Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

 

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

πηγή:Εδώ

Ο πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε πιθανώς στα Ιεροσόλυμα περί το 315, από γονείς ευσεβείς και ορθόδοξους. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Μάξιμο [1], ο οποίος τον επιφόρτισε με την κατάρτιση των κατηχουμένων. Άνθρωπος ειρήνης, ταπεινός και πράος, αφιερώθηκε περισσότερο στη ψυχική ωφέλεια και οικοδόμηση των πιστών, απερίσπαστος από τις ατελείωτες δογματικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις που ταλάνιζαν την Εκκλησία μετά τη Σύνοδο της Νικαίας (325)· απέφευγε με βαθιά διάκριση να μεταχειρίζεται τον όρο «ομοούσιος» [2], αλλά συμμεριζόταν πλήρως την ορθόδοξη Πίστη. Αυτή του η επιφύλαξη έκανε τους οπαδούς του Αρείου (256-336) να πιστέψουν ότι ήταν με το μέρος τους και, όταν μετά τον θάνατο του Μαξίμου (347) εξελέγη ο Κύριλλος από τον λαό για να τον διαδεχθεί, ο αρειόφρων Ακάκιος, μητροπολίτης της Καισαρείας της Παλαιστίνης, από τον οποίο εξαρτώταν τότε τα Ιεροσόλυμα [3], ενέκρινε την εκλογή και τον χειροτόνησε. Γρήγορα όμως αναγνώρισε πικραμένος το μοιραίο λάθος του [4], γιατί ο νέος επίσκοπος δίδασκε περίτρανα την ορθόδοξη διδασκαλία για τη Θεότητα του Λόγου του Θεού, ερμηνεύοντας με εκπληκτική ενάργεια το Σύμβολο της Πίστεως στους κατηχουμένους στις «Κατηχήσεις» του [5]. Σαν καλός Ποιμήν, διοικούσε σοφά την αγία Πόλη, η οποία χάρις στα έργα ανοικοδόμησης που είχε αναλάβει ο Μέγας Κωνσταντίνος (272-337) [21 Μαΐου], επανακτούσε βαθμιαία το κλέος της και προσείλκυε μεγάλο αριθμό προσκυνητών από τα πέρατα του χριστιανικού κόσμου.

Το 351 υπήρξε μάρτυς, όπως και όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων, της θαυματουργικής εμφάνισης ενός πελώριου φωτεινού Σταυρού στον ουρανό, από τον Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών, και έγραψε στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο (317-361) για να τον ενημερώσει [6]. Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση εορτών και λιτανειών στους Αγίους Τόπους, οι οποίες έγιναν αφετηρία πολλών εορτών της Εκκλησίας. Μερικά χρόνια αργότερα, υπέβαλε στον μητροπολίτη Καισαρείας έγγραφη αναφορά, απαιτώντας την αναγνώριση των αποστολικών προνομίων της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, τα οποία οι Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας είχαν αναγνωρίσει χωρίς όμως να καθορίσουν με ακρίβεια. Τούτη η απαίτηση προκάλεσε τη μανία και το μίσος του Ακακίου ο οποίος, με πρόσχημα ότι ο Κύριλλος σε καιρό σιτοδείας είχε πουλήσει τα ιερά σκεύη και τον λειτουργικό στολισμό της βασιλικής της Αναστάσεως για να δώσει τροφή στους απόρους, τον κάλεσε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο με σκοπό να τον καταδικάσει. Καθώς ο Κύριλλος δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες προσκλήσεις του, τον καθαίρεσε και τον έδιωξε βιαίως από τα Ιεροσόλυμα, τοποθετώντας στη θέση του έναν αρειανόφρονα. Ο άγιος Κύριλλος άσκησε έφεση, ζητώντας η υπόθεση να παραπεμφθεί σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή και, εν αναμονή της αποφάσεως, κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, κοντά στον επίσκοπο Σιλβανό. Παρά τις απειλές του Ακακίου, ο Σιλβανός τον υποδέχθηκε αδελφικά και του ζήτησε να κηρύξει στον λαό, ο οποίος τον άκουγε ενθουσιασμένος και εκστατικός ως άλλον απόστολο.

Η Σύνοδος που συνεκλήθη στη Σελεύκεια το 359 αποκατέστησε τον Κύριλλο και καθαίρεσε τον Ακάκιο. Η απόφαση όμως δεν πρόλαβε να εκτελεστεί, γιατί ο μητροπολίτης Καισαρείας, σπεύδοντας στην Κωνσταντινούπολη, άσκησε πίεση στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να ακυρώσει την απόφαση της Συνόδου και κανόνισε να επικυρωθεί η καθαίρεση του Κυρίλλου από ψευδοσύνοδο αρειανοφρόνων επισκόπων (360).

Όταν λίγο αργότερα ανήλθε στην εξουσία ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο άγιος Κύριλλος επωφελήθηκε από τα μέτρα ανεξιθρησκείας που έλαβε προετοιμάζοντας την αποκατάσταση της ειδωλολατρείας και επέστρεψε στην έδρα του καθώς και όλοι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου. Εκεί, όμως, ήρθε αντιμέτωπος με νέες δοκιμασίες. Με την προτροπή του αυτοκράτορα, οι ειδωλολάτρες της Γάζας εξεγέρθηκαν κατά των χριστιανών, προκαλώντας πολλά θύματα, ενώ κατέστρεψαν τη Μονή του Αγίου Ιλαρίωνος [21 Οκτ.] διασκορπίζοντας τους μοναχούς. Καθώς ο Ιουλιανός ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ασύστατες οι προφητείες του Χριστού σχετικά με την οριστική κατάλυση του Ναού στα Ιεροσόλυμα (πρβλ. Ματθ. 24, 2), που κατεστράφη από τους Ρωμαίους επί βασιλείας Τίτου, επέτρεψε στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν. Όμως, σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου Κυρίλλου, τα έργα σταμάτησαν ξαφνικά εξαιτίας τρομερού σεισμού, ο οποίος συγκλόνισε συθέμελα τον αρχαίο Ναό, ενώ το πυρ που έβγαινε από τα έγκατα της γης κατέκαυσε κάποιους εργάτες και άλλους τραυμάτισε, δείχνοντας σε όλους ολοφάνερα τα σημεία της θείας οργής.

Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού (363) και αφού η κατάσταση ειρήνευσε, ο Κύριλλος ανέλαβε ξανά το ποιμαντικό του έργο και μετά τον θάνατο του Ακακίου ενθρόνισε επίσκοπο τον ανιψιό του, στη θέση του μητροπολίτου Καισαρείας. Με τις ραδιουργίες τους, όμως, οι οπαδοί του Αρείου ζήτησαν από τον Ουάλεντα (364-378) να εκθρονίσει τον άγιο επίσκοπο Ιεροσολύμων και να τον καταδικάσει εκ νέου σε εξορία, καθώς και όλους τους άλλους επισκόπους που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου (367). Όταν πέθανε ο Ουάλης, ο άγιος Κύριλλος ανέκτησε την επισκοπή του, ύστερα από δώδεκα χρόνους απουσίας, ανακάλυψε όμως με οδύνη ότι ορισμένοι ορθόδοξοι, επηρεασμένοι από τις συκοφαντίες των αρειανοφρόνων, αρνούνταν να τον δεχτούν ως νόμιμο επίσκοπό τους και να έχουν κοινωνία μαζί του. Για τον λόγο αυτό η Σύνοδος της Αντιοχείας (379) απέστειλε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [10 Ιαν.] για να αποκαταστήσει την ειρήνη στα Ιεροσόλυμα. Αποτυγχάνοντας ο άγιος Γρηγόριος, αποσύρθηκε αποθαρρημένος και θλιμμένος, αφήνοντας τον άγιο Κύριλλο να αντιμετωπίσει μόνος, με πίστη και ελπίδα, τις διαιρέσεις στον οίκο του Θεού. Ο άγιος συμμετείχε στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) που συγκάλεσε ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος (347-395) και συνέβαλε στην οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των ποικίλων παραφυάδων του. Περατώνοντας τις συνεδρίες της η Σύνοδος αναγνώρισε πανηγυρικά τους αγώνες του επισκόπου Ιεροσολύμων υπέρ της Ορθοδοξίας. Επιστρέφοντας στην πόλη του ο άγιος Κύριλλος μπόρεσε για λίγο καιρό να απολαύσει την ειρήνη που είχε αποκαταστήσει με τόσους κόπους και εκοιμήθη το 386, ύστερα από τριάντα πέντε έτη επισκοπείας, από τα οποία πέρασε τα δεκαέξι εξόριστος.

Ο άγιος Κύριλλος, παρεξηγημένος από τους αβαθείς ορθόδοξους για τη μη χρήση του όρου «ομοούσιος» αλλά κατ’ ουσίαν σταθερός αντίπαλος των αρειανών, εξαιτίας της ομολογουμένης αντιθέσεώς του προς αυτούς, παρέμεινε στη ζωή του σε ένα ευλογημένο και καρποφόρο «περιθώριο». Αυτή του η «περιθωριοποίηση» όμως, του έδωσε τη δυνατότητα, τις προϋποθέσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες να εργαστεί ουσιαστικότερα και σε βάθος, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις και τα χαρίσματα στην τελειότερη οργάνωση του ποιμαντικού και κατηχητικού του έργου, πράγμα που απέδωσε πολλούς καρπούς στην Εκκλησία και του προσέδωσε τον τίτλο του Πατρός της Εκκλησίας και του προσάρτησε τη μοναδική επωνυμία του Κατηχητού, καταγράφοντάς τον στην εκκλησιαστική ιστορία με το όνομα: «Κύριλλος, ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὁ Κατηχητής». Τις συκοφαντικές διαδόσεις περί του σεπτού προσώπου του αγίου διαλεύκανε μια για πάντα η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381, η οποία με συνοδική της απόφαση αποκατάστησε την αλήθεια, αποκαλώντας τον άγιο Κύριλλο μεγάλο αγωνιστή κατά των αρειανών: «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Κύριλλον, ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι, καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα» [7].

Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του αγίου Κυρίλλου είναι η τέλεια εναρμόνιση θεολογίας και ζωής. Η ευαίσθητη και θεωρητική φύση του, δουλεμένη πρακτικά στις αναμετρήσεις της σκληρής καθημερινότητας και στη δεκαεξάχρονη περίπου θητεία του στην εξορία, του χάρισαν σπάνια ισορροπία των στοιχείων της προσωπικότητάς του, που έγινε εμφανής κυρίως στην μετέπειτα ποιμαντική διακονία του, η οποία ήταν πλήρης διακρίσεως, σοφίας, ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, και αποτέλεσε κυριολεκτικά προβολέα της όλης του προσωπικότητας. Ο σύγχρονος μελετητής της ζωής και του έργου του αγίου Κυρίλλου, θα διακρίνει εύκολα στις «Κατηχήσεις» του, τη μεγάλη Πατερική προσωπικότητα, η οποία εδράζεται στην ορθοδοξία και εκφράζεται στην ορθοπραξία, στην οποία δόγμα και ζωή συνυπάρχουν, αλληλοπεριχωρούνται και «μελωδοῦν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας».

Όπως προαναφέρθηκε, ο άγιος Κύριλλος εκοιμήθη την 18 Μαρτίου του 386, ημέρα την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία (παραδόξως και η Ρωμαιοκαθολική) αφιέρωσαν την τιμή της μνήμης του. Στο Απολυτίκιο και το Κοντάκιο της εορτής του, ο ορθόδοξος υμνογράφος κατέγραψε με σεμνότητα, ποιητική λιτότητα και θεολογική ακρίβεια όλο το πνευματικό κάλλος του αγίου Πατρός και σκιαγράφησε την πολυτάλαντη μορφή του, τιτλοφορώντας τον «Στῦλο τῆς Πίστεως», του οποίου ο «φωσφόρος λόγος ἔσχε κῦρος οὐράνιον».

-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-
[1] Μνημονεύεται στις 5 Μαΐου στη λατινική Εκκλησία.
[2] Πρβλ. τη μνήμη του αγίου Αθανασίου [18 Ιαν. και 2 Μαΐου].
[3] Υποβιβασμένη σε απλή κωμόπολη μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους και αφού η χριστιανική της κοινότητα διασκορπίσθηκε την εποχή των διωγμών, η Ιερουσαλήμ, ονομαζομένη Αίλια Καπιτωλίνα, υπήχθη εκκλησιαστικά στην Καισάρεια, διοικητική πρωτεύουσα της Παλαιστίνης.
[4] Όπως λίγο αργότερα οι οπαδοί του Αρείου που ευνοούσαν την εκλογή του αγίου Μελετίου Αντιοχείας [12 Φεβρ.].
[5] Οι «Κατηχήσεις» του, των οποίων υπάρχουν διάφορες εκδόσεις, παραμένουν μία από τις καλύτερες εκθέσεις της ορθοδόξου Πίστεως και σπουδαία μαρτυρία για τη γνώση της λειτουργικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της προπαρασκευαστικής περιόδου εν όψει του αγίου Βαπτίσματος, και περιλαμβάνουν μία «Προκατήχηση», δεκαοχτώ «Κατηχήσεις» των φωτιζομένων που επεξηγούν το Σύμβολο της Πίστεως και τα θεμέλια της ορθοδόξου Πίστεως, και πέντε «Μυσταγωγικές Κατηχήσεις», που προορίζονταν για τους νεόφυτους που μόλις είχαν βαπτισθεί το Πάσχα, στις οποίες ο επίσκοπος εξηγεί την τελετή του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας. Νεοελληνική μετάφραση στη σειρά ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1994, και από την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα Αττικής, 1991.
[6] Το θαύμα αυτό μνημονεύεται στις 7 Μαΐου.
[7] Θεοδ. Εκκλ. Ιστ. 5, 9· PG 82, 1217C.


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
 «Κατηχήσεις
Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων»,
Εκδόσεις «Ετοιμασία»
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

«Κατήχησις προς τους Φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως».



Ομιλία του Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων
«Κατήχησις προς τους Φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως».
Ιωσήφ, υιός Δαβίδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από την αμαρτίαν αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος. Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον «μεθ’ ημών ο Θεός».
Αγνείας σύντροφοι και σωφροσύνης μαθηταί, ας ανυμνήσωμε με αγνισμένα χείλη τον Θεόν που εγεννήθη από την Πάναγνον Παρθένον. Εμείς που έχουμε καταξιωθή να μεταλάβωμε την σάρκα του νοητού προβάτου, ελάτε να μεταλάβωμε την κεφαλήν και τους πόδες. Ως κεφαλήν να εννοήσωμε την Θεότητα και ως πόδες να εκλάβωμε την ανθρωπότητα. Οι ακροαταί των αγίων Ευαγγελίων, ας πεισθούμε στον θεολόγον Ιωάννην, ο οποίος, αφού είπε «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος», προσέθεσε. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο». Πράγματι, δεν είναι ευσεβές ούτε να τον προσκυνούμε ως απλόν άνθρωπο, ούτε να τον ευλογούμε μόνον Θεόν χωρίς την ανθρωπίνην φύση Του. Διότι εάν ο Χριστός είναι Θεός, όπως βεβαίως και είναι, αλλά δεν ανέλαβε την ανθρωπίνη φύση, τότε δεν έχουμε καμμίαν σχέση με την σωτηρία. Να τον προσκυνούμε μεν ως Θεόν, αλλά να πιστεύωμε ότι και ενηνθρώπησε. Διότι ούτε να τον ομολογούμε άνθρωπο χωρίς την Θεότητα μας οφελεί, ούτε το να μην ομολογούμε ότι μαζί με την θείαν φύσιν έχει και την ανθρωπίνη, ημπορεί να μας σώση. Ας ομολογήσωμε την παρουσία του Βασιλέως και ιατρού. Διότι ο Βασιλεύς Ιησούς, προκειμένου να μας θεραπεύση, εζώσθη αντί στολής διακονητού, την ανθρωπίνη φύση και θεράπευσε την ασθένειά μας. Ο τέλειος διδάσκαλος των νηπίων, έγινε μαζί μας νήπιο για να σοφίση τους ανοήτους. Ο επουράνιος άρτος κατέβη στην γη, για να θρέψει τους πεινασμένους.

Και οι γνήσιοι απόγονοι των Ιουδαίων, αρνούμενοι αυτόν που ήλθε, προσδοκούν τον κακώς ερχόμενον. Απεξενώθησαν από τον αληθινόν Χριστόν, και περιμένουν οι πλανημένοι τον πλάνον. «Εγώ ελήλυθα εν τω ονόματι του Πατρός μου, και ου λαμβάνετέ με, εάν δε άλλος έλθη εν τω ονόματι τω ιδίω, εκείνον λήψεσθε».

Καλόν ακόμη είναι να απευθύνωμε και μίαν ερώτηση στους Ιουδαίους: Αληθεύει ο Προφήτης Ησαϊας όταν λέγη πως ο Εμμανουήλ θα γεννηθεί από Παρθένον ή ψεύδεται; Εάν τον κατηγορούν ότι ψεύδεται, αυτό δεν είναι θαυμαστόν, αφού είναι συνηθισμένοι όχι μόνο να κατηγορούν τους Προφήτες ως ψεύστες, αλλά και να τους λιθοβολούν. Εάν όμως ο Προφήτης λέγει την αλήθεια, δείξετε τον Εμμανουήλ, και πείτε μας: αυτός που πρόκειται να έλθη, ο προσδοκώμενος από σας, θα γεννηθή από Παρθένον ή όχι; Και αν δεν γεννάται από παρθένο, τότε κατηγορείτε τον Προφητην ως ψεύστη. Αν όμως προσδοκάτε να συμβή αυτό στο μέλλον, για ποίον λόγον απορρίπτετε αυτό που ήδη έγινε;

Ας πλανώνται λοιπόν οι Ιουδαίοι, αφού το θέλουν, και ας δοξάζεται η Εκκλησία του Θεού. Διότι εμείς παραδεχόμεθα ότι ο Θεός Λόγος αληθώς έγινεν άνθρωπος, χωρίς να μεσολαβήση σαρκική επιθυμία, όπως λέγουν οι αιρετικοί. Αλλά ενηνθρώπησε, όπως λέγει το Ευαγγέλιον, με την συνέργεια της Παρθένου και του Αγίου Πνεύματος, όχι κατά φαντασίαν, αλλά πραγματικώς. Και για το ότι αληθώς ενηνθρώπησε, περίμενε την συνέχεια του λόγου και θα λάβης σε λίγο τις αποδείξεις. Διότι είναι πολύπλοκος η πλάνη των αιρετικών, και άλλοι μεν λέγουν ότι κατά κανένα τρόπον δεν εγεννήθη από Παρθένον, άλλοι δε ότι εγεννήθη βεβαίως, όχι όμως από Παρθένον, αλλά από γυναίκα που ήλθε σε σχέση με άνδρα. Άλλοι πάλι λέγουν ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός που ενηνθρώπησε, αλλά άνθρωπος που εθεοποιήθη. Ετόλμησαν δηλαδή να είπουν ότι δεν ήταν ο προϋπάρχων Λόγος που ενηνθρώπησε, αλλά κάποιος άνθρωπος που προέκοψε πολύ στην αρετή, και έλαβεν ως έπαθλο την θέωση. Συ όμως μνημόνευσε όσα έχουμε ειπεί για την Θεότητα, πίστευσε ότι αυτός ο ίδιος ο Μονογενής Υιός του Θεού εγεννήθη πάλιν από την Παρθένο. Να πεισθής σ’ αυτό που λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Ο μεν Λόγος βεβαίως είναι αιώνιος, αφού εγεννήθη προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Την δε σάρκα την ανέλαβε προσφάτως για να μας σώση. Αλλά πολλοί προβάλλουν αντιρρήσεις και λέγουν: Ποία τόσο μεγάλη ανάγκη έκανε τον Θεό να κατέλθη μέχρι την ανθρωπίνη φύση; Και είναι ποτέ δυνατόν να συναναστραφή η Θεία φύσις με τους ανθρώπους ή να γεννήση παρθένος χωρίς συνάφειαν ανδρός; Εμπρός λοιπόν, επειδή υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις και η μάχη είναι πολύπλευρος, ας διαλύσωμε με την χάρη του Χριστού και με τις ευχές των παρόντων κάθε μία χωριστά. 
Και πρώτα ας εξετάσωμε για ποιον λόγο κατήλθε στη γην ο Ιησούς. Και μην προσέξης στις ιδικές μου ευρεσιολογίες, διότι με αυτές ίσως εξαπατηθής. Μην πιστέψης στα λεγόμενα, εάν δεν ακούσης για καθένα από τα γεγονότα κάποιαν μαρτυρία προφητικήν. Εάν δεν μάθεις και περί της Παρθένου και του τόπου και του χρόνου και του τρόπου από τις Θείες Γραφές, μη παραδεχθής κανενός ανθρώπου την μαρτυρία. Διότι αυτόν που βλέπει κανείς ενώπιόν του να διδάσκει, είναι δυνατόν να τον υποπτευθή. Ποίος όμως, εάν διαθέτη κοινόν νουν, ημπορεί να θεωρήση ύποπτον εκείνον που έχει προφητεύσει πριν από χίλια και περισσότερα χρόνια;

Εάν λοιπόν ζητής την αιτία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, να καταφύγης στο πρώτο βιβλίο της Γραφής. Σε έξι ημέρες εποίησεν ο Θεός τον κόσμον. Ο κόσμος όμως έγινε για τον άνθρωπο. Πράγματι και, ο ήλιος, ο οποίος ακτινοβολεί με τις λαμπρότατες ακτίνες του, έγινε για να φωτίζη τον άνθρωπο. Αλλά και όλα τα ζώα για να μας υπηρετούν εδημιουργήθησαν. Τα φυτά και τα δένδρα εκτίσθησαν για την ιδική μας απόλαυση. Όλα τα δημιουργήματα καλά και ωραία είναι, κανένα όμως από αυτά δεν είναι εικόνα του Θεού, παρά μόνον ο άνθρωπος. Ο ήλιος εδημιουργήθη μόνο με το πρόσταγμα του Θεού, ο άνθρωπος όμως επλάσθη με τα χέρια του Θεού, δηλαδή με ιδιαιτέραν ενέργεια και επιμέλεια: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν. Εάν η ξύλινη εικόνα του επιγείου βασιλέως τιμάται, πόσο μάλλον η λογική εικόνα του Θεού; Αλλά αυτό το πλάσμα, το μεγαλύτερον από τα δημιουργήματα του Θεού, το οποίον εχόρευε μέσα στον Παράδεισο, το έβγαλεν από εκεί ο φθόνος του διαβόλου. Και έχαιρεν ο εχθρός για την πτώσιν εκείνου που αυτός εφθόνησε. Μήπως άραγε συ ήθελες να εξακολουθή να χαίρεται αιωνίως ο εχθρός; Αυτός, επειδή δεν ετόλμησε τότε να πλησιάση τον άνδρα, που ήταν ισχυρός, επλησίασε την Εύαν, ως ασθενεστέραν, η οποία ήταν ακόμη παρθένος, διότι ο «Αδάμ έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού» μετά την πτώση και την έξωση από τον Παράδεισον.

Δεύτεροι διάδοχοι του ανθρωπίνου γένους ήταν ο Κάιν και ο Άβελ. Ο Κάιν ήταν και ο πρώτος ανθρωποκτόνος. Έπειτα επηκολούθησε ο κατακλυσμός εξ αιτίας της πολλής κακίας των ανθρώπων. Αργότερα κατήλθε πυρ επάνω στους Σοδομίτες για την παρανομία τους. Έπειτα από χρόνια εξέλεξεν ο Θεός τον λαό τού Ισραήλ, αλλά και αυτός διεστράφη, και έτσι το εκλεκτόν γένος ετραυματίσθη. Πράγματι, την στιγμήν που ο Μωυσής παρίστατο ενώπιον του Θεού επάνω στο Όρος, κάτω ο λαός προσκυνούσε αντί του Θεού τον μόσχον. Την εποχήν του νομοθέτου Μωυσέως, ο οποίος είπε το «Μη μοιχεύσης», κάποιος άνδρας ετόλμησε να εισέλθη σε ένα καμίνι και να πράξη την ακολασία. Μετά τον Μωυσή απεστάλησαν Προφήτες για να θεραπεύσουν τον Ισραήλ, αλλά δεν κατώρθωναν να νικήσουν την πνευματικήν του ασθένεια, και θρηνούσαν γι’ αυτό, ώστε κάποιος από αυτούς να λέγη: «οίμοι ότι απόλωλεν ευλαβής από της γής, και ο κατορθών εν ανθρώποις ουχ υπάρχει». Και πάλιν: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός». Και πάλιν: «αρά και κλοπή και μοιχεία και φόνος εκκέχυται επί της γης», «τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας έθυσαν τοις δαιμονίοις» «οιωνίζοντο και εκληδονίζοντο (ησχολούντο δηλαδή με οιωνούς και μάγια)». 

Πολύ βαθειά λοιπόν προχωρημένο και εκτεταμένο το τραύμα της ανθρωπότητος. «Από ποδών έως κεφαλής ουκ ην αυτώ ολοκληρία. Ουκ ην μάλαγμα επιθείναι (δεν ήταν δυνατόν δηλαδή να θεραπευθή με κατάπλασμα) ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους». Και έλεγαν κατόπιν οι Προφήτες, θρηνώντας και υποφέροντας γι’ αυτήν την κατάσταση. «Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον»; Και άλλος Προφήτης παρακαλούσε λέγοντας: «Κύριε κλίνον ουρανούς και κατάβηθι», τα τραύματα της ανθρωπότητος υπερβαίνουν τις θεραπευτικές μας ικανότητες. «Τους Προφήτας σου απέκτειναν και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν». Από εμάς είναι αδύνατον να διορθωθή το κακό, μόνο συ ημπορείς να το διορθώσης.

Και ο Κύριος επήκουσε της δεήσεως των Προφητών. Δεν παρέβλεψε ο Πατέρας το γένος μας που εχάνετο. Εξαπέστειλε ιατρόν από τον Ουρανόν, τον Κύριον, τον Υιόν Του… Όταν δηλαδή απεδείχθη η δική μας αδυναμία, ανέλαβεν ο Κύριος να κάνη αυτό που επιζητούσε ο άνθρωπος. Και επειδή ο άνθρωπος ήθελε να ακούση κάποιον όμοιό του, ανέλαβε την ιδικήν μας φθαρτήν φύσιν ο Σωτήρ, ώστε να παιδαγωγηθούν πιο αποτελεσματικά οι άνθρωποι.

Υπάρχει όμως και άλλος λόγος. Ο Χριστός ήλθε κοντά μας για να βαπτισθή, και να αγιάση το Βάπτισμα. Ήλθε για να θαυματουργήση περιπατώντας στην επιφάνεια της θαλάσσης. Επειδή πριν από την ένσαρκον οικονομίαν «η θάλασσα είδε και έφυγε και ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω», ανέλαβεν ο Κύριος το σώμα, ώστε η θάλασσα, όταν τον ιδή, να τον δεχθή επάνω της, και ο Ιορδάνης να τον υποδεχθή αφόβως. Αυτή λοιπόν είναι μία αιτία, υπάρχει όμως και δευτέρα.

Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο δια παρθένου, της Εύας. Έπρεπε δια παρθένου, ή μάλλον από παρθένο, να φανερωθή και η ζωή, ώστε καθώς εκείνην την είχεν πατήσει ο όφις, έτσι και αυτήν να την ευαγγελισθή ο Γαβριήλ. 
Αφού οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τον Θεόν, εδημιούργησαν ανθρωπόμορφα είδωλα. Επειδή λοιπόν μέσα στην πλάνη τους οι άνθρωποι προσκυνούσαν ψευδή μορφήν ανθρώπου, έγινεν ο Θεός αληθώς άνθρωπος, ώστε να διαλυθή το ψεύδος. Ο διάβολος είχε χρησιμοποιήσει ως όργανον εναντίον μας την σάρκα. Και αυτό γνωρίζοντας ο Παύλος λέγει: «Βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με» και τα λοιπά. Με τα ίδια λοιπόν όπλα με τα οποία μας πολεμούσε ο διάβολος, με αυτά ακριβώς και έχουμε σωθή. Ανέλαβεν ο Κύριος από εμάς την ιδική μας φύση, ώστε να της δώση ό,τι της έλειπε, την πλουσίαν χάρη. Για να γίνη η φύσις των ανθρώπων η αμαρτωλός, Θεού κοινωνός. Και έτσι «όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις». Έπρεπεν ο Κύριος να πάθη υπέρ ημών. Δεν θα τολμούσε όμως ο διάβολος να τον πλησιάση, εάν τον ανεγνώριζε. Το σώμα δηλαδή έγινε δόλωμα για τον θάνατον, ώστε ο δράκοντας, ενώ ήλπιζε ότι θα τον καταπιή, να εμέση και όσους είχεν ήδη καταπιή. «Κατέπιε γαρ ο θάνατος ισχύσας» και «αφείλεν ο Θεός παν δάκρυον από προσώπου παντός», είχε προείπει ο Ησαϊας. Μήπως ο Χριστός ματαίως έγινεν άνθρωπος; Μήπως οι διδασκαλίες του είναι ρητορικά εφευρήματα και ανθρώπινα σοφίσματα; Δεν είναι οι θείες Γραφές που μας οδηγούν στην σωτηρία; Εκεί μέσα δεν συναντούμε τις προρρήσεις των Προφητών; Κράτα, λοιπόν, σε παρακαλώ σταθερά μέσα σου αυτήν την παρακαταθήκη, και κανείς ας μη σε μετακινήση. Πίστευε ότι αληθώς ο Θεός έγινεν άνθρωπος.

Το ότι ήταν λοιπόν δυνατόν ο Θεός να γίνη άνθρωπος έχει αποδειχθή. Αν όμως οι Ιουδαίοι ακόμη απιστούν, θα τους κάνωμε την εξής ερώτηση: Τί παράδοξο κηρύττουμε λέγοντας ότι ο Θεός έγινεν άνθρωπος, αφού σεις οι ίδιοι λέγετε ότι ο Αβραάμ υπεδέχθη τον Κύριον; Τί παράδοξο κηρύττουμε αφού και ο Ιακώβ λέγει: «είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή». Ο Κύριος, ο οποίος εφιλοξενήθη και έφαγε στην σκηνήν του Αβραάμ, έφαγε και μαζί μας. Τί το παράδοξον λοιπόν κηρύττουμε; Έχουμε όμως να παρουσιάσωμε και δύο μάρτυρες, οι οποίοι εστάθησαν στο όρος Σινά ενώπιον του ιδίου του Κυρίου. Ο Μωυσής, όταν ευρίσκετο μέσα στην οπή του βράχου, και ο Ηλίας αργότερα, που τον είδε επίσης μέσα στην οπή ενός σπηλαίου. Εκείνοι παρουσιάσθησαν κατά την Μεταμόρφωσή του και στο Όρος Θαβώρ και «έλεγον τοις μαθηταίς την έξοδον, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ». Αλλά όπως προείπα, έχει αποδειχθή ότι ήταν δυνατόν να λάβη ο Θεός την ανθρωπίνη φύση. Ας αφήσωμε λοιπόν να ασχολούνται με τις αποδείξεις εκείνοι που αρέσκονται να επανέρχωνται συνεχώς στα ίδια.

Έχουμε όμως υποσχεθή να ομιλήσωμε και για τον χρόνο, και για τον τόπο της ελεύσεως του Σωτήρος. Και δεν πρέπει να αναχωρήσωμε από εδώ, κατηγορούμενοι για ψεύδος, αλλά μάλλον να βοηθήσωμε τους νέους βλαστούς της Εκκλησίας να φύγουν από εδώ πιο εδραιωμένοι στην πίστη. Ας αναζητήσωμε λοιπόν τον χρόνο, πότε δηλαδή ήλθε εδώ ο Κύριος. Επειδή η παρουσία του είναι πρόσφατος και, γι’ αυτό αμφισβητείται, και ακόμη επειδή «Χριστός Ιησούς χθες και σήμερον είναι ο αυτός και εις τους αιώνας». Λέγει λοιπόν ο Προφήτης Μωυσής. «Προφήτην υμίν αναστήσει Κύριος ο Θεός υμών ως εμέ». Ας αφήσωμε προς το παρόν το «ως εμέ» για να εξετασθή εκεί που πρέπει. Αλλά πότε θα έλθη αυτός ο προσδοκώμενος Προφήτης; Ανάτρεξε, λέγει, σ’ αυτά που έχω γράψει. Ερεύνησε με προσοχήν την προφητεία που είπε ο Ιακώβ προς τoν Ιούδα: «Ιούδα, σε αινέσαισαν (θα σε υμνήσουν) οι αδελφοί σου», και τα υπόλοιπα, για να μην τα ειπούμε όλα. Και στην συνέχεια «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού (από τους απογόνους του δηλαδή) έως αν έλθη ω απόκειται, (αυτός στον οποίον έχει επιφυλαχθή), και αυτός προσδοκία» όχι των Ιουδαίων, αλλά «Εθνών». Το ότι λοιπόν έπαυσε η εξουσία των Ιουδαίων είναι σημείον της παρουσίας του Χριστού. Εάν τώρα δεν ευρίσκωνται υπό την εξουσία των Ρωμαίων, δεν έχει έλθει ακόμη ο Χριστός. Εάν τους κυβερνά απόγονος του Ιούδα και του Δαυϊδ, δεν ήλθεν ακόμη ο προσδοκώμενος. Και εντρέπομαι να ομιλώ για τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν σ’ αυτούς, σχετικά με εκείνους που ονομάζουν τώρα πατριάρχες. Ποία δηλαδή είναι η καταγωγή τους και ποία η μητέρα τους. Τα αφήνω γι’ αυτούς που τα γνωρίζουν. Αλλά αυτός ο ερχόμενος, η προσδοκία των εθνών, ποίον άλλο σημείο έχει άραγε; Λέγει στην συνέχεια η Γραφή «δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον (τον νεαρόν όνον δηλαδή) αυτού». Βλέπεις και εδώ σαφώς τον πώλο, τον οποίο προανήγγειλεν ο Ζαχαρίας, και εχρησιμοποίησεν ο Ιησούς.

Αλλά ζητείς και άλλην μαρτυρία για τον χρόνο της παρουσίας του; «Κύριος είπε προς με. Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε», και μετά από λίγο λέγει «ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά». Είπα και προηγουμένως ότι ράβδος σιδηρά ονομάζεται σαφώς η βασιλεία των Ρωμαίων. Σχετικώς με αυτήν ας ξαναθυμηθουμε το χωρίον του Προφήτου Δανιήλ. Όταν δηλαδή εδιηγείτο και εξηγούσε στον Ναβουχοδονόσορα την εικόνα του αδριάντος, αναφέρει και όλη την οπτασία που είχε δει γι’ αυτόν, και «λίθον άνευ χειρός εξ όρους τμηθέντα», ο οποίος δεν κατεσκευάσθη από άνθρωπο, και θα επικρατήση σε όλην την οικουμένην. Και λέγει καθαρώτατα ότι «και εν ταις ημέραις των βασιλειών εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τον αιώνα ου διαφθαρήσεται, και η βασιλεία αυτού λαώ ετέρω ουχ υπολειφθήσεται (δεν θα έχη διαδοχήν δηλαδή, θα είναι αιώνιος)».
 
Ζητούμε όμως να μας αποδείξης με ακόμη μεγαλυτέραν διαφάνεια τον χρόνο της ελεύσεώς του, επειδή ο άνθρωπος είναι δύσπιστος, και εάν δεν του υπολογίσης και την ακριβή χρονολογία, δεν πιστεύει στα λεγόμενα. Ποίος είναι λοιπόν ο καιρός και ποίος ο χρόνος; Όταν παύσουν πλέον να υπάρχουν βασιλείς από την γενεάν του Ιούδα και βασιλεύση στο εξής αλλόφυλος, ο Ηρώδης δηλαδή. Λέγει λοιπόν ο άγγελος στον Δανιήλ: «Συ δε μοι σημείωσαι τα λεγόμενα, και γνώσει και συνήσεις (θα κατανοήσης δηλαδή). Από εξόδου λόγου του αποκριθήναι (από την ημέρα που θα εκδοθή διάταγμα) του ανοικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο». Εξήντα εννέα όμως εβδομάδες ετών απαριθμούν τετρακόσια ογδόντα τρία ετη. Είπε λοιπόν ότι αφού περάσουν τετρακόσια ογδόντα τρία έτη από την ανοικοδόμηση της Ιερουσαλήμ, και εκλείψουν οι άρχοντες που προέρχονται από την φυλήν του Ιούδα, τότε έρχεται βασιλεύς αλλόφυλος, στις ημέρες του οποίου θα γεννηθή ο Χριστός. Ο Δαρείος λοιπόν ο Μήδος την ανοικοδόμησε κατά το έκτον έτος της βασιλείας του, που αντιστοιχεί στο πρώτον έτος της εξηκοστής έκτης Ολυμπιάδος των Ελλήνων. Οι Έλληνες ονομάζουν Ολυμπιάδα τον αγώνα που τελείται κάθε τέσσερα χρόνια χάριν της ημέρας που συμπληρώνεται κάθε τετραετία. Διότι, σύμφωνα με την πορεία του ηλίου, περισσεύουν κάθε έτος τρεις ώρες. Ο Ηρώδης λοιπόν εβασίλευσε το τέταρτον έτος της εκατοστής ογδοηκοστής έκτης Ολυμπιάδος. Από την εξηκοστήν έκτη λοιπόν μέχρι την εκατοστήν ογδοηκοστήν έκτη μεσολαβούν εκατόν είκοσι Ολυμπιάδες και κάτι ακόμη. Οι εκατόν είκοσι λοιπόν Ολυμπιάδες αντιστοιχούν σε τετρακόσια ογδόντα έτη. Τα υπόλοιπα τρία έτη ίσως είναι αυτά που περιλαμβάνονται μεταξύ του πρώτου και του τετάρτου, κατά το οποίον εβασίλευσε ο Ηρώδης. Έχεις λοιπόν την απόδειξη σύμφωνο με αυτό που λέγει η Γραφή, ότι «από εξόδου λόγου του αποκριθήναι και του οικοδομηθήναι Ιερουσαλήμ, έως Χριστού ηγουμένου, εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξήκοντα δύο», δηλαδή τετρακόσια ογδόντα τρία έτη. Έχεις λοιπόν τώρα πλέον την απόδειξη της χρονολογίας ελεύσεως του Χριστού, αν και υπάρχουν και άλλοι τρόποι που δίδουν το ίδιο αποτέλεσμα με βάση τις εβδομάδες των ετών για τις οποίες προείπεν ο Δανιήλ.

Ακου τώρα τι λέγει ο Μιχαίας, σχετικά με τον τόπο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. «Και συ Βηθλεέμ οίκος του Ευφραθά, μη ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα (δέν έχεις ουτε χιλίους κατοίκους δηλαδή). Εκ σου γαρ μοι εξελεύσεται ηγούμενος του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ, και αι έξοδοι αυτού (η εξουσία του δηλαδή) απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος». Ήδη όμως γνωρίζεις, αφού είσαι Ιεροσολυμίτης, ότι και στον εκατοστόν τριακοστόν πρώτον ψαλμόν αναφέρεται η περιοχή στην οποία θα γεννηθή ο Μεσσίας. «Ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Ευφραθά, εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού». Και πράγματι, μέχρι προ ολίγων ετών ο τόπος αυτός ήταν δασώδης. Ήκουσες πάλι τον Αββακούμ που λέγει προς τον Κύριον. «Εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση, εν τω παρείναι τον καιρόν αναδειχθήση». Και ποιον είναι το σημείον, ω Προφήτα, του ερχομένου Κυρίου; Και αυτός συνεχίζει: «εν μέσω δύο ζώων (ανάμεσα σε δύο ζωές δηλαδή) γνωσθήση». Λέγει δηλαδή σαφώς προς τον Κύριον, ότι θα έλθης κοντά μας ένσαρκος, θα ζήσης την μία ζωή, θα αποθάνης, και αφού αναστηθής θα ζήσης πάλι.

Και από ποιό περίχωρο της Ιερουσαλήμ έρχεται; Από την Ανατολή, την Δύσι, τον Βορρά, τον Νότο; Ειπέ μας ακριβώς. Και αυτός αποκρίνεται σαφέστατα και λέγει: «ο Θεός από Θαιμάν ήξει (θα έλθει από τον Νότο, διότι Θαιμάν ερμηνεύεται νότος) και ο άγιος εξ όρους (Φαράν) κατασκίου (σκιερού) δασέος». Πράγμα με το οποίον συμφωνεί και ο Ψαλμωδός, ο οποίος είπεν «εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού (στη δασώδη πεδιάδα)».

Τώρα λοιπόν ζητούμε από ποιόν έρχεται και πώς έρχεται. Αυτό μας το λέγει ο Ησαϊας. «Ιδού η παρθένος εν γαστρί λήψεται, και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Οι Ιουδαίοι όμως αντιλέγουν σ’ αυτά (διότι έχουν συνηθίσει από παλαιά να αντιδρούν κακοπροαίρετα στην αλήθεια), και υποστηρίζουν ότι ο Προφήτης δεν έγραφε «η παρθένος» αλλά «η νεάνις» (η κόρη δηλαδή). Αλλά εγώ, και αν δεχθώ ως ορθόν αυτό που λέγουν, καταλήγω πάλι στην ιδίαν αλήθεια. Διότι πρέπει να τους ερωτήσωμε: Πότε φωνάζει μία παρθένος που βιάζεται; Καλεί σε βοήθεια πριν την διαφθείρουν ή μετά; Αν λοιπόν σε άλλο σημείο η Γραφή λέγει «εβόησεν η νεάνις και ουκ ην ο βοηθών αυτήν, άραγε δεν αναφέρεται σε παρθένον; Και για να μάθης σαφέστερα ότι στην θεία Γραφή και η παρθένος ονομάζεται νεάνις, άκου τι λέγει το βιβλίο των Βασιλειών για την Αβισάκ την Σουναμίτιδα. «Και ην η νεάνις καλή (ωραία) σφόδρα» και το ότι εξελέγη και προσεφέρθη στον Δαυίδ, επειδή ήταν παρθένος, έχει σαφώς ομολογηθή.

Λέγουν όμως πάλιν οι Ιουδαίοι, ότι αυτό ελέχθη από τον Προφήτη στον Άχαζ για τον Εζεκία. Ας αναγνώσωμε λοιπόν την Γραφή. Λέγει ο Θεός στον Άχαζ. «Αίτησαι σεαυτώ σημείον παρά Κυρίου του Θεού σου εις βάθος της γης ή εις ύψος του ουρανού». Αυτό το σημείο θα πρέπει να είναι πολύ παράδοξο, διότι σημείον είναι το ύδωρ που ανέβλυσε από την πέτρα, η θάλασσα που διεχωρίσθη, ο ήλιος που εστράφη οπίσω και τα παρόμοια. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο σημείο το να συλλάβη μια νέα, αλλά το να παραμείνη παρά ταύτα παρθένος. Αυτά όμως που θα λεχθούν στην συνέχεια, θα ελέγξουν φανερώτερα τους Ιουδαίους. Γνωρίζω ότι λέγω πολλά, και οι ακροαταί έχουν κουρασθή. Ανεχθείτε όμως το πλήθος των λόγων, επειδή λέγονται για τον Χριστό και όχι για τυχαία πράγματα. Αυτό λοιπόν ελέχθη από τον Ησαϊαν, όταν εβασίλευεν ο Άχαζ, ο οποίος εβασίλευσε μόνο δέκα έξι ετη, και η προφητεία ελέχθη προς αυτόν κατά την διάρκειαν αυτών των ετών. Έτσι την αντίρρηση των Ιουδαίων την καταρρίπτει ο ίδιος ο Εζεκίας, ο υιός και διάδοχος του Άχαζ, ο οποίος όταν έγινε βασιλεύς ήταν εικοσιπέντε ετών. Αφού λοιπόν η προφητεία ελέχθη μέσα στα δέκα έξι προηγούμενα έτη, ο Εζεκίας είχε γεννηθή εννέα έτη πριν την προφητεία. Ποία ανάγκη λοιπόν υπήρχε να λεχθή η προφητεία γι’ αυτόν ο οποίος είχεν ήδη γεννηθή, πριν από εννέα έτη και μάλιστα ο πατέρας του Άχαζ δεν είχε γίνει ακόμη βασιλεύς; Διότι δεν είπεν ότι «εν γαστρί έλαβεν η παρθένος» αλλά ότι «λήψεται (θα συλλάβη δηλαδή)» αφού ομίλησε προγνωστικώς…

Αλλά και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι μας χλευάζουν, και ισχυρίζονται ότι ήταν αδύνατον ο Χριστός να γεννηθή από παρθένο. Τους εθνικούς κατ’ αρχήν θα τους αποστομώσωμε από τους ιδίους τους μύθους των. Σεις λοιπόν οι οποίοι υποστηρίζετε ότι είναι δυνατόν λίθοι ριπτόμενοι να μεταβάλλωνται σε ανθρώπους, πώς ισχυρίζεσθε ότι είναι αδύνατον να γεννήση παρθένος; Σεις που μυθολογείτε ότι έχει γεννηθή θυγατέρα από τον εγκέφαλο του πατέρα της, πώς λέγετε ότι είναι αδύνατον να γεννηθή υιός από παρθενικήν γαστέρα; Σεις που ισχυρίζεσθε ψευδώς ότι ο Διόνυσος εκυοφορήθη από τον μηρόν του Διός σας, πώς απορρίπτετε την ιδική μας αλήθεια; Γνωρίζω ότι με αυτά που λέγω υποτιμώ το πνευματικόν επίπεδο του ακροατηρίου αυτού, αλλά ανέφερα αυτά τα επιχειρήματα από την μυθολογία τους ώστε, όταν χρειασθή, να τους εντροπιάσης εσύ με τα ιδικά τους. Προς δε τους Ιουδαίους απάντησε με την εξής ερώτηση: Ποίον είναι δύσκολο, να γεννήση μία γυναίκα ηλικιωμένη και στείρα, στην οποίαν έχουν εκλείνει οι προϋποθέσεις της γονιμότητος, ή μία νεαρά παρθένος; Στείρα ήταν η Σάρρα, και ενώ το γεννητικό της σύστηνα είχε παύσει να λειτουργή, εγέννησε με τρόπον υπερφυσικό. Και το να γεννήση λοιπόν στείρα, και το να γεννήση παρθένος είναι ξένο προς την φύση. Ή θα απορρίψης λοιπόν και τα δύο ή θα δεχθής και τα δύο. Διότι ο ίδιος Θεός είναι που πραγματοποίησε και εκείνο στην στείρα και τούτο στην Παρθένο.

[Πολλά άλλα θαυμαστά γεγονότα ημπορούμε να υπενθυμίσωμε από την ιστορία των Ιουδαίων], αλλά αυτοί δεν πείθονται με αυτά, εάν δεν πληροφορηθούν πειστικώς με άλλες παρόμοιες και παράδοξες περιπτώσεις αντιθέτων προς την φύση τοκετών. Υπόβαλέ τους λοιπόν την εξής ερώτηση: Η Εύα, η πρώτη γυναίκα, από ποιόν εγεννήθη; Ποία μητέρα την συνέλαβε, αφού δεν υπήρχε άλλη γυναίκα; Απαντά η Γραφή, ότι εδημιουργήθη από την πλευρά του Αδάμ. Άραγε λοιπόν η μεν Εύα εγεννήθη από την πλευρά του ανδρός χωρίς μητέρα, όμως δεν ημπορεί να γεννηθή παιδί άνευ ανδρός από παρθενικήν γαστέρα; Την χρεωστούσε στους άνδρες το γένος του θήλεος αυτή την χάρη, διότι η Εύα εγεννήθη από τον Αδάμ και μάλιστα χωρίς να συλληφθή από μητέρα, αλλά προήλθε μόνον από άνδρα. Ανταπέδωσε λοιπόν η Μαρία το χρέος της χάριτος, γεννώντας με την δύναμη του Θεού, χωρίς την συμμετοχήν ανδρός, αλλά αφθόρως, μόνη της, «εκ Πνεύματος Αγίου».

Ας αναφέρωμε όμως και το ακόμη μεγαλύτερο θαύμα. Διότι το να γεννηθούν σώματα από άλλα σώματα, αν και παράδοξον, είναι όμως δυνατόν. Το να γίνη όμως το χώμα της γης άνθρωπος, αυτό είναι θαυμαστότερον. Το να σχηματισθούν οι χιτώνες των οφθαλμών μόνον από μίγμα πηλού και να δέχωνται τις φωτεινές ακτίνες, αυτό είναι επίσης θαυμαστότερον. Το να δημιουργήται από ένα και το αυτό χώμα και η σκληρότης των οστών και η απαλότης των πνευμόνων, και οι διάφορες άλλες μορφές και δομές των μελών, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να λάβη ζωήν ο πηλός και να περιέρχεται αυτοκινήτως την οικουμένη και να οικοδομή, αυτό είναι το θαυμαστόν. Το να διδάσκη ο πηλός και να ομιλή, να κτίζη και να βασιλεύη, αυτό είναι το θαυμαστόν. Ω αμαθέστατοι Ιουδαίοι, από πού λοιπόν έγινεν ο Αδάμ; Δεν «έλαβεν ο Θεός χουν από της γης» και έπλασεν αυτό το θαυμάσιον πλάσμα; Έπειτα, ο πηλός ημπορεί να μεταβληθή σε οφθαλμό, και η παρθένος να γεννήση δεν ημπορεί; Εκείνο που είναι εντελώς έξω από τις ανθρώπινες δυνατότητες ημπορεί να γίνη, και αυτό που είναι σχεδόν σ’ αυτά τα πλαίσια δεν γίνεται;

Ας κρατούμε αυτά στην μνήμη μας, αδελφοί. Αυτά τα όργανα ας χρησιμοποιούμε για να αμυνώμεθα. Να μην ανεχώμεθα τους αιρετικούς, οι οποίοι διδάσκουν ότι είναι φανταστική η ένωσις των δύο φύσεων στον Χριστόν. Ας περιφρονήσωμε και αυτούς που λέγουν πως η γέννησις του Σωτήρος έγινε με την συνέργεια ανδρός και γυναικός, αυτούς οι οποίοι ετόλμησαν να ειπούν ότι προήλθε από τον Ιωσήφ και την Μαρία, επειδή γράφει «και παρέλαβε την γυναίκα αυτού». Ας ενθυμηθούμε τον Ιακώβ, ο οποίος πριν λάβη την Ραχήλ έλεγε στον Λάβαν: «Απόδος την γυναίκα μου». Όπως δηλαδή εκείνη ονομάζετο γυναίκα του Ιακώβ, πριν ακόμη τον γάμο και μόνο με την υπόσχεση που είχε δοθή, έτσι και η Μαρία, άπαξ και εμνηστεύθη ονομάζετο γυναίκα του Ιωσήφ. Και πρόσεξε την ακρίβεια του Ευαγγελίου, που λέγει «εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο Άγγελος Γαβριήλ από του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ης όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ω όνομα Ιωσήφ» και τα λοιπά. Και πάλιν, όταν ήταν η απογραφή, και ο Ιωσήφ ανέβη για να απογραφή, τί λέγει η Γραφή; «Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω». Ήταν έγκυος λοιπόν. Δεν είπεν όμως «τη γυναικί αυτού», αλλά «τη μεμνηστευμένη αυτώ». Πράγματι, όπως λέγει ο Παύλος, «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού», ο οποίος εγεννήθη όχι από άνδρα και γυναίκα, αλλά «γενόμενον εκ γυναικός» μόνον, που σημαίνει από παρθένο. Το ότι και η παρθένος λέγεται γυναίκα το προαπεδείξαμε. Από παρθένο λοιπόν εγεννήθη ο παρθενοποιός των ψυχών.

Αλλά απορείς με αυτό το γεγονός; Και αυτή η ιδία που τον εγέννησε ευρίσκετο σε απορία. Επειδή λέγει προς τον Γαβριήλ: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Και αυτός απαντά: «Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι. Διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται, Υιός Θεού». Αχραντος και αρρύπαρος η γέννησις. Διότι όπου πνέει το Αγιον Πνεύμα, εξαφανίζεται κάθε μολυσμός. Είναι αρρύπαρος η ένσαρκος γέννησις του Μονογενούς από την Παρθένο. Και αν αντιδρούν οι αιρετικοί προς την αλήθεια, θα τους ελέγξη το Πνεύμα το Άγιον. Θα αγανακτήση η Δύναμις του Υψίστου, η οποία επεσκίασε την Παρθένο. Θα έλθουν αντιμέτωποι με τον Γαβριήλ κατά την ημέρα της Κρίσεως. Θα τους καταισχύνη ο τόπος της Φάτνης, ο οποίος εδέχθη τον Δεσπότη. Θα καταθέσουν ως μάρτυρες οι ποιμένες που ευηγγελίσθησαν τότε, και η στρατιά των αγγέλων που έψαλλαν και υμνούσαν και έλεγαν. «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Θα μαρτυρήσουν ο Ναός, στον οποίον οδηγήθη την τεσσαρακοστήν ημέρα. Τα ζεύγη των τρυγόνων που προσεφέρθησαν υπέρ αυτού και ο Συμεών, ο οποίος τότε τον ενηγκαλίσθη και η Προφήτις Άννα που ήταν παρούσα. Αφού λοιπόν μαρτυρεί ο Θεός και συμμαρτυρεί το Αγιον Πνεύμα και ο Χριστός λέγει: «Τί με ζητείτε αποκτείναι, άνθρωπον oς την αλήθειαν υμίν λελάληκα», ας κλείσουν τα στόματά τους οι αιρετικοί που αντιλέγουν στην ανθρωπίνη φύση του Χριστού. Πράγματι έρχονται σε διαφωνία με αυτόν που λέγει: «ψηλαφήσατέ με και ίδετε, ότι πνεύμα, σάρκα και οστέα ουκ έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα». Ας προσκυνήσωμε τον Κύριο που εγεννήθη από Παρθένο, και ας μάθουν οι παρθένοι το έπαθλο της πολιτείας των. Ας μάθη και των μοναχών το τάγμα την δόξα της αγνότητος. Διότι δεν έχουμε στερηθή το αξίωμα της αγνότητος. Στην γαστέρα της Παρθένου έμεινεν ο Σωτήρ, εννέα μήνες και έγινεν ο Κύριος άνδρας τριάντα τριών ετών. Ώστε αν η Παρθένος καυχάται για το διάστημα των εννέα μηνών που τoν εκράτησε μέσα της, πολύ περισσότερον εμείς που τον είχαμε τόσο πολλά έτη κοντά μας.

Ας τρέξωμε λοιπόν όλοι, με την χάρη του Θεού, στον δρόμο της αγνότητος, «νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων», όχι ζώντας με ακολασίες, αλλά υμνώντας το όνομα του Χριστού. Να μην αγνοήσωμε την δόξα της αγνότητος, διότι είναι αγγελικός ο στέφανος και υπεράνθρωπον το κατόρθωμα. Ας σεβασθούμε τα σώματα, που μέλλουν «να λάμψουν ως ο Ήλιος». Μη μολύνωμε για μία στιγμιαίαν ηδονή το σώμα, που έχει τοιαύτην και τόσο μεγάλην αξία. Πράγματι, η αμαρτία είναι σύντομος και προσωρινή, η εκτροπή όμως είναι πολυετής και αιώνιος. Άγγελοι που περιπατούν επάνω στην γη είναι όσοι αγωνίζονται για την αγνότητα. Οι παρθένοι θα ευρίσκωνται μαζί με την Παρθένο Μαρία.

Ας εξορισθή κάθε καλλωπισμός και κάθε ολέθριον βλέμμα, κάθε βάδισμα συρόμενο και κάθε ένδυμα και άρωμα προκλητικόν. Ας είναι για όλους μας άρωμα η ευωδία της προσευχής και των αγαθών πράξεων και ο αγιασμός των σωμάτων, ώστε ο Κύριος, ο οποίος εγεννήθη από την Παρθένον, να ειπή και για μας, τους άνδρες που ζουν με αγνότητα, και τις γυναίκες που στεφανώνονται γι’ αυτήν: «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι αυτών Θεός και αυτοί έσονταί μοι λαός». Ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
[4ος αιώνΚατηχήσεις Αγίου Κυρίλλου (ΙΒ’ προς τους Φωτιζομένους, Εκδόσεις Ετοιμασία), σελ. 214. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 609 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς]
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

« Καί ἐρχόμενον ἐν δόξῃ κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…» Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων

 



« Καί ἐρχόμενον ἐν δόξῃ κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς…»

Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων
Α’ Σύμφωνα μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, σᾶς διδάσκουμε καί σᾶς πληροφοροῦμε ὅτι ὁ Χριστός θά παρουσιαστεῖ στούς ἀνθρώπους δύο φορές καί ὄχι μόνο μία καί ὅτι ἡ δεύτερη Παρουσία Του θά εἶναι ἀσύγκριτα πιό λαμπρή καί πιό ἔνδοξη ἀπό τήν πρώτη. Διότι στήν πρώτη φανερώθηκε σέ ὅλη τήν ἔκτασή της ἡ ὑπομονή τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ στή δεύτερη θά φανερωθεῖ ὅλη ἡ δύναμη καί ἡ δόξα τῆς Βασιλείας Του. 
…Λοιπόν νά μήν μένουμε στήν πρώτη Παρουσία μόνο, ἀλλά νά περιμένουμε καί τή δεύτερη. Καί ἄν εἴπαμε στήν πρώτη «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος στό Ὄνομα τοῦ Κυρίου» (Ματθ. 21, 9), τότε πού ἔγινε ἡ θριαμβευτική Του εἴσοδος στά Ἱεροσόλυμα, καί στή δεύτερη θά Τοῦ ποῦμε λατρευτικά: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος στό Ὄνομα τοῦ Κυρίου», ὅπως ὁ Ἴδιος μᾶς τό ἔχει ἀποκαλύψει (Ματθ. 23, 39).

Ἔρχεται ὁ Σωτήρας, ὄχι γιά νά δικαστεῖ πάλι, ἀλλά γιά νά δικάσει αὐτούς πού Τόν δίκασαν. Αὐτός, πού στήν πρώτη Του παρουσία σιωποῦσε ὅταν Τόν ἔκριναν, λέει προφητικά καί ἀποκαλυπτικά στούς παράνομους Ἰουδαίους, πού τόν καιρό τῆς Σταύρωσης ἔπραξαν ἐκεῖνα τά τολμηρά: «Αὐτά ἔκανες λαέ μου, καί σιώπησα» (Ψαλμ. 49, 21). Στήν πρώτη Παρουσία ἦρθε γιά νά οἰκονομήσει τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί δίδασκε μέ λόγια πειστικά. Στή δεύτερη ὅμως οἱ ἄνθρωποι, ἔστω καί ἄν δέν θέλουν, θά ἀναγκαστοῦν νά παραδεχτοῦν ὅτι Αὐτός εἶναι «ὁ Μόνος Βασιλεύς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων». 
Γ’ Θά ἔρθει λοιπόν ὁ Κύριός μας, Ἰησοῦς Χριστός, ἀπό τόν οὐρανό. Θά ἔρθει μέ δόξα, ὅταν πρόκειται νά γίνει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου τούτου, στίς ἔσχατες ἡμέρες. Διότι θά γίνει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου τούτου καί ὁ κτιστός κόσμος πάλι θά ἀνακαινιστεῖ. «Ἐπειδή δηλαδή ἁπλώθηκε στή γῆ διαφθορά, κλοπή, μοιχεία καί κάθε εἶδος ἁμαρτίας ξεχύθηκε σ᾽ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη καί ὁ κόσμος πνίγηκε στίς αἱματοχυσίες καί αἱμομιξίες» (πρβλ. Ὡσ. 4, 2), γιά νά μή μείνει τό θαυμάσιο καί ἀπέραντο τοῦτο κατοικητήριο τοῦ ἀνθρώπινου γένους κατάμεστο ἀπό ἀνομία, θά παρέλθει αὐτός ὁ κόσμος, γιά νά ἀναφανεῖ ὁ τελειότερος.
….
Δ’ Θά παρέλθουν λοιπόν ὅσα τώρα βλέπουμε καί θά ἔρθουν ὅσα πρόκειται νά γίνουν, πού θά εἶναι τελειότερα. Ἀλλά τό πότε, κανείς νά μήν τό πολυεξετάζει. Διότι μᾶς εἶπε ὁ Κύριος «πώς δέν εἶναι τῆς δυνατότητάς μας νά μάθουμε τούς χρόνους καί τούς καιρούς, τούς ὁποίους ὅρισε ὁ Πατέρας μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει» (Πράξ. 1, 7). Μήν τολμήσεις λοιπόν νά προσδιορίσεις τό πότε θά γίνουν αὐτά, οὔτε πάλι νά κοιμᾶσαι ἥσυχος1. Διότι λέει «ἀγρυπνεῖτε γιατί δέν γνωρίζετε τήν ὥρα πού θά ἔρθει ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (πρβλ. Ματθ. 24, 44).

Ἀλλά ἐπειδή ἔπρεπε νά γνωρίζουμε τά σημεῖα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου, μιά καί περιμένουμε τόν Χριστό γιά τή δεύτερη Παρουσία Του, γιά νά μήν πεθάνουμε ἀπατημένοι καί γιά νά μήν πέσουμε σέ πλάνη ἀπό τόν ψεύτη Ἀντίχριστο, οἱ Ἀπόστολοι, «κατ᾽ οἰκονομίαν» κινήθηκαν μέ θεόσδοτη προαίρεση καί πῆγαν καί ρώτησαν τόν ἀληθινό Διδάσκαλο, λέγοντας: «Πές μας, πότε θά γίνουν αὐτά καί ποιό θά εἶναι τό σημάδι τῆς Παρουσίας Σου καί τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου;» (Ματθ. 24, 3). «Σέ περιμένουμε πάλι νά ἔρθεις, ἀλλά ὁ Σατανάς μετασχηματίζεται σέ ἄγγελο φωτός» (Β’ Κορ. 11, 14). Ἀσφάλισέ μας λοιπόν, γιά νά μήν προσκυνήσουμε κάποιον ἄλλο, ἐκτός ἀπό Σένα.

Καί Ἐκεῖνος ἄνοιξε τό θεϊκό καί ὑπερένδοξο στόμα Του καί εἶπε: «Προσέξτε μήπως σᾶς πλανήσει κανείς» (Ματθ. 24, 4). Καί σεῖς τώρα, οἱ ἀκροατές, μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, σάν νά Τόν βλέπετε μπροστά σας, ἀκοῦτε νά σᾶς λέει καί σᾶς τά ἴδια: «Προσέξτε μήπως σᾶς πλανήσει κανείς». Καί σᾶς παρακαλεῖ ὅλους ὁ Λόγος νά προσέχετε στά λεγόμενα. Διότι δέν εἶναι ἱστορία πραγμάτων πού πέρασαν, ἀλλά προφητεία μελλόντων πού ὁπωσδήποτε θά ἔρθουν. Δέν τό προφητεύουμε ἐμεῖς ‒ διότι εἴμαστε ἀνάξιοι ‒ ἀλλά φέρνουμε στό μέσο ὅσα ἔχουν γραφεῖ καί ἀναφέρουμε τά σχετικά χαρακτηριστικά «σημεῖα». Κοίτα λοιπόν τώρα μόνος σου, ποιά ἔχουν ἤδη γίνει, τί ἀπολείπεται νά γίνει καί ἀσφάλισε τόν ἑαυτόν σου2

Ε’ Προσέξτε μήπως σᾶς πλανήσει κανείς. «Διότι πολλοί θά παρουσιαστοῦν μέ τό ὄνομά μου καί θά λένε, ἐγώ εἶμαι ὁ Χριστός καί πολλούς θά πλανήσουν» (Ματθ. 24, 4-5). Αὐτά ἐν μέρει ἔχουν γίνει. Διότι ἤδη κάτι τέτοιο τό ἔχει πεῖ ὁ Σίμων ὁ Μάγος καί ὁ Μένανδρος καί μερικοί ἄλλοι ἀπό τούς αἱρεσιάρχες. Θά τό ποῦν σίγουρα καί μερικοί ἄλλοι στήν ἐποχή μας ἤ καί ἄλλοι, μετά ἀπό μᾶς3.

ΣΤ’ Δεύτερο σημεῖο: «Θά ἀκούσετε πολέμους καί φῆμες πολέμων» (Ματθ. 24, 6). Ἀλλά κι ἐμεῖς τώρα δέν ἔχουμε πόλεμο τῶν Περσῶν μέ τούς Ρωμαίους γιά τή Μεσοποταμία ἤ ὄχι; Ξεσηκώνεται «τό ἕνα ἔθνος ἐναντίον τοῦ ἄλλου καί τό ἕνα βασίλειο κατά τοῦ ἄλλου» (Ματθ. 24, 7) ἤ ὄχι; «Καί θά γίνουν πεῖνες, ἐπιδημίες, σεισμοί σέ διάφορους τόπους» (Ματθ. 24, 7). Αὐτά ἤδη ἔχουν γίνει.4 Καί συνεχίζει: «Θά γίνουν φοβερά σημεῖα ἀπό τόν οὐρανό» (Λουκ. 21, 11) καί θά πέσουν βαρεῖς χειμῶνες. «Νά εἶστε λοιπόν ἄγρυπνοι, γιατί δέν ξέρετε ποιά εἶναι ἡ Ἡμέρα πού θά ἔρθει ὁ Κύριός μας» (Ματθ. 24, 42).

Ζ’ Ἀλλά ἐπιζητοῦμε δικό μας σημεῖο τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἐμεῖς οἱ ἐκκλησιαστικοί ζητοῦμε ἐκκλησιαστικό σημεῖο.5 Καί ὁ Σωτήρας λέει: «τότε λοιπόν θά σκανδαλιστοῦν πολλοί καί θά παραδώσει ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί θά μισεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο» (Ματθ. 24, 10). Ἄν ἀκούσεις τώρα ὅτι Ἑπίσκοποι ἐναντίον Ἐπισκόπων καί κληρικοί ἐναντίον κληρικῶν καί λαοί ἐναντίον λαῶν φτάνουν μέχρι νά χυθεῖ αἷμα, μήν ταραχθεῖς. Διότι εἶναι γραμμένο κάτι τέτοιο. Νά μήν προσέχεις τόσο σ᾽ αὐτά πού γίνονται, ὅσο σ᾽ αὐτά πού ἔχουν γραφεῖ6 Οὔτε πάλι ἄν ἐγώ πού σέ διδάσκω χαθῶ, νά χαθεῖς καί σύ μαζί μέ μένα. Ἀλλά πρέπει ὁ ἀκροατής νά γίνει καλύτερος ἀπό τόν δάσκαλο πού τοῦ μιλάει. Καί αὐτός πού ἦρθε τήν ἔσχατη ὥρα νά γίνει πρῶτος (πρβλ. Ματθ. 20, 16), ἐπειδή ὁ Δεσπότης δέχεται καί αὐτούς πού φτάνουν τήν ἑνδέκατη ὥρα (πρβλ. Ματθ. 20, 6-7). Ἐφόσον ἀνάμεσα στούς Ἀποστόλους βρέθηκε προδοσία, ἀπορεῖς πού ἀνάμεσα στούς Ἐπισκόπους ὑπάρχει μισαδελφία7;

Τό σημεῖο ὅμως αὐτό δέν ἀναφέρεται μόνο στούς ἄρχοντες, ἀλλά καί στούς λαούς. Διότι λέει: «Ἐπειδή θά πληθυνθεῖ ἡ ἀνομία, θά ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν περισσοτέρων» (Ματθ. 24, 12). Μπορεῖ λοιπόν νά καυχηθεῖ κανείς ἀπό τούς παρόντες ὅτι ἔχει ἀνυπόκριτη φιλία πρός τόν πλησίον; Δέν συμβαίνει πολλές φορές τά χείλη νά φιλοῦν, τό πρόσωπο νά χαμογελᾶ, τά μάτια νά ἔχουν ἱλαρό βλέμμα, ἡ καρδιά ὅμως νά μηχανεύεται δόλους καί νά κατασκευάζει κακά, ἐνῶ κανείς μιλάει εἰρηνικά; (Πρβλ. Ψαλμ. 27, 3).

Η’ Ἔχεις καί αὐτό τό σημεῖο: «Θά κηρυχθεῖ τοῦτο τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας σ᾽ ὅλη τήν οἰκουμένη, γιά νά τό γνωρίσουν ὅλα τά ἔθνη. Καί τότε θά ἔρθει τό τέλος» (Ματθ. 24, 14). Ἀλλά σχεδόν, ὅπως βλέπουμε, ὅλος ὁ κόσμος πληρώθηκε ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ8.

Θ’ Καί τί γίνεται μετά ἀπ᾽ αὐτό; «Ὅταν λοιπόν θά δεῖτε τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, γιά τό ὁποῖο μίλησε ὁ Δανιήλ ὁ προφήτης, νά στέκεται στόν ἅγιο τόπο ‒ ὁ ἀναγνώστης ἄς ἐννοήσει» (Ματθ. 24, 15) ‒ καί παρακάτω «τότε ἄν κάποιος σᾶς πεῖ, νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός ἤ ἐκεῖ, μήν τόν πιστέψετε» (Ματθ. 24, 23). Ἡ μισαδελφία δίνει λοιπόν τόπο στόν Ἀντίχριστο. Δηλαδή προετοιμάζει ὁ διάβολος διαιρέσεις τῶν λαῶν, γιά νά γίνει εὐπρόσδεκτος ὁ ἐρχόμενος Ἀντίχριστος. Μακάρι κανένας ἀπό τούς δούλους τοῦ Χριστοῦ, πού βρίσκονται ἐδῶ ἤ καί σέ ἄλλα μέρη, νά μήν τόν πλησιάσει καί νά μήν τόν ἀκολουθήσει.
…..
Ι’ Ὁ Χριστός ὁ ἀληθινός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Μονογενής, δέν ἔρχεται ἀπό κάποιο μέρος τῆς γῆς. Ἄν κάποιος ἀπατεώνας τερατουργός καί θαυματουργός, παρουσιαστεῖ στήν ἔρημο, ἰσχυριζόμενος ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Χριστός, μήν πηγαίνεις (πρβλ. Ματθ. 24, 26). Ἄν σοῦ ποῦν «νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, ἤ ἐκεῖ, μήν πιστέψεις» (πρβλ. Μαρκ. 13, 21). Μήν προσέχεις δηλαδή κάτω στή γῆ, διότι ἀπό τόν οὐρανό κατεβαίνει ὁ Δεσπότης, ὄχι μόνος, ὅπως ἔγινε πρίν, στήν πρώτη Παρουσία, ἀλλά ἀνάμεσα σέ πολλούς, ἀπό μυριάδες Ἀγγέλους περιφρουρούμενος. Οὔτε ἔρχεται κρυφά καί ἀθόρυβα, ὅπως ἡ δροσιά ἡ πρωϊνή στό ποκάρι τοῦ μαλλιοῦ (πρβλ. Ψαλμ. 71, 6), ἀλλά σάν ἀστραπή (πρβλ. Λουκ. 17, 24) ἐκτυφλωτική καί ὁλόλαμπρη καί ἀντιληπτή ἀπό ὅλους. Διότι, Αὐτός ὁ Ἴδιος ἔχει πεῖ: «Ὅπως ἡ ἀστραπή ξεπετάγεται ἀπό τήν ἀνατολή καί φαίνεται ὡς τή δύση, ἔτσι θά εἶναι καί ἡ Παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. 24, 27). Καί πάλι: «Θά δοῦν τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά ἔρχεται πάνω στίς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ, μέ δύναμη καί δόξα πολλή. Καί θά ἀποστείλει τούς Ἀγγέλους Του μέ μεγάλη σάλπιγγα» (Ματθ. 24, 30-31) καί ὅσα ἄλλα ἀναφέρονται στό ἴδιο χωρίο.
…..
ΚΒ’ Ἀλλά ποιό θά εἶναι τό σημεῖο τῆς δεύτερης αὐτῆς Παρουσίας Του; Μήν τυχόν τολμήσει καμιά ἐνάντια δύναμη καί τή μιμηθεῖ. «Καί τότε θά φανεῖ, λέει, στόν οὐρανό τό σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. 24, 30). Καί τό σημεῖο τό ἀληθινό, τό διακριτικό τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ Σταυρός. Τό σημεῖο τοῦ φωτόμορφου Σταυροῦ προηγεῖται ἀπό τό Βασιλιά καί δηλώνει ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού εἶχε σταυρωθεῖ παλιότερα, γιά νά Τόν δοῦν οἱ Ἰουδαῖοι, αὐτοί πού Τόν κέντησαν στήν πλευρά καί συνωμότησαν γιά νά φονευτεῖ καί νά θρηνήσουν πανεθνικά καί χωριστά κάθε φυλή (πρβλ. Ζαχ. 12, 10. 12), λέγοντας: Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού ραπίσαμε, Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού φτύσαμε στό πρόσωπο, Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού Τοῦ βάλαμε δεσμά, Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού, ἀφοῦ πρῶτα Τόν σταυρώσαμε, Τόν ἐξευτελήσαμε. Θά ποῦν τότε: Ποῦ νά πᾶμε γιά νά ἀποφύγουμε τήν ὀργή Σου; Ἀφοῦ ὅμως Ἀγγελικά στρατεύματα θά περιβάλλουν καί θά φρουροῦν τόν κόσμο, πουθενά δέν θά μπορέσουν νά πᾶνε. Φόβος γιά τούς ἐχθρούς θά εἶναι τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, χαρά θά εἶναι γιά τούς φίλους πού πίστεψαν σ᾽ Αὐτόν ἤ Τόν κήρυξαν στά ἔθνη ἤ μαρτύρησαν γιά τό ὄνομά Του.

Ποιός θά εἶναι ἄραγε τόσο εὐλογημένος, ὥστε τότε θά βρεθεῖ φίλος τοῦ Χριστοῦ. Δέν καταφρονεῖ τούς δικούς Του δούλους ὁ τόσο ἔνδοξος Βασιλιάς, Αὐτός πού Τόν δορυφοροῦν Ἄγγελοι, πού εἶναι σύνθρονος τοῦ Πατέρα. Καί γιά νά μήν ἀναμειχθοῦν οἱ ἐκλεκτοί μαζί μέ τούς ἐχθρούς, «θά στείλει τούς Ἀγγέλους Του μέ σάλπιγγα μεγάλη καί θά συνάξουν τούς ἐκλεκτούς τοῦ Κυρίου ἀπό τούς τέσσερεις ἀνέμους» (Ματθ. 24, 31). Γιατί, ἀφοῦ δέν καταφρόνησε ἕναν, ἐννοῶ τόν Λώτ, πῶς εἶναι δυνατόν νά καταφρονήσει πολλούς δικαίους μαζί; Θά πεῖ τότε σ᾽ αὐτούς πού θά εἶναι ἀνεβασμένοι πάνω στά νεφελώδη ἅρματα καί θά ἔχουν συναχθεῖ ἀπό τούς Ἀγγέλους: «Ἐλάτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου» (Ματθ. 25, 34).

ΚΓ’ Ἀλλά θά πεῖ κάποιος ἀπό τούς παρόντες: Εἶμαι φτωχός ἤ μπορεῖ τότε ἴσως νά βρεθῶ ἄρρωστος στό κρεββάτι. Ἤ μπορεῖ νά πεῖ κάποια: Εἶμαι γυναίκα καί μπορεῖ νά βρεθῶ στό μύλο. Τί θά γίνει; Μήπως γι᾽ αὐτούς τούς λόγους θά μᾶς περιφρονήσουν καί θά μᾶς καταδικάσουν; Ἔχε θάρρος, ἄνθρωπε. Ὁ Κριτής εἶναι ἀπροσωπόληπτος. «Δέν πρόκειται νά κρίνει μέ βάση τά φαινόμενα, οὔτε σκοπεύει νά ἐλέγξει μέ βάση τά λόγια» (Ἡσ. 11, 3), οὔτε προτιμάει τούς μορφωμένους ἀπό τούς ἁπλούς καί ἀπαίδευτους, οὔτε τούς πλούσιους ἀπό τούς φτωχούς. Καί στό χωράφι ἄν βρίσκεσαι, θά σέ πάρουν οἱ Ἄγγελοι.

Μή νομίσεις πώς θά προτιμήσει τούς κτηματίες καί σένα τό γεωργό θά σέ ἀφήσει. Εἴτε δοῦλος εἶσαι, εἴτε φτωχός, μή ἔχεις καμιά ἀγωνία. «Αὐτός πού ἔλαβε δούλου μορφή»9 (Φιλιπ. 2, 7), δέν περιφρονεῖ τούς δούλους. Ἄν τύχει πάλι καί εἶσαι ἄρρωστος στό κρεββάτι, ἔχει γραφεῖ: «Τότε θά εἶναι δύο στό ἴδιο κρεββάτι, τόν ἕνα θά τόν πάρουν, τόν ἄλλο θά τόν ἀφήσουν» (Λουκ. 17, 34). Ἔστω κι ἄν ἀπό ἀνάγκη εἶσαι ἀπασχολημένος στό μύλο, εἴτε εἶσαι ἄνδρας εἴτε γυναίκα, ἤ ἔχεις δοῦλο στό μύλο καί ἀναγκάζεσαι νά παραμένεις ἐκεῖ, δέν πρόκειται νά σέ περιφρονήσει Αὐτός «πού κάνει ἐλεύθερους καί ἀνδρειωμένους τούς ἁλυσοδεμένους» (πρβλ. Ψαλμ. 67, 7), Αὐτός πού ὁδήγησε τόν Ἰωσήφ στή βασιλεία ἀπό τή δουλεία καί τή φυλακή. Αὐτός καί σένα θά σέ λυτρώσει ἀπό τίς θλίψεις καί θά σέ ὁδηγήσει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μόνο ἔχε θάρρος, μόνο νά ἐργάζεσαι τό ἀγαθό, νά ἀγωνίζεσαι πρόθυμα, διότι τίποτε δέν πάει χαμένο.

Εἶναι γραμμένη κάθε σου προσευχή καί ψαλμωδία, εἶναι γραμμένη κάθε σου ἐλεημοσύνη, κάθε σου νηστεῖα. Εἶναι γραμμένος κάθε γάμος πού διαφυλάχτηκε στά ὅρια τά ἠθικά, εἶναι γραμμένη κάθε εἴδους ἐγκράτεια πού ἔγινε γιά χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀνάμεσα ὅμως σ᾽ ὅλα, ὅσα ὁ Θεός καταγράφει γιά νά μᾶς στεφανώσει, τήν πρώτη θέση τήν ἔχει ἡ παρθενία καί ἡ ἁγνεία καί πρόκειται νά λάμπεις σάν Ἄγγελος.

Ἀλλά ὅπως ἄκουσες μέ εὐχαρίστηση τά καλά, ἄκουσε πάλι χωρίς νά ταραχθεῖς καί τά ἀντίθετα. Εἶναι ὅλα γραμμένα, κάθε σου πλεονεξία, κάθε σου πορνεία, κάθε σου ὅρκος πού ἀθέτησες, κάθε βλασφήμια, κάθε μαγεία, κάθε κλοπή καί κάθε φόνος. Ὅλα αὐτά θά καταγραφοῦν, ἐάν μετά τό Βάπτισμα πράξεις τά ἴδια πάλι, διότι τά προηγούμενα ἐξαλείφονται ὅλα.

ΚΔ’ «Ὅταν θά ἔρθει», λέει, «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου μέ ὅλη τή δόξα Του, ὅλοι οἱ Ἄγγελοι θά εἶναι μαζί Του» (Ματθ. 25, 31). Κοίτα, ἄνθρωπε, μπροστά σέ πόσο πλῆθος θά βγεῖς νά κριθεῖς. Σύμπαν τό γένος τῶν ἀνθρώπων τότε θά παρίσταται. Ἀναλογίσου λοιπόν πόσο πολυάριθμος εἶναι ἠ φυλή τῶν Ρωμαίων, ἀπό πόσα πλήθη ἀποτελοῦνται οἱ βάρβαρες φυλές πού τώρα ζοῦν καί πόσες ἀπό αὐτές τίς βάρβαρες φυλές ἔχουν πεθάνει ἐδῶ καί ἑκατό χρόνια. Λογάριασε πόσοι θάφτηκαν μέσα σέ χίλια χρόνια ἀπό ὅλες αὐτές τίς φυλές καί τόσες ἄλλες. Λογάριασε ὅλους, ὅσοι ἔζησαν στή γῆ ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα. Εἶναι πραγματικά ἀπειροπληθεῖς ἀλλά, παρόλα αὐτά, μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὅτι εἶναι καί λίγοι, ἄν τούς συγκρίνουμε μέ τούς Ἀγγέλους, πού σίγουρα εἶναι κατά πολύ περισσότεροι. Ἐκεῖνοι εἶναι τά ἐνενήντα ἐννέα πρόβατα, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι μόνο τό ἕνα (πρβλ. Ματθ. 18, 12. Λουκ. 15, 4). Σύμφωνα μέ τό μέγεθος τῶν τόπων πρέπει νά ὑπολογίζουμε καί τό πλῆθος τῶν κατοίκων τους11. Ἡ γῆ πού κατοικεῖται ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, σύμπασα ἡ οἰκουμένη, ἔτσι ὅπως βρίσκεται στό μέσον τοῦ οὐρανοῦ πού τήν περιβάλλει, εἶναι μόνο τό κέντρο ἑνός κύκλου καί ὅμως βαστάζει πάνω της τόσα πλήθη.

Σκεφτεῖτε λοιπόν ὁ οὐρανός πού τήν περιβάλλει σάν κύκλος, πόσο πιό ὑπερμεγέθης εἶναι ἀπό αὐτήν. Καί σκεφτεῖτε ὅτι ὑπάρχουν ἄπειροι ἄλλοι οὐρανοί, πού δέν μποροῦμε οὔτε κάν νά φανταστοῦμε τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων πού τούς κατοικοῦν. Διότι ἔχει γραφεῖ: «Χίλιες χιλιάδες Τόν ὑπηρετοῦσαν καί μύριες μυριάδες ἔστεκαν μέ δέος μπροστά Του» (πρβλ. Δαν. 7, 10). Καί ὄχι βέβαια πώς εἶναι μόνο τόσο τό πλῆθος τῶν Ἀγγέλων, ἀλλά περισσότερο ἀπ᾽ αὐτό δέν μποροῦσε νά μᾶς παραστήσει ὁ Προφήτης. Θά εἶναι παρών λοιπόν τότε στήν Κρίση ὁ Θεός, ὁ Πατέρας ὅλων, θά παρακάθεται καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά παρευρίσκεται καί Αὐτό. Ἀγγελική σάλπιγγα θά προσκαλέσει ὅλους ἐμᾶς, πού ἔχουμε σάν ἔνδυμά μας ὅλα μας τά ἔργα.

Μήπως λοιπόν καί μόνο μ᾽ αὐτή τήν εἰκόνα, δέν εἶναι φυσικό ἀπό τώρα νά ἔχουμε κάποια αἴσθηση ἀγωνίας; Μήν τό θεωρήσεις, ἄνθρωπε, ὅτι εἶναι μικρή καταδίκη, ἀκόμα καί τότε πού δέν θά κολαστεῖς αἰώνια, τό νά ἔρθουν στό φῶς ὅλα τά κρυφά καί φανερά ἔργα σου, μπροστά στά ἄπειρα πλήθη ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν Ἀγγέλων. Μήπως δέν ἔρχονται στιγμές στή ζωή μας πού προτιμᾶμε νά πεθάνουμε πολλούς θανάτους, παρά νά μάθουν κάποιοι φίλοι μας τά μυστικά μας, γιά τά ὁποῖα θά ἔπρεπε νά μᾶς ἀποδοκιμάσουν12.

ΚΕ’ Κάτω ἀπό τή συναίσθηση αὐτῆς τῆς τόσο κρίσιμης περιστάσεως, ἀδελφοί μου, ἄς φροντίσουμε μέ ζῆλο νά μή μᾶς ἀποδοκιμάσει καί καταδικάσει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος δέν χρειάζεται νά διενεργήσει καμιά ἐξέταση καί κανένα ἔλεγχο, προκειμένου νά γνωρίσει ἐμᾶς καί τά ἔργα μας. Μήν πεῖς ὅτι νύχτα ἔπεσα σέ πορνεία ἤ ἔκανα μαγεῖες ἤ ἔπραξα κάτι ἄλλο καί ἄνθρωπος δέν βρισκόταν ἐκεῖ. Ἀπό τή συνείδησή σου κρίνεσαι, ἀπό τούς λογισμούς σου. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τότε πού θά κρίνει ὁ Θεός τά κρυφά ἔργα τῶν ἀνθρώπων, οἱ λογισμοί τοῦ ἀνθρώπου μέσα στή συνείδησή του θά λειτουργοῦν σάν μάρτυρες κατηγορίας ἤ σάν μάρτυρες ὑπερασπίσεως (πρβλ. Ρωμ. 2, 15-16). Σέ ἀναγκάζει νά πεῖς τήν ἀλήθεια τό Πρόσωπο τοῦ Κριτῆ-Θεοῦ, πού σοῦ ἐμπνέει τό δέος. Καί ἀκόμα πιό ἔντονα, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι σέ ἐλέγχει ἀκόμα καί τότε πού ἐσύ δέν θά φανερώσεις τήν ἀλήθεια. Γιατί, ὅπως εἴπαμε, θά ἀναστηθεῖς καί θά παρουσιαστεῖς στόν Κριτή, σάν νά εἶσαι ντυμένος μέ τίς ἁμαρτίες σου ἤ, ἄν ἔχεις βέβαια, καί μέ κάποιες καλές καί ἐνάρετες πράξεις σου.

Καί τό δήλωσε τοῦτο ὁ Κριτής ‒ διότι ὁ Χριστός θά εἶναι Ἐκεῖνος πού θά κρίνει‒ λέγοντας:«Ἐπειδή δέν δικάζει ὁ Πατέρας κανέναν, ἀλλά τήν κρίση τήν ἄφησε στόν Υἱό» (Ἰωάν. 5, 22). Καί αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἀποξενώνεται ἀπό τήν ἐξουσία Του, ἀλλά ὅτι κρίνει «διά τοῦ Υἱοῦ»13. Βέβαια ὁ Υἱός κρίνει μέ τή συγκατάνευση τοῦ Πατέρα. Καί ἀσφαλῶς ἡ κρίση καί ἡ ἀπόφαση τοῦ Υἱοῦ εἶναι ἴδια μέ τήν κρίση καί τήν ἀπόφαση τοῦ Πατέρα, γιατί Πατέρας καί Υἱός ἔχουν μία καί τήν αὐτή γνώμη. Τί λέει ὅμως ὁ Κριτής γιά τό ἄν ἀποτελοῦν ἤ ὄχι τό ἔνδυμά σου οἱ πράξεις σου καί τά βιώματά σου; «Καί θά συναχθοῦν μπροστά Του πάντα τά ἔθνη» (πρβλ. Ματθ. 25, 32). Διότι πρέπει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ νά γονατίσουν καί τά ἐπουράνια καί τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια (πρβλ. Φιλιπ. 2, 10). Καί θά χωρίσει τούς μέν ἀπό τούς δέ, «ὅπως χωρίζει ὁ βοσκός τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια» (Ματθ. 25, 32).

Πῶς τά χωρίζει ὁ βοσκός; Ἄραγε τά ἐξετάζει βάσει κανενός βιβλίου, γιά νά δεῖ ποιό εἶναι πρόβατο καί ποιό κατσίκι; Ἤ τά διακρίνει ἀπό τήν ἐμφάνιση; Δέν εἶναι τό σγουρό καί ἀφράτο μαλλί πού φανερώνει τό πρόβατο καί τό σκληρό καί ἄγριο τρίχωμα πού φανερώνει τό κατσίκι; Ἔτσι εἶναι καί μόλις καθαριστεῖς ἀπό τίς ἁμαρτίες σου. Ἔχεις στό ἑξῆς τό μαλλί καθαρό καί μένει ἡ στολή σου ἀμόλυντη καί λές πάντοτε: «Ξεντύθηκα τό χιτώνα τῆς ἁμαρτίας, πῶς νά τόν ξαναβάλλω;» (Ἆσμ. 5, 3). Ἀπό τό ἔνδυμα γνωρίζεσαι σάν πρόβατο, ἄν ὅμως βρεθεῖς τριχωτός σάν τόν Ἡσαῦ, πού ἦταν πυκνότριχος καί ἐλαφρόμυαλος, πού ἔχασε τά πρωτοτόκια γιά τό φαΐ καί πούλησε τό ἀξίωμά του, θά πᾶς στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου. Ἄς μή γίνει κανείς ἀπό τούς παρόντες νά χάσει τή Χάρη, οὔτε μέ τά ἄδικά του ἔργα νά βρεθεῖ στά ἀριστερά τάγματα τῶν ἁμαρτωλῶν.

ΚΣΤ’ Πραγματικά, μᾶς προκαλεῖ τό φόβο ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ καί μᾶς τρομάζουν ὅσα μᾶς πληροφοροῦν γιά τό πῶς θά γίνει. Ἐνῶ προβάλλεται σάν σκοπός τῆς ζωῆς μας ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔχει ἑτοιμαστεῖ καί ἡ αἰώνια φωτιά τῆς κολάσεως. Καί θά πεῖ εὔλογα κάποιος: «Πῶς θά ἀποφύγουμε τή φωτιά τῆς κολάσεως. Καί πῶς θά μποῦμε στή Βασιλεία;». «Πείνασα», λέει, «καί μοῦ δώσατε νά φάω» (Ματθ. 25, 35). Μάθετε λοιπόν τόν τρόπο. Δέν χρειάζεται ἐδῶ νά κάνεις ἀλληγορία, ἀλλά νά κάνεις πράξη τά λεγόμενα. «Πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ξένος εἴμουνα καί μέ φιλοξενήσατε, γυμνός καί μέ ντύσατε, ἀρρώστησα καί μέ ἐπισκεφθήκατε, στή φυλακή ἤμουνα καί ἤρθατε νά μέ δεῖτε» (Ματθ. 25, 35-36). Αὐτά ἄν πράξεις, θά εἶσαι μαζί Του στή Βασιλεία, βασιλιάς14. Ἄν ὅμως δέν τά πράξεις, θά κατακριθεῖς.

Ἄρχισε λοιπόν ἀπό τώρα νά τά κάνεις πράξη καί ἔχε ζωντανή καί σταθερή πίστη. Πρόσεξε νά μήν κλειστεῖς ἔξω, ὅπως οἱ μωρές παρθένες, ἀναβάλλοντας νά ἀγοράσεις λάδι15. Μή θαρρευτεῖς ἐπειδή ἔχεις ἁπλῶς τή λαμπάδα, ἀλλά νά τήν ἔχεις νά καίει. «Ἄς λάμπει τό φῶς τῶν καλῶν σου ἔργων μπροστά στούς ἀνθρώπους» (πρβλ. Ματθ. 5, 16) καί νά μή βλασφημεῖται ἐξαιτίας σου ὁ Χριστός. Φόρεσε ἔνδυμα ἀφθαρσίας, διαπρέποντας στά καλά καί θεάρεστα ἔργα. Καί ὅποια ὑπόθεση «κατ᾽ οἰκονομίαν», σοῦ ἐμπιστευτεῖ ὁ Θεός, διοίκησέ την εὐάρεστα καί καρποφόρα. Χρήματα σοῦ ἐμπιστεύτηκε; Κάνε καλή καί χρηστή διαχείρηση. Λόγο διδασκαλίας σοῦ ἐμπιστεύτηκε; Μεταχειρίσου τό χάρισμα γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Μπορεῖς νά φέρνεις καί ἄλλους νά ἀκοῦν τό λόγο, τό κήρυγμα τῆς πίστεως; Κάνε το μέ ζῆλο.

Ὑπάρχουν τόσες πολλές μορφές ζωῆς καί δράσεως, μέσα στίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀναδειχθεῖ πιστός καί καλός οἰκονόμος τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ. Προσέξτε μόνο νά μή βρεθεῖ κανείς νά σφάλλει καί ἀπορριφθεῖ, ὥστε νά συναντήσουμε μέ παρρησία τόν αἰώνιο Βασιλέα Χριστό, πού βασιλεύει στούς αἰῶνες. Διότι θά βασιλέψει στούς αἰῶνες. Αὐτός πού θά κρίνει ζῶντες καί νεκρούς, Αὐτός ὁ Ὁποῖος πέθανε γιά χάρη τῶν ζώντων καί τῶν νεκρῶν, καθώς καί ὁ Παῦλος τό λέει: «Γι᾽ αὐτό ὁ Χριστός πέθανε καί ἔζησε, γιά νά γίνει Κύριος καί Βασιλέας ζώντων καί νεκρῶν» (Ρωμ. 14, 9).
…..
ΛΓ’ …Καί εἴθε ὁ Θεός τῶν ὅλων, ὅλους ἐσᾶς νά σᾶς διατηρήσει ἱκανούς καί φωτισμένους, ὥστε νά ἔχετε στή μνήμη σας τά σημεῖα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου καί νά μείνετε ἀκατανίκητοι ἀπό τόν Ἀντίχριστο. Τώρα πιά γνώρισες τά ἰδιαίτερα σημάδια πού θά φανερώνουν τόν ἐρχομό τοῦ πλάνου. Ἔχεις καί τίς ἀποδείξεις τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ, πού φανερά πρόκειται νά κατεβεῖ ἀπό τόν οὐρανό. Τόν ἕνα ἀπόφευγέ τον, τόν πλάνο. Τόν Ἄλλο περίμενέ Τον, τόν Ἀληθινό. Ἔμαθες τόν τρόπο, μέ ποιά κριτήρια δηλαδή θά βρεθεῖς στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Τήρησε ὅ,τι σοῦ ἔχω ἐμπιστευθεῖ σχετικά μέ τόν Χριστό (πρβλ. Α’ Τιμ. 6, 20), διαπρέποντας σέ ἔργα θεάρεστα (πρβλ. Α’ Τιμ. 2, 10), ὥστε νά κληρονομήσεις τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ παρασταθεῖς μέ παρρησία ἐνώπιον τοῦ Κριτῆ, διά τοῦ Ὁποίου καί μετά τοῦ Ὁποίου ἡ δόξα ἀνήκει στόν Θεό, μαζί καί στό Ἅγιο Πνεῦμα, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 
1. Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Πατρός ἔχει διαχρονική σημασία καί ἀξία καί πρέπει, νά λαμβάνεται σοβαρῶς «ὑπ᾽ ὄψιν» ἀπό ὅλους ἐκείνους πού στήν ἐποχή μας συγκινοῦνται καί ὑπερφορτίζονται σέ σχέση μέ τό θέμα τῆς ἔλευσης τοῦ Ἀντιχρίστου.

2. Ὁ ἅγιος Διδάσκαλος δέν θέλει νά ὑποδείξει τόν ἐξυποκειμενισμό τοῦ θέματος. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι δυνατόν ὁ νηφάλιος καί διακριτικός νοῦς νά κάνει μιά σωστή προσέγγιση στό θέμα, ἀναλαμβάνοντας τίς δικές του εὐθύνες καί ἐμπιστευόμενος τά περαιτέρω στόν Θεό καί στήν Ἐκκλησία.

3. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Ἅγιος ἀφήνει περιθώρια γιά ἐπανάληψη τοῦ φαινομένου τῆς παρουσίας ψευδόχριστων, ἄν καί στίς μέρες του ὀνομάζει κάποιους συγκεκριμένους. Ἄλλη μιά ἔνδειξη τῆς χαρισματικῆς νηφαλιότητάς του.

4. Τόν τέταρτο αἰώνα μ.Χ. ὁ Ἅγιος διαπίστωνε ὅτι εἶχαν πραγματοποιηθεῖ μερικά ἀπό τά σημεῖα καί ὅμως ἀπό τότε μέχρι σήμερα ἔχουμε ἴδια καί παρόμοια φαινόμενα. Αὐτό ὑπαγορεύει στούς νηφάλιους νά μήν ἀπολυτοποιοῦν τίς δικές τους ἐκτιμήσεις καί νά προσέχουν ὥστε, ὄχι μόνο νά μή τρομοκρατοῦνται, ἀλλά καί νά μή πανικοβάλλουν τούς ἄλλους.

5. Δέν πρόκειται γιά ρητορικό ἑλιγμό προκειμένου νά μεταβεῖ στήν ἑπόμενη θέση του, ἀλλά γιά ἐπιτυχημένη ἐφαρμογή κοινωνικῆς καί ψυχολογικῆς ἀρχῆς στό ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο. Πρέπει νά μποροῦμε νά βλέπουμε πόσο μεταπτωτικά κινούμαστε μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί πόσο «τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο» πάσχει σάν νά μήν εἶναι «ἐκκλησιασμένο»!

6. Ἔχει ἀφάνταστα μεγάλη καί καθοριστική σημασία αὐτή ἡ σύσταση τοῦ Ἁγίου. Δέν θά κάναμε τόσο σάλο, στίς μέρες μας, ἄν ἐφαρμόζαμε αὐτή τή σύστασή του. Πράγματι μερικοί ἀπό μᾶς σχηματίζουμε, χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα, μιά γνώμη γιά τά πράγματα καί μετά ψάχνουμε νά βροῦμε ποῦ συμφωνεῖ ἡ Γραφή μέ μᾶς. Ἀντίστροφα, ὁ Ἅγιος ζητάει ἀπό μᾶς νά γνωρίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τή διδαχή τῆς Γραφῆς καί βάσει αὐτῆς νά κρίνουμε τά πράγματα.

7. Ἕνα ἐρώτημα πού ἀσφαλῶς εἶναι ἀναμοχλευτικό συνειδήσεων. Παρά ταῦτα θά μποροῦσε νά παρατηρηθεῖ ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας δέν θά ἔπρεπε νά λειτουργοῦν στό ἐπίπεδο πού λειτουργοῦσαν οἱ Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ πρίν ἀπό τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἁγιότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐξασφαλίζεται ἀπό τήν ἀναμαρτησία τῶν μελῶν Της, ἀλλά ἀπό τήν ἁγιότητα τῆς Κεφαλῆς Της, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά «φερόμαστε», νά ὁδηγούμαστε πρός τήν τελειότητα (Ἑβρ. 6, 1).

8. Ἤδη ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο (Κολ. 1, 23) θεωρεῖται τό Εὐαγγέλιο κηρυγμένο σέ ὅλη τήν κτίση. Ὅμοια ἄποψη ἔχει καί ὁ ἅγιος Κύριλλος τόν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ὅμως δημιουργεῖται εὔλογα ἡ ἀπορία· ποιά ἦταν ἡ ἀντίληψη τῆς τότε ἐποχῆς γιά τήν ἔκταση τῆς κτίσης; Πέρασαν δεκαέξι αἰῶνες καί ἀκόμα δέν ἔχει ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος… (Μαρκ. 13, 10). Πόση δυσπιστία πρέπει νά ἔχουμε στήν ἀνθρώπινη ἐμβέλεια! Παράλληλα, πρέπει νά ἐρευνηθεῖ καί τί σημαίνει «νά κηρυχθεῖ τό Εὐαγγέλιο». Μέ τή σύγχρονη πληροφορική, θά ἦταν δυνατόν νά ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι τό Εὐαγγέλιο ἔχει πραγματικά κηρυχθεῖ. Κήρυγμα ὅμως σημαίνει, ἠχητική διάδοση τοῦ λόγου;

9. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι δέν περιφρονοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο θυσιαζόμαστε. Πολλές φορές ὅμως, λειτουργώντας κατακτητικά καί δυναστευτικά τήν ἀγάπη μας, ὄχι μόνο περιφρονοῦμε, ἀλλά καταστρέφουμε-ἐξαφανίζουμε αὐτόν πού ἀγαπᾶμε, ἄν ἀρνηθεῖ νά γίνει «κτῆμα» μας.

10. Ἡ ἀξιολογική προβολή στά «ἔσχατα» κάθε μορίου τῆς πραγματικότητας (θετικῆς ἤ ἀρνητικῆς) τῆς ζωῆς μας εἶναι ὄντως ἀπόλυτα καθαρτική διεργασία. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ διάβολος δέν μᾶς ἀφήνει νά ζοῦμε αὐτή τήν πραγματικότητα. Μᾶς πείθει ὅτι «ὅλα ἐδῶ τελειώνουν». Εἴμαστε εὔκολοι νά δεχόμαστε τίς διαβολικές «πληροφορίες» καί νά περιφρονοῦμε τίς πληροφορίες πού τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς χαρίζει μέ ἅγια στόματα ἤ κείμενα. Ἔτσι βυθιζόμαστε μέσα στό διαβολικό καί μυωπικό ρεαλισμό καί χάνουμε τά κριτήρια τῆς αὐτογνωσίας μας σέ τέτοιο βαθμό πού δέν μποροῦμε νά χαροῦμε οὔτε τή ζωή τῆς ἁγνείας καί παρθενίας πού ὁ Ἅγιος ἀποτιμᾶ σάν τό πιό ἀξιόλογο μέγεθος τοῦ ἐσχατολογικοῦ πλούτου μας.

11. Καί οἱ Ἄγγελοι εἶναι κτιστά δημιουργήματα καί μέ αὐτή τή βάση ὁ Ἅγιος βάζει καί τή διάσταση τοῦ χώρου ἀναφερόμενος σ᾽ αὐτούς. Κινεῖται μέσα στό πλαίσιο τῶν κοσμογεωγραφικῶν γνώσεων τῆς ἐποχῆς του καί θεολογεῖ μέ χαρισματική «αἴσθηση» πού τοῦ χαρίζει ἔμμεσα ἤ ἄμεσα τό Ἅγιο Πνεῦμα.

12. Εἶναι ἀξιοθαύμαστη ἡ ἱκανότητα τοῦ Ἁγίου νά κατεβαίνει στά ἐπίπεδα τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου καί μέ τήν ἀξιοποίηση τῆς ἁμαρτωλῆς ἐμπειρίας του νά τόν βοηθήσει νά ἀναχθεῖ στήν ὀρθή ἀντίληψη τῶν πραγμάτων μέσα στήν ἐσχατολογική προοπτική τους. Εἶναι πλούσιος σέ ἀνθρωπολογικές, κοινωνιολογικές καί ψυχολογικές γνώσεις, ἀλλά τίς ἐντάσσει καί τίς ὑποτάσσει στίς χαρισματικές θεολογικές στοχεύσεις του.

13. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος ρώτησε τόν Κύριο ποιά θά εἶναι ἡ ἔκβαση τῆς προσωπικῆς ζωῆς κάθε Ἀποστόλου (Ματθ. 19, 27), ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «καθίσεσθε ἐπί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ» (Ματθ. 19, 28). Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (5, 22) μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι θά κριθοῦμε ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, στόν Ὁποῖο ὁ Θεός-Πατέρας ἔχει δώσει μιά ἀποκλειστική ἁρμοδιότητα. Αὐτές οἱ δύο θέσεις μᾶς βοηθοῦν νά κατανοήσουμε τήν ἔννοια τῆς κρίσης πού θά μᾶς βρεῖ. Δέν πρόκειται γιά δικαστική αὐθεντική-θεϊκή ἐτυμηγορία πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός νά ἐνυποστασιωθοῦμε στήν Ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, πού πέρασε νικητικά τήν κρίση, ὡς «ὁ Ἄνθρωπος», γιά χάρη κάθε ἀνθρώπου.

14. Οἱ καλές πράξεις μας δέν εἶναι αὐτόνομα ἀτομικά κατορθώματα. Εἶναι χαρισματική συλλειτουργία μας μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, μέσα στή ζωή καί τήν Ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι πρόγευση τῆς ἐσχατολογικῆς μακαριότητας τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένων.

15. Συχνά, ἡ ἀναβολή δέν εἶναι μόνο «κλέπτης τοῦ χρόνου», εἶναι καί ματαίωση τοῦ σκοποῦ, τοῦ στόχου καί τοῦ ἀποτελέσματος καρποφορίας. Στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Ἅγιος μᾶς θυμίζει τήν ἀναβλητικότητα πού στηρίζεται πάνω στήν ὕπαρξη καλῆς προαίρεσης. Πολλοί ἀπό μᾶς ἀπατῶνται μέ τήν ἑξῆς σκέψη: Ἀφοῦ ἔχω τήν προαίρεση καί τή δύναμη νά κάνω κάτι πού δέν εἶναι καί τόσο σημαντικό, γιατί νά δώσω χρόνο καί δυνάμεις νά τό πραγματοποιήσω καί νά μήν κάνω κάτι ἄλλο πιό σημαντικό; Νομίζουμε ὅτι μποροῦμε νά ἀντικαταστήσουμε τήν πράξη μέ ἰδεολογήματα!

Ἁπό τό βιβλίο:
ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Ἐκδόσεις «Ἑτοιμασία»
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέας 1999

Δημοφιλείς αναρτήσεις