Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ & ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Το "πως" που σώζει...

ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΚΑΤῌ ΕΚΤῌ
ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιη΄ 9 - 14

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  4 Φεβρουαρίου του 2001

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Αρχομένου του Τριωδίου και θέλουσα η Εκκλησία να μας οδηγήσει στην κάθαρση των πραγμάτων, που είναι η ανάσταση του Χριστού μας, έταξε αυτή η πολύ γνωστή, μα η τόσο πολύ γνωστή περικοπή του Τελώνου και του Φαρισαίου, να δίνει έναυσμα σε αυτή την πορεία τής βαθιάς καθάρσεως. Όλοι σας βέβαια γνωρίζετε τα ποικίλα νοήματα, τα προκύπτοντα από την περικοπή. Αλλά μέσα της κρύβεται, όπως συμβαίνει σε όλες τις περικοπές, ένα πολύ μεγάλο κάλλος, που θα προσπαθήσουμε, ακολουθώντας τον δρόμο των μυσταγωγικών ερμηνειών των Πατέρων, να σας ανοίξουμε στα μάτια σας και στις ακοές σας αυτή ακριβώς την πτυχή αυτής της περικοπής.

Ο κόσμος παίζει τις μάχες του στα μεγέθη, στις ποσότητες. Το μεγάλο, το κυρίαρχο, το βίαιο, το διαφημιζόμενο, το ψευτο-φωτεινό. Όλα αυτά είναι μεγέθη, και η μάχη γίνεται στο μέγεθος. Ο πιο μεγάλος, ο πιο δυνατός, ο πιο ισχυρός, ο κατέχων τα περισσότερα φαίνεται που κυριαρχεί. Ενώ η Εκκλησία δίνει τη μάχη της σε ποιοτικά μεγέθη. Και εδώ ακριβώς στην περικοπή αυτή γίνεται η ανάλυση του ποιοτικού μεγέθους, που αν δεν το έχουμε μπορεί να υπάρχει σύγχυση.

Ακούστε απλά παραδείγματα προκύπτοντα από την περικοπή. Ένα πρώτο ρήμα: «ἀνέβησαν» και οι δύο. Καμία διαφορά στο ποσοτικό μέγεθος. Και οι δύο ανέβηκαν. Αν δεν ξέρεις το ποιοτικό μέγεθος, το «πώς» ανέβηκαν, τότε δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πού είναι αλήθεια και πού είναι το ψέμα. Γιατί όπως λένε οι ερμηνευτές Πατέρες, όλοι έχουμε μέσα μας την πορεία, να ανεβαίνουμε. Σημασία έχει «πώς» ανεβαίνουμε. Γιατί αν ανέβεις θεϊκώς προς το Θεό, ξέροντας πως είναι ο σκοπός σου, θα πας σε Εκείνον και θα πας στο Αιώνιο. Αν ανέβεις χωρίς Αυτόν, «πού» θα ανέβεις; είναι το ερώτημα· όπου θα βρεθείς μπρος την απελπισία το «πού». Το ποιοτικό μέγεθος είναι το «πώς» ανεβαίνεις και προς τα «πού» ανεβαίνεις.

Το δεύτερο μεγάλο ποιοτικό μέγεθος που από την περικοπή προκύπτει. Και οι δύο «προσηύχονταν» και οι δύο έκαναν προσευχή. «Πώς προσεύχεσαι» είναι το δεύτερο ερώτημα  το ποιοτικό που προκύπτει. Βλέπετε ο ένας λέει «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν». Προσεύχομαι σημαίνει αναφέρομαι, προσεύχομαι σημαίνει λατρεύω. Πώς λατρεύω και τι λατρεύω. Αν «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν προσηύχετο», τότε αυτό που έκανε ήταν αυτο-ειδωλοποίηση και αυτο-θεοποίηση του εαυτού του. Και αυτό είναι καταστροφικό, αυτό είναι το δαιμονιώδες. 

Ενώ ο άλλος δεν εστάθη προς εαυτόν. Και μάλιστα τονίζει το κείμενο από «μακρόθεν ἑστὼς»: ένιωθε το πόσο μακριά είναι απ' τον Θεό. Άρα γνώριζε την απόσταση που είχε απ' αυτόν, δεν στάθηκε προς εαυτόν. Και «ἔτυπτεν» τον εαυτόν του. Αυτό το «πώς προσεύχεσαι», το «τι λατρεύεις», το «πού αναφέρεσαι». Αν δεν υπάρχει η θεϊκή αναφορά της λατρείας, τότε όλα τα άλλα είναι μια ειδωλοποίηση του κόσμου και του εαυτού μας.

Και εκεί ακριβώς έρχεται η πλήξη, η καταστροφή και όχι αυτό που έκανε ο Τελώνης. Έτυπτε τον εαυτόν του. Βλέπετε, δεν λέει ότι είχε τύψεις, είναι πολύ σπουδαίες λέξεις, δεν είχε τύψεις μέσα του. Έτυπτε· ένιωσε ακριβώς την απόστασή του, τη λανθασμένη μέχρι τότε κίνησή του προς τον Θεό, την αυτο-ειδωλοποίηση τού εαυτού του· και ακριβώς άρχισε η πορεία της βαθιάς αλλαγής που είναι αυτό το «ἔτυπτεν». Αυτή η βαθιά αλλαγή έχει πόνο. Αλλά δεν έχει τύψεις. Ένας πόνος ο οποίος πάει αναγωγικώς τον άνθρωπο προς τα πάνω.

Και μετά κατέβησαν και οι δύο. Το «πώς» κατέβηκαν. Ο ένας θεϊκώς και ο άλλος ανθρωπίνως. Βλέπετε τα μέτρα είναι πάντα τα του Θεού ή του ανθρώπου. Άρα η ποσότητα, αν μετριέται ανθρωπίνως, τότε είναι μια χαμένη ιστορία. Αν η κίνηση μετριέται, όχι ποσοτικά, αλλά ποιοτικά, θεϊκώς, τότε υπάρχει δυνατότητα να ζήσουμε. Εδώ η περικοπή δίνει απάντηση. Το πώς ζούμε κάθε μέρα. Το ποια ερείσματα έχουμε. Το ποιοι είναι οι άξονές μας. Και αν οι άξονές μας δεν είναι το θεϊκώς «πώς» ζην, αλλά το μέτρο του ανθρώπου είναι το προσφερόμενο μοντέλο, οι προσφερόμενες συντεταγμένες, που γύρω μας λειτουργούν, ως προτάσεις ζωής, φιλοσοφίας, πολιτικής εκφράσεως, σκέψεως, διδαχής, παιδείας, και αν εκεί μέσα δεν κρύβεται το θεϊκό «πώς», όλα τα άλλα είναι μια απελπισία και μια έκφραση φαρισαϊκής κινήσεως. Βλέπετε ο κόσμος λέει που κάνει κάτι, όλο κινείται. Αλλά είναι το ποσοτικό φαρισαϊκό, χωρίς το ποιοτικό μέγεθος το θεϊκό, κι εκεί είναι η απελπισία του κόσμου κι εκεί είναι η αγωνία του κι εκεί είναι η φθορά του. Η απάντηση λοιπόν έρχεται απλά όχι στο ποσοτικό μέγεθος που συγκρίνει τα πράγματα, αλλά στο θεϊκό.

Και εδώ ακριβώς στο πρόσωπο του Τελώνη αποκαλύπτεται το θεϊκό κι ας είναι ο Τελώνης και στο πρόσωπο του Φαρισαίου αποδεικνύεται το ποσοτικό, που μετρούσε πόσα έδωσε και τι έκανε, κι ας είναι ο Φαρισαίος. Ούτε λοιπόν η ταμπέλα του προσώπου, ούτε το δεδικαιωμένο από μια κοινωνική έκφραση μπορεί να λύσει κάτι. Αλλά το πώς μετράμε τα πράγματα: θεϊκώς ή ανθρωπίνως;

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Καλό Τριώδιο



Καλό Τριώδιο
Δύο πράγματα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νὰ κατακρίνουμε τὰ ἰδικὰ μας ἁμαρτήματα καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τὰ ἰδικὰ του ἁμαρτήματα, συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα τούς ἄλλους· ἐνῶ ἐκεῖνος πού κατακρίνει τοὺς ἄλλους, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του κατακρίνει καὶ καταδικάζει, ἔστω καὶ ἂν ἔχη πολλὲς ἀρετές. Ἀληθῶς μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλά τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί. Ἐμεῖς ὅμως, ἀφήνοντας τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες, τοὺς ἄλλους ἰδίως κατακρίνουμε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζουμε, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἴμεθα δικαιότεροι ἀπὸ ὅλους, ἐὰν κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, γινόμεθα ἔνοχοι καὶ εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἰδίας τιμωρίας καὶ τῶν ἰδίων βασάνων τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος καὶ αὐτός τὸν ὁποῖον κρίνουμε·«Ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε» λέγει «τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». Διότι αὐτός πού πορνεύει, παραβαίνει ἐντολή, ὅπως καὶ ἐκεῖνος πού τὸν κρίνει. Ὥστε καὶ οἱ δύο παραβαίνουν θείαν ἐντολή, καὶ αὐτός πού πορνεύει καὶ ἐκεῖνος πού κρίνει.

Ἀλλὰ ἂς μεταφέρουμε μᾶλλον τὴν ἐξέτασι τῶν ἄλλων καὶ τὴν λεπτομερῆ ἐνασχόλησι στοὺς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί. Καὶ ἐὰν δοῦμε κάποιους νὰ ἁμαρτάνουν, ἐμεῖς ἂς ἔχουμε τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας καὶ ἂς θεωροῦμε τὰ δικὰ μας χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε, ἴσως καὶ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας νὰ μετενόησε, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε πάντοτε ἀδιόρθωτοι κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώτ, ἂν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα, κανέναν δὲν κατέκρινε, κανέναν δὲν κατηγόρησε. Γιʼ αὐτό ἐδικαιώθη καὶ διεσώθη ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν πανωλεθρία, στὰ ὁποῖα κατεδικάστησαν οἱ Σοδομίτες. Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κατακρίνοντας τοὺς ἑαυτούς μας, τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ὀνειδίζωμε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, νὰ γίνουμε ἀκατάκριτοι.

Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτή ἐδικαιώθη ὁ Τελώνης καὶ ἀπέβαλε τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἂς μισήσουμε τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ αὐτή κατεκρίθη καὶ ἔχασε τὶς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ διέπραξε τὰ καλὰ μὲ ὄχι καλὸ τρόπο, κατεκρίθη. Ὁ Τελώνης ἀπορρίπτοντας μὲ καλὸ τρόπο τὰ μὴ καλὰ ἔργα, ἐδικαιώθη. Διότι ὁ Θεὸς εἶδε μὲ συμπάθεια τὸν στεναγμὸ τοῦ Τελώνου καὶ τὴν συντριβή του καὶ τὰ κτυπήματα τοῦ στήθους του καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ «ἱλάσθητι» τὸν δικαίωσε μαζὶ μὲ τὸν Ἄβελ. Τὶς δὲ θυσίες καὶ τὶς ἀρετές καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ καυχησιολόγου καὶ ὑπερήφανου Φαρισαίου τὶς ἐσιχάθη καὶ τὶς ἀπεστράφη καὶ τὸν κατεδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάϊν, γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί, καὶ νὰ διδαχθοῦμε νὰ κάνουμε μεγάλα κατορθώματα. Νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ὅμως γιʼ αὐτά καὶ ἂν γίνουμε καλοί, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ πονόψυχοι καὶ ἐλεήμονες, καὶ ἔτσι νὰ εἶναι, ἐμεῖς νὰ ταπεινωνώμεθα καὶ νὰ μὴν ἔχουμε ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία, μήπως χάσουμε τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

Εἶναι ἀναγκαῖο καὶ ἀπαραίτητο χρέος νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τῶν ὅλων τὴν δουλικὴ ταπείνωσι, τὴν ὑπομονή, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοή, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία, καὶ νὰ μεγαλύνουμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ πανάγιο θέλημά του, καὶ νὰ μὴν αἰσθανώμεθα σὰν δαγκώματα τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ὕβρεις τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ καταβαλλώμεθα στοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ δυσανασχετοῦμε, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, διότι καὶ ἀπὸ αὐτά καρπωνόμεθα πολλὴ ὠφέλεια.

Ἂς μάθουμε καὶ ἂς γνωρίσουμε, ἀδελφοί μου, τὴν δύναμι καὶ τὴν ἐνίσχυσι καὶ τὴν βοήθεια τῆς ταπεινώσεως. Ἂς μὰθουμε τὴν καταδίκη καὶ τὴν ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια πού προξενεῖ ἡ ὑψηλοφροσύνη: ἡ σκιὰ τοῦ Βεεμώθ, κατὰ τὸν Ἰώβ, στοὺς ὑγρούς τόπους καὶ στὶς καλαμιὲς καὶ ἡ ἐκτροπή ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.

Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ συντριβὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας μας στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξι, γιʼ αὐτό παρακαλῶ νὰ ἐξομολογῆσθε στὸν Θεὸ συνεχῶς καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Διότι ἐὰν τοῦ παρουσιάζουμε γυμνὴ τὴν συνείδησί μας καὶ τοῦ δείχνουμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας καὶ δὲν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀποθηριωνόμεθα μὲ τὶς ὕβρεις τῶν συνανθρώπων μας, οὔτε λυπούμεθα γιὰ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καὶ θὰ μᾶς κεράση τὰ φάρμακα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας του· θὰ τὰ βάλη στὰ τραύματά μας καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἂς δείξουμε τὰ ἁμαρτήματά μας στὸν Κύριο πού δὲν ντροπιάζει, ἀλλά θεραπεύει· διότι καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα.

Ἂς εἰποῦμε λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματά μας, ἀδελφοί, καὶ ἂς ἐξομολογοηθοῦμε καθαρὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν συμπάθειά του. Ἂς ἀφησουμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶμε ἐκεῖ καθαροὶ καὶ ἕτοιμοι καὶ νὰ εἰσαχθοῦμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτὴ στὴν Βασιλεία του τὴν ἀτελεύτητο καὶ αἰωνία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ ἀγέραστες διαμονὲς καὶ τὴν ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἀπόλαυσι…

Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ : ΟΚΤΩ ΣΗΜΕΙΑ

 


ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ :
ΟΚΤΩ ΣΗΜΕΙΑ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἐπάνω στό χωρίο τῆς Β’ πρός Τιμόθεον ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφάλαιο 3ο, στίχοι 10 ἕως 15, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας τοῦ κηρύγματος τῆς Κυριακῆς, πού ἔγινε τήν Κυριακή στίς 9-2-2014.

ρχίζει σήμερα ἡ εὐλογημένη περίοδος τοῦ Τριωδίου. 
Μιά περίοδος πού ὅπως ξέρετε μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς μεγάλης Ἑβδομάδας θά μᾶς ὁδηγήσει στά πάθη καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Μιά περίοδος βαθιά θεολογική ἀλλά καί ταυτόχρονα, κατά τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, βαθιά παιδαγωγική· καί λέω βαθιά παιδαγωγική γιατί ἡ Ἐκκλησία παιδαγωγεῖ τό λαό Της μέσα ἀπό μιά μακροχρόνια πορεία πολλῶν ἑβδομάδων, γιά νά καταλήξουν νά γίνουν φωτοφόροι καί θεοφόροι. Αὐτή εἶναι ἡ βαθύτερη παιδαγωγία πού μπορεῖ νά γίνει στόν κόσμο. 
Καί πραγματικά πολύ πετυχημένο καί τί κρίμα πού τό λέω μέ αὐτή τή φτωχή λέξη, ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε σήμερα, στό πρῶτο ἀνάγνωσμα πού ἀκούσαμε, τό ἀνάγνωσμα ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο, νά δώσει ἕνα κείμενο πού εἶναι, ἔτσι νομίζω μπορεῖ νά κάνω λάθος, ὁ καλύτερος ὁρισμός καί προσδιορισμός τῆς παιδείας. 
Τό κείμενο συγκροτεῖται ἀπό ἑπτά - ὀκτώ λέξεις καί δέν νομίζω νά ὑπάρχει κάτι πού λείπει μέσα ἀπό ἐκεῖ καί τά ἔχει ὅλα. Ἀλλά προσέξτε εἶναι ἑπτά – ὀκτώ λέξεις πού εἶναι ὅλες· ὅπως ἕνα πλοῖο γιά νά λειτουργήσει πρέπει νά λειτουργήσουν ὅλα τά ἐξαρτήματά του, τά κατάρτια, οἱ μηχανές, ἡ καρίνα, τά πάντα. Δέν παίρνεις κάτι ἀπό αὐτό μόνο. Ἤ ὅλα ἤ τίποτε εἶναι. Οἱ λέξεις εἶναι ὀκτώ. Δέν θέλω νά μακρηγορήσω. Πολύ ἁπλά θά προσδιορίσω τίς λέξεις. Θά τίς τονίσω μέ μία πρόταση τήν κάθε μία καί τά ὑπόλοιπα τά ἀφήνω σέ σᾶς. Κρατῆστε ὅμως τήν πρόταση πού κάνω. Εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς πραγματικῆς, τῆς ὄντως παιδείας. 
Οἱ λέξεις: 
Ἡ πρώτη λέξη εἶναι ἡ διδασκαλία. Αὐτό τό καταλαβαίνετε. Ὑπάρχει παιδεία χωρίς διδασκαλία; Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἄλλες ἑφτά λέξεις, ἔ; Ἐμεῖς ὅταν λέμε σχολεῖο, παιδεία, λέμε διδασκαλία μόνο. Τά ὑπόλοιπα; Δεῖτε καί τά ὑπόλοιπα. Νά δεῖτε πώς ἡ παιδεία πού στέκεται μόνο στή διδαχή εἶναι λανθασμένη, [πού] εἶναι τό ξεκίνημα, [ἀλλά ἐάν μείνει ἐκεί] εἶναι ἀτελέστατη καί εἶναι ἐλλιπέστατη. 
Ἀγωγή, τό δεύτερο. Ἀγωγή. Προσέξτε τή λέξη ἀγωγή. Ἐμεῖς ὅταν λέμε τή λέξη ἀγωγή τήν προσδιορίζουμε ὅτι κάνουμε ἀγωγή σέ κάποιον. Λάθος. Νά τό πῶ μέ ἕνα φυσικό φαινόμενο. Βλέπετε ὅταν εἶμαι πλάι σέ ἕνα χῶρο πού εἶναι θερμός καί ἔχω ἕνα ἀντικείμενο πού εἶναι ἀγωγός καλός τῆς θερμότητας, θά περάσει τή θερμότητα καί θά τή μεταδώσει. Ἡ ἀγωγή ἀφορᾶ ἐμᾶς. Ἀφορᾶ ἐμᾶς πού κάνουμε αὐτή τήν ὁποιαδήποτε παιδεία. Μεταδίδουμε αὐτή τή θερμότητα, αὐτή τήν ἀγωγή, πού ἐδῶ διδάσκεται καί ἐδῶ πέρα προτείνεται ὡς δυνατότητα ἀλλαγῆς ὅλου τοῦ κόσμου; Ἀγωγή λέει. Εἴμαστε καλοί ἀγωγοί αὐτῆς τῆς ἐν Χριστῷ παιδείας, τῆς μοναδικῆς παιδείας, τό λέω ὁλοκληρωτικά: τῆς μοναδικῆς παιδείας πού εἶναι ὁλοκληρωμένη. Τά ἄλλα εἶναι ἀποσπάσματα. Νά ἡ διδασκαλία ἕνα ἀπόσπασμα εἶναι, δέν εἶναι ἀρκετό. Δεύτερο, ἀγωγή. Αὐτό τό ὁποῖο βιώνεται μέσα σέ αὐτό τό χῶρο, πού εἶναι ὁ χῶρος τῆς βαθιᾶς παιδαγωγίας. Μεταδίδεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἀγωγούς – παιδαγωγούς τούς ὁποιουσδήποτε. Καί πιά ὁμιλῶ γιά ὁποιαδήποτε παιδεία. Γονική, σχολική, ὁποιασδήποτε μορφῆς κοινωνική προσέγγιση τῶν γεγονότων καί τῶν δρωμένων τοῦ κόσμου. 
Ἡ τρίτη φράση. Λέει πρόθεση. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεση αὐτῆς τῆς παιδείας. Ποιός εἶναι ὁ στόχος μιᾶς παιδείας; Ἐμεῖς ξέρουμε μέσα ἀπό τή δική μας βαθύτατη θεολογία, ἀνθρωπολογική καί χριστολογική θεολογία, [ὅτι] ἡ πρόθεση εἶναι ὁ ἁγιασμός τῶν ἀνθρώπων· ἄρα πρέπει νά ὑπάρχει πρόθεση. Ἄν ἀστοχήσαμε στήν πρόθεση, ὅλη ἡ παιδεία μεταβαίνει στά σκουπίδια. Γι᾽ αὐτό μεταβαίνει στά σκουπίδια καί γι᾽ αὐτό πολλές φορές τά παιδιά μας τή φτύνουνε. Λείπει ἡ πραγματική πρόθεση. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεση τῆς παιδείας; Γιατί; 
Μετά λέει πίστη. Τήν ξέρουμε τή λέξη πίστη. Χωρίς τή βαθιά πίστη σέ ἕνα γεγονός τό ὁποῖο ξεπερνάει τό δικό σου νοῦ, τίς ἀναλύσεις σου, τίς θεωρίες σου, τίς δικές σου ἰδεολογίες, νά εἶσαι σταθερός κάπου. Νά λές αὐτό εἶναι καί τίποτε ἄλλο. Ποιό εἶναι τό μόνο ἀναλλοίωτο; Ἡ πίστη στόν Θεό. Ἄν αὐτή λείπει, ἡ ὁποιαδήποτε παιδαγωγία εἶναι ἕνα ἀπέραντο «μπλαμπλαδολόγιο» καί τίποτε ἄλλο. Δέν εἶναι στηριγμένο πουθενά. Γι᾽ αὐτό ἀκοῦμε δεκάδες θεωρίες πού συζητᾶνε γι᾽ αὐτά ὅλα τά πράγματα. Τί κρίμα, ἀκόμη καί στά πράγματα τῶν θεολογικῶν δεδομένων ὑπάρχουν δεκάδες «μπλαμπλαδολογίες» γιά ὑποθέσεις γιά τά πράγματα. Εἶναι σταθερό ἤ δέν εἶναι. Εἶναι ἀκλόνητη ἡ παιδαγωγία. Ἀκλόνητη ὄχι στίς ἀξεπέραστες ἀξίες, στίς μοναδικές ἁγίες ἀξίες πού ὑπάρχουν. 
Μετά ἀπό ἐκεῖ, λέει τή λέξη μακροθυμία. Συγκροτεῖ, βλέπετε, τό χῶρο τῆς παιδείας ἡ μακροθυμία, τό μακρό θυμικό. Ἐδῶ χωροῦν τά πάντα. Χωροῦν τά πάντα. Ἡ λέξη θυμικό καί μακροθυμικό. Χωροῦν τά πάντα ἐκεῖ πέρα μέσα, ὅλα, ὅ,τι μπορεῖτε νά φανταστεῖτε. Ἄν κάνεις παιδαγωγία, χωροῦν τά πάντα μέσα. Ἀντέχεις τά πάντα. Εἶναι ἡ πλήρης ἀπαντοχή τῶν πάντων. Αὐτή εἶναι ἡ πλήρης μακροθυμία καί παιδαγωγία, ἡ ὁποία μετά ὁρίζεται μάλιστα. 
Ἀκολουθεῖ ἡ λέξη ἀγάπη πού σημαίνει (Ἀγάπη, τήν ξέρουμε τή λέξη ἀγάπη) ὅ,τι κάνεις τό κάνεις χωρίς νά περιμένεις τίποτε. Χωρίς κανένα ἀντάλλαγμα. Μά γονιός εἶσαι, μά δάσκαλος εἶσαι, μά ὅποιος καί νά εἶσαι. Δέν περιμένεις τίποτε. Μά δέν περιμένεις τίποτε. Ἡ ἀγάπη σημαίνει κάτι τό ὁποῖο γίνεται χωρίς νά περιμένεις τίποτε. 
Καί μετά ἀκολουθεῖ ἡ λέξη ὑπομονή. Μένεις. Ὅ,τι καί νά γίνει, μένεις. Δέν φεύγεις. Δέν τό βάζεις στά πόδια. Δέν κάνεις ἀπεργίες. Δέν πουλιέσαι. Δέν πουλᾶς τίποτα ὅ,τι εἶναι παιδεία. Εἶναι παιδεία, εἶναι ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου, ἄν εἶναι ὁλοκληρωμένη παιδεία. 
Καί στήν τελευταία φράση μιλάει γιά τό διωγμό. Τό ἀποτέλεσμα τῆς παιδείας εἶναι ὁ διωγμός. Καί τό λέει τό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅσοι θέλουν νά ζήσουν εὐσεβῶς, διωχθήσονται. Ὅλη αὐτή ἡ πορεία τῆς σπερματικῆς παιδείας ὁλοκληρώνεται μέ τό διωγμό. Εἶναι ἀπαντοχή τῶν πάντων. 
Αὐτή εἶναι ἡ παιδεία, ἡ μοναδική παιδεία ὅπως τήν προσδιορίζω καί τήν καταλαβαίνω. Καί γι᾽ αὐτό οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πολύ βαθιά καί σοφά φερόμενοι, αὐτό τό κείμενο βάζουν σήμερα. Ὄχι μόνο γιά νά προτείνουν τήν παιδαγωγία πού θά ἔχουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί μέσα στή Σαρακοστή· τήν πλήρη, καθοριστική, καθολική παιδαγωγία τῶν πάντων. Χωρίς αὐτά τά μεγέθη, χωρίς αὐτούς τούς βηματισμούς, ὁποιοσδήποτε μιλάει γιά παιδεία, γιά παιδαγωγία, μιλάει ἀνοήτως. Μιλάει ἀποσπασματικῶς καί μετά τή σκοτώνει. Ὅταν σκοτώνεις ἕνα πράγμα καί τό κάνεις μισό, εἶναι μισό. Καί αὐτό πού ζοῦμε σήμερα στά παιδιά μας, παντοῦ, στά σπίτια μας, στά σχολεῖα μας, εἶναι μισά πράγματα. Εἶναι παιδαγωγία ἤ δέν εἶναι. 
Μεγάλη Σαρακοστή. Μιά συγκλονιστική περίοδος. Ἀλλά μιά περίοδος πού ἔχει πολλή διδαχή μέσα της ἀλλά προσέξτε, ἡ διδασκαλία ἦταν τό πρῶτο μέγεθος. Ἀλίμονο ἄν λείψουν τά ὑπόλοιπα. Ἀλίμονο ἄν οἱ πιστοί μείνουν στήν ἀρχή τῆς Σαρακοστῆς ἤ στά ἐξωτερικά της δρώμενα. Πολύ καλά ἡ νηστεία καί τά δρώμενα, [ἀλλά ἄν] χάσουν τή μεγάλη βαθιά παιδαγωγία, θά τή χάσουν σέ ὅλα τά μεγέθη. Ἄν τή χάσουν τή Σαρακοστή, θά τή χάσουν στό σπίτι τους, στό σχολεῖο τους, θά τή χάσουν παντοῦ. Καί τότε ἀποτύχαμε. Καί δέν θά ἤθελα πραγματικά ἡ Ἐκκλησία πού διδάσκει, [πού] ἀλλάζει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, νά διδάσκει καί οἱ ἄνθρωποι νά μήν ἀλλάζουν. 
Τί κρίμα θά ἦταν νά πάει χαμένη μιά ἀκόμη Σαρακοστή;

πηγή: floga.gr 

Με Ποιον γίνεται η αναμέτρηση;



Το να θεωρείς τον εαυτό σου πιο τελευταίο και πιο αμαρτωλό από τους άλλους. Αυτή είναι γνωστή φράση, αλλά πώς γίνεται;
Για σταθείτε! Άλλο να το λες και να λες: «εγώ είμαι πολύ αμαρτωλός» - είναι πάρα πολύ εύκολο - κι άλλο να το ζεις, όχι να το αισθάνεσαι, το αισθάνομαι είναι μια κατάσταση ψυχολογική. Εδώ οι Πατέρες λένε να το ζεις, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστὸς», προσέξτε άλλο το αισθάνομαι, γιατί το αισθάνομαι είναι μια φράση: το φαντάζομαι, το φτιάχνω κι επάνω μου, πάω να απωθήσω τα υπόλοιπα· ενώ η θεραπευτική είναι να το ζεις.
Μα πώς θα γίνει αυτό το πράγμα; Να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό. Όχι σε σχέση μόνο με αυτούς που έχεις μπροστά σου, σίγουρα κι οι άλλοι αμαρτωλοί είναι, ποιος μετράει την αμαρτία; Σε σχέση με το αναμάρτητο του Θεού, προσέξτε, γιατί «τῷ Θεῷ» αμαρτάνουμε, αυτό είναι το κλειδί αυτής της ισορροπίας των Πατέρων, ότι είσαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους, ποιο είναι το μέτρο; Το μέτρο είναι ο Θεός. Εφόσον λοιπόν αμαρτάνουμε, λίγο ή πολύ, θα πω, κοίταξε αυτό το πράγμα εγώ το έκανα μία φορά, ο άλλος το έκανε δέκα φορές, αυτό είναι μαθηματικό μέγεθος, αλλά ενώπιον του Θεού και το μία και το μισό και το ένα δευτερόλεπτο…., για ένα δευτερόλεπτο κάμφθηκε ο Μωυσής και με το πρώτο κτύπημα της πέτρας δεν βγήκε το νερό, για ένα δευτερόλεπτο. 
Λοιπόν τα μαθηματικά του Θεού είναι αλλιώτικα. Αν μπούμε σε αυτά τα μαθηματικά, ότι εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους θα το λέμε, είναι όμως έτσι; 
Είναι εάν αμάρτησα ενώπιον του Θεού, βλέπετε καταλυτική σύγκριση στην ιστορία του ασώτου, ο άσωτος αναμετριέται με την αγαθότητα του πατέρα, «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15:21), ο άλλος ο γιος όμως αναμετριέται με την αμαρτωλότητα του άλλου αδελφού. Βλέπετε το παράδειγμα; Βλέπετε τι θησαυρούς έχει μέσα η Αγία Γραφή, αυτή που ξέρουμε, είναι οι διηγήσεις πάρα πολύ γνωστές. Με ποιον γίνεται η αναμέτρηση; «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Αυτό δεν κάνει και ο Τελώνης; «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18:13), λέει, ενώ έλεγε ο Φαρισαίος: «δέν εἶμαι ἐγώ σάν τόν Τελώνη», ίδιο πράγμα. 
Με αυτά που λέμε τώρα εδώ πέρα, πασίγνωστα, απλώς κωδικοποιώ γνωστά πράγματα για τη ζωή σας. Αλλά δεν θα πείτε: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους», και μόνο που το είπες θα πεις: «μα, εγώ;» Ο άλλος από την 17 Νοέμβρη σκότωσε τόσους ανθρώπους, εγώ δεν σκότωσα, άρα υπάρχουν και χειρότεροι αμαρτωλοί από εμένα. Η άλλη κλέβει, η άλλη κουτσομπολεύει, η άλλη παράτησε τον άνδρα της, θα βρεις χίλιους αμαρτωλούς και θα λες: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από όλους» κι όμως θα το αισθάνεσαι, αλλά δε θα είναι. Η αμαρτία μας θα σταθεί ενώπιον του Θεού και με την αμαρτία, λένε οι Πατέρες, τι κάνουμε; Θίξαμε την ισορροπία τη δημιουργική του Θεού, που τα έκανε όλα τέλεια. Τα κάναμε εμείς ανάποδα. 
Κρατήστε αυτό το μέγεθος για να μη γίνει η ταπείνωση μια περιττολογία ή ταπεινολογία. Το λένε οι Πατέρες· άλλο ταπείνωση κι άλλο ταπεινολογία.
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 

Το απόσπασμα αυτό είναι από μια Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου που έγινε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας στις 14-03-2010

Αν θέλεις να δεις όλο το κείμενο : ΕΔΩ

† ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ. 

Ἄρχεται τὸ Τριῴδιον 
Σημείωσις. πὸ σήμερον ἄρχονται συμψαλλόμενοι οἱ ἐν τῷ λειτουργικῷ βιβλίῳ τοῦ Τριῳδίου περιεχόμενοι ὕμνοι. 
ν τισι ναοῖς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἑσπερινοῦ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐν τῷ τέμπλῳ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ ηὐτρεπισμένου σκίμποδος τὸ λειτουργικὸν βιβλίον τοῦ Τριῳδίου, ἔνθα μεταβαίνει ὁ πρωτοψάλτης (ἐκπροσωπῶν τοὺς ἐν τοῖς ἀναλογίοις ὑπηρετοῦντας), βάλλει πρὸ τῆς εἰκόνος μετανοίας 3, ἀσπάζεται αὐτήν, λαμβάνει μετὰ χεῖρας τὸ Τριῴδιον καὶ ἀσπάζεται αὐτό, ποιεῖ πάλιν μετανοίας μικρὰς 3 καὶ ἀπέρχεται μετὰ τοῦ Τριῳδίου εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν αὐτοῦ.

Mετὰ δὲ τὸν ν΄ ψαλμὸν ψάλλονται τὰ εἰδικὰ τροπάρια τῶν Κυριακῶν τοῦ Τριῳδίου (μέχρι τῆς ε΄ Κυριακῆς τῶν νηστειῶν), ἤ τοι Δόξα, «Τῆς μετανοίας», Καὶ νῦν, «Τῆς σωτηρίας», καὶ εἰς τὸν στίχον «Ἐλέησόν με, ὁ Θεὸς» τὸ ἰδιόμελον «Τὰ πλήθη».

 

Εἰδήσεις. 
1. ν τύχῃ ἁγίου ἑορταζομένου μνήμη ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, πλὴν τῆς Κυριακῆς, κατὰ τὰς τρεῖς πρώτας ἑβδομάδας τοῦ Τριῳδίου, κοντάκιον ἐν τῇ λειτουργίᾳ λέγεται τὸ «Προστασία τῶν χριστιανῶν», καθόσον καὶ ἐν τῷ ὄρθρῳ καταβασίαι λέγονται «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» (Τ.Μ.Ε., Προθεωρία, σελ. 34, ὑποσημ. 13)
2. Τῇ Τετάρτῃ καὶ τῇ Παρασκευῇ τῆς παρούσης ἑβδομάδος, ἥ τις καὶ «προφωνήσιμος» καλεῖται, «καὶ διὰ κρέατος ἀκινδύνως καταλύομεν» (Θεόδωρος Βαλσαμῶν).


Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου


Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου 
Σήμερα, Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, με τη βοήθεια του Θεού, αρχίζουμε το Τριώδιο. Πολλοί από τους θεοφόρους Πατέρες μας, που κατείχαν την τέχνη της μουσικής, φωτιζόμενοι από το Άγιο Πνεύμα μελοποίησαν εξαίρετα και όπως έπρεπε τις ωδές του Τριωδίου. 
Πρώτος επινόησε το τριώδιο, δηλαδή κανόνα με τρεις ωδές, ο μεγάλος ποιητής Κοσμάς για την αγία και μεγάλη εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κάνοντας την ακροστιχίδα των τροπαρίων του από την ονομασία της κάθε μιας ημέρας. Μετά απ’ αυτόν και οι άλλοι άγιοι πατέρες, και περισσότερο ο Θεόδωρος και ο Ιωσήφ οι Στουδίτες, μιμούμενοι εκείνον τον ιερό Κοσμά, έκαναν και αυτοί τριώδια για τις άλλες έξι εβδομάδες της Τεσσαρακοστής, τα οποία αμέσως παρέδωσαν στο δικό τους μοναστήρι, του Στουδίου. 
Επειδή, λοιπόν, πρώτη μέρα της εβδομάδας είναι η Κυριακή, ως αναστάσιμη, και η Κυριακή είναι και πρώτη και όγδοη και τελευταία, γι’ αυτό και οι πατέρες όρισαν σοφότατα τη Δευτέρα να λέγεται η πρώτη ωδή, την Τρίτη η δεύτερη ωδή, την Τετάρτη η τρίτη ωδή, την Πέμπτη η τέταρτη ωδή, την Παρασκευή η πέμπτη ωδή και το Σάββατο η έκτη και η έβδομη και οι άλλες δύο ωδές, η όγδοη και η ένατη, τις οποίες ως κυριότερες έχουν και οι άλλες μέρες της εβδομάδας. Έτσι όρισε και ο θείος Κοσμάς για το Μεγάλο Σάββατο, κάνοντας εκεί τετραώδιο, αν και αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο σοφός διέταξε τον Μάρκο επίσκοπο Ιδρούντος και έφτιαξε πλήρη κανόνα. Τριώδιο ωστόσο ονομάζεται καταχρηστικά, επειδή δεν έχει παντού τριώδια, αλλά έχει και ολόκληρους κανόνες. Όμως πήρε αυτή την ονομασία, κατά τη γνώμη μου, είτε επειδή τα τριώδια είναι περισσότερα από τους ολόκληρους κανόνες είτε γιατί πρώτα έγιναν τα τριώδια της Μεγάλης Εβδομάδας, όπως είπαμε. 
Ο σκοπός των αγίων πατέρων μας με το βιβλίο του Τριωδίου είναι να υπενθυμίσουν με συντομία σε όλους όλη την ευεργεσία που έκανε ο Θεός από την αρχή σ’ εμάς: πώς δηλαδή πλασθήκαμε από τον Θεό και πώς διωχτήκαμε από την τρυφή του Παραδείσου εξαιτίας του φθόνου του αρχέκακου φιδιού και εχθρού, με το να αθετήσουμε την εντολή που μας δόθηκε για να δοκιμαστούμε, και μέναμε διωγμένοι από τα αγαθά του παραδείσου και βρισκόμασταν κάτω από την εξουσία του διαβόλου· πώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, από ευσπλαχνία και συμπάθεια, κατέβηκε από τους ουρανούς και κατοίκησε στην Παρθένο και έγινε άνθρωπος για χάρη μας, και με την ίδια του τη ζωή, με το παράδειγμα της άκρας του ταπεινώσεως, της νηστείας, της αποχής από τα κακά και με τις υπόλοιπες πράξεις του, έδειξε σε όλους εμάς την ανάβαση στους ουρανούς· πώς επιπλέον έπαθε, δηλαδή πέθανε, και αναστήθηκε και πάλι ανέβηκε στους ουρανούς και έστειλε το Άγιο Πνεύμα στους αγίους μαθητές και αποστόλους του και πώς κηρύχθηκε από αυτούς Υιός του Θεού και Θεός τέλειος κατά πάντα, και τι έκαναν οι άγιοι απόστολοι με τη χάρη του παναγίου Πνεύματος, και ότι με το κήρυγμά τους σύναξαν από τα πέρατα της οικουμένης όλους τους αγίους και αναπλήρωσαν τον άνω κόσμο, πράγμα που από την αρχή ήταν ο σκοπός τού Θεού που μας δημιούργησε. 
Με λίγα λόγια, λοιπόν, αυτός είναι ο σκοπός του Τριωδίου. Οι τρεις τώρα πρώτες εορτές, του Τελώνου και του Φαρισαίου, του Ασώτου και της Δευτέρας Παρουσίας, επινοήθηκαν από τους αγίους πατέρες ως μια προγύμναση και παρακίνηση, για να γίνουμε έτοιμοι για τους πνευματικούς αγώνες των νηστειών. 
Πρώτα-πρώτα μας παρουσιάζουν την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου και ονομάζουν την εβδομάδα «Προφώνηση». Οι άγιοι πατέρες δηλαδή προσαλπίζουν, προαναγγέλλουν τη μάχη που θα κάνουμε εναντίον των δαιμόνων κατά τη αγία Τεσσαρακοστή, έτσι ώστε, αν στις ψυχές μας υπάρχει κάποιο παλιό πάθος, να το καθαρίσουμε, και αν μας λείπει κάποιο καλό, να σπεύσουμε να το αποκτήσουμε, και να οπλιστούμε όπως πρέπει, ώστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στους αγώνες της νηστείας. 
Και επειδή το πρώτο όπλο για την αρετή είναι η μεταμέλεια και η ταπείνωση, και το μεγαλύτερο εμπόδιό της η αλαζονεία και η υπερηφάνεια, οι άγιοι πατέρες παρουσιάζουν πρώτη-πρώτη την παρούσα αξιόπιστη παραβολή από το ιερό Ευαγγέλιο (Λουκ. 18:10-14). Και με τον Φαρισαίο μάς προτρέπουν να αποβάλουμε το πάθος της αλαζονείας και της υπερηφάνειας, ενώ με τον Τελώνη, να επιδιώκουμε την ταπείνωση και τη μετάνοια. Συμβουλεύουν δηλαδή οι άγιοι, κανένας να μην υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του και καταφρονεί τον πλησίον του, αλλά πάντοτε να είναι ταπεινός, γιατί, όπως λέει η Γραφή, «ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους ταπεινούς δίνει χάρη» (Παροιμ. 3:34, Ιακ. 4:6). Γιατί είναι καλύτερος ένας αμαρτωλός που μετανοεί παρά ένας ενάρετος που υπερηφανεύεται. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε για τους δύο αυτούς, ότι ο Τελώνης έφυγε δικαιωμένος και όχι ο Φαρισαίος. 
Η παραβολή, λοιπόν, φανερώνει ότι κανείς δεν πρέπει να υπερηφανεύεται ακόμη και αν έχει αρετές, αλλά πάντοτε να ταπεινώνεται και να παρακαλεί από το βάθος της ψυχής του τον Θεό, ακόμη και αν έπεσε στις χειρότερες αμαρτίες, γιατί δεν είναι μακριά από τη σωτηρία. 
Τελώνης τώρα ήταν αυτός που αγόραζε από τους άρχοντες τους φόρους και με την είσπραξή τους αισχροκερδούσε από υπερβολική αδικία. Φαρισαίος σημαίνει αποκομμένος από τους άλλους και ανώτερός τους τάχα ως προς τη γνώση. Σαδδουκαίος, τέλος, από το όνομα κάποιου Σαδώκ, σημαίνει δίκαιος, γιατί στα εβραϊκά σεδέκ είναι η δικαιοσύνη. Γιατί στους Εβραίους υπήρχαν τρεις αιρέσεις, οι Εσσαίοι, οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι –οι τελευταίοι δεν δέχονταν ούτε την ανάσταση των νεκρών, ούτε ότι υπάρχει άγγελος ή πνεύμα.
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 269

Ἄρχεται τό Τριῴδιον.


 Ἄρχεται τό Τριῴδιον

ΚΥΡΙΑΚΗ 
ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου).

 

Τήν ἑβδομάδα ταύτην γίνεται κατάλυσις εἰς πάντα.

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός - Ψαλτήριον. 
Εἰς τό· «Τῆς Παναγίας Ἀχράντου...» τῆς Μ. Συναπτῆς κατέρχονται ἀπό τά στασίδια αὐτῶν ὁ Πρωτοψάλτης καί ὁ Λαμπαδάριος, ποιοῦσι σχῆμα εἰς τήν Ὡραίαν Πύλην, καί προσέρχονται ὁ μέν Πρωτοψάλτης ἔμπροσθεν τῆς Εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ὁ δέ Λαμπαδάριος ἔμπροσθεν τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας, ποιοῦσι μετάνοιαν, προσκυνοῦσι τήν εἰκόνα, λαμβάνουσι τά Τριῴδια, ποιοῦσι καί αὖθις μετάνοιαν, προσέρχονται ἔμπροσθεν τοῦ Πατριάρχου, ποιοῦσι μετάνοιαν, ἀνέρχονται κατά σειράν τάς βαθμίδας τοῦ Θρόνου, ἀσπάζονται τήν δεξιάν Αὐτοῦ, ποιοῦσι καί αὖθις μετάνοιαν καί ἀνέρχονται εἰς τά στασίδια αὐτῶν.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου - Αγιογραφία

 


Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου. 
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι» καὶ τὰ ἑξῆς (Λουκ. ιη΄, 10 κἑ). Ἱστορία. Ναὸς μὲ σκάλαν καὶ ἐπάνω αὐτοῦ, ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, ὁ Φαρισαῖος, γέρων μακρυγένης μὲ φαρδιὰ ῥοῦχα καὶ τυλιγμένος τὴν κεφαλὴν μὲ μανδήλι, ἱστάμενος καὶ βλέπων πρὸς οὐρανόν, ἔχων τὸ ἕνα χέρι ἁπλωμένον ἄνω καὶ μὲ τὸ ἄλλο δεικνύων τὸν Τελώνην, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ὁ δαίμων τῆς ὑπερηφανείας, καθήμενος· καὶ ἄντικρυς αὐτοῦ ὁ Τελώνης βλέπων κάτω καὶ τύπτων τὸ στῆθός του, καὶ εἷς ἄγγελος ἄνωθεν αὐτοῦ εὐλογῶν αὐτόν.

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 

 σελ.174

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Ιωάννης Λίνδιος. Ωφέλιμη διδαχή για τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Κατανυκτική ερμηνεία του Μεγάλου Κανόνος.


Ιωάννης Λίνδιος. 
Ωφέλιμη διδαχή για τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. 
Κατανυκτική ερμηνεία του Μεγάλου Κανόνος.

λάσθητι, ὡς ὁ τελώνης βοῶ σοι, Σῶτερ, ἱλάσθητί μοι∙ οὐδείς γάρ τῶν ἐξ Ἀδάμ ὡς ἐγώ ἥμαρτέ σοι.

Σπλαχνίσου, Σού φωνάζω σαν τον τελώνη, Σωτήρα μου, σπλαχνίσου με! Γιατί κανένας απ’ τους απογόνους του Αδάμ δεν αμάρτησε όπως εγώ σ Εσένα.

Ωφέλιμη διδαχή για τον τελώνη και τον Φαρισαίο 
Τελώνης, στα χρόνια του Χριστού, λεγόταν ο επιφορτισμένος με την είσπραξη των φόρων από το λαό για λογαριασμό των ρωμαϊκών αρχών. Οι τελώνες ήταν συνήθως άδικοι και άρπαγες, γι’ αυτό τοποθετούνταν στο ίδιο επίπεδο με τους αμαρτωλούς και τις πόρνες. 
Ο τελώνης, ωστόσο, της ευαγγελικής παραβολής (Λουκ. 18,10-14), επειδή έδειξε βαθιά ταπείνωση κι έκανε θερμή εξομολόγηση στο Θεό, χτυπώντας το στήθος του και λέγοντας, ”Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τον αμαρτωλό”, πήρε εύκολα από τον φιλάνθρωπο Κύριο όλων των ανομημάτων του την άφεση. 
Αντίθετα, ο μεγάλαυχος Φαρισαίος, μολονότι έδινε στο ναό το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά του, νήστευε, προσευχόταν, είχε κάθε αρετή, για τη μεγάλη του έπαρση καταδικάστηκε. Και δίκαια. Γιατί; 
Πρώτα-πρώτα, έπρεπε να γνωρίζει πως ήταν άνθρωπος. Και ως άνθρωπος, είχε αναπόφευκτα και την ανθρώπινη αδυναμία. Τί σημαίνει αυτό; Ότι κι αν μία μόνο μέρα ζούσε, ήταν αδύνατο να μην αμαρτήσει με τα έργα ή με τα λόγια ή με τις σκέψεις. Κάθε αμαρτία, και η πιο μικρή, ως αντίθεση στο θέλημα του Θεού, αποτελεί ανταρσία εναντίον Του. Ας μην ξεχνάμε πως ο Εωσφόρος από τα ύψη τ’ ουρανού ξέπεσε στα καταχθόνια του άδη για έναν μονάχα υπερήφανο λογισμό, χωρίς να έχει άλλες αμαρτίες, όπως εμείς. 
Δεύτερον, έπρεπε να σκεφτεί πως όσα καλά είχε, όλα ήταν του φιλάνθρωπου Θεού δώρα και χαρίσματα. Όφειλε, λοιπόν, να δοξάζει γι’ αυτά τον Πλάστη του με ευγνωμοσύνη και ταπείνωση, όχι να τον “ευχαριστεί” με τόση αυταρέσκεια, γιατί δεν ήταν τάχα αμαρτωλός σαν τους άλλους ανθρώπους, κατακρίνοντας έτσι όλο τον κόσμο και αρπάζοντας με προκλητικότητα από τον Κύριο το αξίωμα του Κριτή της οικουμένης. 
Τρίτον, έπρεπε να συλλογιστεί πως ο Θεός δεν έχει καμιά ανάγκη ούτε τις νηστείες και τις ελεημοσύνες μας ούτε τις προσευχές και τις αγρυπνίες μας ούτε τίποτ’ άλλο απ’ όσα μας ζητάει να κάνουμε. Αυτά τα όρισε για τη δική μας ωφέλεια, προνοώντας για τη σωτηρία της ψυχής μας. 
Ο Φαρισαίος, λοιπόν, θα προσευχόταν θεάρεστα, αν έλεγε: “Σ ευχαριστώ, Θεέ μου, πού, φανερώνοντας την άπειρη αγαθότητά Σου, μ έφερες από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, έπλασες από χώμα το σώμα μου με τα θεϊκά Σου χέρια και το ψύχωσες με την πανάγια πνοή Σου, χαρίζοντάς μου τη ζωή, τη λογική, την αυτεξουσιότητα και την αθανασία. Σ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με στόλισες, τον χωμάτινο άνθρωπο, με τους λαμπρούς χαρακτήρες της θείας εικόνας Σου, που με τίμησες με τη δυνατότητα να Σού μοιάσω, που με πλούτισες με τα διάφορα χαρίσματα του Αγίου Σου Πνεύματος. Σ ευχαριστώ, Θεέ μου, που έκανες για μένα τον παράδεισο της τρυφής, που άπλωσες για μένα τον απέραντο ουρανό με τον ήλιο, τη σελήνη και τ αναρίθμητα αστέρια, που δημιούργησες για μένα τη γη με τους κάμπους και τα βουνά, με τα φυτά και τα δέντρα, με τους καρπούς και τα λουλούδια, με τα πουλιά και τα ζώα, με τα τόσα πράγματα και πλάσματα -άλλα για να με τρέφουν, άλλα για να με υπηρετούν, άλλα για να με θεραπεύουν, άλλα για να με ντύνουν, άλλα για να με τέρπουν. Σ ευχαριστώ, Θεέ μου, που παραβλέπεις τις καθημερινές αμαρτίες μου και μακροθυμείς, ως αμνησίκακος, περιμένοντας τη μετάνοια και την επιστροφή μου. Σ ευχαριστώ, Θεέ μου, για όλες τις ευεργεσίες Σου, όσες έλαβα και όσες ελπίζω να λάβω από τον ανυπέρβλητο πλούτο της αγαθότητος Σου”. 
Έτσι έπρεπε να προσευχηθεί ο Φαρισαίος, όταν ανέβηκε στο ναό, ευχαριστώντας δηλαδή για όλα τον ευεργέτη του Κύριο, και όχι λέγοντας πως δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός κ.λ.π. ή και σαν τον τελώνη. 
Ταλαίπωρε Φαρισαίε! Δεν είσαι, λες, σαν τους άλλους ανθρώπους. Τί είσαι τότε; Άγγελος; Αλλά η φύση σου και το αλαζονικό φρόνημά σου δεν ταιριάζουν στους αγγέλους. Μήπως δαίμονας; Αλλά οι δαίμονες είναι άυλοι και άσαρκοι, ενώ εσύ έχεις υλικό σώμα, σάρκα και κόκαλα. Αφού, λοιπόν, δεν είσαι ούτε άνθρωπος, όπως ομολογείς ο ίδιος, ούτε άγγελος, όπως φανερώνει η έπαρσή σου, ούτε δαίμονας, όπως αποδεικνύει το σώμα σου. 
Ο Θεός στον παράδεισο βάζει μόνο ανθρώπους λογικούς και ταπεινούς. Γι’ αυτό δίκαια καταδικάστηκες, δίκαια έχασες τη χάρη του Κυρίου, δίκαια έγινες αιώνιο και θλιβερό παράδειγμα κομπασμού και υψηλοφροσύνης. Για να βλέπουν οι άνθρωποι την αιφνίδια πτώση σου, και, αποφεύγοντας την ανόητη υπερηφάνεια, να ταπεινώνονται σαν τον τελώνη, έχοντας στο νου τους τις αμαρτίες τους και λέγοντας: “Σπλαχνίσου με, Σωτήρα μου, τον αμαρτωλό και ανάξιο δούλο Σου, και σώσε με, ως φιλάνθρωπος! Γιατί κανένας από τους απογόνους του Αδάμ δεν αμάρτησε όπως εγώ σ’ Εσένα”. 
Όλοι μας, αδελφοί μου, μικροί και μεγάλοι, ενάρετοι και αμαρτωλοί, δίκαιοι και άδικοι, ας χτυπάμε με τα λόγια του τελώνη, σαν με σιδερένιο σφυρί, την πύλη της θείας ευσπλαχνίας. Και θα μας ανοιχτεί, όπως ανοίχτηκε και σ εκείνον τον μακάριο, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν. 
Ἀπό τό βιβλίο:
“Θησαυρός μετανοίας” , 
Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς


Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Εἰς τὸν Τελώνην, καὶ εἰς τὸν Φαρισαῖον.


 

Εἰς τὸν Τελώνην, καὶ εἰς τὸν Φαρισαῖον. 

 Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Τῆς φιλαργυρίας τὸ πάθος ἐπιθυμεῖ τὴν πλεονεξίαν· ἀλλὰ θεραπεύεται διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, ὅταν εἰς μετάνοιαν δράμῃ. Τῆς πορνείας ὁ τρόπος καταδιώκει τὴν ἁμαρτίαν· ἀλλὰ ταύτην ἰατρεύει ὁ κλαυθμὸς τῆς μετανοίας, καὶ δείκνυσιν ἡλίου καθαρωτέραν τὴν ψυχὴν, ταῖς τῆς σωφροσύνης ἀρεταῖς ἀπαστράπτουσαν. Τῆς δὲ λῃστείας τὸ ἀπάνθρωπον, ὅταν μεταβάλῃ τὰς πράξεις τῆς μιαιφονίας, καὶ κράξῃ τῷ Χριστῷ· Μὴ στερήσῃς με, Χριστὲ, τῆς σῆς βασιλείας, εἰσέρχεται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς τὸν παράδεισον. Τῆς εἰδωλολατρείας ἡ πλάνη καὶ αὐτὴ ἔχει φάρμακον ἰάσεως, ὅταν προσδέξηται πιστῶς τὸν κηρυττόμενον Χριστὸν, καὶ τῆς παρανομίας τὴν πλάνην ἀποκηρύξῃ, καὶ τῆς εὐσεβείας τὴν χάριν ἐν αὐτῇ περιβάλῃ, διὰ τοῦ βαπτίσματος, τοῦ ἐν τρισὶ Θεοῦ ἐπικλήσεσι τὴν ἀίδιον Τριάδα σημαίνοντος. Τῆς μισαδελφίας ὁ βόρβορος καὶ αὐτὸς ἀποπλύνεται, ὅταν εὐγνώμονι λογισμῷ δέξωνται τὸ εὐαγγελικὸν ἐκεῖνο λόγιον· Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοὶ, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται. Τίς οὐ χαίρει τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὀνομάζεσθαι τέκνον; Ὅτι ἐπλαστούργησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ διακρατεῖ τὸν κόσμον φιλανθρώπῳ νεύματι, καὶ τῷ βουλήματι αὐτοῦ εἴκει τὰ σύμπαντα, ὑπερβολῇ ἀγαθότητός τε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε τὰ ὁρώμενα, θέμενος τὸν ἄνθρωπον οἰκονό μον τῶν αὐτοῦ κτισμάτων· ἵνα γενόμενος πιστὸς ἀπολάβῃ τὸν μισθὸν τῶν πέντε ταλάντων, καὶ ἄρξῃ τῶν δέκα πόλεων τῶν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ἀναγεγραμμένων. Εἰ δέ τις εὑρεθῇ ὀκνηρὸς ἓν τάλαντον πιστευθεὶς, κατακρύψῃ δὲ τοῦτο, καὶ μὴ προσάγῃ τῷ δεσπότῃ διπλοῦν τὸ τίμημα, τουτέστι, σὺν τῷ αἰσθητῷ καὶ τὸν νοητὸν ἄνθρωπον, ἀλλ' ἄρξηται λέγειν· Ἐφοβήθην ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ, καὶ τὰ λοιπὰ ῥήματα τῆς ἀχαριστίας καὶ δυστροπίας· τότε ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ καὶ ὃ ἔχει, καὶ ἐκβληθήσεται εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός. Ὁ γὰρ κόσμος οὗτος γυμνάσιον ἐδόθη, ὅστις ποτὲ τὸ λυπεῖσθαι παρέχει τοῖς ἀνθρώποις, ποτὲ δὲ τὸ χαίρειν. Ὁ δὲ ἐν ἀμφοτέροις τούτοις εὐχαρίστως βιώσας, πιστευθήσεται τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὥσπερ γὰρ ἡ τῶν πλουσίων ὑδάτων φορὰ δεξαμένη τὸ ἐπιῤῥέον, πομφόλυγας διανίστησι, καὶ αἱ μὲν αὐτῶν ἅμα τῷ γενέσθαι ἐῤῥάγησαν, αἱ δὲ πλέον ὀγκωθεῖσαι, μετέπειτα καὶ αὐταὶ ἐῤῥάγησαν· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ θάλασσα τοῦ βίου, τοὺς μὲν πρὸς ὀλίγον φανέντας ἐκάλυψε, τοὺς δὲ ἐπὶ πλεῖον διαρκέσαντας καὶ αὐτοὺς κατεπόντισε. Διὸ τὸν λόγον ἐπαναλάβωμεν· Πᾶσα ἁμαρτίας ὑπόθεσις ταχεῖαν ἔχει τῆς ἀφέσεως τὴν χάριν, ὅταν μετάνοιαν ἔχῃ προτρέχουσαν. Τῆς ὑπερηφανίας ἡ σηπεδὼν δυσθεράπευτον νόσημα, μισανθρωπίας πρόσχημα, γαῦρον πτῶμα ὕψωμα ἀφ' ἑαυτοῦ καταβαλλόμενον, φαντασία σκιώδης, κάλαμος ὑπ' ἀνέμου σαλευόμενος, καπνὸς εἰς ἀέρα ὑψούμενος καὶ εἰς οὐδὲν διαλυόμενος. Τί νομίζεις, ἆ ἀλαζὸν, πλεῖον κεκτῆσθαι τοῦ πένητος; Οὐδέν. Μὴ σὺ μὲν ἄλλον οὐρανὸν ὁρᾷς, ἐκεῖνος δὲ ὑπὸ τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος καταφλέγεται; μὴ σὺ, ὅταν γένηται κρυμώδης ὁ ἀὴρ, σὺ μὲν ὑπὸ τοῦ ἡλίου θάλπῃ, ἐκεῖνος δὲ τῷ κρύει ψύχεται; οὐχ ὁμοίως ἀναπνεῖται τὸν ἀέρα; οὐ τὴν αὐτὴν βαδίζεται γῆν; οὐ τὸ αὐτὸ σῶμα περιβέβληται; οὐ μᾶλλον εὐχαριστεῖν ὀφείλεις τῷ Θεῷ τῷ σοι πιστεύσαντι τοσαῦτα, ὅσα ὁ ἐνδεὴς μετρῆσαι ἐπαρκεῖ; Λέγω σοι, ἀδελφὲ, τοῦτό σε μᾶλλον ὀφείλει προτρέπειν εἰς ταπεινοφροσύνην. Ὁ γὰρ πλούσιος μετριάζων δείκνυσι τὸ φιλάνθρωπον· ὁ πένης γὰρ καὶ μὴ θέλων ἔχει τὴν ταπείνωσιν. Σὺ οὖν τότε δειχθήσῃ μέγας, ὅτε, ὅπερ ἐκεῖνος ἀνάγκῃ, αὐτὸς προθέσει μετέρχῃ. Εἰ δὲ τούτοις οὐ πείθῃ, ἄκουε τῆς Γραφῆς· Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. Εἰ δὲ καὶ τούτων καταφρονεῖς, καταφρονηθήσῃ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· τότε μέλλει τῆς ἀναισθησίας ἡ οἴησις, εἰς μετάρσιον ὕψωμα ἀναγαγεῖν σε βουλομένη, μεγάλως σε ἐπαίρειν, ἵνα μειζόνως σε κατενέγκῃ. Τί γάρ ἐστι πλοῦτος; Ὕλη μεταπηδῶσα ἀφ' ἑτέρου πρὸς ἕτερον· τοῦ γὰρ θανάτου ἐπεισελθόντος, οὗτος μὲν ἀφίσταταί σου, τὰ δὲ ἐξ αὐτῶν κακὰ οὐδέποτέ σου ἀφίστανται. Βλέπε, μὴ ὑπερηφανεύου γῆ καὶ σποδὸς ὑπάρχων, καὶ ἐμπέσῃς εἰς τὸ πτῶμα τοῦ Φαρισαίου· ἐπίγνωθι σεαυτόν· τοῦτο γὰρ καὶ ὁ Κύριος παρεγγυᾷ λέγων διὰ τῆς παραβολῆς· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος, καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν, ἀλλ' οὐκ ἄνθρωποι δύο κατέβησαν, τὴν αὐτὴν ὁδὸν διανύοντες ἀπλανῶς. Καὶ ὁ Φαρισαῖος ταύτης διεσφάλη φανερῶς. Ἐπὶ τὸν ἕνα τόπον εἰσῆλθον προσεύξασθαι, καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕνα τόπον ἐξελθόντες εὑρέθησαν. Ὁ μὲν Φαρισαῖος ἔτρεχε θαῤῥῶν, ὁ δὲ τελώνης ἀπῄει δειλιῶν· καὶ ὁ μὲν τρέχων ἀπέμεινεν, ὁ δὲ ὀπίσω προέλαβεν. Ἔτρεχεν ὁ Φαρισαῖος ἐξαγγεῖλαι τὰ δικαιώματα· ἔσπευδε καὶ ὁ τελώνης ἀναγγεῖλαι τὰ παραπτώματα. Ἀνῆλθον προσεύξασθαι· καὶ ὁ μὲν ὡράθη φυσιούμενος, ὁ δὲ ἐδείχθη προσευχόμενος. Τοιαῦτα γὰρ ἑαυτὸν ἐνομοθέτει ὁ Φαρισαῖος λέγων· Οὐκ εἰμὶ χρεώστης τῆς παραγγελίας τοῦ νόμου· οὐχ ὑπάρχω ὑπεύθυνος ὧν παρήγγειλαν οἱ προφῆται· οὐ χρῄζω τῆς διδαχῆς Μωυσέως, ἧς οὐδὲν τούτων διήμαρτον· ἀλλ' ἄνειμι προσεύξασθαι, τῆς συνηθείας τὸ χρέος ἀποδιδοὺς, ὅπερ οἱ πρόγονοί μου ἐπετέλουν. Τί οὖν, ὦ Φαρισαῖε, τῶν προγόνων ἕνεκεν τὸ ἱερὸν προσκυνεῖς, προσευχῆς δὲ χάριν τὸ ἱερὸν οὐχ ὁρᾷς; Οἱ πρόγονοί σου πιστῶς ἐπετέλουν τὴν εὐχαριστίαν, σὺ δὲ θριαμβεύεις τὴν εὐχαριστίαν, ἵνα ὑπὸ ἀνθρώπων δοξασθῇ σου ἡ θυσία· καὶ γίνεται ἐπὶ σοὶ τὸ τοῦ Δαυὶδ ῥητόν· Γενηθήτω ἡ προσευχὴ αὐτοῦ εἰς ἁμαρτίαν, καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος, τουτέστιν, ὁ τελώνης. Τὰ δὲ τοῦ τελώνου ποῖα; Ἀπῄει εἰς τὸ ἱερὸν ἑαυτὸν κατακρίνων, ἀνάξιον ὀνομάζων ἑαυτὸν προσευχῆς. Ἀνάξιον ἑαυτὸν ἐπεκαλέσατο· διὸ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ ἀπεδέξατο. Ἔλεγεν ἑαυτὸν τῇ ἁμαρτίᾳ κατάχρεων, ἀλλ' ἔδειξεν αὐτὸν τῆς δικαιοσύνης ὁ Χριστὸς ὑπεύθυνον· ἐχαρίσατο τῶν πεπλημμελημένων αὐτῷ τὴν ἄφεσιν, καὶ ἀντηγόρασε τὴν πρόθεσιν· ἠλευθέρωσε τῆς ἁμαρτίας, ἵνα δουλώσῃ τῇ δικαιοσύνῃ. Ὢ δουλεία, δι' ἧς ἀποφεύγομεν δουλείαν πονηρὰν, καὶ προσφεύγομεν τῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ Χριστοῦ ὢ δουλεία, ἐλαφρὸν ζυγὸν παρέχουσα, καὶ μετὰ ταύτην αἰώνιον ζωὴν ἔχουσα καὶ ἀποδιδοῦσα ὢ δουλεία, ἡ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δουλεία λεγομένη, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι βασιλείαν ἀτελεύτητον δωρουμένη Ταύτῃ τῇ δουλείᾳ προσδράμωμεν, ἀδελφοὶ, ἵνα τὴν ἐλευθερίαν καρπωσώμεθα τῶν ψυχῶν. Ὅταν γένηταί τις ἀγαθὸς δοῦλος, τότε τοῦτον ἀναδείκνυσιν ὁ Κύριος υἱὸν γνήσιον, τότε πληροῖ τὸ ῥητὸν διὰ τοῦ Προφήτου ἐπ' αὐτόν· Ἐγὼ εἶπα· Θεοί ἐστε, καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες. Μακάριοι οἱ καταξιούμενοι τῆς τοιαύτης τιμῆσ μακάριοι οἱ σπουδάσαντες ἀπαλλαγῆναι τῆς φθορᾶσ μακάριοι οἱ διὰ ταύτης τῆς δουλείας κτησάμενοι τὴν ἐλευθερίαν, καὶ κράζοντες τῇ ἐλευθερίᾳ, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν, ἱστάμεθα ἔχοντες τὸν σταυρὸν ἀντερείδοντα τοῦ Χριστοῦ Κράζωμεν τῷ Χριστῷ· Λόγισαι ἡμᾶς, ὁ Ποιμὴν ὁ καλὸς, ὡς ἓν τῶν προβάτων ἀπολωλότων· ζήτησον ἡμᾶς ἐν ταῖς διανοίαις τῶν καρδιῶν ἡμῶν, καὶ εὑρὼν πλανωμένους ἡμᾶς καὶ μέλλοντας ἁλίσκεσθαι ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, συνάγαγε εἰς τὴν ποίμνην σου. Λόγισαι ἡμᾶς δραχμὴν μίαν, καὶ ἅψας τῷ πυρὶ τῆς σῆς θεότητος ἐρεύνησον, καὶ εὑρὼν συγχάρηθι τοῖς ἁγίοις καὶ τοῖς ἀγγέλοις συναυλιζομένοις τῇ ἀχράντῳ σου θεότητι· ἀνάδειξον ἡμᾶς ὡς τὸν τελώνην, ἵνα προσευχόμενοι ταπεινοφροσύνην ἀσπασώμεθα, ὑπερηφανίαν δὲ ἀποστρεφώμεθα, καὶ τὴν τῆς ἁμαρτίας μητέρα ἀποδυσώμεθα τὴν ὑψηλοφροσύνην, καὶ τὴν τῆς μετανοίας μητέρα περιπλεξώμεθα τὴν σωφροσύνην. Ἀποβαλώμεθα τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ, καὶ περιβαλώμεθα τὸν νέον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ τῇ χάριτι αὐτοῦ· στενάξωμεν ἐκ βάθους καρδίας προσευχόμενοι, ἵνα διώξωμεν τὸ βάθος τῆς καμίνου τῆς γεέννης τὸν ἐχθρὸν ἡμῶν. Σοῦ γὰρ στενάξαντος, ἐκεῖνος πλήττεται· σοῦ τὸ στῆθος πλήττοντος, ἐκεῖνος τραυματίζεται· σοῦ τὰς πληγὰς λαμβάνοντος ἐκεῖνος τὰς σφαγὰς ὑποδέχεται. Καὶ γὰρ ὁ τελώνης πλήττων τὸ στῆθος τὸν Φαρισαῖον ἀντέπληξε, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ λογισμὸν τὸν ἐνεργοῦντα τῆς ὑπερηφανίας τὸν τῦφον ἤλεγξεν. Ὁ γὰρ Φαρισαῖος σταθεὶς καθ' ἑαυτὸν προσηύχετο λέγων· Ὁ Θεὸς, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Ὦ Φαρισαῖε, ἐκένωσάς σου τὸν μισθὸν διὰ τῆς καυχήσεωσ διὰ τοῦτο ἐδέξω ψῆφον κατακρίσεως. Λέγεις· Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἄνθρωπος μὲν ἦν κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ διάπλασιν, ἄλογον δὲ κατὰ τὴν τῆς ὑπερηφανίας μετάληψιν· ἄνθρωπος μὲν ὡς ἔχων τὸ κατ' εἰκόνα, θηρίον δὲ ὡς κεκτημένος τὴν ἀλαζονείαν. Ἔξω γὰρ ἑαυτὸν διέθετο τῆς τῶν ἀνθρώπων φύσεως, ἄλλην δημιουργίαν τῷ ἑαυτοῦ σώματι ἐνομοθέτησεν, ὑψηλότερον τῶν γηίνων πραγμάτων εἶναι ἑαυτὸν ἐχρημάτιζε, μείζονα παντὸς προφήτου καὶ πατριάρχου ἑαυτὸν ὑπέλαβεν. Ἄρα οὐκ ἐμνήσθης, ὦ Φαρισαῖε, τῆς τοῦ Ἠλία καυχήσεως ταὐτὰ καυχωμένου, καίτοι οὐκ ἐξ οἰήσεως, ἀλλ' ὑπὸ θείου ζήλου, ὅτε εἶπε· Κύριε, τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν, καὶ τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, κἀγὼ ὑπελείφθην μόνος; Καὶ τί πρὸς αὐτὸν ὁ χρηματισμός; Κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας, οἵτινες οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῷ Βαάλ. Τί οὖν; πάντων παρανομησάντων, ἑπτακισχίλιοι ἦσαν οἱ τὸν θεῖον ζῆλον ἔχοντες, καὶ τῷ προφήτῃ συνεξισούμενοι, καὶ σὺ βοᾷς, Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί; ἆρα οὐδεὶς διέφυγεν εἰς τὴν ὑπ' οὐρανὸν τῆς πλεονεξίας τὸ μύσος; ἆρα οὐδεὶς σωφροσύνην ἀσπάζεται, Φαρισαῖε; Ἑαυτὸν κατακρίνεις, ὁ ὑπὸ πάντων κατακρινόμενος· καθ' ἑαυτοῦ δοκιμάζεις, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποδοκιμαζόμενος· ἑαυτὸν στεφανοῖς διὰ τῆς καυχήσεως, ἀλλὰ ἀπώλεσάς σου τὸν στέφανον διὰ τῆς κατακρίσεως· ἑαυτὸν ἐπαινεῖς ὡς ἀναμάρτητον, ἀλλὰ τῆς ἁμαρτίας ἐδείχθης ὑπεύθυνος· ἑαυτὸν στηλιτεύεις ὡς τὸν νόμον πληρώσαντα, ἀλλ' ἁψάμενος τοῦ νόμου τὸν νομοθέτην ἐνύβρισας. Ἔκραξας ἐπὶ πάντων σου τὰ κατορθώματα· μετέβαλες αὐτὰ εἰς παραπτώματα. Ὁ τελώνης τῇ σιωπῇ βοήσας, τὸν Θεὸν Λόγον ἐδυσώπησεν, ὃν σὺ κράζων κατὰ σεαυτοῦ παρώξυνας. Οὐκ ἐνετράπης λέγων· Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ, ἢ καὶ ὡς ὁ τελώνης, ὁ ταῖς ἁμαρτίαις μεμιαμμένος, ὁ ταῖς ἀσωτίαις ἐμπεφυρμένος, ὁ τὸν ἱερὸν τόπον κοινώσας τῇ εἰσόδῳ, ὁ ἀναξίως σὺν ἐμοὶ προσευχόμενος, ὁ πάσης ἀνομίας ἐργάτης. Ἀρκεῖ δὲ τὸ ὄνομα πρὸς μαρτυρίαν τῆς ἑαυτοῦ καταστάσεως· ὑπάρχει γὰρ τελώνης, τελῶν τῇ ἁμαρτίᾳ τὰ τῆς πονηρίας ἔργα. Ταῦτα εἰ καὶ μὴ αὐταῖς ταῖς λέξεσιν ἐν τοῖς ἀχράντοις Εὐαγγελίοις ἐγγέγραπται, ἀλλ' οὖν γε ὁ σκοπὸς τῆς ὑπερηφανίας τοῦτον ἀποσώζει τὸν τρόπον. Ὦ Φαρισαῖε, σὺ μὲν ἀπευδόκησας τὰ τοῦ τελώνου, ὁ δὲ Χριστὸς ηὐδόκησεν ἐν τῷ τελώνῃ· σὺ κατὰ σεαυτοῦ ἐκεῖνον ἐξουδένωσας, ὁ δὲ Χριστὸς αὐτὸν ἐπὶ πάντων ἐστεφάνωσεν. Ἠρέσθη Χριστὸς σὺν τῇ μετανοίᾳ τοῦ τελώνου θεωρήσας αἰσχύνην συμπεπλεγμένην ἐν αὐτῷ, καὶ στεναγμὸν ἐκ βάθους καρδίας εἰς οὐρανὸν εὐθέως ἀναπεμπόμενον, καὶ βαδίζοντα δάκρυα· ἠρέσθη Χριστὸς, μᾶλλον ᾐδέσθη τὸν τελώνην, τῇ αἰσχύνῃ τὴν αἰσχύνην ἀποτιναξάμενον. Καλῶς ἡρμόσατο ἑαυτῷ ὁ τελώνης τὸ τῆς σοφίας ῥητόν· Ἔστιν αἰσχύνη ἐπάγουσα ἁμαρτίαν. Ταύτην μετῆλθεν ἐν τῷ τῆς ἀγνωμοσύνης βίῳ. Καὶ ἔστιν αἰσχύνη δόξα καὶ χάρις. Ταύτην ἐπῆλθε διὰ τοῦ τῆς μετανοίας τρόπου, ἐκ τῶν ἐναντίων τὰ ἐναντία διὰ τῆς πίστεως ἰασάμενος. Μιμησάμενος ἰατρὸν, ἔμπλαστρον τίθησιν ἐναντίον τῷ σώματι, τὴν μὲν σάρκα ἐκτρῶγον, τὸ δὲ ἕλκος καθαῖρον, ἵνα ἀποκαλυφθέντος τοῦ ζωτικοῦ σώματος, ἐπιγνῷ τὸ τῆς θεραπείας μηχάνημα. Τοὺς ὀχετοὺς τῶν ἡδονῶν, οἷον καυστῆρι σιδηρῷ τῷ στεναγμῷ χρησάμενος, ἀπεστόμωσε, καὶ τὸ διοιδαῖνον τοῦ πάθους ἕλκος τοῖς δάκρυσι πραύνας ἐθεράπευσε, καὶ τὴν ὀπὴν τοῦ ἕλκους μοτώσας διὰ τῆς τῶν χειρῶν πλήξεως ἀπούλωσε, καὶ τὸ ἐπιῤῥέον τῇ ψυχῇ ἐκ τοῦ σώματος ῥεῦμα ἐστείρωσε, καὶ καθαρὰν ταύτην διὰ τῆς μετανοίας τῷ πλάσαντι προσήγαγεν. Ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν ῥημάτων τοῦ Φαρισαίου ἀκούσωμεν· Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου. Δηλοῖ τετράδος καὶ παρασκευῆς τὴν ἐγκράτειαν. Τὰ δὲ Σάββατα ἀνάπαυσίς ἐστι τοῖς Ἑβραίοις. Ἀπέχω τῶν διαφόρων βρωμάτων· οὐ ῥυπῶ μου τὰ χείλη ἀκαθάρτῳ γεύσει, ὅλως ἐγκράτειαν περιβέβλημαι, ὅλως ἁγιωσύνην ἠμφίεσμαι· ἔτι δὲ καὶ ὧν κτῶμαι τὰς δεκάτας τῷ Θεῷ προσκομίζω. Ὢ τῦφος ἀναισθησίας ἀναπνέων Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββατοῦ. Οὐ διάκειται, ὡς τὰ σιτηρέσια αὐτοῦ τῷ Θεῷ χαριζόμενος; Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου. Κύριε, μὴ νηστεία, φησὶ, τῷ Θεῷ παρέχει τὰ τοῦ νόμου ἐντάλματα; καὶ ὃ οἱ ἄνθρωποι κόπῳ κατώρθωσαν, τοῦτο ἐγὼ προθέσει ποιῶ; Τί οὖν ὁ φιλάνθρωπος δικαστὴς, ὁ φιλότιμος ἀγωνοθέτης τὸν τῆς μετανοίας δρόμον; Καὶ τοῦ Φαρισαίου μεγαλαυχοῦντος ἠνείχετο, καὶ τοῦ τελώνου μετανοοῦντος ἐτέρπετο. Ἐπειδὴ δὲ ὁ μὲν τοῖς ῥήμασιν, ὥσπερ ἀνέμοις σφοδροῖς, τῆς ψυχῆς τὸν καρπὸν ἀπετίναξεν, ὁ δὲ συντρίψας ἑαυτὸν οὐκ ἐξεδέχετο ἄλλον κατήγορον, ἑκάστῳ τὸ πρὸς τὴν ἀξίαν ἀπένειμε. Τὸν μὲν γὰρ τελώνην ἑαυτοῦ γεγενημένον κατήγορον, ἐλεύθερον ἀφῆκε τῆς κατακρίσεως· τὸν δὲ Φαρισαῖον εἰς μέσον προθέντα τὰ κατορθώματα, πενέστερον τοῦ τελώνου ἀπέφηνεν. Ἀμφοτέροις ὁ τρόπος· τῷ μὲν ὑπόθεσις πενίας ὁ πλοῦτος, τῷ δὲ ἐκ πλούτου πενίας ὀλίσθημα. Τί γάρ φησιν ὁ Δεσπότης; Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἤπερ ἐκεῖνος. Ὢ πῶς κακὸν τῆς ὑπερηφανίας τὸ νόσημα Κατάκομος ἀνῆλθεν ὁ Φαρισαῖος, ὥσπερ ἄνθεσι, τοῖς κατορθώμασι στεφανούμενος· συνώδευσε τούτῳ ὁ τελώνης πάσης ἀπολογίας γυμνός. Ἄλλος μὲν εὐχερῶς ἑαυτὸν ταπεινώσας ὑψώθη· ὁ δὲ πρὸς ἄκαιρον ὕψος ἀκοντίσας ἑαυτὸν, καταγέλαστον ὑπέμεινε γύμνωσιν. Οὐκ ἦν βέλτιον ὑφειμέναις χρήσασθαι ταῖς φωναῖς; οὐκ ἦν κρεῖττον ἀκοῦσαι τῆς προφητικῆς φωνῆς λεγούσης· Ταπεινώθητε ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς; οὐκ ἦν μᾶλλον κρατῆσαι τῆς γλώσσης συμφέρον, καὶ φυλάξαι τὸν πλοῦτον, ὃν πόνοις πολλοῖς ἐκτήσατο; Ἃς γὰρ ἐν χρόνῳ συνήγαγεν ἀρετὰς, τῇ φωνῇ διεσκόρπισεν. Οὐκ ἤκουσε τάχα ὁ Φαρισαῖος τὸ γεγραμμένον, ὅτι Ἀκάθαρτος ἐναντίον Κυρίου πᾶς ὑψηλοκάρδιος; οὐκ ἐδιδάχθη τὸ καλῶς εἰρημένον· Ὃ ποιεῖ ἡ δεξιά σου, μὴ γνῷ ἡ ἀριστερά σου. Τάχα δὲ ἐγίνωσκεν ἀμφότερα, ἀλλ' ἡ ἰσχὺς τῆς κενοδοξίας ἐνίκησεν. Ἡμεῖς οὖν τοῦ τελώνου τὴν ταπείνωσιν κτησώμεθα, καὶ τῶν ἁμαρτημάτων τὸ βάρος ἀπωσώμεθα· ὑπερηφανίαν δὲ μισήσωμεν, δι' ἧς ὁ Φαρισαῖος τὸν πλοῦτον τῶν ἀρετῶν ἀπώλεσεν· Ὑπερηφάνοις γὰρ Κύριος ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Εἰς τὸν τελώνην καὶ τὸν Φαρισαῖον λόγος.

 


Εἰς τὸν τελώνην καὶ τὸν Φαρισαῖον λόγος. 

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου  

α. Οἱ πόῤῥωθεν τοὺς λειμῶνας θεασάμενοι, ποικίλην μὲν βλέπουσι τῶν ἀνθέων τὴν τερπνότητα· τότε δὲ αὐτῶν τὸ εὐειδὲς γινώσκουσιν, ὅταν πλησίον γενόμενοι, τὰ ἄνθη ταῖς χερσὶν αὐτῶν ψηλαφήσωσι. Τοιαύτην μοι νόει, ἀγαπητὲ, τῆς Ἐκκλησίας τὴν κατάστασιν, ἐπειδὴ καθάπερ ἄνθη ἀμάραντα πρόκειται τοῖς βουλομένοις τὰ τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν ἀναγνώσματα. Ἴδοι γὰρ ἄν τις ἐν τοῖς πνευματικοῖς παραδείσοις προφήτας χορεύοντας, ταξιαρχοῦντας ἀποστόλους, πρεσβεύοντας μάρτυρας, συμμαχοῦντας ἀγγέλους, διδασκάλους ἀγωνιζομένους τὸν τῆς εὐσεβείας ἀγῶνα, ἄφθονον τὴν τοῦ Πνεύματος χάριν, αἵματι Δεσποτικῷ λογικὰ σφραγιζόμενα ποίμνια, καὶ τὸ μεῖζον τῶν εἰρημένων, τὴν τῶν ἀγαθῶν κορυφὴν, τὴν τῶν ἐλπίδων βεβαίωσιν, τῆς τρυφῆς τὸ κεφάλαιον, τὴν τῆς χαρᾶς τελειότητα· λέγω δὴ τὰ τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλια, ἐν οἷς ἀπόκειται τῆς ἡμετέρας ζωῆς ἡ τελείωσις. Δεῦρο οὖν θεωρήσωμεν τὸν Δεσπότην Χριστὸν πᾶσαν ἀπόλαυσιν τοῖς ἑαυτοῦ χαριζόμενον δούλοις· ἐν οἷς βλέπομεν φυγαδευόμενα πάθη, ὑποφρίττουσαν θάλασσαν, ἀνέμους ἡσυχάζοντας, ἐπιτιμώμενον θάνατον, σκυλευόμενον ᾅδην, ἐξοριζομένους τοὺς δαίμονας, ἐπιστρέφοντας ἁμαρτωλοὺς πρὸς τὸν ἴδιον Δεσπότην. Ταῦτα γὰρ ὁ Χριστὸς ἐν τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις προτέθεικε τὰ χαρίσματα, ἐν οἷς τοὺς δικαίους δείκνυσιν ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμποντας, μέλη παρειμένων νευρούμενα, κλινηφόρους παραλύτους τρέχοντας, τελώνας λαμβάνοντας εὐαγγελιστῶν ἀξιώματα, λέπραν ὡς κόνιν τινασσομένην θελήματι, πυρετὸν ὑποφεύγοντα τῇ φωνῇ τοῦ Δεσπότου, νεκροὺς ζωὴν εὐκόλως λαμβάνοντας, τάφους ἀπολύοντας πρὸς ζωὴν, οὓς ἐκράτουν, Φαρισαίου ταπεινούμενον ὕψος, τελώνου ὑψουμένην ταπείνωσιν. Τοῖς γὰρ τοσούτοις κορεσθεῖσι καλοῖς εὔκολος λοιπὸν καὶ ἡ διὰ τῶν ψιχίων δεξίωσις. Πέπεισμαι δὲ, ὡς μετὰ συγγνώμης συνήθως καὶ αὖθις τῶν ἡμετέρων ἐπακούσετε λόγων, τῇ πλησμονῇ τῶν προκεκηρυγμένων ἀγαθῶν τὰ τῶν ψυχῶν ταμεῖα πληρώσαντες. Οὐκοῦν ἐπειδὴ καὶ ὑμεῖς σὺν εὐμενείᾳ Θεοῦ τῆς πενιχρᾶς τραπέζης ἀνέχεσθε, κἀγὼ πάλιν τῷ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης τρόπῳ καταθαῤῥήσας, τῷ διδασκαλικῷ ζυγῷ τὸν τῆς ψυχῆς αὐχένα ὑποτέθεικα· φέρε τοίνυν τὸ ἔναγχος ἀνεγνωσμένον προθήσω ὑμῖν· πᾶσι γὰρ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις ὁ πτωχὸς ἑστιάτωρ ἐλήλυθα, τὸ τοῦ λόγου συμπόσιον συγκιρνῶν. Ἄνθρωποι, φησὶ, δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος, καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Φαρισαῖος ὁ κομπώδης τῆς δικαιοσύνης ἐργάτης, Φαρισαῖος ὁ θερίσας ἄωρον τῶν κατορθωμάτων τὸ λήιον, ὁ πλέον ἀλαζονείᾳ πλουτῶν, ἢ τοῖς χρήμασιν· ὁ διακένῳ φυσήματι τινάξας τῶν ἀρετῶν τὸν καρπὸν, τῆς ὑπερηφανίας ὁ κτήτωρ, ὁ τῆς φύσεως ἁπάσης κατήγορος, ὁ ἀφιλάνθρωπος ἔλεγχος, ὁ ἀσυγγνώμων ὀνειδιστὴς, ἡ τρικυμία τῆς τοῦ τελώνου εὐχῆς. Καί μοι μηδεὶς τὸν λόγον ὡς φιλολοίδορον δεχέσθω· ἀλλ' αὐτῶν ἐπακούσας τῶν τοῦ Φαρισαίου ῥημάτων, γνωριζέτω ἀληθῆ τὰ λεγόμενα. Ὁ Θεὸς, φησὶν, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Πάντων ἑαυτὸν κρίνεις δικαιότερον; Οὐκ εἰμὶ ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Τί ποιεῖς, Φαρισαῖε; Μὴ τῷ κοινῷ τῆς φύσεως ὀνόματι πρόσεχε· ἄτρεπτος γέγονε καὶ ὁ φιλάνθρωπος, ἅνθρωπος· κἂν ἐκεῖνον ἐννοήσας, τῶν ἀλαζονικῶν ῥημάτων κατάβηθι. Εἰπὲ κἂν, Ὥς τινες τῶν ἀνθρώπων, καὶ μὴ, Ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί. Πάντες ἅρπαγες πλὴν σοῦ, Φαρισαῖε; πάντες ἄδικοι, σὺ δὲ μόνος τυγχάνεις δίκαιος; πάντες μοιχοὶ, σοὶ δὲ μόνῳ τὸ τῆς σωφροσύνης ὑπάρχει κατόρθωμα; Οὐκ εἰμὶ ὡς οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί· ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης. Νῦν ἤρξατο πτεροφυεῖν ἡ τοῦ ἀνθρώπου διάνοια· νῦν τινάσσει τῆς ψυχῆς πρὸς οὐρανὸν τὸ πτερόν. Τί κατασπᾷς αὐτὸν τῇ τῶν ῥημάτων βαρύτητι, κωλύων ἀναπτῆναι τὴν ἐξομολόγησιν πρὸς τὸν φιλάνθρωπον; τί κατεπεμβαίνεις τῷ κειμένῳ; τί ἐπιστοιβάζεις ἐπὶ τὸ πῦρ αὐτοῦ ξύλα; τί κατηγορεῖς τοῦ ἀνενδότως τύπτοντος τὴν συνείδησιν; Ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης. Τί γὰρ εἶδες, ἄνθρωπε, τὸν τελώνην ποιοῦντα; λῃστεύοντα; τοὺς ἀλλοτρίους πόνους συλῶντα; τὰ ἀλλότρια ληιζόμενον; θερίζοντα, ἅπερ οὐκ ἔσπειρε; συνάγοντα, ὅθεν οὐ διεσκόρπισεν; ἁπλοῦντα τοῖς ὁδοιπόροις τὸ δίκτυον; Οὐδὲν τοιοῦτον τεθέασαι, ὦ Φαρισαῖε· ἀλλ' ὁρᾷς σχῆμα ἐλεεινὸν, οἴκτου καὶ βοηθείας ἄξιον. Κεῖται γὰρ ἐπὶ πρόσωπον, βασανίζει τὸ στῆθος ὡς τῶν κακῶν ἐργαστήριον, ἐπᾶραι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν οὐ τολμᾷ· τάχα καὶ παρ' αὐτῶν τῶν ἀστέρων κατηγορίαν ἐκδέχεται, ἢ μᾶλλον νομίζει τῶν πλημμελημάτων τὸ πλῆθος γεγράφθαι ἐν τῷ στερεώματι· πόῤῥωθεν ἑαυτὸν ὡσεὶ δικασθεὶς τοῦ ἱεροῦ ἀπέστησε· τὸ, Ἐλέησον, κέκραγεν ὡς ἤδη καταδικαζόμενος. Οὐκ ἀνέγνως τὸ γεγραμμένον, ὅτι Μὴ παροργίσῃς ἄνδρα ἐν ἀπορίᾳ αὐτοῦ; Ἄπορός ἐστι, πανταχόθεν ἐκύκλωσαν αὐτὸν οἱ λογισμοὶ ἀντὶ τοῦ πλήθους τῶν κατηγόρων· ἐχρήσατο τῇ δεξιᾷ ἡ συνείδησις κατὰ τοῦ στήθους μαστιζούσῃ· καθ' ἑαυτοῦ ἀπειργάσατο δήμιον. Οὐκ ἐπικάμπτει σε τρέμων; οὐκ ἐρεθίζει σε πρὸς συμπάθειαν οὗτος κάτω νεύων τὸ πρόσωπον; οὐ μαλάσσει σου τὴν ἀπάνθρωπον γνώμην, μὴ τολμῶν πρὸς οὐρανὸν ἀναβλέψαι; Ὅτε μὲν γὰρ ἐτελώνει, ἐχρῆν σε τὰς τοιαύτας κατ' αὐτοῦ ἀναβοῆσαι φωνάς· πρέπον γὰρ αὐτῷ τότε οὐ μόνον παρὰ σοῦ, ἀλλὰ καὶ παρὰ παντὸς ὀνειδίζεσθαι. Ὅτε μέντοι τῶν οἰκείων κατέγνω κακῶν, ὅτε θεωρήσας τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς, ἔδραμε πρὸς τὸν ἰατρὸν τὸν ἀμισθὶ θεραπεύοντα, ὅτε τῶν πλημμελημάτων μνημονεύσας τῷ ἀμνησικάκῳ Δεσπότῃ προσέφυγε· τότε περισσῶς αὐτῷ κατεπεμβαίνεις, ὦ Φαρισαῖε; Οὔτε ὡς οὗτος ὁ τελώνης. Μὴ γὰρ οὐκ εἰσὶν ἄλλοι τελῶναι, μήπω τὸν γλυκὺν τῆς μετανοίας ἀγαπήσαντες θρῆνον; Εἰ πόθος σοι πολὺς κατηγορεῖν ἁμαρτωλῶν, ἐπ' ἐκείνους στρέψον τὴν σὴν γλῶσσαν, τοὺς ἔτι τοῖς δικτύοις τῆς πλεονεξίας ἐνειλημένους. Πρὸς τοῦτον μέντοι περιττή σου ἡ δυσμένεια. Οὐ μόνον γὰρ τὸν ἄνθρωπον βλάψαι οὐ δύνασαι, ἀλλὰ καὶ πλέον ἐρεθιεῖς τὸν Δεσπότην, ὥστε συντομωτέραν ἐπιδείξασθαι τὴν συγχώρησιν. 
β. δὲ τελώνης, φησὶ, μακρόθεν ἑστὼς, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἐπᾶραι· τὴν τοῦ Μανασσῆ πάντως καὶ αὐτὸς φωνὴν ἀπεφθέγξατο· Οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἀτενίσαι καὶ ἰδεῖν τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν μου. Πολλὰ γὰρ ἦν τότε ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ τελώνου συνειλεγμένα κακὰ, ἐπιθυμία χρημάτων ἀκόρεστος, πόθος ἀδικίας μὴ δεχόμενος πέρας, ἁρπαγὴ τέλος οὐκ ἔχουσα· κοινὸν τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων τελώνης κακὸν, νόμιμος ἄδικος, ἅρπαξ ἀκατηγόρητος, ἄφοβος κλέπτης, λῃστὴς ἀνέγκλητος, δύσφευκτος βλάβη, λύκος τῶν λογικῶν προβάτων, θηρίον ἀνθρωπόμορφον. Μετὰ τοσούτων ἀνῆλθεν ὁ τελώνης εἰς τὸ ἱερὸν κακῶν. Ὅτε γὰρ πάντα ταῦτα εἰργάσατο τὰ δεινὰ, καὶ βαρὺ κατεσκεύασε τὸ τῶν πλημμελημάτων φορτίον τῇ ψυχῇ, ὅτε λοιπὸν τὸν αὐχένα κατέκλασε, τότε ἐζήτει τοῦ βάρους ἐλαφρυνθῆναι, καὶ οὐκ εἶχε τὸ πῶς τὸ φορτίον ἀποτινάξεται· εἶτα γοργὴν ἔσχεν ἔννοιαν, εὗρεν εἶδος ἐλευθερίας· ἐμνημόνευσε γὰρ τῆς φωνῆς τοῦ Δεσπότου πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκβοώσης· Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ταύτης τῆς φωνῆς μνημονεύσας, μετὰ τοῦ φόρτου τῶν κακῶν ἐπὶ τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ παρεγένετο· ἀτονήσας δὲ λοιπὸν, καὶ μηκέτι φέρειν δυνάμενος, εὐθὺς ἐπὶ πρόσωπον ἔπεσε, καὶ πρὸς τὸν Δεσπότην, τὸ, Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, ἔλεγεν. Ἔρημος, φησὶ πάσης εὐεργεσίας τυγχάνω, τοῖς ἐμαυτοῦ κεκλόνημαι δεινοῖς, ὑπὲρ ἀριθμὸν ψάμμου θαλάσσης γεγόνασιν αἱ ἀνομίαι μου, ἐπληθύνθησαν ὑπὲρ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς μου. Ὁρῶ παρὰ τῶν παρ' ἐμοῦ ἠδικημένων ἤδη τὸ σὸν δικαστήριον καταβοώμενον· πρὸ τῶν θρόνων σου, Δέσποτα, βίβλους ἀνεῳγμένας τεθήσεσθαι ἀκήκοα, ἐν αἷς πάντως καὶ οἱ στεναγμοὶ τῶν ὁδοιπόρων ἐγράφησαν. Οὐκ ἔστιν εἶδος ἀδικίας, ὃ τὴν σὴν ἀδέκαστον διαπέφευγε γνῶσιν· ἀπολογίας μοι καιρὸς οὐ πρόσεστι, φυγῆς μοι τόπος οὐ περιλέλειπται. Πρὸς οὐρανὸν οὐ τολμῶ ἀναβλέψαι, δέδοικα καὶ τὴν γῆν ὡς ἰδοῦσαν τὰς πράξεις μου. Τοῦ γὰρ σφόδρα ἁμαρτωλοῦ κατηγορεῖ καὶ τὰ ἄψυχα. Διὸ πρὸς σὲ τὸν πάντων Δεσπότην δραμὼν, ταύτην μόνον εὗρον πρὸς βοήθειαν τὴν ἱκεσίαν· Ὁ Θεὸς, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Πολὺς ὁ κολοφὼν τῶν κακῶν μου· ἀλλὰ τί πρὸς τὸ πέλαγος τῆς σῆς ἀγαθότητος; Τὸ ἐμὲ σωθῆναι παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατον, ἀλλὰ παρὰ σοὶ, Δέσποτα, πάντα δυνατά. Εἰ μὲν γὰρ διὰ δικαίους ἐπὶ τῆς γῆς παραγέγονας, περιττῶς τὸ τελώνιον βδελυξάμενος τῷ ναῷ σου προσέδραμον· εἰ δὲ καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν ποιούμενος λόγον, μᾶλλον δὲ δι' αὐτοὺς τῇ κτίσει ἐνεδήμησας, μὴ δείξῃς μου τὰς ἐπὶ σοὶ ἀνελπίστους ἐλπίδας, ἀλλὰ τὴν συντετριμμένην μου καρδίαν θεράπευσον, νενεκρωμένον με τοῖς παραπτώμασι ζωοποίησον. Ἥψατό σου πόρνη, καὶ τὸν ῥύπον τῶν κακῶν ἀπενίψατο· ἔχρησας πιστῷ γυναίῳ τὸ κράσπεδον, καὶ λίμνας αἱμάτων ἐξήρανας· ἐπλησίασας παραλύτῳ κειμένῳ, καὶ τῆς κλίνης ἐργάτην ἀνέδειξας· εἶδες παράγων τυφλὸν, καὶ τῇ ὄψει ἀπέδωκας τὴν εὐπρέπειαν· ἐχρίσω μὲν γὰρ τὸ λεῖπον τοῦ σώματος, πηλῷ τὸ ἐκ τοῦ πηλοῦ διορθωσάμενος σκεῦος· ἤνοιξας δὲ τῷ φωτὶ τὴν εἴσοδον, δείξας τῷ ἀνθρώπῳ τὸ τῆς κτίσεως κάλλος· εἶδες δακρύουσαν γυναῖκα, καὶ πρὸ καιροῦ τῆς ἀναστάσεως τὸν ᾅδην μαστίξας, ἐξήγαγες ἐκεῖθεν τὸν Λάζαρον, ὥσπερ ἐκ στόματος λέοντος ἁρπάσας τοῦ θανάτου τὸν ἄνθρωπον. Ἐλεεινῶς σοι προσπίπτοντα θεασάμενος ἄνδρα τῷ τῆς ἀπαιδίας ναυαγίῳ δεινῶς βυθιζόμενον, ἐπεκάμφθης εὐθὺς ταῖς ἱκεσίαις, καὶ κέκληκας τὸ κοράσιον· σοῦ δὲ φωνήσαντος ἀνέστη μὲν ἡ κόρη, ὁ δὲ θάνατος πέφευγεν. Ἐβόησε πρὸς σὲ καὶ Χαναναία γυνὴ τὸ οἰκεῖον θυγάτριον βλέπουσα ὑπὸ δαίμονος σπαραττόμενον, καὶ βοήσασα τὸ, Ἐλέησον, τῶν ἐλπίδων οὐκ ἀπέτυχε· τὴν γὰρ πίστιν αὐτῆς ἀποδεξάμενος, τοῦ προβάτου τὸν λύκον ἐδίωξας, καὶ τὸν λυσσώδη ἀπήλασας ἔνοικον· τῷ κορασίῳ χαρισάμενος νῆψιν, τῆς μητρὸς τὸν θρῆνον κατέπαυσας. Μικροῖς ἄρτοις πλῆθος ἐν ἐρήμῳ διέθρεψας. Λιμώττω κἀγὼ δικαιοσύνης λιμὸν, μικρὸν τῆς σῆς φιλανθρωπίας ψυχίον ἐπιζητῶ· ὡς ἕνα κἀμὲ τῶν μνημονευθέντων ἐλέησον. Κατέστιγμαι τὴν ψυχὴν, ὡς πρὸ τῆς μετανοίας ἡ πόρνη· βδελυκτός εἰμι πᾶσιν, ὡς πρὸ τῆς θεραπείας ἡ αἱμόῤῥους νομιζομένη ἀκάθαρτος· παρειμένος εἰμὶ τὴν ψυχὴν, τοῦ σώματος τοῦ παραλύτου μειζόνως· πεπήρωμαι τοὺς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς, καθὼς ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς τοῦ σώματος· νενέκρωμαι τοῖς παραπτώμασι, συγκεκλεισμένην ἔχων ἐν σώματι τὴν ψυχὴν, καθὼς ἔσχεν ὁ τάφος τὸν Λάζαρον· τὰ πάντων σχεδὸν ἐπιφέρομαι δεινά. Ἀλλ' ὁ πάντας ἐλεήσας, κἀμὲ προσπίπτοντα οἴκτειρον. Ὁ Θεὸς, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Τί οὖν ὁ φιλάνθρωπος Δικαστὴς, ὁ φιλότιμος ἀγωνοθέτης τῶν τρεχόντων τὸν τῆς μετανοίας δρόμον; Καὶ τοῦ Φαρισαίου μεγαλαυχοῦντος ἠνείχετο, καὶ τοῦ τελώνου μετα νοοῦντος ἐτέρπετο· ἐπειδὴ δὲ ὁ μὲν τοῖς ῥήμασιν ὥσπερ ἀνέμοις σφοδροῖς τῆς ψυχῆς τὸν καρπὸν ἀπετίναξεν, ὁ δὲ συντρίψας ἑαυτὸν, οὐκ ἐξεδέχετο ἄλλον κατήγορον, ἑκάστῳ τὸ πρὸς ἀξίαν ἀπένειμε. Τὸν μὲν γὰρ τελώνην ἑαυτοῦ γεγενημένον κατήγορον, ἐλεύθερον ἀφῆκε τῆς κατακρίσεως, τὸν δὲ Φαρισαῖον εἰς μέσον προθέντα τὰ κατορθώματα, πενέστερον τοῦ τελώνου ἀπέφηνεν. Ἀμφοτέροις ὁ τρόπος, τῷ μὲν ὑπόθεσις πενίας εἰς πλοῦτον, τῷ δὲ ἐκ πλούτου εἰς πτωχείαν ὀλίσθημα. Τί γάρ φησιν ὁ Δεσπότης; Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ἢ ἐκεῖνος. Ὢ πόσον κακὸν τῆς ὑπερηφανίας τὸ νόσημα Κατάκομος ἀνῆλθεν ὁ Φαρισαῖος ὥσπερ ἄνθεσι τοῖς κατορθώμασι στεφανούμενος· συνώδευσε τούτῳ ὁ τελώνης πάσης ἀπολογίας γυμνός. Ἀλλ' ὁ μὲν εὐκαίρως ἑαυτὸν ταπεινώσας ὑψώθη· ὁ δὲ πρὸς ἄκαιρον ὕψος ἀκοντίσας ἑαυτὸν, καταγέλαστον ὑπέμεινε γύμνωσιν. Οὐκ ἦν βέλτιον ὑφειμέναις χρή σασθαι ταῖς φωναῖς; οὐκ ἦν κρεῖττον ἀκοῦσαι τῆς προφητικῆς φωνῆς λεγούσης, Ταπεινώθητε ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς; οὐκ ἦν μᾶλλον συμφέρον κρατῆσαι τῆς γλώσσης, καὶ φυλάξαι τὸν πλοῦτον, ὃν πόνοις πολλοῖς ἐκτήσατο; Ἃς γὰρ ἐν χρόνῳ συνήγαγεν ἀρετὰς, ταύτας ἐν ἀκαρεῖ ῥοπῇ τῇ φωνῇ διεσκόρπισεν. Οὐκ ἤκουσε τάχα ὁ Φαρισαῖος τὸ γεγραμμένον, ὅτι Ἀκάθαρτος ἐναντίον Κυρίου πᾶς ὑψηλοκάρδιος; Οὐκ ἐδιδάχθη τὸ καλῶς εἰρημένον, Ὃ ποιεῖ ἡ δεξιά σου, μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου; Τάχα δὲ ἔγνω ἀμφότερα, ἀλλ' ἡ ἰσχὺς τῆς κενοδοξίας ἐνίκησεν. Ἡμεῖς οὖν τοῦ τελώνου τὴν ταπείνωσιν κτησώμεθα, καὶ τῶν ἁμαρτημάτων τὸ βάρος ἀποθώμεθα· ὑπερηφανίαν δὲ μισήσωμεν, δι' ἧς ὁ Φαρισαῖος τὸν πλοῦτον τῶν ἀρετῶν ἀπώλεσεν· Ὑπερηφάνοις γὰρ ὁ Κύριος ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις