Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2022

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
'Αγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

Για τον Γέσιο, τον ιατροφιλόσοφο

Ο Γέσιος δεν ήταν φημισμένος λόγω του ότι φορούσε τον φιλοσοφικό τρίβωνα, αλλά κυρίως επειδή διακρινόταν στην ιατρική του τέχνη, και ήταν και αναγνωρισμένος ως άριστος διδάσκαλος της ιατρικής για όσους ήθελαν να μάθουν την τέχνη εκείνη την εποχή. Όμως ο Γέσιος, αν και είχε υψηλό φρόνημα και εξαίρετη φήμη, που απολάμβανε μεταξύ των γιατρών της Αλεξάνδρειας, δεν είχε απαλλαγεί από την ειδωλολατρικές πλάνες, όπως έλεγαν αυτοί που τον γνώριζαν από κοντά, αλλά διέδιδε παντού ότι δέχθηκε να βαπτισθεί φοβούμενος τις κυρώσεις, μάλιστα όταν βγήκε από το βαπτιστήριο, λένε ότι είπε μια βλάσφημη φράση απ’ τα ομηρικά έπη για το πνίξιμο του Αίαντα. (*)

Αυτή η ασέβεια υποκρύπτονταν μέσα του, αν και είχε λάβει το βάπτισμα, και εξ αιτίας της κορόιδευε και διακωμωδούσε τους χριστιανούς, ότι δήθεν παραλογότατα σέβονται τον Χριστό, και διακωμωδούσε τους αγίους Κύρο και Ιωάννη, ισχυριζόμενος ότι θεραπεύουν με την ιατρική τέχνη και όχι από κάποια θεία και υπέρτατη δύναμη τους ασθενείς. Ρωτώντας δε για τα φάρμακα, που οι άγιοι πρότειναν στους άρρωστους να χρησιμοποιήσουν για να λάβουν την ίαση, υποστήριζε ότι αυτά επακριβώς τα διδάσκουν και οι γιατροί της αρχαιότητας και έλεγε ότι αυτό είναι του Γαληνού, εκείνο του Ιπποκράτη, αυτό το έμπλαστρο είναι από τον Δημόκριτο, και γενικά διατείνονταν ότι όλα αυτά είναι γιατροσόφια των φημισμένων γιατρών και παρέπεμπε και στα συγγράμματά τους, όπου αυτά αναφέρονταν όπως έλεγε, και ότι με φυσικό άρα τρόπο θεραπεύονταν οι άρρωστοι που προσέρχονταν στους μάρτυρες.

Αλλά ότι αυτά ήταν φληναφήματα και ανοησίες του Γέσιου αποδεικνύεται και από τα πράγματα, αλλά και από τον ίδιο ακόμη τον Γέσιο που τα δημιούργησε, γιατί αρρώστησε ο ίδιος ο παράφρονας Γέσιος στις ωμοπλάτες, στους ώμους και το λαιμό, που έμειναν παράλυτα και καθόλου δεν κουνιούνταν. Αυτός όμως αγνοώντας την αιτία των πόνων, μάταια αγωνιζόταν να θεραπεύσει τον εαυτό του, όπως θεράπευε και τους άλλους, και χρησιμοποιούσε παντός είδους αλοιφές και διάφορα καθάρσια και ζεστά φαγητά και δύσκολες δίαιτες, γιατί πίστευε ότι είχε πάθει ψύξη και ότι δήθεν είχε συγκέντρωση ύδατος.

Δοκίμασε λοιπόν όλα όσα του έμαθαν ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης και οι άλλοι γιατροί και αφού είδε και αποείδε ότι δεν μπορούσε να θεραπευθεί από μόνος του, κάλεσε όλους του γιατρούς της πόλης, οι οποίοι, όταν ό,τι του συνέστησαν, τους διαβεβαίωσε ότι το είχε ήδη εφαρμόσει από μόνος του, έχασαν τη φωνή τους και ομολογώντας ότι μόνο πια ο Θεός μπορεί να τον κάνει καλά, του συνέστησαν φιλικά να απευθυνθεί στους μάρτυρες Κύρο και Ιωάννη.

Όταν δε ο Γέσιος επιμένοντας στη πλάνη του τους είπε ότι όλα αυτά οι άγιοι τα κάνουν με ιατρικό τρόπο και ότι δεν υπάρχει τίποτα το νέο, αλλά όλες οι συνταγές των αγίων μαρτύρων βρίσκονταν στα παλαιά βιβλία, τότε οι σοφοί αυτοί γιατροί του ανέφεραν περιπτώσεις θεραπειών και τα αντίστοιχα φάρμακα, που ήταν είτε απλά είτε άσχετα με την κλασσική ιατρική και μη μπορώντας να δώσει εξήγηση τον αποστόμωσαν.

Παρ’ όλα αυτά και αν και δεν πείστηκε παντελώς, τον έπεισαν τελικά οι ισχυροί πόνοι που τον ταλαιπωρούσαν και έτσι προσήλθε τελικά στους μάρτυρες και τους θερμοπαρακαλούσε να τον θεραπεύσουν.

Οι δε άγιοι εμφανιζόμενοι στον ύπνο του, του έδωσαν ένα φάρμακο για την αρρώστια του, που συγχρόνως θα λειτουργούσε και σαν θεραπεία της ασθένειας, αλλά και σαν τιμωρία του πάσχοντος, επειδή, αν και θεωρούσε ότι ήταν σοφός, αποδείχθηκε μωρός και τελείως ανόητος. «Φέρε», του είπαν, «ένα σαμάρι και φόρα το στους ώμους, στον τράχηλο και το λαιμό που πάσχουνε και όπου είναι το πρόβλημα, και το μεσημέρι να γυρνάς το τέμενος γύρω γύρω φωνάζοντας “Ω! πόσο μωρός είμαι και τελείως ανόητος!” και θα βρεις αμέσως την υγειά σου». Αυτός όμως πιστεύοντας ότι είναι αποκύημα της φαντασίας του, δεν έκανε τίποτε από αυτά που τον πρόσταξαν οι άγιοι.

Όμως, όταν άρχισε και πάλι να καθικετεύει τους μάρτυρες, τα ίδια τον συμβούλεψαν να κάνει και χειρότερα, καθώς, αφού ήρθαν και πάλι στον ύπνο του, τον πρόσταξαν, μαζί με το σαμάρι, να κρεμάσει απ’ το λαιμό του και ένα μεγάλο κουδούνι και μ’ αυτά να τριγυρίζει μέσα στον ναό κράζοντας και κραυγάζοντας «Είμαι βλάκας!!!». Αλλά κι αυτό το αθέτησε ερμηνεύοντάς το ως φαντασιοπληξία, γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει τι σχέση θα μπορούσε να έχει το σαμάρι και το κουδούνι με τη μέθοδο θεραπείας της αρρώστιας του, και παρακαλούσε τον Χριστό να τον θεραπεύσει από την ασθένεια και να τον γλυτώσει συγχρόνως και από τις φαντασίες του…

Τότε και πάλι του εμφανίστηκαν οι άγιοι και του επέμεναν να κάνει όλα τα προηγούμενα, αλλά με την… προσθήκη, να φορέσει χαλινάρι σαν τα άλογα και κάποιος υπηρέτης του να τον σέρνει από το χαλινάρι, ενώ αυτός θα απαγγέλλει καθαρά και με σαφήνεια τη φράση «Είμαι βλάκας!!!». Όχι βέβαια διορθώνοντας τους εαυτούς τους με την προσθήκη του χαλιναριού και του κουδουνιού, αλλά για να κάνουν πιο φανερή την ανοησία του Γέσιου με τη μεγαλύτερη ντροπή και την πιο καυστική γελοιοποίησή του να κτυπήσουν τη μεγάλη αφροσύνη του και να τον κάνουν να συνέλθει, να τον φέρουν στα σύγκαλά του.

Αυτή τη φορά ο Γέσιος δίσταζε να το θεωρήσει το πράγμα και πάλι ως φαντασιοπληξία, και για να μη προκαλέσει την οργή των αγίων, αποφάσισε με βαριά καρδιά να κάνει υπακοή στα προσταχθέντα. Τοποθέτησε λοιπόν το σαμάρι στους ώμους του, κρέμασε στο λαιμό του το κουδούνι και βάζοντας και ένα χαλινάρι στο στόμα του, είχε έναν υπηρέτη που τον τραβούσε και κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οδηγούσε μέσα στον ναό περνώντας τον και από τις δέκα στοές, ενώ εκείνος κραύγαζε συνεχώς «Είμαι βλάκας!». Κι αφού εκπλήρωσε την εντολή των αγίων, έγιανε και απήλαυσε την υγειά του, που πάντα αγαπά να υπακούει στα προστάγματα των αγίων.

Όταν νύχτωσε και πάλι του εμφανίστηκαν στον ύπνο του οι μάρτυρες λέγοντάς του: «Επειδή θεωρείς ότι τα φάρμακα που δίνουμε στους άρρωστους είναι εφευρήματα της ιατρικής, πες μας σε ποιο χειρόγραφο έγραψε ο Ιπποκράτης ή ο Γαληνός, που θαυμάζεις, τα βοηθήματα αυτά για την αρρώστια τη δικιά σου και πού λέει γι’ αυτά ο Δημόκριτος ή κάποιος άλλος γιατρός που να τα έχει αναφέρει. Αν αυτά τα βρεις να τα λένε, τότε επαληθεύεσαι και για τ’ άλλα που ισχυρίζεσαι, αλλά επειδή είναι βέβαιο ότι τίποτε από αυτά δεν είπαν, μάθε ότι και για τα άλλα, όσα λες, ψεύδεσαι!».

Μ’ αυτόν τον τρόπο οι άγιοι μάρτυρες, αφού στηλίτευσαν τον συκοφάντη, έλυσαν το όνειρο. Αυτός δε ακόμη και στον ύπνο του δεν είχε τίποτα να αντιτάξει στους μάρτυρες και ξύπνησε έκθαμβος από τον σοφότατο έλεγχο των αγίων, και αφού εξύμνησε τη δύναμή τους και αναγνώρισε ότι με τη χάρη τους και μόνο και όχι με γιατροσόφια θεραπεύουνε τους άρρωστους, που προσέρχονται σ’ αυτούς, αναχώρησε θεραπευμένος από το τέμενος.

(*) «Αίας δ’ εξαπόλωλεν, επεί πίεν αλμυρόν ύδωρ» Οδυσ. Δ 511. 
 
Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Άμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου).
Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 165

Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη



Από τη διήγηση των θαυμάτων των αγίων αναργύρων Κύρου και Ιωάννη 
Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων


Για τη Μαρτυρία, που από επήρεια έπασχε στα σπλάχνα της

Ας παρακολουθήσουμε την ασθένεια της Μαρτυρίας, αλλά και ας μη παραβλέψουμε και τη θεραπεία της, ώστε όχι μόνον να στυγνάζουμε για το πάθος, αλλά και να χαρούμε μαθαίνοντας την ίαση.

Δεινή ήταν η αρρώστια της και απερίγραπτη, γιατί δεν ήταν από φυσική αιτία, όπως όλες οι άλλες αρρώστιες, που συμβαίνουν από τη κράση και από την κίνηση των υγρών του σώματος, αλλά από εκείνες που γίνονται από επήρεια ή από φθόνο και από τη μοχθηρία ανθρώπων, που είναι χωρίς Θεό μέσα τους και που έχουν βάλει στόχο να αφανίσουν τους συνανθρώπους τους. Εάν λοιπόν η πάσχουσα έπασχε από κάποιο δηλητήριο, είτε από βλαπτικές των δαιμόνων επιθέσεις και μάστιγες, το αγνοούμε σαν άνθρωποι, και μόνον ο Θεός το ξέρει που γνωρίζει οτιδήποτε προτού ακόμη αυτό γίνει.

Φώναζε δε η γυναίκα ότι πάσχει στα σπλάχνα της και κόπτονταν και σπαράσσονταν, όμως τους ερωτώντες δεν διαφώτιζε για την αιτία της ασθένειας. Συρρέοντας και πάλι οι άριστοι από τους γιατρούς, ούτε το πάθος κατενόησαν ποιο είναι, ούτε την αιτία της αρρώστιας διέγνωσαν, ούτε καν μπόρεσαν να προσφέρουν ένα φάρμακο, αλλά χωρίς να μπορούν να ωφελήσουν και σαν να μην είχαν καν φανεί, έκαμαν πίσω. Αυτό μαθαίνοντας οι κοντινοί της συγγενείς, προς τον Κύρο και τον Ιωάννη τους μάρτυρες την φέρνουν, μη αγνοώντας τη θεία δύναμη που έχουν, με την οποία θεραπεύουν αυτούς που προσέρχονται και κάνουν τις θαυμάσιες και σωτήριες επεμβάσεις.

Οι οποίοι και τώρα κατοικτίρανε τη Μαρτυρία, που την έβλεπαν έτσι να σπαράσσεται και με πελώριες φωνές να κραυγάζει, την έφεραν σε ύπνο και την ετοίμασαν να δει ένα όνειρο, αυτοί δε ήταν μαζί και οι παρέχοντες το όραμα και οι εμφανιζόμενοι σ’ αυτό! Γιατί έβλεπε δύο άντρες με τα ιμάτιά τους να απαστράπτουνε και με πράο και μειλίχιο βλέμμα να έρχονται προς αυτή λέγοντες: «Γιατί έτσι φωνασκείς και δεν αφήνεις να κοιμηθούν όλοι αυτοί εδώ, πού χουν αρρώστιες κι έχουν έρθει για τη θεραπεία τους;» Αυτή δε τους απάντησε ότι πονούν τα σπλάχνα της κι οι άγιοι ανταπαντώντας: «Και συ μόνο», είπαν, «από όλους αυτούς έχει αφόρητο πόνο;»

Και μόλις είπαν αυτό κράτησαν κι οι δύο τη κεφαλή της και ανοίγοντας το στόμα της ο μεγαλύτερος από τους δύο, δηλαδή ο Κύρος, φύσηξε μέσα σ’ αυτό τρεις φορές· κι αφού το ‘καναν αυτό μετά αναχώρησαν, εκείνη δε σηκώθηκε από τον ύπνο της και είδε ότι μετρίασαν οι πόνοι και ήθελε να κάνει την ανάγκη της, όταν όμως κάθισε να αφοδεύσει έβγαλε απ’ τη κοιλιά της ένα πελώριο σκώληκα, που κρυφά κατέτρωγε τα σπλάχνα της και τον οποίον ως κόπρο απέβαλε.

Κι έτσι πέτυχε η Μαρτυρία να απαλλαγεί από αυτό το τρομερό πάθος και να ελεηθεί με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Χριστού και Θεού μας και με τη θεία δωρεά των σεπτών Αναργύρων. 

Από το βιβλίο: Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Αμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου). Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 132.

Εκείνος που νικά τον εαυτό του μένει αήττητος




Εκείνος που νικά τον εαυτό του
μένει αήττητος

Όλοι μας πρέπει να περάσουμε μέσα από δοκιμασίες κάθε είδους, μέχρις ότου γεμίσει η ψυχή μας με τη γνώση των παθημάτων εκείνων που υπομένουν οι γενιές η μία μετά την άλλη. Η γνώση αυτή είναι πολύτιμη για μας, αν την δεχόμαστε όπως πρέπει, χωρίς μεμψιμοιρία, χωρίς απόγνωση για τον εαυτό μας, αλλά με ευγνωμοσύνη για τη δωρεά του Θεού που μας αποκαλύπτει την άβυσσο του Άδη και έτσι μας δίνει τη δύναμη για την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου. Η αυθεντική Σωτηρία δεν συνίσταται στο να βρεθούμε σε κάποιο χώρο προστατευμένο από κάθε είδους δυσάρεστα πράγματα, αλλά στο να νικήσουμε τον Άδη με τη δύναμη της αγάπης μας προς τον Χριστό και να μην τον ατενίζουμε με το φόβο των δούλων, αλλά με την ηρεμία εκείνων που κυριαρχούν επάνω του. Ένα από τα ονόματα του Θεού μας είναι Κύριος. Εφόσον δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα του Θεού μας, πρέπει και εμείς να αποκτήσουμε κυριότητα, να γίνουμε κύριοι εν το μόνο Κυρίω. Η οδός προς την απελευθέρωσή μας περνά μέσα από την αποταγή των πολλών επιθυμιών μας, που γεννούν η αμαρτία και τα πάθη. Αν δηλαδή υστερούμε κάτι, αν κάποιος με εγκαταλείπει, αν δεν με αγαπούν, αν δεν θέλουν να με βλέπουν και τα παρόμοια, τίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να με «σκοτώνει». Αυτό βέβαια κατορθώνεται με την πράξη της αποταγής. Όχι μόνο οι μοναχοί, αλλά και όλοι όσοι αγαπούν τον Χριστό και θέλουν να Τον ακολουθήσουν, μετέρχονται στην άσκηση αυτή. Μπορούμε τότε πράγματι να πούμε ότι, όποιος νικά τον εαυτό του γίνεται αήττητος. Όλοι μας συχνά «εις θάνατον παραδιδόμεθα». Ο σωματικός όμως θάνατος, η αποχώρηση δηλαδή από αυτόν τον κόσμο, συνήθως δεν έρχεται αμέσως. Πεθαίνουμε χίλιους θανάτους κάθε ημέρα σε κάθε μία από τις μικρές αποταγές μας και, κατά το μέτρο που αυξάνει σε εμάς η ελευθερία από τα πάθη και τη δουλεία σε οποιοδήποτε, το πνεύμα μας ελευθερώνεται για τον άλλο κόσμο, για άλλο επίπεδο του Είναι. Όλα αυτά είναι τόσο πολύ απλά και πολύ προσωπικά και πολύ προσιτά ακόμη και στα παιδιά. Όταν όμως ο Θεός μας δώσει να γευτούμε λίγη από τη χαρά αυτής της ανώτερης ελευθερίας, τότε άνθρωποι που διψούν για τον Θεό θα έρθουν σε μας, «αναγνωρίζοντας» μας μία εσωτερική διαίσθηση. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο έρχεται τότε και σε μας η χαρά της αγάπης, η χαρά της δυνατότητας να βοηθούμε τους ανθρώπους, όπως κάποιος νωρίτερα βοήθησε και εμάς το ίδιο έργο, δηλαδή στην πορεία της αναζήτησης του Θεού.



 

 ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου 
Έσσεξ Αγγλίας


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Η αυθεντική Σωτηρία δεν συνίσταται στο να βρεθούμε σε κάποιο χώρο προστατευμένο από κάθε είδους δυσάρεστα πράγματα, αλλά στο να νικήσουμε τον Άδη με τη δύναμη της αγάπης μας προς τον Χριστό και να μην τον ατενίζουμε με το φόβο των δούλων, αλλά με την ηρεμία εκείνων που κυριαρχούν επάνω του.

 


Η αυθεντική Σωτηρία δεν συνίσταται στο να βρεθούμε σε κάποιο χώρο προστατευμένο από κάθε είδους δυσάρεστα πράγματα, αλλά στο να νικήσουμε τον Άδη με τη δύναμη της αγάπης μας προς τον Χριστό και να μην τον ατενίζουμε με το φόβο των δούλων, αλλά με την ηρεμία εκείνων που κυριαρχούν επάνω του.

 ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου 
Έσσεξ Αγγλίας

 

Ο «ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ»





Ο «ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ»

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 19ο, στίχοι 1 ἕως 10, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 26-01-2014.

Γιά νά μπορέσω νά προσεγγίσω καλύτερα, ἑρμηνευτικά καί σύντομα, στήν ἀγάπη σας καί τά δυό κείμενα πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, τοῦ Λουκᾶ καί τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πιθανῶς νά πρέπει νά κάνω ἕνα ξεκίνημα παράξενο καί νά θυμηθῶ κείμενα παλιᾶς τραγικῆς, φουτουριστικῆς, ἀπελπιστικῆς λογοτεχνίας πού μιλοῦσαν γιά μελλοντικές καταστάσεις πού τά πράγματα θά εἶναι δύσκολα, κείμενα Ὀργουελικά τά λέγαμε παλιά· ὅπου τά μοντέλα ἦταν διπλά. Πρῶτα ὑπῆρχε μιά βίαια εἰσβολή στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου σέ ὁποιαδήποτε δεδομένα στήν οἰκογένειά του, στήν περιουσία του, στό εἶναι του καί δεύτερο μιά βίαια εἰσβολή στό νοῦ του. Προσέξτε, αὐτές οἱ τρομακτικές λογοτεχνίες, πού ἦταν γιά μᾶς παραμύθια τότε, ἀλλά δυστυχῶς σήμερα δέν εἶναι παραμύθια εἶναι γεγονότα ὁρατά, κρίνονται σέ δύο στοιχεῖα: στήν εἰσβολή στήν πράξη τῆς ζωῆς, σ᾽ αὐτό πού ἔχεις, περιουσία τήν εἶπα, ὅπως θέλετε πεῖτε την καί σ᾽ αὐτό πού ἔχεις στό νοῦ σου, τή σκέψη σου καί τό μυαλό σου. Εἶναι ἕνα ξεκίνημα πού μπορεῖ νά βοηθήσει τώρα τήν κατανόηση τῆς διπλῆς ἑρμηνευτικῆς προσπάθειάς μου στά δυό τά κείμενα πού ἀκούσαμε.

Ὁ Χριστός περπατάει στό δρόμο, στήν Ἰεριχώ καί βλέπει τό Ζακχαῖο. Ὁ Ζακχαῖος Τόν προσεγγίζει, κατεβαίνει κάτω καί δίνει μία ὑπόσχεση. Λέει, τή μισή μου περιουσία τή δίνω καί ἄν κάποιον ἀδίκησα τά δίνω τετραπλά.

Μιά μικρή παρατήρηση, αὐτά τά ἄκουσε τό ὑπουργεῖο οἰκονομικῶν; Μήπως νά βοηθηθεῖ, δηλαδή, νά ξέρει πῶς νά πάρει τά χρήματά μας.

Δίνω λοιπόν, ἀλλά τά δίνω ἐγώ. Εἶναι μιά ἀλλαγή τοῦ συστήματος. Δέν εἶναι πιά μιά βίαια εἰσβολή στή ζωή σου τήν πρακτική, εἶναι περιουσία, αὐτό πού ἔχεις. Ὅ,τι εἶναι βίαιο, εἶναι τραγικό. Καί ἡ βία πάντοτε φτιάχνει βία. Τολμῶ νά πῶ, πιστεύω νά μή διαφωνήσετε, θά εἶστε ἐλεύθεροι βέβαια ἄν διαφωνήσετε, ὅλα τά σύγχρονα συστήματα τοῦ κόσμου, οἱ προτάσεις πού ἔχουμε, στήν οἰκονομική-πολιτική ζωή, ἀπ' τόν πιό ἀκραῖο καπιταλισμό, [μέχρι] τόν πιό ἀκραῖο κομμουνισμό, στηρίζονται στή βία. Σέ ὁποιαδήποτε ἔκφρασή της, ἀλλά στηρίζονται στή βία. Καί ἡ βία πάντοτε φτιάχνει βία. Φτιάχνει καί τρομοκρατία. Κάτω ἀπ αὐτή τήν ἔννοια, συγχωρέστε με, ἄν ἀκούω νά ὁμιλεῖ ὁ Πρωθυπουργός ἤ ὁμιλεῖ ὁ Ξηρός γιά μένα εἶναι τό ἴδιο καί τά δύο εἶναι στοιχεῖα βίας. Καί μιλοῦν στό λαό μέ βία.

Ἄλλη ἦταν ἡ γλώσσα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐδῶ ὑπάρχει τό Εὐαγγέλιο, ὑπάρχει μιά πρόταση, ἕνα κείμενο διαχρονικό. Ἀλλά, ὑπάρχει ἕνα ἀλλά, ποιόν συνάντησε ὁ Ζακχαῖος; Τόν Χριστό συνάντησε! Θά πεῖτε, ἔ, ποῦ εἶναι ὁ Χριστός τώρα; Δέν θά γίνει. Ἄν ἦταν ὁ Χριστός, μπορεῖ νά συγκινεῖτο ἡ καρδιά του καί νά ἄλλαζε καί τότε αὐτό πού λές ὡς θεωρητικό σύστημα ἀλλαγῆς τῶν πραγμάτων καί τῆς βίας, ἔτσι νά ἐπιτυγχανόταν χωρίς νά περάσει καμιά κρατική ἤ τρομοκρατική βία.

Θά τό πεῖτε ἄν δέν θυμάστε τό πρῶτο κείμενο, τήν πρώτη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πρός Τιμόθεον. Ὅπου τολμοῦσε νά κάνει μιά ἀνατροπή τῶν πάντων. Καί σήμερα δέν κάνει μιά ἀνατροπή λέγοντας, νά ὑπῆρχε μία ἄλλη κατάσταση, μία νέα γενιά οἰκονομολόγων πολιτικῶν, θά ᾽βγαζε σ᾽ ἄλλες λύσεις; Τό ἔχει ἀπαντήσει πρό πολλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί μάλιστα μέ ἕναν τρόπο ἐπικίνδυνο ἀκόμη καί γιά τή σκέψη μας. Τί λέει στόν Τιμόθεο; «Μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτῳ», δέν πειράζει πού εἶσαι νέος, δέν εἶναι ἐκεῖ ἡ ἱστορία, ποιά θά εἶναι ἡ νέα γενιά πού θά ἀλλάξει τά πράγματα. Ἀλλά αὐτή ἡ γενιά πού ἔχει αὐτά τά στοιχεῖα, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μιλάει γιά πίστη, γιά ἀγάπη, γιά ἁγνότητα, γιά καθαρότητα, ὅπου οἱ καρδιές εἶναι ἀλλαγμένες. Ὅπου δέν φοβόμαστε οὔτε ἡλικίες οὔτε τίποτε, οὔτε ψάχνουμε ἄλλα προσόντα. Ψάχνουμε αὐτή τήν καθαρότητα, ὁπότε καταργεῖται τί; Ἡ βίαια εἰσβολή στό νοῦ μας.

Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία αὐτή, ἡ ἔλλειψη καθαρότητας εἶναι ἡ βίαια εἰσβολή στό νοῦ μας. Νά λοιπόν δύο βίες, ἡ βίαια εἰσβολή στήν ὕπαρξή μας, στήν περιουσία μας καί ἡ βίαια εἰσβολή πάνω στό νοῦ μας καί αὐτή εἶναι ἡ καταστροφή τοῦ ἀνθρώπου.

Θέλουνε πολίτες ἤ φυτά; Αὐτό εἶναι τό ἐρώτημα. Μά ἀπ ὅ,τι βλέπω, ἡ ἀπάντησή μου εἶναι βέβαιη, ἀπό μένα ὅμως δοσμένη, σίγουρα θέλουνε φυτά. Κι ἐμεῖς δέν θέλουμε φυτά. Θέλουμε τόν ἄνθρωπο τοῦ Εὐαγγελίου, θέλουμε τόν Ζακχαῖο, ὁ ὁποῖος συγκλονίζεται ἀπό τόν Χριστό καί ἀπό τούς Ἁγίους πού βλέπει στή ζωή του, ἔχετε μία εὐθύνη γι᾽ αὐτό τό πράγμα, πόσους Ἁγίους συναντάει κάθε ἄνθρωπος στή ζωή του κάθε μέρα. Καί ταυτόχρονα θέλουμε αὐτήν τήν καθαρότητα τοῦ νοός, ὅπως τήν περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ ἕνα νέο άνθρωπο. Ἔχει κανείς νά πεῖ κάτι ἄλλο; Μπορεῖ νά πεῖ κανείς πώς αὐτή ἡ φιλοσοφία τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τό γίγνεσθαι δέν μᾶς δίνει τέτοια δεδομένα. Πῶς δέν τά ᾽δωσε; Καί γιά τίς δύο τίς βίες ἔχουμε ἀπάντηση. Ποιός θά τό κάνει; Ἀλήθεια μεγάλο τό ἐρώτημα, ποιός θά τό κάνει, ἀφοῦ ὅπως σᾶς εἶπα γελῶ ἄν ἀκούσω καί τόν Πρωθυπουργό καί τόν Ξηρό, ποιός θά τό κάνει;

Ἐσεῖς τί εἶστε ἐδῶ πέρα; Ἐμεῖς τί εἴμαστε οἱ Χριστιανοί; Τί παρουσία ἔχουμε πάνω στόν κόσμο; Ποιό εἶναι τό στίγμα πού ἀφήνουμε; Εἶναι ἕνα στίγμα ἑνός περαστικοῦ περάσματος, ὅπου παίρνουμε τά γίγνεσθαι καί λέμε, ἔ, τίποτα δέν θά γίνει καί τό πολύ-πολύ διαμαρτυρόμαστε, γιατί μετά κάποιοι θά διαμαρτυρηθοῦν καί θά πετάξουν καί μερικά γκαζάκια ἤ μερικά μολότοφ καί θά ποῦμε εἶναι τρομοκράτες. Εἶναι τρομοκράτες. Ἐμεῖς ἔχουμε ἄλλη ἀλλαγή στόν κόσμο. Ἄν αὐτό τό ξεχάσουμε, τά δυό κείμενα πού ἀκούσαμε σήμερα, εἶναι γελοῖα πρός τό ἄκουσμα δηλαδή, γιατί νά τά ἀκούσουμε, γιατί τά λέει ἡ Ἐκκλησία; Ἐπειδή εἶναι Κυριακή πρωί καί βρεθήκαμε ἐδῶ ὅλοι μαζί, γιά νά ἀκούσουμε καί ἕνα κείμενο καί νά κάνουμε καί ἕνα κήρυγμα; Ἄν αὐτό δέν συγκλονίσει τή ζωή μας τί θά γίνει;

Δύο συγκλονιστικά κείμενα καί τότε πιά δέν θά ἀπογοητευτῶ ἄν ξαναθυμηθῶ τά τραγικά μυθιστορήματα τοῦ Ὄργουελ, γιά τήν καθήλωση τῆς περιουσίας μας καί τοῦ νοῦ μας. Γιατί ἔχω τό Εὐαγγέλιο. Κανένας Ὄργουελ, κανένας τρομοκράτης δέν πιάνει στή ζωή μου. Ἄν δέν τό κάνουμε, ἄν δέν τό λειτουργήσουμε ἔτσι, εἴμαστε ἐμεῖς οἱ τρομοκράτες πού καταστρέφουμε τή ζωή μας.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

Τέτοιοι άνθρωποι ζουν σε ένα είδος νυκτομαχίας και ψηλαφούν το σκοτάδι





 ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ 
Ισαάκ του Σύρου
Λόγος ΜΓ΄

Είναι ανώτερος ο κοσμικός που ταλαιπωρείται μαζί με τους κοσμικούς και κακοπαθεί στα βιοτικά από το μοναχό που κακοπαθεί στα βιοτικά και συζεί με τους κοσμικούς. Όποιος αναζητεί τον Θεό με θερμό ζήλο και με όλη την καρδιά του νύχτα και ημέρα και ξεριζώνει από αυτήν τις προσβολές που φυτεύονται από τον εχθρό είναι φοβερός στους δαίμονες και ποθητός το Θεό και τους αγγέλους του. Η νοητή χώρα του καθαρού στην ψυχή είναι μέσα του, ο ήλιος που λάμπει σε αυτόν είναι το φως της Αγίας Τριάδος, ο αέρας που αναπνέουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας είναι το παράκλητο και Πανάγιο πνεύμα, οι συγκάθεδροι αυτού είναι οι άγιες και ασώματες φύσεις και η ζωή και η χαρά και η ευφροσύνη αυτού είναι ο Χριστός, το φως από το φως του Πατρός. 

Τέτοιος άνθρωπος ευφραίνεται πάντοτε με τη θεωρία της ψυχής του και θαυμάζει το κάλλος του εαυτού του και είναι εκατονταπλασίως φωτεινότερος από τη λαμπρότητα του ήλιου. 

Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ και η Βασιλεία του Θεού η κρυμμένη μέσα μας κατά το λόγο του Κυρίου. Αυτή η χώρα είναι νεφέλη της Δόξας του Θεού στην οποία θα εισέλθουν μόνο οι καθαροί στην καρδιά για να ιδούν το πρόσωπο του Δεσπότη των και να καταυγάσουν στο νου τους από τις ακτίνες του φωτός του.

Αντιθέτως ο θυμώδης, ο οργίλος, ο πλεονέκτης, ο γαστρίμαργος, ο συναναστρεφόμενος με τους κοσμικούς, εκείνους που θέλει να επιβάλει το δικό του θέλημα, ο οξύχολος ο γεμάτος πάθη· τέτοιοι άνθρωποι ζουν σε ένα είδος νυκτομαχίας και ψηλαφούν το σκοτάδι ευρισκόμενει έξω από τον τόπο της ζωής και του φωτός· διότι η χώρα εκείνη της ζωής έχει κληροδοτηθεί στους αγαθούς και ταπεινόφρονες που έχουν καθαρίσει τις καρδιές τους.
 ***
Κρείσσων κοσμικός ταλαιπωρών εν τοις κοσμικοίς και τοις βιωτικοίς κακοπαθών, μοναχού τοις βιωτικοίς κακοπαθούντος και τοις κοσμικοίς συνδιάγοντος. Φοβερός εστί τοις δαίμοσι και ποθητός τω Θεώ και τοις Άγγέλοις αυτού ο μετά θερμού ζήλου εκζητών εν τη καρδία αυτού τον Θεόν εν νυκτί και ημέρα και εκριζών άπ’ αυτής τάς προσβολάς τάς υπό του εχθρού φυομένας. Του καθαρού εν τη ψυχή η χώρα η νοητή ένδοθεν αυτού εστί, και ο ήλιος ο λάμπων εν αυτώ, το φως της αγίας Τριάδος υπάρχει, και ο αήρ, όν πνέουσιν οι οικήτορες αυτής, το παράκλητον και πανάγιον Πνεύμα εστίν, οι δε συγκάθεδροι αυτού, αι άγιαι και ασώματοι φύσεις. Και η ζωή και η χαρά και ή ευφροσύνη αυτών, ο Χριστός εστί, το εκ φωτός του Πατρός φώς. 
Ο τοιούτος και εν τη θεωρία της ψυχής αυτού εν πάση ώρα ευφραίνεται και εν τω κάλλει εαυτού θαυμάζει, τηλαυγεστέρω όντι εκατονταπλασίως της του ηλίου λαμπρότητος. 
Αύτη εστίν η Ιερουσαλήμ και του Θεού η βασιλεία, εντός ημών κεκρυμμένη, κατά το του Κυρίου λόγιον. Αύτη η χώρα, νεφέλη εστί της δόξης του Θεού, εις ην μόνοι οι καθαροί τη καρδία εισελεύσονται, του θεάσασθαι το πρόσωπον του ίδιου Δεσπότου και καταυγασθήναι τους νόας αυτών δια της ακτίνος του φωτός αυτού. 
Ο δε θυμώδης και ο οργίλος και ο φιλόδοξος και ο πλεονέκτης και ο γαστρίμαργος και ο κοσμικοίς συναναστρεφόμενος και ο το ίδιον θέλημα στήσαι θέλων και ο οξύχολος και ο παθών πλήρης, οι τοιούτοι ως εν νυκτομαχία διάγουσι και σκότος ψηλαφούσιν, έξωθεν όντες της χώρας της ζωής και του φωτός εκείνη γαρ η χώρα τοις αγαθοίς και ταπεινόφροσι και τοις καθαρίσασι τάς εαυτών καρδίας κεκλήρωται.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Εὐχὴ ἑωθινή. Γρηγορίου Θεολόγου




Είναι πρωί και δίνω υπόσχεση στο Θεό,
τίποτα σκοτεινό ούτε να πράξω ούτε να επικροτήσω,
μα όσο μπορώ καλύτερα θα σου αφιερώσω τη μέρα, 
μένοντας ακλόνητος και κυριαρχόντας στα πάθη μου.
Ντρέπομαι τα γηρατειά, αν είμαι κακός,
και την τράπεζα που εγώ είμαι παραστάτης της.
Πόθος μου είναι αυτά, Χριστέ μου. Σύ ευόδωσε τα.

***

Ὄρθρος δίδωμι τῶι Θεῶι μου δεξιὰς,
Μηδὲν σκοτῶδες ἢ δράσειν ἢ αἰνέσειν,
Ἀλλ᾽ ὡς μάλιστά σοι θύσειν τὴν ἡμέραν,
Μένων ἄσειστος, καὶ παθῶν αὐτοκράτωρ.
Αἰσχύνομαι τὸ γῆρας, ἂν κάκιστος ὦ,
Καὶ τὴν τράπεζαν ἧς παραστάτης ἐγώ.
Ὁρμὴ μὲν αὕτη, Χριστέ μου· σὺ δ᾽ εὐόδου.
























Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων....



Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω τη θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα, πέρα από τα απολύτως αναγκαία, να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε. Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με την ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των Αγγέλων, παραμένοντας στη γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Αγίου Πνεύματος. Αν κάποιος από εσάς κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε...»
(«Λόγοι» 2, 7· PG 35, 413C-416A· ΕΠΕ 1, 83).
Ζʹ. Οὐδὲν γὰρ ἐδόκει μοι τοιοῦτον οἷον μύσαντα τὰς αἰσθήσεις, ἔξω σαρκὸς καὶ κόσμου γενόμενον, εἰς ἑαυτὸν συστραφέντα, μηδενὸς τῶν ἀνθρωπίνων προσαπτόμενον, ὅτι μὴ πᾶσα ἀνάγκη, ἑαυτῷ προσλαλοῦντα καὶ τῷ Θεῷ, ζῇν ὑπὲρ τὰ ὁρώμενα, καὶ τὰς θείας ἐμφάσεις ἀεὶ καθαρὰς ἐν ἑαυτῷ φέρειν ἀμιγεῖς τῶν κάτω χαρακτήρων καὶ πλανωμένων, ὄντως ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον Θεοῦ καὶ τῶν θείων καὶ ὂν καὶ ἀεὶ  γινόμενον, φωτὶ προσλαμβάνοντα φῶς, καὶ ἀμαυροτέρῳ τρανότερον, ἤδη τὸ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἀγαθὸν ταῖς ἐλπίσι καρπούμενον, καὶ συμπεριπολεῖν ἀγγέλοις, ἔτι ὑπὲρ γῆς ὄντα καταλιπόντα τὴν γῆν, καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος ἄνω τιθέμενον. Εἴ τις ὑμῶν τούτῳ τῷ ἔρωτι κάτοχος, οἶδεν ὃ λέγω, καὶ τῷ τότε πάθει συγγνώσεται·

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Η δυσκολότερη και κρισιμότερη Ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Όταν ήρθε η ώρα να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα.


Η δυσκολότερη και κρισιμότερη Ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Όταν ήρθε η ώρα να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα.

Ετοιμάζεται να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα

Όλες τις μέρες τούτες, θέμα κύριο στις συζητήσεις των χριστιανών στην Πόλη ήταν αυτά που ανέπτυξε ο Γρηγόριος. Η επιτυχία ολοφάνερη. Λουφάξανε οι αρειανοί λογάδες, μασάγανε τα λόγια τους. Οι ορθόδοξοι πλέον κυκλοφορούσανε με το αίσθημα του νικητή. Ο αετός της θεολογίας τους είχε απαλλάξει από την καταφρόνια των αντιπάλων και από κάποιο δικό τους αίσθημα μειονεκτικότητας.
Ο Γρηγόριος -και το ξέρανε οι ακροατές του- δεν είχε τελειώσει τον κύκλο των ομιλιών τούτων, που μείνανε στην ιστορία με την ονομασία «Θεολογικοί Λόγοι», ένεκα της απόλυτης θεολογικής αξίας τους. Δε βιάστηκε. Άφησε να περάσουνε λίγες ημέρες, ν’ ανασάνει ο ίδιος. Να χωνέψουνε και οι χριστιανοί αυτά που άκουσαν τις ημέρες που πέρασαν. Προπαντός ήθελε να συναχτεί πάλι και πάλι στον εαυτό του. Εκεί ήλπιζε να ζήσει κάτι περισσότερο από την αλήθεια, για την οποία θα μίλαγε. 
Ήτανε η ώρα του Αγίου Πνεύματος. Φόβος και τρόμος να μιλήσεις γι’ αυτό. Και περίμενε υπομονετικά. Συνέχεια στο κελί του, νύχτα και μέρα. Ικέτευε το Πνεύμα και μελετούσε. Οι μετάνοιές του δεν είχανε τελειωμό. Τις νύχτες περισσότερο, οι εκ βαθέων κραυγές του προς το Άγιο Πνεύμα ακούγονταν απ’ όσους περνούσαν έξω από το κελί. Στο κρεβάτι δεν ξάπλωσε ούτε στιγμή. Πολύ λίγο ξεκουραζότανε κατάχαμα. Η νηστεία πιο αυστηρή. Μέχρι που εν’ απομεσήμερο, είπε στους ανθρώπους του, στον Ευάγριο και τους άλλους: 
- Αύριο, το δειλινό θα μιλήσω. Ειδοποιείστε τον κόσμο. Πέρασε ο καιρός και δεν ξέρουμε τι μας βρίσκει, θα κάνω ό,τι μπορώ. Πώς ακριβώς θα τα πω, δεν ξέρω. Ελπίζω να με φωτίσει το Άγιο Πνεύμα κι έπειτα κάποια λόγια θα βρω. Οι λέξεις έρχονται, αρκεί να φτάσει πρώτα το Πνεύμα. Κι αν φτάσει, τότε σίγουρα με τον φτωχό εμένα θα δοξαστεί ο Θεός. Αυτό είναι το μεγαλείο μας, αδελφοί, μ’ εμάς τους τιποτένιους, τους υλικούς και αμαρτωλούς, να δοξάζεται ο τέλειος και άναρχος. Μέγα τ’ όνομά σου Κύριε! Λοιπόν, καθώς είπαμε, αύριο το δειλινό. 
Ήταν μέσα του Νοέμβρη. Από το πρωί ψύχρα. Οι άνθρωποι των επτά λόφων, της Πόλης, νιώθανε το χειμώνα στο κόκκαλό τους. Από το μεσημέρι, κάτι μαύρα σύννεφα πήρανε τον κατήφορο από τα θρακικά βουνά. Αργοκίνητα κατεβαίνανε προς το Βόσπορο. Δεν έβρεξε στην Πόλη. Περάσανε μόνο πάνω από τους επτά λόφους και κάπως υποχώρησε το κρύο. Πέρα μακριά, η θάλασσα χώρεσε όλο το φορτίο τους. 
Οι πιστοί αρχίσανε να μπαίνουνε στην αυλή του Αβλαβίου. Προχωρούσανε λίγο και φτάνανε στην Αναστασία. Εκεί μέσα οι ορθόδοξοι νιώθανε τόση ζεστασιά, τόση θαλπωρή, που δε θα την αλλάζανε με τίποτα. Την αγαπήσανε πιο πολύ κι από τη μάνα τους. Γι’ αυτό, δε λέγανε ψέματα πριν λίγους μήνες, όταν ορκίζονταν, ότι είν’ έτοιμοι να πεθάνουνε για το Γρηγόριο και την Αναστασία τους. 
Στην ορισμένη ώρα καρφίτσα δε χώραγε στο ναό. Ακόμα κι έξω από το ναό, στριμώχνονταν μήπως ακούσουνε από την πόρτα και τα παράθυρα τη φωνή του Γρηγορίου. 
Εκείνος από νωρίς είχε μπει στο Ιερό και προσευχότανε. Ώρες πολέμαγε με το φοβερό και πολυπόθητο του Άγιο Πνεύμα. Η αίσθηση της ώρας δεν τον παρακολουθούσε. Οι εμπειρίες του δεν είχανε σχέση με τον κόσμο τούτο, αλλά με τον άκτιστο κόσμο της θείας αλήθειας. 
Οι πιστοί περίμεναν υπομονετικά. Οι περισσότεροι φυσικά όρθιοι. Πολλοί συζητούσανε μεταξύ τους, έτσι για να βεβαιώσουνε τις απορίες και τις αμφιβολίες τους. Επειδή όμως η ώρα περνούσε, ο Ευάγριος κινήθηκε για κάποια πρωτοβουλία, μα κανείς δεν αποφάσιζε να ενοχλήσει το Γρηγόριο, στην κατάνυξη που βρισκότανε. Δε γινότανε όμως.

Πιέσανε τον πιο αγαπημένο του διάκο, το Θεόδουλο:
- Πήγαινε μέσα, Θεόδουλε, και με τρόπο θύμησέ του. Πέρασε η ώρα. Ο κόσμος ανυπομονεί, στέκονται όρθιοι.
Ο διάκος μπήκε μετά φόβου, πλησίασε τον ιερό άνδρα, που ήτανε γονατισμένος, του ψιθύρισε ό,τι έπρεπε. Ο Γρηγόριος άργησε να καταλάβει. Γύρισε σιγά - σιγά το κεφάλι του, κοίταξε με απορία. Σε λίγο έδειξε να προσγειώνεται. Στηρίχτηκε στην Αγία Τράπεζα, όρθωσε το κορμί του, έκανε το σημείο του Σταυρού και στράφηκε στην Ωραία πύλη. Ο Θεόδουλος έπιασε ανεπαίσθητο νεύμα, κινήθηκε, τράβηξε το βήλο. Με τρία αβέβαια βήματα στήθηκε στα πεινασμένα μάτια του εκκλησιάσματος. Είχε μιαν ηρεμία θεία. Το πρόσωπό του είχε γίνει απαύγασμα ιερού φωτός. 
Μπήκε αμέσως στο θέμα του. Υπενθύμισε αυτά που τους είπε πριν λίγες ημέρες για τον Υιό. Υπογράμμισε τη δυσκολία που έχει ο λόγος για το Άγιο Πνεύμα. Κατηγόρησε αυτούς που απαράσκευοι θεολογούνε γι’ αυτό, υποσχέθηκε να δείξει τι λένε οι Γραφές για το Πνεύμα και μπροστά σε όλους επικαλέστηκε το φωτισμό του Πνεύματος. 
Αμέσως άρχισε να τους εξηγεί, ότι αυτά που ισχύουν για τον Πατέρα και τον Υιό ισχύουν και για το Πνεύμα, όπως τα δυο πρόσωπα είναι Θεός και φως αληθινό και ομοούσια έτσι και το Άγιο Πνεύμα. Και τα τρία θεια πρόσωπα έχουνε μία κοινή φύση. Ιδιαίτερο μόνο έχουνε τον τρόπο που υπάρχουν: ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός και το Πνεύμα εκπορευτό. Κι ενώ μας αποκαλύφτηκε ο τρόπος που υπάρχουνε, δεν μπορούμε ν’ αναλύσουμε περισσότερο τον τρόπο αυτό. Μπορούμε όμως με διάφορα παραδείγματα να τον προσεγγίσουμε. 
Αναγκάζεται να χρησιμοποιεί λέξεις κι εκφράσεις που δεν υπάρχουνε στη Γραφή 
Ήξερε απ’ όσα του είχανε πει, το βλέπε τώρα και στα μάτια πολλών ακροατών, πως το μεγάλο τους πρόβλημα είναι τα «άγραφα». Εκείνα που τους εξηγεί είναι «άγραφα». Η Γραφή δηλαδή δε λέει πουθενά ότι το Πνεύμα είναι ομοούσιο και αληθινός Θεός. Ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορούσανε το Γρηγόριο οι αρειανοί ότι: 
- Εισάγεις στην πίστη ένα Θεό, που είναι «ξένος» στη Γραφή και «παρέγγραπτος», άγραφος. 
Σε πολλές ευκαιρίες τους είχε αναφέρει ο Γρηγόριος τις «μαρτυρίες» της Γραφής, τα πολλά χωρία της που μιλάνε για το Άγιο Πνεύμα. Θα τις αναφέρει και τώρα πιο συστηματικά, γιατί όσα υποστήριζε συνάγονται όλα από τη Γραφή. Θα κάνει όμως και κάτι άλλο, που φοβότανε ως τώρα να κάνει. Φοβότανε ότι δε θα τον καταλαβαίνανε και θα τον παρεξηγούσανε. Αλλά έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Δε γινότανε κι αλλιώς, από τη στιγμή που κάποιος από το ακροατήριο φώναξε τη λέξη «άγραφο» για το Άγιο Πνεύμα. Ο μεγάλος θεολόγος ξαφνικά ελευθερώθηκε από τους δισταγμούς και αφέθηκε να φανερώσει τα τρίσβαθα της θεολογίας.

Με φωτισμό προχωρεί πέρα από το γράμμα της Γραφής
- «Άγραφα» και «άγραφα» λες και ξαναλές. Λάθος μεγάλο, αγαπητέ μου. Η Γραφή αναφέρει -και πολύ μάλιστα- όσα λέω για το Πνεύμα. Μόνο που τα καταλαβαίνουν εκείνοι που τη μελετάνε πολύ και με προσευχή. Εκείνοι, που δε στέκονται μόνο στο γράμμα της. 
Αυτοί, που χαριτωθήκανε να διασχίσουνε το γράμμα της Γραφής, να σκύψουνε στο βάθος το άπειρο της αλήθειας, που δηλώνει το γράμμα. Αυτοί, αδελφοί μου, που καταυγάζονται από το θείο φως αξιώνονται να δούνε κάτω από το γράμμα «το απόθετο κάλλος», την ωραιότητα της αλήθειας, τον ίδιο δηλαδή το Θεό. Να ποιοι μπορούνε να μιλήσουνε γνήσια και ορθά για το Πνεύμα. Να τι σημαίνει να μελετάς και να ερμηνεύεις τη Γραφή. Να προχωράς πέρα και κάτω από το γράμμα. Το γράμμα δηλώνει την αλήθεια. Αυτή όμως είναι άπειρη και δεν μπορεί να χωρέσει σε καμία λέξη, σε καμία γλώσσα, σε κανένα σχήμα. Και μακάρι να μην είχαμε κακοδοξίες κι αιρέσεις. Θα μας αρκούσαν όσα λέγονται κι εξηγούνται στη Γραφή. Μπορούσαμε να ζήσουμε και να σωθούμε μ’ αυτά. Δε μας αφήνουν όμως οι κακοδοξίες. Και πρέπει γι’ αυτό να εξηγήσουμε ευρύτερα την αλήθεια, περισσότερο απ’ όσο εξηγείται με το γράμμα της Γραφής. Και το κάνουμε αυτό διασχίζοντας το γράμμα και πηγαίνοντας βαθύτερα στην αλήθεια, αλλά στην ίδια πάντοτε αλήθεια. Πρόκειται πάντοτε για την ίδια αλήθεια, τη δηλωμένη στη Γραφή αλήθεια. Και η διάσχιση του γράμματος, η αναζήτηση του βάθους, γίνεται μόνο με την καθοδήγηση του ίδιου του Αγίου Πνεύματος. 
Με τα λόγια τούτα περίμενε πως θα καθησυχάσει τους ακροατές του. Έγινε το αντίθετο. Δε μιλούσανε, μα ο Γρηγόριος είδε στα μάτια τους χίλια ερωτηματικά: 
- Πώς δεν αρκεί για μας η Γραφή; Ποιος μας λέει ότι το Άγιο Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο να προχωράει πέρα από το γράμμα; Ότι μπορεί να πει κάτι για την αλήθεια, που δε δηλώνεται ρητά με το γράμμα της Γραφής; Και, επιτέλους, γιατί δεν τα είπε όλα ο Κύριος όσο ήτανε στη γη; 
Θέλοντας και μη έπρεπε να δώσει απάντηση που δεν ήταν εύκολη. Χρειαζότανε και πολλές εξηγήσεις. Πίεσε τον εαυτό του και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τα πρέποντα και να τα δώσει με συντομία. Έπρεπε να πάρει το θέμα από την αρχή: 
- Πολύ παραξενευτήκατε με όσα είπα. Όφειλα όμως να τα πω. Κρίσιμο το θέμα, κρίσιμη εποχή, βαθιά και η θεολογία. Τέτοιες ώρες σε τέτοια θέματα δεν αρκούν οι προτροπές και οι εύκολες εξηγήσεις. Προσέξτε με τώρα πάλι. Θα σας οδηγήσω πιο βαθιά. Θα βρούμε το θεμέλιο, πάνω στο όποιο στηρίζονται όσα είπα. Εκείνα δηλαδή για το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, με τον οποίο προχωράει ο χαρισματούχος θεολόγος πέρα και κάτω από το γράμμα της Γραφής. Που αποκτά εμπειρία της αλήθειας ευρύτερη από κείνη που έχουνε οι άλλοι.
Ο Θεός αποκαλύπτει σταδιακά

Το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των μορφωμένων, έγινε πιο έντονο. Μαθημένοι γενικά στην προσκόλληση στο γράμμα της Γραφής, είχανε καταντήσει σαν τους Ιουδαίους. Αυτοί λατρεύανε το γράμμα κι ούτε καν υποπτεύονταν το πνεύμα της Γραφής. Τώρα ο Γρηγόριος δοκιμάζει να τους ανοίξει τα μάτια, να δούνε καθαρά την πορεία της θείας οικονομίας και ιδιαίτερα τη δράση του Αγίου Πνεύματος:
- Δύο ριζικές αλλαγές γίνανε στον κόσμο. Έπειτα ήρθε και τρίτη. Όλες μοιάζουνε με σεισμούς που ταρακούνησαν και μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Φυσικά, του Θεού και οι τρεις. Ποιες είναι; Οι δύο Διαθήκες και η δράση του Αγίου Πνεύματος από την Πεντηκοστή και μετά. Γιατί τις λέω αλλαγές, «μεταθέσεις» και «σεισμούς»; Διότι στην πρώτη, διδάχτηκε ο κόσμος για τον ένα Θεό κι έτσι άφησε τα είδωλα. Δηλαδή με την Παλαιά Διαθήκη αφαιρούνται τα είδωλα, οι ειδωλολάτρες γίνανε ιουδαίοι, λατρέψανε τον αληθινό Θεό. Κρατήσανε όμως τις θυσίες ζώων. Στη δεύτερη, ενανθρώπηση ο Κύριος, δίδαξε για τον εαυτό του και υποσχέθηκε να στείλει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά γίνανε στην Καινή Διαθήκη, που με τη σειρά της αφαίρεσε κάτι· κατάργησε τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα πια το στάδιο της θείας οικονομίας είναι τέλειο. Ό,τι έδωσε ο Κύριος με την Καινή Διαθήκη είναι οριστικό και αμετάβλητο. Αυτό που θα ’ρθει μετά, με τη δράση του Αγίου Πνεύματος, δε θα ’χει αφαίρεση κάποιου στοιχείου από την Καινή Διαθήκη, ούτε, θα είναι αλήθεια νέα, άγνωστη και αντίθετη στην αποκάλυψη του Κυρίου. Στους δυο, λοιπόν, σεισμούς είχαμε και αφαιρέσεις, καταργήσεις. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή κατάργησε τα είδωλα και η Καινή Διαθήκη κατάργησε τις θυσίες ζώων.
Οι πιο θερμόαιμοι δεν είχανε υπομονή και είπανε φωναχτά τις απορίες τους: 
- Γιατί ο Θεός δεν έκανε την αλλαγή μια και καλή; Κι αφού με την Πεντηκοστή δεν έχουμε αφαιρέσεις και καταργήσεις, τι έχουμε;
Από το σημείο τούτο γινότανε ακόμη πιο δύσκολη η θεολογία. Ο Γρηγόριος, παρά τους δισταγμούς του, προχώρησε. Άλλοι θα καταλάβαιναν κι άλλοι όχι. Αυτός έπρεπε να δώσει λόγο, να κοινοποιήσει τη γνώση που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα: 
- Έχουμε από το Θεό την τακτική αυτή, δηλαδή τη σταδιακή αποκάλυψη και φανέρωση της αλήθειας, γιατί ο άνθρωπος είναι και αδύνατος και ελεύθερος. Με μιας δεν μπορούσε να τα καταλάβει και να τ’ αφομοιώσει όλα. Θα πάθαινε πνευματικό κορεσμό, θα βαρυστομάχιαζε. Δε θ’ αφομοίωνε, δηλαδή, δε θα συνειδητοποιούσε την αποκαλυμμένη αλήθεια. Και ως ελεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία για να δεχτεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, όσα του αποκαλύπτονταν σταδιακά. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει.
Έπρεπε όμως να τους εξηγήσει και τη διαδικασία, που ακολουθείται από την Πεντηκοστή και μετά: Προσπάθησε όσο γίνεται ν’ απλουστεύσει: 
- Είπαμε, ότι στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη έχουμε αφαιρέσεις, καταργήσεις. Εδώ, αντίθετα, έχουμε «προσθήκες». Από την Πεντηκοστή και μετά η σταδιακή πορεία της θείας οικονομίας προχωρεί με προσθήκες, όχι πλέον αφαιρέσεις. Διότι όσα έχουμε στην Καινή είναι γνήσια και οριστικά. Και για να καταλάβετε την τακτική των προσθηκών, σας επισημαίνω τούτο: 
Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός Πατέρας αποκαλύφτηκε με σαφήνεια, «φανερώς», ενώ ο Υιός αμυδρά, ελάχιστα. Η Καινή φανέρωσε τον Υιό και μόνο «υπέδειξε» τη θεότητα του Πνεύματος. Τώρα όμως το Πνεύμα, που πλέον ενεργεί σε μας, δηλαδή στην Εκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ό,τι για το ίδιο το Πνεύμα λέχθηκε στην Καινή, χωρίς ν’ αλλάζει κάτι από αυτά που λεχθήκανε κει. Βλέπετε πώς το φως της Αγίας Τριάδας καταυγάζει την ανθρωπότητα σταδιακά; Με τις προσθήκες έχουμε «προόδους» και «προκοπή» στη θεία δόξα. Αυτό ισχύει και για τους μαθητές του Κυρίου. Σταδιακά δεχτήκανε το φωτισμό και προοδευτικά καταλάβανε την αλήθεια. 
Σε άλλους τα λόγια τούτα φανήκανε λογικά και σε άλλους περίεργα. Δεν είχε και ο Γρηγόριος αυταπάτες. Ανάγκη πάσα να στηρίξει όλ’ αυτά στη Γραφή. Και το έκανε με σαφήνεια μοναδική, που δεν είχε ξαναγίνει στην Εκκλησία:
- Μην αμφιβάλλετε, αγαπητοί μου. Τις προσθήκες, για τις οποίες μίλησα, τις υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος. Θυμηθείτε μόνο τι έλεγε στους Αποστόλους, όταν πια έφτανε η ώρα των Αγίων παθών του. Και τι ακριβώς τους υποσχέθηκε; Ότι, όταν φύγει από τη Γη, θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα. Γιατί; Για να τους ενισχύει, να τους παρηγορεί. Μα και για έναν ακόμη λόγο, πολύ σπουδαίο. Ο Κύριος τους είπε, ότι έχω κι άλλα πολλά να σας διδάξω, άλλα τώρα δεν μπορείτε να τα καταλάβετε. Το Άγιο Πνεύμα που θα στείλω, αυτό θα σας διδάξει και θα σας φωτίσει. Και θα σας εξηγήσει όλα όσα εγώ σας είπα. Αυτό θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια (βλέπε Ίωάν. 14, 25-26 και 16, 12-14). Προσέξτε καλά τους λόγους του Κυρίου. Άφησε τους Αποστόλους να καταλάβουνε ότι το Άγιο Πνεύμα θα συνεχίσει το έργο του Κυρίου. Δε θα παρουσιάσει όμως διδασκαλία αντίθετη από του Κυρίου. Θα συνεχίσει στην ίδια γραμμή. Θα διαφωτίσει εκείνα που λέγονται και αποκαλύπτονται στην Καινή Διαθήκη. Μια, λοιπόν, από τις διδασκαλίες - αλήθειες, που ο Κύριος δεν είπε - επεξήγησε στους Αποστόλους-, είναι η περί της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν μας τη δίνει τώρα με το φωτισμό του το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Μπορεί πρόσφατα και άλλοι να φωτίστηκαν για τη θεότητα του Πνεύματος, μα εγώ θα την ομολογώ πάντα και είμ’ έτοιμος να θυσιαστώ γι’ αυτήν, διότι την έχω κυριολεκτικά με «έλλαμψιν» του Αγίου Πνεύματος. Αυτό με οδήγησε κει, αυτό μου φανέρωσε τη θεότητά του. Γι’ αυτό, αδελφοί μου, κρατώ τη διδασκαλία τούτη ως δώρο θείο. Μ’ αυτήν ζω και μ’ αυτήν θα πεθάνω, δοξάζοντας και προσκυνώντας τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, που έχουν μια κοινή θεότητα.
Τέλειωσε και την ομιλία του για το Άγιο Πνεύμα. Έκανε με το παραπάνω το καθήκον του ως διδάσκαλος. Ηρέμησε. Δυο - τρεις ημέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη όμως, που δεν το γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι αντιρρήσεις. Και την επόμενη Κυριακή έκρινε ότι πρέπει να επανέλθει στο θέμα της θεολογίας. Ποιος πρέπει να θεολογεί και πότε να θεολογεί (Λόγος Κ'). 
Έτσι, ξανατόνισε στο ναό της Αναστασίας: 
- Αλίμονο σ’ όποιον θεολογεί χωρίς καθαρότητα και άσκηση. Προσπαθώ, κι επιθυμία μου είναι να γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, για να καθρεφτιστεί εκεί ο Θεός, η αλήθεια. 
Κι επειδή έβλεπε στο ακροατήριο κάποιον ζηλωτή, που χωρίς φόβο μίλαγε για οποιοδήποτε σημείο της αλήθειας, σταμάτησε το λόγο και του είπε: 
- Θες κάποτε και εσύ να γίνεις θεολόγος; φύλαγε τις θείες εντολές, πορέψου εφαρμόζοντας τα προστάγματα του Κυρίου. Και μην ξεχνάς ποτέ, για να ζήσεις τη θεωρία, θα περάσεις από την πράξη. Πρώτα η άσκηση κι έπειτα έρχεται η θεοπτία. 


Στυλιανού Παπαδόπουλου, Ο πληγωμένος αετός, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 214-222

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Η συνάντηση Αγίου Μάξιμου του Γραικού με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό

 ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ

Η συνάντηση Αγίου Μάξιμου του Γραικού
με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό

Ο μεγάλος Έλληνας φωτιστής των Ρώσων, όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) [21 Ιαν.] παρέμεινε τα τελευταία πέντε έτη της ζωής του στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, που ίδρυσε ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ (1314-1392) [25 Σεπτ.].

Εκεί τον επισκέφθηκε ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός (1530-1584), καθώς πήγαινε με την τσαρίνα Αναστασία και τον μικρό τσάρεβιτς Δημήτριο, σε προσκύνημα του οσίου Κυρίλλου στο Μπελοζέρσκ.

Ο όσιος Μάξιμος προσπάθησε, χωρίς τελικά να το πετύχει, με πολλή επιμονή και με κίνδυνο της ζωής του, να πείσει τον θρησκόληπτο ηγεμόνα, αντί να κάνει άσκοπα προσκυνήματα, να βοηθήσει τις φτωχές γυναίκες και τα απροστάτευτα ορφανά, θύματα του πολέμου για την απελευθέρωση του Καζάν από τους Τούρκους.

Τον υποδέχτηκε στο κελλί του με τα εξής θωπευτικά λόγια για χάρη της διακρίσεως: 
- Ευχαριστώ τον μεγαλοδύναμο Θεό, τσάρε Ιβάν, που μ’ αξίωσε να σε δω με τα ίδια μου μάτια πριν έρθει η ώρα τους να κλείσουν. Ας σε συνοδεύει η θεία προστασία, μεγάλε βασιλιά της Ορθοδοξίας! Κι αν σου είναι αρεστό, έχε και τη δική μου ταπεινή ευλογία.
-Για τούτο με βλέπεις εδώ, γέροντα, απάντησε ο τσάρος. Επειδή θέλω να έχω την ευλογία σου. Κι εγώ και η τσαρίνα κι ο μικρός τσάρεβιτς, που δεν χρόνισε ακόμη.
-Έμαθα, τσάρε μου, πως σκέφτεσαι να κάνεις μεγάλο ταξίδι. Έτσι είναι όπως το λένε;…  
-Έτσι! απάντησε ο Ιβάν. Πηγαίνω στο Μπελοζέρσκ να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο. Τέτοιο είναι το τάμα μου. 
-Όταν ήσουν, είπε τότε ο όσιος, βαριά άρρωστος, προσευχήθηκα σε όλους τους αγίους. Προσευχήθηκα ακόμη και στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βατοπεδινής. Αλλά δεν πήγα στο Βατοπέδι! Από ’δω μέσα την παρακάλεσα για σένα, μέσ’ από το κελλί μου. Κι η Παναγία μ’ άκουσε…
Ο τσάρος απόρησε. Δεν ήταν τόσο τα λόγια, όσο η φωνή του οσίου, που δεν του άρεσε. Παρατηρητικός ο Ιβάν, κατάλαβε ότι αυτά που άκουσε, έπρεπε να τα «ξετυλίξει», να τα ψάξει και να βρει γρήγορα την έννοιά τους. 
     Τον ρώτησε:
- Και δεν είναι καλό που πάω να κάνω το τάμα μου; 
-Δεν είναι καλό! του δόθηκε δίχως δισταγμό η απάντηση. 
 -Μα, πάω να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο στην ίδια τη μονή του! 
-Τσάρε Ιβάν! Όταν έχεις να κάνεις ένα μεγάλο καλό, και δεν το κάνεις, και αντί για το μεγάλο καλό κάνεις άλλο, μικρότερο, τότε λογάριαζε πως δεν κάνεις καλό, παρά κακό!... Λογάριαζε ότι οφείλεις πέντε και δίνεις ένα. Μα, τότε η οφειλή σου μένει.
-Και ποια είναι εκείνα που δεν δίνω; Ποιο είναι το «μεγάλο καλό» που δεν κάνω; 
-Οι προσευχές των λόγων είναι πάρα πολλές, μα πάνω απ’ όλες, τσάρε Ιβάν, είναι η προσευχή των έργων. Ο Κύριος είπε: «Μη Μου λέτε “Κύριε! Κύριε!”, αλλά να πράττετε τα όσα σας λέω» (βλ. Ματθ. 7, 21). Κι εσύ τώρα, αντί για έργα, πηγαίνεις να πεις λόγια. Να, το κακό που κάνεις!... 
Ο Ιβάν έμεινε σιωπηλός. Δεν σκεφτόταν τίποτε. Ένιωθε μόνο μέσα του μεγάλο θυμό για τα λόγια του οσίου.
-Και τι μου λες να κάνω; 
-Πήρες πέρσι το Καζάν από τους απίστους και πολλοί γενναίοι χριστιανοί πολεμιστές έπεσαν μπροστά στα κάστρα… Άφησαν χήρες γυναίκες, παιδιά, ορφανά, μάνες χαροκαμένες κι απροστάτευτες. Ε, αυτούς να σκεφτείς τώρα. Γύρισε πίσω στη Μόσχα και κάθισε να σκεφτείς πώς θα ελαφρύνεις τον πόνο τους.
Βάζοντας ο όσιος την παλάμη στην καρδιά του, πρόσθεσε με ανείπωτη ικεσία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του:
-Κάμε όπως σου λέω, και θα προσεύχομαι για σένα νύχτα και μέρα, μέχρι τον θάνατό μου, ακόμη και μετά τον θάνατό μου. Δείξε στους πάσχοντες την ευσπλαχνία σου. Καλύτερη προσευχή από αυτό δεν υπάρχει!... Και να είσαι βέβαιος, τσάρε μου, ότι ο Κύριος θα την ακούσει μια τέτοια προσευχή, θα δοξάσει το όνομά σου στον αιώνα τον άπαντα!
     Γύρισε και του είπε ο Ιβάν ο Τρομερός:
 -Γέροντα, μπορεί να γίνει και τούτο που λες εσύ κι εκείνο που λογαριάζω εγώ. Το ένα δεν εμποδίζει τ’ άλλο!
-Εμποδίζει! φώναξε ο όσιος με ιερή έξαψη. Εμποδίζει, τσάρε, πάρα πολύ. Σε ικετεύω, άκουσέ με: Δεν είναι μόνο που θ’ ανακουφίσεις τις χήρες, τους φτωχούς και τους άλλους πονεμένους. Ακόμη πιο σπουδαίο είναι το Παράδειγμα! Όσα σου λέω εγώ τούτη τη στιγμή, δεν τα λέω με τη δική μου φτωχή φώτιση. Άκουσέ με καλά. Κάνε εσύ την αρχή, μάθε τους ανθρώπους, εσύ ο τσάρος, ν’ αφήσουν τα λόγια και να δώσουν αξία στις πράξεις. Τούτο θέλει από εμάς ο Κύριος και τίποτε άλλο. Και να την, τσάρε Ιβάν, η στιγμή! Τώρα που δυνάμωσε το βασίλειό σου κι έγινε ακατανίκητο, τώρα σήμανε η εποχή, επί της δικής σου βασιλείας, να γίνει επιτέλους ο χριστιανισμός θρησκεία των έργων.
     Ο τσάρος τον διέκοψε απερίσκεπτα:
-Κι αν συνεχίσω το ταξίδι, γέροντα, όπως το ξεκίνησα; 
-Αν το συνεχίσεις, θα κάνεις μεγάλο κακό! Και ανάλογος θα είναι και ο πόνος που θα δοκιμάσεις… Αλλά κι εσύ προσωπικά θα πάθεις μεγάλο κακό! Και μάλιστα πολύ σύντομα…
-Για ποιο κακό μού λες; ρώτησε οργισμένος ο τσάρος. 
-Εκεί που τώρα πας, θα χάσεις τον τσάρεβιτς! απάντησε ευθαρσώς ο όσιος έχοντας άμεση θεία πληροφορία. 
Ο Ιβάν έγινε κατακίτρινος. Φοβήθηκε τούτο τον δυσάρεστο προφητικό λόγο, μα δυνατότερη κι από τον φόβο ένιωθε μέσα του την ακράτητη οργή. 
 -Τι; Με φοβερίζεις; Πώς τολμάς εσύ, ένας θνητός, να μου λες πράγματα που μόνον ο Θεός τ’ αποφασίζει; Πάρε πίσω τα όσα είπες για τον τσάρεβιτς!
Στα μάτια του ο όσιος του Θεού είδε τον τρόμο για την επαλήθευση της προφητείας. Μέσα στον τρόμο του τσάρου θαμπόφεγγε η μοναδική ελπίδα.

-Βοήθα, Χριστέ μου! έκανε τον σταυρό του. 
     Και πλησιάζοντας τον Ιβάν, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια:  
-Τσάρε Ιβάν! του είπε. Αν δεν ακούσεις τα λόγια μου, το παιδί θα το χάσεις!...
Έξαλλος ο Ιβάν, μούγκρισε σαν θηρίο ανήμερο, χτύπησε κάτω στο δάπεδο με φοβερή δύναμη το πόδι του και όρμησε προς την πόρτα. 
Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο. Ο ισχυρός τσάρος περιφρόνησε την έκκληση φιλανθρωπίας του Έλληνα οσίου Μαξίμου, η οποία θα ήταν αφορμή για μια γενικότερη αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς θρησκόληπτους. Σύμφωνα όμως με την πρόρρηση, ο τσάρεβιτς Δημήτριος, πρωτότοκος γιος του Ιβάν του Τρομερού, δεν άντεξε στις κακουχίες του προσκυνηματικού ταξιδιού και πέθανε στον δρόμο.

«Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»,
Τόμος 3ος, Κεφ. Ι΄, §4,
Ενότ. 5η, σελ. 74–78.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 1997.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός, ο εξ Άρτης


 

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός, ο εξ Άρτης

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, υιός των επιφανών, πλουσίων και ευσεβών γονέων Μανουήλ και Ειρήνης, κατήγετο από την Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου, αλλά γεννήθηκε στην Άρτα της Ηπείρου το 1470. Έλαβε καλή μόρφωση, στην αρχή από τον πατέρα του και στην συνέχεια από τον ιερέα Ιωάννη Μόσχο. Έφηβος φοίτησε στο περίφημο ελληνικό σχολείο της Άρτας.

Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.

Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.

Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον». Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.

Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μο ναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.

Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 η αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».

Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».

Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».

Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».

Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πατέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.

Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.

Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.

Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».

Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».

Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων. Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους… ».

Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του. Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.

Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.

Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.

Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.

Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.

Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου. 
Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι, έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

Δημοφιλείς αναρτήσεις