Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Η ανδρόγυνη ενότητα και οι συνέπειες της πτώσης

Conception of Cain



Η ανδρόγυνη ενότητα και οι συνέπειες της πτώσης
[…] Αν η αγάπη ενώνει, η άρνησή της χωρίζει. Είναι αυτό που λένε οι Πατέρες, ότι η πτώση ήρθε πριν από την γεύση του καρπού. Δηλαδή το οριακό μέγεθος δεν είναι η γεύση του καρπού. Είναι το ότι μίλησε η γυναίκα μόνη της, ως Εγώ και όχι ως Εμείς, με τον διάβολο. Είναι τρομερές σκέψεις αυτές. Την αρμονική ενότητα των πάντων διαδέχεται η ρήξη και η σύγκρουση των διαφόρων μερών μεταξύ τους. Ο άνθρωπος παύει να είναι πρόσωπο, αγαπητική κοινωνία. Έτσι, η πτώση έχει καίριες συνέπειες στην ανδρόγυνη ενότητα. 
Την ενότητα άνδρα και γυναίκας αντικαθιστά η διαμάχη αρσενικού και θηλυκού. Πριν την πτώση ο Αδάμ έβλεπε την Εύα ως Εσύ, με την πτώση η Εύα μετατρέπεται σε Αυτή. Άλλο το Εσύ και άλλο το Αυτή. Η μετάβαση από το όνομα στην αντωνυμία είναι αλλοτρίωση. Οι άνθρωποι εκπίπτουν σε αντικείμενα. Το πρόσωπο υποτάσσεται στο φύλο. Ενώ προηγουμένως άνδρας και γυναίκα ήταν γυμνοί και δεν ντρέπονταν, τώρα ντρέπεται ο ένας τον άλλον. Στην κοινότητα της αγάπης δεν υπάρχει τίποτα για να κρυφτεί. Στον κόσμο της πτώσης, της απουσίας της αγάπης, ο αποξενωμένος άνθρωπος βλέπει τον άλλον ως αντικείμενο και ως όργανο για χρήση και κατάχρηση. 
Και επανέρχομαι πάλι στο σεξ, που μέσα από μια τέτοια απομόνωση και ενότητα είναι προς χρήση και γιατί όχι προς κατάχρηση οποιασδήποτε μορφής. Αλλά είναι χρήση (σεξ) και όχι αγαπώ τον άλλον σε όλα τα μεγέθη, ψυχικά και σωματικά. Σε όλα, όμως, τα μεγέθη! Και τα σωματικά! Και έτσι η ντροπή είναι άμυνα απέναντι στο αδηφάγο βλέμμα του άλλου που αναζητά και ορέγεται τη λεία του. Εδώ δεν υπάρχει αγαπώμενο πρόσωπο. Ο Αδάμ και η Εύα είναι αντίπαλα φύλα. Ο άνδρας εκλαμβάνει τη γυναίκα ως αντικείμενο για κτήση και κατάκτηση, σαν σκεύος ηδονής και αντικείμενο για σεξουαλική εκτόνωση. Δεν αναιρείται το σεξ, αλλά η σεξουαλική εκτόνωση που είναι η χρήση του άλλου. Βλέπετε, όταν μιλάμε για σεξουαλική εκτόνωση, μιλάμε για ένα στιγμιαίο γεγονός. Διψάω και ξεδιψάω. Δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτό το μέγεθος εμείς. Αυτό έχει μια συνέχεια. Δεν είναι απλώς μια εκτόνωση, προσέξτε! Η γυναίκα μέσα από όλη αυτή τη χρήση της εκδικείται τον άνδρα, γινόμενη αντικείμενο του ερωτικού πόθου. Η ψυχική και σωματική υποταγή του άλλου αποτελεί τη στοιχειοθεσία των μην αγαπώντων προσώπων. Συνέχεια είναι μετά ο σαδομαζοχισμός, το αποκορύφωμα «μόνο ηδονή και τίποτ’ άλλο». Και έτσι με την πτώση ο άνδρας πρώτα υπερτιμά την γυναίκα γιατί την χρησιμοποιεί σεξουαλικά και μετά την υποτιμά. Λέει: «Δεν βαριέσαι…» Άλλη τραγωδία αυτή… Τι έχει, όμως, προηγηθεί; […] 
Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου με θέμα: “Η σημερινή αλλοτρίωση των σεξουαλικών σχέσεων, προ και μετά γάμου”, η οποία δόθηκε στις 22-07-2004 στα πλαίσια των καλοκαιρινών αναζητήσεων. 
Για να κατεβάσετε και να ακούσετε ολόκληρη την ομιλία κάντε κλικ εδώ.


Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου


Philokalia | hesychastic | Page 2

Άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής

61. Όταν η ψυχή ταράζεται από οργή, ή θολώνεται από μέθη, ή ενοχλείται από φοβερή λύπη, δεν μπορεί ο νους να κρατήσει τη μνήμη του Κυρίου Ιησού, ακόμη και αν κανείς τον βιάζει. Γιατί όπως είναι σκοτισμένος από την σκληρότητα των παθών, χάνει την πνευματική του αίσθηση. Γι' αυτό η επιθυμία της ευχής δεν έχει πού να τυπώσει τη σφραγίδα της, ώστε ο νους να διατηρεί αλησμόνητα τα λόγια της ευχής, επειδή η μνήμη της διάνοιας σκληραίνει από την ωμότητα των παθών. Αν όμως η ψυχή είναι ελεύθερη από αυτά τα πάθη, ακόμη και αν για λίγο λησμονήσει το ποθούμενο όνομα, αμέσως ο νους μεταχειρίζεται την ενεργητικότητά του και ξαναπιάνει γερά το πολυπόθητο εκείνο και σωτήριο θήραμα. Γιατί τότε η ψυχή έχει την ίδια τη θεία χάρη που μελετά και κράζει μαζί της το «Κύριε Ιησού», όπως μια μητέρα διδάσκει στο βρέφος της το όνομα «πατέρα» και το επαναλαμβάνει μαζί του μέχρις ότου το συνηθίσει να φωνάζει «πατέρα» ακόμη και όταν κοιμάται, αντί να λέει ο,τιδήποτε άλλο από αυτά που συνηθίζουν τα βρέφη. Γι' αυτό ο Απόστολος λέει: «Έτσι και το Πνεύμα μάς βοηθεί και μας στηρίζει στην ασθένειά μας· γιατί δε γνωρίζομε τι να προσευχηθούμε όπως πρέπει, αλλά το ίδιο το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας και μας εμπνέει στεναγμούς που δεν εκφράζονται με λόγια»(Ρωμ. 8, 26). Επειδή εμείς είμαστε νήπια απέναντι στην τελειότητα της προσευχητικής αρετής, έχομε πάντοτε ανάγκη από τη βοήθεια του Πνεύματος, το οποίο με την ανέκφραστη γλυκύτητά Του συγκεντρώνει και γλυκαίνει όλους τους λογισμούς μας και μας κατευθύνει ώστε να κινηθούμε με ολόκληρη τη διάθεσή μας στη μνήμη και την αγάπη του Θεού και Πατέρα μας. Γι' αυτό, όπως πάλι λέει ο θεσπέσιος Παύλος, με την παρακίνηση του Αγίου Πνεύματος, όταν Αυτό μας διδάσκει να ονομάζομε ακατάπαυστα το Θεό Πατέρα, λέμε: «Αββά, Πατέρα» (Ρωμ. 8, 15).

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος


Όσιος Σαμψών ο Ξενοδόχος


Ἐξῆγεν ὁ πρὶν ἐκ γνάθου Σαμψὼν πόμα.
Ὁ νῦν δὲ Σαμψὼν μύρον ἐκ τάφου βρύει.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Σαμψὼν θάνε, βλῦσέ τε μύρα.
***

Ο όσιος πατήρ ημών Σαμψών καταγόταν από οικογένεια της υψηλής αριστοκρατείας της Ρώμης, έχοντας καθώς φαίνεται συγγενικούς δεσμούς με το γένος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σπούδασε όλες τις επι­στήμες της εποχής του και ιδιαιτέρως την ιατρική, προς την οποία τον ωθούσε η συμπονετική του φύση. Δεν μπορούσε να μένει απαθής στο θέ­αμα του πόνου και της δυστυχίας και δεχόταν στο σπίτι του τους αρρώ­στους και άπορους που συναντούσε για να τους προσφέρει με αγάπη όλες τις απαραίτητες φροντίδες και ακόμη περισσότερο την παραμυθία της προσευχής και της πίστης. 

Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε την με­γάλη περιουσία του και ελεύθερος στο εξής από κάθε επίγεια δέσμευση, επιθυμώντας να αποφύγει την εκτίμηση των ανθρώπων, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Εγκατεστημένος σε ένα πτωχικό σπίτι, δόθηκε ολόκληρος στην προσευχή μέσα στην ησυχία, συνεχίζοντας ωστόσο τις αγαθοεργίες του. Μάζευε όσους ασθενείς έβρισκε και τους φρόντιζε δίχως να απαιτεί πληρωμή. Αναλάμβανε ιδιαίτερα ασθενείς που έπασχαν από ανίατα νοσήματα ή εκείνους με ασθένειες τις οποίες οι άλλοι γιατροί δεν έστεργαν να φροντίσουν: λεπρούς, τυφλούς, δαιμονισμένους, κι έτσι η φήμη του απλώθηκε σε όλη την πόλη και η κατοικία του έγινε άσυλο των απελπισμένων. 

Λίγο αφ’ ότου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, σε ηλικία τριάντα ετών, από τον πατριάρχη άγιο Μηνά [25 Αυγ.], που εκτιμούσε τα θεάρεστα έργα του, ο άγιος Σαμψών θεράπευσε από βαρεία ασθένεια τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565), ο οποίος έχοντας χάσει κάθε ελπίδα από τους γιατρούς ειδοποιήθηκε σε ενύπνιο να καλέσει τον όσιο στο παλάτι. Ήταν αρκετό να επιθέσει το χέρι του ο Σαμψών στο μέρος όπου υπέφερε ο αυτοκράτορας για να γιατρευτεί στην στιγμή. Επειδή ωστόσο ο όσιος επιθυμούσε να αποφύγει τους επαίνους έβαλε εν συνεχεία λίγη αλοιφή, ώστε να μην αποδοθεί το θαύμα στις δικές του ικανότητες. Ο ηγεμόνας μην ξέροντας πως να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του θέλησε να τον γεμίσει χρυσάφι, αλλά ο όσιος του έστειλε πίσω τα δώρα λέγον­τας: «Θέλεις να μου προσφέρεις ό,τι απέρριψα από αγάπη για τον Θεό;» 

Και του συνέστησε να χρησιμοποιήσει καλύτερα τα χρήματα στην ανέ­γερση ενός νοσοκομείου, δίπλα στο χαμόσπιτό του, όπου θα μπορούσε να δέχεται αξιοπρεπώς τους αρρώστους και τους φτωχούς. Ο αυτοκράτορας συναίνεσε με ενθουσιασμό και ανέθεσε στους εργάτες που μόλις είχαν ολοκληρώσει την οικοδόμηση της Αγίας Σοφίας να κτίσουν λίγο βορειό­τερα από την Μεγάλη Εκκλησία ένα τεράστιο και λαμπρό οικοδόμημα που έμεινε γνωστό με το όνομα Ξενών του Σαμψών. Εν συνεχεία ο όσιος διηύθυνε το ίδρυμα με απαράμιλλη αφοσίωση, θέτοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία των πασχόντων αδελφών του με τον ζήλο ενός αγγέλου παρά τω Θεώ. Το υποδειγματικό αυτό ίδρυμα που διέθετε πολλούς εξειδικευμένους γιατρούς εξυπηρετούνταν από μοναχούς και είχε προικι­στεί από τον αυτοκράτορα με άφθονα εισοδήματα, όχι μόνο για την αμοιβή του προσωπικού του, αλλά και με σκοπό επίσης να χορηγεί τροφή και ρουχισμό σε ξένους και ενδεείς. 

Αφού άσκησε για χρόνους πολλούς την αποστολική αυτή δραστηριότητα, ο όσιος Σαμψών εκοιμήθη εν ειρήνη σε προχωρημένη ηλικία. Το σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό του αγίου Μωκίου, όπου την ημέρα της εορτής του οι γιατροί της Κωνσταντινούπολης, που τον τιμούσαν ως προστάτη τους, συνέρρεαν εν πομπή. Στον Ξενώνα τιμώνταν η ράβδος του, το επιτραχήλιό του και τα άμφιά του. 

Στα μετέπειτα χρόνια πλήθος θαυμάτων και ιάσεων επιτελέστηκαν στον Ξενώνα με την αόρατη μεσιτεία του οσίου ή μετά από εμφανίσεις του. Λίγο μετά την εκδημία του, μια φοβερή πυρκαγιά που ξεκίνησε από την Αγία Σοφία ρήμαξε όλα τα γύρω σπίτια και έφθασε ως την στέγη του Ξενώνα. Ματαίως οι εργαζόμενοι εκεί και άνθρωποι που προσφέρθηκαν με καλή θέληση αγωνίζονταν, όταν είδαν τον όσιο να βαδίζει πάνω στην στέγη και να διατάζει με εξουσία την φωτιά να υποχωρήσει· με τον τρόπο αυτό σώθηκε το ίδρυμα από την καταστροφή. 

Οι άρρωστοι προσήλθαν στον τάφο του οσίου για να περάσουν την νύ­χτα προσευχόμενοι. Τιμούσαν την εικόνα του και αλείφονταν με λάδι από την κανδήλα που έκαιγε πάνω από το μνήμα του, ενώ ο όσιος εμφανι­ζόταν συχνά σε αυτούς μαζί με τους αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δα­μιανό για να τους προσφέρει ιάσεις και θεραπείες.
*
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτιρμῶν, ἐνθέου χρηστότητας, ἀναβλυστάνεις κρουνούς, Σαμψῶν Ἱερώτατε, σὺ γὰρ θεομιμήτω, ἑλλαμφθεῖς συμπάθεια, ὤφθης τῶν τεθλιμμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἐνὶ ἐκάστω, ρώσιν καὶ ἔλεος.

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

ο Χριστός είναι το κατάλυμα των ανθρώπινων ερώτων (άγ. Νικόλαος Καβάσιλας



 
“ψυχῆς δὲ ἐπιθυμία πρὸς τὸν Χριστὸν ἵεται μόνον· 
καὶ τὸ κατάλυμα τοῦτό ἐστιν αὐτῇ, 
ὅτι καὶ ἀγαθὸν καὶ ἀλήθεια 
καὶ ὁτιοῦν ὧν ἐστιν ἔρως, μόνος ἐστί.”
***
Η αγάπη και η χαρά: οι καρποί πού προέρχονται από την αίσθηση του Θεού 
Ο Θεός έβαλε στις ψυχές μας την επιθυμία να αναζητούμε το αγαθό, όταν χρειαζόμαστε κάτι, και την αλήθεια, όταν πρέπει να σκεφθούμε κάτι. Και βέβαια, ποθούμε να τα έχουμε καθαρά, το μεν αγαθό από το κακό, την δε αλήθεια από την πλάνη. Γιατί κανείς δεν χαίρεται, όταν εξαπατάται, και κανείς δεν είναι ευχα­ριστημένος, όταν πλανάται και συναντά κακό αντί κάλου. Ενώ όμως τα επιθυμούσαμε, ποτέ δεν μπορέσαμε να τα βρούμε, διότι το αγαθό και η αλήθεια στον κόσμο τούτο δεν είναι αυτά πού ονο­μάζονται έτσι, άλλα τα αντίθετα. Αφού λοιπόν δεν υπήρχαν αυτά πού έπρεπε να αγαπάμε και να χαιρόμαστε, ήταν αδύνατον να νιώσουμε πόση ήταν η δύναμη της αγάπης και της χαράς πού υπήρχε μέσα μας. Δεν γνωρίζαμε ούτε τα δεσμά του πόθου ούτε πόση ήταν η φλόγα του, διότι πουθενά δεν υπήρχε το ποθούμενο. 
Όσοι όμως γεύθηκαν τον Σωτήρα, έχουν μπροστά τους αυτό το ίδιο το ποθούμενο, πού αποτέλεσε τον κανόνα και το μέ­τρο, για να δημιουργηθεί εξ αρχής ο ανθρώπινος έρωτας, σαν ένα θησαυροφυλάκιο τόσο μεγάλο και τόσο ευρύχωρο, ώστε να μπόρε­ση να υποδεχθεί τον Θεό. Γι' αυτό, κι αν ακόμη απολαμβάνουμε όλα τα τερπνά της ζωής αυτής, ποτέ δεν χορταίνουμε και τίποτε δεν καταπαύει την επιθυμία μας, αλλά συνέχεια διψούμε, σαν να μη βρήκαμε τίποτε από όσα ποθούσαμε. Γιατί, για την δίψα της ανθρώπινης ψυχής χρειάζεται κάποιο αστείρευτο νερό- πώς λοιπόν θα μπορούσε να την σβήσει ο πεπερασμένος αυτός κόσμος; Αυτό ακριβώς εννοούσε ο Κύριος, όταν είπε στην Σαμαρείτιδα: «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα,» (Ιω. 4,13-14) . Αυτό είναι το ύδωρ, με το όποιο ξεδιψά ή επιθυμία της ανθρώπινης ψυχής. «χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναι τὴν δόξαν σου » (Ψαλμ. 16, 15), λέει ό Ψαλμωδός. Το μάτι πλάσθηκε για να βλέπει το φώς, τα αυτιά για να ακούν τους ήχους και κάθε αισθητήριο όργανο για να δέχε­ται το αντίστοιχο ερέθισμα. Η επιθυμία όμως της ψυχής κατευθύ­νεται μόνον προς τον Χριστό. Αυτός είναι η κατάπαυση της, αφού Αυτός μόνος είναι το Αγαθό, Η Αλήθεια και καθετί αγαπητό. 
Γι' αυτό και τίποτε δεν εμποδίζει όσους βρήκαν τον Χρι­στό να Τον αγαπούν με όλον τον έρωτα πού εξ αρχής έχει φυτευτεί στην ανθρώπινη ψυχή και να χαίρονται με όση δύναμη έχει στην φύση του ό άνθρωπος και επιπλέον, με την χαρά πού δίνει ή αρετή και η Χάρη του Βαπτίσματος. Τα καλά της ζωής αυτής δεν είναι δυνατόν να ενεργοποιήσουν μέσα μας τον πραγματικό έρωτα και την πραγματική χαρά, και γι' αυτό διαψεύδουν το όνομα τους. Κι αν κάτι φαίνεται καλό, δεν είναι παρά ευτελές είδωλο του όντως καλού. Τον θείο όμως έρωτα και την χαρά πού πηγάζει από αυτόν τίποτε δεν μπορεί να τα εμποδίσει, και γι' αυτό ή αγάπη αναδει­κνύεται θαυμαστή και άρρητη και ή χαρά ανέκφραστη. Και αυτό συμβαίνει κυρίως για τον έξης λόγο: Αυτά τα δύο - την αγάπη δη­λαδή και την χαρά - ό Θεός τα έχει προσανατολίσει προς τον Ε­αυτό Του, για να αγαπάμε μόνον Αυτόν και να χαιρόμαστε μόνο με Αυτόν. Είναι λοιπόν επόμενο, νομίζω, να είναι και αυτά ανά­λογα με το άπειρο εκείνο Αγαθό. 
Ας δούμε τώρα το μέγεθος αυτής της αγάπης. Απόδειξη ότι είναι υπέρμετρη αποτελεί και το έξης: Για όλα τα αγαθά πού μας προσέφερε ό Θεός, μοναδική ανταπόδοση θεωρεί την αγάπη μας και αν την λάβει, διαγράφει το χρέος μας. Πώς λοιπόν να μην είναι υπέρμετρο το αγαθό αυτό, πού ενώπιον τού δικαιοκρίτου Θεού αξίζει όσο άπειρα αγαθά; Είναι δε φανερό ότι η χαρά είναι ανάλογη με την αγάπη, και ότι μια λαμπρή χαρά συνοδεύει την αγάπη και μια απέραντη χαρά ακολουθεί την απέραντη αγάπη.
Στις ψυχές λοιπόν των ανθρώπων υπάρχει αποθησαυρι­σμένος μεγάλος και θαυμαστός πλούτος αγάπης και χαράς και, μόλις εμφανιστεί ο όντως Χαριτωμένος και Αγαπητός, ευθύς αμέ­σως ενεργοποιείται» Αυτό είναι πού ο Σωτήρας ονομάζει «χαράν πεπληρωμένην» (Ιω.17,13 Α΄Ιω.1,4 Β΄Ιω.1,12) Γι' αυτό και όταν το Άγιο Πνεύμα επιδημήσει σε κάποιον και του μεταδώσει τα χαρίσματα Του, η αγάπη και ή χαρά είναι οι πρώτοι καρποί πού θα εμφανισθούν. «Ό γάρ καρπός του Πνεύματος αγάπη, χαρά» (Γαλ.5,22) . Κι αυτό, διότι το πρώτο πού μας χαρίζει ο Θεός επιδημώντας στις ψυχές μας είναι ή αίσθηση της παρουσίας Του όταν όμως αισθανθούμε τον Αγαθό Θεό, επόμενο είναι και να Τον αγαπάμε και να ευφραινόμαστε με Αυτόν.
Και όταν φανερώθηκε σωματικώς, αυτό πρώτα από όλα ζητούσε από εμάς: Να Τον γνωρίσουμε. Αυτό και δίδασκε, αυτό και εισήγαγε πρώτο, ή μάλλον, γι' αυτόν τον λόγο φανερώθηκε και εργάσθηκε τα πάντα. «Γι' αυτό, λέει, γεννήθηκα, και γι' αυτό ήλθα στον κόσμο, για να φανερώσω την αλήθεια». Αφού όμως ο Ίδιος είναι η Αλήθεια (Ιω.14,6), ήταν σαν να έλεγε «για να φανερώσω τον Εαυτό μου» (Ιω.14,21). Αυτό κάνει και τώρα έπιδημώντας στους βαπτιζομένους: «Φανερώνει την αλήθεια» (Ίω. 18, 37), καθώς διώχνει αυτό πού δήθεν φαίνεται αγαθό, και εισάγει στην ψυχή το όντως αγαθό και το αποκαλύπτει από την παρούσα ζωή «φανερώνοντας στους ανθρώπους τον Εαυτό Του»  (Ίω. 14,21), όπως λέει και ό Ίδιος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ 
“ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ” 
λόγοι επτά 
Ιερόν Ησυχαστήριον 
Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος
 Σουρωτή Θεσσαλονίκης σελ.150-153

Μνήμη του αγίου ΙΩANNOY (Μαξίμοβιτς), αρχιεπισκόπου Σαγκάης, κατόπιν Βρυξελλών και εν συνεχείς Σαν Φρανσίσκο .
 
Γεννημένος το 1896 στο χωριό Αδάμοβκα της επαρχίας Χάρκωφ, ο μακάριος ιεράρχης Ιωάννης άνηκε στην ευγενή οικογένεια των Μαξίμοβιτς. Βαπτίσθηκε με το όνομα Μιχαήλ, ολοκλήρωσε την μέση εκπαίδευση στην στρατιωτική σχολή της Πολτάβας και εν συνεχεία σπούδασε Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Χάρκωφ. Η επανάσταση και η κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας που ακολούθησε τον έπεισε για το πρόσκαιρο των επίγειων πραγμάτων και το ανίσχυρο των ανθρωπίνων δυνάμεων και έλαβε την απόφαση να απαρνηθεί την ματαιότητα του κόσμου για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Θεού. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1921) η οικογένεια του κατέφυγε στο Βελιγράδι, όπου ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του. Εισήλθε στην Μονή του Μίλκοβο, όπου έζησε σε μια κοινότητα είκοσι Ρώσων και Σέρβων μοναχών που τηρούσαν στην εντέλεια τις αρχές της μοναχικής πολιτείας. Το 1926 εκάρη μοναχός από τον μητροπολίτη Αντώνιο Κραποβίτσκυ (1863-1936), έναν από τους λαμπρότερους Ρώσους ιεράρχες, που είχαν κατορθώσει να γλυτώσουν από την επαναστατική θύελλα. Παίρνοντας το όνομα του άγιου συγγενή του Ιωάννη του Τομπόλσκ [10 Ίουν.], ορίσθηκε σύντομα επιτηρητής καί καθηγητής στο σέρβικο ιεροδιδασκαλείο της Μπίτολα, όπου άσκησε μεγάλη επίδραση στους μαθητές του με την ασκητική βιωτή του και την πατρική φροντίδα του. Μετά την επιθεώρηση των κοιτώνων, περνούσε την νύχτα προσευχόμενος και δεν έδινε ανάπαυση στον εαυτό του παρά μία ή δύο ώρες, καθισμένος ή γονατιστός μπροστά στις εικόνες. Ο ίδιος αναγνώρισε αργότερα ότι από την μοναχική του κουρά και υστέρα δεν πλάγιασε ποτέ να κοιμηθεί. Έτρωγε μία φορά την ήμερα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, και κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή τρεφόταν μόνον με πρόσφορα, περνώντας την πρώτη και τελευταία εβδομάδα εν πλήρη ασιτεία. Από την Πέμπτη προετοιμαζόταν για την Λειτουργία της Κυριακής, χωρίς να τρώγει σχεδόν τίποτε. Όταν διάβαζε τις ευχές, έδειχνε να μιλάει στον Χριστό και στους παρόντες αγίους και εξερχόταν του ιερού με την όψη του να λάμπει ο άγιος επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς [6 Μαρτ.], ο όποιός ήταν στην κεφαλή τής επισκοπής, τον επισκεπτόταν συχνά και έλεγε: «Είναι άγγελος του Θεού με όψη ανθρώπου». Διατηρούσε επίσης θερμές σχέσεις με έναν άλλον άγιο της εποχής μιας, τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς [25 Μαρτ. στην Προσθήκη], συνάδελφό του στο ιεροδιδασκαλείο. 
Το 1934 χειροτονήθηκε επίσκοπος, παρά τους δισταγμούς του, και στάλθηκε στην Σαγκάη, όπου ανάλωσε τις δυνάμεις του στην στήριξη και παρηγοριά των πολλών Ρώσων προσφύγων. Άρχισε με την συμφιλίωση των Ορθοδόξων των διαφορετικών εθνοτήτων, τους όποιους χώριζαν έριδες περί δικαιοδοσίας, και οργάνωσε την αρωγή στους φτωχούς. Μέ κάθε καιρό έτρεχε ο ίδιος μέσα στους δρόμους για να μαζέψει τα άρρωστα και ορφανά παιδιά, ρωσόπουλα ή κινεζόπουλα. Το ορφανοτροφείο που ίδρυσε υπό την προστασία του αγίου Τύχωνος Ζαντόνσκ άρχισε μέ οκτώ παιδιά καί κατέληξε να στεγάζει 3.500, όταν η έλευση των κομμουνιστών ανάγκασε την κοινότητα να καταφύγει πρώτα σέ ένα νησί των Φιλιππινών και κατόπιν στις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς: Σπάνιο video απ' τη ζωή του [2 Ιουλίου ...
Παρά τα ποιμαντορικά του καθήκοντα, ο άγιος Ιωάννης συνέχισε - και μάλιστα επέκτεινε - την ασκητική πολιτεία του, τελούσε δε την θεία Λειτουργία καθημερινά. Έχοντας προσβληθεί από έλκη στα σκέλη, αρνιόταν να χειρουργηθεί και όταν τελικά ενέδωσε στις πιέσεις των ενοριτών του, το ίδιο το βράδυ της επέμβασης βρισκόταν στην εκκλησία για να τελέσει την Αγρυπνία της Υψώσεως του Τίμιου Σταυρού. Αρκούνταν στα πιο ταπεινά ενδύματα, φορούσε μόνο ελαφριά σανδάλια πού συχνά έδινε σέ κάποιον φτωχό και λειτουργούσε ανυπόδητος προς μεγάλο σκανδαλισμό ορισμένων. Επεκτεινόμενος έτσι προς τον Θεό διά της ασκήσεως, με την ίδια αυστηρότητα των παλαιών Πατέρων, είχε λάβει από τον Θεό το δώρο της διορατικότατος που χρησιμοποιούσε με διάκριση για την σωτηρία και οικοδομή των ψυχών. Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας επισκεπτόμενος αρρώστους, προσκομίζοντας σε αυτούς την θεία Κοινωνία και παρηγορώντας τους με την παρουσία του Θεού και δεν περιφρονούσε ούτε τούς φυλακισμένους ούτε τους ψυχικά ασθενείς, οι οποίοι τον υποδέχονταν με γαλήνη και χαρά και άκουγαν προσεκτικά τις ομιλίες του. 
Κατά την ιαπωνική κατοχή, ενώ η ρωσική κοινότητα τής Σαγκάης βρισκόταν υπό συνεχή απειλή, ο θαρραλέος ιεράρχης ανέλαβε με κίνδυνο της ζωής του την διοίκηση της και συνέχισε να επισκέπτεται το ποίμνιό του ακόμη και μέσα στην νύχτα, στις πιο επικίνδυνες συνοικίες. Με την έλευση των κομμουνιστών το 1949, οι Ρώσοι πρόσφυγες, πέντε χιλιάδες τον αριθμό, εκτοπίστηκαν σε ένα νησί των Φιλιππινών που το έπλητταν συχνά τυφώνες. Προστατευμένο όμως από τις προσευχές του ποιμένα του, το προσφυγικό στρατόπεδο έμεινε απρόσβλητο κατά τους είκοσι επτά μήνες της διαμονής τους εκεί. Λίγο μετά την αναχώρηση της πλειονότητας των προσφύγων, ένας τρομερός τυφώνας κατέστρεψε ολοσχερώς το στρατόπεδο. 
Έχοντας εξασφαλίσει από τις Αρχές της Ουάσιγκτον την άδεια μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες για το ποίμνιό του, ο ακούραστος ποιμένας, ζώντας πάντα μέσα στην μεγαλύτερη ένδεια, φρόντισε για την εγκατάσταση του ποιμνίου του. Μετά από δύο χρόνια ορίστηκε αρχιεπίσκοπος τής εν Υπερορία Ρωσικής ’Εκκλησίας για την δυτική Ευρώπη (1951). Έχοντας αρχικά την έδρα του στο Παρίσι, διέμενε αργότερα στις Βρυξέλλες. Ένα από τα βασικά του μελήματα ήταν να εργαστεί για την συμφιλίωση των Ρώσων Ορθοδόξων που ήταν διαιρεμένοι σέ τρεις δικαιοδοσίες. Δεν περιοριζόταν όμως στις ποιμαντικές ανάγκες των Ρώσων μεταναστών, αλλά έδειχνε έντονο ενδιαφέρον και για την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας στην Δύση και εκδήλωνε βαθιά ευλάβεια για τους προ του Σχίσματος άγιους της Δύσεως, την λειτουργική μνήμη των όποιων προσπάθησε να επαναφέρει. Στην Ευρώπη, όπως και στην Κίνα, και εν συνεχεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο άγιος συνέχιζε να ρυθμίζει την ζωή του σύμφωνα με τον θείο Νόμο, δίχως να λογαριάζει τις κοινωνικές συμβάσεις, γεγονός που επέσυρε πάνω του την κριτική των μεν, ενώ οι δε έβλεπαν με θαυμασμό στο πρόσωπό του έναν διά Χριστόν σάλο της εποχής μας. Μία ημέρα ένας Ρωμαιοκαθολικός ιερέας, θέλοντας να βεβαιώσει τους πιστούς του ότι η αγιότητα δεν ήταν έπ’ ουδενί ένα πράγμα του παρελθόντος, φώναξε στην ομιλία του: «Να που στους δρόμους του Παρισιού κυκλοφορεί σήμερα ένας άγιος Ιωάννης ο Ανυπόδητος!» Χωρίς να απαρνηθεί τίποτε από την ασκητική πολιτεία του, διάβαζε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες, κατά την ορισμένη ώρα, ακόμη και  στις αποβάθρες ενός σταθμού, και τελούσε καθημερινά την θεία Λειτουργία, μνημονεύοντας χιλιάδες ονόματα πνευματικών του τέκνων. ’Επανειλημμένως πιστοί τον είδαν ανυψωμένο από την γη καί περιβαλλόμενο από φως. Συνήθιζε να λέει: «Η πολλή δουλειά δεν μου επιτρέπει να μην προσεύχομαι», συνοψίζοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο συνέδεε την ασκητική πολιτεία του με το ποιμαντορικό του έργο. 
Το 1962 εστάλη επειγόντως στον Σαν Φρανσίσκο για να αποκαταστήσει την ειρήνη στους κόλπους της Ρωσικής κοινότητας που είχε διαιρεθεί γύρω από το ζήτημα της ανέγερσης του καθεδρικού ναού. Υπομένοντας αγόγγυστα τις συκοφαντίες, δίχως ποτέ να κρίνει τον άλλο ή να χάνει την εσωτερική ειρήνη του, δέχτηκε ακόμη και να εμφανισθεί, αντίθετα μέ τους ιερούς Κανόνες, στο αστικό δικαστήριο για να απαντήσει στις κατηγορίες για υπεξαίρεση πόρων πού του απέδιδαν. Ήταν μεν αυστηρός σε ό,τι άφορά το ήθος των πιστών του και την διατήρηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλά μοίραζε αφειδώς την αγάπη του Θεού σε όλους εκείνους πού προσέτρεχαν σε αυτόν, δείχνοντας πάντα μία πρόσχαρη φροντίδα για τα παιδιά. Έχοντας προβλέψει πολύ πριν την ήμερα τής εκδημίας του, κοιμήθηκε εν ειρήνη στις 19 Ιουνίου  (2 Ιουλίου μέ το νέο ημερολόγιο) του 1966, στο Σηάτλ, αφού τέλεσε την θεία Λειτουργία καί προσευχήθηκε επί τρεις ώρες στο Ιερό. Η κηδεία του στον καθεδρικό ναό του Σάν Φρανσίσκο υπήρξε ένας θρίαμβος της συμφιλιωμένης Ορθοδοξίας, ενώ μεταξύ των χιλιάδων πιστών που επί έξι ήμερες προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμά του, πολλοί ήταν εκείνοι που παρατήρησαν ότι δεν εμφάνιζε ίχνος φθοράς και ότι ανέδιδε εξαίσια ευωδία. Έκτοτε, ο μακάριος ιεράρχης έδωσε πολλές φορές μαρτυρία για την ουράνια αρωγή του προς τους πιστούς κάθε δικαιοδοσίας που τον επικαλούνταν.
 ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Μνήμη του οσίου Παΐσιου του Μεγάλου






Μνήμη του οσίου Παΐσιου του Μεγάλου

Eγώ σε Παΐσιε Άγγελον λέγω,
Φύσει μεν ουχί, αλλά τω ξένω βίω.


Υστερότοκος μιας οικογένειας μe επτά παιδιά, ο όσιος Παΐσιος αφιερώθηκε στον Θεό απόo την μητέρα του μετά από το όραμα ενός αγγέλου. Όταν ενηλικιώθηκε, μετέβη στην έρημο της Νιτρίας, κοντά στον αββά Παμβώ  ο οποίος τον έκειρε μοναχό. Υπάκουος στον πνευματικό πατέρα του, όπως θα ήταν απέναντι στον ίδιο τον Θεό, προόδευσε γρήγορα στην οδό της ασκήσεως. Ακολουθώντας την εντολή που του έδωσε ο αββάς Παμβώ για να τον δοκιμάσει, να κρατά πάντα σκυμμένο το κεφάλι δίχως να κοιτά κανέναν κατά πρόσωπο, ο  Παΐσιος πέρασε τρία χρόνια με το βλέμμα καρφωμένο στην γη και με το πνεύμα βυθισμένο στην προσευχή, ύποτονθορύζοντας τα λόγια της Αγίας Γραφής που γίνονταν στο στόμα του γλυκύτερα από μέλι.

Μετά την κοίμηση του αββά Παμβώ έζησε με τον άγιο Ιωάννη τον Κολοβό [9 Νοεμ.] στο ίδιο κελί, συμμεριζόμενος την πνευματική κατάσταση του και την ασκητική πολιτεία του. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό, ο Παΐσιος, ανατείνοντας προς μια υψηλότερη τελειότητα, άρχισε να νηστεύει όλη την εβδομάδα, τρώγοντας μόνο το Σάββατο, ψωμί και αλάτι· κατόπιν επέκτεινε την νηστεία του σέ δύο εβδομάδες συνεχώς και κυριεύθηκε από την σφοδρή επιθυμία να αποσυρθεί μόνος μόνο το Θεώ. Ανταποκρινόμενος στην προσευχή του να μάθει αν η επιθυμία αυτή ήταν πραγματικά εκ Θεού, εμφανίστηκε άγγελος και έδωσε εντολή στον Ιωάννη να παραμείνει στον τόπο αυτό, για να οδηγεί στην οδό της αρετής όσους θα προσέρχονταν, και υπέδειξε στον Παΐσιο να αποσυρθεί στο δυτικό μέρος της ερήμου της Σκήτης. Φθάνοντας στον τόπο που του υπέδειξε ο άγγελος, ο Παΐσιος έσκαψε σπήλαιο σε έναν βράχο και εκεί αφιερώθηκε στην προσευχή με τέτοιο ζήλο, ώστε ο Χριστός του εμφανιζόταν συχνά δείχνοντας την εύνοιά Του και προλέγοντας ότι η έρημος εκείνη θα γέμιζε σύντομα με ασκητές που θα έρχονταν να μιμηθούν την βιωτή του. Του υποσχέθηκε εξάλλου ότι θα φρόντιζε για τις υλικές ανάγκες τους και θα τους προστάτευε από τις παγίδες των δαιμόνων. Ο Παΐσιος αντιστεκόταν με γενναιότητα στους πειρασμούς και όταν παρουσιάσθηκε ένας πλούσιος Αιγύπτιος για να του προσφέρει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, εκείνος τον απέπεμψε χωρίς δισταγμό διαβλέποντας ότι επρόκειτο για μια παγίδα πού έστησε ο διάβολος με σκοπό να απωλέσει την χάρη της ευαγγελικής πενίας.

Κατά την διάρκεια έκστασης μεταφέρθηκε στον Παράδεισο, εν μέσω της Εκκλησίας των Πρωτοτόκων, και έλαβε την χάρη να απαλλαγεί οριστικά από την ανάγκη της τροφής και να τρέφεται μόνο με την θεία Κοινωνία που λάμβανε κάθε Κυριακή. Πέρασε έτσι εβδομήντα χρόνια, μέχρι το τέλος τής ζωής του, δίχως να αισθάνεται την πείνα, διότι η θεία χάρη ερχόταν να τον ενδυναμώσει.

Ή ακτινοβολία της αγιότητας του απλώθηκε μακριά και μοναχοί και λαϊκοί συνέρρεαν να του ζητήσουν να εγκαταβιώσουν κοντά του, όπως οι μέλισσες μαζεύονται στην κυψέλη, προκειμένου να γευτούν το πνευματικό μέλι της διδαχής του. Με υπέρτατη σοφία, ο όσιος άφηνε άλλους να ασπασθούν ευθύς τον ερημητικό βίο, ενώ συνιστούσε σε άλλους να ζήσουν μέσα στην κοινότητα, εν υποταγή καί προσευχή, ο καθένας ανάλογα μέ τις δυνατότητές του. Σέ όλους έδινε ωστόσο την απαράβατη εντολή να μην πράττουν τίποτε εξ ίδιου θελήματος, άλλα να ενεργούν σέ όλα σύμφωνα με την γνώμη του πνευματικού πατέρα τους.

Αφού παρέδωσε τις διδαχές του σε αυτούς τους πρώτους μαθητές του, αποσύρθηκε για τρία χρόνια σε σπήλαιο βαθιά στην έρημο και έδεσε εκεί τα μαλλιά του που είχαν μακρύνει σε έναν μικρό πάσσαλο μπηγμένο ψηλά, έτσι ώστε να είναι αναγκασμένος να μένει όρθιος. Εις απάντηση της νέας αυτής βίας κατά της φύσεως, ο Χριστός εμφανίσθηκε σε αυτόν εν πλήρη δόξη και του υποσχέθηκε να συγχωρεί κάθε αμαρτωλό για τον οποίο θα μεσίτευε ο δούλος Του. Έτσι λίγο αργότερα ο Παΐσιος μπόρεσε να τραβήξει από την κόλαση την ψυχή ενός αμελούς μοναχού, χάριν του οποίου ο πνευματικός πατέρας του ήλθε να ζητήσει την προσευχή του ανθρώπου του Θεού.

Παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να αποσύρεται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους, ο Θεός του έδωσε την εντολή να επιστρέψει στην «έξω έρημο» (Νιτρία) για να διδάσκει τους μοναχούς, και υποσχόμενος σε αυτόν διπλή ανταμοιβή, του είπε: «Αυτός που ασκητεύει είναι δούλος Μου, ενώ εκείνος που μπαίνει στην υπηρεσία των άλλων για να τους διδάξει είναι υιός και κληρονόμος Μου». Μαθαίνοντας την άφιξη του Παϊσίου, οι μοναχοί της Νιτρίας έσπευσαν να τον υποδεχθούν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ιωάννης ο Κολοβός, ο παλαιός συνασκητής του, ο οποίος κτυπώντας την πόρτα του κελιού του άκουσε τον Παΐσιο να συνδιαλέγεται με κάποιο μυστηριώδες πρόσωπο μεγάλη ήταν η έκπληξή του όταν ανακάλυψε μπαίνοντας ότι ο Γέροντας ήταν μόνος. Ο Παΐσιος του αποκάλυψε ότι επρόκειτο για τον άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα, ο οποίος είχε σταλεί από τον Θεό κοντά του για να του φανερώσει τον θαυμασμό του για τους μονάχους και να ομολογήσει ότι δεν είχε αποκτήσει στον ουρανό παρόμοια δόξα και παρόμοια οικειότητα με τον Θεό. Και ο αυτοκράτορας πρόσθεσε ότι είχε μετανιώσει που δεν εγκατέλειψε την πορφύρα για το τραχύ ένδυμα των μοναχών.

Ο αββάς Ποιμήν [27 Αύγ.], ενώ ήταν ακόμη νέος, ήλθε να επισκεφθεί τον άνθρωπο του Θεού μαζί με τον άγιο Παύλο τον Θηβαίο [15 Ίαν.] , ο οποίος ήταν φίλος τού Παϊσίου αλλά κυριευμένος από φόβο δεν τόλμησε να διαβεί το κατώφλι. Καταλαβαίνοντας ότι έμενε απ’ έξω, ο όσιος Παΐσιος του είπε να εισέλθει, τον ασπάσθηκε με αγάπη και προέβλεψε ότι θα γινόταν ένας φωστήρας της έρημου και αιτία σωτηρίας για πολλούς.

Ενώ ο όσιος Παΐσιος ζούσε απομονωμένος, οι μαθητές του είχαν συγκροτήσει στα πλησιόχωρα ένα είδος κοινότητας ερημιτών. Μέ την μεγάλη πείρα που είχε στους πνευματικούς αγώνες, διόρθωνε τις πλάνες τους, τους παρότρυνε σε μετάνοια και τους βοηθούσε να διακρίνουν ανάμεσα στους πειρασμούς των δαιμόνων και στους λογισμούς που υπέβαλλαν τα ίδια τους τα πάθη. Με την προσευχή του μία ημέρα έδεσε μάλιστα τον δαίμονα και τον εμπόδισε να πειράζει τους αδελφούς που ήταν υπερβολικά αδύναμοι για να αγωνισθούν εναντίον του. Μίαν άλλη φορά, υπό την απειλή του οσίου, ο Πονηρός ομολόγησε ότι δεν πολεμούσε τους αρχάριους, γιατί η θεία χάρη και ο ζήλος τους τους προστάτευαν, αλλά περίμενε καρτερικά την ώρα πού θα άρχιζαν να πέφτουν στην αμέλεια, για να τους πιάσει άκοπα στα δίχτυα του. Ερωτούμενος ποια ήταν η μεγαλύτερη των αρετών, ο όσιος απάντησε: «Αυτή που πραγματοποιείται εν το κρύπτω». Σε έναν άλλο αδελφό που του έθεσε την ίδια ερώτηση, αποκρίθηκε: «Η μεγαλύτερη αρετή είναι να ακολουθεί κανείς την συμβουλή του άλλου και όχι το ίδιον θέλημα». Όσο για τον ίδιο, όταν βρισκόταν μεταξύ των αδελφών, δεν άφηνε να αποκαλυφθεί τίποτε από την πολιτεία του καί αν γινόταν γνωστή κάποια ασκητική πρακτική του, ευθύς την εγκατέλειπε για να αποφύγει την εκτίμηση των ανθρώπων.


Μια ήμερα, καθώς προσευχόταν στο κελί του, του φανερώθηκε ο Χριστός μαζί με δύο Άγγελους και ο όσιος Παΐσιος, μιμούμενος τον πατριάρχη Αβραάμ, Του ένιψε τα πόδια. Ο Κύριος τότε τον ευλόγησε και του είπε: «Ειρήνη σοι, εκλεκτέ δούλε μου». Ένας από τους μαθητές του αρνήθηκε να πιεί το νερό που χρησίμευσε για την νίψη των ποδιών του Κυρίου. Ο άγιος τον έστειλε στον τάφο τριών άγιων ανθρώπων που ήταν προικισμένοι με το χάρισμα της προφητείας και ένας από αυτούς αναστήθηκε για να τον παροτρύνει στην αγόγγυστη υπακοή. Ο μαθητής μετανόησε τότε πικρά για την ανυπακοή του που του είχε στερήσει ένα μεγάλο χάρισμα.

Φθάνοντας σέ προχωρημένη ηλικία, ο όσιος Παΐσιος μετέβη στον αββά Παύλο και πέρασαν ένα διάστημα μαζί. Σαν νεαρός αρχάριος, παρακινούσε τον άλλο Γέροντα σε άμιλλα ως προς τον ζήλο, προκειμένου να προσθέσουν νέες αναβάσεις στην προσευχή, για όσο καιρό ακόμη θα τούς έδινε ο Κύριος την δύναμη. Κατόπιν επιστρέφοντας στην έρημο του, εκοιμήθει εν ειρήνη, προλαβαίνοντας τον άγιο Παύλο στις αυλές των δικαίων. Λέγεται ότι ο αββάς Ισίδωρος, μαθαίνοντας την εκδημία του, ήλθε να πάρει το λείψανο του ανθρώπου του Θεού, για να το μεταφέρει στην Πισιδία. Όταν το πλοίο στο όποιο το είχε βάλει έφθασε κοντά στον τάφο του αγίου Παύλου, ακινητοποιήθηκε. Ένας διορατικός ερημίτης εξήγησε ότι ήταν σημείο εκ Θεού πού υποδείκνυε ότι έπρεπε να πάρουν επίσης μαζί τους και το σώμα του Παύλου. Έτσι ανταμωμένοι κατά σάρκα και μετά θάνατον, οι δύο άγιοι κατατέθηκαν σε ένα μοναστήρι στην Πισιδία, όπου επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων .

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Μοναστῶν κορωνίς, ὁ ἄσαρκος ἄνθρωπος, τῶν οὐρανῶν οἰκιστής, ὁ θεῖος Παΐσιος, χαίρει τὴ αὐτοῦ μνήμη, σὺν ἠμὶν ἑορτάζων, νέμει τοὶς κοπιώσι, δι' αὐτὸν θεῖον χάριν διὸ ἐν προθυμίᾳ πολλὴ τοῦτον τιμήσωμεν.

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ
*

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Ο έρωτας σταυρώνεται για να αναστηθεί με αγάπη.

[…] Και βλέπετε υπάρχει ο γάμος της Κανά, όπου υπάρχει ο ελλοχεύων εγωκεντρισμός, η αδυναμία πλήρους αποδοχής του άλλου. 

Οἶνον οὐκ ἔχουσιν! Σταματάει το κρασί. Δεν είναι τυχαίο αυτό το θαύμα! Χαρά, πανηγύρι, ξεκίνησε ο γάμος (όπως ξεκινάνε όλοι οι γάμοι) και μετά από λίγο καιρό, μήνες, χρόνια… οἶνον οὐκ ἔχουσιν! Αυτό δε συμβαίνει πολλές φορές; Αυτή είναι η ερμηνεία του κειμένου. 

Και έρχεται ο Χριστός στον κάθε γάμο και κάνει το νερό κρασί. Αρκεί να μπεις στην προοπτική του Χριστού. Τότε, ακόμα και ένας αρρωστημένος γάμος σε ανθρώπινες σχέσεις, σε σεξουαλικότητα, με πολλά προβλήματα, αρχίζει να γιατρεύεται μέσα από τον Χριστό πια. Και έχουν τότε κρασί, γιατί κάνουν κέντρο της ζωής τους τον Χριστό. Και αγαπούν τον άλλον γιατί αγαπούν τον Χριστό. Και αγαπάει η γυναίκα τον άνδρα της γιατί λέει “Μα, είναι δώρο του Θεού, Αυτός μου τον έδωσε”. Δεν είναι ο άνδρας το κέντρο, αλλά ο Χριστός. Και επειδή είναι δώρο του Θεού, αγαπάς το δώρο του Θεού και Τον δοξολογείς κάθε μέρα. Και γίνεται πια η γυναίκα δόξα του ανδρός και ο ανήρ κεφαλή της γυναικός, όπως ο Χριστός κεφαλή της Εκκλησίας. 

Είναι ένα ανεκτίμητο δώρο αυτό και δεν μπορεί παρά να το δει έτσι. Και μόνο έτσι το νοιώθει, έτσι (μόνη της) το καταλαβαίνει. Και μπαίνει ο Χριστός, μπαίνει κρασί κι άλλο μέσα στην ιστορία. Και μέσα στον Χριστό πια (και ας μην τον είχαν χάσει μερικά ζευγάρια τον Χριστό), όταν ξαναδουν αυτά τα πράγματα και λίγο σπάσει ο εγωισμός “μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει, με προσέχει, δε με προσέχει, με προσεγγίζει, δε με προσεγγίζει…”, ανανεώνεται ο γάμος και γίνεται το νερό κρασί. 

“Οι άνθρωποι νομίζουν ότι θα καλύψουν την απουσία της αγάπης με την καταφυγή στον νόμο. Σύμβολο του νόμου στον Ιουδαϊσμό είναι το νερό με το οποίο ήταν γεμάτες οι στάμνες. Και βέβαια, όχι τυχαία, οι στάμνες είναι έξι. Ένα πριν το επτά (σύμβολο της τελειότητας για τους εβραίους). Ο νόμος είναι μεν ένα θετικό βήμα σε σχέση με την πλήρη ασυδοσία του ισχυρού, αλλ’ υπολείπεται του τελείου”. 

Δηλαδή, ούτε ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης ήταν αρκετός για να ολοκληρώσει τον γάμο. 

“Το μέγιστο που ο νόμος μπορεί να προσφέρει είναι η εξισορρόπηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Στην καλύτερη περίπτωση ο γάμος είναι συνεταιρισμός αμοιβαίων συμφερόντων. Στην χειρότερη, νόμιμη και μόνιμη πορνεία.” 

Βλέπετε; Αυτό είναι τολμηρό και πρέπει να το λέμε. Μπορεί να γίνει ο γάμος νόμιμη και μόνιμη πορνεία, όταν δεν υπάρχει αυτό το ξεχείλισμα της αγάπης. Ότι τον αγαπάς τον άλλον, τον θέλεις τον άλλον, του δίνεσαι του άλλου. Δεν λες “μ’ αγαπάει, δεν μ΄ αγαπάει, με προσέχει, δεν με προσέχει, με προσεγγίζει, δεν με προσεγγίζει, με κοιτάει σεξουαλικά, δεν με κοιτάει σεξουαλικά…” Όλα τα άλλα θα γίνουν μόνιμη πορνεία. 

“Ο Χριστός όμως δεν φέρνει έναν ακόμα νόμο, αλλά τη Χάρη. Τη συνεχώς δωρούμενη αγάπη του Θεού. Την αδυναμία των ανθρώπων να αγαπήσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό αναπληρώνει η αγάπη του Θεού. Η αγάπη είναι δώρο του Θεού που προσφέρεται σε όσους το ζητούν. Η ανδρόγυνη σχέση δεν στηρίζεται πλέον στον δίκαιο διακανονισμό υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, αλλά στην αυτοπροσφορά και αυτοθυσία των αγαπώντων προσώπων. Δύο ψυχές σε ένα σώμα και δύο σώματα σε μία ψυχή. Να τι είναι ο έρωτας για την Εκκλησία.” 

Βλέπετε; Οι ψυχές, αλλά και τα σώματα, είναι ενωμένα. Και η λειτουργία της ενώσεως των σωμάτων έχει σημασία για την Εκκλησία. Δεν είναι ιδεαλισμός ο γάμος. 

“Μέσα στην Εκκλησία και διά της Εκκλησίας, οι δύο άνθρωποι μαθαίνουν να μειώνουν το Εγώ τους για να αυξηθεί το Εμείς. Ασκούνται να κατανοούν και να συμπαραστέκονται στον άλλον. Ο έρωτας σταυρώνεται για να αναστηθεί με αγάπη. Και, έτσι, όπως με τη Χάρη του Θεού το νερό μεταμορφώνεται σε κρασί, έτσι και το εγωτικό πάθος μεταμορφώνεται σε χαρισματική αγάπη.” 

Προσέξτε! Το εγωτικό πάθος, το πάθος για το σώμα του άλλου που πολλές φορές είναι πάθος για σεξ, μετατρέπεται σε χαρισματική αγάπη που δεν καταργεί το σωματικό, ούτε το σεξ. Γίνεται χαρισματική αγάπη, και όχι απλώς εγωτικό πάθος, για να ικανοποιηθεί το Εγώ. Είναι πολύ βαθύ αυτό το σημείο. Φεύγει το εγωτικό πάθος (εγώ να ικανοποιηθώ) και αρχίζει το δόσιμο, η χαρισματική αγάπη. Και δεν περιμένεις τίποτε. Απλώς αγαπάς. Δεν είναι δίνω και παίρνω. Απλώς αγαπάς. Μιλάω και για το σαρκικό μέγεθος! Προσέξτε! Είμαι πρακτικός! 

“Η αγάπη, σαν το παλιό κρασί, με την πάροδο του χρόνου ωριμάζει και διαρκεί. Γίνεται απροϋπόθετη. Εκφέρεται χωρίς όρους και όρια. Γίνεται δώρο. Η μεταμόρφωση, όμως, αυτή των ανθρώπων έχει συνέπειες σε κάθε πτυχή της ζωής. Ο άνθρωπος που μπόρεσε να αγαπήσει αληθινά ένα πρόσωπο, τη σύζυγό του, τον σύζυγό της, μετά ανακαλύπτει ότι μπορεί να αγαπά τους πάντες. Μέσα στην Εκκλησία ξεπερνιέται κάθε θανατηφόρος εγωισμός. Η ώριμη αγάπη εξέρχεται από την δυαδικότητα του έρωτα και στην κορύφωσή της γίνεται καθολική. Ξεχύνεται για να περιλάβει τους πάντες, διαρκής, χωρίς προϋποθέσεις, προς όλους. Πρότυπό της είναι η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα, η θυσία του Χριστού για την Εκκλησία. Μέσα στην ελευθερία, την αγάπη και την κοινωνία της Εκκλησίας, οι άνθρωποι υπερβαίνουν κάθε βιολογική ή κοινωνική διάκριση. Γίνονται σώμα Χριστού. Μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ.” 

Βλέπετε την σύγκριση του Αποστόλου Παύλου στην προς Εφεσίους επιστολή; Από την σάρκα και τα οστά του Χριστού ζούμε, σαρξ εκ της σαρκός – σωματική ενότητα (είναι) ο άνδρας με την γυναίκα. 

“Η ζωή των ανθρώπων και η ιστορία της ανθρωπότητας καλείται να γίνει μία διαρκής γαμήλια συνάντηση Θεού. Γι’ αυτό και το θαύμα της Κανά αποτελεί την ριζική αρχή των σημείων. Είναι αφετηρία για την οριστική ανακαίνιση του κόσμου.” 

πηγή : σάρκα μία



Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Μάθετε από την αρχή της γνωριμίας σας και μάλιστα του γάμου, από την πρώτη νύκτα του γάμου σας, να κάνετε μαζί την πρώτη προσευχή,


Ο αείμνηστος Γέροντας πατήρ Δημήτριος Γκαγκαστάθης σε κάθε νεαρό ζευγάρι τους έλεγε:

«Μάθετε από την αρχή της γνωριμίας σας και μάλιστα του γάμου, από την πρώτη νύκτα του γάμου σας, να κάνετε μαζί την πρώτη προσευχή, το πρώτο απόδειπνο. Και αφού τελειώσει το απόδειπνο -όπως γίνεται στα μοναστήρια- να κάνετε μια μετάνοια ο ένας στον άλλον και να ζητήσετε συγγνώμη».
 
Τον ρώτησα λοιπόν - τότε που μας το είπε ο Γέροντας αυτό:

«Κι αν δεν έχουμε καμία διαφωνία, γέροντα, γιατί να το κάνουμε αυτό;»  
Λέει: «Να το κάνετε υποχρεωτικά, γιατί έτσι θα μάθετε να ζητάτε ο ένας από τον άλλο συγγνώμη». Διότι, όταν θα έρθει το πρόβλημα, κι όταν πλέον θα έρθει ο ίδιος ο διάβολος για να γεμίσει τον νου με τις δικές του αναρiθμητες πληροφορίες, τις αλλοτριωμένες πληροφορίες, τότε βλέποντας τους δύο συζύγους να κάνουν μετάνοια και να υπακούουν ο ένας στον άλλον, επειδή δεν μπορεί να σταθεί σε μια τέτοια ταπεινοφροσύνη, ασφαλώς θα φύγει. Γιατί σιχαίνεται τους ανθρώπους αυτούς οι οποίοι έχουν ταπεινοφροσύνη και έχουν αυτό το φρόνημα των μετανοιών. Πραγματικά, μια τέτοια κατάσταση, όταν από την αρχή λειτουργήσει, μπορεί να διαφυλάξει τον νου, τον ηγεμόνα νου και των δύο ανθρώπων από την παραπληροφόρηση, ώστε να μην κατέβουν οι πληροφορίες στην συνέχεια στην καρδιά και πλέον τραυματίσουν την αγάπη.
Γέροντας Δημήτριος Γκαγκαστάθης

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Πνευματικά Γυμνάσματα - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.


Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
(Πνευματικὰ Γυμνάσματα).

τεραι σύντομοι μελέται, φυλακτήριον τῆς ψυχῆς καλούμεναι, διαμοιρασμέναι εἰς πᾶσαν ἡμέραν τοῦ μηνός.

 

Ἡμέρα ΙΑ΄.Περὶ μετανοίας.

 


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Ακοίμητο λυχνάρι


Η προσευχή να είναι αδιάλειπτη, σαν ακοίμητο λυχνάρι μέσα στην καρδιά. Να φροντίζουμε να υπάρχει πάντοτε λάδι για να το κρατάμε αναμμένο. Ακόμη και τις στιγμές που μας είναι πάρα πολύ δύσκολο να προσευχηθούμε, να προσευχόμαστε έστω και ελάχιστα, ώστε να μη σβήσει το λυχνάρι μας. Για. να μην αιφνιδιασθούμε τη στιγμή του θανάτου, οφείλουμε να είμαστε σαν τις φρόνιμες και όχι σαν τις μωρές παρθένες.

Η προσευχή να μην εξαρτάται ούτε από την έμπνευση, ούτε από τη φαντασία μας. Είναι σκανδαλώδες να λέμε: «Δεν έχω διάθεση να προσευχηθώ». Είναι προσβολή προς τον Θεό, πραγματική βλασφημία. Η προσευχή πρέπει να αποτελεί για μας απόλυτο κανόνα. Οφείλουμε να προσευχόμαστε πάση θυσία, διότι η προσευχή είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Δεν αναπνέουμε όποτε το θέλουμε. Δεν αναζητούμε λογούς για να αναπνέουμε, δεν συζητούμε για την αναγκαιότητα της αναπνοής, δεν αναρωτιόμαστε καν. Ξέρουμε όμως ότι αν σταματήσουμε να αναπνέουμε, θα πεθάνουμε. Οφείλουμε να θεωρούμε την προσευχή ως κάτι απόλυτο, για το οποίο δεν χωρεί καμιά συζήτηση. Να πούμε στον εαυτό μας: «Έτσι είναι, και αυτό είναι όλο». Να ορίσουμε έναν κανόνα προσευχής και να τον τηρούμε απαρεγκλίτως.
Στάρετς Σέργιος

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Να σε σπλαχνισθεί ό Θεός, άνθρωπε μου, και να μη σου λογαριαστεί ως αμαρτία τίποτε απ’ όσα μου είπες.



Υπήρξε κάποιος μοναχός στη Θηβαΐδα, με το όνομα Απολλώνιος. Αυτός φανέρωσε πάρα πολλές δυνάμεις της ενάρετης ζωής του, είχε αξιωθεί να γίνει και διάκονος. Ξεπερνώντας σε όλες τις αρετές όλους εκείνους πού κάποτε ευδοκίμησαν στο καιρό των διωγμών, ενθαρρύνοντας τούς ομολογητές τού Χριστού, πολλούς τούς έκανε μάρτυρες. Και αυτός επίσης, αφού συνελήφθη, τον φύλαγαν στη φυλακή, όπου πήγαιναν οι πιο φαύλοι εθνικοί και τού απεύθυναν λόγια εξοργιστικά και βλασφημίες. Ένας απ αυτούς, άνδρας μουσικός αυλού και περιβόητος για τα ατοπήματα του, πήγε και τον έβριζε, λέγοντάς τον ανόσιο και απατεώνα, πλάνο και μισητό άπ΄ όλους τούς ανθρώπους, και ότι έπρεπε να πεθάνει το ταχύτερο.
Τού είπε τότε ο Απολλώνιος: 
- Να σε σπλαχνισθεί ό Θεός, άνθρωπε μου, και να μη σου λογαριαστεί ως αμαρτία τίποτε απ’ όσα μου είπες. 
Ακούγοντας αυτά εκείνος ο μουσικός, με το όνομα Φιλήμων, συγκινήθηκε πάρα πολύ από τα λόγια του πού τον πλήγωσαν βαθιά. Όρμησε αμέσως στο βήμα, παρουσιάσθηκε στον δικαστή και τού είπε μπροστά στο λαό: 
- Διαπράττεις αδικίες, δικαστή μου, τιμωρώντας θεοφιλείς και αθώους ανθρώπους. Γιατί οι Χριστιανοί ούτε κάνουν ούτε λένε τίποτε το φαύλο, άλλ’ αντίθετα ευλογούν και τούς εχθρούς τους. 
Αυτός στην αρχή νόμιζε πώς, λέγοντας αυτός αυτά, τον ειρωνευόταν και τον περιέπαιζε, όταν όμως τον είδε να επιμένει, είπε:
- Τρελάθηκες, άνθρωπε μου, και έχασες ξαφνικά τα λογικά σου; 
Κι αυτός τού λέγει: 
- Δεν τρελάθηκα, άδικότατε δικαστή, γιατί είμαι Χριστιανός. 
Ο δικαστής μαζί με το λαό με πολλά κολακευτικά λόγια προσπαθούσαν να τον πείσουν. Μόλις όμως είδε ότι είναι αμετάπειστος, τον παρέδωσε σε κάθε είδους βασανιστήρια. Άρπαξε από εκεί και τον Απολλώνιο και τον βασάνιζε, προξενώντας του πολλές σωματικές κακώσεις, επειδή τον θεωρούσε πλάνο. 
Και ο Απολλώνιος του είπε: 
- Θα ευχόμουν και σύ, δικαστή μου, και όλοι οι δικαστές να με ακολουθήσουν σ’ αυτή μου την πλάνη. 
Αυτός τότε διέταξε να τούς κάψουν και τούς δύο μπροστά σε όλο το πλήθος. Όταν τον έβαλαν στη φωτιά, παρουσία του δικαστή, απεύθυνε ο μακάριος Απολλώνιος παράκληση προς τον Θεό, ενώ άκουγε όλος ο λαός και ο δικαστής: 
- Μη παραδώσεις, Κύριε, στα θηρία ψυχές πού σε λατρεύουν, αλλά φανέρωσε μας τον εαυτό σου με σημείο. 
Αμέσως νεφέλη δροσερή και φωτεινή ήρθε και κάλυψε τούς άνδρες, σβήνοντας τη φωτιά. Θαυμάζοντας ο λαός και ο δικαστής, φώναζαν: 
- Ένας είναι ό Θεός των Χριστιανών. 
Κάποιος κακούργος όμως τα είπε αυτά στον έπαρχο τής Αλεξάνδρειας, ο όποιος, αφού διάλεξε μερικούς βίαιους και άγριους προ- τέκτορες καί ταξεώτες, τούς έστειλε εκεί, με εντολή να τούς φέρουν δεμένους όλους τούς γύρω από τον δικαστή και τον Φιλήμονα. Οδηγήθηκαν εκεί μαζί με αυτούς ο Απολλώνιος και μερικοί άλλοι πού ομολόγησαν την πίστη τους. Ενώ προχωρούσαν όλοι, τούς επισκέφτηκε ή χάρη του Θεού και άρχισε να διδάσκει τούς στρατιώτες. Επειδή και αυτοί συγκινήθηκαν και πίστεψαν στον Σωτήρα, οδηγήθηκαν όλοι δεμένοι στο βήμα. Βλέποντάς τους όλους έτσι ο έπαρχος και καταλαβαίνονται ότι αυτοί δεν πείθονται, διέταξε να τούς ρίξουν στο βυθό της θάλασσας, πράγμα πού έγινε σύμβολο του βαπτίσματος τους. Οι συγγενείς τους τούς βρήκαν ριγμένος στις όχθες της θάλασσας και έκαναν σ’ όλους μνήμα, στο όποιο γίνονται πολλά θαύματα. Τόσο μεγάλη δηλαδή ήταν ή χάρη του άνδρα, ώστε να εισακουσθεί αμέσως και για όσους προσευχήθηκε, τιμώντας τον έτσι ο Σωτήρας. Τον είδαμε και εμείς στο μαρτύριο μαζί μ’ όλους εκείνους πού μαρτύρησαν μαζί του. Και αφού προσκυνήσαμε τον Θεό, ασπαστήκαμε τα σκηνώματα τους στη Θηβαΐδα.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020

Μετά από τρεις ώρες, κατά την εσπέρα, ο άγιος αναφώνησε: «Διψώ!» Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας


Απόσπασμα απο το συναξάρι του αγίου Θεοφάνη του Νεομάρτυρα 

Μετά από τρεις ώρες, κατά την εσπέρα, ο άγιος αναφώνησε: «Διψώ!» Ένας από τους παρόντες απάντησε: «Γίνε σαν κι εμάς και θα σου δώσω να πιείς». Άλλα ο Θεοφάνης αποκρίθηκε: «Για την δική σας σωτηρία διψώ. Όσο για μένα, ο Χριστός με δροσίζει με νερό αιώνιο». Κατά την νύχτα έπεσαν τρομεροί κεραυνοί και ένα ουράνιο φως περιέβαλε το σώμα του μάρτυρος, γεμίζοντας τρόμο τους φυλακές του. Πολλοί ήταν τότε εκείνοι πού ομολόγησαν τον Χριστό, προκαλώντας το μίσος άλλων Τούρκων, οι όποιοι σπεύδοντας στο λιμάνι και αρπάζοντας μυτερά όργανα ήρθαν και κτυπούσαν με αυτά το πρόσωπο καί το σώμα του άγιου. Όταν, τέλος, του έβγαλαν τα μάτια, ο άγιος Θεοφάνης παρέδωσε την ψυχή του στον Χριστό (8 Ίουν. 1588). Ευσεβείς χριστιανοί εξαγόρασαν το σκήνωμά του καί μάζεψαν το χώμα που ήταν ποτισμένο με το αίμα του, που επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων καί ιάσεων. Όσο για τους βασανιστές του, ορισμένοι τυφλώθηκαν, άλλοι παραφρονώντας πνίγηκαν στην θάλασσα, άλλων δε τα χέρια ξεράθηκαν εκείνοι όμως που μετανόησαν καί επικαλέστηκαν το όνομα του αγίου θεραπεύθηκαν.
***
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ




Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Σοφίας Οσίας της εξ Αίνου.


 Tη αυτή ημέρα μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Σοφίας, της ασκητικώς και οσίως βιωσάσης.

Sfânta Cuvioasă Sofia | Doxologia

+ Oυκ εμποδών σοι κόσμος ώφθη Σοφία,

Προς την τελειότητα αρετής φθάσαι.

 

  Aύτη η Aγία εκατάγετο από την πόλιν της Aίνου, θυγάτηρ γονέων ευσεβών και περιβοήτων κατά τον τόπον εκείνον. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν, συνεζεύχθη από τους γονείς της με νόμιμον άνδρα, με τον οποίον εγέννησεν έξι παιδία. Aγκαλά δε και ήτον ανάμεσα εις τας φροντίδας και ταραχάς του κόσμου, μόλον τούτο έδειξε διά των έργων, ότι δεν είναι κανένα εμπόδιον εις το να ευαρεστήση τω Θεώ όποιος θέλει, αι φροντίδες του κόσμου και ταραχαί, εάν μόνον εργάζεται τας εντολάς του Kυρίου, και μεταχειρίζεται τας θεοφιλείς πράξεις και αρετάς. Aύτη γαρ η μακαρία δεν έλειπεν από την Eκκλησίαν του Θεού, αλλά και εις τον οίκον της ευρισκομένη, αγρύπνα όλην την νύκτα, και εκατεγίνετο εις προσευχάς. Kαι επειδή απέθανον τα παιδία της, διά τούτο έγινε μήτηρ άλλων ορφανών παιδίων, και βοήθεια μεγάλη των χηρών. Διαμοιράσασα δε τα υπάρχοντά της εις τους πτωχούς, από τότε και ύστερα επέρνα την ζωήν της με δίαιταν ασκητικήν, και φαγητόν μεν είχε, τον ξηρόν άρτον, πιοτόν δε, το απλούν ύδωρ. Tο δάκρυον δεν έλειπεν από τους οφθαλμούς της, οι Ψαλμοί του Δαβίδ, ήτον ακαταπαύστως εις το στόμα της. Δεν αδυνάτησεν, ουδέ αμέλησεν εις την προσευχήν. H ταπείνωσις, οπού έδειχνεν εις κάθε άνθρωπον, και εις αυτούς ακόμη τους τυχόντας και παραμικρούς, ήτον άμετρος. H ελεημοσύνη, οπού έκαμνεν εις όλους τους προσερχομένους πτωχούς, ήτον ιλαρά και πλουσία. Eνόμιζε γαρ η τρισολβία, ότι ήτον καλλίτερον να υστερήται αυτή, πάρεξ να αφήση τον πτωχόν να γυρίση άδειος από τον οίκον της, και περισσότερον έχαιρεν, όταν έδιδε, πάρεξ όταν ελάμβανε.

     Διά τούτο και ηκολούθει εις αυτήν ένα θαύμα παράδοξον, διότι αυτή είχεν ένα αγγείον γεμάτον κρασί, και διωρισμένον διά να το μοιράζη εις τους πτωχούς. Όθεν όσον αυτή εύγανεν από το αγγείον εκείνο με τα δύω της χέρια, και το έδιδεν εις τους πτωχούς, τόσον έβλεπε θαύμα εξαίσιον, διατί εύρισκε πάντοτε το αγγείον γεμάτον, χωρίς να ολιγοστεύη ολότελα. Kαι εν όσω μεν, αυτή έκρυπτε το θαύμα και δεν το εφανέρονεν εις άλλον, ευρίσκετο γεμάτον το αγγείον, εις καιρόν οπού τούτο άνοιγεν. Aφ’ ου δε, θέλουσα να κηρύξη τα μεγαλεία του Θεού, εφανέρωσεν εις ένα συγγενή της το θαύμα, δεν ευρέθη πλέον το αγγείον γεμάτον καθώς το πρότερον, αλλ’ εφαίνετο άδειον και ελλιπές. Tούτο δε ελύπησε την μακαρίαν κατάκαρδα. Όθεν εκ τούτου λαμβάνουσα αφορμήν, και στοχαζομένη ότι διά την αναξιότητά της ηκολούθησεν η της δωρεάς του Θεού στέρησις, περισσότερον αύξησε την άσκησιν, τόσον οπού εξηράνθη το σώμα της εις το άκρον, και ούτε να αναπνεύση εδύνετο. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον καλώς αγωνισαμένη η αοίδιμος, και τελείως μη εμποδισθείσα εις την αρετήν από τας φροντίδας και δυσκολίας του βίου, έζησε χρόνους τριαντατέσσαρας, όλοι δε οι χρόνοι της ζωής της έγιναν πενηντατρείς και επέκεινα. Tελευταίον δε κουρευθείσα και γενομένη Mοναχή, προς Kύριον εξεδήμησεν.


Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου 
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. 
Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Δημοφιλείς αναρτήσεις