Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Ο «υποχρεωτικός» νέος


Αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος 
Ο «υποχρεωτικός» νέος

Ο αββάς Ισαάκ ο Θηβαίος εργαζόταν κάνοντας μια μεγάλη κουνουπιέρα. Κατάλαβε όμως ότι κάπου έκανε λάθος και σκεπτόταν πως να το διορθώσει. Πέρασε έτσι μια ολόκληρη μέρα και δεν ήξερε τι να κάνει. Καθώς αναρωτιόταν, μπαίνει από το παράθυρο ένας νεαρός και του λέει:
- Έκανες λάθος, δώσε μου το εργόχειρο σου να το διορθώσω.
-Φύγε συ από δω κι ας μείνει όπως είναι, του απαντά ο αββάς.
-Ναι, αλλά θα ζημιωθείς έχοντας το κακοφτιαγμένο.
-Εσένα, τι σε μέλλει; 
-Σε λυπάμαι, γιατί πάει χαμένος ο κόπος σου. Εξ άλλου είσαι δικός μου.
-Πώς το λες αυτό;
-Επειδή κοινώνησες τρεις φορές, ενώ μνησικακείς εναντίον του γείτονα σου.
-Ψέματα λες. 
-Δεν λέω ψέματα. Δεν εχθρεύεσαι τον γείτονά σου για λίγες φακές; Εγώ είμαι ο αρμόδιος για την μνησικακία. Γι’ αυτό είσαι δικός μου.
Μόλις το άκουσε αυτό ο αββάς Ισαάκ, άφησε το κελλί του, πήγε στον γείτονα του και του έβαλε μετάνοια. Όταν επέστρεψε είδε ότι ο δαίμονας του κατέστρεψε και το εργόχειρο του και το ψαθί, όπου έκανε τις μετάνοιες του. Τον είχε εξαγριώσει η μεταμέλεια του αββά.

Λειμωνάριον
Ιωάννη Μόσχου. 
μετ. Θεολόγου μοναχού, εκδ. Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, Άγιο Όρος, 1983 
Χαρίσματα και χαρισματούχοι. 
Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων. 
Τόμος πρώτος. 
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, εκδ. Δ΄ 1990

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

Αββάς Μωυσής – διδακτικές ιστορίες


Πηγή:εδώ
Αββάς Μωυσήςδιδακτικές ιστορίες

Ένας αδελφός έσφαλε κάποτε στη Σκήτη. Για το θέμα αυτό έγινε συμβούλιο και κάλεσαν και τον αββά Μωυσή, εκείνος όμως δεν ήθελε να πάει. Ο πρεσβύτερος λοιπόν έστειλε να τον φωνάξουν λέγοντας: «Έλα, όλοι εσένα περιμένουν». Σηκώθηκε τότε ο γέροντας, πήρε ένα τρύπιο καλάθι, το γέμισε άμμο, το φορτώθηκε και πήγε. Οι αδελφοί βγήκαν να τον υποδεχτούν και τον ρώτησαν: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» Ο γέροντας τους αποκρίθηκε: «Είναι οι αμαρτίες μου που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω, και ήρθα εγώ σήμερα να δικάσω ξένα αμαρτήματα». Όταν τον άκουσαν, δεν είπαν τίποτε στον αδελφό και τον συγχώρησαν.


Άλλοτε έγινε συμβούλιο στη Σκήτη και οι πατέρες, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, τον εξευτέλισαν λέγοντας: «Και αυτός ο αράπης γιατί έρχεται ανάμεσά μας;» Εκείνος το άκουσε χωρίς να μιλήσει. Όταν έφυγαν από εκεί, τον ρώτησαν: «Αββά, την ώρα εκείνη δεν ταράχτηκες καθόλου;» «Ταράχτηκα», τους απάντησε, «αλλά δεν μίλησα».


Έλεγαν για τον αββά Μωυσή ότι, όταν χειροτονήθηκε κληρικός και του φόρεσαν τα άμφια, του είπε ο αρχιεπίσκοπος: «Τώρα έγινες ολόλευκος (1), αββά Μωυσή». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Μήπως από έξω μόνο, άγιε πάπα, ή και από μέσα;»

Ο αρχιεπίσκοπος, θέλοντας να τον δοκιμάσει, είπε στους κληρικούς: «Όταν θα μπει ο αββάς Μωυσής στο άγιο βήμα, να τον διώξετε και να τον ακολουθήσετε, για να ακούσετε τι θα πει». Όταν λοιπόν μπήκε ο γέροντας, τον αποπήραν και τον έδιωξαν λέγοντας: «Πήγαινε έξω, αράπη». Εκείνος βγαίνοντας έλεγε στον εαυτό του: «Καλά σου έκαναν, σταχτόδερμε, μαύρε. Αφού δεν είσαι άνθρωπος, γιατί πηγαίνεις μαζί με τους ανθρώπους;»


Άκουσε κάποτε για τον αββά Μωυσή ο άρχοντας και πήγε στη Σκήτη για να τον δει. Μερικοί πήγαν και το είπαν στον γέροντα, και αυτός σηκώθηκε και έφυγε για το Έλος. Στον δρόμο τον συνάντησαν (ο άρχοντας με τη συνοδεία του) και τον ρώτησαν: «Πες μας, γέροντα, πού είναι το κελλί του αββά Μωυσή;» Αυτός τους απάντησε: «Τι θέλετε από αυτόν; Ο άνθρωπος δεν είναι στα καλά του». Επέστρεψε τότε ο άρχοντας στην εκκλησία της Σκήτης και είπε στους κληρικούς: «Εγώ, ακούγοντας για τον αββά Μωυσή, ήρθα για να τον δω. Πριν από λίγο όμως μας συνάντησε ένας γέροντας που πήγαινε στην Αίγυπτο. Τον ρωτήσαμε· “Πού είναι το κελλί του αββά Μωυσή;” και μας απάντησε· “Τι θέλετε από αυτόν; Δεν είναι στα καλά του”». Στο άκουσμα αυτό οι κληρικοί λυπήθηκαν και ρώτησαν: «Πώς ήταν αυτός ο γέροντας που είπε τέτοια λόγια για τον άγιο;» «Ήταν γέρος με παλιά ρούχα, ψηλός και μελαψός», απάντησαν εκείνοι. «Ήταν ο αββάς Μωυσής», τους είπαν, «και σας τα είπε αυτά, επειδή ήθελε να σας αποφύγει». Και ο άρχοντας έφυγε πολύ ωφελημένος.


Κάποτε που οι αδελφοί κάθονταν μαζί του, ο γέροντας τους είπε: «Κοιτάξτε, σήμερα θα έρθουν βάρβαροι στη Σκήτη, εσείς όμως σηκωθείτε να φύγετε». «Εσύ λοιπόν δεν θα φύγεις, αββά;» τον ρώτησαν, και αυτός τους αποκρίθηκε: «Εγώ τόσα χρόνια περιμένω αυτή την ημέρα, για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού, του Κυρίου μας, που είπε· “Όλοι όσοι έπιασαν μαχαίρι, με μαχαίρι θα πεθάνουν” (2)». «Ούτε εμείς θα φύγουμε», είπαν οι αδελφοί, «αλλά θα πεθάνουμε μαζί σου». «Εγώ σε αυτό δεν ανακατεύομαι», τους απάντησε, «ο καθένας ας κοιτάξει πώς θα μείνει». Ήταν επτά οι αδελφοί, και τους είπε: «Να, οι βάρβαροι πλησιάζουν στην πόρτα». Πράγματι, μπήκαν μέσα και τους σκότωσαν, ένας όμως από αυτούς κρύφτηκε πίσω από τη στοίβα των καλαθιών· αυτός είδε επτά στεφάνια να κατεβαίνουν και να στεφανώνουν τους νεκρούς.


Είπε ο αββάς Μωυσής: «Αν ο άνθρωπος δεν έχει την πεποίθηση ότι είναι αμαρτωλός, ο Θεός δεν τον ακούει». Τον ρώτησε τότε ο αδελφός: «Τι σημαίνει να έχει κανείς την πεποίθηση ότι είναι αμαρτωλός;» Ο γέροντας αποκρίθηκε: «Όποιος σηκώνει τις δικές του αμαρτίες, δεν βλέπει τις αμαρτίες του συνανθρώπου του».

(1) Προφανώς τα άμφια που φόρεσαν στον αββά ήταν λευκά, ενώ ο ίδιος, ως Αιθίοπας, ήταν μελαψός.

(2) Ματθ. 26:52. Ο αββάς το λέει αυτό επειδή ο ίδιος ήταν προηγουμένως ληστής. 
Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 207.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Αββάς Σισώης: Αποφθέγματα




1) Αδελφός πού αδικήθηκε από άλλο αδελφό ήλθε προς τον αββά Σισώη και του λέγει: 
- Αδικήθηκα από ένα αδελφό και θέλω να τον εκ­δικηθώ. Ο δε γέρων τον παρακαλούσε: 
- Μη, τέκνο· αντιθέτως μάλιστα άφησε στο Θεό το έργο της εκδικήσεως. 
Αυτός όμως έλεγε: 
- Δεν θα παύσω, έως ότου εκδικηθώ για τον εαυτό μου.
Είπε δε ό γέρων: 
- Ας προσευχηθούμε, αδελφέ. Και ο γέρωντας, αφού σηκώθηκε, είπε: 
- Θεέ, δεν σε έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας· διότι εμείς εκδικούμαστε μόνοι για λογαριασμό μας.
Μόλις λοιπόν άκουσε αυτά τα λόγια ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του γέροντος λέγοντας: 
- Δεν θα είμαι πλέον σε αντιδικία με τον αδελφό, συγχώρεσε με, αββά.  
2) Επισκέφθηκε κάποιος από τους αδελφούς τον αββά Σισώη στο όρος του αββά Αντωνίου. Και ενώ συνομιλούσαν, είπε στον αββά Σισώη: 
- Δεν έφθασες ακόμα στά μέτρα του αββά Αντωνίου, πάτερ; Και του λέγει ο γέρων: 
- Εάν είχα ένα από τους λογισμούς του αββά Αντω­νίου, θα γινόμουν όλος φωτιά άλλ’ όμως γνωρίζω άνθρωπο πού με δυσκολία μπορεί να βαστάξει το λογισμό του. 
3) Πειράσθηκε κάποτε ο Αβραάμ, ο μαθητής του αββά Σισώη, από δαίμονα και είδε ό γέρων ότι έπεσε και αφού σηκώθηκε, δήλωσε τα χέρια στον ουρανό λέγοντας: 
- Θεέ, θέλεις δεν θέλεις, δεν θα σε αφήσω, εάν δεν τον θεραπεύσεις.
Και αμέσως θεραπεύτηκε. 
4) Αδελφός ανακοίνωσε στον αββά Σισώη: 
- Βλέπω ότι η μνήμη του Θεού παραμένει μέσα μου. Του λέγει ο γέρων: 
- Δεν είναι σπουδαίο το να ευρίσκεται ο λογισμός σου στο Θεό σπουδαίο είναι το να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από όλη την κτίση. Διότι αυτό μαζί με το σωματικό κόπο οδηγεί στον τρόπο της ταπεινοφρο­σύνης.
5) Επισκέφθηκε ο αββάς Αδέλφιος, επίσκοπος Νειλουπόλεως, τον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου. Και όταν επρόκειτο ν’ αναχωρήσουν, πριν αρχίσουν την πορεία, τους έβαλε να φάγουν το πρωί, ήταν δε νηστεία. Και μόλις έστρωσαν τραπέζι, αδελφοί κρούουν τη θύρα. Είπε δε στο μαθητή του: 
- Δώσε τους λίγο τραχανά, διότι έρχονται από κοπια­στική πορεία. Του λέγει ο αββάς Αδέλφιος: 
- Άφησε τώρα, για να μη ειπούν ότι ο αββάς Σισώης τρώγει από το πρωί. Άλλα δεν τον επρόσεξε ο γέρων και λέγει στον αδελφό: 
- Πήγαινε, δώσε τους. Όταν λοιπόν είδαν τον τραχανά, είπαν: 
- Μήπως έχετε ξένους; Μήπως τρώγει και ο γέρων μαζί σας; Και τους είπε ό αδελφός: 
- Ναι. Άρχισαν λοιπόν να στενοχωρούνται και να λέγουν ο Θεός να σάς συγχώρηση πού αφήσατε το γέροντα να φάγει. Η δεν γνωρίζετε ότι έχει κοπιάσει πολλές ήμερες; Και τους άκουσε ό επίσκοπος και έβαλε μετάνοια στο γέ­ροντα λέγοντας: 
- Συγχώρεσε με, αββά, πού σκέφτηκα κάτι ανθρώ­πινο· εσύ δε έκανες την εντολή του Θεού.
Και του λέγει ο αββάς Σισώης: 
- Εάν δεν δοξάσει τον άνθρωπο ό θεός, ή δόξα των ανθρώπων δεν είναι τίποτε. 
6) Ρώτησε ο αββάς Άμμων της Ραϊθού στον αββά Σισώη: 
- Όταν αναγινώσκω τη Γραφή, ο λογισμός μου θέλει να συντάξει ένα λόγιο για να το έχω σε περίπτωση επερωτήσεως. Του λέγει ο γέρων: 
- «Ούκ έστι χρεία, αλλα μάλον εκ της καθαρότιτος του νοός κτήσαι σεαυτω και το αμεριμνειν και το λέγειν».
7) Τρείς γέροντες επισκέφθηκαν τον αββά Σισώη, επειδή είχαν ακούσει σχετικά με αυτόν. Και του λέει ό πρώτος: 
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από τον πύρινο ποταμό; Αυτός δε δεν του αποκρίθηκε. Του λέει ό δεύτερος: 
- Πάτερ, πώς μπορώ να σωθώ από το βρυγμό των οδόν­των και από τον ακοίμητο σκώληκα; Του λέγει ό τρίτος: 
- Πάτερ, τί να κάνω πού με σκοτώνει η μνήμη του πηκτού σκότους; Αποκρινόμενος δε ο γέρων τους είπε: 
- Εγώ δεν θυμούμαι τίποτε από αυτά· διότι, καθώς εί­ναι φιλεύσπλαχνος ο θεός, ελπίζω ότι θα με ελεήσει. Όταν άκουσαν αυτόν το λόγο οι γέροντες έφυγαν λυπη­μένοι. Επειδή όμως ό γέρων δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν λυπημένοι, γυρίζοντας προς αυτούς είπε: 
- Είσθε μακάριοι, αδελφοί, διότι σας εζήλευσα. Ο πρώ­τος σας είπε για τον πύρινο ποταμό, ό δεύτερος για τον Τάρταρο και ο τρίτος για το σκότος. Εάν λοιπόν ο νους σας κυριαρχεί σε τέτοια μνήμη, είναι αδύνα­το να αμαρτήσετε. Τί να κάνω εγώ όμως ό σκληρό-καρδος πού δεν αφήνομαι ούτε να γνωρίσω ότι υ­πάρχει κόλαση για τους ανθρώπους και γι' αυτό αμαρτάνω κάθε ώρα; Και μετανοημένοι του είπαν:
- Όπως ακούσαμε, έτσι και είδαμε.
8) Ερώτησε ο αββάς Ιωσήφ τον αββά Σισώη: 
- Σε πόσο χρόνο πρέπει να αποκόπτει ο άνθρωπος τα πάθη; Του λέγει ό γέρων: 
- Τους χρόνους θέλεις να μάθεις; Λέγει ο αββάς Ιωσήφ:
- Ναι. Λέγει λοιπόν ο γέρων: 
- Όποια ώρα έρχεται το πάθος, αμέσως κόψε το.
9) Ήρθαν κάποτε μερικοί Αρειανοί στον αββά Σισώη, στο όρος του αββά Αντωνίου, και άρχισαν να κατακρίνουν τους Ορθοδόξους. Ο δε γέρων δεν τους αποκρίθηκε τί­ποτε και αφού φώναξε το μαθητή του, είπε: 
- Αβραάμ, φέρε μου το βιβλίο του αγίου Αθανασίου και διάβασε το. Και ενώ αυτοί σιωπούσαν, αποκαλύφθηκε η αίρεση τους. Και τους απέλυσε ειρηνικά.
10) Ήρθε κάποτε ο αββάς Αμμούν από τη Ραϊθού στο Κλύσμα για να επισκεφθεί τον αββά Σισώη. Και βλέπον­τας τον στενοχωρημένο πού άφησε την έρημο του λέγει: 
- Τί στενοχωρείσαι, αββά; Διότι τι μπορούσες πλέον να κάνεις στην έρημο τώρα πού γέρασες τόσο; Ο δε γέρων κοιτάζοντας τον με δυσαρέσκεια λέγει: 
- Τί μου λέγεις, Αμμούν; Δεν μου αρκούσε τάχα μό­νη η ελευθερία του λογισμού μου στην έρημο; 
11) Είπε ο αββάς Σισώης: 
- Όταν υπάρχει άνθρωπος πού σε φροντίζει, δεν πρέ­πει να τον διατάσσεις.
12) Ήρθαν κάποτε Σαρακηνοί και έγδυσαν το γέροντα και τον αδελφό του. Και όταν αυτοί βγήκαν στην έρημο για να βρουν τίποτε φαγώσιμο, βρήκε ο γέρων κόπρα­να καμήλων και σπώντας τα βρήκε μέσα σπόρους κριθαριού· έτρωγε δε ένα σπόρο και τον άλλο έβαλλε στο χέρι του. Όταν δε ερχόμενος ο αδελφός του τον βρήκε να τρώγει, του λέγει: 
- Αύτη είναι ή αγάπη, ότι βρήκες φαγώσιμο και το τρώγεις μόνος σου και δεν με φώναξες; Του λέγει ο αββάς Σισώης: 
- Δεν σε αδίκησα, αδελφέ, ιδού το μερίδιο σου, το κράτησα στο χέρι μου.
13) Διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για τον αββά Σι­σώη του Καλαμώνος, ότι θέλοντας κάποτε να νικήσει τον ύπνο, κρεμάσθηκε από τον κρημνό της Πέτρας· και ήλθε άγγελος πού τον έλυσε και του παράγγειλε να μη κάνει πλέον αυτό το πράγμα ούτε σε άλλους να αφήσει τέτοια παράδοση.
14) Ερώτησε κάποιος από τους πατέρες τον αββά Σισώη: 
- Εάν κάθομαι στην έρημο και έλθει βάρβαρος πού θέλει να με φονεύσει και τον καταφέρω, να τον φο­νεύσω; Και του είπε ό γέρων: 
- Όχι, αλλά παράδωσε τον στο Θεό. Διότι όποιος πει­ρασμός έλθει στον άνθρωπο, να λέγει, τούτο συνέβη­κε για τις αμαρτίες μου, οποιοδήποτε δε αγαθό, με τη χάρη του Θεού.
15) Αδελφός παρακάλεσε τον αββά Σισώη το Θηβαίο: 
- Είπε μου ένα λόγο. Και λέγει:
- Τί έχω να σου πω; Ότι την Καινή Διαθήκη αναγινώσκω και στην Παλαιά γυρίζω.
16 ) Αδελφός ερώτησε γέροντα: 
- Τί να κάνω πού θλίβομαι για το εργόχειρο; Διότι αγαπώ το πλεκτό, άλλα δεν μπορώ να το εργασθώ. Λέγει Ο γέρων:
- Ό αββάς Σισώης έλεγε ότι δεν πρέπει να εργαζόμαστε το έργο πού μας ικανοποιεί.
17 ) Είπε ο αββάς Σισώης: 
- Να εξουδενωθείς, να βάλεις το θέλημα σου πίσω και να γίνεις αμέριμνος και θα έχεις ανάπαυση.
18 ) Αδελφός ερώτησε τον αββά Σισώη: 
- Τί να κάνω για τα πάθη; Και λέγει ό γέρων:
- Ό καθένας μας πειράζεται από την δική του επι­θυμία.
19 ) Αδελφός παρεκάλεσε τον αββά Σισώη: 
- Είπε μου ένα λόγο. Αυτός δε είπε:
- Τί με αναγκάζεις να φλυαρήσω. Ιδού, ότι βλέπεις, κάνε το.


ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ
των Νηπτικών και Ασκητών
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΓΕΡΟΝΤΩΝ,
εκδόσεις :
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
ΤΟΜΟΣ 1ος

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Ο άγιος Παχώμιος και η πρόκληση των αιρετικών


 
Ο άγιος Παχώμιος και η πρόκληση των αιρετικών 
Από τον Ευεργετινό 
Πήγαν κάποτε στο μοναστήρι του αγίου Παχωμίου μερικοί αιρετικοί ασκητές, που έκρυβαν μέσα τους τον λύκο κάτω από τρίχινα ενδύματα. Φτάνοντας στην πύλη, είπαν στους αδελφούς ότι τους έστελνε ο γέροντάς τους στον μέγα Παχώμιο, και πρόσθεσαν: «Πηγαίνετε λοιπόν να του πείτε· αν είσαι αληθινά άνθρωπος του Θεού και πιστεύεις ότι σε εισακούει ο Θεός, έλα να περάσουμε μαζί αυτόν τον ποταμό με τα πόδια, για να μάθουν όλοι ποιος από εμάς έχει μεγαλύτερη παρρησία προς τον Θεό». 
Όταν οι αδελφοί τα είπαν αυτά στον Παχώμιο, εκείνος αγανάκτησε και τους είπε: 
«Πέστε μου, καταδεχτήκατε ακόμη και να τους ακούσετε; Δεν ξέρετε ότι τέτοιου είδους προτάσεις δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό και είναι εντελώς ανάρμοστες όχι μόνο στη μοναχική ζωή, αλλά και σε κοσμικούς που σκέφτονται λογικά και είναι αληθινοί χριστιανοί; Ποιος νόμος δηλαδή μας επιτρέπει να προτείνουμε και να κάνουμε τέτοια πράγματα; Και τι είναι πράγματι πιο αξιοθρήνητο από αυτή την ανοησία, από το να αφήσω δηλαδή το πένθος για τις αμαρτίες μου και τη φροντίδα πώς να αποφύγω την αιώνια κόλαση και να παιδιαρίζω και να ασχολούμαι με τέτοιες προτάσεις;»
Τον ρώτησαν τότε οι αδελφοί: «Άρα λοιπόν αυτοί, επειδή είναι αιρετικοί και αποξενωμένοι από τον Θεό, γι’ αυτό τόλμησαν να σε προσκαλέσουν σε τέτοιο υψηλό κατόρθωμα;» 
«Ναι», τους αποκρίθηκε, «αιρετικών είναι αυτή η πρόταση. Δεν διαβάσατε αυτό που λέει ο απόστολος· “Για τη σκληρότητα και την αμετανοησία τους, ο Θεός τούς παρέδωσε στη μωρία τους”; (Ρωμ. 2:5· 1:28) Αυτοί, κατά παραχώρηση Θεού, θα μπορούσαν ίσως να διαβούν τον ποταμό σαν να ήταν στεριά, καθώς τους βοηθά ο διάβολος, ο οποίος επιδιώκει να βεβαιωθούν για την ασεβή αίρεσή τους αυτοί που στηρίζονται σε αυτόν και να δώσει, με τη θεαματική αυτή πράξη, μιαν απόδειξη σε μερικούς από εκείνους που έχει ήδη εξαπατήσει. Εγώ όμως δεν έχω ανάγκη από κάτι τέτοιο. 
Πηγαίνετε λοιπόν έξω και πείτε τους· Να τι σας απαντά ο δούλος του Θεού Παχώμιος: Ο δικός μου αγώνας και όλη μου η προσπάθεια δεν είναι να περάσω ποταμό με τα πόδια ή να πετάξω επάνω από βουνά ή να διατάζω θηρία, αλλά να έχω στη σκέψη μου την κρίση του Θεού και να υπερπηδώ τις παγίδες του διαβόλου με τη δύναμη του Κυρίου, ο οποίος μας έδωσε εντολή να πατάμε επάνω σε φίδια και σκορπιούς και σε όλη τη δύναμη του εχθρού (Λουκ. 10:19). Γιατί αν μου χαρίσει ο Κύριος αυτά, τότε θα ακολουθήσουν και όλα τα άλλα». 
Μετά από τα λόγια αυτά ο γέροντας συνέχισε προτρέποντας τους αδελφούς να μην υπερηφανεύονται για τα κατορθώματά τους, μήτε να επιθυμούν οπτασίες, μήτε να δοκιμάζουν τον Θεό ζητώντας του τέτοια πράγματα, γιατί είναι πολλές οι παγίδες του διαβόλου που μας πολεμά. Και πρόσθεσε ότι όλα αυτά είναι περιττά και επικίνδυνα για κάθε άνθρωπο, αφού και ο ίδιος ο Θεός Λόγος, ο Σωτήρας, είπε στον εχθρό διάβολο: «Δεν πρέπει να βάλεις σε δοκιμασία τον Κύριο, τον Θεό σου» (Ματθ. 4:7). 

 

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, 
τόμος Γ’, Υπόθεση ΛΕ’ (35). 
 Το Περιβόλι της Παναγίας, 

Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Μη συνηθίζεις να ελέγχεις τον αδελφό σου για τις πράξεις του...

πηγή:εδώ 
Μη συνηθίζεις να ελέγχεις τον αδελφό σου για τις πράξεις του, αλλά μόνο τον εαυτό σου για τις δικές του και να θυμάσαι κάθε στιγμή πως είσαι υπόλογος γι’ αυτές. Τότε θα γεννηθεί στην ψυχή σου ο θείος φόβος.
Γεροντικόν. 
Σταλαγματιές από την Πατερική σοφία. 
Εκδ. στ΄. Ορθοδόξου χριστιανικής αδελφότητος, Λυδία.
Θεσσαλονίκη 1987.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν μέγα σχετικὰ μὲ τὴν τελειότητα.

νας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μακάριο τὸν μέγα σχετικὰ μὲ τὴν τελειότητα. Καὶ ἀπάντησε ὁ Γέροντας τὰ ἑξῆς:

«Δεν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς τέλειος, ἐὰν δὲν ἀποκτήσει ταπείνωση μεγάλη στὴν καρδιὰ καὶ στὸ σῶμα, ἐὰν δὲν μάθει δηλαδή: 
Νὰ μὴν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του σὲ καμιὰ περίπτωση ἀλλὰ νὰ προτιμᾷ νὰ βάζει ταπεινὰ τὸν ἑαυτό του χαμηλότερα ἀπ᾿ ὅλη τὴν κτίση, νὰ μὴν κρίνει διόλου κάποιον, παρὰ μόνο τὸν ἑαυτό του, νὰ ὑπομένει τὴν καταφρόνια καὶ νὰ ἀποστρέφεται ὁλόψυχα κάθε κακία. 
Νὰ βιάζει τὸν ἑαυτό του να᾿ ναι μακρόθυμος, ἀγαθός, ν᾿ ἀγαπᾷ τοὺς ἀδελφούς, νὰ εἶναι σώφρων, νὰ κυριαρχεῖ στὸν ἑαυτό του, γιατὶ λέει ἡ ἁγία Γραφὴ «ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνήκει σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους καὶ αὐτοὶ οἱ ἀγωνιστὲς τὴν κερδίζουν». 
Νὰ βλέπει ἴσια μὲ τὰ μάτια, νὰ φρουρεῖ τὴ γλῶσσα καὶ ν᾿ ἀποφεύγει ν᾿ ἀκούει μάταια πράγματα ποὺ φθείρουν τὴν ψυχή. 
Τὰ χέρια νὰ κινοῦνται γιὰ νὰ κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιὰ νὰ εἶναι καθαρὴ ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σῶμα ἀμόλυντο, νὰ ἔχει τὴ μνήμη τοῦ θανάτου καθημερινά, ν᾿ ἀποκηρύσσει τὴν ἐσωτερικὴ ὀργὴ καὶ κακία. 
Νὰ ἀποτάσσεται τὰ ὑλικὰ καὶ τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νὰ ἀποτάσσεται τὸ διάβολο καὶ ὅλα τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ νὰ συντάσσεται σταθερὰ μὲ τὸν Βασιλιὰ τῶν πάντων Θεὸ καὶ μ᾿ ὅλες τὶς ἐντολές του, νὰ προσεύχεται ἀδιάκοπα καὶ νὰ παραμένει κοντὰ στὸν Θεὸ πάντοτε, σὲ κάθε περίσταση καὶ σὲ κάθε ἐργασία».

 


δελφός ἠρώτησε τὸν ἀββᾶν Μακάριον τὸν μέγαν, λέγων περὶ τελειότητος· καὶ ἀποκριθεὶς ὁ γέρων εἶπεν· 
ἐὰν μὴ κτήσηται ἄνθρωπος ταπείνωσιν μεγάλην τῆι καρδίαι αὐτοῦ καὶ τῶι σώματι· 
καὶ μὴ μετρεῖν ἑαυτὸν ἔ τινι πράγματι· ἀλλὰ μᾶλλον τιθέναι ἑαυτὸν ἐν ταπεινώσει ὑποκάτω τῆς κτίσεοις· καὶ τὸ μ` κρῖναι ὅλως τινα εἰ μὴ ἑαυτὸν μόνον· καὶ τὸ ὑποφέρειν ὕβριν· καὶ τὸ ἀπορρίπτειν ἀπὸ τῆς καρδίας πᾶσαν κακίαν· 
καὶ βιάζεσθαι ἑαυτὸν εἶναι μακρόθυμον, χρηστόν, φιλάδελφον, σώφρονα, ἐγκρατῆ· γέγραπται γάρ· βιαστῶν ἐστι βασιλεία τῶν οὐρανῶν· 
καὶ τὸ ὀρθὰ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ τὸ φυλακὴν ἔχειν τῆς γλώσσης, καὶ ἀποστροφὴν πάσης ἀκοῆς ματαίας καὶ ὀλεθρίου· 
καὶ τὴν τῶν χειρῶν δικαιοσύνην καὶ τὸ τῆς καρδίας καθαρὸν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸ τοῦ σώματος ἄσπιλ´ν· καὶ τὸ ἔχειν τὴν μνήμην τοῦ θανάτου πρὸ ὀφθαλμῶν καθ᾿ ἡμέραν, καὶ ἀποταγὴν τῆς κατὰ πνεῦμα ὀργῆς καὶ κακίας, 
καὶ ἀποταγὴν τῆς ὕλης, καὶ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν ἅμα καὶ ἡδονῶν· καὶ τὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι· καὶ ἐν παντὶ καιρῶι καὶ τόπωι καὶ πράγματι καὶ παντὶ ἔργωι παρεδρεύειν Θεῶ· οὐ δύναται τέλειος εἶναι.

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
ΤΟΜΟΣ Α´
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α´
Παραίνεση τῶν ἁγίων πατέρων
γιὰ προκοπὴ στὴν τελειότητα

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Τί πρέπει να φυλάξω, για να ευαρεστήσω το Θεό;




Ερώτησε κάποιος τον αββά Αντώνιο: 

- Τί πρέπει να φυλάξω, για να ευαρεστήσω το Θεό;
 
Και ό γέρων αποκρίθηκε: 
- Φύλαξε όσα σου παραγγέλλω και όπου πηγαίνεις, έχε πάντοτε το Θεό εμπρός στους οφθαλμούς σου, και για ότι πράττεις έχε τη μαρτυρία από τις άγιες Γραφές και από όποιον τόπο μένεις να μη μετακινείσαι γρήγορα. 
Αυτά τα τρία να φυλάξεις και να σωθείς.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

Περί του Αββά Ιωάννη του Κολοβού

 
Περί του Αββά Ιωάννη του Κολοβού 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

α΄. Διηγήθηκαν για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ότι έφυγε να πάει σ’ ένα Θηβαίο γέροντα, σε Σκήτη. Και έμενε στην έρημο. Πήρε λοιπόν ο Αββάς του ένα ξερό ξύλο, το φύτεψε και του είπε: «Κάθε μέρα να το ποτίζεις με ένα λαγήνι νερό, έως ότου βγάλει καρπό». 
Ήταν δε το νερό μακριά απ’ αυτούς, έτσι όπου ξεκινώντας κάποιος το βράδι, ερχόταν το πρωί. Μετά από τρία χρόνια λοιπόν, ανέλαβε ζωή και έβγαλε καρπό. 
Και παίρνοντας ο γέροντας τον καρπό του, τον έφερε στη σύναξη και είπε στους αδελφούς: «Λάβετε, φάγετε καρπό υπακοής». 
β΄. Έλεγαν για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ότι είπε κάποτε στον μεγαλύτερο αδελφό του: «Θα ήθελα να είμαι αμέριμνος, όπως είναι αμέριμνοι οι Άγγελοι όπου δεν εργάζονται, αλλά αδιάλειπτα λατρεύουν τον Θεό». Και βγάζοντας το ιμάτιο, πήγε στην έρημο. 
Αφού δε πέρασε εκεί μια εβδομάδα, γύρισε στον αδελφό του. Και σαν χτύπησε την πόρτα, τον ρώτησε εκείνος από μέσα, πριν ανοίξει: «Ποιος είσαι;». 
Και αποκρίθηκε: «Ο Ιωάννης ο αδελφός σου». 
Και του λέει εκείνος: «Ο Ιωάννης έχει γίνει Άγγελος και δεν είναι πια ανάμεσα στους ανθρώπους». 
Αυτός όμως τον παρακαλούσε, λέγοντας: «Εγώ είμαι». Αλλά δεν του άνοιξε και τον άφησε έως το πρωί να υποφέρει. 
Ύστερα δε, του άνοιξε και του λέει: «Άνθρωπος είσαι, ανάγκη έχεις πάλι να εργάζεσαι για την τροφή σου». 
Και έβαλε μετάνοια, λέγοντας: «Συγχώρησε με».

γ΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: «Αν θελήσει ένας βασιλιάς να κυριεύσει μια εχθρική πόλη, πρώτα της κρατά το νερό και τα τρόφιμα. Και έτσι οι εχθροί, κινδυνεύοντας να χαθούν από την πείνα, του υποτάσσονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πάθη της σάρκας. Αν ζει κάποιος με νηστεία και πείνα, οι εχθροί χάνουν τη δύναμη τους στην ψυχή του».

δ΄.Είπε πάλι «Όποιος χορταίνει και κάνει συντροφιά με νέους, ήδη έχει αμαρτήσει σαρκικά στον λογισμό του».

ε΄.Είπε πάλι: «Ανέβαινα κάποτε τον δρόμο της Σκήτης με την πλεξούδα και ο καμηλιέρης μιλούσε προκαλώντας μου οργή. Άφησα λοιπόν όλα τα πράγματα μου και έφυγα».

στ΄.Άλλοτε πάλι, κατά τον θερισμό, άκουσε έναν αδελφό να μιλά με οργή και να αποπαίρνει τον διπλανό του. Και αφήνοντας τον θερισμό, έφυγε.

ζ΄.Συνέβη κάποτε να τρώνε μαζί μερικοί γέροντες σε Σκήτη. Μαζί τους δε ήταν και ο Αββάς Ιωάννης. Και σηκώθηκε ένας πολύ σεβάσμιος πρεσβύτερος να δώσει το κανάτι με το νερό. Και κανείς δεν τόλμησε να το πάρει από τα χέρια του, παρά μόνο ο Ιωάννης ο Κολοβός. 
Θαύμασαν λοιπόν και του είπαν: «Πώς συ, ο μικρότερος από όλους, τόλμησες να υπηρετηθείς από τον πρεσβύτερο;». 
Και τους αποκρίνεται: «Όταν εγώ σηκώνομαι για να προσφέρω το κανάτι, νοιώθω χαρά αν το πάρουν όλοι, για να έχω μισθό. Γι’ αυτό λοιπόν το δέχθηκα τώρα, για να του εξασφαλίσω μισθό. Μήπως λυπηθεί όπου κανείς δεν το δέχθηκε απ’ αυτόν». 
Και σαν μίλησε έτσι, θαύμασαν και ωφελήθηκαν από τη διάκριση του. 
η΄.Ενώ καθόταν κάποτε μπροστά από την εκκλησία, τον τριγύρισαν οι αδελφοί και του εξέθεταν τους λογισμούς τους. Βλέποντας το αυτό ένας από τους γέροντες και κινημένος σε φθόνο, του λέει: «Το κανάτι σου, Ιωάννη, είναι γεμάτο από φαρμάκι». 
Του λέει ο Αββάς Ιωάννης: «Έτσι είναι, Αββά. Και αυτό το είπες, βλέποντας μόνο τα έξω. Αν έβλεπες και τα μέσα, τι θα έλεγες;». 
θ΄. Έλεγαν οι πατέρες, ότι, ενώ έτρωγαν κάποτε οι αδελφοί σε τραπέζι αγάπης, γέλασε ένας αδελφός. Βλέποντας τον δε ο Αββάς Ιωάννης, έκλαψε και είπε: «Τι τάχα έχει ο αδελφός αυτός στην καρδιά του, όπου γέλασε, ενώ θα έπρεπε μάλλον να κλάψει, τρώγοντας σε τραπέζι αγάπης;». 
ι΄.Ήλθαν κάποτε μερικοί αδελφοί για να τον πειράξουν. Γιατί δεν άφηνε τον λογισμό του να περιπλανάται εδώ και εκεί ούτε μιλούσε για θέματα της παρούσης ζωής. Και του λένε: «Ευχαριστούμε τον Θεό, όπου έβρεξε εφέτος πολύ και ήπιαν οι φοινικιές και βγάζουν βλαστούς και βρίσκουν οι αδελφοί υλικό για το εργόχειρο τους». 
Τους λέει ο Αββάς Ιωάννης: «Έτσι συμβαίνει με το Πνεύμα το Άγιο. Όταν κατεβεί στις καρδιές των ανθρώπων, ανανεώνονται και ξαναβλασταίνουν μέσα στον φόβο του Θεού». 
ια΄. Έλεγαν γι’ αυτόν, ότι κάποτε έπλεξε από μια σειρά φοινικόφυλλα όπου ήταν για δυο ζεμπίλια, ένα μονάχα, χωρίς να πάρει είδηση, ωσότου έφθασε κοντά στον τοίχο. Γιατί ο λογισμός του ήταν βυθισμένος στη θεωρία. 
ιβ΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης: «Μοιάζω με άνθρωπο όπου κάθεται κάτω από μεγάλο δένδρο και βλέπει να έρχονται προς το μέρος του πολλά θηρία και φίδια. Και όταν δεν μπορώ να τα αντιμετωπίσει, σκαρφαλώνει γρήγορα στο δένδρο και γλιτώνει. Έτσι και εγώ. Κάθομαι στο κελλί μου και βλέπω τους αμαρτωλούς λογισμούς να μου επιτίθενται. Και όταν δεν μπορώ να τα βάλω μαζί τους, καταφεύγω στον Θεό με την προσευχή και γλιτώνω από τον εχθρό».

ιγ΄. Είπε ο Αββάς Ποιμένας για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ότι παρακάλεσε τον Θεό και σηκώθηκαν τα πάθη απ’ αυτόν και έγινε αμέριμνος. Και πήγε σ’ ένα γέροντα και του είπε: «Βλέπω τον εαυτό μου να αναπαύεται και να μη έχει κανένα πόλεμο». 
Και του λέει ο γέροντας: «Πήγαινε, παρακάλεσε τον Θεό, να σου ξαναφέρει τον πόλεμο, καθώς και τη συντριβή και την ταπείνωση όπου είχες πρώτα. Γιατί μέσα από τους πολέμους προοδεύει η ψυχή». 
Παρακάλεσε λοιπόν. Και σαν ήλθε ο πόλεμος, ποτέ δεν ξαναζήτησε πλέον να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Αλλά έλεγε: «Δος μου, Κύριε, υπομονή στους πειρασμούς». 
ιδ΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης, ότι κάποιος από τους γέροντες βρέθηκε σε έκσταση και είδε. Και ιδού, τρεις μοναχοί στέκονταν πέρα από τη θάλασσα. Και άκουσαν φωνή από το άλλο μέρος, όπου τους έλεγε: «Πάρετε φτερά πύρινα και ελάτε προς εμένα». 
Και οι μεν δυο πήραν και πέταξαν αντίπερα. Ο δε άλλος έμεινε. Και έκλαιγε πολύ και φώναζε. Ύστερα δε, δόθηκαν και σ’ αυτόν φτερά, όχι όμως πύρινα, αλλά ασθενικά και αδύναμα. Και με πολύ κόπο, άλλοτε βουλιάζοντας και άλλοτε βγαίνοντας επάνω, μόλις και κατάφερε να φθάσει αντίπερα. 
Έτσι και η γενέα αυτή, αν και της δίνονται φτερά, όμως δεν είναι πύρινα. Μόλις ασθενικά και αδύναμα παίρνει. 
ιε΄.Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ιωάννη, λέγοντας: «Πώς η ψυχή μου, ενώ έχει έλκη, δεν ντρέπεται να κατακρίνει τον πλησίον;». 
Και του λέει ο γέροντας μια παραβολή για την καταλαλιά: «Ένας άνθρωπος ήταν φτωχός και είχε γυναίκα. Είδε και μια άλλη ωραία και την πήρε και αυτή. Ήταν δε και οι δυο τους γυμνές. Έγινε σ’ ένα τόπο πανηγύρι και τον παρακάλεσαν, λέγοντας: «Πάρε μας μαζί σου». 
Τις παίρνει και τις δυο και τις βάζει σ’ ένα πιθάρι. Μπάρκαρε κατόπιν και έφθασε σ’ εκείνο τον τόπο. Όταν δε έπεσε πολλή ζέστη και οι άνθρωποι αποσύρθηκαν να ησυχάσουν, σηκώνει το κεφάλι η μια και μη βλέποντας κανέναν, πήδηξε έξω στην κοπριά. Και μαζεύοντας διάφορα ράκη παλιά, έφτιαξε μ’ αυτά ένα πρόχειρο φόρεμα και από εκεί και πέρα βάδιζε χωρίς πια να ντρέπεται. Η άλλη δε, καθισμένη γυμνή, έλεγε: «Να, αυτή η ξετσίπωτη δεν ντρέπεται να περπατά γυμνή». 
Πράγμα που στενοχώρησε τον άνδρα της και της είπε: «Μα τι λες εκεί; Αυτή τουλάχιστο σκεπάζει την ασχημοσύνη της. Και συ, όντας ολόγυμνη, δεν ντρέπεσαι να μιλάς έτσι;». 
Κάτι ανάλογο είναι και η καταλαλιά. 
ιστ΄. Έλεγε δε πάλι στον αδελφό ο γέροντας για την ψυχή όπου θέλει να μετανοήσει. «Ήταν μια όμορφη και αμαρτωλή γυναίκα σε κάποια πόλη και πολλούς φίλους είχε. Πηγαίνει σ’ αυτήν ένας άρχοντας και της λέει: ‘‘Φρονίμεψε και εγώ σε παίρνω γυναίκα μου’’. 
Εκείνη συμμορφώθηκε. Την πήρε λοιπόν και την πήγε στο μέγαρο του. Στο μεταξύ, οι φίλοι της, αναζητώντας την, έλεγαν: ‘‘Ο τάδε άρχοντας την πήρε στο σπίτι του. Αν λοιπόν πάμε στην πόρτα του σπιτιού του και το αντιληφθεί, θα μας κάνει κακό. Να τι πρέπει να κάνουμε: Να πάμε πίσω από το σπίτι και να της σφυρίξουμε. Καταλαβαίνοντας τότε από το σφύριγμα ότι εμείς είμαστε, θα κατεβεί η ίδια σ’ εμάς και έτσι δεν θα μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει’’. 
Άκουσε λοιπόν η γυναίκα το σφύριγμα, έφραξε τα αυτιά της, όρμησε στην πιο μέσα κρεββατοκάμαρα και έκλεισε πίσω της τις πόρτες. Εκείνη η γυναίκα συμβολίζει την ψυχή. Οι φίλοι της είναι τα πάθη και οι άνθρωποι. Ο άρχοντας είναι ο Χριστός. Και το εσωτερικό του σπιτιού, η αιωνία μονή. Αυτοί όπου σφύριζαν, είναι οι σκοτεινοί δαίμονες. Αλλά η ψυχή τους ξεφεύγει μένοντας πιστή στον Κύριο». 
ιζ΄. Ενώ κάποτε ανέβαινε ο Αββάς Ιωάννης από μια Σκήτη με άλλους αδελφούς, έχασε τον δρόμο ο οδηγός τους. Γιατί ήταν νύχτα. Και λένε οι αδελφοί στον Αββά Ιωάννη: «Τι να κάνουμε, Αββά, όπου έχασε τον δρόμο ο αδελφός και κινδυνεύουμε να πεθάνουμε πηγαίνοντας εδώ και εκεί;». 
Τους λέει ο γέροντας: «Αν του το πούμε, θα λυπηθεί και θα ντροπιασθεί. Λοιπόν, εγώ θα κάνω ότι αρρώστησα και θα πω ότι δεν μπορώ να προχωρήσω, αλλά θα μείνω εδώ έως το πρωί». 
Και έκανε έτσι. Οι δε υπόλοιποι είπαν: «Ούτε εμείς θα προχωρήσουμε, αλλά θα καθίσουμε μαζί σου». 
Και κάθισαν έως το πρωί και δεν σκανδάλισαν τον αδελφό. 
ιη΄. Ήταν ένας γέροντας σε Σκήτη, άξιος μεν στις χειρωνακτικές εργασίες, αλλά όχι και δυνατός στους λογισμούς. Πήγε λοιπόν στον Αββά Ιωάννη για να τον συμβουλευθεί σχετικά με τη λήθη. Άκουσε τον λόγο του, γύρισε στο κελλί του και ξέχασε τι του είχε πει ο Αββάς Ιωάννης. Ξαναπήγε λοιπόν να τον ρωτήσει. Και αφού άκουσε ξανά τον λόγο του, γύρισε. 
Σαν έφθασε όμως στο κελλί του, πάλι ξέχασε. Έτσι, και άλλες φορές ακόμη πηγαίνοντας, μόλις γύριζε, τον ξανάπιανε η λήθη. Μετά από καιρό δε, έχοντας συναντήσει τον γέροντα, του είπε: «Ξέρεις, Αββά, λησμόνησα πάλι ο,τι μου είπες. Αλλά για να μη σ’ ενοχλήσω, δεν ήλθα». 
Του λέει ο Αββάς Ιωάννης: «Πήγαινε, άναψε λυχνάρι». Και άναψε. 
Του λέει δε πάλι: «Φέρε άλλα λυχνάρια και άναψε τα απ’ αυτό». Έκανε το ίδιο. 
Και είπε ο Αββάς Ιωάννης στον γέροντα: «Μήπως έπαθε τίποτε το λυχνάρι με το να ανάψεις απ’ αυτό τα άλλα λυχνάρια;». 
Του λέει: «Όχι». 
Είπε τότε ο γέροντας: «Έτσι, ούτε και ο Ιωάννης. Και αν όλη η Σκήτη έρχεται σ’ εμένα, δεν θα με εμποδίσει από τη χάρη του Χριστού. Λοιπόν, όταν θέλεις, ας έρχεσαι, χωρίς καθόλου να διστάζεις». 
Και έτσι, με την υπομονή και των δυο τους, απάλλαξε ο Θεός τον γέροντα από τη λήθη. Αυτό δε επεδίωκαν κυρίως οι Σκητιώτες, να βοηθούν πρόθυμα όσους πολεμούσε το πονηρό πνεύμα. Βίαζαν τον εαυτό τους να κερδίζουν ο ένας τον άλλο στο αγαθό. 
ιθ΄.Ρώτησε ένας αδελφός τον Αββά Ιωάννη, λέγοντας: «Τι να κάνω; Γιατί συχνά έρχεται κάποιος αδελφός να με πάρει σε εργασία και εγώ βασανισμένος είμαι και αδύναμος και κουράζομαι μ’ αυτό. Τι λοιπόν πρέπει να κάνω για την εντολή;». 
Και του αποκρίνεται ο γέροντας και του λέει: «Ο Χάλεβ είπε στον Ιησού του Ναυή: ‘‘Σαράντα χρόνων ήμουν, όταν μας έστειλε από την έρημο ο Μωυσής, ο δούλος του Κυρίου, εμένα και σένα σ’ αυτή τη χώρα. Και τώρα είμαι ογδόντα πέντε χρόνων. Όπως ήμουν τότε, έτσι και τώρα μπορώ να εισέλθω και να εξέλθω σε πόλεμο’’. Έτσι λοιπόν και συ, αν μπορείς, όπως εξέρχεσαι, έτσι και να εισέρχεσαι, πήγαινε. Αν όμως δεν μπορείς έτσι να κάνεις, μένε στο κελλί σου, κλαίγοντας τις αμαρτίες σου. Και αν σε βρουν να πενθείς, δεν θα σε αναγκάζουν να εξέλθεις». 
κ΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης: «Ποιος πούλησε τον Ιωσήφ;». 
Και αποκρίθηκε κάποιος αδελφός, λέγοντας: «Οι αδελφοί του». 
Του λέει ο γέροντας: «Όχι, αλλά η ταπείνωση του τον πούλησε. Γιατί μπορούσε να πει ότι ήταν αδελφός εκείνων και να αντιλέξει. Αλλά σιωπώντας, με την ταπείνωση, πούλησε τον εαυτό του. Και η ταπεινοφροσύνη τον ανέδειξε άρχοντα στην Αίγυπτο». 
κα΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης: «Αφήσαμε το ελαφρό φορτίο, δηλαδή το να κατηγορούμε τον εαυτό μας και βάλαμε στους ώμους μας το βαρύ, δηλαδή το να δικαιώνουμε τον εαυτό μας». 
κβ΄. Ο ίδιος είπε: «Η ταπεινοφροσύνη και ο φόβος του Θεού είναι πάνω από όλες τις αρετές». 
κγ΄. Ο ίδιος βρισκόταν κάποτε στην εκκλησία και στέναξε, αγνοώντας ότι κάποιος άλλος ήταν πίσω του. Όταν το κατάλαβε λοιπόν, έβαλε μετάνοια, λέγοντας: «Συγχώρησε με, Αββά, δεν κατηχήθηκα ακόμη». 
κδ΄. Ο ίδιος έλεγε στον μαθητή του: «Ας τιμήσουμε τον ένα και όλοι θα μας τιμούν. Αν όμως καταφρονήσουμε τον ένα, όπου είναι ο Θεός, όλοι μας καταφρονούν και πηγαίνουμε σε απώλεια». 
κε΄. Έλεγαν για τον Αββά Ιωάννη ότι ήλθε στην εκκλησία, σε Σκήτη. Και ακούγοντας αντιλογίες μερικών αδελφών, γύρισε στο κελλί του. Και δεν εισήλθε σ’ αυτό, παρά αφού το έφερε γύρω τρεις φορές. Τον είδαν κάποιοι αδελφοί και απόρησαν γιατί το έκανε αυτό. Πήγαν λοιπόν και τον ρώτησαν. 
Εκείνος δε τους λέει: «Είχα γεμάτα τα αυτιά μου από την αντιλογία. Έφερα λοιπόν γύρω το κελλί μου, για να τα καθαρίσω και έτσι να εισέλθω, με ησυχία του νου μου». 
κστ΄. Ήλθε κάποτε ένας αδελφός στο κελλί του Αββά Ιωάννη κατά το βράδι, με την πρόθεση να μείνει για λίγο και ύστερα να φύγει. Και ενώ μιλούσαν για αρετές, έγινε πρωί και δεν το κατάλαβαν. Βγήκε ύστερα να τον ξεπροβοδίσει. Και έμειναν μιλώντας έως τις έξι. Τον εισήγαγε πάλι στο κελλί και αφού έφαγε, έτσι αναχώρησε. 
κζ΄. Έλεγε ο Αββάς Ιωάννης ότι «φυλακή» σημαίνει το να μείνει κάποιος στο κελλί και να μνημονεύει τον Θεό αδιάκοπα. Και ότι αυτό είναι το νόημα του «εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με». 
κη΄. Είπε πάλι: «Ποιος είναι δυνατός σαν το λιοντάρι; Και όμως, εξ αιτίας της κοιλιάς του, πέφτει σε παγίδα και όλη η δύναμη του ταπεινώνεται». 
κθ΄. Ιστορούσε πάλι, ότι, τρώγοντας οι πατέρες της Σκήτης ψωμί και αλάτι, έλεγαν: «Ας μη υποδουλώνουμε τον εαυτό μας στο ψωμί και στο αλάτι». Και έτσι ήταν δυνατοί στο να εκπληρώνουν το έργο του Θεού. 
λ΄. Ήλθε ένας αδελφός να πάρει ζεμπίλια από τον Αββά Ιωάννη. Και βγαίνοντας, του λέει ο γέροντας: «Τι θέλεις, αδελφέ;». 
Και εκείνος είπε: «Ζεμπίλια, Αββά». 
Εισήλθε για να τα βγάλει, αλλά απολησμονήθηκε και κάθισε πλέκοντας. Πάλι ο άλλος έκρουσε. 
Και σαν βγήκε, του λέει: «Φέρε το ζεμπίλι, Αββά». 
Εισήλθε, αλλά και πάλι κάθισε να πλέξει. Και πάλι ο άλλος έκρουσε. 
Και βγαίνει και τον ξαναρωτά: «Τι θέλεις, αδελφέ;». 
Και εκείνος: «Το ζεμπίλι, Αββά». Τον έπιασε τότε από το χέρι, τον πήγε μέσα και του είπε: «Αν ζεμπίλια θέλεις, πάρε και πήγαινε. Γιατί εγώ δεν ευκαιρώ». 
λα΄. Ήλθε κάποτε ένας καμηλιέρης για να πάρει τα εργόχειρα του και να πάει σε άλλο τόπο. Και εκείνος, μπαίνοντας για να του φέρει την πλεξούδα, απολησμονήθηκε, έχοντας υψωμένο τον νου στον Θεό. 
Πάλι λοιπόν τον ενόχλησε ο καμηλιέρης, κρούοντας τη θύρα. Και πάλι ο Αββάς Ιωάννης, μπαίνοντας, απολησμονήθηκε. 
Και την τρίτη φορά, αφού έκρουσε ο καμηλιέρης, μπαίνοντας έλεγε: «Πλεξούδα - καμήλα, πλεξούδα - καμήλα». Και αυτό το έλεγε για να μη ξεχάσει. 
λβ΄. Ο ίδιος βρισκόταν σε ζέση πνευματική. Και κάποιος όπου τον επισκέφθηκε, επαίνεσε το έργο του. Εκείνη την ώρα, ο γέροντας έφτιαχνε πλεξούδα. Και σιώπησε. 
Πάλι ο άλλος του έκανε λόγο. Και πάλι αυτός σιωπούσε. 
Τη δε τρίτη φορά, λέει στον επισκέπτη του: «Από τη στιγμή όπου εισήλθες εδώ, διώχνεις τον Θεό από μένα». 
λγ΄. Ήλθε κάποιος γέροντας στο κελλί του Αββά Ιωάννη και τον βρήκε να κοιμάται και Άγγελο στο πλάι του με ριπίδι να του κάνει αέρα. Και σαν το είδε αυτό, έφυγε. 
Μόλις δε σηκώθηκε, λέει στον μαθητή του: «Ήλθε κανείς εδώ, ενώ κοιμόμουν;». 
Του απαντά: «Ναι. Ο τάδε γέροντας». 
Και κατάλαβε ο Αββάς Ιωάννης ότι των δικών του μέτρων ήταν εκείνος ο γέροντας και είδε τον Άγγελο. 
λδ΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης: «Εγώ θέλω ο άνθρωπος να παίρνει κάτι από όλες τις αρετές. Λοιπόν, κάθε μέρα, αφού σηκώνεσαι το πρωί, κάνε αρχή σε κάθε αρετή και θεία εντολή, με πολύ μεγάλη υπομονή, με φόβο και μακροθυμία, με αγάπη Θεού, με κάθε προθυμία ψυχής και σώματος, με ταπείνωση πολλή, υπομένοντας στη θλίψη της καρδιάς και στην εσωτερική προσοχή, με πολλή προσευχή και ικεσίες και στεναγμούς, με καθαρή γλώσσα και προσοχή στους οφθαλμούς. Να σε ταπεινώνουν και να μη οργίζεσαι. Να ειρηνεύεις και να μη ανταποδίδεις κακό αντί κακού. Να μη προσέχεις στα φταιξίματα των άλλων. Να μη δίνεις σημασία στον εαυτό σου, αλλά να τον θαρρείς σαν το τελευταίο από όλα τα δημιουργήματα. Αποτάσσοντας τα υλικά και τα σχετικά με τη σάρκα. Σε σταυρό, σε αγώνα, σε πτωχεία πνεύματος, σε προαίρεση και άσκηση πνευματική, σε νηστεία, σε μετάνοια και κλαυθμό, σε αγώνα πολέμου, σε διάκριση, σε αγνότητα ψυχής, σε μετάληψη αγαθή. Σε ησυχία, το εργόχειρο. Στις νυχτερινές αγρυπνίες, με πείνα και δίψα, με κρύο και γυμνότητα, με κόπους. Κλείνοντας από πάνω σου τον τάφο, σαν να έχεις ήδη τελευτήσει. θαρρώντας ότι ο θάνατος είναι κοντά σου την κάθε ώρα». 
λε΄. Έλεγαν για τον Αββά Ιωάννη, ότι, καθώς ερχόταν από τον θερισμό ή επισκεπτόταν γέροντες, με την προσευχή και τη μελέτη και την ψαλμωδία περνούσε την ώρα του, ωσότου αποκαταστάθηκε ο λογισμός του στην τάξη την αρχαία. 
λστ΄. Είπε κάποιος από τους πατέρες γι’ αυτόν: «Ποιος είναι ο Ιωάννης, όπου, με την ταπείνωση του, κρέμασε όλη τη Σκήτη στο μικρό του δάχτυλο;». 
λζ΄. Ρώτησε ένας από τους πατέρες τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ‘‘τι είναι ο μοναχός’’. 
Και εκείνος είπε: «Κόπος. Γιατί ο μοναχός σε κάθε έργο κοπιάζει. Έτσι είναι ο μοναχός». 
λη΄. Είπε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι ένας πνευματικός γέροντας έγινε έγκλειστος και έβγαλε μεγάλο όνομα στην πόλη και είχε δόξα πολλή. Και τον ειδοποίησαν: «Κάποιος από τους αγίους βρίσκεται στα στερνά του. Πήγαινε να τον ασπασθείς, πριν κοιμηθεί». 
Και συλλογίσθηκε μέσα του· «Αν βγω τη μέρα, θα τρέξουν γύρω μου οι άνθρωποι και θα μου κάνουν πολλή δόξα και θα χάσω την ειρήνη μου. Θα ξεκινήσω λοιπόν το βράδι, με το σκοτάδι, ξεφεύγοντάς τους όλους». 
Βγήκε λοιπόν, σαν έπεσε το βράδι, από το κελλί του, επειδή ήθελε να μη τον πάρει είδηση κανείς. Αλλά να, από τον Θεό στέλνονται κάτω δυο Άγγελοι με φανούς, κάνοντας του φως. Έτσι όλη η πόλη πρόστρεξε, βλέποντας τη δόξα του. 
Και όσο νόμιζε ότι απέφευγε τη δόξα, τόσο πιο πολύ δοξάσθηκε. Σ’ αυτό το γεγονός εκπληρώθηκε το γραμμένο: «Πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». 
λθ΄. Έλεγε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: «Δεν γίνεται να χτίσει κάποιος σπίτι αρχίζοντας από τα επάνω και καταλήγοντας στα κάτω. Θα αρχίσει από τα θεμέλια και θα συνεχίσει προς τα άνω». 
Του λένε: «Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια;». 
Τους αποκρίνεται: «Τα θεμέλια είναι ο πλησίον, το πως θα τον κερδίσεις. Και ωφελείσαι πρώτος. Γιατί σ’ αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού». 
μ΄. Έλεγαν για τον Αββά Ιωάννη, ότι κάποιας κόρης τελεύτησαν οι γονείς και απόμεινε ορφανή. Το δε όνομα της ήταν Παϊσία. Σκέφθηκε λοιπόν να μεταβάλει το σπίτι της σε ξενοδοχείο, για να εξυπηρετεί τους πατέρες της Σκήτης. Εργαζόταν αρκετό καιρό σαν ξενοδόχος, εξυπηρετώντας τους πατέρες. Μετά δε από καιρό, αφού εξαντλήθηκε το βιός της, άρχισε να στερείται. 
Τότε την πλησίασαν άνθρωποι διεστραμμένοι και την έβγαλαν από τον αγαθό της σκοπό. Έτσι, άρχισε να κάνει κακή ζωή και κατέληξε στην ακολασία. Το άκουσαν οι πατέρες και πολύ λυπήθηκαν. 
Φώναξαν λοιπόν τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό και του είπαν: «Ακούσαμε για την αδελφή εκείνη ότι πήρε τον κακό δρόμο. Όταν μπορούσε, μας έδειξε την αγάπη της. Τώρα και εμείς ας της δείξουμε αγάπη και ας τη βοηθήσουμε. Κάνε λοιπόν τον κόπο και πήγαινε σ’ αυτήν και, με τη σοφία όπου σου έδωσε ο Θεός, λύσε το πρόβλημά της». 
Πήγε, έτσι, ο Αββάς Ιωάννης να τη βρει και λέει στο γραΐδιο όπου έκανε χρέη θυρωρού: «Ανάγγειλε με στην κυρά σου». 
Αλλά εκείνη τον απέπεμψε, λέγοντας: «Σεις από την αρχή της φάγατε όλα όσα είχε και δεν είχε. Και να, είναι φτωχή». 
Της λέει ο Αββάς Ιωάννης: «Μα πρόκειται να της κάνω μεγάλο καλό». 
Τα δε παιδιά της, χαμογελώντας, του λένε: «Τι έχεις λοιπόν να της προσφέρεις και θέλεις να τη δεις;». 
Και εκείνος αποκρίθηκε, λέγοντας: «Από που ξέρετε τι έχω να της δώσω;». 
Ανέβηκε το γραΐδιο και της ανέφερε τα σχετικά μ’ αυτόν. 
Και της λέει η νέα γυναίκα: «Αυτοί οι μοναχοί πάντοτε πηγαινοέρχονται πλάι στην Ερυθρά Θάλασσα και βρίσκουν μαργαριτάρια». 
Και αφού στολίσθηκε, λέει: «Κάνε μου τη χάρη να μου τον φέρεις επάνω». 
Όταν λοιπόν ανέβηκε εκείνος, αυτή πρόλαβε και κάθισε στο κλινάρι. Ήλθε ο Αββάς Ιωάννης και κάθισε κοντά της. Κοιτάζοντας τη δε στο πρόσωπο, της λέει: «Τι σου έφταιξε ο Χριστός και κατάντησες έτσι;». 
Ακούγοντας τον δε, πάγωσε ολόκληρη. Σκύβει τότε το κεφάλι ο Ιωάννης και άρχισε να κλαίει πικρά. 
Του λέει: «Αββά, γιατί κλαις;». 
Και σηκώνοντας για μια στιγμή το κεφάλι, πάλι έσκυψε κλαίγοντας και της λέει: «Βλέπω ότι ο σατανάς παίζει στην όψη σου και να μη κλάψω;». 
Και σαν τον άκουσε, του λέει: «Υπάρχει μετάνοια, Αββά;». 
Της αποκρίνεται: «Ναι». 
Του λέει: «Πάρε με όπου θέλεις». 
Της λέει: «Πάμε». 
Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Πρόσεξε δε ο Αββάς Ιωάννης ότι τίποτε δεν κανόνισε, ούτε είπε για το σπίτι της. Και θαύμασε. Όταν λοιπόν έφθασαν στην έρημο, έγινε βράδι. Και αφού έφτιαξε με την άμμο μικρό προσκεφάλι για χάρη της και το σφράγισε με το σχήμα του Σταυρού, της λέει: «Κοιμήσου εδώ». Το ίδιο δε έκανε και για τον εαυτό του λίγο παρά πέρα και αφού τελείωσε τις προσευχές του, πλάγιασε. 
Γύρω δε στα μεσάνυχτα, βλέπει, ξυπνώντας, ένα δρόμο φωτεινό να ξεκινά από τον ουρανό και να καταλήγει στη γυναίκα εκείνη. Και είδε τους Αγγέλους του Θεού να μεταφέρουν ψηλά την ψυχή της. Σηκώνεται, λοιπόν, πηγαίνει κοντά της και τη σκουντά με το πόδι. Μόλις δε αντιλήφθηκε ότι πέθανε, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και δεόταν στον Θεό. Και άκουσε ότι η ολιγόωρη μετάνοια της έγινε δεκτή πιο καλά από ό,τι η μετάνοια άλλων, όπου διαρκεί πολύ καιρό, αλλά δεν έχει τόση φλόγα.

Είπε Γέρων… 
Το Γεροντικόν σε νεοελληνική απόδοση.
υπό Βασιλείου Πέντζα
εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1999.

Δημοφιλείς αναρτήσεις