτηρίζει ὡς «τόν καλύτερον ἐκκλησιαστικόν ρήτορα τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Τό ὕφος του εἶναι ζήτημα ἄν τό ἔφθασε ἄλλος κανείς εἰς πλοῦτον ἀποχρώσεων, πάθους καί τεχνικῆς». 
Πολύ πιό πλούσιο ὑπῆρξε τό ποιητικό ἔργο του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας θεωρεῖται ὁ εὑρετής τῆς ποιήσεως τῶν ἀσματικῶν Κανόνων. Συνέταξε τό κείμενο καί τό μέλος πολυάριθμων Εἱρμῶν καί Κανόνων, ᾿Ιδιομέλων καί Στιχηρῶν. Ἡ σύνθεση τῶν Κανόνων ἀπ᾿ τόν ἅγιο Ἀνδρέα καί τούς δύο ἄλλους μεγάλους μελωδούς, ἐπίσης Ἱεροσολυμίτες, τόν Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ καί ᾿Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, παραμέρισε πλήρως τό προγενέστερο ποιητικό εἶδος τῶν Κοντακίων. Ὁ Κανών ἀναδείχτηκε κυρίαρχο ποιητικό εἶδος στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἐξακολουθεῖ νά δεσπόζει μέχρι σήμερα. 
Κανόνες στήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία ὀνομάστηκαν ἐκτενεῖς ὕμνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπό Ὠδές πού ποικίλλουν ἀπό πλευρᾶς ἀριθμοῦ καί δέν ξεπερνοῦν ποτέ τίς ἐννιά. Κάθε Ὠδή πάλι περιλαμβάνει μιά εἰσαγωγική στροφή, τόν Εἱρμό, καί τρεῖς ὥς τέσσερις ἀκόμη στροφές, πού ψάλλονται σύμφωνα μέ τό μέλος τοῦ Εἱρμοῦ καί ὀνομάζονται τροπάρια. Οἱ Κανόνες πολλές φορές ἔχουν ἀκροστιχίδα. Ἡ ἀκροστιχίδα εἶναι μικρή φράση πού μᾶς δίνει τό ὄνομα τοῦ ποιητῆ τοῦ Κανόνα ἤ ἀναφέρεται στήν ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς πού ὁ Κανόνας ἐξυμνεῖ καί σχηματίζεται ἀπ᾿ τό πρῶτο γράμμα τῶν Εἱρμῶν καί τῶν τροπαρίων ὁλόκληρου τοῦ Κανόνα. Μερικές φορές ἡ ἀκροστιχίδα εἶναι ἀλφαβητική. 
Κάθε Κανόνας ἀποτελεῖται, ὅπως ἀναφέραμε, ἀπό διάφορο ἀριθμό Ὠδῶν. Ποτέ ὅμως δέν ξεπερνᾶ τίς ἐννιά, ὅσες δηλαδή εἶναι καί οἱ βιβλικές ὠδές (ὠδές πού περιέχονται στήν ῾Αγία Γραφή), τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία στή λατρεία της μαζί μέ τούς Ψαλμούς. Σχολιάζοντας τούς Εἱρμούς τοῦ Μεγάλου Κανόνος κάνουμε ἐκτενή λόγο γιά τίς ἐννιά αὐτές βιβλικές ὠδές. 
Οἱ Κανόνες τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ἔχουν ὡς θέματα τόν Χριστό, τή Θεοτόκο, τόν Πρόδρομο, τούς ῾Αγίους, ἑορτές τοῦ Τριωδίου καί τοῦ Πεντηκοσταρίου καί διάφορα ἄλλα. Ἡ ποίησή του διακρίνεται γιά τή σαφήνεια, τή μεγαλοπρέπεια καί τόν διδακτικό της χαρακτήρα. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἐκφράζοντας τόν πλοῦτο τῶν αἰσθημάτων του καί τή βαθιά του γνώση γύρω ἀπό τά διάφορα θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, γίνεται χειραγωγός τοῦ κάθε πιστοῦ, πού ψάλλει ἤ ἀκούει τούς ὕμνους του, στήν ἀπόκτηση μετανοίας, συντριβῆς, βαθύτερης βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας.
 Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης. Εἰσαγωγή - κείμενο - μετάφραση - σχόλια, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2009), 23-31.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί


Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί 
Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ 
Όταν προσευχόμαστε: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», είναι φοβερά δύσκολο να κρίνουμε εμείς οι ίδιοι, αν η ημέρα πέρασε καλά, αναμάρτητα ή, αντίθετα, εάν διαπράξαμε αμαρτίες χωρίς να το καταλάβουμε, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με» (Ψαλμ. 18:13). Όντως, η αμαρτία ενεργεί συχνά μέσα μας κατά τρόπο τόσο λεπτό, ώστε να μη μπορούμε να την αντιληφθούμε. 
Την τελευταία φορά σας ανέφερα μερικούς λόγους από τον Μέγα Κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης. Ασφαλώς πρόκειται περί ενός εξαιρετικού έργου, από το οποίο μπορούμε να μάθουμε πολλά. Προφανώς είναι πράγμα θαυμαστό να βλέπει κανείς τον άγιο Ανδρέα να προσφέρει την προσευχή του στον Θεό ανακαλώντας στη μνήμη όλο το περιεχόμενο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, ως και τις προφητείες που αφορούν το τέλος του κόσμου, την τελική κρίση των ανθρώπων. 
Πόσο αξιοπρόσεκτη είναι η περικοπή του αγίου Ανδρέα που λέει: «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω. Γη, ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ» (β’ ωδή, 1ο τροπάριο. Βλ. Δευτερ. 32:1, Ησ. 1:2). 
Παρατηρήστε το παράδοξο αυτής της καταστάσεως: Ένας μόνος άνθρωπος μετανοεί για τις αμαρτίες του, αλλά το γεγονός αυτό λαμβάνει υπερκόσμιες διαστάσεις. Και αυτή η τόλμη μας εκπλήσσει: «Ουρανέ, πρόσεχε αυτό που θα σου πω». Είναι φωνή ενός ανθρώπου που μετανοεί. 
Ο Σιλουανός εξ ιδίας πείρας γράφει ότι ο θρήνος του Αδάμ ανάγκασε όλη την κτίση να σιωπήσει και να προσέξει τα δάκρυά του. Είναι καλό να συνειδητοποιήσουμε ότι μέσα στη μοναχική ζωή εισερχόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Αντιλαμβάνεσθε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του εν Χριστώ ανθρώπου, του «αναγεννημένου» ανθρώπου και εκείνου που δεν γνωρίζει τον Χριστό. Ο Μωυσής, και μετά απ’ αυτόν και άλλα τέκνα του Αδάμ, χρησιμοποίησαν με τόλμη αυτούς τους λόγους. Η μετάνοια ενός ανθρώπου είναι ένα γεγονός εξαιρετικά τραγικό, εξαιρετικά μεγάλο. 
Εάν ο Δημιουργός Θεός αποφάσισε να σαρκωθεί και να ζήσει με τους ανθρώπους, είναι για να δείξει σ’ όλους μας ότι είμαστε πλασμένοι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούμε να δεχτούμε τη ζωή του ιδίου του Θεού και να την κατέχουμε αιωνίως. Αλλά αυτή η μυστική ζωή δεν μπορεί να εκφραστεί με ανθρώπινους λόγους. 
Συγχωρείστε με, εάν δεν μιλώ γι’ αυτήν την εσχάτη πραγματικότητα, διότι η ανθρώπινη γλώσσα παραμορφώνει το αληθινό πνεύμα. Όμως παρ’ όλα αυτά θα βιώσετε το νόημα της προσευχής: «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη - εν τη νυκτί ταύτη, εν τη ώρα ταύτη - αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς», δηλαδή σε μία θεία κατάσταση, η οποία και μόνο είναι «αναμάρτητη». 
Όπως ακριβώς ο άγιος Ανδρέας Κρήτης αρχίζει τον Κανόνα του με τη δημιουργία του κόσμου: «Τον πρωτόπλαστον Αδάμ τη παραβάσει παραζηλώσας» (α’ ωδή, 3ο τροπ.), από τον πρώτο άνθρωπο έως την τελική Κρίση, κατά τον ίδιο τρόπο και μεις φέρουμε τη μνήμη τους μέσα μας. 
Ο Θεός και όλοι οι Άγιοι γνωρίζουν καθεμιά από τις εξωτερικές κινήσεις μου και ειδικά τις κινήσεις του πνεύματος και της καρδίας μου. Έχοντας μαρτυρία αυτής της τάξεως θα προσπαθούμε να ζούμε απλά, αλλά προσέχοντας να μη διαπράττουμε κανένα αμάρτημα. Αλλά δεν μπορούμε να το επιτύχουμε αυτό, εκτός εάν ικετεύουμε τον Θεό μετά δακρύων να μας φυλάξει από κάθε αμαρτία. 
Όταν ο άνθρωπος φυλάσσεται από τον Θεό, εκφράζεται στο εξής ως αληθινό πρόσωπο: «Πρόσεχε, Ουρανέ, σ’ αυτά που θα πω· Γη, άκουσε τα λόγια ενός ανθρώπου που μετανοεί». Τότε κάθε τι που συμβαίνει στη γη θα προκαλεί στον νου και στην καρδιά μας αντιδράσεις διαφορετικές από εκείνες που συνήθως παρατηρεί κανείς. Όλη η ζωή μας μπορεί να λάβει χαρακτήρα αγιότητας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου που είπε: «Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι» (Ματθ. 24:35). 
Βλέπετε τι λόγους μας απευθύνει ο Κύριος: «Εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. 16:33). Ο Κύριος ανήλθε στον Ουρανό για να καθίσει εκ δεξιών του Πατρός. Με ποια συνείδηση ζουν οι Χριστιανοί; Όσο ζούμε, ας προσπαθούμε να γνωρίσουμε αυτό το πνεύμα και τότε ο λόγος που απηύθυνε ο άγιος Ανδρέας στον Κανόνα του θα γίνει κατανοητός: «Ημαύρωσα της ψυχής το ωραίον ταις των παθών ηδοναίς…» (β’ ωδή, 6ο τροπ.).

 

Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 18 (1993), άρθρο: «Πρόσεχε ουρανέ και λαλήσω, γη ενωτίζου φωνής μετανοούσης Θεώ», σελ. 12 (αποσπάσματα).

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ Ἦχος πλ. β’ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

 ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

ΗΧΟΣ πλ.β’

  

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ.

Οὐ ἡ ἀκροστιχίς.
Ἴωμεν αὖθις τοῦ καλοῦ θρήνου χάριν.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. β’. Βοηθός καί σκεπαστής.
Ἰωήλ ὁ θαυμαστός, ὁ τοῦ Κυρίου μέγας Προφήτης, ἔφη χρησμῳδός, τό πενθεῖν ἱερῶς, καί κόπτεσθαι σάκκοις˙ ἀλλ’ ἐγώ καταφρονῶ, σύ δε Παρθένε σῶσον με.

Ὡς ὑπάρχουσα πηγή, τῆς εὐσπλαγχνίας Θεοκυήτορ, σῶμα καί ψυχήν ρυπωθέντα αἰσχρῶς, ἀπόπλυνον Κόρη, καί στολήν με καθαρόν, ἐπένδυσον τῆς χάριτος.

Μή παρίδῃς ἀγαθῇ, διεφθαρμένον ἐν ἀνομίαις, ὅλον ἐναγῆ, ταῖς πικραῖς ἡδοναῖς, γενόμενον ήδη˙ ἀλλά ῥύπου με παντός, ἀπόπλυνον καί σῶσον με.

Ἐξελθέτω τοῦ παστοῦ, νυμφίος νύμφη φησί προφήτης, καί τόν κοπετόν ἐργαζέσθωσαν νυν˙ ἡμεῖς δε ψυχή μου, τῆ Μητρί τοῦ λυτρωτοῦ, θρηνοπρεπώς προσπέσωμεν.

ᾨδὴ γ’. Στερέωσον Κύριε.
Νεώσωμεν ἄρουραν, τήν ψυχικήν ἐν τῷδε τῷ βίῳ, ἀρετάς εγκατασπείραντες˙ ἶνα ζωῆς ἄσταχυν ἐκεῖσε θερίσωμεν.

Ἀπείρανδρε Δέσποινα, τόν νεκρωθέντα τῆ ἁμαρτίᾳ, συμβουλίᾳ τοῦ ἀλάστορος, ζώωσόν με, ταῖς πρός τόν Υἱόν σου ἐντεύξεσιν.

Ὑπέπεσα Δέσποινα, τῆ ἀλογίᾳ τῶν πράξεων μου, καί εἰς βόθρον νῦν κατάκειμαι, απωλείας˙ δίδου μοι μετάνοιαν ἄχραντε.

Θηρία παγχάλεπα, τά πάθη τρέφω ἐν τῆ ψυχή μου˙ ὤν μή φέρων τήν συνοίκησιν καταφεύγω, πρός τήν σήν Παρθένε ἀντίληψιν.

ᾨδὴ δ’’. Ἀκήκοεν ὁ Προφήτης.
Ἰσχύϊ σου Θεομῆτορ, τραπήτωσαν οἱ ἐχθροί μου εἰς τά οπίσω˙ καί τά τόξα τούτων συντριβήτωσαν, λογισμοί ἀκάθαρτοι καί βέβηλοι˙ καί δίδου μοι τῷ σῶ ἱκέτῃ, δία δακρύων, βαδίζειν εἰς ἀπάθειαν.

Σειραῖς τῶν ἁμαρτημάτων, σφιγγόμενος Θεομῆτορ οὐ διαλείπω˙ ἀλλά πλέκω μᾶλλον δυσδιάλυτα, πάθη προστιθείς ἐπί τοῖς πάθεσι˙ καί γίνομαι πᾶσι κατάρα, τό τοῦ Προφήτου οὐαί προσεπισπώμενος.

Τά τραύματα τῆς ψυχῆς μου, οὐ παύομαι ἐπείξεων φιληδονίαις˙ καί προστίθημι τοῖς μώλωψιν ἀλγήματα, μένων ἀναισθήτως αθεράπευτος˙ ἐλέησον Θεογεννήτορ, καί ἴασαι με, καί σῶσον ταῖς πρεσβείαις σου.

Ὀνείρων ἀστάτων δίκην, τά πράγματα τά τοῦ βίου Θεομῆτορ, βλέπων καθ’ ἑκάστην παρερχόμενα, οὐδαμῶς λαμβάνω τούτων αίσθησιν˙ ἀλλ’ ἔτι προστέτηκα τούτοις, κισσός καθάπερ, τῷ τῆς δρυός ὑψώματι.

ᾨδὴ ἕ’. Ἐκ νυκτός ὀρθρίζοντα.
Ὑψωθείς δι’ ἔπαρσιν Πανύμνητε, πτῶμα κατέπεσον, ἁμαρτίας χαλεπόν, συντρῖβον τήν ψυχήν μου˙ καί τίς με ἐξεγερεῖ; εἰ μή σύ Θεομῆτορ.

Καρτερίαν Δέσποινα μοι δώρησαι πάσης στενώσεως καί τῶν ἔξωθεν κακῶν, ἐξαίφνης εμπιπτόντων˙ μικρόψυχος γάρ εἰμί, καί τῶν μισθῶν στεροῦμαι.

Ἀπό τῶν σκανδάλων τοῦ ἀλάστορος, ῥῦσαι με Δέσποινα, ἀπό πάσης ἀπειλῇς, καί ἐξωτέρου σκότους, τόν ἐπί σοι ἀκλινῶς, θέμενον τήν ἐλπίδα.

Λογισμοί πορνείας ἐκταράττουσι, Δέσποινα Πάναγνε, τήν ἀθλίαν μου ψυχήν, καί πείθουσιν ἀφρόνως, συγκαταθέσθαι αυτοίς˙ ἐξ ὤν με ῥύου τάχος.

ᾨδὴ ς’. Ἐβόησα ἐν ὄλῃ.
Ὁ Κύριος μοιχείαν ἐκάλεσε, πρόσωπα βλέπειν ἐμπαθώς˙ ἐγώ δε Παρθένε νοσῶν τήν ἀκρασίαν, τήν ψυχήν μολύνω, ταῖς ἀκολάστοις θεωρίαις.

Ὑπνώττοντι δεινῶς ἐπιτίθενται, ἀκολασίας λογισμοί, καί προσυνωθούσι, γαργαλισμούς καί ρεύσεις˙ ἀλλά φεῖσαι τούτων, πανάσπιλε τῆς βλάβης.

Θεόνυμφε Μαρίᾳ προσπίπτω σοι, καί ἐκβοῷ μετά κλαυθμοῦ, Θεοτόκε ῥῦσαι ψυχήν μου τήν ἀθλίαν, κρίσεως μελλούσης, καί πυρός αἰωνίου.

Ῥημάτων μέν ἀργῶν λόγους λήψεσθαι, οἴδα μαθών ἐκ τῆς Γραφής˙ ἀλλ’ ἐγώ Παρθένε ἀκαίροις φλυαρίας, καί λογομαχίαις, σχολάζων οὐ πτοοῦμαι.

Κάθισμα.Ἦχος πλ. β’. Ἐλπίς τοῦ κόσμου.
Κριτήν τοῦ κόσμου ἀγαθῇ, τόν Υἱόν σου Παρθένε, ἵλεων ποίησον ἐμοί τῷ πολλά επταικότι˙ οὐδείς γάρ ὤσπερ σύ δύναται μεσιτεύσαι, ὡς Μήτηρ οὖσα τοῦ Θεοῦ καί Δεσπότου˙ αὑτόν οὑν ἐκτενῶς ἱκέτευε ὑπέρ ἐμοῦ, μόνη εὐλογημένῃ.

ᾨδὴ ζ’. Ἡμάρτομεν ηνομήσαμεν.
Ἡμάρτομεν ἡνομήσαμεν, ἐπικράναμεν Χριστόν Παρθένε˙ πᾶσαν διετελέσαμεν πρᾶξιν τήν ἐφάμαρτον, κινοῦντες αὑτόν εἰς ὀργήν, ἀλλά σύ τοῦτον ἵλεων ἀπέργασαι, τοῖς καταδίκοις ἡμῖν.

Νοήμασι καί αἰσθήσεσι, καί ταῖς πράξεσι Θεοκυήτορ, ὅλος Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἀπέστην, καί ἐδούλευσα τυρράνοις παθών ευρεταίς˙ ἀλλά σύ τούτων λύτρωσαι καί δίδου μοι, τῆς μετανοίας αὐγήν.

Ὅτε ψυχή ἡ ἀθλίᾳ μου, ἐκ τοῦ σώματος καθυπομένειν, μέλλει τόν χωρισμόν καί οὑκ ἔστιν, ὁ λυτρούμενος ἤ παραμυθούμενος˙ τότε Δέσποινα πρόστηθι, καί ρύσαί με τῆς τῶν δαιμόνων ὁρμῆς.

Ὑπόκρισιν ὁ Δεσπότης μου, μέγα κέκλῃκε κακόν ἐν βίω˙ οὐ τῆς ἀπατηλῆς ἐργασίας Θεονύμφευτε, ῥυσθείην ἰσχύϊ τῆ ση˙ ἶνα μή τῆ μαχαίρᾳ με τοῦ Πνεύματος, διχοτομήσει Χριστός.

ᾨδὴ ἡ’. Ὀν στρατιαί οὐρανῶν.
Χρεωστικῶς τήν σήν προσκαλούμεθα, πρεσβείαν Μῆτερ Θεοῦ, πρός τόν σόν Υἱόν, πάντες οἱ ἐπταικότες, καί κατακεκριμένοι˙ ἶνα τῆς γεέννης, τῆ μεσιτείᾳ σου ῥυσθῶμεν.

Ἁμαρτωλούς καλέσαι ἐλήλυθε, τῆ μετανοίᾳ Χριστός˙ δεῦτε κατ’ ἐμέ, ὅσοι τούτου τούς λόγους, ἐσμέν ἡθετηκότες, σύν τῆ μετανοίᾳ προσπέσωμεν τῆ Θεοτόκῳ.

Ῥεῖθρα μοι νῦν δακρύων κατάπεμψον, καί στεναγμόν ἐκ ψυχῆς μετά συντριβής˙ ὅπως τήν φλόγα σβέσω, τήν ἄστεκτον ἐκείνην, καί τοῦ παραδείσου τῆς δόξης ἐπιτύχω.

Ἶνα βροτούς ὁ Υἱός σου Δέσποινα, θεώσει ὤφθη ἐκ σου, τέλειος βροτός˙ τοῦτον οὑν ἐκδυσώπει, τελείως καθαρθέντα, δείξαι κοινωνόν με, αὑτοῦ τῆς βασιλείας.

Αἰνοῦμεν. Ὁ Εἱρμός.
Ὀν στρατιαί οὐρανῶν δοξάζουσι˙ καί φρίττει τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ, πᾶσα πνοή καί κτίσις, ὑμνεῖτε ευλογείτε˙ καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἀσπόρου συλλήψεως.
Νυμφών ἑτοιμάζεται, ἐν οὐρανοῖς Θεόνυμφε ὑπό Υἱοῦ σου, χαρᾶς πάσης ἔμπλεως, τοῖς τούτου προστάγματα, τηρήσασιν αμέμπτως˙ ἐμοί δε σκότος καί ὀδυρμός, καί τό πῦρ τό γῆς γεένης˙ ὤν ῥυσθῆναι με δυσώπησον.

Ἱδρῶτες καί δάκρυα, καί πόνοι Θεονύμφευτε ἐν τῷ σταδίῳ, τούτῳ καταβάλλονται˙ ἐκεῖ δε οἱ στέφανοι καί γέρα καί βραβεία˙ καί τίς μακάριος ἀληθῶς, ὅστις κλαίων ἐπισπείρει, θεριεῖ ἀγαλλώμενος;

Ὑπόπτεροι γίνονται, τῆ μετανοίᾳ Πάναγνε, οἱ πεπτωκότες, αὖθις ὡς ἱέρακες, τήν πτῆσιν ποιούμενοι, πρός οὐρανίους νόας˙ ὤν τῆς μερίδος ὁ ἀλιτρός, καί αὑτός ἀξιωθείην, τῆ πρεσβείᾳ σου σῳζόμενος.

Ἐλέους τήν ἄβυσσον, ὡς τετοκυῖαν ἄχραντε ἐλέησον με, καί ῥῦσαι κολάσεως, καί κρίσεως Δέσποινα, τόν σόν ἀχρεῖον δούλον˙ καί βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καταξίωσον Παρθένε˙ ἶνα πόθῳ μεγαλύνω σε.

Προσόμοια. 

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Χαίροις Πατρός ἄχραντε, θυγάτηρ, Μήτηρ δε Λόγου˙ χαῖρε νύμφη Πνεύματος˙ ὑπερτέρᾳ Θρόνων τε καί θερμαίνουσα, Σεραφείμ κρείττονα˙ ἡ γνωστικωτέρᾳ, Χερουβείμ Κυριοτήτων τε, ἡ κυριεύουσα, ἡ δυνατωτέρᾳ Δυνάμεων˙ Ἐξουσιῶν προέχουσα˙ ἄρχουσα Ἀρχῶν Ἀρχαγγέλων τε, στρατηγικωτέρα˙ ἤ μᾶλλον τῶν Ἀγγέλων τοῖς πιστοῖς, διακονοῦσα τοῖς μέλλουσι, σωτηρίας τεύξασθαι.

Χαῖρε πασῶν Ἄνασσα, τῶν ἀνασσῶν Θεοτόκε, χαῖρε ὑπερέχουσα, τῶν ἐπουρανίων πασῶν Δυνάμεων, χαῖρε γῆς Δέσποινα, καί θαλάσσης μόνη˙ καί τῆς κτίσεως βασίλισσα, χαῖρε τό κράτιστον, σκῆπτρον καί γενναῖον ὀχύρωμα, καί σθένος καί κραταίωμα, τῶν βασιλευόντων Πανύμνητε˙ χαῖρε θεῖε κήπε˙ τοῦ ᾄδου χαῖρε νέκρωσις αγνή˙ χριστιανῶν καταφύγιον˙ χαῖρε παντευλόγητε.

Χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ βασιλέως Κυρίου˙ χαῖρε θεία τράπεζα, ἄρτον τόν οὐράνιον μέσον φέρουσα˙ χαῖρε γῆ εὔκαρπε, τῆς ζωῆς ἄσταχυν, θρεψαμένῃ Παναμώμητε˙ ἐξ οὐ οἱ τρώγοντες, θάνατον οὐ βλέπουσιν Δέσποινα, ζωήν δε πρός ἀΐδιον, ἄγονται καθάπερ προέφησε, μόνος ὁ τῶν ὅλων, Δεσπότης καί τροφεύς καί συνοχεύς˙ χαῖρε πιστῶν τό προσφύγιον˙ χαῖρε ὑπερθαύμαστε.

Σε τήν πανυπέρμαχον, ἐκδυσωποῦμεν Παρθένε, καί καθικετεύομεν, οἱ δεινῶς ταῖς θλίψεσι μαστιζόμενοι˙ ὡς ἰσχύν ἔχουσα, Μητρικήν πρός Κύριον, τούς ἐχθρούς ἡμῶν διάρρηξον˙ ἶνα μή εἴπωσι, πού ἔστι Θεός ὦ λατρεύουσι˙ καί γνώτωσαν οἱ ἄθλιοι, ὅτι σε καί μόνην κεκτήμεθα, σκέπην καί προστάτιν, μετά Θεόν καί πύργον ασφαλή˙ μή ὑπερίδῃς Πανάμωμε, τούς εἰς σε προστρέχοντας.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Καλό Τριώδιο



Καλό Τριώδιο
Δύο πράγματα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νὰ κατακρίνουμε τὰ ἰδικὰ μας ἁμαρτήματα καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τὰ ἰδικὰ του ἁμαρτήματα, συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα τούς ἄλλους· ἐνῶ ἐκεῖνος πού κατακρίνει τοὺς ἄλλους, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του κατακρίνει καὶ καταδικάζει, ἔστω καὶ ἂν ἔχη πολλὲς ἀρετές. Ἀληθῶς μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλά τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί. Ἐμεῖς ὅμως, ἀφήνοντας τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες, τοὺς ἄλλους ἰδίως κατακρίνουμε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζουμε, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἴμεθα δικαιότεροι ἀπὸ ὅλους, ἐὰν κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, γινόμεθα ἔνοχοι καὶ εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἰδίας τιμωρίας καὶ τῶν ἰδίων βασάνων τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος καὶ αὐτός τὸν ὁποῖον κρίνουμε·«Ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε» λέγει «τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». Διότι αὐτός πού πορνεύει, παραβαίνει ἐντολή, ὅπως καὶ ἐκεῖνος πού τὸν κρίνει. Ὥστε καὶ οἱ δύο παραβαίνουν θείαν ἐντολή, καὶ αὐτός πού πορνεύει καὶ ἐκεῖνος πού κρίνει.

Ἀλλὰ ἂς μεταφέρουμε μᾶλλον τὴν ἐξέτασι τῶν ἄλλων καὶ τὴν λεπτομερῆ ἐνασχόλησι στοὺς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί. Καὶ ἐὰν δοῦμε κάποιους νὰ ἁμαρτάνουν, ἐμεῖς ἂς ἔχουμε τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας καὶ ἂς θεωροῦμε τὰ δικὰ μας χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε, ἴσως καὶ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας νὰ μετενόησε, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε πάντοτε ἀδιόρθωτοι κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώτ, ἂν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα, κανέναν δὲν κατέκρινε, κανέναν δὲν κατηγόρησε. Γιʼ αὐτό ἐδικαιώθη καὶ διεσώθη ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν πανωλεθρία, στὰ ὁποῖα κατεδικάστησαν οἱ Σοδομίτες. Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κατακρίνοντας τοὺς ἑαυτούς μας, τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ὀνειδίζωμε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, νὰ γίνουμε ἀκατάκριτοι.

Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτή ἐδικαιώθη ὁ Τελώνης καὶ ἀπέβαλε τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἂς μισήσουμε τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ αὐτή κατεκρίθη καὶ ἔχασε τὶς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ διέπραξε τὰ καλὰ μὲ ὄχι καλὸ τρόπο, κατεκρίθη. Ὁ Τελώνης ἀπορρίπτοντας μὲ καλὸ τρόπο τὰ μὴ καλὰ ἔργα, ἐδικαιώθη. Διότι ὁ Θεὸς εἶδε μὲ συμπάθεια τὸν στεναγμὸ τοῦ Τελώνου καὶ τὴν συντριβή του καὶ τὰ κτυπήματα τοῦ στήθους του καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ «ἱλάσθητι» τὸν δικαίωσε μαζὶ μὲ τὸν Ἄβελ. Τὶς δὲ θυσίες καὶ τὶς ἀρετές καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ καυχησιολόγου καὶ ὑπερήφανου Φαρισαίου τὶς ἐσιχάθη καὶ τὶς ἀπεστράφη καὶ τὸν κατεδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάϊν, γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί, καὶ νὰ διδαχθοῦμε νὰ κάνουμε μεγάλα κατορθώματα. Νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ὅμως γιʼ αὐτά καὶ ἂν γίνουμε καλοί, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ πονόψυχοι καὶ ἐλεήμονες, καὶ ἔτσι νὰ εἶναι, ἐμεῖς νὰ ταπεινωνώμεθα καὶ νὰ μὴν ἔχουμε ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία, μήπως χάσουμε τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

Εἶναι ἀναγκαῖο καὶ ἀπαραίτητο χρέος νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τῶν ὅλων τὴν δουλικὴ ταπείνωσι, τὴν ὑπομονή, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοή, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία, καὶ νὰ μεγαλύνουμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ πανάγιο θέλημά του, καὶ νὰ μὴν αἰσθανώμεθα σὰν δαγκώματα τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ὕβρεις τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ καταβαλλώμεθα στοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ δυσανασχετοῦμε, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, διότι καὶ ἀπὸ αὐτά καρπωνόμεθα πολλὴ ὠφέλεια.

Ἂς μάθουμε καὶ ἂς γνωρίσουμε, ἀδελφοί μου, τὴν δύναμι καὶ τὴν ἐνίσχυσι καὶ τὴν βοήθεια τῆς ταπεινώσεως. Ἂς μὰθουμε τὴν καταδίκη καὶ τὴν ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια πού προξενεῖ ἡ ὑψηλοφροσύνη: ἡ σκιὰ τοῦ Βεεμώθ, κατὰ τὸν Ἰώβ, στοὺς ὑγρούς τόπους καὶ στὶς καλαμιὲς καὶ ἡ ἐκτροπή ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.

Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ συντριβὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας μας στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξι, γιʼ αὐτό παρακαλῶ νὰ ἐξομολογῆσθε στὸν Θεὸ συνεχῶς καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Διότι ἐὰν τοῦ παρουσιάζουμε γυμνὴ τὴν συνείδησί μας καὶ τοῦ δείχνουμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας καὶ δὲν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀποθηριωνόμεθα μὲ τὶς ὕβρεις τῶν συνανθρώπων μας, οὔτε λυπούμεθα γιὰ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καὶ θὰ μᾶς κεράση τὰ φάρμακα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας του· θὰ τὰ βάλη στὰ τραύματά μας καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἂς δείξουμε τὰ ἁμαρτήματά μας στὸν Κύριο πού δὲν ντροπιάζει, ἀλλά θεραπεύει· διότι καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα.

Ἂς εἰποῦμε λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματά μας, ἀδελφοί, καὶ ἂς ἐξομολογοηθοῦμε καθαρὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν συμπάθειά του. Ἂς ἀφησουμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶμε ἐκεῖ καθαροὶ καὶ ἕτοιμοι καὶ νὰ εἰσαχθοῦμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτὴ στὴν Βασιλεία του τὴν ἀτελεύτητο καὶ αἰωνία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ ἀγέραστες διαμονὲς καὶ τὴν ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἀπόλαυσι…

Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος


Πέμπτη του Μεγάλου Κανόνος 
Συναξάρι Τριωδίου  

 

Την ημέρα αυτή, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ψάλλουμε την ακολουθία του κατανυκτικού Μεγάλου Κανόνος. 
Τον κανόνα αυτόν, τον μεγαλύτερο απ’ όλους, τον συνέθεσε με άριστο και τεχνικότατο τρόπο ο άγιος πατέρας μας Ανδρέας ο Κρήτης, που ονομαζόταν και Ιεροσολυμίτης. 
Αυτός έζησε οσιακή και θεοφιλή ζωή και άφησε στην Εκκλησία του Θεού πολλά ψυχωφελή συγγράμματα, δηλαδή λόγους και κανόνες πανηγυρικούς. 
Κοντά σε πολλά άλλα έκανε και τον παρόντα Μέγα Κανόνα, που έχει άπειρη κατάνυξη, διότι μέσα σ’ αυτόν συγκέντρωσε και έβαλε όλες τις ιστορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι την ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων. 
Με αυτόν λοιπόν τον κανόνα παρακινεί κάθε ψυχή να μιμείται όσο μπορεί τα καλά παραδείγματα που ιστορούνται και να αποφεύγει τα κακά, και πάντα να ανατρέχει προς τον Θεό με μετάνοια και δάκρυα και κάθε θεάρεστη πράξη. 
Τόσο όμως όμορφα και μελωδικά ρέει αυτός ο κανόνας, ώστε είναι ικανός να μαλακώσει και την πιο σκληρή καρδιά και να την παρακινήσει στην αρετή, αρκεί να ψάλλεται με συντετριμμένη καρδιά και την πρέπουσα προσοχή. 
Την ίδια εποχή και ο μέγας Σωφρόνιος, πατριάρχης Ιεροσολύμων, συνέγραψε τον βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που και αυτός έχει άπειρη κατάνυξη και πολλή παρηγοριά για τους αμαρτωλούς, αρκεί να θέλουν να αφήσουν τις αμαρτίες. 
Η αιτία που σήμερα ψάλλεται ο Μέγας Κανόνας και διαβάζεται ο βίος της οσίας Μαρίας είναι, καθώς η αγία Τεσσαρακοστή πλησιάζει στο τέλος της, να μη γίνουν οι άνθρωποι ράθυμοι και αμελήσουν τους πνευματικούς αγώνες και αφήσουν τη σωφροσύνη. 
Έτσι ο μέγιστος Ανδρέας, ως άριστος γυμναστής, με τις ιστορίες τού Μεγάλου Κανόνος από τη μια διηγείται την αρετή των μεγάλων ανδρών και από την άλλη την εκτροπή των φαύλων, και κάνει γενναιότερους αυτούς που κουράστηκαν και τους ωθεί να προχωρούν με ανδρεία μπροστά. 
Ο δε ιερός Σωφρόνιος, με την διήγηση της υπέρ φύση ζωής της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, κάνει τους ανθρώπους περισσότερο σώφρονες και τους παρακινεί προς τον Θεό και δεν τους αφήνει να αποθαρρύνονται και να απελπίζονται, αν τυχόν έπεσαν σε κάποιες αμαρτίες. Διότι η διήγηση αυτή παρουσιάζει πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία και η ευσπλαχνία του Θεού προς όσους μετανοούν ολόψυχα. 
Ονομάζεται δε Μέγας ο Κανόνας ίσως για τα νοήματά του, αλλά και επειδή ο αριθμός των τροπαρίων φτάνει τα διακόσια πενήντα, και το καθένα στάζει ανέκφραστη ευχαρίστηση. 
Ταιριαστά επομένως και σωστά ο Μέγας αυτός Κανόνας που έχει μεγάλη κατάνυξη ορίστηκε να ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. 
Τον Μέγα Κανόνα και τον βίο της Οσίας Μαρίας τα πρωτοέφερε στην Κωνσταντινούπολη ο ίδιος ο άγιος Ανδρέας, όταν, μοναχός ακόμη, στάλθηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο να μετάσχει στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο κατά των Μονοθελητών. Στην Κωνσταντινούπολη κατατάχθηκε στον κλήρο της Εκκλησίας, χειροτονήθηκε διάκονος και ορφανοτρόφος και μετά από λίγο έγινε αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Έπειτα έφτασε στη Μυτιλήνη, στην πόλη που ονομαζόταν Ιερισός (Ερεσός), και εκεί εξεδήμησε προς τον Κύριο. 
Με τις πρεσβείες του αγίου Ανδρέα, Θεέ μας, ελέησε και σώσε μας. Αμήν. 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του Αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο “Νέον Λειμωνάριον”, Βενετία 1819, σελ. 289.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Περὶ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης



Περὶ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου

Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης
Τό περιεχόμενον τῆς παραβολῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη’ 10-14) ἀποτελεῖ κάτι σὰν προγύμνασμα καὶ προετοιμασία γιʼ αὐτοὺς πού θέλουν νὰ πλησιάσουν τὴν ἱερὰ ταπείνωσι, πού περιέχεται σὲ ὅλες τὶς ἀρετές ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζεται πράγματι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, καὶ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν θεομίσητον ἀλαζονείαν, ἡ ὁποία ἀποτρέπει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε φιλόχριστη ἀρετή. Ποιός λοιπὸν δὲν θὰ ποθήση νὰ μιμηθῆ τὸν τελώνη καὶ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴν μετάνοιά του καὶ δὲν θὰ ἀποστραφῆ τὴν ἔπαρσι τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ μὲν ταπείνωσις συνδέεται μὲ τὸν Χριστόν, ἡ δὲ ἀλαζονεία μὲ τὸν ὑπερήφανο δαίμονα;

Ἡ ἀλαζονεία εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία αὐτὴ πού ἔκανε τὸν πρῶτο ἀπό τούς ἀγγέλους, πού ὀνομαζόταν καὶ ἑωσφόρος, διάβολον. Αὐτὴ ἐξεδίωξε τὸν γενάρχη Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο. «Καθεῖλε δυνὰστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς». «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν». Αὐτή καταδικάζει τὸν Φαραώ: «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἔστι Θεός». Αὐτή κατέβαλε τὸν Ναβουχοδονόσορα, διότι «Κυρὶῳ Θεῷ σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις»· καὶ «οὐ ποιήσεις οὐδέν ὁμοίωμα».

Ἂν καὶ τοῦ ἑνὸς ἡ ἀρρώστια ἐθεραπεύθη, ἐνῶ τοῦ ἄλλου τὸ πάθος κατήντησεν ἕξις. Ἀληθῶς, πυρετὸς εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια πού ἀδρανοποιεῖ τὴν εὐαισθησία τοῦ ἄρρωστου, ψυχασθένεια φοβερή ποὺ ἐρεθίζει τὸν ἄνθρωπο πρὸς πτῶσιν, ὑδρωπικία εἶναι, γεμάτη ἀπὸ ὑγρὸ καὶ ἀέρα. «Τὶς γὰρ ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος Κυρίου; Ἀθῶος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβε ἐπὶ ματαὶῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ». Τοιαύτη ἦταν ἡ ματαιότης καὶ ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, ἡ ὁποία ἀφαιρώντας του καὶ τὴν τελευταία ἰκμάδα χάριτος, τὸν ἄφησε σὰν ξηραμένη γῆ. Ὁπωσδήποτε τὸ γνωρίζετε αὐτό καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν πεῖρα· ὁ ἀλαζών δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τῆς τελειοποιητικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτό εἶναι ἄνυδρος καὶ ξηρός, ἀφοῦ τοῦ λείπει ἡ ζωτικὴ θερμότης καὶ ἡ ζωογόνος ὑγρασία. Σʼ αὐτόν, ὅπως στὸ ἀπογυμνωμένο δένδρο, φτιάχνει τὴν φωλιὰ τοῦ ὁ νυκτοκόρακας διάβολος.

Καὶ μὲ ἕνα λόγο, ἡ ταπείνωσις εἶναι τροφὸς τῶν ἀρετῶν, ἀρχή καὶ τέλος καὶ κεφαλὴ τοῦ κάλλους τῆς χριστιανικῆς εὐσέβειας. Ἀφανισμὸς τῶν παθῶν, διατήρησις τῆς ὑγρασίας στὴν ρίζα τῆς πίστεως. Ἡ ταπείνωσις συνυπάρχει μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος διώκει τὴν ἀνομία, ὅπως εἶπαν καὶ ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Σολομών. Εἶναι ἀληθές ὅτι «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου». Αὐτή κάνει τὸν Τελώνη κήρυκα τοῦ Πνεύματος, ἡ δὲ ἀλαζονεία κατασκευάζει τὸν Φαρισαῖο τύμπανο κενὸ πού ματαίως ἀλαλάζει. Ἀληθῶς σὰν τὰ ρόδια τῶν Σοδόμων εἶναι ὁ ὑποκριτής, πεπόνι ὄμορφο ἀπʼ ἔξω, ἄλλα ἐσωτερικῶς σάπιος καὶ ἄχαρος.

Ἀνέβη στὸ ναὸ ὁ Τελώνης καὶ μάλιστα ἀνέβη καὶ σωματικῶς καὶ ψυχικῶς. Ἀνέβη στὸ ναὸ ὁ Φαρισαῖος σωματικῶς, ὄχι ὅμως καὶ ψυχικῶς. Διότι ὁ μὲν ἕνας ἀνέβη κατεβαίνοντας ψυχικῶς μὲ τὴν ταπείνωσι, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη ψυχικῶς ἀνεβαίνοντας μὲ τὴν ὑπερη-φάνεια. Ὁ ἕνας ἀνέβη μὲ «ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» κατὰ τὸν Δαυΐδ, ἐπῆρε δηλαδὴ τὸν δρόμο πού ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη κατεβαίνοντας στὸν ἑωσφόρο, τὸν ἀρχηγό τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ ἕνας ἀνέβη μὲ τὴν ἀνάβασι καὶ τὴν ἐπίδοσι στὶς ἀρετές, ἐνῶ ὁ ἄλλος κατέβη ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ αὐτές, ἐπέρασε στὶς κακίες.

Πολλοὶ ἔρχονται μέσα στὸν ναόν, ἀλλὰ λίγοι μετέχουν τῆς ἱεροτητάς του, διότι δὲν εἶναι ἄξιοι τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ ὁ ὑπερήφανος «οὗ μένει ἐν τῇ ἀγάπῃ, ὁ δὲ μὴ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῶ οὐ μένει» κατὰ τὸν Ἰωάννην. Ἐνῶ αὐτὸς πού παραμένει στὴν ἀγάπη. μένει στὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς σʼ αὐτόν, καὶ εἶναι ναὸς Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κυρίως εἰσέρχονται στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, στοὺς ὁποίους καὶ ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Φωτίζει δὲ ὁ Θεὸς μόνο τοὺς νηπίους καὶ μικρούς, κατὰ τὸν μουσουργὸν Δαυΐδ. Διότι «ὅπου ταπείνωσις, ἐκεῖ καὶ σοφία» κατὰ τὸν Σολομῶντα· σοφία πίστεως καὶ σοφία πράξεως.

Αὐτή ἡ σοφία ἔλειπε ἀπὸ τὸν Φαρισαῖο, γιʼ αὐτό καὶ σὰν ὑποκριτὴς πού εἶναι εὐχαριστεῖ μόνο γιὰ τὰ ἐξωτερικὰ τὸν Θεό, ἐσωτερικῶς δὲ γίνεται ἀχάριστος πρὸς τὸν Θεό. Διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἐντολή «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ἦταν καλὸς ὁ λόγος «εὐχαριστῶ σοι», ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος δὲν ἀπέδιδε τὴν ἀρετή στὸν ἑαυτό του, ὅπως ὁ Ναβουχοδονόσορ καὶ ὁ Σεμεΐας καὶ ὁ Πέτρος· σʼ αὐτήν τὴν ὑπερηφάνεια εἶχε πέσει ὁ ἑωσφόρος καὶ ὁ Ἀδάμ. Ὅμως ἐνόμιζε πώς ἔχει αὐτό πού δὲν εἶχε· καὶ ἂν τὸ εἶχε, τὸ ἔχασε μὲ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἐπειδὴ κι ἐκεῖνος πού ἔχει, ὀφείλει νὰ ὁμολογεῖ ὅτι δὲν ἔχει καὶ νὰ λέγη «Ἀχρεῖος δοῦλὸς εἰμι», ἐπειδὴ «οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν».

Πράγματι ἀποβάλλει τὴν ἀρετήν αὐτός πού δὲν ταπεινώνεται καὶ αὐτός πού δὲν ἀγαπᾶ, καταφρονεῖ. Ἀληθῶς, εἶναι ἀρχή κάθε εἴδους ἁμαρτίας ἡ ὑπερηφάνεια. Αὐτή ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος, τὸν φθόνον ὁ φόνος· ἐξ αἰτίας αὐτῆς ὁ Ἀβεσσαλώμ βλέπει σὰν ἐχθρό τὸν πατέρα του καὶ σπεύδει νὰ τὸν φονεύση. Εἶναι ὄντως χειρότερος ὁ κρυφὸς κακὸς ἀπὸ τὸν φανερὸ καὶ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος ἐξηπάτησε τὸν πρωτόπλαστο μὲ τὸν ὄφι.

Γιʼ αὐτό ὁ φανερὰ κακότροπος δικαιώνεται καὶ ὁ ἀφανής καταδικάζεται. Ἐπειδὴ ὁ ἕνας ἔχει μόνον τοὺς κακοὺς τρόπους, ἐνῶ στὸν ἄλλον ἀκολουθοῦν τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη, καὶ γιʼ αὐτὸ ἡ ἄκρα ἀλήθεια τὸν ἀποδιώκει. Ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι πού χαρακτηρίζει τοὺς ἐκλεκτούς, σύμφωνα μὲ τὴν δευτέρα ἐπιστολὴ τοῦ Πέτρου, τὸ πρῶτο κεφάλαιό της πρὸς Ἐφεσίους τοῦ Παύλου καὶ τὸ τρίτο πρὸς Κολασσαεῖς, ἡ δὲ ἔχθρα ἀποδοκιμάζει.

Ὁ Τελώνης ἀνεγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ ἐδικαιώθη φεύγοντας μακρυά της. Γιʼ αὐτὸ καὶ ζῆ, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰεζεκιήλ. Αὐτὴ τὴν ζωὴν ηὖρε καὶ ὁ Δαυΐδ, ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε ὁ Νάθαν. Ὁ Φαρισαῖος δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ ἔφυγε μακρυὰ ἀπὸ τὴν ζωή. Καὶ πρόσεξε πάλι καλὰ τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸ προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος Τελώνης»· γιὰ παραδειγματισμὸ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δικαιώνουν τοὺς ἑαυτούς των καὶ ἐξουθενώνουν αὐτούς πού ἁμαρτά-νουν. Παρουσιάζει ὁ Κύριος τὸν Φαρισαῖο ὡς παράδειγμα τῶν ὑπερήφανων, τὸν δὲ Τελώνη ὡς παράδειγμα αὐτῶν πού ἁμαρτάνουν, ἀλλά προσεύχονται καὶ ἐξομολογοῦνται μὲ συντετριμμένη καρδία, ὥστε νὰ μᾶς διδάξη ὅλους νὰ μισοῦμε τὴν ὑπερηφάνεια, τὴν δὲ ταπείνωσι νὰ τὴν ἀγαποῦμε.

Δείχνει καθαρὰ ἀπὸ αὐτή τὴν παραβολὴ ὁ Χριστὸς ὅτι ἡ μὲν δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀρετή εἶναι μεγάλη καὶ φέρει τὸν ἄνθρωπο κοντὰ στὸν Θεό, ὅταν ὅμως συνδυασθῆ μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ρίχνει τὸν ἄνθρωπο στὸν κατώτερο βυθό. Αὐτὸ ἔπαθε καὶ ὁ Φαρισαῖος καὶ ἀπὸ αὐτή τὴν αἰτία κατεκρίθη καὶ κατέληξε στὴν ἀπώλεια. Διότι ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι βδελυκτὴ καὶ μισητὴ καὶ βαρύτερη ἀπὸ κάθε κακία καὶ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐνῶ ἡ ταπείνωσις μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγησι τὸν δικαιώνει καὶ τὸν ἀξιώνει τῆς σωτηρίας, τὸν φέρει δὲ καὶ τὸν τοποθετεῖ κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτό ηὖρε ὁ Τελώνης καὶ ἀπὸ αὐτή τὴν αἰτία ἐδικαιώθη καὶ ἀξιώθηκε τῆς σωτηρίας.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθείς (ἀφοῦ ἐστάθη, γιὰ λίγο) πρὸς ἑαυτόν, εἶπε· ὁ Θεὸς εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἄνθρωπων, ἅρπαγες, ἄδικοι». Ἀλλοίμονο, τί ὑπερηφάνεια! Ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἠσαΐας τὴν κατακρίνουν, ἐπειδὴ αὐτή κατέβασε τὸν Ἰωσὴφ στὴν Αἴγυπτο καὶ προξένησε στὸν Φαραὼ τὸ θράσος καὶ ἀκολούθως ὅλα τὰ κακὰ τότε στὴν Αἴγυπτο· ἔγινε αἰτία νὰ χαθῆ «τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ μετʼ ἤχου» κατὰ τὸν ἱεροψάλτη Δαυΐδ καὶ νὰ μὴ διαιωνισθῆ ἡ μνήμη του. Ἀλλοίμονο στὸ ἀναιδέστατο στόμα· δὲν εἶμαι, λέγει, ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἤ καὶ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ Τελώνης. Ὡς ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας ἐμφανίζεται ἡ ὕβρις· διότι ὅποιος περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς θεωρεῖ σὰν ἕνα τίποτε καὶ τοὺς ἀποστρέφεται, ἄλλους ὡς πτωχούς, ἄλλους ὡς ταπεινῆς καταγωγῆς, ἄλλους ὡς ἀμαθεῖς καὶ ἁπλοϊκούς, ἄλλους δὲ ὡς ἄδικους καὶ ἁμαρτωλούς, ἀπὸ αὐτή τὴν ὕβρι παρασύρεται καὶ μόνον τὸν ἑαυτόν του θεωρεῖ σοφό, συνετό, εὐγενῆ, πλούσιο, δυνατό, δίκαιο καὶ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Πράγματι ἡ ὕβρις εἶναι ἀρχή τῆς ὑπερηφάνειας καὶ ἡ ὑπερηφάνεια κακὸ γεννημένο ἀπὸ τὴν ὕβρι. Γιʼ αὐτό καὶ ἡ περιβόητος ἡμέρα τοῦ Κυρίου θὰ ἐκδικηθῆ κάθε ὑβριστή καὶ ὑπερήφανο, ἐπειδὴ οἱ ἁμαρτίες αὐτές ὡς συγγενεῖς τιμωροῦνται μὲ τὸν ἲδιο τρόπο.

Ὁ Φαρισαῖος ἔδειξε καὶ μὲ τὸ σχῆμα καὶ μὲ τὴν στάσι του τὴν ὑψηλοφροσύνη καὶ τὴν ἀλαζονεία πού εἶχε. Καὶ τὰ λόγια του στὴν ἀρχή μὲν ἦσαν λόγια εὐγνωμοσύνης, διότι ἔλεγε «ὁ Θεὸς εὐχαριστῶ σοι». Μετὰ ἀπʼ αὐτά ὅμως ὅσα εἶπε ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ ἀλαζονεία καὶ ὑπερηφάνεια. Ἐπειδὴ δὲν εἶπε: Σὺ μὲ δημιούργησες, Κύριέ μου καὶ μὲ τὴν βοήθεια τὴν δική σου ἐλευθερώνομαι ἀπὸ κάθε ἀδικία καὶ ἁρπαγή καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κακὰ· διότι λέγει: «Τί ἔχεις ὁ οὐκ ἔλαβες;». Ἀλλὰ ὅλα τὰ κατορθώματα θεωροῦσε ὅτι τὰ εἶχε κατορθώσει μὲ τὴν δική του δύναμι. Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ γνωρίζη μὲ βεβαιότητα ὅτι χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἠμπορεῖ, οὔτε ἔχει τὴ δύναμι νὰ κατορθώση κάτι καλό. «Χωρὶς ἐμοῦ» λέγει ὁ Χριστὸς «οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καὶ ὁ Ἀπόστολος «οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ»· καὶ «οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλʼ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί»· καὶ «ὁ Θεὸς ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν». Καὶ ὁ Προφήτης· «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήση οἶκον εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες».

Γιʼ αὐτό ὁ μὲν Τελώνης ἦταν κῆπος πού ἔπλεε στὰ πνευματικὰ ὕδατα, ὁ δὲ Φαρισαῖος βαλανιδιὰ χωρὶς φύλλα, σύμφωνα μὲ τὸν Ἠσαΐα καὶ τὸν Σολομῶντα. Διότι ἂν καὶ ἔχουμε τιμηθῆ μὲ τὸ αὐτεξούσιο τῆς προαιρέσεως, ἀλλʼ ὅμως, χωρὶς τὴν συμμαχία ἀπὸ ψηλά, κανένα ἀνδραγάθημα δὲν θὰ κατορθώσουμε νὰ ἐπιτελέσουμε. «Οἶδα γὰρ» λέγει «ὅτι οὐ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁδός αὐτοῦ, οὐδὲ πορεύεται ἀνήρ κατορθῶσαι πορείαν αὐτοῦ». Μὴ λοιπὸν θεωροῦμε δικές μας τὶς νίκες στοὺς ἀγῶνες. Δικὴ μας εἶναι μόνο ἡ προαίρεσις γιὰ τὸ καλλίτερο καὶ ἡ προσπάθεια, τοῦ Θεοῦ δὲ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀγαθῆς ἐπιθυμίας καὶ διαθέσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐκ φύσεως τὴν δυνατότητα, ἀλλά λαμβάνει ἀπὸ τὴν Χάρι τὴν ἱκανότητα νὰ λέγη «μπορῶ…». Ὁ ἀντίθετος ἰσχυρισμὸς εἶναι περιαυτολογία καὶ καύχησις. «Τί γὰρ ἔχεις ὁ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;».

«Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι (ὅσα ἀποκτᾶ, ὄχι ὅσα ἔχει)». Ἐπειδὴ κατηγόρησε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὸν Τελώνη ὁ Φαρισαῖος ὅτι εἶναι μοιχοὶ καὶ ἅρπαγες, αὐτός προβάλει ἀλαζονικῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴν μοιχεία τὴν νηστεία· ἐπειδὴ ἡ πορνεία προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυσι. Διότι ὁ χορτασμὸς εἶναι πατέρας τῆς ὕβρεως καὶ ἡ πορνεία γεννιέται ἀπὸ τὸ γεμάτο στομάχι. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως καταξηραίνοντας τὸ σῶμα μὲ τὴν νηστεία ἐκαυχᾶτο ὅτι ἀπέχει πολὺ ἀπὸ αὐτά τὰ πάθη. Ἐπειδὴ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύουν δύο ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, Δευτέρα καὶ Πέμπτη. Ἀπέναντι δὲ στὸ «ἅρπαγες καὶ ἄδικοι», ὁ Φαρισαῖος ἔβαλε τὸ «ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ἐκαυχήθη ὅτι τόσο ἐναντιώνετο στὴν ἁρπαγή καὶ στὴν ἀδικία, ὥστε νὰ δίδη καὶ τὰ δικά του σὲ ἄλλους. Διότι οἱ Ἑβραῖοι ἔδιδαν τὸ ἕνα δέκατον ἀπὸ ὅσα εἶχαν καὶ ἀργότερα τὰ τρία δέκατα, τὸ ἕνα τρίτον δηλαδὴ τῆς περιουσίας τους. Ἀλλά καὶ τὶς ἀπαρχές καὶ τὰ πρωτοτόκια καὶ ἄλλα πολλὰ ἔδιδαν γιὰ τὰ ἁμαρτήματα, περὶ καθαρισμοῦ, στὶς ἑορτές, ὅταν ἐγίνοντο περικοπὲς στὰ χρέη τους καὶ ὅταν ἐλευθέρωναν τοὺς δούλους καὶ ἐπίσης ὅταν ἔπαιρναν δάνεια χωρὶς τόκο. Ὅλα αὐτά ἐὰν συμψηφισθοῦν καὶ ὑπολογισθοῦν δείχνουν ὅτι τὴ μισὴ περιουσία τους τὴν ἔδιδαν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ ὑψηλοφρονοῦν καὶ νὰ ἀλαζονεύωνται ὅτι κάνουν κάτι μεγάλο. Καὶ μάλιστα ἂς ἀναλογισθοῦμε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέγει: «Ἐὰν μὴ περισσεύση ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐκ εἰσελεύσεσθε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».

«Ὁ δὲ Τελώνης μακρόθεν ἑστώς (εἶχε σταθῆ, πολλὴ ὥρα), οὐκ ἤθελε οὐδέ τούς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλʼ ἔτυπτε εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν ὅτι κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Ἐπειδὴ ὁ Τελώνης δὲν εἶχεν ἔργα ἀγαθά, οὔτε νὰ τὰ ἀπαριθμήση ἠμποροῦσε στὴν προσευχὴ του ὅπως ὁ Φαρισαῖος· ἀλλά κτυποῦσε τὸ στῆθος καὶ μαστίγωνε τὴν καρδία του καὶ μὲ πολλὴν συντριβὴ καὶ κατάνυξι ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Γιʼ αὐτό καὶ ἐξιλεώνεται ἀπὸ τὸν ἐλεήμονα καὶ διαλλακτικὸ Κύριο. Διότι ὅλα τὰ ἁμαρτήματα τὰ ἀφανίζει ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ δὲ ὑπερηφάνεια ἀφανίζει ὅλες τὶς ἀρετές, ἐπειδὴ εἶναι μεγαλυτέρα καὶ βαρύτερα ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ κακία. Εἶναι καλύτερα, ὅταν ἁμαρτάνουμε, νὰ ἐπιστρέφουμε καὶ νὰ ταπεινωνώμεθα, παρὰ νὰ κατορθώνουμε κάτι καὶ μετὰ νὰ ὑψηλοφρονοῦμε. Ὁ Τελώνης ἀπηλλάγη ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ ἐδέχθη τὴν κατηγορία τοῦ Φαρισαίου μὲ πραότητα καὶ ὑπομονή, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ τὴν δόξα ἔπεσε στὸ βάραθρο τῆς ἀτιμίας, ἐπειδὴ δικαίωσε τὸν ἑαυτόν του καὶ κατηγόρησε τὸν Τελώνη καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁ Τελώνης ἀπὸ τὴν ἀξιοκατὰκριτη ζωὴ καὶ τὴν ἁμαρτία ἐπανῆλθε στὴν μακαρία ζωὴ καὶ κατάστασι, ἐνῶ ὁ Φαρισαῖος ἐταπεινώθη ἐξ αἰτίας τοῦ μεγέθους τῆς ὑψηλοφροσύνης του.

Δύο πράγματα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νὰ κατακρίνουμε τὰ ἰδικὰ μας ἁμαρτήματα καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τὰ ἰδικὰ του ἁμαρτήματα, συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα τούς ἄλλους· ἐνῶ ἐκεῖνος πού κατακρίνει τοὺς ἄλλους, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του κατακρίνει καὶ καταδικάζει, ἔστω καὶ ἂν ἔχη πολλὲς ἀρετές. Ἀληθῶς μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλά τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί. Ἐμεῖς ὅμως, ἀφήνοντας τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες, τοὺς ἄλλους ἰδίως κατακρίνουμε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζουμε, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἴμεθα δικαιότεροι ἀπὸ ὅλους, ἐὰν κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, γινόμεθα ἔνοχοι καὶ εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἰδίας τιμωρίας καὶ τῶν ἰδίων βασάνων τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος καὶ αὐτός τὸν ὁποῖον κρίνουμε·«Ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε» λέγει «τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». Διότι αὐτός πού πορνεύει, παραβαίνει ἐντολή, ὅπως καὶ ἐκεῖνος πού τὸν κρίνει. Ὥστε καὶ οἱ δύο παραβαίνουν θείαν ἐντολή, καὶ αὐτός πού πορνεύει καὶ ἐκεῖνος πού κρίνει.

Ἀλλὰ ἂς μεταφέρουμε μᾶλλον τὴν ἐξέτασι τῶν ἄλλων καὶ τὴν λεπτομερῆ ἐνασχόλησι στοὺς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί. Καὶ ἐὰν δοῦμε κάποιους νὰ ἁμαρτάνουν, ἐμεῖς ἂς ἔχουμε τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας καὶ ἂς θεωροῦμε τὰ δικὰ μας χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε, ἴσως καὶ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας νὰ μετενόησε, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε πάντοτε ἀδιόρθωτοι κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώτ, ἂν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα, κανέναν δὲν κατέκρινε, κανέναν δὲν κατηγόρησε. Γιʼ αὐτό ἐδικαιώθη καὶ διεσώθη ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν πανωλεθρία, στὰ ὁποῖα κατεδικάστησαν οἱ Σοδομίτες. Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κατακρίνοντας τοὺς ἑαυτούς μας, τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ὀνειδίζωμε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, νὰ γίνουμε ἀκατάκριτοι. Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτή ἐδικαιώθη ὁ Τελώνης καὶ ἀπέβαλε τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἂς μισήσουμε τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ αὐτή κατεκρίθη καὶ ἔχασε τὶς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ διέπραξε τὰ καλὰ μὲ ὄχι καλὸ τρόπο, κατεκρίθη. Ὁ Τελώνης ἀπορρίπτοντας μὲ καλὸ τρόπο τὰ μὴ καλὰ ἔργα, ἐδικαιώθη. Διότι ὁ Θεὸς εἶδε μὲ συμπάθεια τὸν στεναγμὸ τοῦ Τελώνου καὶ τὴν συντριβή του καὶ τὰ κτυπήματα τοῦ στήθους του καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ «ἱλάσθητι» τὸν δικαίωσε μαζὶ μὲ τὸν Ἄβελ. Τὶς δὲ θυσίες καὶ τὶς ἀρετές καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ καυχησιολόγου καὶ ὑπερήφανου Φαρισαίου τὶς ἐσιχάθη καὶ τὶς ἀπεστράφη καὶ τὸν κατεδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάϊν, γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί, καὶ νὰ διδαχθοῦμε νὰ κάνουμε μεγάλα κατορθώματα. Νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ὅμως γιʼ αὐτά καὶ ἂν γίνουμε καλοί, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ πονόψυχοι καὶ ἐλεήμονες, καὶ ἔτσι νὰ εἶναι, ἐμεῖς νὰ ταπεινωνώμεθα καὶ νὰ μὴν ἔχουμε ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία, μήπως χάσουμε τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

Εἶναι ἀναγκαῖο καὶ ἀπαραίτητο χρέος νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τῶν ὅλων τὴν δουλικὴ ταπείνωσι, τὴν ὑπομονή, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοή, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία, καὶ νὰ μεγαλύνουμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ πανάγιο θέλημά του, καὶ νὰ μὴν αἰσθανώμεθα σὰν δαγκώματα τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ὕβρεις τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ καταβαλλώμεθα στοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ δυσανασχετοῦμε, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, διότι καὶ ἀπὸ αὐτά καρπωνόμεθα πολλὴ ὠφέλεια. Ἂς μάθουμε καὶ ἂς γνωρίσουμε, ἀδελφοί μου, τὴν δύναμι καὶ τὴν ἐνίσχυσι καὶ τὴν βοήθεια τῆς ταπεινώσεως. Ἂς μὰθουμε τὴν καταδίκη καὶ τὴν ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια πού προξενεῖ ἡ ὑψηλοφροσύνη: ἡ σκιὰ τοῦ Βεεμώθ, κατὰ τὸν Ἰώβ, στοὺς ὑγρούς τόπους καὶ στὶς καλαμιὲς καὶ ἡ ἐκτροπή ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.

Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ συντριβὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας μας στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξι, γιʼ αὐτό παρακαλῶ νὰ ἐξομολογῆσθε στὸν Θεὸ συνεχῶς καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Διότι ἐὰν τοῦ παρουσιάζουμε γυμνὴ τὴν συνείδησί μας καὶ τοῦ δείχνουμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας καὶ δὲν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀποθηριωνόμεθα μὲ τὶς ὕβρεις τῶν συνανθρώπων μας, οὔτε λυπούμεθα γιὰ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καὶ θὰ μᾶς κεράση τὰ φάρμακα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας του· θὰ τὰ βάλη στὰ τραύματά μας καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἂς δείξουμε τὰ ἁμαρτήματά μας στὸν Κύριο πού δὲν ντροπιάζει, ἀλλά θεραπεύει· διότι καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα.

Ἂς εἰποῦμε λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματά μας, ἀδελφοί, καὶ ἂς ἐξομολογοηθοῦμε καθαρὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν συμπάθειά του. Ἂς ἀφησουμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶμε ἐκεῖ καθαροὶ καὶ ἕτοιμοι καὶ νὰ εἰσαχθοῦμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτὴ στὴν Βασιλεία του τὴν ἀτελεύτητο καὶ αἰωνία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ ἀγέραστες διαμονὲς καὶ τὴν ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἀπόλαυσι «τὰ ὁποῖα εἴθε νὰ ἐπιτύχουμε ἐν Αὐτῷ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Δημοφιλείς αναρτήσεις