Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Διονυσίου Ἀνατολικιώτου
δρος φιλοσοφικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν,
πτυχιούχου κοινωνικῆς θεολογίας

symbole@mail.com

῾Η «ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα» 
῾Υπάρχει ἕνα σημεῖο σχετικῶς μὲ τὴν λεγομένη σήμερον «ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα», ποὺ πρέπει νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως. Τὸ Πάσχα δὲν ἔχει ἀπόδοσιν! ῞Ολες οἱ δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτὲς τῆς ἐκκλησίας ἀποδίδονται λίγες ἡμέρες μετά· ἐξαιρεῖται ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ὀνομάζεται ἐπίσης κυριακὴ τοῦ ἀντίπασχα καὶ νέα κυριακὴ καὶ εἶναι ὁ ἐγκαινισμὸς τῆς καθ᾿ ἑκάστην κυριακὴν ἀνα­κυκλουμένης ἑορτῆς τῆς τοῦ Κυρίου ἀναστάσεως. ῾Εορτὴ καθ᾿ ἑβδομά­δα ἀνακυκλουμένη δὲν ἔχει ἀπόδοσιν. ῾Εκάστη κυριακὴ δὲν εἶναι ἁ­πλῶς ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ εἶναι ἐπανάληψις ἢ καλλίτερον συνέχεια καὶ ἀνακύκλησις καὶ διαιώνισις τῆς μιᾶς καὶ αἰ­ωνίου ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν, τοῦ ἁγίου Πάσχα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον κατ᾿ οὐσίαν παραμένει ἡ μοναδικὴ ἑορτὴ τῆς ἐκκλησίας· διότι ὅλες οἱ ἄλλες ἑορτὲς ἑορτάζονται διὰ τοῦ Πάσχα (=τῆς θείας λειτουργίας). 
Αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζομεν ἀπόδοσιν τοῦ Πάσχα εἶναι περισ­σότερον τεχνικὸς ὅρος καὶ ὄχι πραγματικὴ ἀπόδοσις. Στὰ ἀρχαῖα τυπικὰ ὀνομάζεται ἀκριβέστερον «ἀπόδοσις τοῦ Χριστὸς ἀνέστη». Δη­λαδὴ πρόκειται γιὰ ἀπόδοσιν ὄχι τῆς ἑορτῆς ἀλλὰ τῶν εἰδικῶν πασχα­λίων ὕμνων, καὶ σηματοδοτεῖ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἀναστασίμου ὑμνογραφίας μὲ τὰ ἀναστάσιμα ἑκάστου ἤχου εἰς ἑκάστην κυριακήν. ῾Επομένως αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» ἁπλῶς σημαίνει ὅτι σταματοῦμε νὰ ψέλνουμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη», ὄχι ὅτι σταματοῦμε νὰ ἑορτάζουμε τὸ Πάσχα! 
᾿Αρχικῶς μάλιστα αὐτὴ ἡ «ἀπόδοσις» (παῦσις τῶν ὕμνων) γινόταν τὸ σάββατον τῆς διακαινησίμου (μὲ τὰ ἀναστάσιμα τοῦ πλ. δ΄ φυσικὰ καὶ ὄχι τοῦ α΄ ἤχου). Γι᾿ αὐτὸ μέχρι σήμερον στὴν κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ οὔτε τὸ «᾿Αναστάσεως ἡμέρα» ψάλλεται οὔτε τὰ στιχηρὰ «Πάσχα ἱε­ρὸν» οὔτε στὴν λειτουργία «Φωτίζου, φωτίζου» οὔτε κοινωνικὸν «Σῶ­μα Χριστοῦ». ᾿Αργότερα παρατάθηκε ἡ χρῆσις τῶν εἰδικῶν πασχαλίων ὕμνων ἐπὶ τεσσαρακονθήμερον, ὁπότε μεταφέρθηκε ἡ «ἀπόδοσις» στὶς 40 ἡμέρες καὶ δημιούργησε τὴν τάξι ποὺ γνωρίζουμε σήμερα. 
῾Η ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως 
Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι σήμερα συχνὰ ὑποτιμᾶται στὴν συνεί­δησι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ ἑορτὴ τῆς ᾿Αναλήψεως, ἰδίως ἂν τὴν προσεγγίζουμε ξεκομμένη ἀπὸ τὸ ἀναστάσιμο πλαίσιό της. Σὲ κά­ποιες περιπτώσεις ἡ ᾿Ανάληψις τοῦ Κυρίου ἀντιμετωπίζεται ἀκόμη καὶ μὲ κάποια ἀδιαφορία. 
῞Οταν τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἡ λειτουργικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοσις τῆς ἐκκλησίας, τότε δὲν μεταδίδεται ὀρθὸ λειτουργικὸ φρόνημα στὸ ποίμνιο. Δογματικὴ γνῶσις, συνειδητὸς χριστιανός, ὀρθὴ θεολογικὴ το­ποθέτησις, λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἐκκλησιαστικὸν τυπικὸν εἶναι πράγματα ἀρρήκτως συνδεδεμένα, ἀλληλοεπηρεαζόμενα καὶ ἀλληλοπεριχωρούμε­να. Δανείζομαι τὰ λόγια τοῦ Σμέμαν· «...οἱ ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας μας δὲν τελοῦνται πλέον γιὰ τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκαν, δηλαδὴ γιὰ τὴν κάλυψι τῶν συγκεκριμένων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν, καὶ συνεπείᾳ τούτου δὲν “βιώνονται” ὅπως θὰ ἔπρεπε. Ἔχει ἀλλοιωθῆ τὸ νόημά των, ἔχει λησμονηθῆ ὁ σκοπὸς τελέσεώς των μὲ ἀποτέλεσμα τὶς καταχρηστικὲς ἐνέργειες ποὺ παρατηροῦνται στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας».
Ἔτσι καταλήγουμε στὸ νὰ μὴν ξέρουμε γιατί γιορτάζουμε τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὴ ἡ γιορτή, οὔτε τὴν θεωροῦμε πολὺ σημαντική, διότι δὲν συνειδητοποιοῦμε τὸν ἀναστάσιμο χαρακτῆρά της. Γι᾿ αὐτὸ ἐνίοτε διατυπώνονται θέσεις ὅπως ὅτι «καλῶς ἢ κακῶς ἐξαίρεται ἡ ἀπόδοσις τοῦ Πάσχα καὶ αὐτὸ ἰσχύει σήμερα· ἄλλωστε ἡ ᾿Ανάστασις εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα»· ἢ ὅτι «στὴν συνείδησι τοῦ πληρώματος ἡ ᾿Ανάστασις προηγεῖται τῆς ᾿Αναλήψεως». Αὐτὸν τὸν ἔντονο διαχωρι­σμὸ μεταξὺ ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου τὸν θεωρῶ σχολαστικισμὸν ἀντιπαραδοσιακόν. Γι᾿ αὐτὸ στὴν συνέχεια προσάγω 12 ἀποδείξεις τοῦ ἀναστασίμου χαρακτῆρος τῆς ἑορτῆς τῆς ᾿Αναλήψεως. Μόνον 12 ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ ὑπάρχουν. 

1. Τὸ πρῶτον κάθισμα τῆς κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς λέγει· 
«Τὴν μεθέορτον, πιστοί, καὶ τελευταίαν ἑορτήν,
ἑορτάσωμεν φαιδρῶς, αὕτη ἐστὶ Πεντηκοστή». 
Ἂν ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι μεθέορτος τῆς ᾿Αναστάσεως, τότε δὲν εἶναι καὶ ἡ ᾿Ανάληψις; ῞Ολες οἱ ἑορτὲς τοῦ πεντηκοσταρίου εἶναι κατ᾿ οὐσίαν ἀναστάσιμες, ἔχουν ἕναν ἀναστάσιμον χαρακτῆρα. ῾Η δὲ ᾿Ανάληψις εἶναι κατ᾿ οὐσίαν καὶ αὐτὴ ᾿Ανάστασις ὡς ἀρρήκτως συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ ἀποτέλεσμα καὶ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς· διότι ἡ διὰ τῆς ἀναστάσεως σωτηρία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁλοκληροῦται μὲ τὸ γεγο­νὸς τῆς ἀναλήψεως. ῾Η δὲ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀποδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς (τὴν ἀναστάσιμον θεώρησιν τῆς ᾿Αναλήψεως), ὅπως φαίνεται ἐν συνεχείᾳ.  
2. Τὸ 3ον στιχηρὸν τῶν κεκραγαρίων τοῦ ἑσπερινοῦ λέγει· «τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». ᾿Απὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑσπερινοῦ φροντίζει λοιπὸν ἡ ἐκκλησία νὰ ἐξηγῇ τὸ νόημα τῆς ἑορ­τῆς ταύτης. Δείχνει ἡ ὑμνολογία πόσον στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ᾿Ανά­στασιν εἶναι ἡ ᾿Ανάληψις· εἶναι φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς ᾿Αναστάσεως· ἀποτελοῦν οἱ δύο ἑορτὲς μίαν ἄρρηκτον ἑνότητα. ῾Ο διαχωρισμὸς ᾿Αναστάσεως καὶ ᾿Αναλήψεως ὡς πρὸς τὴν σημασίαν καὶ διδασκαλίαν εἶναι σχολαστικισμὸς ἀβάσιμος. ῾Η ἄγνοια τῆς ὑπάρξεως καὶ σημασίας τῆς ᾿Αναλήψεως εἶναι δείκτης τῆς ἀποστασιοποίησεώς μας ἀπὸ τὸ γνήσιον ὀρθόδοξον φρόνημα καὶ βίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐν πολλοῖς λειτουργικὸν βίωμα. Εἶναι ἐπίσης καὶ δείκτης τῶν ποιμαντικῶν ἐλλείψεων τῆς σημερινῆς ἐκκλησίας εἰς τὰ θέματα τῆς κατηχήσεως, τῆς δογματικῆς καταρτίσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως λειτουργικοῦ φρονήματος εἰς τὸ ποίμνιον. 
«Τιμῶμεν τὴν ᾿Ανάστασιν, τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάληψιν δοξάζοντες». Ἄρα οἱ ὑποτιμῶντες τὴν ᾿Ανάληψιν δὲν τιμοῦν τὴν ᾿Ανάστασιν, ὅπως ἴσως νομίζουν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ τὴν τήρησι ψυχρῶν καὶ ξηρῶν καὶ ἀνουσίων τύπων, ἀλλὰ γιὰ τὴν κατανόησιν καὶ βίωσιν οὐσιώδους ζητήματος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, θεολογίας καὶ λατρείας, ἡ ὁποία πραγματώνεται μέσῳ τῶν τυπικῶν διατάξεων. 
3. Εἰς τὸ 1ον ἰδιόμελον τῶν ἀποστίχων ἑσπερινοῦ· «...ἐκ νεκρῶν ἀνέστης, πατήσας τὸν θάνατον, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ...» 
4. Εἰς τὸ κάθισμα τοῦ πολυελέου τῇ πέμπτῃ πρωί· «...καὶ τὴν κάτω κειμένην ἐν τῇ τοῦ ᾅδου φρουρᾷ, συναναστήσας ὡς Θεός...» 
5. Κανὼν β΄ τῆς ἀναλήψεως, 1η ᾠδή, 1ον τροπάριον· «᾿Ανέστης τριή­μερος, ὁ κατὰ φύσιν ἀθάνατος...» 
6. β΄ κανών, 4η ᾠδή, 3ον τροπάριον· «Λύσας κράτος τοῦ θανάτου, ὡς ἀθάνατος Κύριος...»
7. α΄ κανών, 9η ᾠδή, 4ον τροπάριον· «Σὲ τὸν καταβάντα ἕως ἐσχά­του τῆς γῆς, καὶ τὸν ἄνθρωπον σώσαντα, καὶ τῇ ἀναβάσει σου ἀνυ­ψώσαντα, τοῦτον μεγαλύνομεν». 
8. Εἰς τὸ δοξαστικὸν τῶν αἴνων· «...ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκ νεκρῶν ἀνέ­στης, πατήσας τὸν θάνατον... 
Οἱ τέσσερις τελευταῖες ἀποδείξεις θεωρῶ ὅτι εἶναι καὶ οἱ σημαντι­κώτερες, διότι ἀναφέρονται εἰς τὰ ἀναγνώσματα τῆς ἑορτῆς. 
9. Τὸ εὐαγγέλιον τοῦ ὄρθρου εἶναι ἀναστάσιμον· εἶναι αὐτούσιον τὸ γ΄ ἑωθινὸν εὐαγγέλιον τῶν κυριακῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει 12 ἐδάφια· τὰ 10 μιλοῦν διὰ τὴν ἀνάστασιν, καὶ μόνον τὸ ἓν διὰ τὴν ἀνάληψιν. 
10. ᾿Αφοῦ ἀνεγνώσθη εἰς τὸν ὄρθρον ἀναστάσιμον εὐαγγέλιον, ἀμέ­σως μετὰ τί ἐπακολουθεῖ; Τί λέγει ὁ ἀναγνώστης; «Ἀνάστασιν Χρι­στοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον...» 
11. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν μήπως τὸ ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ ἀπόστολος ποὺ διαβάστηκε καὶ ἀνήμερα τὸ Πά­σχα; Ναί, πράγματι, ὁ ἴδιος ἀπόστολος εἶναι, ἐπηυξημένος τώρα κατὰ μίαν παράγραφον, ὥστε νὰ περιλαμβάνει καὶ τὰ περὶ τῆς ᾿Αναλήψεως. 
12. Τέλος καὶ τὸ εὐαγγελικὸν ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας πάλιν ἀναστάσιμον εἶναι· αὐτούσιον τὸ 6ον ἑωθινόν. Ἔχει 19 ἐδάφια, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 17 ὁμιλοῦν διὰ τὴν ᾿Ανάστασιν καὶ μόνον ἓν διὰ τὴν ᾿Ανάληψιν. 
Τόσον ἀρρήκτως συνδεδεμένες εἶναι οἱ ἑορτὲς τῆς ᾿Αναστάσεως καὶ τῆς ᾿Αναλήψεως κατὰ τὴν παράδοσιν καὶ διδασκαλίαν τῆς ἐκκλησίας. Καὶ δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῶν ὕμνων τῆς ᾿Αναλήψεως καὶ στὸ ἀντιαιρετικό τους περιεχόμενο καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα καίρια καὶ ὠφέλιμα. 
᾿Εκκλησιαστικὸς ἑορτασμός 
᾿Επειδὴ ποτὲ δὲν «χορταίνουμε» τὴν ἀκολουθία τῆς ᾿Αναστάσεως, καὶ ἐπειδὴ πάντοτε αἰσθανόμαστε ὅτι δὲν «χαρήκαμε» τὴν ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὅσο ἔπρεπε, καὶ ἐπειδὴ ἔχουμε ἐπίγνωσι ὅτι, ὅσο καὶ νὰ ἀνυμνήσουμε τὸν ἀναστάντα Κύριον, εἶναι ἐλάχιστα καὶ εὐτελῆ καὶ λειψὰ ὅσα κάνουμε, διὰ τοῦτο καὶ κάθε κυριακὴ «τὴν ᾿Ανάστασιν ἑορτάζομεν καὶ τὸ αἰώνιον Πά­σχα ἀνυμνοῦμεν»!! Τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; ῾Οπότε ἂς μὴν περικόπτω­μεν αὐθαιρέτως τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους ἑκάστης κυριακῆς ἄνευ ἀπο­χρῶντος λόγου καὶ χωρὶς σεβασμὸ στὸ λειτουργικὸ τυπικό. Νὰ μὴ σπεύ­δουμε στοὺς αἴνους τῶν κυριακῶν νὰ περιορίζουμε μονίμως, παρατύπως καὶ ἀσεβῶς τὰ 8 ἀναστάσιμα εἰς 4 μόνον! Οὔτε πάλιν τὰ 8 ἀναστάσιμα τῶν αἴνων νὰ τὰ μετατρέπουμε σὲ 4 ἀναστάσιμα καὶ 4 τοῦ ἑκάστοτε ἁγίου (ἐκ τῶν τοῦ ἑσπερινοῦ) ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, παρατύπως πάλιν καὶ ἀσεβῶς! Γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ἀπαράδεκτο, ὅτι κάποιοι λέγουν 2 στιχηρὰ ἀναστάσιμα καὶ 2 τοῦ μηναίου καὶ εὐθὺς τὸ δοξαστικόν. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν μία νὰ λέμε ὅτι δὲν ἐχαρήκαμε τοὺς πασχα­λίους ὕμνους στὴν κυριακὴν τοῦ Πάσχα ἢ κατὰ τὴν διακαινήσιμον ἢ ἐπὶ 40 ὁλόκληρες ἡμέρες, καὶ νὰ θέλουμε νὰ ὑπερβάλουμε θεατρικῶς, «γιὰ νὰ τὸ εὐχαριστηθοῦμε» (μὰ εἶναι ἐπιχειρήματα αὐτά; τί εἶναι ὁ ναός; λαϊκὸν κέντρον διασκεδάσεως;), καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην κατὰ τὶς κυριακὲς νὰ «περι­κόπτουμε» τοὺς ἀναστασίμους ὕμνους! Αὐτὸ εἶναι ὑποκρισία καὶ φαρισα­ϊσμός, ἢ παραλογισμός, ἢ ἔστω ἀσυνέπεια μεγάλη καὶ ἀδικαιολόγητος. Καὶ ὅσοι τυχὸν τὸ ἐκάναμε αὐτὸ ἀπὸ ἄγνοιαν καὶ κακὴν ἐπίδρασιν ἀπὸ ἄλλους, ἀσφαλῶς τώρα ποὺ μαθαίνουμε τὸ σωστὸ καὶ πρέπον, ταπεινο­φρόνως θὰ διορθώσουμε τὰ ὅποια ἐσφαλμένα. 
Τότε μόνον γιορτάζουμε πραγματικὰ τὴν ᾿Ανάστασι, ὅταν δὲν ὑπο­τιμοῦμε τὴν ᾿Ανάληψι, ὅταν γιορτάζουμε μὲ λαμπρότητα καὶ τὴν ᾿Ανάληψι καὶ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ὅλες τὶς δεσποτικὲς ἑορτὲς συμφώνως μὲ τὰ ἀπ᾿ αἰώνων θέσμια τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας.
᾿Εκκλησιολόγος, φ. 664, Πάτραι 23/5/2020

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Μία ἱερὰ εἴκῶν τῆς Σταυρώσεως εἰς τὸ προσκυνητάριον ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ...[;]

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΓ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 
11. νταῦθα ἔχομεν πολλὰ εἰπεῖν. Ἔχομεν διάστασιν μεταξὺ μοναχικοῦ καὶ κοσμι­κοῦ τυπικοῦ. 
Κατὰ τὸ δεύτερον ὁ ἱερεὺς «ἐνδεδυμένος ἐπιτραχήλιον καὶ φελώνιον, αἴρει, τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ ποιήσας κύκλον περὶ τὴν ἁγίαν Τράπεζαν, ψάλλων κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου ἐν κατανύξει τὸ ἰδιόμελον "Σήμερον κρεμᾷται ἔπι ξύλου", ἔξέρχεται τῆς βορείου τοῦ ἱεροῦ Βήματος πύλης προπορευομένων λαμπάδων καὶ θυμιατοῦ καὶ φθάνει εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ, ἔνθα πήγνυται ὸ Σταυρός».
Ὕποσημειοὶ ὅμως ὁ ταῦτα συγγραψάμενος Γ. Βιολάκης· «Ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ (ὼς καὶ ἕν Ἄγίω Ὄρει μέχρι τοῦδε [ἄλλ' οὔχὶ καὶ ἔν πάσαις ταῖς Μοναις αὔτοῦ, σημειῶ]) ἢ ἔξοδος αὕτη τοῦ Ἐσταυρωμένου οὔκ ἐγίνετο μέχρι τῆς πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπὸ Ἀμασείας (1864), καθ' ὅσον οὔτε τὸ Τριωδιον σημειοῖ τοιαύτην τινὰ τάξιν οὔτε τὸ ἀρχαῖον τυπικὸν ἤδη ὅμως καθιερώθῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὁ λαὸς φαίνεται ποθῶν ἶνα εὔλαβὼς προσκυνήσῃ τὴ ὥρα ταύτῃ Τον διὰ τὰς ἤμετέρας ἁμαρτίας ἄναρτηθέντα ἐπὶ τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ Θεάνθρωπον». Εἰς τὰς ἱερὰς ὅμως Μονὰς δέον ὅπως παραφυλάττηται ἢ ἀρχαία τάξις. Μία ἱερὰ εἴκῶν τῆς Σταυρώσεως εἰς τὸ προσκυνητάριον ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ. Ἔξ ἄλλου εἰς τὰς ἴερὰς Μονὰς δὲν πρέπει ἶνα ὕπάρχη Ἐσταυρωμένος ὄπισθεν τῆς ἅγιας Τραπέζης, εἴ μὴ μόνον λιτανευτικὸς Σταυρός. 
Σημείωσαι δ' ὅτι ἢ κοπῇ τοῦ Σώματος εἰς τὸ περίγραμμα αὔτοῦ δὲν ἀντέχει εἰς ὀρθόδο­ξον κριτικήν, διότι όλίγον ἀπέχει τοῦ ἀγάλματος, ἔγγίζον τὸ εἴδωλον. 
Ἀφες, σὺ ὸ τυπικάρης, διὰ τοὺς τοῦ κόσμου ἔνοριακοὺς Ναοὺς τοὺς ἔξ ἄνθέων (πολλάκις πλαστικῶν) στεφάνους, τὴν όχλοβοήν των ἄνασταυρούντων καὶ τοὺς ψευδεῖς καὶ ἐπίπλαστους συναισθηματισμούς, τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα τῶν γυναικαρίων τῶν ἀει ποτε μανθανόντων καὶ οὔδέποτε εἰς εὔσέβειαν ἔλθεΐν δυναμένων. 
Ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς τὴν θεολογίαν τὼν τροπαρίων, εἰς τὴν χαρμολύπην τῶν κανόνων, καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τὼν ἀναγνώσεων.

ΤΥΠΙΚΟΝ 
τοῦ ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦγιασμένου, 
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ, σέλ.402

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις, Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς,

 Τῌ Ε' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Προεόρτια τῶν Φώτων 
Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεοπέμπτου καὶ Θεωνᾶ
Μνήμη τῆς Ὁσίας Συγκλητικῆς.

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις, Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς, ἄνευ τῶν Εἱρμῶν τῶν τεσσάρων πρώτων ᾨδῶν.
Καὶ σήμερον δὲ Σάββατον μέλπω μέγα. 
ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Κύματι θαλάσσης, τὸν κρύψαντα πάλαι, διώκτην τύραννον, τὰ Ἰορδάνια, ῥεῖθρα συστέλλει καὶ κρύπτει, τὴν ἐμὴν νῦν καθαιρόμενον, ἀνθρωπίνως κάθαρσιν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».

Κύριε Θεέ μου, φωτώνυμον ὕμνον, καὶ προεόρτιον, ᾠδήν σοι ᾄσομαι, τῷ θείοις Θεοφανείοις, μυστικῶς ἀναγεννῶντι με, καὶ πρὸς τὴν λαμπρότητα, τὴν θείαν ἐπανάγοντι.

νω πρὸ αἰώνων, καὶ κάτω προσφάτως, ἐπιφανέντα σε, τὰ ὑπερκόσμια, καὶ τὰ περίγεια Σῶτερ, κατεπλήττοντο θεώμενα, καὶ τὴν ὑπὲρ λόγον σου, ἀνύμνουν συγκατάβασιν.

να σοῦ τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, σαυτὸν ἐκένωσας, μέχρι καὶ δούλου μορφῆς, νῦν δὲ παλάμῃ τοῦ δούλου, ὑποκλινεὶς κεφαλὴν δουλικῶς, τὴν ἐμὴν ἀνάπλασιν, καὶ κάθαρσιν δωρούμενος.

ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, ἑδράσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως, ἡ κτίσις κατιδοῦσα, σαρκὶ κρυπτόμενον νάμασι, θάμβει πολλῷ συνείχετο· Οὐκ ἒστιν Ἅγιος, πλὴν σου Κύριε κραυγάζουσα».

Σύμβολα πρὶν Προφήταις, παρέδειξας τῆς σῆς Θεοφάνειας, νῦν δὲ τὰ κεκρυμμένα, ταῖς ἐνεργείαις ἐγνώρισας, ἐπιφανεὶς μυστήρια, ἀνθρώποις σήμερον, νέμων νέαν ἀναγέννησιν.

πλωσεν Ἰορδάνης, τὰ ὕδατα ὡς νῶτα μετὰ τρόμου, τοῦ δέξασθαι τὸν Κτίστην, σωματικῶς βαπτιζόμενον, τὸν πάντας ἁγιάζοντα· Οὐκ ἒστιν Ἅγιος, πλὴν σου Κύριε κραυγάζοντας.

Μέγα πρὸς σωτηρίαν, ἐφόδιον τὸ Βάπτισμα παρέχει, Χριστὸς τοῖς αἰσθομένοις, αὐτοῦ τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἐν εὐφροσύνῃ ψάλλουσιν· Οὐκ ἒστιν Ἅγιος, πλὴν σου Κύριε φιλάνθρωπε.

ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὴν πρὸς τὸ Βάπτισμά σου ἔλευσιν, προορῶν Ἀββακούμ, ἐξεστηκὼς ἐβόα· Εἰς θάλασσαν τοὺς ἵππους σου, ὕδατα πολλά, ἐπεβίβασας Σῶτερ διαταράσσοντας».

πιφανέντος σου ἐν σώματι, ἡγιάσθη ἡ γῆ, ὕδατα ηὐλογήθη, ὁ οὐρανὸς πεφώτισται· γένος δὲ βροτῶν, τῆς πικρᾶς τυραννίδος ἐχθροῦ λελύτρωται.

ήματι θείῳ νῦν ὁ Πρόδρομος, ἐξ ἐρήμου μολεῖ, πρός, Ἰορδάνην λέγων· Μετανοεῖτε ἤγγικεν, ἡ τῶν Οὐρανῶν Βασιλεία καλοῦσα, πάντας πρὸς δόξαν Θεοῦ.

μεταστρέψας πρὶν τὴν θάλασσαν, εἰς ξηρὰν καὶ πηγάς, ἐξ ἀκροτόμου βλύσας, πταισμάτων χωνευτήριον, νῦν ἀποτελεῖ, Ἰορδάνου τὸ ῥεῖθρον, πυρὶ τοῦ Πνεύματος.

ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Θεοφανείας σου Χριστέ, τῆς πρὸς ἡμᾶς συμπαθῶς γενομένης, Ἡσαΐας φῶς ἰδὼν ἀνέσπερον, ἐκ νυκτὸς ὀρθρίσας ἐκραύγαζεν. Οἱ πεφωτισμένοι ἣκατε, λούσασθε, καὶ δι᾽ ὕδατος θείου καὶ Πνεύματος σαφῶς, καὶ ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα ἀποκαθάρατε».

Νεοποιεῖς τοὺς γηγενεῖς, νέος Ἀδὰμ χρηματίσας ὁ Πλάστης, ἐν πυρὶ καὶ Πνεύματι καὶ ὕδατι, ξένην ἐκτελῶν ἀναγέννησιν, καὶ ἀνάπλασιν θαυμαστήν, δίχα συντρίψεως, καὶ χωνευτηρίων, Βαπτίσματι θεουργῷ καινοποιούμενος.

Διὰ τοῦ Πνεύματος ψυχάς, καινοποιεῖς, διὰ δὲ τοῦ ὕδατος, ἁγιάζεις τὸ σῶμα τὸ σύνθετον, ζῶον ἀναπλάττων τὸν ἄνθρωπον· τῷ διπλῷ γὰρ τὰ συγγενῆ, χρησίμως φάρμακα σοφῇ προμηθείᾳ, προσάγεις ὡς ἰατρός, σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν.

ξ ἀλοχεύτου προελθών, ὁ γεννηθεὶς ἐκ Πατρὸς πρὸ αἰώνων, πρὸς τὸν ἐκ στείρας παραγέγονας, ἐξαιτῶν ὡς ἄνθρωπος Βάπτισμα, ἀλλ' ἐξ ὕδατος μυστικῶς, διὰ τοῦ Πνεύματος ἀπειργάσω Σῶτερ, πολύτεκνον Ἐκκλησίαν, τὴν πρὶν ἄγονον.

ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Συνεσχέθη, ἀλλ' οὐ κατεσχέθη, φόβῳ ὁ θεῖος Βαπτιστής· εἰ γὰρ καὶ συνεστάλη, προσεγγίσαι τῷ πυρὶ ὁ χόρτος, ἀλλὰ ἀκούσας· Ἄφες ἄρτι, ἔδραμε, τὸ ἐπίταγμα πληρῶν ὡς δοῦλος, θείας τε ἄνωθεν, μαρτυρούσης φωνῆς, ἢκουσεν Υἱὸν τὸν προαιώνιον».

πεγράφης, ἀλλ' οὐκ ἐδουλώθης, Καίσαρος θεσμοῖς πειθαρχῶν· εἰ γὰρ καὶ τῆς δουλείας, παραμύθιον ἡμῖν παρέχων, ἑκὼν ὑπείκεις, καὶ τελεῖς τὸ δίδραχμον, ἀλλὰ νόμῳ τῷ τῆς ἁμαρτίας, πρὶν πεπραμένους ἡμᾶς ἠλευθέρωσας νῦν, καὶ υἱοθεσίας κατηξίωσας.

Βασιλεύεις, ἀλλ' οὐ κατὰ κόσμον, φύσει πεφυκὼς Βασιλεύς· εἰ γὰρ καὶ κατὰ σάρκα, ἐκ φυλῆς Δαυῒδ τεχθεὶς τὸν θρόνον, τῆς βασιλείας Σῶτερ τούτου ἔλαβες, ἀλλ' ἀΐδιον ἔχεις τὸ κράτος, συμβασιλεύων Πατρί, πρὸ αἰώνων ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας σὺν τῷ Πνεύματι.

Βασιλεὺς μέν, ὁ τοῦ κόσμου Ἄρχων, καὶ τῶν ἐν τοῖς ὕδασι, πάλαι προσηγορεύθη, ἀλλ' ἐμπνίγεται τῇ σῇ καθάρσει, καὶ καθαιρεῖται, ὡς τῇ λίμνῃ Λεγεών, τῶν χειρῶν δὲ σου Σῶτερ τὸ πλάσμα, τὸ δουλωθὲν ὑπ' αὐτοῦ, κραταιᾷ σου χειρί, τῆς ἐλευθερίας κατηξίωσας.

ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«φραστον θαῦμα! ὁ ἐν καμίνῳ ῥυσάμενος, τοὺς Ὁσίους Παῖδας ἐκ φλογός, κλίνει κορυφήν, καὶ αἰτεῖ τὸ Βάπτισμα, ὑπὸ τοῦ δούλου, καθαίρων τοὺς βοῶντας· Λυτρωτὰ ὁ Θεός, εὐλογητὸς εἶ».

Τέμνεται ῥεῖθρον, πρὶν μηλωτῇ Ἰορδάνιον, προτυπούσῃ Βάπτισμα τὸ σόν, δι' οὗ τῶν παθῶν, ῥήγνυται χιτώνιον· καὶ ἀφθαρσίας ἔνδυμα αὐτουργεῖται, τοῖς βοῶσι· Χριστὲ ὁ Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

λβιον ῥεῖθρον· ἐν ἑαυτῷ γὰρ δεξάμενον, βαπτισθέντα τὸν Δημιουργόν, δέδεικται πηγή, ζωηφόρου νάματος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτὰ ὁ Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

Νέκρωσιν θείαν, συμβολικῶς εἰκονίζοντες, καταδύσει ὕδατος τριττῇ, ἐν τῷ Βαπτισμῷ Χριστῷ συνθαπτόμεθα, τῇ τριημέρῳ ἐγέρσει κοινωνοῦντες, καὶ βοῶντες Χριστῷ· Εὐλογητὸς εἶ.

Μία ἡ χάρις, Πατρὸς Υἱοῦ τε καὶ Πνεύματος, τελειοῦσα τοὺς τὴν δωρεάν, στέργοντας πιστῶς, τοῦ θείου Βαπτίσματος, υἱοθεσίας λαβόντας ἐξουσίαν, τοῦ βοᾶν· Ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«κστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν, τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ὕδωρ περιβάλλεται, ὁ φλέξας ὕδασι πρίν, Δικαίου θυσίαν παραδόξως· ὂν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, Λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Λύτρωσιν ἔρχεται Χριστός, διὰ Βαπτίσματος, παρασχεῖν πᾶσι πιστοῖς· ἐν τούτῳ τὸν Ἀδὰμ καθαίρει γάρ, τὸν πεπτωκότα ὑψοῖ, τὸν ῥίψαντα Τύραννον αἰσχύνει, τοὺς οὐρανοὺς ἀνοίγει, Πνεῦμα θεῖον καθέλκει, καὶ τῆς ἀφθαρσίας, τὴν μέθεξιν δωρεῖται.

Πέπαυται πλάνη τοῦ ἐχθροῦ· φωνὴ βοῶντος γάρ, ἐν ἐρήμῳ τὴν ὁδόν, Κυρίου κράζει εὐτρεπίσατε, καὶ πάσας τρίβους αὐτοῦ, εὐθείας ποιήσατε προστάττει· φάραγξ ἡ ταπεινὴ γάρ, φύσις βροτῶν ὑψοῦται· ὂρος καὶ βουνὸς δέ, δυσμενῶν ταπεινοῦνται.

παραδόξων δωρεῶν! ὢ θείας χάριτος, καὶ ἀφράστου ἀνοχῆς! Ἰδοὺ γὰρ ὕδατι καθαίρει με, πυρὶ φωτίζει με, καὶ Πνεύματι θείῳ τελειοῖ με, ὁ Πλάστης καὶ Δεσπότης, νῦν ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, τὴν ἐμὴν φορέσας φύσιν ἀναμαρτήτως.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Μὴ ἐποδύρεσθε μάτην, ἀπογνώσεως βρόχοις, ἀποπνιγόμενοι βροτοί, ὑπεύθυνοι κακῶν, ἀλλ' ἐν κατανύξει ψυχῆς προσέλθωμεν, τῷ καθαίροντι πάντας, ὡς μόνῳ καθαρῶ, καὶ διδόντι συγγνώμην διὰ Βαπτίσματος».

πὶ τῷ ξένῳ σου τόκῳ, τὸ πρὶν ἐκ τῆς Παρθένου, ὑπερφυῶς ἐθαυμαστώθης, Λόγε τοῦ Θεοῦ, νῦν δὲ μεγαλύνῃ, μέγα Μυστήριον, ἐκτελῶν παραδόξως, μεθέξει τῇ σεπτῇ, Κολυμβήθραν πολύτεκνον θείῳ Πνεύματι.

Γῆ ἡγιάσθη Γεννήσει, τῇ ἁγίᾳ σου Λόγε, διηγουμένων οὐρανῶν, σὺν ἄστροις δόξαν σήν, νῦν δὲ τῶν ὑδάτων φύσις εὐλόγηται, σοῦ σαρκὶ βαπτισθέντος, καὶ γένος γηγενῶν, πρὸς τὴν πρὶν ἐπανῆλθεν αὖθις εὐγένειαν.

γαλλιάσθω Γῆ πᾶσα· Οὐρανὸς εὐφραινέσθω· Κόσμος σκιρτάτω· Ποταμοί, κροτείτωσαν χειρί, αἱ Πηγαὶ καὶ Λίμναι, Ἄβυσσοι θάλασσαι, συγχαιρέτωσαν· ἣκει Χριστὸς γὰρ τὸν Ἀδάμ, ἐκκαθᾶραι καὶ σῶσαι θείῳ Βαπτίσματι.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ὁ Κανὼν οὗ ἡ ἀκροστιχίς

 


Τῌ Δ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Προεόρτια τῶν Φώτων
καὶ ἡ Σύναξις τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Θεοκτίστου.

 

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ὁ Κανὼν οὗ ἡ ἀκροστιχίς.
Τῇ μακρᾷ πέμπτῃ μακρὸν ὕμνον ἐξᾴδω.

ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τμηθείσῃ τμᾶται, πόντος ἐρυθρός, κυματοτρόφος δὲ ξηραίνεται βυθός, ὁ αὐτὸς ὁμοῦ ἀόπλοις γεγονὼς βατός, καὶ πανοπλίταις τάφος· ᾠδὴ δὲ θεοτερπὴς ἀναμέλπετο· Ἐνδόξως δεδόξασται, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν».

πανταιτία, καὶ παρεκτικὴ ζωῆς, ἡ ἄπειρος Σοφία τοῦ Θεοῦ, ᾠκοδόμησε τὸν οἶκον ἑαυτῆς, Ἁγνῆς ἐξ ἀπειράνδρου Μητρός, πρός, Ἰορδάνου δὲ νῦν ῥοὰς ἔρχεται, αἰτοῦσα τὸ Βάπτισμα, βροτῶν εἰς ἀνάπλασιν.

Μυσταγωγοῦσα, πάντας συγκαλεῖ, τοὺς ἐξ Ἐθνῶν ἡ τοῦ Θεοῦ Σοφία, πρὸς τὸ φῶς, τοὺς ἐν σκότει πρὶν ἀγνοίας ἀφεγγοῦς, κειμένους εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας, ἀνάγουσα μυστικῶς τῷ Βαπτίσματι, καρδίας καθαίροντι, καὶ κτίζοντι Πνεύματι.

κουτισθῶμεν, νῦν προφητικῶν, ἐκπληρουμένων διὰ Πνεύματος φωνῶν· ὁ βαπτίζων γὰρ ἐν Πνεύματι καὶ πυρί, ἐπείγεται Χριστὸς πρὸς Ἰορδάνην. Προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε· ὑμῶν γὰρ τὰ πρόσωπα, οὐ καταισχυνθήσονται.

ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Κύριος ὢν πάντων, καὶ κτίστης Θεός, τὸ κτιστὸν ὁ ἀπαθής, πτωχεύσας σεαυτῷ ἣνωσας, καὶ τοῖς ρείθροις ἔμελλες ἐλθεῖν, αὐτὸς ὢν τοῖς λαοῖς προσεφώνεις· Ὕδωρ τῆς ζωῆς ἀντλήσατε, καὶ πίστει στερεωθήσεσθε».

ύσιον ψυχῶν, καὶ σωμάτων ἅμα, τοῦ Βαπτίσματος τὴν χάριν, Σῶτερ ἔρχῃ χαρίσασθαι· διὰ τοῦτο βραβεύεις νῦν ἡμῖν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος κράζων· Ὕδωρ τῆς ζωῆς ἀντλήσατε, καὶ πίστει στερεωθήσεσθε.

φρων ἀνήρ, ὁ μὴ γινώσκων Θεόν· διαφθείρεται καὶ γάρ, ἀτόποις ἐπιτηδευμασιν, ἐλαττοῦται παντὸς ἐξ ἀγαθοῦ, καὶ πάσης ἐκπίπτει σωτηρίας, οὗπερ τῆς μερίδος ἅπαντες, οἱ Χριστὸν γνόντες ῥυσθείημεν.

ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Προκατιδὼν ὁ Προφήτης, τοῦ μυστηρίου σου τὸ ἀπόρρητον, Χριστὲ προανεφώνησεν· Ἔθου κραταιάν, Βαπτίσματος τὴν χάριν τοῖς πίστει, τοῦτο δεχομένοις ἅπασιν, εἰς λύτρωσιν τῶν ἀμπλακημάτων ἡμῶν».

πὶ τὸ Βάπτισμα σπεύδεις, τὸ τοῖς θνητοῖς πηγάζον τὴν ἄφεσιν, πεφορτισμένοις ἅπασι, πταίσμασι κακοῖς, κακῶς ἐν μοχθηρίᾳ βιοῦσι, τὴν κατὰ ψυχὴν ἀνάπαυσιν αὐτοῖς, ὡς οἰκτίρμων παρέξειν ἐπαγγειλάμενος.

Μεταλαβὼν τῆς σαρκός μου, τῆς σῆς θεότητος μεταδίδως μοι· εἰκὼν γὰρ ἀπαράλλακτος, ὢν τοῦ σοῦ Πατρός, χωρεῖς ἐπὶ χειρῶν σου Σῶτερ τὸ πλάσμα, πλὴν τῆς ἁμαρτίας, ἄνθρωπος φανείς, τῷ ὁμοίῳ καθαίρων, Λόγε τὸ ὅμοιον.

Πόμα καὶ χρῖσμα καὶ Πνεῦμα, τῆς σῆς σφραγῖδος Σῶτερ γνωρίσματα, καὶ μυστικὰ χαρίσματα, καὶ τῶν δωρεῶν τῶν θείων, ἀξιέραστα γέρα· τὸν Μονογενῆ καὶ γὰρ σε ἱλασμόν, ὁ Πατὴρ εἰς τὸν κόσμον ἀπέστειλεν.

ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῷ συνδέσμῳ τῆς δειλίας, συνεχόμενος νῦν ὁ Πρόδρομος, παραιτεῖται τὸ βαπτίζειν, εὐλαβῶς Χριστὸν θεασάμενος, γυμνὸν ἑστῶτα ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ὕδατι στεγάζοντα τὰ ὑπερῷα».

τὸ ἄσχετον κρατοῦσα, καὶ ὑπερῷον ἐν αἰθέρι ὕδωρ, ἡ ἀβύσσους χαλινοῦσα, καὶ θαλάσσας ἀναχαιτίζουσα, Θεοῦ Σοφία, μολεῖ πρὸς Ἰορδάνην· Βάπτισμα δὲ δέχεται, χειρὸς ἐκ δούλου.

Μορφωθεὶς Ἀδὰμ τὸν πρῶτον, Βαπτισμῷ ἥκει καθᾶραι Χριστός, ὁ νεφέλαις δὲ τὸν πόλον, περιβάλλων καὶ ἀναβαλλόμενος φῶς, γυμνὸς ὁρᾶται, ἐν Ἰορδάνου ῥείθροις· καὶ χειρὶ κατέχεται, ὁ πάντα φέρων.

ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«βυσσος ἐσχάτη, ἁμαρτημάτων ἐκύκλωσέ με, καὶ τὸν κλύδωνα μηκέτι φέρων, ὡς Ἰωνᾶς τῷ Δεσπότῃ βοῶ σοι· Ἐκ φθορᾶς με ἀνάγαγε».

Κύριόν σε γνόντες, οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴν σήν, Σῶτερ δόξαν ἐν τῇ σῇ γεννήσει, νῦν δὲ Πατὴρ σε κηρύττει, Υἱὸν ἀγαπητὸν βαπτιζόμενον.

ύπον πᾶς ὁ φέρων, ἀπορρυφθήτω δακρύων κρουνοῖς, καὶ Χριστῷ ἐν τρόμῳ προσερχέσθω, πυρὶ καὶ Πνεύματι θείῳ, καθᾶραι προϊόντι τὴν φύσιν ἡμῶν.

ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Οἱ Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, καμίνου φλόγα οὐκ ἔπτηξαν, ἀλλ' ἐν μέσῳ φλογὸς ἐμβληθέντες, δροσιζόμενοι ἔψαλλον· Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Νευστάζων κάραν πρὸς ἔχθραν, μηδεὶς δολίως κινήσειε, τῷ πλησίον κακῶς ἀποδοῦναι, κακὸν ἀντὶ κακοῦ μελετῶν, ἀλλ' ἐν ἀγάπῃ Κύριον, τὸν φανέντα τιμήσωμεν.

μῶν Χριστοῦ ὅσοι φίλοι, μικρὸν προσκακοπαθὴσατε, τούτῳ μορφωθέντι καὶ φανέντι, καθ' ἡμᾶς καὶ τὸ Βάπτισμα, ἐπειγομένῳ δέξασθαι, τῆς εἰκόνος εἰς κάθαρσιν.

Μεθ' ὅστις ἐμοῦ κατέλθῃ, καὶ συνταφῇ τῷ Βαπτίσματι, μετ' ἐμοῦ τῆς δόξης ἀπολαύσει, καὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸς νῦν ἐπαγγέλλεται· ᾧ πιστῶς ὑπαντήσωμεν.

ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Νόμων πατρῴων οἱ μακαριστοί, ἐν Βαβυλῶνι Νέοι προκινδυνεύοντες, βασιλεύοντος κατέπτυσαν, προσταγῆς ἀλογίστου, καὶ συνημμένοι, ᾧ οὐκ ἐχωνεύθησαν πυρί, τοῦ κρατοῦντος ἐπάξιον, ἀνέμελπον τὸν ὕμνον· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Οἱ δαιτυμόνες τῆς Θεοῦ τροφῆς, τῆς Βηθλεὲμ τῷ λόγῳ κατατρυφήσαντες, σὺν Ἀγγέλοις τε δοξάσαντες, καὶ Ποιμέσι καὶ Μάγοις, τὸν σαρκωθέντα, νῦν πρὸς Ἰορδάνην μυστικῶς, πορευθῶμεν ὀψόμενοι, μυστήριον τὸ μέγα, ὅπερ ἥκει Χριστὸς ἐκτελέσων, ὃν ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Νόμου τηροῦντες τὸ κεφάλαιον, καὶ προφητῶν ἀγάπην ἐνστερνισάμενοι, μιμηταὶ Χριστοῦ γενώμεθα, δι' ἀγάπησιν ἄκραν σάρκα λαβόντος, καὶ διὰ Βαπτίσματος ἡμᾶς τῷ Πατρὶ καταλλάξαντος, καὶ διδάξαντος μέλπειν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

δεξιοῦτο τὸν ἐρχόμενον, τάς ἁμαρτίας πάντων καθᾶραι νάμασιν, ἀλλὰ τοῦτον διεκώλυε, συστελλόμενος φόβῳ· Ἐγὼ γὰρ χρείαν ἔχω βαπτισθῆναι ὑπὸ σοῦ, τῷ Νυμφίῳ ἀντέφησεν, ὁ φίλος ἡ φωνή τε τῷ Λόγῳ, καὶ Ἡλίῳ ὁ λύχνος, ὃν ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ξενίας Δεσποτικῆς, καὶ ἀθανάτου τραπέζης, ἐν πενιχρῷ σπηλαίῳ πρίν, ἀπολαύσαντες, νῦν πρὸς Ἰορδάνην δράμωμεν, μυστήριον ὀψόμενοι ξένον, τὸ τῆς ἄνω λαμπρότητος πρόξενον».

πιτε τῆς Βηθλεέμ, οἱ τρυφηταὶ τῶν θαυμάτων, πρὸς χώραν Ἰορδάνου, κἀκεῖ ὀψόμενοι, ἔργα μυστικῶς τελούμενα, Βαπτίσματί τε τὸν Χριστὸν προσελθόντα· τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσαι, καὶ γὰρ σεσάρκωται.

Δημιουργὸς γεννηθείς, ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων, ἐτέχθη ἐπ' ἐσχάτων, ἀτρέπτως σαρκωθείς, Κόρης ἐξ ἁγνῆς θεόπαιδος, διπλοῦς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος θέλων, τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσαι διὰ Βαπτίσματος.

ς ἄνθρωπος ἐπέστης, οὐσίᾳ οὐ φαντασίᾳ, ὡς εἷς ἐν μέσῳ πάντων, ζητῶν τὸ Βάπτισμα, ὁ μόνος φύσει ἀνεύθυνος· ἐνθάψαι γὰρ εὐθύνας ἦλθες, τῶν ἀνθρώπων, ἐν ὕδασι βαπτιζόμενος.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ παρὸν Τριῴδιον

 

Τῌ Γ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Προεόρτια τῶν Φώτων
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Μαλαχίου
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Γορδίου.


Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ παρὸν Τριῴδιον, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.
Τετράδι ψαλῶ 
ᾨδὴ γ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῆς πίστεως ἐν πέτρᾳ με στερεώσας, ἐπλάτυνας τὸ στόμα μου ἐπ' ἐχθρούς μου· ηὐφράνθη γὰρ τὸ πνεῦμά μου ἐν τῷ ψάλλειν· οὐκ ἔστιν ἅγιος, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστι δίκαιος, πλὴν σου Κύριε».

ν κενοῖς ἡ ἐπίνοια τοῦ Ἡρῴδου, τοὺς μέλλοντας τυχεῖν τῆς ἐλευθερίας, ἀνόμως ἀνελόντος παῖδας· Χριστὸς γάρ, ὁ λυτρωτὴς ἡμῶν, ζωὴν χαρίζεται, πᾶσι τὴν ἀνώλεθρον βαπτιζόμενος.

Τὸ δεινὸν βουλευτήριον τοῦ Ἡρῴδου, νηπίων πρὶν ἀπέκτεινε νεολαίαν, τὴν Βηθλεὲμ αἱμάτων πληρῶσαν, νῦν δέ, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστὸς ἔρχεται, τέκνα πολλά, διὰ τοῦ Βαπτίσματος εἰσποιήσασθαι.

Ἕτερον Τριῴδιον, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.
Προσάββατόν τε 
ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν δι' εὐσπλαγχνίαν, σεαυτὸν τῷ πεσόντι, κενώσαντα ἀτρέπτως, καὶ δούλου χειρί, βαπτισθῆναι θελήσαντα, Λόγε Θεοῦ, τὴν εἰρήνην παράσχου μοι φιλάνθρωπε».

υφθέντες φρένας, καὶ προκαθαρθέντες, μυστηρίου μεθέξει, φρικτῆς οἰκονομίας, ἅπαντες πιστοί, ἐρχομένῳ Χριστῷ, ὑπαντήσωμεν, Ἰορδάνου τοῖς ῥείθροις ἐκκαθᾶραι ἡμᾶς.

ρᾶτε φίλοι, τὴν φωνὴν τοῦ Λόγου, τοῦ Ἡλίου τὸν λύχνον, τὸν φίλον τοῦ Νυμφίου· Μετανοεῖτε τοῖς λαοῖς ἐκβοῶντα, καὶ σπεύσατε καθαρθῆναι, τοῦ Κτίστου εἰς ὑπάντησιν.

ᾨδὴ η'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«ῆμα τυράννου, ἐπεὶ ὑπερίσχυσεν, ἑπταπλασίως κάμινος, ἐξεκαύθη ποτέ, ἐν ᾗ Παῖδες οὐκ ἐφλέχθησαν, βασιλέως πατήσαντες δόγμα, ἀλλ' ἐβόων· Πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

ποκενοῦντες, δακρύων πηγὰς οἱ πιστοί, ἐξ ὀφθαλμῶν καθάρωμεν, πάντα ῥύπον ψυχῶν, καὶ φῶς ἐν φωτὶ τρισσὸν ὀψόμεθα, βαπτισθῆναι Χριστοῦ ἐρχομένου· ᾧ προσμαρτυρήσει Πατὴρ οὐρανόθεν, καὶ Πνεύματος Ἁγίου, λάμψει παρουσίᾳ, περιστερᾶς ἐν εἴδει.

Δάκρυον ἅπαν, Χριστὸς ἀφαιρούμενος, ἀπὸ παντὸς προσώπου, προέρχεται ψυχῶν, πολυώδυνα νοσήματα, ἀνωδύνως ἐν ὕδατι παύων, καὶ παλαιωθέντας ἀνθρώπους, καινίζων τῇ παλιγγενεσίᾳ, τοὺς ὑμνολογοῦντας αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

ερουργοῦνται, ψυχαὶ τοῦ Βαπτίσματος, τῷ θεοσδότῳ λουτρῷ, καὶ Πνεύματος πυρί, τοῦ τὰ πάθη ἐκκαθαίροντος, καὶ τὴν ὕλην συμφλέγοντος πᾶσαν, μοχθηρὰς κακίας, καὶ χάριν διδόντος, βοᾶν ἐν κατανύξει· Σὲ ὑπερυψοῦμεν, Χριστὲ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἕτερος, Ἦχος πλ. β'
Στήλην κακίας 
πὸ βλεφάρων, ψυχῶν κακίας ὕπνον ἐκτιναξάμενοι, τάς πονηρίας ἀφελώμεθα, πιστοὶ καρδιῶν ἡμῶν, καὶ δάκρυσι θερμοῖς, λούσωμεν φρένας, θεαταὶ τοῦ ἐπιφανέντος, ὅπως ὀφθῶμεν, τὸν Χριστὸν δοξάζοντες εἰς τοὺς αἰῶνας.

Βέβηλον ἔπος, πονηρῶν ἐννοημάτων μὴ προσενέγκωμεν, λόγον δὲ θεῖον μελετήσαντες, τοῖς ὕμνοις προσάξωμεν τῷ Λόγῳ, δι' ἡμᾶς σαρκὶ φανέντι, καὶ φωτίζοντι τοὺς ἐν σκότει· ὂν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Βάθους σοφίας, κεκρυμμένον μυστήριον, νῦν φανεροῦται βροτοῖς, Θεοῦ κριμάτων νῦν ἡ ἄβυσσος, πιστοῖς ἐκκαλύπτεται, Θεοῦ μετὰ σαρκὸς ἐν γῇ φανέντος, εἰς ἀνάπλασιν βροτείου γένους· ὂν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας.

παγορεύεις, Ἰωάννη ὅπερ δράσεις τάχος ὑπείκων μου· Ἄφες οὖν ἄρτι· οὕτω πρέπον γὰρ ἡμῖν ἐστιν ἅπασαν, πληρῶσαι ἀληθῶς δικαιοσύνην, ὁ Δεσπότης τῷ δούλῳ ἔφη· ὂν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ὁ Εἱρμὸς 
«Στήλην κακίας, τοῦ δεινοῦ Ἡρῴδου πάντες ἐκμυκτηρίσαντες, πρὸς Ἰορδάνην δεῦτε ἴωμεν, πιστοὶ ἵν᾽ ὀψώμεθα, Χριστὸν τὸν λυτρωτήν, ὑπὸ Προδρόμου, βαπτιζόμενον σαρκὶ ἐν ῥείθροις· ὂν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας».

ᾨδὴ θ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ψυχαῖς καθαραῖς, καὶ ἀρρυπώτοις χείλεσι, δεῦτε μεγαλύνωμεν, τὴν ἀκηλίδωτον, καὶ ὑπέραγνον Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, δι' αὐτῆς τῷ ἐξ αὐτῆς, προσφέροντες πρεσβείαν τεχθέντι· Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς».

γνώμων μηδείς, καὶ πρὸς Χριστὸν ἀχάριστος, ἔστω τὸ μακρόθυμον τῆς ἀνοχῆς αὐτοῦ, καὶ χρηστότητος ὑβρίζων καταφρονήσει, ἀλλ' ἐν φόβῳ καὶ χαρᾷ δουλεύσωμεν, αὐτῷ μελῳδοῦντες· Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Λέγει τοῖς λαοῖς, τῶν ἀπειθῶν ὁ Πρόδρομος· Τὶς ὑμῖν ὑπέδειξεν, ἐκ τῆς ὀργῆς φυγεῖν, ἐχιδνῶν γεννήματα τῆς μελλούσης; μετανοίας οὖν καρπούς, ἐνδείξασθε ἀξίους βοῶντες· Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

πηρωτικῆς, ἀγνωμοσύνης τόλμημα! ὂν γὰρ οἱ ἀλλόφυλοι, ὡς λυτρωτὴν Χριστόν, προσεκύνησαν ἐν δώροις τετιμηκότες, οἱ οἰκεῖοι μανικῶς, ἐζήτουν ἀποκτεῖναι φανέντα. Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Ἕτερος, Ἦχος πλ. β'
Τὴν τιμιωτέραν 
λέθριον πτῶμα τὸ τοῦ Ἀδάμ, νῦν ἐπανορθώσων, ἐπεφάνη νέος, Ἀδάμ, τὴν ἐλευθερίαν, τῆς παλιγγενεσίας, παρέχων παραδόξως, διὰ Βαπτίσματος.

Νόμον καὶ Προφήτας ἀποπληρῶν, καὶ δικαιοσύνην, ἐκτελῶν ὁ πάντων Σωτήρ, νῦν ὑπὸ παλάμης, χειροθετεῖται δούλου, δουλείας ἀφαρπάζων, ἐχθροῦ τὸν ἄνθρωπον.

Τοῖς Ἔθνεσιν ἔλαμψε μέγα φῶς· τοῖς ἐσκοτισμένοις, θεϊκῇ ἀνέσχεν αὐγῇ, τοῖς ἐν σκιᾷ πάλαι θανάτου καθημένοις, ὁ Ἥλιος τῆς δόξης, Χριστὸς ἀνέτειλεν.

κύκλουν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, τὸν ἐν Ἰορδάνῃ, βαπτιζόμενον Λυτρωτήν, καὶ τρόμῳ τὸ μέγα, Μυστήριον ἀνύμνουν, τῆς τούτου ἀπορρήτου, συγκαταβάσεως. 
Εἶτα τὸν Εἱρμὸν 
«Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, καὶ ἐνδοξοτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν».

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ παρὸν Τριῴδιον

 

 

Τῌ Β' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Προεόρτια τῶν Φώτων
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Σιλβέστρου, Πάπα Ῥώμης. 
 
Ἐν τοῖς Ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ παρὸν Τριῴδιον, οὗ ἡ Ἀκροστιχὶς
Τῇ δευτέρᾳ
 
ᾨδὴ α'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῷ τὴν ἄβατον, κυμαινομένην θάλασσαν, θείῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἀναξηράναντι, καὶ πεζεῦσαι δι' αὐτῆς, τὸν Ἰσραηλίτην λαὸν καθοδηγήσαντι, Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».

ἀπόρρητος, τοῦ Κτίστου συγκατάβασις, πρὶν ἐκ Παρθένου λάμψασα, κόσμον κατηύγασεν, αὐτὸς πάλιν ὁ Χριστός, ἄλλο νῦν μυστήριον, τελέσων ἔρχεται, ἐν lορδάνῃ βροτῶν, εἰς ξένην ἀναγέννησιν.

Διακονήσων, ἔργῳ φρικτῷ προέρχεται, πρὸς Ἰορδάνην Πρόδρομος, νῦν ἡ τοῦ Λόγου φωνή, τὸν πτωχεύσαντα Ἀδάμ, ὁ πλουτῶν θεότητι· διὰ τοῦ Πνεύματος γάρ, πλουτήσων ἥκει Χριστός, τῷ δώρῳ τοῦ Βαπτίσματος.

ᾨδὴ η'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«φριξε παίδων εὐαγῶν, τὸ ὁμόστολον ψυχῆς ἄσπιλον σῶμα, καὶ εἶξε τὸ τραφέν, ἐν ἀπείρῳ ὕλῃ ἀκάματον πῦρ, ἀειζώου δὲ ἐκμαρανθείσης φλογός, διαιωνίζων ὕμνος ἀνεμέλπετο· Τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

μᾶς μου σκεύη ἐκλεκτά, ἐπιγνώσομαι, εἰ τῆς ἐμῆς δωρεᾶς, σφραγὶς ἐνσημανθῇ, ἐν ὑμῖν τρισσὸν φῶς ἀπαστράπτουσα, πρὸς τὸ Βάπτισμα Χριστός, ὁ Λόγος φησί, τοῖς ῥᾳθυμίας ὄκνῳ διαμένουσιν· ἐν τούτῳ γὰρ νέαν ὁδὸν σωτηρίας, καὶ ἐλευθερίας, ζωὴν ἥκω δωρούμενος.

Τάξεως ἔμπαλιν ἐν σοί, φυσικῆς ἐστι πρᾶγμα τελούμενον νῦν, τὸ ἔλαττον καὶ γάρ, γνώμῃ εὐλογεῖται τοῦ κρείττονος· ὅθεν δέδοικα σὴν χειραπτῆσαι κάραν, τῷ Λυτρωτῇ ἐβόησεν ὁ Πρόδρομος· οὐ θέμις γὰρ χόρτον πυρὶ προσεγγίζειν, σὺ με μᾶλλον, ἁγίασον σὸν δοῦλον.

Ἕτερον Διώδιον, Ἦχος ὁ αὐτὸς
Οὗ ἡ Ἀκροστιχὶς
Τρίτη τε
Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ
 
ᾳθυμίας ὕπνον ψυχικόν, τινάξαντες καρδίας ἐγρηγόρσει, τῷ ἐρχομένῳ καθᾶραι ψυχὰς ἐν ῥείθροις βοήσωμεν· Εὐλογεῖτε τὰ ἔργα, Κυρίου τὸν Κύριον.

κανούσθω πρᾶξις ἐν ἡμῖν, ψυχῆς ἐν ὑψηλῇ θεωρίᾳ ὅπως κατ' ἄμφω φανέντες φαιδροί, τῷ πάντας καθαίροντι· Εὐλογεῖτε τὰ ἔργα, βοῶμεν τὸν Κύριον.

Τὸ τάλαντον λόγῳ πρακτικῷ, κοσμήσαντες ἐν διπλῇ ἐργασίᾳ, πίστει τῷ δόντι Δεσπότῃ πιστοί, ὡς δοῦλοι προσάξωμεν, βαπτισθῆναι μολοῦντι, ψυχῶν εἰς ἀνάπλασιν. 
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ, οἱ Ὅσιοι τρεῖς Παῖδες μὴ πεισθέντες, ἐν τῇ καμίνῳ βληθέντες Θεόν, ὡμολόγουν ψάλλοντες· Εὐλογεῖτε τὰ ἔργα, Κυρίου τὸν Κύριον». 
ᾨδὴ θ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«μεγάλυνας Χριστέ, τὴν τεκοῦσαν σε Θεοτόκον, ἀφ’ ἧς ὁ Πλάστης ἡμῶν, ὁμοιοπαθὲς περιέθου σῶμα, τὸ τῶν ἡμετέρων λυτήριον ἀμπλακημάτων, ταύτην μακαρίζοντες, πᾶσαι γενεαὶ σὲ μεγαλύνομεν».

ύπον πάντα ἐμπαθῆ, ἀπωσάμενοι ἐπαξίως, Βαπτίσματος τοῦ θείου, γνώμην ἀναλάβωμεν ἔμφρονα· ἥκει γὰρ ὁ Κτίστης, κάθαρσιν δωρήσασθαι ξένην, ῥείθροις βαπτιζόμενος, πᾶσί τε καινὴν δεῖξαι ἀλλοίωσιν.

φορῶντες εἰς Χριστόν, ταπεινούμενον ἑκουσίως, μέχρι καὶ δούλου μορφῆς, ὑπὸ τὴν αὐτοῦ χεῖρα τὴν κραταιάν, νῦν ταπεινωθῶμεν, πνεύματι συνεπαρθέντες, ὅπως βαπτιζόμενον, τοῦτον καθαροῖς ἔργοις τιμήσωμεν. 
Ἕτερος
Ἡ τὸν ἀχώρητον Θεὸν
 
Τῆς ἁμαρτίας τὸν βαρύν, ῥύπον ἀπορρίψαντες, καθαροὶ τῷ πάντας καθαίροντι, ῥείθροις θείοις, ἐποφθῶμεν Δεσπότῃ.

ν Ἰορδάνῃ ποταμῷ, βαπτισθῆναι ἥκοντι, τῷ Χριστῷ δεῦτε προσεγγίσωμεν, τῶν δακρύων, καθαρθέντες τοῖς ῥείθροις.

ν τῇ Γεννήσει σου Σωτήρ, ἡμᾶς ἑορτάσαντας, μετὰ Μάγων καὶ Ποιμένων, νῦν πρόσδεξαι, σὲ τιμῶντας, βαπτισθῆναι μολοῦντα.  
Ὁ Εἱρμὸς 
« τὸν ἀχώρητον Θεόν, ἐν γαστρὶ χωρήσασα, καὶ χαρὰν τῷ κόσμῳ κυήσασα, σὲ ὑμνοῦμεν, Παναγία Παρθένε».

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸν παρόντα. Προεόρτιον Κανόνα

 

Τῌ ΚΔ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Εὐγενίας

 

 Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸν παρόντα.

Προεόρτιον Κανόνα, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.
Κατὰ Ἀλφάβητον, ἄνευ τῶν Εἱρμῶν.

ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Κύματι θαλάσσης, τὸν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, φάτνῃ κρυπτόμενον, κτεῖναι ζητεῖ ὁ Ἡρῴδης, ἀλλ' ἡμεῖς σὺν Μάγοις μέλψωμεν· τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».

ρχων ἐξ Ἰούδα, ἐξέλιπεν ἤδη· ᾧ γὰρ ἀπέκειτο, καθὼς προγέγραπται, ἡ τῶν ἐθνῶν προσδοκία, Ἰησοῦς Χριστὸς ἐλήλυθε, καὶ Σπηλαίῳ τίκτεται, δι' ἄκραν ἀγαθότητα.

Βηθλεὲμ εὐφραίνου, ἡ πόλις Ἰούδα· ἐν σοὶ γὰρ τίκτεται, Χριστὸς ὁ Κύριος, ἡ οἰκουμένη σκιρτάτω, δεχομένη ἀπολύτρωσιν, χορευέτω ἅπασα, ἡ κτίσις ἑορτάζουσα.

Γένος τῶν ἀνθρώπων, βουλόμενος σῶσαι ὁ Ὑπεράγαθος, μήτρᾳ ἐσκήνωσεν, ἀπειρογάμου Παρθένου, καὶ ἰδοὺ τεχθῆναι ἔρχεται. Τοῦτον προσκυνήσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, κρεμάσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως, ἡ κτίσις κατιδοῦσα, ἐν τῷ Σπηλαίῳ τικτόμενον, θαμβητικῶς συνείχετο. Οὐκ ἔστιν Ἅγιος, πλήν σου Κύριε κραυγάζουσα».

Δούλου φορέσαι σχῆμα, ἠθέλησας, ὅπως με τῆς δουλείας, τοῦ πονηροῦ λυτρώσῃ, ὑμνολογῶ σου τὸ εὔσπλαγχνον, Λόγε Πατρὸς συνάναρχε, καὶ συναΐδιε. Δόξα τῇ οἰκονομίᾳ σου.

ρχεται ἡ Παρθένος, τὸν Κύριον ἀποτεκεῖν Σπηλαίῳ, προφθάσατε οἱ Μάγοι. Ποιμένες νῦν παραγίνεσθε, ὕμνον ἐξ ὕψους Ἄγγελοι, ἐπανακράξατε, ὤφθη τῶν βροτῶν ἡ λύτρωσις.

Ζητῶν με τὸν πλανηθέντα, φιλάνθρωπε, καὶ σπήλαιον δειχθέντα, λῃστῶν ἔργοις ἀκάρποις, Σπηλαίῳ νῦν παραγέγονας, ἐκ τῆς Παρθένου σήμερον, τεχθῆναι Δέσποτα. Δόξα Λόγε τῇ ἐλεύσει σου.

ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς  (πρὸς τὸ Τὴν ἐν Σταυρῷ σου θείαν κένωσιν)
«Τὴν ἐκ Παρθένου παρουσίαν σου, προορῶν Ἀββακούμ, ἐξεστηκῶς ἐβόα· Σὺ ἐκ Θαιμὰν σαρκούμενος, ἥκεις Λυτρωτά, τὸν Ἀδὰμ ἀπωσμένον, ἀνακαλέσασθαι».

φωταυγὴς Νεφέλη ἔρχεται, ἀνατεῖλαι Χριστέ, ἐκ μητρικῶν λαγόνων, δικαιοσύνης Ἥλιον, ἅπασαν τὴν γῆν, φρυκτωρίαις ἐνθέοις, καταλαμπρύνοντα.

Θεὸς ἀνθρώποις ὤφθη ὅμοιος, καὶ πτωχεύει σαρκί, ἵνα ἡμᾶς πλουτίσῃ, καὶ ἐν Σπηλαίῳ τίκτεται, τοῦτον οἱ πιστοί, καθαρᾷ διανοίᾳ, ὑποδεξώμεθα.

δοὺ Χριστὸς ἐν πόλει τίκτεται, Βηθλεὲμ τὴν Ἐδέμ, ὅπως ἡμῖν ἀνοίξῃ, παρακοῇ τὸ πρότερον, ὄφεως κλοπῇ, κεκλεισμένην· ἐνθέως πανηγυρίσωμεν.

ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν δι' εὐσπλαγχνίαν, σεαυτὸν τῷ πεσὸντι, κενώσαντα ἀτρέπτως, καὶ δούλου μορφήν, ἐκ Παρθένου φορέσαντα, Λόγε Θεοῦ, τὴν εἰρήνην παράσχου μοι φιλάνθρωπε».

Καρδία πᾶσα, γηγενῶν σκιρτάτω· εὐφραινέσθω ἡ κτίσις, ὁ Κύριος γεννᾶται, ἐκ Κόρης Ἁγνῆς, Βηθλεὲμ ἐν Σπηλαίῳ, καὶ Μάγοι αὐτῷ, προσκομίζουσι δῶρα, νῦν ἐπάξια.

Λαὸς ὁ πάλαι, ἐν σκιᾷ θανάτου, καθεζόμενος βλέψον, τὸ φῶς σοι ἀνατεῖλαν, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ πολλῆς θυμηδίας ἐμπλήσθητι, τὸν πτωχεύσαντα Λόγον, μεγαλύνων ἀεί.

Μικρῷ Σπηλαίῳ, ἔρχῃ χωρηθῆναι, ὀ ἀχώρητος φύσει, ὅπως με σμικρυνθέντα τῇ παραβάσει, μεγαλύνῃς δι' οἶκτον ἀμέτρητον· προσκυνῶ σου, τὸ εὔσπλαγχνον Μακρόθυμε.

ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἄβυσσος ἐσχάτη, ἁμαρτημάτων ἐκύκλωσέ με· καὶ τὸν κλύδωνα μηκέτι φέρων, ὡς, Ἰωνᾶς, τῷ Δεσπότῃ βοῶ σοι· Ἐκ φθορᾶς με ἀνάγαγε».

Νόμων σε ἡ Παρθένος, τῶν τῆς σαρκὸς δίχα Κύριε, παραγίνεται ἀποκυῆσαι, ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ φάτνη σαρκί, προσανακλινεῖ σε ὡς νήπιον.

Ξένον γεγενημένον, παραβάσει με ὁ Ὑπέρθεος, τεχθεὶς ἐκ Κόρης ἀπειρογάμου, δι' οἶκτον πολίτην, οὐρανοῦ ἀποδείκνυσιν.

ρη τε καὶ νάπαι, καὶ κοιλάδες εὐφράνθητε· ὁ γὰρ Χριστὸς σαρκὶ γεννᾶται, ἀνακαινίζων τὴν κτίσιν, φθαρεῖσαν πονηραῖς παραβάσεσιν.

ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Οἱ Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, καμίνου φλόγα οὐκ ἔπτηξαν, ἀλλ' ἐν μέσῳ φλογὸς ἐμβληθέντες, δροσιζόμενοι ἔψαλλον· Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Πῶς σε σμικρότατον Λόγε, καθυποδέξεται Σπήλαιον, τὸν πτωχείᾳ πολλῇ, τὴν πτωχείαν τοῦ Ἀδὰμ ἀφελόμενον, καὶ πλούτῳ θείας χάριτος, τοὺς ἀνθρώπους πλουτίσαντα.

ήματα ξένα Ποιμένες, ἀκηκοότες κατέσπευσαν, Βηθλεὲμ κατιδεῖν, καὶ ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων τὸν λύσαντα, τῆς ἀλογίας ἅπαντας, εὐσεβῶς προσεκύνησαν.

Στόματι καὶ καρδία, τὸν ἐν σαρκὶ ἀφικόμενον, γεννηθῆναι Χριστὸν ἐν Σπηλαίῳ, ἐκ Παρθένου νεάνιδος, ὑμνολογῆσαι σπεύσωμεν, καὶ πιστῶς προσκυνήσωμεν.

ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Νόμων Πατρῴων οἱ μακαριστοί, ἐν Βαβυλῶνι νέοι προκινδυνεύοντες, βασιλεύοντος κατέπτυσαν, προσταγῆς ἀλογίστου· καὶ συνημμένοι, ᾧ οὐκ ἐχωνεύθησαν πυρί, τοῦ κρατοῦντος ἐπάξιον, ἀνέμελπον τὸν ὕμνον· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Τὸν ὑπὲρ λόγον μόνον Κύριον, σεσαρκωμένον Κόρη καὶ περικείμενον, τῶν ἀνθρώπων τὸ ὁμοίωμα, κατέχουσα ἀγκάλαις, καὶ προσκυνοῦσα, καὶ ἀσπαζομένη μητρικῶς. Τέκνον ἔφης γλυκύτατον, πῶς σε οὕτω κατέχω, κατέχοντα χειρί σου τὴν κτίσιν, καὶ χειρὸς δουλείας, αὐτὴν ἐλευθεροῦντα;

μνολογῆσαι θεῖοι Ἄγγελοι, τὸν ἐπὶ γῆς τεχθέντα, διευτρεπίσθητε. Μάγοι δῶρα ὁδηγούμενοι, προσάξατε ἀστέρι. Ποιμένες τοῦτον σπεύσατε, ἰδεῖν ταῖς μητρικαῖς, ὥσπερ νήπιον κράζοντες, καθήμενον ἀγκάλαις. Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Φωτὸς Νεφέλη Παναμώμητε, πῶς σπαργανώσεις νέφει τὸν ἐπενδύοντα, οὐρανοὺς ἀρρήτῳ νεύματι; πῶς ἀλόγων ἐν φάτνῃ ἐπανακλινεῖς, τὸν τῆς ἀλογίας τοὺς βροτούς, διὰ ἔλεος ἄμετρον, ῥυσάμενον Δεσπότην; ὃν πᾶσα προσκυνεῖ φόβῳ κτίσις, ἀνυμνολογοῦσα, αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἀπορεῖ πᾶσα γλῶσσα, εὐφημεῖν πρὸς ἀξίαν, ἰλιγγιᾷ δὲ νοῦς, καὶ ὑπερκόσμιος, ὑμνεῖν σε Θεοτόκε· ὅμως ἀγαθὴ ὑπάρχουσα, τὴν πίστιν δέχου· καὶ γὰρ τὸν πόθον οἶδας, τὸν ἔνθεον ἡμῶν·σὺ γὰρ Χριστιανῶν εἶ προστάτις, Σὲ μεγαλύνομεν».

Χαῖρε δοχεῖον ἄχραντε, χαρᾶς ἀνεκφράστου· ἰδοὺ γὰρ ἔρχῃ τέξεσθαι ἐν Σπηλαίῳ, ἀπορρήτως τὸν Δεσπότην, θέλοντα τὴν κτίσιν ἅπασαν, καταφθαρεῖσαν τῇ παραβάσει πρώην, καινίσαι ἀληθῶς, τοῦτον ὑμνολογοῦντες ἐν πίστει, Σὲ μεγαλύνομεν.

Ψυχαὶ δικαίων πᾶσαι, ὑποχθόνιοι ἅμα ἀγαλλιᾶσθε· ἡ πάντων ἀπολύτρωσις. Ἰδοὺ γὰρ ἐπεφάνη, πόλει Βηθλεὲμ τικτόμενος· ἀστὴρ δὲ τοῦτον καταμηνύει, Μάγοις ζητοῦσιν εὐσεβῶς· ὃν περ καὶ κατιδόντες Σπηλαίῳ, θάμβους ἐπλήσθησαν.

ς οὐρανὸν σε ἄλλον, ἀνυμνοῦμεν Παρθένε δικαιοσύνης Ἥλιον ἡμῖν, ἐκ λαγόνων παναγίων, μέλλουσαν ἀνίσχειν αὔριον, φωταγωγοῦντα τοὺς ἐν σκότει ὄντας, θανάτου καὶ φθορᾶς· ὅθεν χρεωστικῶς ἐν αἰνέσει, σὲ μεγαλύνομεν.


 

Δημοφιλείς αναρτήσεις