Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή


Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή  
Μακ. Αἰμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
 πηγή:εδώ 
Ο ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἔχει πνευματικὴ ζωή, νὰ ἔχει το φῶς στὴ ζωή του, πρέπει νὰ ἔχει τελεία ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον του. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἁπλῆ, τὴν φυσική, τὴν ἄνετη ἐγκατάλειψη καὶ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στὸν ἄλλον, καὶ ἑπομένως τὴν βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει Θεόν. Γι’ αὐτὸ σκοτίζεται ἡ ψυχή, ὅταν κλονίζεται ἡ σχέση της μὲ τὸν Θεό. 
Μῖσος 
Πῶς ὅμως κλονίζεται; Μὲ τὸ νὰ μισεῖ τον πλησίον του. Τὸ μισῶ τὸν πλησίον ἔχει κατὰ κύριον λόγο ἐνεργητικὴ ἔννοια καὶ σημαίνει, κτυπῶ, ἀρνοῦμαι, ἐπιτίθεμαι ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐκφράζει τὴν ἐπιθετικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς. Ἀντὶ νὰ ἔχω φυσικὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον, νὰ τὸν βάζω στὴν καρδιά μου, ἔχω τὸ μῖσος, ποὺ εἶναι μία ἔξοδος τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν καρδιά μου καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μου. 
Μῖσος λοιπὸν εἶναι νὰ βλέπω ὡς ἕτερον τὸν ἄλλον, νὰ τὸν πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου, νὰ μὴν τὸ θεωρῶ ὡς εἶναι μου. Ἀντὶ νὰ δῶ ὅτι ὁ ἄλλος εἶμαι ἐγώ, βλέπω ὅτι εἶναι κάτι διαφορετικό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι φυσικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιά μᾶς, ποὺ εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀφύσικο. Τὸ μῖσος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἁμαρτημάτων, διότι εἶναι ἀπόρροια μεγάλης ἐμπαθείας καὶ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δούλεψε πολλὰ χρόνια στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη, καὶ ἔχει σκληρυνθεῖ τόσο πολὺ ἡ καρδιά του, ὥστε κατὰ κάποιο τρόπο ἔγινε ἀνώμαλη καὶ ὄχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, ἀλλὰ καὶ μισεῖ. Χρειάζεται πολὺ δάκρυ γιὰ νὰ ἀποβάλλει κάποιος τὸ μῖσος. Δὲν εἶναι ὑπόθεση μιᾶς ἀποφάσεως ἁπλῶς ἢ ἀγῶνος μιᾶς μέρας. Ὅταν μισῶ κάποιον, δὲν μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν μισῶ. 
Μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν χτυπήσω, νὰ μὴν τὸν βλάψω, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τὸν μισῶ πλέον, χρειάζεται μιὰ ἐσωτερικὴ κάθαρσις. Τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αὐτὸ καὶ συσκοτίζει τὴν ψυχή. 
Ἐξουδένωση 
Πῶς ἀλλιῶς κλονίζεται ἡ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους; Μὲ τὴν ἐξουδένωση. Μὲ τὸ νὰ ταπεινώνεις τὸν ἄλλον. Μὲ τὸ νὰ τὸν κρίνεις. Ὅταν ὅμως κρίνω τὸν ἄλλον, τὸν βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Εἶναι τόσος ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τῆς κρίσεώς του, οὔτε ἕνας Θεός, πόσο μᾶλλον ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ νὰ θεωρῶ τὸν ἄλλον ὡς κατώτερο, περισσότερο ὅμως τὸ νὰ τὸ ἐκφράζω, εἶναι κεφαλαιῶδες ἁμάρτημα. 
Ζήλεια 
λλη μορφὴ σχέσεώς μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ὁποία διαταράσσει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, εἶναι ἡ ζήλεια μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες. Ζηλεύω κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, τὸν θεωρῶ δικό μου καὶ ἑνώνομαι ἀναπόσπαστα μαζί του. Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μία ὑποβίβαση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀνθρώπινη σχέση. Εἶναι ἐπίσης μία πλήρης μοιχικὴ ἐσωτερικὴ ἐνέργεια. Ἂν πάρουμε τὴν ζήλεια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ζηλεύω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀπωθῶ, τότε ἡ ζήλεια εἶναι ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας ἀλλὰ καὶ ἀνώμαλης ἀγάπης. Δηλαδὴ τὸν ἀγαπῶ κατὰ τρόπο ἐγωιστικὸ καὶ ἀποκλειστικό, πιστεύω ὅτι ἔχω δικαιώματα στὴ ζωή του καὶ ὅτι αὐτὸς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντί μου, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δίνει λογαριασμὸ γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἡ ζήλεια λοιπὸν εἶναι διαταραχὴ τῶν σχέσεών μας λόγῳ περισσῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς ἐνέργειας. 
Ζήλεια εἶναι κάθε στροφὴ πρὸς τὸν ἄλλον, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ κάτι ὑπερβολικό, ἀπὸ ἕναν ζῆλο, ἀπὸ μία ζέση, ἀπὸ μία βράση. Ἑπομένως ζῆλος μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον μου, ἡ ἀγάπη μου, ἡ φροντίδα μου νὰ τὸν σώσω, νὰ τὸν βοηθήσω νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ζέσις εἶναι ἕνας ἀφύσικος ἐσωτερικὸς ὀργασμός, μία ἀφύσικη πνευματικὴ συσσωμάτωση. 
Γογγυσμός 
Τὸ ἀντίθετο τῆς ζήλειας εἶναι ὁ γογγυσμός, ὁ ὁποῖος ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτόν τον γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου. Ζητῶ λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγῶνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴ δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴ ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ. Ἡ ζήλεια προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἐγὼ ὑπερτροφικό, ἐνῷ ἡ ἐξουδένωση ἀπὸ ἕνα ἐγὼ αὐτοτρεφόμενο καὶ αὐτοδυναμούμενο ἄνευ Θεοῦ, ποὺ βλέπει τὸν ἄλλον κατώτερο, μηδαμινό. 
Τὸ μῖσος εἶναι ἡ διαφοροποίηση, ἡ ἀπώθηση τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν ὕπαρξη μας. 
Λόγοι Ἀσκητικοὶ, 
Ἑρμηνεία στὸν Ἀββὰ Ἠσαΐα.

Ο Μακαριστός Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης ήταν Προηγούμενος της Ἱεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους.

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν.

Όταν εκτελείς τα θρησκευτικά σου καθήκοντα μη έπαιρε σεαυτόν. (39)   

Όταν κανείς λέει ο Μέγας Αντώνιος, τα θρησκευτικά σου καθήκοντα, μην υψώνεις τον εαυτό σου. Θρησκευτικά καθήκοντα είναι κυρίως η λατρεία, ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, αλλά και η προσωπική ζωή, δηλαδή ο κανόνας, η νηστεία, η άσκησις εν γένει όλων των αρετών. Όσον αφορά την προσευχή, πρέπει να την κάνουμε με ταπεινοφροσύνη και με τη συνείδηση ότι είμεθα αμαρτωλοί. Όχι επιδεικτικά ώστε να μας βλέπουν οι άλλοι. Εάν κάποιος έχει δάκρυα δεν πρέπει να ακούγεται στο πλαϊνό κελί. Διαφορετικά, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει στην ψυχή του. Πρέπει να προσέχουμε τη σχέση μας με τους ανθρώπους, διότι στις δημόσιες σχέσεις μας δεν κρινόμεθα  τόσο από τα ελατήριά μας, όσο από τη στάση μας και από τους άλλους. Όταν λοιπόν λέγει μη έπαιρε σεαυτόν κατά τη λατρεία του μοναστηριού και κατά τα κοινά της σκήτης ,εννοεί να είσαι άνθρωπος ισορροπημένος. Όταν κάποιος στην εκκλησία σκύβει το κεφάλι του δήθεν από ταπείνωση, ενώ κανείς άλλος δεν το σκύβει, αυτό δεν είναι ταπείνωσις, αλλά ο μεγαλύτερος εγωισμός. Η δημόσια λατρεία έχει εκδηλώσεις και λόγια όμοια. Με τις ίδιες λέξεις και με τον ίδιο τρόπο λατρεύουμε τον Θεόν. Αν, λόγου χάρη, θέλεις να κάνεις βαθιά μετάνοια, όταν πάς στο κελλάκι σου κάνε 1000 μετάνοιες, κανείς δεν σε εμποδίζει. Η λατρεία όμως δεν είναι τόπος για να εκδηλώσεις τη δική σου ευσέβεια ̇   είναι τόπος στον οποίο ζει η κοινότητα, όχι το εγώ σου. Γενικώς πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στις δημόσιες σχέσεις μας και μάλιστα στο ναό. Η  ψαλμωδία μας, η συμμετοχή μας, οι μετάνοιες μας, οι κινήσεις μας, όλα θα είναι δημόσια , δηλαδή όπως τα κάνει όλος ο δήμος, όλη η λατρευτική μας σύνάξις. Αυτό δεν σημαίνει ότι , εάν οι άλλοι μιλούν στην εκκλησία πρέπει να μιλήσω και εγώ. Το να μη μιλώ είναι κανών  της εκκλησίας.  ‘Οποιος μιλάει είναι παραβάτης, υπεραίρει τον εαυτό του ,ή το συνηθέστερο είναι ανισόρροπος ή μειονεκτικός ,πονεμένος άνθρωπος. Στην δημόσια ζωή φαίνεται η ψυχική ισορροπία του ανθρώπου.

 Ας αναφέρουμε ακόμα ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια της λατρείας το φυσικό είναι να στεκόμαστε όρθιοι. Εάν οι άλλοι κάθονται, δεν θα καθίσω και εγώ. Πιθανόν κάποιος να είναι άρρωστος, ή το πιθανότερο, οι άλλοι να είναι ράθυμες ψυχές, και μάλιστα όταν η λατρεία είναι σύντομη. Όταν ο εσπερινός είναι 45 λεπτά και η πρωινή ακολουθία δυόμισι ώρες, δεν μπορούμε να σταθούμε όρθιοι; Πρέπει ή τα  μυαλά μας να μην λειτουργούν σωστά, ή να είμαστε ξεβιδωμένοι από τη διάχυση της προσωπικότητάς μας. Διότι η κούρασης ως επί το πλείστον δεν είναι θέμα εργασίας αλλά ψυχικής ατονίας. Όποίοι κάθονται συνήθως είναι ψυχικά άρρωστοι. Ελάχιστοι είναι οι σωματικοί λόγοι για τους οποίους χρειάζεται κανείς να καθίσει. Αλλά τον ψυχικά άρρωστο ότι και να του κάνεις, και γλυκά να του δίνεις, και με το φτερό να του κάνεις αέρα, δεν θα τον ανακουφίσεις. Δεν θα καθίσω λοιπόν και εγώ, επειδή οι αδελφοί μου είναι ανισόρροποι. Αντιθέτως, με την ορθοστασία μου πρέπει να υπενθυμίζω στους άλλους ότι είμαστε άγγελοι και συμπροσευχόμεθα ως άγγελοι. Όταν όλοι οι άγιοι και οι άγγελοι ίστανται  με τρόμο και φόβο επάνω από το θυσιαστήριο, είναι ακατανόητο εμείς να καθομαστε. Βέβαια, στο μοναστήρι έχουμε τη μακροθυμία, την χρηστότητα και την επιείκεια να μην προσβάλλουμε τον άλλον. Θέλει να καθίσει; ας καθίσει. Θέλει να μιλήσει; δεν τον βγάζουμε έξω. Θέλει να φάει λάδι; του το δίνουμε δεν θα του θυμίζουμε κάθε μέρα ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία, διότι θα αντιδράσει χειρότερα. Γενικώς είμεθα συγκαταβατικοί. Αλλά, όποιος θέλει να εκτελεί εν ελευθερία τα θρησκευτικά του καθήκοντα, δεν θα επαίρει τον εαυτό του. Ο άγιος δεν λέγει να μην αμαρτάνει ̇ αυτό το οφείλουμε. Όποιος όμως καθίσει επειδή κάθονται οι άλλοι , τότε αμαρτάνει στον Θεόν, έστω και εν αγνοία του.

Γενικότερα, θρησκευτικά καθήκοντα είναι οι κοινωνικές σχέσεις των μοναχών, κυρίως στο διακόνημα. Η έπαρσις του εαυτού μας φαίνεται στη συμφωνία ή διαφωνία μας με τον άλλον, όταν θέλουμε να εκφράζουμε τον εαυτό μας. Στο διακόνημα ως επί το πλείστον, αλλά και σε όλες τις εκδηλώσεις, όποιος επιμένει στη γνώμη του, και σωστή να είναι,  επαίρει εαυτόν, υψώνει τη δική του μύτη. Ποτέ  άνθρωπος ομαλός ψυχικά και πνευματικά δεν επιμένει στη γνώμη του. Θα την εκφράσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη φανεί καν, ότι είναι γνώμη. Μέσα στη συζήτηση, παραδείγματος χάριν, θα πλέξει και το δικό του σωστό̇  και αν το καταλάβει ο άλλος, καλώς̇ αν δεν το καταλάβει ,δεν πειράζει. Στο διακόνημα λοιπόν και στις συζητήσεις, που συνιστούν θρησκευτική και κοινωνική βίωση, πρέπει να μην επαίρνουμε τον εαυτό μας. Εκεί χρειάζεται πολύ περισσότερο να ελέγχουμε τον εαυτό μας μήπως ,όταν οι άλλοι δεν κάνουν αυτό που θέλουμε εμείς, όταν δεν αναγνωρίζουν το σωστό, εμείς πληγωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, μας κοστίζει. Συμβαίνει, λόγου χάριν, κάτι που πραγματικά δεν θα τιμήσει το μοναστήρι, αλλά έτσι το θέλουν οι αδελφοί μου. Τότε θα υποχωρήσω, διότι το μοναστήρι δεν είναι ο κόσμος του χωριού μου ή της πόλεως μου, αλλά οι αδελφοί μου. Αφού οι αδελφοί μου θέλουν έτσι, έτσι θα το κάνουμε. Το πολύ πολύ να το πούμε στο γέροντα, και ο  γέροντας, αν θέλει ας προλάβει το κακό .Λέγοντας τη γνώμη μας  ή υποφέροντας διότι δεν γίνεται σωστό ,δεν κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να επαίρουμε τον εαυτό μας. Και τότε το διακόνημά μας  ή οι μετάνοιες στην εκκλησία ή το σκύψιμο του κεφαλιού δεν φθάνουν στον ουρανό. Αυτά είναι φαρισαϊκές εκδηλώσεις̇  και εμείς είμεθα κάθε στιγμή μέσα στο ναό, γιατί ναός δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος ναός, αλλά όλο το μοναστήρι.

ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

ΑΡΧΜ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (ΣΕΛ 92-95)


Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Όταν έχεις ακάθαρτους λογισμούς το σώμα σου αναδίδει τη δυσωδία τους...


 
Δεν θα αρνούμεθα τα λουτρά εις εκείνον του οποίου η ασθένεια απαιτεί αυτά. Ο ασθενής θα ακολουθεί άνευ γογγυσμού την εντολή του ιατρού̇ εις περίπτωσιν καθ’ ην διαφωνεί θα πράττει κατά την εντολήν του ηγουμένου ό,τι είναι αναγκαίον δια την υγεία του . 
Η σωματική καθαριότης έχει άμεση σχέση με το φαγητό και με τη ζωή μας. Όταν έχεις ακάθαρτους λογισμούς το σώμα σου αναδίδει τη δυσωδία τους. Χρησιμοποίησε όσα αρώματα θέλεις μόλις σε πλησιάσει κάποιος που έχει ελάχιστη πνευματική όσφρηση θα καταλάβει αμέσως ότι η ψυχή σου είναι μολυσμένη. Ό,τι είναι ο άνθρωπος εσωτερικά, είναι και εξωτερικά. Δεν μπορεί να κρυφθεί από το συνάνθρωπό του πόσο μάλλον από τον Θεόν. Επειδή οι παλαιοί το ήξεραν αυτό δεν έδιναν τόση σημασία στο λουτρό. Eπίσης τα σημερινά λουτρά έχουν καταστεί αναγκαία όχι μόνο λόγω της γενικής διαφθοράς αλλά και λόγω της αλλοιώσεως των φαγητών. Tα φαγητά των ημερών μας δημιουργούν ακαθαρσία στον οργανισμό, στην ψυχή και στο πνεύμα. ‘Oσο πιο απλό και φυσικό είναι το φαγητό τόσο και πιο καθαρός είναι ο οργανισμός. ‘Oσο το καρυκεύει και το συνθέτεις τόσο γίνεσαι και εσύ ακάθαρτος με όλες τις έννοιες της λέξεως. Επειδή λοιπόν στην εποχή μας είναι τέτοια η τροφή των ανθρώπων -αλλά και η ζωή τους και ο παρασυρμός τους- ακόμη και τα ενδύματά τους είναι κολλητά, λεπτά- γι’ αυτό ρίχνουμε το βάρος στην καθαριότητα του σώματος. Ανέκαθεν όμως υπήρχαν λόγοι που επέτρεπαν το λουτρό. Από την αρχαιότατη εποχή πήγαιναν ακόμα και οι μοναχοί 3 έως 4 φορές τον χρόνο. Σε μερικά μοναστήρια πήγαιναν κάθε μήνα. Το περισσότερο θεωρείται εντελώς ανάρμοστο για τον μοναχό, διότι υποτίθεται ότι έχει μια σχετική καθαριότητα ψυχής. Η απόπνοια του σώματος έχει μεγαλύτερη σχέση με την ψυχή παρά με το σώμα. Υπάρχει μια εξαιρέσις, οι ειδικές σωματικές ασθένειες που προκαλούν δυσοσμία. Πολλοί Άγιοι περιέπιπταν σε τέτοιες αρρώστιες και τότε αποδεικνυόταν πολύ περισσότερο η ταπείνωσις και η καθαριότητα της καρδιάς τους, από το αν θα ευωδίαζαν. 
Στην εποχή μας, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν εάν δεν πλυθούν κάθε ημέρα. Αν είναι όμως δυνατόν σε μια τέτοια ατμόσφαιρα να υπάρξει πνευματική ζωή! Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο Άγιος έχει όλη αυτή τη σύνθετη κατάσταση μπροστά του, λέγει ότι δεν θα αρνούμεθα τα λουτρά σε εκείνον που το απαιτεί η ασθένεια. Θέτει ως βασικό όρο την ασθένεια. Στη λέξη ασθένεια υποκρύπτεται και η έννοια της ασθένειας του χαρακτήρος και της βουλήσεως. Αλλά αυτό το κρύβει, γιατί όταν ανοίξεις σε κάποιον ένα παράθυρο θα το εκμεταλλευθεί. Όταν πω λόγου χάριν ότι απαγορεύεται να πάρετε απολυτήριο, όσο και αν το επιθυμείτε, θα παλέψετε θα μετανοήσετε δεν θα πάρετε. Εάν σας πω ότι μπορείτε να πάρετε, αμέσως θα ζητήσουν πολύ ή θα αρχίσουν να το σκέπτονται. 
Γι’ αυτό με τη λέξη "ασθένεια" μη συνάπτοντας την με τη λέξη "σώμα", εννοεί κυρίως την ασθένεια του χαρακτήρος, της ψυχής και του πνεύματος, που εξαναγκάζει τον άνθρωπο να κρύπτεται με το να λούζεται.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
ΑΡΧ.ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΟΥ (σελ.314)

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;


 
Ο Άγιος Αυγουστίνος τονίζει πολύ την κοινωνικότητα του μονάχου.  Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;  Όποιος μοναχός δεν κλείνεται στο κελί του- μοναχός σημαίνει κλείνομαι στο κελλί μου και αυτό μου διδάσκει τα πάντα- δεν θα γίνει ποτέ αληθινός μοναχός. Αλλά και ο μοναχός ο οποίος κλείνεται στο κελί του και αγνοεί την κοινωνία των αδελφών του, θα γίνει ένα τέρας δεν θα μάθει τίποτε. Διότι χωρίς βιωματική γνώση που απορρέει από την αίσθηση της κοινωνίας μας, το κελί γίνεται σταυροδρόμι δαιμονικών επηρειών. Γι’ αυτό και η άσκηση είναι το πιο φοβερό όπλο του δαίμονος. Η άσκηση είναι μοναδικό όχημα που οδηγεί στον ουρανό, αλλά είναι και ο δρόμος όλων των αιρετικών, των σχισματικών και των πεπλανημένων. Ο άνθρωπος του θεού δεν μπορεί να αγνοήσει τίποτε εάν θέλει να είναι άρτιος. Έλεγε ο παπα - Εφραίμ ότι δεν υπάρχει καλύτερη συσκηνία από δύο μοναχούς που ζουν μαζί. Πόσοι απομονωμένοι υπάρχουν στην έρημο! Μπορεί ο ένας να γίνει εγκρατής, ο άλλος να κάνει προσευχή, ο τρίτος να έχει συχνή θεία μετάληψη, αλλά ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν γίνεται κανένας όταν ζει μόνος του. Όλοι έχουν προβλήματα. Γι’ αυτό και η εκκλησία θέτει ως κριτήριο της μονώσεως και της προσευχής την υπακοή. Η υπακοή σε βγάζει από τον εαυτό σου. Δεν ξέρεις πού θα είσαι αύριο τι θα σου πει ο ηγούμενος σου ύστερα. Δεν ξέρεις αν θα σου πει ναι ή όχι. Του λες ένα βίωμά σου και σου λέει, φύγε από δω του πονηρού είναι. Αυτή όμως είναι η ασφάλεια. Θα μου πείτε: τότε ποιος μπορεί να πάει στην ησυχία; Το μοναστήρι στέλνει στην ησυχία τον άνθρωπο που το διακόνησε, ο οποίος έχυσε τον ιδρώτα του και μούσκεψε τα θεμέλια του μοναστηριού με το αίμα του και τον κόπο του̇ επίσης, αυτόν που έχει πνευματικές δυνατότητες να ακμάσει στην ησυχία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ήταν ησυχαστής, αλλά τσεκούρωνε συνεχώς στον εαυτό του. Μη νομίζετε ότι τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα διαβάζετε. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν σπινθήρας̇ άναβε αμέσως και πετούσε και ανέβαινε πάνω στα ουράνια. Ήταν μια δυνατώτατη πνευματική ύπαρξη, μυστικός άγγελος εν σώματι. 
Λέμε πως ο Άγιος Γρηγόριος και ο Μέγας Βασίλειος ήταν φίλοι. Ο Άγιος Γρηγόριος όμως έχυσε δάκρυα από τη φιλία του αυτή. Ο Μέγας Βασίλειος τον πετούσε στην άκρη του κόσμου, ακριβώς για να κρατήσει ισορροπία και να είναι και οι δύο τους χρήσιμοι στην Εκκλησία. Μπορεί να είναι δύο άνθρωποι μαζί, αλλά να είναι άχρηστοι για την Εκκλησία. Όταν όμως ο καθένας πάρει τη θέση του, τότε γίνονται χρήσιμοι. Ο χαρακτήρας εμπνέει όταν βοηθά τον πνευματικό σκοπό.
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
Αρχ.Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
σελ: 271

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Εξεγειρόμενοι πρωί επισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς. (Κανόνας του Μ. Αντωνίου)



Εξεγειρόμενοι πρωί επισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς. 
(Κανόνας του Μ. Αντωνίου)

Την παλαιά εποχή οι ασκηταί συνήθιζαν να σηκώνωνται περί το μεσονύκτιο και να τελούν την νυκτερινή ακολουθία. Εν συνεχεία το πρωί, όταν πια είχε φέξει, τελούσαν την θεία λειτουργία. Και τώρα ακόμη σε πολλά μοναστήρια του Αγίου Ορούς η πρωινή ακολουθία, ιδιαίτερα η λειτουργία, προϋποθέτει φως. Ήδη στην τελευταία ευχή του όρθρου ο ιερεύς ευχαριστεί τον Θεόν για το ότι μας έφερε το φως του ήλιου. Εμείς έχομε ενώσει την νυκτερινή ακολουθία με τον όρθρο και την θεία λειτουργία.

Μόλις σηκωθήτε, λέγει ο άγιος, το πρώτο που έχετε να κάνετε είναι να επισκεφθήτε τους ασθενείς. Ο ασθενής, επειδή διέρχεται μία ιδιάζουσα κατάστασι, πιο εύκολα ρέπει προς την αμαρτία, προς τον πειρασμό, προς την στενοχώρια, προς τους λογισμούς. Η φύσις του είναι πιο αδύνατη, γι’ αυτό ζητάει παρηγοριά, ενίσχυσι. Όταν τον επισκεφθής το πρωί, παίρνει θάρρος και αλλοιώς αντιμετωπίζει την ήμερα του. Λέγοντας όμως ο άγιος, επισκέπτεστε τους παρ’ υμίν ασθενείς, δεν εννοεί να ψάχνετε πού υπάρχουν άρρωστοι, αλλά εννοεί αυτούς που είναι στο περιβάλλον σας. Δηλαδή δεν βάζει βραχνά, αλλά θέτει έναν περιορισμό,

Ο άγιος απευθύνει αυτόν τον κανόνα στους υγιείς και όχι στους ασθενείς, ώστε να περιμένουν να τους κάνουν πρωί-πρωί επίσκεψι. Ο άρρωστος πρέπει να θυμάται ότι η ασθένεια που του χαρίζει ο Θεός είναι μοναδική ευκαιρία για την τελείωσί του. Η ασθένεια αντικαθιστά την προσευχή, που δεν μπορούμε να κάνωμε, αντικαθιστά την λατρεία, στην οποία δεν μπορούμε να συμμετάσχωμε. αντικαθιστά τα κατορθώματα της πίστεως, των παλαισμάτων, την νηστεία, όταν πρέπει να φάμε. Όταν είμαστε άρρωστοι, με ελάχιστο αντίδωρο εξοφλούμε όλες μας τις υποχρεώσεις απέναντι του Θεού.

Ο σατανάς όμως μας τα παρουσιάζει ανάποδα και μας δημιουργεί απογοήτευσι. Αυτό δεν είναι σωστό. Η ασθένεια που μας δίνει ο Θεός είναι με το σταγονόμετρο ζυγισμένη για μας, που θέλομε να γίνωμε τέλειοι. Αποκλείεται να γίνωμε τέλειοι χωρίς την αρρώστια, και μάλιστα την απρόσμενη, την απρόοπτη, η οποία ενδεχομένως μας ταπεινώνει ενώπιον των άλλων με το να τους χρειαζόμαστε και να μην μπορούμε να ζήσωμε μόνοι μας.

Όταν λοιπόν ασθενούμε, ας γνωρίζωμε πως αυτό είναι το άθλημά μας, το μεταγωγικό μέσον μας για τον ουρανό, και ότι είναι ανάγκη να στομώνωμε τον εαυτό μας και όσο μπορούμε να μην έχωμε ανάγκη τους άλλους. Να μοιάζωμε του Κυρίου και τους αγίους, οι οποίοι ούτε παρηγοριές ζητούσαν, ούτε ελάφρυνσι του ζυγού της ασθενείας τους. Επίσης, ας είμαστε πραγματικοί αθληταί στην νηστεία. Ας μη ζητάμε εύκολα την κατάλυσι και τα πιο παράξενα φαγητά ή εκείνα που ποτέ δεν τα τρώγαμε. Χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί, μήπως, αντί να αγιάσωμε, πέσωμε σε βάραθρο και εξέλθουμε χωρίς στέφανο.

Τους παρ’ υμίν ασθενείς. Εάν διαβάσωμε την ζωή του αγίου, θα διαπιστώσουμε ότι με την λέξι ασθενείς εννοεί τους σωματικώς, αλλά προπάντων τους ψυχικώς και πνευματικώς ασθενείς, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον αγώνα τους και τα τρωτά της υγείας τους. Πνευματική ασθένεια είναι τα πάθη, τα αμαρτήματα, οι λογισμοί, οι φαντασιώσεις… Αλλά όποιος έχει λογισμούς, δεν έχει ισορροπημένη ψυχή, έχει ψυχικά νοσήματα. Και όποιος αμαρτάνει, δεν είναι σωματικώς υγιής. Γι’ αυτό οι ασθενείς είναι συνήθως τα πιο συμπαθή μέλη μιας αδελφότητος, είτε έχουν μια βαρειά ασθένεια, έναν καρκίνο, είτε έχουν έναν πονόδοντο. Ο ασθενής έχει ανάγκη από ειδική περιποίησι και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν, διότι ο Θεός μας συγκληρωνει, μας παρέχει την ίδια κληρονομιά.

Δεν μπορεί να στηριχθή η αδελφότητα, όταν υπάρχη σκληρότητα, αδιαφορία προς τον ασθενή. Διότι ασθενής δεν είναι ο άλφα ή ο βήτα· στην πραγματικότητα όλοι είμεθα ασθενείς. Μπορεί να μη φαίνεται σήμερα η ασθένεια μας, θα φανή όμως αύριο ή μεθαύριο, όταν θα βρεθούμε σε μια δύσκολη στιγμή. Όλοι λοιπόν είμεθα ασθενείς και έχομε την χρεία ιατρού, όπως λέγει ο ίδιος ο Κύριος. Γι’ αυτό μία παλαιότατη, ωραιότατη μοναχική παράδοση, την οποία τιμούσαν και οι μεγάλοι Πατέρες, είναι το εξεγειρόμενοι πρωί εττισκέπτεσθε τους παρ’ υμίν ασθενείς.

Η επίσκεψις όμως των ασθενών δεν μπορεί να γίνεται χωρίς την γνώσι και την ευλογία του ειδικού προσώπου, του Γέροντος ή του νοσοκόμου. Διότι ο άρρωστος είναι δυνατόν να κουράζεται ή να βλάπτεται από τις πολλές επισκέψεις μας. Η ενότης της αδελφότητας, η διατήρησις του ενός σώματος είναι σημαντική. Ο ένας έχει την ανάγκη του άλλου, αλλά τόσο όσο για να συγκρατούμεθα και όχι να γινώμεθα χειρότεροι. Όταν συνηθίσωμε τον αδελφό μας να νοιώθη ως ανάγκη τις επισκέψεις μας, τον ρίχνομε στο βάραθρο και δεν τον βοηθούμε να αναστηθή. 
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 6-9

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


 
Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Μπορούμε ακόμη «μετά πάσης νηστείας» (σ.σ. "να ζητήσουμε την χάρη και την δύναμη του Θεού"). Θυμάστε που λέγει ότι «τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ».

Υπάρχει μία ερμηνεία του χωρίου αυτού εξ αφορμής του γεγονότος το οποίο επροκάλεσε αυτήν την φράσι και το παράπονο του Κυρίου και την επίκλησι. Μία ερμηνεία που λέγει ότι σημαίνει το εξής: αυτό το γένος των δαιμόνων δεν βγαίνει από την ψυχή του ανθρώπου και δεν απομακρύνεται από αυτόν και δεν παύει ενεργούν παρά μόνον όταν αυτός ο άνθρωπος είναι ο αεί προσευχόμενος και νηστεύων.

Υπάρχει όμως και μία άλλη ερμηνεία, που είναι ουσιαστικώτερη και βαθύτερη. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Τίι σημαίνει εκπορεύομαι; Φθάνω στο τέρμα μου, φθάνω στον σκοπό μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάση εις τον Θεόν, ο άνθρωπος, αφού εβγήκε από τον Θεόν, δεν μπορεί να φθάση εκεί που πρέπει, εκεί απ’ όπου εξεπορεύθη, εκεί απ’ όπου εξεκίνησε, δεν μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να φθάση εις την αφετηρία του. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται», δεν βγαίνει για να φθάση εις την αφετηρία του παρά μόνον δια προσευχής και νηστείας. Δηλαδή, ο Θεός ανακαλύπτεται τοις προσευχομένοις, τοις δεομένοις και τοις νηστεύουσιν.

Η νηστεία είναι ένα ορατό σημάδι που μας ξεχωρίζει απ' όλα τα ερίφια. Η παραμικρή άμβλυνσις της συνειδήσεως εις το θέμα της νηστείας δημιουργεί μίαν τρομερή χαλαρότητα εις τον οργανισμό, ψυχικό και σωματικό, που δεν αφήνει ποτέ τον Θεόν να μιλήση μέσα σ’ αυτήν την καρδιά που δεν νηστεύει.

Η νηστεία εξαϋλώνει. Η νηστεία αποδιώκει τον δαίμονα. Η νηστεία ελκύει τους αγγέλους. Η νηστεία είναι ο ωραϊσμός, είναι ο καλλωπισμός του ανθρώπου εις το πρόσωπο, εις την ψυχή του και εις τον όλον του οργανισμό, για να μπορή ο Θεός να ευαρεστήται εις αυτόν και να κατοική εν αυτώ.

Όμως η νηστεία απαιτεί μίαν ολοσχερή προσοχή. Και έτσι, από την νηστεία φθάνομε σε κάτι άλλο· φθάνομε εις την προσκαρτερία, φθάνομε εις την εγκαρτερία, φθάνομε εις το να στέκωμαι δηλαδή διαρκώς καρτερών· φθάνομε εις το να μην κάνω τίποτε άλλο παρά με υπομονή, με θλίψι τοιαύτην εκούσια, με άδειο το στομάχι, με άδειο τον νου, με άδεια την καρδιά - για να γεμίσουν από τον Θεόν-, να περιμένω τον Θεόν, να αποκαραδοκώ τον Θεόν.

«Προσκαρτεροῦντες τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» ήσαν οι πρώτοι πιστοί. Και εις το ένα και εις το άλλο δεν ζητούσαν παρά μόνον τον Χριστόν. Επομένως, κάτι τέτοιο γίνεται και εις τον άνθρωπο, και μόνον τότε μπορεί να νηστεύη και να προσεύχεται. Το βλέμμα μου πλέον συνηθίζει να ψάχνη μόνον αυτόν· ζω γι' αυτόν.

Και τότε αποδεικνύω ότι έχει ο Θεός την πρόσκλησί μου να μπη μέσα στήν καρδιά μου και να μου δώση αυτό που θέλω.

Τότε, όταν χρησιμοποιήσω πάσαν προσευχή, πάσαν δέησι, πάσαν τελεία νηστεία, πάσαν προσκαρτερία, τότε - επαναλαμβάνω - μπορώ να ζητήσω την χάρι. Αλλά αυτή η χάρις με τα βήματα δια των οποίων μας οδηγεί εις τον Θεόν, επιτυγχάνει την είσοδό μας εις τα άγια των αγίων δια της πίστεως, η οποία είναι τόσο αναγκαία.



ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ Β΄ 
ΖΩΗ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, 
εκδ. ΟΡΜΥΛΙΑ 2003, σελ. 246-247.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ: ΜΙΣΟΣ, ΕΞΟΥΔΕΝΩΣΗ, ΖΗΛΕΙΑ, ΓΟΓΓΥΣΜΟΣ



ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του.

Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν.

Γι’ αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό.

Μίσος

Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου.

Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο.

Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αυτό και συσκοτίζει την ψυχή.

Εξουδένωση

Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους; Με την εξουδένωση. Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα.

Ζήλεια

Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οποία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια.

Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει.

Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας. Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση.

Γογγυσμός

Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές.

Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.

«ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ»
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΒΒΑ ΗΣΑΪΑ
ΓΕΡ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις