Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Επιστολή αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον Προκόπιο(διοικητή της Κωνσταντινούπολης)

Rublev_grigoriy_bogoslov
Βρίσκομαι στην κατάσταση, αν πρέπει να γράψω την αλήθεια, ν' αποφεύγω κάθε συνάθροιση επισκόπων, γιατί δεν είδα καμιά σύνοδο να τελειώνει με καλό τρόπο και μήτε να δίνει λύση στα προβλήματα άλλα να προσθέτει. Ξεσπούν πάντοτε φιλονικίες και φιλαρχίες (μη με νομίσεις ενοχλητικό γι' αυτά πού γράφω) πέρα από κάθε δικαιολογία, κι ευκολότερα θα κατηγορηθεί κανένας καταδικάζοντας άλλους για κακία παρά πού θα σβήσει τη δική τους. Γι' αυτό μαζεύτηκα στον εαυτό μου και θεώρησα την ησυχία ως μοναδική ασφάλεια της ψυχής. Τώρα έχω και την αρρώστια να προπορεύεται από την κρίση, αφήνοντας πάντα τις τελευταίες αναπνοές μου κι αδυνατώντας να χρησιμοποιήσω τον εαυτό μου σ' οτιδήποτε. Γι' αυτό ας με συχωρέσει  η μεγαλοψυχία σου και προσπάθησε να πείσεις τον ευσεβέστατο βασιλιά να μη μου καταλογίσει αδιαφορία αλλά να συγχωρέσει την αδυναμία μου, για την οποία ξέρει ότι μ' έχεις συγχωρέσει, όταν σου ζήτησα αντί άλλη ευεργεσία την αναχώρηση.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΡ.ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ 7 επιστολή ρλ΄ (130)

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

από τη Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων

books_game 
Πριν από λίγες ημέρες έριξα μια πεταχτή ματιά σε ένα βιβλίο που βρίσκετε στο ράφι ξεχασμένο αρκετό καιρό. Αποστολικοί Πατέρες άπαντα τα έργα τόμος 1.
Έκπληξη η απλότητα του κειμένου και το βάθος της θεραπευτικής του στον άνθρωπο. Στάθηκα σε μια φράση η οποία ζυμώθηκε μέσα μου, με προβλημάτισε με ξάφνιασε, με ανάπαυσε. Την καταθέτω με απλότητα όπως την συνάντησα στο κείμενο .
5. Τέκνον μου, μὴ γίνου ψεύστης, ἐπειδὴ ὁδηγεῖ τὸ ψεῦσμα εἰς τὴν κλοπήν· μηδὲ φιλάργυρος μηδὲ κενόδοξος· ἐκ γὰρ τούτων ἁπάντων κλοπαὶ γεννῶνται.
5.Παιδί μου, μη γίνεσαι ψεύτης, γιατί το ψέμα οδηγεί στην κλεψιά* ούτε φιλάργυρος, ούτε κενόδοξος (ματαιόδοξος),γιατί από όλα αυτά γεννιούνται οι κλοπές.
--------------------
Στίχοι: Active Member
Μουσική: Active Member
Πρώτη εκτέλεση: Active Member

Ψέμα μου, στο όνομά σου
έχω σταυρώσει ότι λαχτάρησα να συναντήσω
πετάχτηκα από τον ύπνο μου, όμως, πάλι μπροστά μου να σου
με τα όνειρα μου να κρατάνε το ίσο.
Οταν δειλά σε πρωταγκάλιασα σε είχανε φασκιωμένο,
φτιαγμένο απ το υλικό που καίνε τα άστρα.
Σε τάισα απ το αίμα μου για να μη πάει χαμένο,
απ την αρχή κιόλας το τράβηξες στα άκρα.
Πυροκαμμένο μαστόρι πάνω από σάρκινο μαγκάλι
δουλεύει την ψυχή μου απίκο κι ετοιμοπαράδοτη,
την περιμένουν κάπου αλλού με μια παρθένα αγκάλη
αδιάβατοι δρόμοι κι όρκοι απαράβατοι.
Με ένα ζευγάρι φτερά που μ έβγαλαν απ τα νερά μου,
έγινα δέντρο λυτρωμένο από το χώμα κι αλύγιστο.
Στα κατακέφαλα είχα κάτω τα ξερά μου,
είδα το άφαντο και μύρισα το αμύριστο.
Εκεί που μου δειξες πήγα και κουλουριάστηκα,
έφτιαξα σπίτι μου τα λόγια τα αφιλόξενα
μάγια που δέσαν εμένα με τετράστιχα
ξόρκια που τράβαγαν το κρύο, όταν αρρώσταινα
Είδα κι απόειδα από παιδιά που δεν αντρώθηκαν,
όταν γελάστηκα και σου κανα και σκόντο
Είδα και ζώα που από μόνα τους μαντρώθηκαν,
γιατί παράτησαν το ψέμα τους στο φόντο.
Εκεί που μου έδειξες ψέμα μου πήγα
κι είδα κήπους κρεμαστούς
Είχε πολλά κουρασμένα δαιμόνια,
είχε κι αγγέλους σκαστούς
Φυτεμένα είχε όνειρα λίγα
κι αυτά με σάπιους καρπούς.
Είχε βουνά με μαύρα χιόνια
και φόντο πορφυρούς ουρανούς.
Ψέμα μου, σάπιο σκαρί μου
βρήκες κι απάγκιασες σε άγρια στεριά.
Στο μισοναρκωμένο πάνω βρέθηκες κορμί μου,
τέλειο λάθος και μια βαθιά νυστεριά
που μου πήρε τη χαρά ενός περήφανου πόνου
και στης ζωής με πέρασε τα τρίσβαθα,
κρυφό ταξίδι σαν κατάρα προγόνου
σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα.
Ρίζα κακιά που με μπάζει στα εσώτερα
για να βρω ένα κομμάτι μου αλέκιαστο·
κάνω επίκληση μέχρι και στα ωριμότερα,
στο καλό, στο αιώνιο, στο αξέχαστο.
Ρωτάω συνέχεια αυτά που εδώ και καιρό βουβαθήκαν,
τι με πλάνεψε και τι με λιγόστεψε,< :tongue: O>
γιατί δε φώναξα για κείνα που από μπρος μου χαθήκαν,
αφού η ψυχή μου ποτέ δε κιότεψε.
Εκεί που μου δειξες ψέμα μου, βρέθηκα αθόρυβα
και είδα σημεία και τέρατα.
Ζεματισμένα είδα νιάτα για δόλωμα
να ψάχνουν λύτρωση μόνο στα απέριττα.
Να προσκυνάνε θεούς φαρμακωμένα,
να σκύβουν το κεφάλι σε μια γη γριά,
γιατί δε ξεραν ότι φυλάς τα λατρεμένα,
σε μηδέν βαθμούς ζωής υπό σκιά.
Κι ήσουν σα πρίγκιπας εκεί
κι από τη ζήλια μου για λίγο σκύλιασα.
Επινες χρόνο από ασημένιο φλασκί
και στο πήρα από τα χέρια, δε δείλιασα.
Σε έπιασα απ' το λαιμό και σου ψιθύρισα στ αυτιά
Να πας στο διάολο, εγώ θα παω όπου έχει φωτιά.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, εις τον Απόστολον Θωμάν.

1311bu11
eρχομαι επειγόντως να καταβάλω την οφειλή μου. Διότι, αν και είμαι πτωχός, βιάζομαι να αποσπάσω οπωσδήποτε την ευγνωμοσύνη σας. Είχα δώσει υπόσχεση να φανερώσω την απιστία του Θωμά, και τώρα έρχομαι να την εκπληρώσω.
Η πρόθεσίς μου είναι να εξοφλώ πρώτα τις παλαιότερες οφειλές, για να μη με πιέζουν οι τόκοι που συγκεντρώνονται. Συνεργασθείτε μαζί μου στην καταβολή του χρέους, και ικετεύσετε τον Θωμά να ευλογήση τα χείλη μου με την αγία δεξιά του, με την οποίαν ήγγισε την πλευρά του Δεσπότου, ώστε να νευρώση την γλώσσα μου, για να σας εξηγήσω αυτά που ποθείτε. Και εγώ, ενθαρρυνόμενος με τις πρεσβείες του Αποστόλου και μάρτυρος Θωμά, διακηρύττω την αρχικήν αμφιβολία και την τελικήν ομολογία του, η οποία έγινε κρηπίς και Θεμέλιο της Εκκλησίας μας.
Όταν εισήλθε ο Σωτήρ κεκλεισμένων των θυρών εκεί όπου είχαν συγκεντρωθή οι μαθηταί του και εξήλθε πάλι με τον ίδιο τρόπο, απουσίαζε μόνον ο Θωμάς. Ήταν κι αυτό έργο της θείας οικονομίας, ώστε η απουσία του μαθητού να γίνη πρόξενος περισσοτέρας ασφαλείας και βεβαιότητος. Διότι, εάν παρευρίσκετο ο Θωμάς, δεν θα αμφέβαλλε. Και αν δεν αμφέβαλλε, δεν Θα ζητούσε να περιεργασθή. Εάν δεν ζητούσε, δεν θα ψηλαφούσε. Και εάν δεν ψηλαφούσε, δεν θα ανεκήρυττε τον Χριστό Κύριον και Θεόν. Εάν δεν τον είχε αποκαλέσει Κύριον και Θεόν, εμείς δεν θα είχαμε διδαχθή να τον δοξολογούμε με τον τρόπον αυτόν. Ώστε και με την απουσία του ο Θωμάς μας ποδηγέτησε προς την αλήθεια” και με την παρουσία του ύστερα μας εβεβαίωσε περισσότερο στην πίστη.
Έλεγαν λοιπόν οι μαθηταί, όταν ήλθε αργοπορημένος: «Εωράκαμεν τον Κύριον», είδαμε αυτόν που είπε: «εγώ ειμί το φως του κόσμου». Είδαμε αυτόν που είπε: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή και η αλήθεια». Είδαμε την αλήθεια των λόγων να λάμπη μέσα στα γεγονότα. Είδαμε αυτόν που είπε: «μετά τρεις ημέρας εγείρομαι», και βλέποντας την ανάσταση, επροσκυνήσαμε τον αναστάντα. Τον ακούσαμε που μας είπε: «ειρήνη υμίν», και μεταστρέψαμε την ζάλη της λύπης σε γαλήνια ευφροσύνη. Αντικρίσαμε τα χέρια του που εδέχθησαν τις αιχμές των καρφιών, τα χέρια που κατηγορούν την λύσσα των θεομάχων θηρίων. Αντικρίσαμε τα χέρια που μας ύφαναν την αφθαρσία, αντικρίσαμε και την πλευράν που φανερώνει λαμπρότερα από κάθε κήρυκα την ευσπλαχνία του πληγωμένου. Αυτήν την πλευρά την οποίαν υμνούν οι άγγελοι και ευλαβούνται οι πιστοί και φρίττουν οι δαίμονες. Υποδεχθήκαμε και εμφύσημα θείον από το θείον στόμα του, εμφύσημα πνευματικόν, εμφύσημα που σκορπίζει κάθε χάρη. Εχειροτονηθήκαμε από τον Κύριο, κύριοι της αφέσεως των πλημμελημάτων. Αποκτήσαμε και το δικαίωμα να κρίνωμε τους αμαρτωλούς, αφού μας έδωσε αυτήν την εντολή: «αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς. Αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται». Τέτοια λόγια είχαμε την βαθειά χαρά να ακούσωμε από τον Σωτήρα, τέτοιες δωρεές απολαύσαμε. Διότι δεν ήταν δυνατόν να μην πλουτήσωμε, αφού ευρήκαμε πλούσιον Δεσπότη. Αλλά μόνο συ έμεινες πτωχός, αφού απουσίαζες.
Και τι τους είπεν ο Θωμάς; Είδατε τον Κύριο; Καλώς. Αυτόν λοιπόν που είδατε, να τον σέβεσθε περισσότερο. Αυτόν που παρατηρήσατε, μην παύσετε να τον κηρύττετε. Εγώ όμως «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω». Και σεις δεν θα είχατε πιστεύσει εάν πρώτα δεν εβλέπατε. Έτσι κι εγώ, εάν δεν ίδω, δεν θα πιστεύσω.
Μείνε, Θωμά, σταθερός στον πόθο σου αυτόν, διατήρησε τον ζήλο σου, ώστε βλέποντας εσύ να βεβαιωθή η ψυχή μου. Ζήτησε με επιμονή αυτόν που είπε: «Ζητείτε και ευρήσετε». Μην παύσης να ερευνάς ειλικρινώς, εάν δεν εύρης τον θησαυρό που ζητείς. Μην παύσης να κρούης την θύρα της αναντιρρήτου γνώσεως, μέχρι να σου την ανοίξη αυτός που είπε: «κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν». Αγαπώ τον διχασμό των λογισμών σου, επειδή αναιρεί κάθε διχασμό. Αγαπώ την φιλομάθειά σου επειδή καταλύει κάθε φιλονεικία. Χαίρομαι να σε ακούω πολλές φορές να λέγης: «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, ου μη πιστεύσω». Διότι με το να απιστής εσύ, εγώ μαθαίνω να πιστεύω. Σκάπτοντας εσύ με την δικέλλα της γλώσσης το θείον σώμα, εγώ ακόπως θερίζω τον καρπό και τον συλλέγω για μένα.
Εάν δεν ιδώ με τα ίδια μου τα μάτια τις πληγές τις οποίες άνοιξαν οι ασεβείς στα αγιά του χέρια, δεν πρόκειται να συγκατατεθώ στους λόγους σας. Εάν δεν βάλω το ίδιο μου το δάκτυλο στα κοιλώματα των καρφιών, δεν θα δεχθώ την καλή σας αγγελία. Εάν δεν κρατήσω με το χέρι μου το ίδιο την πλευρά του ευρισκομένου πέραν από κάθε υποψία μάρτυρος της Αναστάσεως, δεν ημπορώ να πιστεύσω στο δόγμα σας. Διότι κάθε λόγος γίνεται ισχυρός και βέβαιος, αν δεχθή την συνηγορία από τα γεγονότα. Και κάθε λόγος που στερείται την από τα έργα μαρτυρία, εξαφανίζεται στον αέρα. Έχω να κηρύξω στους ανθρώπους τα θαύματα του Διδασκάλου. Πώς λοιπόν θα διηγηθώ με λόγια εκείνα που δεν παρέλαβα με τους οφθαλμούς μου; Πώς θα πείσω τους απίστους να πιστεύσουν αυτά τα οποία ούτε εγώ έχω παρακολουθήσει; Να ειπώ στους Ιουδαίους και στους Έλληνες ότι είδα τον Κύριό μου να σταυρώνεται, δεν τον είδα όμως αναστημένο, παρά μόνον ήκουσα; Και ποίος δεν θα περιπαίξη τα λόγια μου; Ποίος δεν θα περιφρονήση το κήρυγμά μου; Άλλο είναι η απαγγελία λόγων, και άλλο η εμπειρία των πραγμάτων.
Αυτούς τους αμφιβόλους λογισμούς είχεν ο Θωμάς, όταν μετά από οκτώ ημέρες επαρουσιάσθη πάλιν ο Κύριος στους συνηθροισμένους μαθητάς του. Άφησε πρώτα τον Θωμά, κατά τις ημέρες που παρεμβάλλονται, να κατηχηθή από τους συμμαθητάς του, παραχωρώντας έτσι να αναφλεγή από την δίψα της συναντήσεώς του. Και όταν η ψυχή του άναψε από τον σφοδρό πόθο της θέας, τότε, την κατάλληλη στιγμή, ο ποθούμενος απεκαλύφθη σ’ αυτόν που τον ποθούσε. Και το έκανε αυτό με τον ίδιον τρόπον, όπως πριν, κεκλεισμένων των θυρών, και πάλι, όπως την πρώτη φορά, τους είπε: «ειρήνη υμίν», για να ταυτισθή το γεγονός με το θαύμα, για να βεβαιώση την αναγγελία των Αποστόλων και για να παραστήση την ακρίβεια της δευτέρας επισκέψεώς του. «Είτα λέγει τω Θωμά. Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου». Ω ύψος απεράντου φιλανθρωπίας! Ω πέλαγος αμετρήτου συγκαταβάσεως! Δεν επερίμενε την προσέλευση του μαθητού, δεν ανέμεινε να προσέλθη αυτός που είχε ανάγκη, να παρακαλέση και να επιτύχη αυτό που ήθελε. Δεν τον εστέρησε ούτε για λίγο από την εκπλήρωση της επιθυμίας, αλλά αυτός ο ίδιος ο ποθούμενος προσείλκυσε κοντά του δια της βίας τον εραστήν, ο ίδιος έσυρε με την φωνή, στην πληγή το δάκτυλο αυτού που την ποθούσε, ο ίδιος με την Δεσποτική του γλώσσα ετράβηξε το δουλικό χέρι λέγοντας σ’ αυτόν: «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου». Ήκουσα, Θωμά, απών ως άνθρωπος, παρών όμως ως Θεός, αυτά τα οποία είπες στους αδελφούς σου. Ήμουν μαζί σας κατά την θεότητα, αν και αποχωρισμένος κατά την ανθρωπότητα. Θέλεις να σου υπενθυμίσω τα λόγια σου; Δεν είπες: «έαν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω»; Από τα χείλη σου δεν εξήλθαν τα λόγια αυτά; Αυτά τα λόγια δεν εκφράζουν τους λογισμούς σου; Γι’ αυτά λοιπόν ήλθα πάλι, για τα οποία αμφιβάλλεις. Γι’ αυτό ήλθα πάλι κοντά σας, είμαι εδώ γι’ αυτά ακριβώς που επιθυμείς.
Για σε τον ένα ήλθα και τώρα κοντά σου, εγώ που κατήλθα από τους ουρανούς για το πλανώμενο πρόβατο, χωρίς να εγκαταλείψω τους ουρανούς. Μη λοιπόν διστάσης να μάθης αυτά που ποθείς, μην εντραπής να περιεργασθής αυτά που επιζητείς. Μην αποφύγης να βάλης το δάκτυλό σου επάνω στα ίδια μου τα χέρια. Ανέχομαι και τα περίεργα δάκτυλα, όπως ανέχθηκα και τα καρφιά. Υπομένω την περιέργεια του φίλου, όπως υπέμεινα την επίθεση των εχθρών. Όταν εσταυρώθηκα από τους εχθρούς, δεν ηγανάκτησα, και δεν θα υποφέρω την δική σου έρευνα; «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου», που ετραυματίσθησαν για σας, για να θεραπευθούν τα τραύματα των ψυχών σας. «Ίδε τας χείρας μου» και αναλογίσου αν είμαι εκείνος ο οποίος εκουσίως εσταυρώθη ή μήπως κάποιος άλλος; «Ίδε τας χείρας μου», που άφησα να διατηρήσουν τα σύμβολα της ιουδαϊκής μανίας, ώστε όταν με την συνηθισμένη αναίδειά τους οι Ιουδαίοι κατά την ημέρα της κρίσεως, μου ειπούν ότι εμείς, Κύριε, δεν σε εσταυρώσαμε, τότε θα δείξω σ’ αυτούς που με επολέμησαν τα χέρια μου με τα αποτυπώματα των πληγών, και θα εντροπιάσω τους Ιουδαίους μόλις με αντικρύσουν. Κοίτα τα χέρια μου και μη νομίσης ότι η αλήθεια της Αναστάσεως είναι φαντασία. Κράτα τα χέρια αυτά ως ομήρους της ιδικής σας αναγεννήσεως. Κράτα τα χέρια αυτά ως άγκυρα που ανειλκύσθη από τον βυθό του Άδου. Μη φοβηθής κανένα βιοτικόν χειμώνα, καμμία ζάλη κοσμική μη σε τρομάξη, μη φοβηθής τους αντιθέτους ανέμους, μη φροντίσης καθόλου για τις καταιγίδες και τους σκοπέλους της θαλάσσης των εχθρών. Πλεύσε με θάρρος το πέλαγος του βίου, πλεύσε κρατώντας δυνατά την άγκυρα του πνεύματος, πλεύσε προσέχοντας στον ουρανό σαν σε λιμάνι, πλεύσε φοβούμενος μόνο της ιδικής μου αρνήσεως το ναυάγιο. Περιγέλασε τον θάνατον ως νεκρό, περίπαιξε την φθοράν ως ανίσχυρη, χαιρέτισε τον υπέρ εμού θάνατον ως αρχήν εσωτερικής ζωής και «φέρε την χείρά σου, και βάλε εις την πλευράν μου…». Άντλησε με το χέρι σου από την κρήνην αυτήν της ζωής το νάμα που ποθείς και παρηγόρησε την δίψα σου. «Φέρε την χαρά σου, και βάλε εις την πλευράν μου», τοποθέτησε το χέρι σου μέσα στο ιατρείο της φύσεως και απόβαλε το δηλητήριο της προαιρέσεώς σου. Ανέχομαι άγγιγμα χεριού που με αγαπά, εγώ που εδέχθην την πληγή της λόγχης. «Φέρε την χείρά σου, και βάλε εις την πλευράν μου», ώστε να ημπορής να λέγης σε όσους αντιστέκονται στην αλήθεια, ότι μετά την Ανάσταση με είδες και με εξέτασες και με εψηλάφησες με ακρίβεια. «Φέρε την χείρα σου, και βάλε εις την πλευράν μου», διότι για σε την διετήρησα έτσι, εγώ ο οποίος εθεράπευσα τα σώματα και τις ψυχές των άλλων, προγνωρίζοντας ως Θεός ότι θα θελήσεις να την ιδής σ’ αυτήν την κατάσταση, ώστε βλέποντας συ τα ίχνη του πάθους της σαρκός μου, να θεραπεύσης το πάθος της ψυχής σου. «Φέρε την χείρα σου, και βάλε εις την πλευράν μου» την οποίαν εφύλαξα έτσι όπως την βλέπεις, ώστε, όταν επανέλθω από τους ουρανούς και καθίσω Κριτής ζώντων και νεκρών, να ιδούν οι Ιουδαίοι ενώπιον των οφθαλμΣών τους να φανερώνωνται τα έργα της κακής εργασίας τους, και να γίνουν αυτοκατάκριτοι. «Και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός». Είναι κακόν η απιστία. Βυθίζει τον νουν. Η πίστις τον εξυψώνει στον ουρανό. Η απιστία τυφλώνει την ψυχή” η πίστις φωτίζει τους λογισμούς. Η απιστία και τα αόρατα τα βλέπει καθαρά. Ο άπιστος έχει πλήρη άγνοια. «Μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός». Αποδίωξε το νέφος της απιστίας και κοίτα τις καθαρές ακτίνες της πίστεως. Πάρε όλα τα εφόδια για να γίνης άξιος Απόστολος της θεότητός μου. Γίνε όπως πρέπει να είναι εκείνος που συνανεστράφη μαζί μου, και είχε τις εμπειρίες που είχες εσύ. Ομοίως με τους άλλους Αποστόλους εκλήθης, ομοίως με αυτούς ετιμήθης, ομοίως με αυτούς εξοπλίσου. Τα ίδια με εκείνους είδες και συ, σου ενεπιστεύθην σαν φίλο όλο μου το μυστήριο, όπως και σ’ αυτούς. Ομοίως με αυτούς κήρυττε την δύναμή μου. Μην ειπής πάλι για δευτέρα φορά: «εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, ου μη πιστεύσω». Όσον είμαι μαζί σας, όπως θέλης ημπορείς να με περιεργασθής. Όσον έχεις κοντά σου το ουράνιον κλήμα, εξερεύνησε όλους τους κλάδους και τα σταφύλια του. Θα ανεβώ στους ουρανούς από όπου ήλθα στην γη, θα ανέλθω εκεί όπου είμαι, θα ανέλθω ως προς την ανθρωπίνη μου φύσιν εκεί από όπου συγκατέβην για χάρη σας ως προς την θεότητα. Θα ανέλθω με τούτο το σώμα, εγώ που χωρίς αυτό έχω εκδημήσει από εκεί, αλλά δεν έπαψα να παραμένω εκεί. Θα ανέλθω με την ιδική σας φύση προς τον πατρικόν κόλπο, εγώ που ευρίσκομαι στους κόλπους του Πατρός. Διότι εξεπλήρωσα το έργο για το οποίον έκαμα όλον αυτόν τον δρόμο.
Αφού λοιπόν ο Θωμάς ήγγισε τα δεσποτικά χέρια και την θεία πλευρά, και εκυριεύθη από δειλία και χαρά με την θέα αυτών που επεθύμησε, κινεί ευθύς την γλώσσα προς υμνωδίαν αναφωνώντας προς τον Κύριον: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Συ είσαι ο Κύριος και Θεός, συ είσαι και άνθρωπος και φιλάνθρωπος, συ είσαι αξιοθαύμαστος και παράδοξος ιατρός της φύσεως. Δεν αποκόπτεις με νυστέρι τα παθήματα, δεν καυτηριάζεις με φωτιά τις πληγές, δεν αντλείς από τα βότανα την ισχύ των φαρμάκων, δεν επιδένεις με επιδέσμους ορατούς τα πάσχοντα τραύματα. Διαθέτεις αοράτους επιδέσμους ευσπλαχνίας, οι οποίοι αοράτως τονώνουν τα καταπονημένα μέλη. Έχεις λόγον οξύτερον από το μαχαίρι, έχεις διδασκαλία πιο δυνατή από την φωτιά, έχεις βλέμμα πιο προσιτό από βάλσαμο. Ως δημιουργός, χωρίς δαπάνη και αντίτιμο, αγιάζεις το δημιούργημά σου. Ως πλάστης, χωρίς να κοπιάσης, μεταπλάττεις τα πλάσματά σου. Συ εκαθάρισες λεπρούς με το θέλημά σου, συ έκαμες χωλούς να τρέχουν, συ έδωσες στους παραλύτους να σηκώσουν τα κρεβάτια τους, συ επρόσταξες εκ γενετής τυφλούς να ξεπλύνουν το σκοτεινό τους κάλύμμα, συ εξώρισες τους δαίμονες από τα πλάσματά σου, συ συνελήφθης με την θέλησή σου από τους εχθρούς, συ έπαθες τα πάντα από τους Εβραίους εκουσίως προς χάριν μου. «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ανεγνώρισα τον Δεσπότη μου, ανεγνώρισα τον αλιέα μου και φύλακα, τον Βασιλέα και Κύριό μου. «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Πιστεύω, Κύριε, στην οικονομία σου, πιστεύω στην συγκατάβασή σου, πιστεύω στην πρόσληψη της φύσεώς μου, πιστεύω στον προσκυνητόν Σταυρόν σου, πιστεύω στα Πάθη της σαρκός σου, πιστεύω στον τριήμερόν σου θάνατο, πιστεύω στην Ανάστασίν σου. Πλέον δεν εξετάζω. Πιστεύω, δεν φιλολογώ. Πιστεύω, δεν ζυγίζω. Πιστεύω, δεν περιεργάζομαι. Πιστεύω στους οφθαλμούς μου και στα χέρια μου. Αυτά που είδα με εδίδαξαν να μη φιλολογώ. Έμαθα από αυτά τα οποία εψηλάφησα να προσκυνώ και όχι να συγκρίνω με ανθρώπινα μέτρα και σταθμά. Έναν Κύριον και Θεόν γνωρίζω μόνον, τον Δεσπότην Χριστό, ω η δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
``````````````````````````````````````````````````````````
Το κείμενο είναι από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 39 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

Κυριακή του Αντιπάσχα (η ψηλάφηση του Θωμά)

thomassunday
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον: Κ.19 – 31.
Ούσης οψίας τη ημέρα εκείνη, τη μιά των σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων, όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς: ειρήνη υμίν. Και τούτο ειπών, έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν Αυτού. εχάρησαν ούν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον. Είπεν ούν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν: ειρήνη υμίν. Καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών, ενεφύσησε και λέγει αυτοίς: λάβετε Πνεύμα Άγιον. Άν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς’ άν τινών κρατήτε, κεκράτηνται. Θωμάς δέ είς εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ήν μετ’ αυτών ότε ήλθεν ο Ιησούς. Έλεγον ούν αυτώ οι άλλοι μαθηταί: εωράκαμεν τον Κύριον. Ο δέ είπεν αυτοίς: εάν μή ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρά μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω. Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί Αυτού και Θωμάς μετ’ αυτών. Έρχεται ο Ιησούς, των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν: ειρήνη υμίν. Είτα λέγει τω Θωμά: φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείράς μου, και φέρε την χείρά σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μή γίνου άπιστος, αλλά πιστός. Και απεκρίθη ο Θωμάς και είπεν Αυτώ: ο Κύριός μου και ο Θεός μου. Λέγει αυτώ ο Ιησούς: ότι εώρακάς με, πεπίστευκας? Μακάριοι οι μή ιδόντες και πιστεύσαντες.
Πολλά μέν ούν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, ά ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω. Ταύτα δέ γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες, ζωήν έχητε εν τω ονόματι Αυτού.
Απόδοση.
Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε κι ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στέκεται στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι
μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ΄ εσάς! Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς». Έπειτα από τα λόγια
αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες. Σε όποιους τις κρατήσετε
ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι». Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν λοιπόν
οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό
μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω». Οχτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ΄ εσάς». Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάκτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλ΄ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις και πίστεψε». Ο Θωμάς τότε αποκρίθηκε: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου? Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ΄ έχουν δει!».
Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι΄ αυτού τη ζωή.
Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Ώρες, Απόδειπνο & Μεσονυκτικό Διακαινησίμου

IMG_4711a
η φωτογραφία είναι από το : ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ…………
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ
᾽Από τῆς σήμερον μέχρι τοῦ Σαββάτου τῆς Διακαινησίμου, ὡς καί τῇ ἡμέρᾳ τῆς ᾽Αποδόσεως, ἀντί τῆς πρό τοῦ ῾Εσπερινοῦ Θ´ ῞Ωρας, τῶν ῾Ωρῶν τοῦ ᾽Αποδείπνου καί τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἀναγινώσκεται ἡ διατεταγμένη ἐναρκτήριος ᾽Ακολουθία ὡς ἑξῆς:

Μετά τό· « Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν... ».

Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος (τρίς).
᾽Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ῞Αγιον Κύριον ᾽Ιησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον. Τόν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καί τήν ἁγίαν σου ᾽Ανάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν, ἐκτός Σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομά Σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ᾽Ανάστασιν· ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διαπαντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, ὑμνοῦμεν τήν ᾽Ανάστασιν αὐτοῦ. Σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι' ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν (τρίς).
Προλαβοῦσαι τόν ὄρθρον αἱ περί Μαριάμ, καί εὑροῦσαι τόν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ ᾽Αγγέλου· τόν ἐν φωτί ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετά νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τά ἐντάφια σπάργανα· δράμετε καί τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἠγέρθη ὁ Κύριος, θανατώσας τόν θάνατον· ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σῴζοντος τό γένος τῶν ἀνθρώπων.
Εἰ καί ἐν τάφῳ κατῆλθες, ἀθάνατε, ἀλλά τοῦ ῞ᾼδου καθεῖλες τήν δύναμιν· καί ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστέ, ὁ Θεός, γυναιξί Μυροφόροις φθεγξάμενος, Χαίρετε· καί τοῖς σοῖς ᾽Αποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.
᾽Εν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδῃ δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά λῃστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος.
Δόξα Πατρί...
῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως καί παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος, Χριστέ, ὁ τάφος σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως.
Καί νῦν καί ἀεί...
Τό τοῦ ῾Υψίστου ἡγιασμένον θεῖον σκήνωμα, χαῖρε· διά σοῦ γάρ δέδοται ἡ χαρά Θεοτόκε τοῖς κραυγάζουσιν· Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν ὑπάρχεις, πανάμωμε Δέσποινα.

«Κύριε, ἐλέησον» (μ´). Δόξα, Καί νῦν· «Τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ...». «Δι' εὐχῶν...».

῾Η ᾽Ακολουθία αὕτη ἐπαναλαμβάνεται τρίς, ὡς ἔχει καί μετά μικρά ᾽Απόλυσις ἐπισφραγιζομένη διά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...».
Ευχή του Μεγάλου Βασιλείου 
Ευλογητός εί, Κύριε, Δέσποτα παντοκράτορ, ο φωτίσας τήν ημέραν τώ φωτί τώ ηλιακώ, καί τήν νύκτα φαιδρύνας ταίς αυγαίς τού πυρός, ο τό μήκος τής ημέρας διελθείν ημάς καταξιώσας, καί προσεγγίσαι ταίς αρχαίς τής νυκτός, επάκουσον τής δεήσεως ημών, καί παντός τού λαού σου, καί πάσιν ημίν συγχωρήσας τά εκούσια καί τά ακούσια αμαρτήματα, πρόσδεξαι τάς εσπερινας ημών ικεσίας, καί κατάπεμψον τό πλήθος τού ελέους σου καί τών οικτιρμών σου επί τήν κληρονομίαν σου. Τείχισον ημάς αγίοις Αγγέλοις σου όπλισον ημάς όπλοις δικαιοσύνοις σου, περιχαράκωσον ημάς τή αληθεία σου, φρούρησον ημάς τή δυνάμει σου, ρύσαι ημάς εκ πάσης περιστάσεως, καί πάσης επιβουλής τού αντικειμένου. Παράσχου δέ ήμίν καί τήν παρούσαν εσπέραν, σύν τή επερχομένη νυκτί, τελείαν, αγίαν, ειρηνικην, αναμάρτητον, ασκανδάλιστον, αφάνταστον, καί πάσας τάς ημέρας τής ζωής ημών πρεσβείαις τής αγίάς Θεοτόκου, καί πάντων τών Αγίων τών απ' αιώνός σοι ευαρεστησάντων.Αμήν.
_____________________________________________
Ἠχογράφηση (mp3, 5.69 ΜΒ)

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Αγίου Ρωμανού του μελωδού – κοντάκιον, Εις την Αγίαν και Μεγάλην Κυριακήν του Πάσχα.

0000000resurrection
νεοελληνική απόδοση : εδώ
Προοίμιον Ι
Ει και εν τάφω κατήλθες, αθάνατε,
αλλά του Άιδου καθείλες την δύναμιν
και ανέστης ως νικητής, Χριστέ ο θεός,
γυναιξί μυροφόροις το «χαίρε» φθεγξάμενος
και τοις σοις αποστόλοις ειρήνην δωρούμενος,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
Προοίμιον ΙΙ
Καταλαβούσαι γυναίκες το μνήμα σου
και μη ευρούσαι το άχραντον σώμα σου
ελεεινά δακρύουσαι έλεγον∙
«Άρα εκλάπη ο συληθείς εκ της αιμόρρου την ίασιν;
άρα ηγέρθη ο προειπών και προ του πάθους
την έγερσιν;
αληθώς ανέστη Χριστός
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
Οίκοι
α΄
Τον προ ηλίου ήλιον δύναντα τότε εν τάφω
προέφθασαν προς όρθρον εκζητούσαι ως ημέραν
μυροφόροι κόραι και προς αλλήλας εβόων∙
«Ω φίλαι, δεύτε τοις αρώμασιν υπαλείψωμεν
σώμα ζωηφόρον και τεθαμμένον,
σάρκα ανιστώσαν τον παραπεσόντα Αδάμ
κειμένην εν τω μνήματι∙
άγωμεν, σπεύσωμεν ώσπερ οι μάγοι
και προσκυνήσωμεν και προσκομίσωμεν
τα μύρα ως δώρα τω μη εν σπαργάνοις,
αλλ’ εν σινδόνι ενειλημένω∙
και κλαύσωμεν και κράξωμεν∙ ‘ω δέσποτα, εξεγέρθητι,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν’.»
 
β΄
Ότε δε ταύτα εαυταίς έφησαν αι θεοφόροι,
εσκέψαντο και άλλο, ο εστί σοφίας πλήρης,
και φησίν αλλήλαις∙
«Γυναίκες, τι απατάσθε;
πάντως γαρ ότι εν τω τάφω πέλει ο κύριος;
άρα έως άρτι είχε κρατείσθαι
ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν;
ακμήν νεκρός κατάκειται;
άπιστον, άστατον τούτο το ρήμα∙
διό συνήσωμεν και ούτω πράξωμεν∙
απέλθη Μαρία και ίδη τον τάφον
και οις αν είπη ακολουθώμεν∙
πολλάκις γαρ, ως προύλεγεν, εγήγερται ο αθάνατος,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
γ΄
 Υπό δε τούτου του σκοπού αι συνεταί ρυθμηθείσαι
προέπεμψαν ως οίμαι την Μαγδαληνήν Μαρίαν
επί το μηνμείον, ως λέγει ο θεολόγος∙
ην δε σκοτία, αλλ’ εκείνην πόθος κατέλαμπεν∙
όθεν και κατείδε τον μέγαν λίθον
εκκεκυλισμένον από της θύρας της ταφής
και είπεν υποστρέψασα∙
«Μαθηταί, μάθετε τούτο ο είδον,
και μη με κρύψητε ο αν νοήσητε∙
ο λίθος ουκέτι καλύπτει τον τάφον∙
μη άρα ήραν τον κύριόν μου;
οι φρουροί γαρ ου φαίνονται, αλλ’ έφυγον∙ μη εγήγερται
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν;»
 
δ΄
 Τούτων ως ήκουσε Κηφάς και ο υιός Ζεβεδαίου
εξέδραμον ευθέως ως ερίζοντες αλλήλοις∙
και του Πέτρου πρώτος ευρέθη ο Ιωάννης∙
όμως φθάσας ουκ εισήλθεν ένδον του μνήματος∙
αλλά αναμένει τον κορυφαίον,
ίνα ως ποιμένι ακολουθήση ο αμνός∙
και όντως ούτως έπρεπε∙
Πέτρω γαρ είρηται∙ «Πέτρε, φιλείς με;»
και∙ «Τα αρνία μου ως θέλεις ποίμαινε»∙
τω Πέτρω ερρέθη∙ «Μακάριε Σίμων,
τας κλείς σοι δώσω της βασιλείας»∙
Πέτρω πρώην υπέταξε τα κύματα, α επέζευσεν
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
 
ε΄
Αλλ’ ως προείπον προ μικρού, Πέτρος και ο Ζεβεδαίου
κατέλαβον το μνήμα, δι’ ό είπεν η Μαρία,
και εισήλθον ένδον∙ τον κύριον δε ουχ εύρον.
όθεν προς ταύτα πτοηθέντες είπον οι άγιοι∙
Άρα τίνος χάριν ημίν ουκ ώφθη;"
μη την παρρησίαν ημών ηγήσατο πολλήν;
πολύ γαρ ετολμήσαμεν∙
έδει γαρ έξωθεν ημάς σταθήναι
και περιβλέψασθαι τα εν τω μνήματι∙
ο τάφος γαρ ούτος ουκέτι ως τάφος,
αλλ’ όντως οίκος θεού υπάρχει∙
εν τούτω γαρ εγένετο και ώκησεν ως ηυδόκησεν
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
 
στ΄
 Περιετράπη ουν ημίν η παρρησία εις τόλμαν,
και μάλλον ελογίσθη καταφρόνησις το θάρσος;
δια τούτο τάχα ουκ ώφθη ως αναξίοις;»
ταύτα λαλούντων των γνησίων φίλων του πλάσαντος,
είπεν η Μαρία ακολουθούσα∙
«Μύσται του κυρίου και όντως θερμοί ερασταί,
ουχ ως υπολαμβάνετε∙
αλλ’ υπομείνατε, μη αθυμείτε∙
το γαρ γενόμενον οικονομία ην,
ίνα αι γυναίκες ως πρώται πεσούσαι
ίδωσι πρώται τον αναστάντα∙
ημίν θέλει χαρίσασθαι το ‘χαίρετε’ ταις πενθήσασιν
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
ζ΄
 Επειδή ούτως εαυτήν επληροφόρει Μαρία,
παρέμεινε τω τάφω απελθόντων των αγίων∙
ακμήν γαρ εδόκει ότι ηπήρθη το σώμα∙
όθεν εβόα, ου ρήμασιν αλλά δάκρυσιν∙
«Οίμοι, Ιησού μου, πού σε μετήραν;
πώς δε κατεδέξω κεκηλιδωμέναις χερσί
βαστάζεσθαι, αθάνατε;
‘άγιος, άγιος, άγιος’ κράζει
τα εξαπτέρυγα και πολυόμματα∙
και τούτων οι ώμοι μόλις φέρουσί σε,
και πλάνων χείρες εβαστασάν σε;
ο πρόδρομος βαπτίζων σε εκραύγαζε∙ ‘σύ με βάπτισον
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
η΄
 Ιδού τριήμερος νεκρός πέλεις ο πάντα καινίζων,
ο Λάζαρον εγείρας μετά τέσσαρας ημέρας
και δρομαίον δείξας τον κηριαίς δεδεμένον∙
κείσαι εν τάφω και ως είθε είδον, πού τέθαψαι,
ίνα ως η πόρνη δάκρυσι βρέξω
μη μόνον τους πόδας, αλλά και όλον αληθώς
το σώμα και το μνήμα σου
λέγουσα∙ ‘δέσποτα, ως τον της χήρας
υιόν ανέστησας, σαυτόν ανάστησον∙
ο την Ιαείρου παιδίσκην ζωώσας
τι έτι μένεις εν τω μνημείω;
ανάστηθι, επίστηθι, εμφάνηθι τοις ζητούσι σε,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν’.»
 
θ΄
 Νενικημένην τω κλαυθμώ και ηττημένην τω πόθω
ιδών ο πάντα βλέπων την Μαγδαληνήν Μαρίαν
εσπλαγχνίσθη τότε και ώφθη λέγων τη κόρη∙
«Γύναι, τι κλαίεις; τίνα θέλεις ένδον του μνήματος;»
είτα η Μαρία στραφείσα είπε∙
«Κλαίω ότι ήραν τον κύριόν μου της ταφής,
και ουκ οίδα πού κατάκειται∙
πάντως δε σον εστίν τούτο το έργον;
ει μη πλανώμαι γαρ, ο κηπουρός ει συ∙
λοιπόν ει επήρας το σώμα, ειπέ μοι,
καγώ λαμβάνω τον λυτρωτήν μου∙
εμός πέλει διδάσκαλος και κύριος εμός έστιν
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
ι΄
Ο τας καρδίας ερευνών και τους νεφρούς εμβατεύων
ειδώς ότι γνωρίζει την φωνήν αυτού Μαρία,
ως ποιμήν εφώνει την μηκωμένην αμνάδα
λέγων∙ «Μαρία»∙ η δ’ ευθέως είπε γνωρίσασα∙
«Όντως ο καλός μου ποιμήν φωνεί με,
ίνα τοις εννέα και ενενήκοντα αμνοίς
λοιπόν συναριθμήση με∙
βλέπω γαρ όπισθεν του με καλούντος
αγίων σώματα, δικαίων τάγματα∙
διό ούτε λέγω∙ ‘τις ει ο καλών με;’
σαφώς γαρ έγνων, τις ει ο καλών με∙
εμός πέλει διδάσκαλος και κύριος εμός εστίν,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
ια΄
 Υπό δε πόθου του θερμού και της εμπύρου αγάπης
η κόρη κατεπείχθη και κρατήσαι ηβουλήθη
τον απεριγράπτως την κτίσιν πάσαν πληρούντα∙
όμως ο πλάστης την σπουδήν αυτής ουκ εμέμψατο,
αλλ’ επί τα θεία αυτήν ανάγει
λέγων∙ «Μη μου άπτου∙ ή μόνον βροτόν με νοείς;
θεός είμι, μη άπτου μου∙
ω σεμνή, πέτασον άνω το όμμα
και κατανόησον τα επουράνια∙
εκεί ζήτησόν με∙ και γαρ αναβαίνω
προς τον πατέρα, ον ουκ αφήκα∙
αυτού πέλω ομόθρονος ως σύγχρονος και συνάναρχος,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
 
ιβ΄
 Ρητορευέτω δε λοιπόν ταύτα η γλώσσα σου, γύναι,
και διερμηνευέτω τοις υιοίς της βασιλείας
τοις καραδοκούσι την έγερσίν μου του ζώντος∙
σπεύσον, Μαρία, και τους μαθητάς μου συνάθροισον∙
σάλπιγγί σοι χρώμαι μεγαλοφώνω∙
ήχησον ειρήνην εις τας εμφόβους ακοάς
των κεκρυμμένων φίλων μου∙
έγειρον άπαντας ώσπερ εξ ύπνου,
ιν’ υπαντήσωσιν και δάδας άψωσιν∙
ειπέ∙ ‘ο νυμφίος ηγέρθη του τάφου
και ουδέν αφήκεν εντός του τάφου∙
απώσασθε, απόστολοι, την νέκρωσιν, ως εγήγερται
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν’.»
 
ιγ΄
 Ως ουν ακήκοε σαφώς όλων των λόγων του Λόγου,
υπέστρεψεν η κόρη και φησί ταις ομοτρόποις∙
«Θαυμαστά, γυναίκες, α είδον και διηγούμαι∙
μήτις ουν δόξη ως ληρήματά μου τα ρήματα∙
ου γαρ εφαντάσθην, αλλ’ ενεπνεύσθην∙
πέπλησμαι της θέας και της ομιλίας Χριστού∙
και πώς και πότε μάθετε∙
ότε με έλιπον οι περί Πέτρον,
ιστάμην κλαίουσα εγγύς του μνήματος∙
εδόκουν γαρ ότι επήρθη του τάφου
το θείον σώμα του αθανάτου∙
αλλ’ ευθέως οικτείρας μου τα δάκρυα επεφάνη μοι
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
 
ιδ΄
 Μετεποιήθη άθροον εις ευφροσύνην η λύπη,
και γέγονέ μοι πάντα ιλαρά και γεγηθότα∙
ουκ οκνώ δε λέγειν∙ ‘ώσπερ Μωσής εδοξάσθην∙’
είδον γαρ, είδον ουκ εν όρει, αλλ’ εν τω μνήματι,
ουχ υπό νεφέλην, αλλ’ υπό σώμα
τον των ασωμάτων δεσπότην και των νεφελών,
τον πριν και νυν και πάντοτε,
λέγοντα∙ ‘Μαριάμ, σπεύσον και φράσον
τοις αγαπώσι με ότι εγήγερμαι∙
ως κάρφος ελαίας λαβούσα με γλώσση
τοις εκ του Νώε ευαγγελίζου
σημαίνουσα ως πέπαυται ο θάνατος και εγήγερται
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν’.»
 
ιε΄
 Ακούσας τούτων ο χορός των ευσεβών νεανίδων
συμφώνως απεκρίθη τη Μαγδαληνή Μαρία∙
«Αληθές ο είπας και συναινούμεν σοι πάσαι∙
ουκ απιστούμεν∙ αλλά τούτο μόνον θαυμάζομεν,
ότι έως άρτι ην εν τω τάφω
και συναριθμείσθαι τοις τεθνεώσιν η ζωή
ηνείχετο τριήμερον∙
ότι γαρ ήμελλεν εκ των χθονίων
ελθείν ηλπίζομεν∙ διό ελέγομεν∙
‘του κήτους οικέτην εξήγαγε πρώην,
και πώς κρατείται υπό Θανάτου;
ει τον θήρα ανέπραξεν, ανίσταται και εκ μνήματος
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.’
 
ιστ΄
 Νυν ουν μη νόμιζε, σεμνή, ότι χωλεύει α λέγεις∙
ορθώς ημίν εφθέγξω και ουδέν εν τούτοις σκάζον∙
αληθής ο λόγος και προσηνής σου ο τρόπος∙
όμως, Μαρία, κοινωνήσαι σοι βουλόμεθα,
ίνα μη εν μέλος ημών τρυφήση,
μείνη δε τα άλλα νεκρά και άγευστα ζωής
εκείνης ης απήλαυσας∙
γένωνται άμα σοι στόματα πλείστα
επισφραγίζοντα την μαρτυρίαν σου∙
απέλθωμεν πάσαι επί το μνημείον
και βεβαιούμεν την οπτασίαν∙
κοινόν έστω, συνόμιλε, το καύχημα ο παρέσχε σοι
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
ιζ΄
 Ούτω λαλών ο σύλλογος των θεοφόρων θηλείων
εξήρχετο την πόλιν μετά της διηγουμένης
και ιδών τον τάφον από μακρόθεν εβόα∙
«Ίδε ο τόπος, μάλλον δε κόλπος ο άφραστος∙
ίδε ο βαστάσας τον βασιλέα∙
ίδε ο χωρήσας ον ου χωρούσιν ουρανοί,
χωρούσι δε οι άγιοι∙
αίνος σοι, ύμνος σοι, άγιε τάφε,
μικρέ και μέγιστε πτωχέ και πλούσιε∙
ζωής ταμείον, ειρήνης δοχείον,
χαράς σημείον, Χριστού μνημείον∙
ενός μνήμα, του κόσμου δε το καύχημα, ως ηυδόκησεν
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.»
 
ιη΄
 Υμνολογήσασαι λοιπόν του ζωοδότου τον τάφον,
εστράφησαν και είδον τον καθήμενον τω λίθω
και από του φόβου εις τα οπίσω απήλθον,
ευλαβηθείσαι, κάτω κλίνασαι και τα πρόσωπα
και μετά δειλίας λαλούσαι ταύτα∙
«Τι τούτο το είδος εστίν, ή τίνος η μορφή;
τις πέφυκεν ον βλέπομεν;
άγγελος; άνθρωπος; άνωθεν ήλθεν;
ή τάχα κάτωθεν ημίν ανέτειλεν;
πυρ πέλει, φως πέμπει, αστράπτει, αυγάζει∙
φύγωμεν, κόραι, μη φλογισθώμεν∙
όμβρε θείε, ουράνιε, επίσταξον τοις διψώσι σε,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.
 
ιθ΄
Ψυχαγωγήσουσιν ημάς νυν ως σταγόνες οι λόγοι
του θείου στόματός σου, η χαρά των θλιβομένων,
η ζωή των πάντων∙ μη νεκρωθώμεν τω φόβω»∙
ταύτα, ως οίμαι, αι φιλόθαοι ελιτάνευον∙
όθεν εμειλίχθη ο εν τω λίθω
και προς τας οσίας φησί∙ «Μη φοβείσθε υμείς∙
αλλ’ ούτοι οι φυλάσσοντες
φρίξουσι, πτήξουσι και νεκρωθώσιν
από του φόβου μου, ινά και μάθωσιν,
ότι των αγγέλων δεσπότης υπάρχει
ον νυν φρουρούσιν, αλλ’ ου κρατούσιν∙
ανέστη γαρ ο κύριος και ουκ έγνωσαν, πως εγήγερται
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».
 
κ΄
 Αθανατίσθητε λοιπόν, θήλειαι, μη νεκρωθήτε∙
τον κτίστην των αγγέλων εζητείτε θεωρήσαι,
και ενός αγγέλου την όψιν τι δειλιάτε;
δούλος υπάρχω του τον τάφον τούτον οικήσαντος∙
τάξιν υπηρέτου και φύσιν έχω∙
άπερ προσετάχθην επέστην κηρύξαι υμίν∙
‘εγήγερται ο κύριος∙
έτριψε τας χαλκάς πύλας του Άιδου
και σιδηρούς μοχλός αυτού συνέθλασε∙
και τη προφητεία επέθηκε πέρας
και των αγίων ύψωσε κέρας’.
δεύτε, κόραι, και ίδετε πού έκειτο ο αθάνατος,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».
 
κα΄
 Λαβούσαι θάρσος άμεμπτον εκ της φωνής του αγγέλου
φρονίμως αι γυναίκες απεκρίθησαν προς τούτον∙
«Αληθώς ανέστη ο κύριος, καθώς έφης∙
έδειξας ήμιν και τω ρήματι και τω σχήματι
ότιπερ ανέστη ο ελεήμων∙
ει μη γαρ ηγέρθη και επορεύθη της ταφής,
ουκ αν αυτός εκάθισας∙
πότε γαρ στρατηγός του βασιλέως
παρόντος κάθηται και διαλέγεται;
ει δε και τελείται εν γη τα τοιαύτα,
αλλ’ εν τω ύψει ουκ έστι ταύτα,
όπου θρόνος αθέατος και άφραστος ο καθήμενος,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».
 
κβ΄
 Μείξασαι φόβω την χαράν και ευφροσύνην τη λύπη
υπέστρεψαν του τάφου, ως διδάσκει το βιβλίον,
προς τους αποστόλους και έλεγον αι γυναίκες∙
«Τι αθυμείτε; τι τα πρόσωπα συγκαλύπτετε;
άνω τας καρδίας∙ Χριστός ανέστη∙
στήσατε χορείας και είπατε άμα ημίν∙
‘εγήγερται ο κύριος’.
έλαμψεν ο τεχθείς προ εωσφόρου∙
μη ουν στυγνάζετε, αλλ’ αναθάλλετε∙
το έαρ εφάνη, ανθήσατε κλώνες
καρποφορίαν, μη δυσφορίαν∙
πάντες χείρας κροτήσωμεν και είπωμεν∙ ‘εξεγήγερται
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».
 
κγ΄
Οι δε ακούσαντες σαφώς και ευφρανθέντες τω λόγω
εξέστησαν ευθέως και φησί προς τας γυναίκας∙
«Πόθεν τούτο, κόραι, εμάθετε ό λαλείτε;
άγγελος είπε;» «Ναι», φησί, «και είπε και έδειξε∙
και ο των αγγέλων θεός και πλάστης
ώφθη τη Μαρία και έφη∙ ‘λέξον τοις εμοίς∙
εγήγερται ο κύριος.’
δεύτε ουν, ως κριοί και ως αρνία
προβάτων άπαντες σκιρτώντες είπωμεν∙
‘ποιμήν ημών δεύρο συνάγαγε ημάς
τους σκορπισθέντας υπό δειλίας∙
απάτησας τον Θάνατον∙ επίστηθι τοις ποθούσι σε,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν».
 
κδ΄
 Συναναστήτω σοι, σωτήρ, η νεκρωθείσα ψυχή μου∙
μη φθείρη ταύτην λύπη και λοιπόν εις λήθην έλθη
των ασμάτων τούτων των ταύτην αγιαζόντων∙
ναι, ελεήμων, ικετεύσω σε μη καταλείπης με
τον ταις πλημμελείαις κατεστιγμένον∙
εν γαρ ανομίαις και εν αμαρτίαις εμέ
εκίσσησεν η μήτηρ μου∙
πάτερ μου, άγιε και φιλοικτίρμον,
αγιασθήτω σου αεί το όνομα
εν τω στόματί μου και τοις χείλεσί μου,
εν τη φωνή μου και τη ωδή μου∙
δος μοι χάριν κηρύττοντι τους ύμνους σου, ότι δύνασαι,
ο τοις πεσούσι παρέχων ανάστασιν.

Απόδοση στα νέα ελληνικά : Αγίου Ρωμανού του μελωδού – κοντάκιον, Εις την Αγίαν και Μεγάλην Κυριακήν του Πάσχα.

resurrection_holy_women_sepulchre-e1beb1cebdceb1cf83cf84ceb1cf83ceb7
Προοίμιον Ι
Αν και κατέβηκες, Αθάνατε, στον τάφο,
όμως κατάλυσες τη δύναμι του Άδη
και νικητής αναστήθηκες, Χριστέ και Θεέ,
και στις Μυροφόρες γυναίκες το «Χαίρετε» λάλησες
και στους Αποστόλους Σου έκαμες δώρο την ειρήνη,
Εσύ που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι.
Προίμιον ΙΙ
Καθώς οι γυναίκες στο μνήμα σου έφθασαν
και δεν βρήκαν το Άχραντο Σώμα Σου
αξιολύπητα έκλαιγαν κι έλεγαν:
«Άρα γε έκλεψαν εκείνον που του έκλεψε η αιμορροούσα
τη γιατρειά;
Άρα γε αναστήθηκε εκείνος που προείπε πριν το πάθος
την Ανάστασι;
Στ’ Αλήθεια αναστήθηκε ο Χριστός
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»
Οίκοι
α΄
Τότε που έδυσε στον τάφο ο πριν τον ήλιο Ήλιος
να Τον προλάβουν έτρεξαν τα χαράματα και σαν το φως
της μέρας Τον εγύρευαν
γυναίκες Μυροφόρες και μεταξύ τους λέγανε:
«Ας πάμε, φίλες, απαλά μ’ αρώματα ν’ αλείψουμε
Σώμα που φέρνει τη ζωή και βρίσκεται θαμμένο,
σάρκα που στον πεσμένο Αδάμ ανάστασι προσφέρει και
τώρα βρίσκεται στο μνήμα.
Ας πάμε, ας τρέξουμε κι εμείς καθώς οι Μάγοι
κι ας προσκυνήσουμε και ας προσφέρουμε
ως δώρα τα μύρα σ’ Αυτόν που σπάργανα δεν φέρει
αλλά ’ναι τυλιγμένος στο σεντόνι.
Κι ας κλάψουμε κι ας κράξουμε: ‘Ω Κύριε, αναστήσου,
Εσύ που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι’.»

β΄
Κι όταν τούτα μεταξύ τους λάλησαν οι θεοφόρες
σκέφτηκαν και κάτι άλλο, που πολύ είναι σοφό,
κι είπανε μεταξύ τους: «Γυναίκες, τι γελιόμαστε;
Αληθινά πιστεύετε πως βρίσκεται ο Κύριος στον τάφο;
Μπορούσε μέχρι σήμερα να κράταγε Εκείνον,
που κυβερνάει τη ζωή; Ακόμα κείτεται νεκρός;
Απίστευτος, αστήριχτος είναι αυτός ο λόγος.
Για τούτο ας σκεφοτύμε κι έτσι να ενεργήσουμε∙
να πάη η Μαρία και να δη τον Τάφο
κι εμείς ακολουθούμε αυτά που θα μας πη.
Αληθινά, καθώς τόσες φορές προείπε, αναστήθηκεν ο
αθάνατος,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

γ΄
Και έτσι σκεπτόμενες οι συνετές γυναίκες
έστειλαν, καθώς πιστεύω, τη Μαγδαληνή Μαρία
στο μνημείο, όπως λέει ο θεολόγος Ιωάννης.
Κι ήτανε σκοτάδι ακόμα, μα τη φώτιζε η αγάπη,
γι’ αυτό και είδε σίγουρα το μεγάλο το λιθάρι
κυλισμένο να βρίσκεται απ’ την πόρτα του τάφου κι είπε,
καθώς εγύρισε:
«Αυτό που είδα, μάθετε, απόστολοι,
κι ό, τι θα καταλάβετε θέλω να ξέρω.
Η πέτρα πια τον τάφο δε σκεπάζει,
μήπως τον Κύριό μου πήρανε;
Μιας κι οι φρουροί δε φαίνονται και έφυγαν. Μήπως και
αναστήθηκε,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι;»

δ΄
Μόλις άκουσεν ετούτα ο Κηφάς και ο γιος του Ζεβεδαίου
βγήκαν αμέσως τρέχοντας σαν να συναγωνίζονταν.
Κι ο Ιωάννης έφτασε πρώτα από τον Πέτρο.
Όμως αν κι έφτασε, στο μνήμα δεν εμπήκε
αλλά τον κορυφαίο περιμένει
για να τον ακολουθήση ωσάν το πρόβατο τον τσοπάνη.
Και όντως έτσι ταίριαζε να γίνη.
Στον Πέτρο δηλαδή ειπώθηκε: «Πέτρε, με αγαπάς;»
και «Τα πρόβατά μου φρόντιζε όπως θέλεις».
Στον Πέτρο ειπώθηκε: «Ευτυχισμένε Σίμωνα,
τα κλειδιά της Βασιλείας θα σου δώσω».
Στον Πέτρο πριν υπέταξε τα κύματα όπου εβάδισεν,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.

ε΄
Κι όπως είπα πριν λίγο, ο Πέτρος και ο γιός του
Ζεβεδαίου
έφθασαν στο μνήμα παρακινημένοι από τα λόγια της
Μαρίας
και μπήκαν μέσα, μα τον Κύριο δε βρήκανε.
Γι’ αυτό και φοβισμένοι από τούτο είπαν οι αγιασμένοι:
«Άρα γιατί σε μας δεν παρουσιάστηκε;
Μήπως το θάρρος μας Του φάνηκε πολύ; Ήτανε
πράγματι η τόλμη μας μεγάλη.
Έπρεπε δηλαδή απ’ έξω να σταθούμε
και να παρατηρήσουμε όσα εκεί στο μνήμα υπήρχαν,
γιατί αυτός ο τάφος, τάφος δεν είναι πλέον,
αλλ’ όντως οίκος του Θεού,
αφού σε τούτον έφτασε κι έμεινεν όπως θέλησε,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.

στ΄
Θράσος το θάρρος μας κατάντησε λοιπόν,
και μάλλον λογαριάστηκε το θάρρος περιφρόνησι;
Τάχα γι’ αυτό δεν παρουσιάστηκε, γιατί ανάξιοί Του
φανήκαμε;»
Ενώ τούτα έλεγαν οι γνήσιοι του Πλάστη φίλοι,
η Μαρία, που ακολουθούσε, είπε:
«Μαθητές του Κυρίου, και όντως θερμοί φίλοι Του, δεν
ειν’ όπως νομίζετε.
Μα κάμετε υπομονή μην ολιγοψυχήτε.
Γιατί αυτό που έγινε ήτανε θεία παραχώρησι,
για να δούνε πρώτες, γιατί πρώτες εκείνες έπεσαν,
οι γυναίκες τον Αναστημένο Χριστό.
Σε μας που πενθήσαμε θέλει να χαρίση το ‘χαίρετε’,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

ζ΄
Καθώς έτσι προσπαθούσεν η Μαρία να πεισθή με τα
λόγια της,
έμεινε κοντά στον τάφο, οι δε απόστολοι έφυγαν.
Γιατί πίστευεν ακόμα ότι έκλεψαν το Σώμα.
Γι’ αυτό και φώναζεν, όχι με λόγια αλλά με δάκρυα:
«Αλοίμονο, Ιησού μου, που Σε μεταφέρανε;
Και πώς καταδέχτηκες με λερωμένα χέρια να Σε
κρατούν, Αθάνατε;
‘Άγιος, άγιος, άγιος’, κράζουν
τα εξαπτέρυγα και τα πολυόμματα.
Κι αυτών οι ώμοι μόλις Σε σηκώνουν
και Σε βάσταξαν χέρια αμαρτωλών;
Όταν Σε βάφτιζεν ο Πρόδρομος εφώναζε: ‘Εσύ
βάφτισέ με,
που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι’.»

η΄
Να βρίσκεσαι τριήμερος νεκρός, Εσύ που τα πάντα
ανακαινίζεις,
π’ ανάστησες το Λάζαρο, τεσσάρων ημερών νεκρό
κι έκαμες το σαβανωμένο να περπατήση ζωνατνός.
Μέσα στον τάφο βρίσκεσαι και μακάρι νάβλεπα που σ’
έχουνε θαμμένο
για να βρέξω με δάκρυα, καθώς η πόρνη,
όχι μονάχα τα πόδια μα και ολόκληρο το Σώμα και το
μνήμα σου
λέγοντας: ‘Κύριε, όπως της χήρας
το παιδί ανάστησες, ανάστησε τον Εαυτό Σου.
Εσύ που έδωκες ζωή στην κόρη του Ιάειρου
γιατί ακόμα παραμένεις στο μνημείο;
Αναστήσου, τρέξε, φανερώσου σ’ εκείνους που σ’
αναζητούν,
Εσύ που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι’.»

θ΄
Νικημένη από το κλάμα κι από τη συγκίνησι
αποκαμωμένη
σαν είδε τη Μαγδαληνή Μαρία Εκείνος που τα πάντα
βλέπει
τότε την ευσπλαχνίστηκε και παρουσιάστηκε λέγοντας
στην κόρη:
«Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιόν ζητάς μέσα στο μνήμα;»
Τότε η Μαρία γύρισε και είπε:
«Κλαίω, γιατί επήρανε τον Κύριό μου από τον τάφο και
δεν γνωρίζω πού Τον έθαψαν.
Και σίγουρα εσύ δεν τόκαμες αυτό;
Γιατί ’σαι σύ ο κηπουρός, αν δεν πλανιέμαι.
Πές μου, λοιπόν, αν εσύ επήρες το Σώμα
κι εγώ παίρνω ξανά το Λυτρωτή μου.
Είναι δικός μου Δάσκαλος και Κύριος δικός μου,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

ι΄
Αυτός που βλέπει τις καρδιές και τις σκέψεις των
ανθρώπων
ξέροντας πως γνωρίζει τη φωνή Του η Μαρία,
ως Τσοπάνης εφώναζε την αρνάδα που θρηνεί
λέγοντας: «Μαρία.» Κι αυτή αμέσως αναγνώρισε και
είπε:
«Όντως ο Καλός μου ο Τσοπάνης με φωνάζει,
για να με κατατάξη πλέον με τα πρόβατα τα ενενήντα
και εννέα.
Γιατί βλέπω πίσω απ’ Αυτόν που με καλεί
σώματα αγίων, τάγματα δικαίων.
Γι’ αυτό και δεν ρωτάω: ‘Ποιος είσαι Σύ που με
καλείς;’
Αφού κατάλαβα καλά, Ποιος ειν’ Αυτός που με φωνάζει.
Είναι δικός μου Δάσκαλος και Κύριος δικός μου,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

ια΄
Από ζήλο δε θερμό και αγάπη φλογερή
αρπάχτηκεν η κόρη και ν’ αγγίξη βουλήθηκε
Αυτόν που γεμίζει όλη την πλάσι απεριόριστα.
Ωστόσο δεν εκατηγόρησε τη βιάση της ο Πλαστουργός
αλλά στα θεία πράγματα την κόρη ανεβάζει
λέγοντας: «Μη μ’ αγγίζεις. Ή μήπως άνθρωπο μονάχα
με νομίζεις; Είμαι Θεός, μη μ’ ακουμπάς.
Κόρη σεμνή, ανύψωσε το βλέμμα της ψυχής
και τ’ ουρανού τα μυστικά προσπάθησε να καταλάβης.
Εκεί να με αναζητήσης. Και πράγματι ανεβαίνω
προς τον Πατέρα, τον Οποίο δεν έχω αφήσει.
Στον ίδιο Θρόνο βρίσκομαι μαζί Του, επειδή σύγχρονος
είμαι και συνάναρχος μ’ Εκείνον,
Εγώ που δίνω στους πεσμένους την ανάστασι.

ιβ΄
Κι ας διαλαλεί, λοιπόν, αυτά η γλώσσα σου, γυναίκα,
και να τα διερμηνεύη στα παιδιά της Βασιλείας
που καρτερούνε την Ανάστασι Εμού πούμαι Ζωντανός.
Τρέξε, Μαρία, γρήγορα και σύναξε τους Μαθητάς Μου.
Εσένα χρησιμοποιώ, σάλπιγγα μεγαλόφωνη.
Σάλπισε ειρήνη για τους φίλους μου που από φόβο
κρύφτηκαν.
Ξύπνησέ τους όλους έτσι σαν από ύπνο,
ν’ ανάψουν λαμπάδες και να μ’ ανταμώσουν.
Να πης: ‘Εσηκώθη απ’ τον Τάφο ο Νυμφίος
και τίποτε δεν άφησε μέσα σ’ αυτόν.
Ρίχτε μακριά, Απόστολοι, το λήθαργο, επειδή
αναστήθηκε,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι’.»

ιγ΄
Λοιπόν καθώς άκουσε καλά όλα τα λόγια του Λόγου,
πίσω εγύρισεν η κόρη και λέει στις συντρόφους:
«Είναι θαυμαστά, γυναίκες, όσα είδα και σας λέω.
Κανένας, λοιπόν, μη νομίση πως τα λόγια μου είναι
φλυαρία,
γιατί δεν τα φαντάστηκα αλλ’ είναι θεία έμπνευσι.
Ακόμα βλέπω και ακούω το Χριστό κι ακούστε πώς και
πότε.
Όταν ο Πέτρος κι ο σύντροφός του μ’ άφησαν
καθόμουν κι έκλαιγα κοντά στο Μνήμα.
Πραγματικά επίστευα πως πήραν απ’ τον Τάφο
το Θείο Σώμα του Αθάνατου.
Αλλ’ αμέσως συμπόνεσε τα δάκρυά μου και φανερώθηκε
σε μένα Αυτός,
που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.

ιδ΄
Ευθύς μεταποιήθηκε η λύπη σε χαρά
και μου φάνηκαν τα πάντα χαρωπά και πανευφρόσυνα
και να λέω δεν διστάζω ‘ότι δοξάστηκα ωσάν το
Μωυσή’.
Είδα στ’ αλήθεια, είδα όχι στο όρος αλλά στο Μνήμα,
όχι στο σύννεφο αλλά με το Σώμα,
των ασωμάτων και των νεφελών τον Δεσπότη, Τον
Υπάρχοντα και πριν και τώρα και πάντοτε,
να μου λέει: ‘Μαρία, τρέξε να πης
σ’ αυτούς που μ’ αγαπούν πως αναστήθηκα.
Ωσάν καρφί ελιάς κράτα με στη γλώσσα σου
και φέρε στους απογόνους του Νώε το χαρούμενο μήνυμα
και διακήρυξε πως παύτηκεν ο θάνατος κι αναστήθηκεν,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι’.»

ιε΄
Καθώς ετούτα άκουσεν η συντροφιά των πιστών
γυναικών
με μια φωνή απάντησε στη Μαγδαληνή Μαρία:
«Αληθινό αυτό που είπες κι όλες μαζί σου συμφωνούμε∙
δεν απιστούμε, μα έχουμε αυτή την απορία:
πως μέχρι τώρα μέσα στον Τάφο ήτανε
και ανεχόταν η Ζωή τρεις μέρες να συγκαταλέγεται
ανάμεσα στους πεθαμένους.
Σίγουρα απ’ τον Άδη περιμέναμε
πως θα ξαναρχόταν, γι’ αυτό και λέγαμε:
‘Έβγαλε παλιά το δούλο απ’ το θεριό της θάλασσας
και πως τώρα κρατιέται απ’ το Θάνατο;
Αν το θεριό ανάγκασε να ξαναδώση αυτό που έλαβε,
ανασταίνεται κι από το Μνήμα,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.’

ιστ΄
Τώρα, Κόρη, λοιπόν, μη νομίζεις πως δεν είναι σωστά
όσα λέγεις.
Ορθώς μας εμίλησες και παράδοξο τίποτε σ’ όσα είπες
δεν είναι.
Αληθινά τα λόγια σου και όμορφος ο τρόπος σου.
Όμως, Μαρία, θέλουμε να κοινωνήσουμε με σένα
εκείνο που απόλαυσες για να μην τρυφήση ένα μέλος μας
και τάλλα μείνουνε νεκρά και άγευστα ζωής.
Ας γίνουνε μαζί με σένα στόματα περισσότερα
που να επισφραγίζουνε τη δική σου μαρτυρία.
Ας πάμε όλες στο μνημείο
και θα βεβαιωθούμε για το όραμα.
Κοινό, φίλη, το καύχημα ας γίνη, αυτό που σου
εχάρισεν
Εκείνος, που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

ιζ΄
Έτσι μιλώντας των γυναικών η συντροφιά η θεοφώτιστη
έβγαινεν από την Πόλι μαζί με τη διηγούμενη Μαρία
και αντικρύζοντας τον Τάφο από μακριά εφώναζε:
«Να ο τόπος ή καλλίτερα ο κόρφος ο μυστικός.
Να αυτός που κράτησε τον Βασιλέα
Να αυτός που εχώρεσεν Αυτόν που ουρανοί δε χωρούνε και
Τον χωρούν οι άγιοι.
Σε παινεύω, άγιε Τάφε, σε δοξάζω,
μικρέ και μέγιστε, φτωχέ και πλούσιε.
Ζωής Θησαυροφύλακα, δοχείον Ειρήνης,
σημείον Χαράς, Μνήμα του Χριστού.
Μνήμα Ενός και καύχημα του κόσμου, όπως το θέλησεν
Αυτός,
που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

ιη΄
Αφού υμνολόγησαν λοιπόν, τον Τάφο του Ζωοδότη,
εγύρισαν και είδαν τον καθήμενο στο λιθάρι
κι από το φόβο έκαναν πίσω
γεμάτες δέος και με σκυμμένα τα πρόσωπα
και με δειλία τέτοια λαλούσαν:
«Αυτό το πρόσωπο ποιο είναι ή τίνος η μορφή; Αυτός
που βλέπουμε ποιος είναι;
Άγγελος είναι; Άνθρωπος; Ήρθε απ’ τα ουράνια;
Ή μήπως βγήκε από τη γη;
Είναι φωτιά, εκπέμπει φως, αστράφτει, λάμπει.
Ας φύγουμε, γυναίκες, μη μας κάψει.
Ουράνια, θεϊκή βροχή στάλαζε σ’ όσους Σε διψάνε,
Εσύ που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι.

ιθ΄
Τώρα θα μας δροσίσουν σαν σταγόνες τα λόγια,
του θεϊκού Σου στόματος, ω Σύ χαρά των πονεμένων,
η ζωή των απάντων, ώστε να μην πεθάνουμε απ’ το
φόβο.»
Αυτά περίπου έλεγαν οι ευσεβείς γυναίεκς.
Τότε μειλίχιος έγινεν ο καθήμενος στο λίθο
κι είπε στις ευλογημένες: «Εσείς να μη φοβόσαστε,
αλλά αυτοί οι φύλακες
θ’ ανατριχιάσουν, θα ζαρώσουν και θα γίνουν σαν
πεθαμένοι
από φόβο για μένα, και για να μάθουν
πως είναι κύριος των αγγέλων Εκείνος,
που τώρα φρουρούν, μα δεν εξουσιάζουν.
Πραγματικά ο Κύριος αναστήθηκε και δεν το
αντιλήφθηκαν πως έγινεν η Έγερσι Αυτού,
που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.

κ΄
Συνέλθετε, λοιπόν, γυναίκες, μη νεκρωθήτε από το
φόβο.
Τον Κτίστη των αγγέλων αζητούσατε να δήτε
και γιατί δειλιάζετε σ’ ενός αγγέλου την όψι;
Είμαι δούλος Εκείνου που τούτον τον τάφο κατοίκησε.
Είμαι φύσει και θέσει υπηρέτης.
Την προσταγή Του ήρθα να σας πω: ‘Ο Κύριος
αναστήθηκε.
Σύντριψε του Άδη τις χάλκινες πύλες
και έσπασε τις σιδερένιες του αμπάρες.
Την προφητεία επραγματοποίησε
και των αγίων την παράταξι ανύψωσε.’
Ελάτε, γυναίκες, και κοιτάξτε που ο Αθάνατος εκείτετο,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

κα΄
Θάρρος μεγάλο έλαβαν απ’ τη φωνή τ’ αγγέλου
και συνετά απάντησαν σε τούτον οι γυναίκες:
«Αληθώς ανέστη ο Κύριος, καθώς είπες.
Μας έδειξες και με τα λόγια σου και με τη στάσι σου
πως πράγματι ο Ελεήμων αναστήθηκε.
Αν δηλαδή δεν είχε εγερθή και φύγη από τον Τάφο, εσύ
δεν θα καθόσουνα.
Πότε, καθώς γνωρίζουμε, ο στρατηγός, ενώ ο Βασιλέας
είναι παρών, κάθεται και συζητεί;
Και αν ακόμα γίνονται τέτοια πάνω στη γη,
όμως στον ουρανό τέτοια δε βρίσκεις,
όπου θρόνος αθέατος κι ανείπωτος ο Καθήμενος,
Αυτός που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι.»

κβ΄
Αφού ανέμειξαν το φόβο με χαρά και τη λύπη μ’
ευφροσύνη
από τον Τάφο έφυγαν, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή,
κι ήρθαν στους Αποστόλους και είπαν οι γυναίκες:
«Τι απαισιοδοξείτε; Γιατί σκυθρωπάζετε;
Επάνω τις καρδιές. Χριστός ανέστη.
Στήστε χορό και μαζί μας να πείτε: ‘Ο Κύριος
σηκώθηκε’.
Ο προαιώνιος έλαμψε Θεός.
Λοιπόν, μην είστε σκυθρωποί μα ξαναζωντανέψτε.
Αφάνηκεν η Άνοιξι, ανθήσατε κλαδιά
καρπούς, αφήστε το χειμώνα.
Πανηγύρι ας κάνουμε όλοι κι ας πούμε: άναστήθηκεν
Εκείνος,
που δίνει στους πεσμένους την ανάστασι’.»

κγ΄
Κι αναμφιβόλως άκουσαν κι έλαβαν
ευφροσύνη με τα λόγια
και έπεσαν σε έκπληξι οι μαθητές και είπαν στις
γυναίκες:
«Κόρες, από πού μάθατε αυτό που λέτε;
Άγγελος σας το είπε;» «Ναι», απαντούν, «και έδειξε
και είπε.
Και των αγγέλων ο Θεός και Πλάστης
φάνηκε στη Μαρία κι είπε: ‘Ανάγγειλε στους φίλους
μου: ο Κύριος αναστήθηκε’.
Ελάτε το λοιπόν, όλοι σαν κριάρια
και σαν πρόβατα σκιρτώντας να πούμε:
‘Ποιμένα, έλα και σύναξε εμάς
που σκόρπισεν ο φόβος.
Επάτησες το Θάνατο, έλα σε όσους Σ’ αγαπάνε,
Εσύ που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι’.»

κδ΄
Με Σένα ας αναστηθή, Σωτήρα, η πεθαμένη μου ψυχή.
Η λύπη μη την καταφάη και ξεχάση το λοιπόν
ετούτα τα τραγούδια που της προσφέρουν αγιασμό.
Ναι, Ελεήμων, ικετεύω Σε, μη με εγκαταλείπης
τον καταπληγωμένο από τα κρίματα.
Πραγματικά μέσα σε ανομίες κι αμρτίες συνέλαβεν
εμένα η μητέρα μου.
Άγιε και Σπλαχνικέ Πατέρα μου,
δοξασμένο πάντα τ’ όνομά Σου
απ’ το στόμα μου και τα χείλη μου
απ’ τη φωνή και τα τραγούδια μου.
Καθώς θα Σε υμνολογώ, στείλε μου χάρι, αφού μπορείς
να το κάμης Εσύ
που δίνεις στους πεσμένους την ανάστασι.
***
3 Μαΐου 1989. Τετάρτη Διακαινησίμου.
Από το βιβλίο Ρωμανού Μελωδού, Ύμνοι, Απόδοση στα νέα ελληνικά Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, Τόμος Πρώτος, Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Χ. Μπούρας, Αθήνα.
Επιμέλεια κειμένου Κωνσταντίνα Κυριακούλη.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία

 

Τροπάριον Ἦχος πλ. α'

Σιγησάτω πᾶσα σάρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου καὶ τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω· ὁ γὰρ Βασιλευς τῶν βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων, προσέρχεται σφαγιασθῆναι, καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς· προηγοῦνται δὲ τούτου, οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, μετὰ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, τὰ πολυόμματα Χερουβίμ, καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, τὰς ὄψεις καλύπτοντα, καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.

_1312_LEPT

ο θάνατος κυοφορεί Ανάσταση…


anast Βράδυ Μεγάλης Παρασκευής στο ναό της Αγίας Παρασκευής στη Νέα Σμύρνη. Από ώρας 6ης έως 9ης ένα σκοτάδι είχε απλωθεί στα Ιεροσόλυμα μας λένε οι Ευαγγελιστές. Μετά τις μεγάλες ώρες και τον Εσπερινό που μας εισάγει λειτουργικά στο Μεγάλο Σάββατο αυτό το λειτουργικό σκοτάδι έρχεται να διακονήσει και η νύχτα που έρχεται στην πόλη μας. Ο επιτάφιος μπροστά από την ωραία πύλη. Ο σταυρός Του, το ευαγγέλιο ο Λόγος Του, εμείς που ερχόμαστε να προσκυνήσουμε για ακόμα μια φορά το σώμα Του.
Η Εκκλησία είναι η μόνη από εδώ και πέρα που γνωρίζει να θρηνεί ορθά. Όλοι οι άλλοι θρήνοι μας είναι της χώρας αυτής που την σκιάζει ο Θάνατος. Από εδώ και πέρα όμως, από εκείνη την ημέρα και κάθε μέρα , ο θρήνος εισέρχεται λειτουργικά μέσα στην Εκκλησία και μας κατηχεί στο φώς της Αναστάσεως, στο φώς αυτό που η παρουσία του πλημμύρησε τον Άδη.
Τα λιγοστά παιδιά της ενορίας μας συγκεντρώθηκαν για να διακονήσουν με την παιδική τους απλότητα την περιφορά του Επιταφίου, ο Κώστας και ο μικρότερος αδερφός του, ο Ηλίας, ο Αλέξανδρος, ο Λευτέρης, ο Φωκίωνας, κράτησαν τον σταυρό, τα εξαπτέρυγα, τους πυρσούς, το φαναράκια.
Τα κοριτσάκια με τα λευκά τους φορέματα οι μυροφόρες με τα λουλούδια στα χέρια πλάι του επιταφίου. Ο Ανδρέας με το θυμιατό, ο π. Δήμος, ο π. Δημήτριος, ο π. Ζώης. Εμείς όλοι όσοι χθες το βράδυ βρεθήκαμε στην περιφορά του επιταφίου στον δρόμο. Τα φαναράκια και τα κεριά αναμμένα. να τα σβήνει ο αέρας και να πρέπει να ζητήσεις φωτιά από τον άγνωστο αδερφό σου που συμπορεύεται δίπλα σου. Να ανταλλάζεται ευχές μέσα στο σκοτάδι για Ανάσταση, ποιοι εμείς εσείς όλοι εμείς που κηδεύουμε τον Θεό μας.
Η επιστροφή μετά την περιφορά του επιταφίου μας βρήκε με τις πόρτες της εισόδου του ναού κλειστές . σταθήκαμε αριστερά και δεξιά της περιμένοντας του ιερείς. Ο π.Δήμος χτύπησε την πόρτα και η φωνή τους την τράνταξε, οι λόγοι των πατέρων, οι ψαλμοί του Δαβίδ, το απόκρυφο ευαγγέλιο του Νικοδήμου που ιστορεί την κάθοδο του Ιησού στον Άδη οι αγιογραφίες, όλοι εμείς λειτουργικά εισερχόμαστε στον Άδη.
Ο νάρθηκας που σπανίζει να τον συναντήσει κανείς στους ναούς της πόλης μας και που συμβολικά εικονίζει τον Άδη και τον κόσμο γεμίζει με Φώς, η πορεία μας έχει τελειώσει. Η κατήχηση όλων αυτών που πορεύονται προς το βάπτισμα προϋποθέτει τον εκούσιο θάνατο τους και εδώ στην λειτουργική μας είσοδο στο Μεγάλο Σάββατο αυτός ο θάνατος κυοφορεί Ανάσταση. Σε λίγες ώρες οι προς το φώτισμα κατηχούμενοι θα βαπτιστούν και όλοι μαζί θα γιορτάσουμε την Ανάσταση.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email