Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΡΙΛΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΡΙΛΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΑΓΙΟΥ ΙΩΣHΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ ΒΙΟΣ

 

ΑΓΙΟΥ ΙΩΣHΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ

ΒΙΟΣ

Ὑπό Ἰωάννου Διακόνου

Acta Sanctorum Bolland. Aprilis, tom. I

PG.105, 931-933

Οὗτος ὑπῆρχεν ἐκ τῆς Σικελῶν ἐπαρχίας, γεννητόρων Πλουτίνου καὶ Ἀγάθης. Πορθηθείσης δὲ τῆς πατρίδος, σὺν μητρὶ καὶ ἀδελφοῖς διαφυλαχθείς, ἦλθεν εἰς Πελοπόννησον. Ἐκεῖθεν ἀπάρας ἦλθεν εἰς Θεσσαλονίκην. Πέντε καὶ δέκατον ἔτος ἄγων, ἀποκείρεται ἔν τινι μοναστηρίῳ, καὶ ᾖν διερχόμενος πᾶσαν τὴν θείαν Γραφὴν· ὅθεν καὶ τὴν τοῦ πρεσβυτέρου χειροτονίαν δέχεται, καὶ μετὰ Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου τῇ Κωνσταντινουπόλει καταλαμβάνει. Ἐπεὶ δὲ ἡ τῶν Εἰκονομάχων αἵρεσις αὖθις ἀνεφάνη, Λέοντος τοῦ δυσσεβοῦς Ἀρμενίου [βασιλεύοντος], παρεκάλεσαν τὸν ἅγιον Γρηγόριον οἱ ὀρθόδοξοι, στεῖλαι εἰς Ῥώμην τὸν Ἰωσήφ, μηνύσοντα τοῖς ἐκεῖσε τὸ συμβάν. Καὶ ὁ μὲν ἐξέπλει· πλοῖα δὲ ἐπιστάντα βαρβαρικὰ δεσμώτην εἰς Κρήτην ἀπήγαγον. Ἐν μιᾷ δὲ τῶν νυκτῶν ἐπιστὰς αὐτῷ τις ἱεροπρεπὴς τὴν ἰδέαν, Ἐκ Μύρων ἐνταῦθα πάρειμι, ἔφη· καὶ βιβλίον κρατῶν, διεκελεύετο λαβεῖν. Ὁ δὲ λαβών, ἀνεγίνωσκε καὶ ἔψαλλε· Τάχυνον, ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος. Καὶ τὸ ἀδόμενον, ἔργον πρωΐας ἐγένετο. Τότε γὰρ τοῦ τῆς αἱρέσεως προμάχου Θεοφίλου ἐξ ἡμῶν γενομένου, ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία τῶν σεπτῶν εἰκονισμάτων ἀπείληφε τὴν εὐπρέπειαν· καὶ ὁ τίμιος Ἰωσήφ, ἐλευθερωθεὶς τῆς εἱρκτῆς πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν διεσῴζετο. Ἐν δὲ τοῖς ὁρίοις τῆς Θεσσαλονίκης γενόμενος, λείψανον εὑρὼν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρείου [ἐν ἄλλοις Συναξαρίοις λέγεται, τοῦ Βαρθολομαίου λείψανον], ἔλαβεν, καὶ ναὸν ἐπ᾿ ὀνόματι τούτου ἐδομήσατο· καὶ ἐν φροντίδι πλείονι καθεστήκει, μελῳδήμασι τὰς αὐτοῦ πανηγύρεις κατακοσμήσας, σὺν δάκρυσι καὶ στεναγμοῖς ἠξίου τοῦ ποθουμένου τυχεῖν· τοιγαροῦν καὶ ἐπέτυχεν. Ὁρᾷ γὰρ νύκτωρ ἄνδρα τινὰ φοβερόν, ἐν ἀποστολικῷ τῷ σχήματι, ἀπὸ τῆς ἱερᾶς τραπέζης Εὐαγγέλιον ἀράμενον, καὶ τοῖς στέρνοις αὐτοῦ ἐπιθέντα, καὶ εὐλογίας αὐτὸν ἀξιώσαντα. Καὶ ἐκ τότε ἔλαβε τὸ χάρισμα τῆς ὑμνῳδίας· καὶ οὕτως ἀπόνως καὶ μετ᾿ εὐκολίας τὰς ἱερὰς ὑμνῳδίας δι᾿ ἅπασαν τὴν Ἐκκλησίαν ἐφώτισεν ἐν ὕμνοις· ἐντεῦθεν τοῖς ἁπάντων στόμασι ᾄδεται, καὶ πᾶσι ποθεινὸς καὶ ἐπέραστος, οὐ μόνον ἰδιώταις καὶ ἄρχουσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτοῖς βασιλεῦσι γίνεται.

Καὶ πολλὰ ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου περὶ τῶν εἰκόνων πίστεως ἀγωνιζόμενος ἐξωρίσθη εἰς Χερσῶνα, παρὰ τοῦ δυσσεβοῦς Ἀρμενίου [Θεοφίλου], ὑπὸ Βάρδα τοὔνομα καταδικασθείς, καλῶς γε τοῦτον διελεγξάμενος. Καὶ μετὰ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἀναῤῥυσθεὶς ἐκ Χερσῶνος, παρὰ τῆς βασιλίδος Θεοδώρας, τῆς ποιησάσης τὴν ὀρθοδοξίαν, καὶ τῶν ἱερῶν σκευῶν τῆς τοῦ Θεοῦ Μεγάλης ἐκκλησίας φύλαξ γενόμενος, Ἰγνατίου πατριαρχοῦντος τοῦ θείου. Οὗ μετὰ τὴν ἐκδημίαν, παρὰ Φωτίου στέργεται καὶ ἐκθειάζεται· οὗτος γὰρ μετὰ τοῦτον πατριάρχης ἀναδείκνυται. Ἐν τούτοις καλῶς διαρκέσας, καὶ ὁσίως καὶ ἀκάκως πολιτευσάμενος ἀνεπαύσατο ἐν Κυρίῳ· λέγεται γάρ, ὅτι ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχή, ὀψικευομένη παρὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ ἀγγέλων, ἀνῆλθεν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἄνθρωπός τις, ἔχων δοῦλον χρήσιμον, ἐπείπερ ὁ δοῦλος ἔφυγεν, ἀπελθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Θεόδωρον τὸν Φανερωτήν, παρεκάλει αὐτὸν φανερώσαι τὸν δοῦλον αὐτοῦ· προσμείνας δὲ ἱκανῶς καὶ μηδὲν μαθών, ἐβουλεύετο ἀναχωρῆσαι. Ὄρθρου δὲ ὄντος, καὶ λόγου ψυχωφελοῦς ἀναγινωσκομένου, μικρὸν ἀφύπνωσε, καὶ ὥρα τὸν μάρτυρα λέγοντα αὐτῷ· Ἵνα τὶ περίλυπος εἶ; Τοῦ ποιητοῦ Ἰωσὴφ κοιμηθέντος ταύτῃ τῇ νυκτί, ὀψικεύθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ παρὰ πάντων ἡμῶν, οὓς κανόσιν καὶ ὕμνοις ἐτίμησεν καὶ ἐσυνοψίσθη εἰς Θεόν· καὶ νῦν πάρειμι πρὸς σέ. Τοῦ λοιποῦ τοίνυν δηλώσει· Ἄπελθε κατὰ τόνδε τὸν τόπον, τοὔνομα προσειπών, καὶ εὑρήσεις, ὃν ἐπιζητεῖς οἰκέτην σου.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.



Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων. 
Το κείμενο που εκφωνείται, πάρθηκε από το βιβλίο: «Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας», που εξέδωσε το 2002 η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή. 
Όταν ήταν 12 χρονών έφυγε και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού. 
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, εμποδιζόταν να εισέλθει από κάποια αόρατη δύναμη, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα. 
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές. Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν. 
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα. 
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη. Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων». Ο άγιος Ζωσιμάς κήδευσε την Οσία, με την βοήθεια ενός λιονταριού. 
Η Εκκλησία τιμά την Οσία Μαρία την Αιγυπτία την 1η Απριλίου και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σαν παράδειγμα πραγματικής μετάνοιας, ασκητικού βίου και αγάπης προς τον Θεό. 
Ο όσιος Ζωσιμάς εορτάζεται στις 4 Απριλίου.


 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ Η΄

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 

ΕΔΩ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων 
που είναι σε μορφή djvu  είναι το sumatrapdfreader

Ο όσιος Ευθύμιος του Σουζντάλ

 Ο όσιος Ευθύμιος του Σουζντάλ

1 Απριλίου
Ο όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στο Σουζντάλ και έλαβε θρησκευτική μόρφωση όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Όμως η αγάπη του για την προσευχή και την ησυχία και η εγκράτειά του τον διέκριναν από τους συνομηλίκους του. Στην εκκλησία στεκόταν πάντοτε σε μια σκοτεινή γωνιά, ώστε κανείς να μην τον βλέπει και να μην τον εμποδίζει να προσεύχεται και να παρακολουθεί τις Ακολουθίες με κατάνυξη.

Έχοντας ακούσει στην εκκλησία την ευαγγελική ρήση: «Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ. 8:35) και έχοντας διαβάσει Βίους αγίων που εγκατέλειψαν τα πάντα ώστε να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, προσευχήθηκε στον Κύριο να του στείλει έναν Γέροντα για να τον καθοδηγήσει στην στενή οδό την άγουσα στην αιώνια ζωή. 
Η προσευχή του εισακούσθηκε και ο Ευθύμιος γνώρισε έναν ερημίτη, τον μοναχό Διονύσιο [26 Ιουν.], ο οποίος είχε ιδρύσει μονή όχι πολύ μακριά από το Νίζνι-Νόβγκοροντ. Ο νεαρός εκάρη μοναχός και αφειδώς ανάλωνε τις δυνάμεις του ώστε με ένθεο ζήλο να επιτελεί τα διακονήματα που του ανέθεταν χωρίς ποτέ να περισπάται από την αδιάλειπτο προσευχή. 
Θέλοντας να πολλαπλασιάσει τους ασκητικούς του αγώνες, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να λαμβάνει τροφή μόνο κάθε δύο ή τρεις ημέρες. Για να τον κρατήσει όμως στην ταπεινοφροσύνη, ο Διονύσιος του έβαλε κανόνα να συντρώγει με τους αδελφούς στην τράπεζα χωρίς όμως να χορταίνει. 
Ο Ευθύμιος υπάκουσε χωρίς να φέρει αντιρρήσεις ή να δυσανασχετήσει. Έτρωγε μόνο όσο ήταν αναγκαίο για να συντηρηθεί, έπινε λίγο μόνο νερό όταν έφθανε σε μεγάλη δίψα, και με αυτόν τον τρόπο πρόκοπτε στην άσκηση, χωρίς να τον αντιληφθούν οι αδελφοί. 
Επί σειρά ετών ο Ευθύμιος διήγε την θεάρεστη αυτή βιοτή. Όταν ο ηγεμόνας Μπόρις του Σουζντάλ αποφάσισε να ιδρύσει μονή, απευθύνθηκε στον Διονύσιο ζητώντας να του υποδείξει έναν μοναχό κατάλληλο για το αξίωμα του ηγουμένου. Επελέγη ο Ευθύμιος, ο οποίος με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον Γέροντά του και αναχώρησε για να ιδρύσει την Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου επέβαλε αυστηρή τάξη και ευλάβεια συνδυασμένη με χειρωνακτική εργασία. 
Την εποχή εκείνη των ταταρικών επιδρομών και του αδελφοκτόνου σπαραγμού μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, η ηγεμονία του Σουζντάλ ήταν αντίπαλος της Μόσχας. Τα γεγονότα αυτά γέμιζαν θλίψη τον όσιο, ο οποίος, πιστός στην μοναχική κλήση, απέφευγε να αναμιχθεί σε εγκόσμιες υποθέσεις. Επισκεπτόταν μερικές φορές τον φίλο του άγιο Σέργιο του Ραντονέζ [25 Σεπτ.] και συνομιλούσαν για την αιώνια ζωή και τα μέσα με τα οποία κατακτάται. 
Πτωχοί, δεινοπαθούντες, χήρες και ορφανά, έβρισκαν πάντα ανοιχτές τις πύλες της μονής και τον όσιο πρόθυμο να τους παρηγορήσει με αγάπη, να τους ενθαρρύνει και να τους δώσει ελπίδα με τους λόγους και την προσευχή. Όταν τον ρωτούσαν ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, απαντούσε: «Η κρυφίως επιτελουμένη». 
Αισθανόμενος την ώρα της εκδημίας του να πλησιάζει, ο όσιος Ευθύμιος αποχαιρέτησε τους αδελφούς και προφήτευσε ότι η μονή θα γνώριζε μεγάλη άνθηση αν οι μοναχοί διεφύλατταν την αγάπη. Όταν εκοιμήθη εν Χριστώ, την 1η Απριλίου 1404, σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το κελλί του γέμισε άρρητη θεία ευωδία.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

MHN ΑΠΡΙΛIOΣ

MHN ΑΠΡΙΛIOΣ 
ἔχων ἡμέρας τριάκοντα 
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 13 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 11
ΑΠΡΙΛΙΟΣ ὁ μήν, κατὰ τοὺς παλαιοὺς Ρωμαίους, ἦτο ὁ δεύτερος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Οὗτος ἐπὶ Ἰουλίου Καίσαρος εἶχεν ἡμέρας κθ’ (29), κατόπιν ὅμως ὡρίσθη νὰ ἔχῃ ἡμέρας λ’ (30). Ὠνομάσθη δὲ Ἀπρίλιος ἐκ τοῦ λατινικοῦ Aprilis, ἐκ τοῦ ρήματος aperire, ἤτοι ἀνοίγειν, διότι κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἄρχεται ἡ ἄνοιξις καὶ ἀνοίγουσι τὰ ἄνθη. Ὁ μὴν οὗτος παρ’ ἀρχαίοις Ρωμαίοις ἦτο ἀφιερωμένος εἰς τὴν Ἀφροδίτην, ἐθεωροῦντο δὲ ἡ πρώτη καὶ ἡ εἰκοστὴ τρίτη ἡμέρα του ἱεραί, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν ἑορτάζοντες τὸ ἄνοιγμα τῶν οἴνων (Vinualia priora) ἐγεύοντο τὸ πρῶτον τὸν παλαιὸν οἶνον.

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Ο άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης, μητροπολίτης Θηβών, ο νέος Ελεήμων

 

29 Απριλίου  
Ο άγιος Ιωάννης ο Καλοκτένης, μητροπολίτης Θηβών, ο νέος Ελεήμων 
Γόνος ευσεβούς και αρχοντικής οικογενείας της Βασιλεύουσας, ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε επί βασιλείας Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1143-1180). Ήδη από νεαρής ηλικίας επεδείκνυε μεγάλη αφοσίωση στην Υπεραγία Θεοτόκο, στην οποία όφειλε την γέννησή του. Μία ημέρα, την ώρα που διάβαζε τον Ακάθιστο Ύμνο, η Βασίλισσα των Ουρανών παρουσιάστηκε και απάντησε στους χαιρετισμούς, λέγοντας: «Χαίροις και συ, των Θηβών προστάτα!» 
Πολλά έτη αργότερα, και ενώ ήταν ιερομόναχος σε μοναστήρι, εξελέγη μητροπολίτης Θηβών, την εποχή που η ισχυρή και ακμάζουσα αυτή πόλη, η σημαντικότερη της Στερεάς Ελλάδος, είχε κατακτηθεί και λεηλατηθεί από τους Νορμανδούς, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να σταλούν σε εξορία. Όσοι γλύτωσαν, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και προσπορίζονταν τα προς το ζην εργαζόμενοι για Εβραίους εμπόρους, οι οποίοι τους εμπόδιζαν να τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. 
Μόλις εγκαταστάθηκε στην Θήβα, ο άγιος Ιωάννης μερίμνησε για την ανοικοδόμηση του καθεδρικού ναού, όπου φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα, την οποία σύμφωνα με την παράδοση είχε φιλοτεχνήσει ο άγιος Απόστολος Λουκάς, και σύντομα το χριστεπώνυμο πλήρωμα μπορούσε πλέον να τελεί τις ιερές Ακολουθίες με όλη την μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στην Υπεραγία Θεοτόκο. 
Το κήρυγμα του αγίου επισκόπου και η απεριόριστη ευσπλαχνία του γρήγορα επανέφεραν στην πίστη τους χριστιανούς που είχαν μείνει χωρίς ποιμένα, προκάλεσαν μάλιστα και την μεταστροφή μερικών Εβραίων. 
Χάρις στην επιμελή φροντίδα του αγίου, η σηροτροφία και η παραγωγή μεταξιού που είχε καταστραφεί από τους Νορμανδούς μπόρεσε να ανακάμψει και η Θήβα γνώρισε νέα περίοδο ευημερίας. Ο μητροπολίτης δεν ασχολείτο μόνο με το κήρυγμα και την ελεημοσύνη, αλλά διοργάνωσε επίσης μεγάλης κλίμακας έργα άρδευσης και δημόσιας υγείας. Ίδρυσε γηροκομείο, πτωχοκομεία, νοσοκομεία και άλλα ευαγή καθιδρύματα. 
Ίδρυσε επίσης, εντός της πόλης, γυναικεία μονή, η οποία ανέλαβε την εκπαίδευση των κορασίδων προετοιμάζοντάς τες είτε για τον μοναχικό βίο είτε για να γίνουν μητέρες ικανές να μεταδώσουν στα παιδιά τους τούς θησαυρούς της Πίστεως. 
Έχοντας ανυψώσει την πόλη των Θηβών σε μεγαλεία μεγαλύτερα απ’ ό,τι πριν την κατάκτηση, ο άγιος Ιωάννης εκοιμήθη εν ειρήνη, εμπιστευόμενος την Εκκλησία του στην Υπεραγία Θεοτόκο. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, οι κάτοικοι των Θηβών ανήγειραν στο κέντρο της πόλης ναό προς τιμήν του, όπου κατατέθηκαν τα θαυματουργά τίμια λείψανά του.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Σάββατο 26 Απριλίου 2025

Ο όσιος Ιωαννίκιος του Ντέβιτς


26 Απριλίου
Ο όσιος Ιωαννίκιος του Ντέβιτς 
Από την παιδική του ηλικία ο όσιος Ιωαννίκιος αγαπούσε την ησυχία και την προσευχή και για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε μία ημέρα την οικογενειακή κατοικία, που βρισκόταν στην περιοχή της Διοκλείας (Ζέτα, στο σημ. Μαυροβούνιο), και αναχώρησε για την ανατολική Σερβία. Φθάνοντας στον ποταμό Ίμπαρ βρήκε σπήλαιο στο οποίο είχε εγκαταβιώσει ο άγιος Πέτρος της Κόριτσκα [5 Ιουνίου], όπου έζησε με αυστηρή άσκηση. 
Σύντομα άρχισαν να προσέρχονται πολυάριθμοι μοναχοί και λαϊκοί, για να λάβουν συμβουλές ή να υποταγούν στην πνευματική του καθοδήγηση. Ο άγιος έκτισε ναό και κελλιά για τους νέους αυτούς μαθητές, αλλά λίγο αργότερα εγκατέλειψε την μονή για ν’ αποφύγει την δόξα των ανθρώπων και εγκαταστάθηκε βαθιά μέσα στο πυκνό δάσος του Ντέβιτς, στο Κοσσυφοπέδιο. Έζησε εκεί επί σειρά ετών σε πλήρη ησυχία, αντιμετωπίζοντας με θάρρος τις επιθέσεις των δαιμόνων που προσπαθούσαν να τον αποσπάσουν από την αδιάλειπτη προσευχή. 
Ο ηγεμόνας Γεώργιος Μπράνκοβιτς (1427-1456) άκουσε να μιλούν για τον άγιο και την εξουσία που είχε κατά των δαιμόνων και έστειλε στον Ιωαννίκιο την κόρη του που έπασχε από φρενοβλάβεια. Ο Ιωαννίκιος εξέβαλε το πονηρό πνεύμα και θεράπευσε την βασιλόπαιδα, οπότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ο ηγεμόνας έκτισε στον τόπο εκείνο ναό αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και μοναστήρι γνωστό σήμερα ως Μονή του Ντέβιτς. 
Ο όσιος Ιωαννίκιος αναπαύθηκε από τους αγώνες του σε πολύ προχωρημένη ηλικία, στις 2 Δεκεμβρίου 1430. Λίγο μετά την κοίμησή του, τα τίμια λείψανά του άρχισαν να επιτελούν θαυματουργικές ιάσεις, ιδίως σε ψυχασθενείς και δαιμονισμένους, τόσο σε Σέρβους όσο και Αλβανούς, που προσέρχονταν με πίστη στον τάφο του. Οι εχθροί του Θεού πολλές φορές επιχείρησαν, κατά την διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, να βλάψουν τον τάφο του αγίου, αλλά ο Θεός τους τιμώρησε αυστηρά. *
Στην Μονή Ντέβιτς εγκαταβίωσε επίσης τον 19ο αιώνα η μοναχή Ευφημία, την οποία ο σερβικός λαός τιμά με το όνομα Στόινα. 

 

* Κατά την διάρκεια της σύρραξης στο Κόσσοβο (2000-2001), ο τάφος του αγίου Ιωαννικίου βεβηλώθηκε από τους Αλβανούς Κοσσοβάρους και απειλήθηκε η ζωή των μοναζουσών. Τέλος, στις 18 Μαρτίου 2004, οι Αλβανοί έδιωξαν τις μοναχές και ανατίναξαν την μονή. 

   

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

 

Ο όσιος Ρικχάριος της Πικαρδίας



26 Απριλίου 
Ο όσιος Ρικχάριος της Πικαρδίας 
Γόνος αρχοντικής οικογένειας της Πικαρδίας (βόρεια Γαλλία), ο νεαρός Ρικχάριος φιλοξένησε κάποτε δύο Ιρλανδούς ιεραπόστολους που τους είχαν κακομεταχειριστεί οι κάτοικοι της περιοχής αυτής γύρω από τις εκβολές του ποταμού Σομ, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό ήσαν ακόμη ειδωλολάτρες. Όλη την νύχτα άκουγε τα όσα έλεγαν οι δύο θεοφόροι άνδρες, τους εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του και αποφάσισε τότε να αφιερώσει τον βίο του στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Απελευθέρωσε τους δούλους του και άρχισε να περιοδεύει ανά την χώρα, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας, διαμοιράζοντας σε ελεημοσύνες κάθε τι που του πρόσφεραν. 
Σκληραγωγούσε τον εαυτό του -η μόνη τροφή του ήταν λίγο κριθαρένιο ψωμί βρεγμένο στο νερό- αλλά αντιμετώπιζε όλους τους άλλους με μεγάλη ευσπλαχνία, ενώ ασθενείς και δεινοπαθούντες προσέτρεχαν στον Ρικχάριο για να βρουν ίαση σώματος και ψυχής. Περιόδευσε σε επαρχίες του βορρά και έφτασε μέχρι την Αγγλία, φέροντας στην πίστη του Χριστού μεγάλο αριθμό αμαρτωλών και ειδωλολατρών και απελευθέρωσε πολλούς αιχμαλώτους, χριστιανούς και ειδωλολάτρες. 
Καθώς πολλοί μαθητές ζητούσαν να υποταγούν στην πνευματική του καθοδήγηση, ο Ρικχάριος ίδρυσε κοντά στην γενέτειρά του, Κεντούλη, ναό και μονύδριο, όπου αρεσκόταν να αποσύρεται ο ίδιος. 
Μια ημέρα τον επισκέφθηκε ο βασιλέας Δαγοβέρτος (629-639). Ο όσιος τον ευλόγησε και με πραότητα τον νουθέτησε για το πώς πρέπει να εξασκεί την εξουσία του ένας χριστιανός ηγεμόνας: χωρίς να υπερηφανεύεται για την ισχύ του ή να ελπίζει στις κολακείες και τα παροδικά πλούτη, αλλά δοξάζοντας τον Θεό, τον μόνο Βασιλέα του ουρανού και της γης, έναντι του οποίου είναι υπόλογος για την διακυβέρνησή του. Ο βασιλέας άκουσε με σεβασμό τις νουθεσίες και έδειξε αργότερα μεγάλη εκτίμηση για τον άνθρωπο του Θεού. 
Όταν ο Ρικχάριος έφθασε σε μεγάλη ηλικία, θέλησε να αποσυρθεί σε απόλυτη ησυχία ώστε να προετοιμαστεί για την εκδημία του. Ο βασιλέας και οι άρχοντες τού τόπου του πρόσφεραν τοποθεσία κατάλληλη στο δάσος του Κρεσύ, όπου εγκαταστάθηκε ο όσιος με συνοδεία μόνο έναν μαθητή, ώστε να αφοσιωθεί πλήρως στην θεωρία των αγαθών που επαγγέλλονται στον ουρανό για τους άξιους δούλους του Θεού. 
Ο όσιος πολλαπλασίασε τους ασκητικούς αγώνες και απέκτησε μεγάλη εξουσία επάνω στην φύση και τα άγρια θηρία. Σύντομα όμως το ερημητήριό του έγινε γνωστό και άρχισαν να πηγαίνουν πτωχοί, ασθενείς, αλλά και οι ισχυροί του κόσμου. «Όλοι εκείνοι για τους οποίους προσευχόταν ο όσιος», γράφει ο βιογράφος του, «αμέσως διά της αγαθότητος του Χριστού αποκτούσαν ό,τι ζητούσαν». 
Όταν ο Ρικχάριος διαισθάνθηκε ότι πλησίαζε η στιγμή που θα τελείωνε ο επίγειος βίος του, είπε στον μαθητή του να φτιάξει ένα φέρετρο σ’ έναν κορμό δένδρου και, ολοκληρώνοντας την ύστατη δέησή του, είπε: «Είθε ο Σωτήρ του κόσμου να είναι εύσπλαγχνος έναντι εμού, και έχοντας υπάρξει η παρηγορία μου στην παρούσα ζωή, να καταστεί ανταμοιβή μου στην άλλη!» 
Ο όσιος Ρικχάριος εκοιμήθη εν ειρήνη στις 26 Απριλίου 645. Λίγο αργότερα, μαθητές του πήραν το τίμιο λείψανο, το οποίο ενταφίασαν στην Κεντούλη, όπου κατέστη πηγή θαυμάτων. Ανεγέρθηκε κατόπιν μεγάλος ναός για την μονή, η οποία ανεδείχθη σε μια από τις λαμπρότερες του Μεσαίωνα στην Δύση.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Ο όσιος Βασίλειος της Ποϊάνα Μαρουλούι

25 Απριλίου  
Ο όσιος Βασίλειος της Ποϊάνα Μαρουλούι 
Ο μακαριστός γέροντας Βασίλειος γεννήθηκε το 1692. Σε νεαρή ηλικία αποσύρθηκε με ένθεο πόθο σε τόπο ερημικό για να συμμεριστεί την ισάγγελο βιοτή άλλων ασκητών. Περί το 1713, εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην Σκήτη Νταλχαούτσι, σε δάσος στα σύνορα Βλαχίας και Μολδαβίας, την οποία διηύθυνε επί μία εικοσαετία. 
Καθώς ο τόπος δεν προσέφερε την ησυχία που αναζητούσε ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στην προσευχή, πήγε και ίδρυσε σκήτη σε απρόσιτη τοποθεσία, μακριά από κατοικημένα μέρη, στην Ποϊάνα Μαρουλούι «Ξέφωτο του μηλεώνα», στην περιοχή του ποταμού Μπουζάου (σήμ. στην διοικητική περιφέρεια Βραντσέα). 
Το 1733, χάρις στην υποστήριξη του ηγεμόνα Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου, ανοικοδόμησε ξύλινο ναό και κελλιά, εξακολουθώντας να ασκεί την πνευματική καθοδήγηση της Σκήτης Νταλχαούτσι. Έχοντας καταθέσει εχέγγυα της ορθοδοξίας του και του αυθεντικού ασκητικού βίου του, κατόρθωσε να καταστήσει το καθίδρυμά του σταυροπηγιακό, εξαρτώμενο απευθείας από τον μητροπολίτη Βλαχίας, ο οποίος μπορούσε να παρέμβει στα εσωτερικά της μονής μόνο σε περίπτωση απόκλισης από την ορθόδοξη Πίστη. 
Η Σκήτη της Ποϊάνα Μαρουλούι εφάρμοζε το αγιορειτικό Τυπικό και απέκτησε την προσωνυμία «δεύτερος Άθως». Ο στάρετς Βασίλειος μετέβη ο ίδιος πολλές φορές στο Άγιον Όρος και κατά την διάρκεια της τελευταίας του επίσκεψης, το 1756, ενέδυσε με το μοναχικό Σχήμα τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι [15 Νοεμ.]. 
Εξηγώντας του τους κινδύνους της ερημητικής ζωής, τον συμβούλευσε να προκρίνει τον κοινοβιατικό βίο, ο οποίος επιτρέπει στον μοναχό να ανακαλύψει την ίδια του την αδυναμία, να κατανοήσει το μέτρο του και να μετανοήσει προσευχόμενος στον Κύριο καθημερινά ώστε να λάβει την χάρη μάλλον παρά να τρέφει μέσα του την ματαιοδοξία και την έπαρση, χωρίς να βλέπει ότι τον ακολουθούν τα ίδια του τα πάθη. Και πριν αποχωριστούν, του παρέδωσε την τάξη που ακολουθούσε ο ίδιος. 
Πέρα από την προσευχή, οι μοναχοί της σκήτης επιδίδονταν στην μετάφραση των συγγραμμάτων ασκητών Πατέρων, όπως οι άγιοι Ισαάκ ο Σύρος, Ιωάννης της Κλίμακος, Γρηγόριος ο Σιναΐτης, Ησύχιος Ιεροσολύμων και Φιλόθεος Σιναΐτης. 
Ο ίδιος ο γέροντας συνέτασσε πολύτιμους προλόγους, στους οποίους εξηγούσε πώς να κατανοήσουμε σωστά τα όσα έχουν γραφεί για την νοερά προσευχή. Καταδεικνύοντας τους κινδύνους μιας αποκλειστικά σωματικής άσκησης, υπογραμμίζει την σπουδαιότητα της νήψης και της νοεράς προσευχής, που είναι προσιτές ακόμη και σε λαϊκούς. 
Γράφει ότι για να ασκήσει κανείς την νοερά προσευχή, πρέπει να έχει κατά νου το παράδειγμα της χήρας του Ευαγγελίου, η οποία μέρα-νύχτα φώναζε στον δικαστή, ζητώντας να της αποδοθεί δικαιοσύνη (Λουκ. 18:1). 
Παρότι έδινε προτεραιότητα στη ευχή, επέμενε επίσης στην σημασία των εκκλησιαστικών Ακολουθιών, που τελούνται σύμφωνα με το Τυπικό, αλλά με μέτρο όσον αφορά την διάρκειά τους, και ακριβώς αυτή την σύζευξη ησυχαστικής παραδόσεως και κοινοβιατικού βίου κατόρθωσε σε μείζονα βαθμό ο μαθητής του άγιος Παΐσιος. 
Ο στάρετς Βασίλειος απέκτησε, παρά την θέλησή του, μεγάλο κύρος και αυθεντία στην Ρουμανία σε βαθμό που εκλήθη σε μια σημαντική εκκλησιαστική συνέλευση το 1749 στο Βουκουρέστι, στην οποία παρευρίσκονταν οι πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. 
Οι επίσκοποι εξέτασαν την πίστη και την πνευματική διδασκαλία του και όπως γράφει σε ένα γράμμα του ο άγιος Παΐσιος: «Βρήκαν την πίστη του αγνή και ακλόνητα ορθόδοξη και έκριναν ότι δεν διδάσκει τίποτε που επινόησε ο ίδιος, αλλά βασίζεται στην αυθεντία της Αγίας Γραφής και ακολουθεί καθ’ όλα τις εκκλησιαστικές παραδόσεις και τους αγίους Πατέρες». 
Με τον τρόπο αυτό, ο στάρετς Βασίλειος άνοιξε τον δρόμο για την αναγέννηση του ησυχαστικού βίου και εκοιμήθη ειρηνικά στις 25 Απριλίου 1767, στην Ποϊάνα Μαρουλούι, όπου βρίσκονται ακόμη σήμερα τα τίμια λείψανά του, σε μέρος άγνωστο.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Ο άγιος απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος



Ο άγιος απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος 
Ο άγιος και ένδοξος Απόστολος Μάρκος, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Ιωάννης, ήταν γιος ευλαβούς γυναίκας των Ιεροσολύμων, της Μαρίας, η οποία πρόσφερε την κατοικία της στους Αποστόλους για τις λατρευτικές συνάξεις τους. Ο άγιος Πέτρος πήγαινε συχνά εκεί και συμπάθησε τον νεαρό Μάρκο, τον οποίο κατήχησε στην χριστιανική πίστη, τον βάπτισε και τον θεωρούσε υιό του (Α’ Πέτρ. 5, 13) [1]. Ήταν επίσης εξάδελφος του αγίου Αποστόλου Βαρνάβα, ο οποίος τον πήρε μαζί του όταν έφυγε για την Αντιόχεια μαζί με τον Απόστολο Παύλο (Πράξ. 12, 24). Κατά την διάρκεια των ιεραποστολικών αυτών περιοδειών, ο Μάρκος βοηθούσε ταπεινά τους δύο Αποστόλους, μεριμνώντας για τις υλικές τους ανάγκες και αφομοιώνοντας το κήρυγμά τους.

Φθάνοντας στην Πέργη της Παμφυλίας, ο Μάρκος κατελήφθη από φόβο μπροστά στις δυσκολίες της ιεραποστολής [2] και αποχωρίστηκε από τον Παύλο και τον Βαρνάβα για να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα (Πράξ. 13, 13). Ο Απόστολος Παύλος φαίνεται ότι ενοχλήθηκε από αυτόν τον αποχωρισμό, και όταν συναντήθηκαν ξανά στην Αντιόχεια αρνήθηκε να πάρει μαζί του τον αποστάντα απ’ αυτών από Παμφυλίας, και μη συνελθόντα αυτοίς εις το έργον (Πράξ. 15, 37). Η συζήτηση άναψε και ο Βαρνάβας αποφάσισε να μεταβεί στην Κύπρο με τον Μάρκο, ενώ ο Παύλος αναχώρησε με τον Σίλα για να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην Συρία και Κιλικία [3]. 
Δέκα χρόνια αργότερα, ο Μάρκος βρέθηκε στην Ρώμη, συνοδευόμενος από τον Αρίσταρχο και τον Ιησού τον Ιούστο, για να συνδράμει τον Παύλο κατά την αιχμαλωσία του (Κολ 4, 10). Από εκεί ξεκίνησε με την ευλογία του Αποστόλου των Εθνών για να επισκεφθεί τους Κολοσσαείς. Κατά την διάρκεια της δεύτερης αιχμαλωσίας του, ο Παύλος έγραψε στον Τιμόθεο και του σύστησε να πάρει μαζί του τον Μάρκο, έστι γάρ μοι εύχρηστος εις διακονίαν (Β’ Τιμ. 4, 11). Περί το έτος 65, ο Μάρκος ξανασυνάντησε τον άγιο Πέτρο στην Ρώμη, την στιγμή που οι δύο πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι επρόκειτο να υποστούν τον μαρτυρικό θάνατο. Η ακτινοβολία της διδασκαλίας του Αποστόλου Πέτρου έλαμψε τόσο στον νου των νεοφώτιστων χριστιανών της Ρώμης, ώστε παρακάλεσαν τον Μάρκο να καταγράψει τα θεία αυτά λόγια. Μετά από θεία αποκάλυψη, και με την σύμφωνη γνώμη του Πέτρου, ο Μάρκος επιδόθηκε στο έργο και συνέταξε με τρόπο σύντομο, απλό και ζωντανό μια σύνοψη των πράξεων και λόγων του Σωτήρος, σύμφωνα με την διδασκαλία του πρωτοκορυφαίου Αποστόλου[4]. Χωρίς να φροντίσει πολύ για την λογοτεχνική παρουσίαση, ούτε για να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που θα μπορούσαν να θέσουν οι πιστοί, κατέγραψε ό,τι είναι χρήσιμο και ωφέλιμο για την Σωτηρία και για την πίστη στον ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και τίποτε περισσότερο [5]. 
Μόλις ολοκληρώθηκε το έργο, ο Πέτρος έστειλε τον Μάρκο στην Αίγυπτο για να κηρύξει τον Λόγο του Ευαγγελίου. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού, το πλοίο έπεσε σε τρικυμία, την οποία ο Μάρκος έκανε να κοπάσει με τις προσευχές του και έτσι μπόρεσαν να προσορμιστούν στην νήσο Πιττυούσα, απέναντι από τις ακτές της Κιλικίας, όπου ο Μάρκος έγινε δεκτός από έναν άρχοντα ονόματι Βάσσο, ο οποίος είχε ασπασθεί την πίστη στην Αντιόχεια ακούγοντας το κήρυγμα του Πέτρου, και χάρις στην στήριξή του ο Μάρκος μετέστρεψε τους περισσότερους κατοίκους του νησιού. 
Όταν έφθασαν στην Αλεξάνδρεια, το σανδάλι του Μάρκου, που είχε λιώσει από την πορεία, κόπηκε και το έδωσε για επιδιόρθωση σ’ έναν μπαλωματή ονόματι Ανιανό. Θαμπωμένος από την ασυνήθιστη λάμψη που ακτινοβολούσε το πρόσωπο του αγίου Αποστόλου, ο μπαλωματής άφησε να του ξεφύγει η βελόνα, τρύπησε το δάχτυλό του, και αναφώνησε: «Ένας μόνον Θεός!» Ο άγιος Μάρκος θεράπευσε την πληγή και δραττώμενος της ευκαιρίας, τον κατήχησε στην αλήθεια του ενός μοναδικού Θεού του ενανθρωπήσαντος για την σωτηρία ημών. Ο Ανιανός άκουγε με προσοχή τον ζωοποιό λόγο και αφού έλαβε το άγιο Βάπτισμα μαζί με όλη την οικογένειά του εγκατέλειψε το επάγγελμά του και κάθε δεσμό με τον κόσμο για να γίνει ο στενότερος συνεργάτης του Αποστόλου. 
Στην αχανή αυτή κοσμόπολη, έμβλημα της ειδωλολατρίας και της ελληνικής παιδείας, ο λόγος του αγίου Αποστόλου, απλός και απαλλαγμένος από τα μάταια στολίδια της ρητορικής τέχνης, αντηχούσε ωσάν βροντή και τα θαύματά του επιβεβαίωναν την προφητεία του Ψαλμού: Κύριος δώσει ρήμα τοις εναγγελιζομένοις δυνάμει πολλή (Ψαλμ. 67, 12). Στο όνομα του Χριστού, ο οποίος είναι το Φως του κόσμου, θεράπευσε έναν τυφλό, χαρίζοντάς του το φως των οφθαλμών. Πάραυτα προσέτρεξε κόσμος πολύς, φέρνοντας ασθενείς και δαιμονισμένους στον άγιο Μάρκο, για να τους θεραπεύσει θέτοντας τα χέρια του πάνω στην κεφαλή τους. Βλέποντας τις θαυματουργικές αυτές ιάσεις που κατορθώνονταν με την δύναμη του Θεού, σε μία μόνον ημέρα περισσότεροι από τριακόσιοι ειδωλολάτρες ζήτησαν να βαπτιστούν. Κατά μίμησιν Χριστού, ο Μάρκος ανέστησε τον γιο μιας χήρας, η οποία προσέπεσε στα πόδια του Αποστόλου οδυρόμενη και το πλήθος, βλέποντας τον νέο να εγείρεται, κραύγασε: «Ένας είναι ο Θεός, ο Χριστός τον οποίο κηρύττει ο Μάρκος!» 
Ο ευαγγελικός σπόρος άρχισε να φυτρώνει΄ ο Μάρκος καθιέρωσε τους πρώτους λειτουργικούς θεσμούς της Εκκλησίας της Αιγύπτου [6], χειροτόνησε τον Ανιανό επίσκοπο Αλεξανδρείας [7] με συνοδεία τρεις πρεσβύτερους, τους Μηλαίο, Σαβίνο και Κέρδωνα, επτά διακόνους και ένδεκα άλλους κληρικούς χαμηλότερου βαθμού, και κατόπιν συνέχισε την ιεραποστολική του περιοδεία προς τα δυτικά. 
Από την Αλεξάνδρεια, ο άγιος Απόστολος μετέβη στο Μενδήσιον [8] και εξέβαλε το δαιμόνιο από ένα τυφλό παιδί. Οι γονείς του παιδιού, όλο χαρά, του προσέφεραν μεγάλο ποσό χρημάτων, ο Μάρκος όμως το αρνήθηκε λέγοντας ότι η χάρη του Θεού δεν ανταλλάσσεται με χρήμα και τους συμβούλευσε να δώσουν τα χρήματα σε ελεημοσύνες. Καθώς ικανός αριθμός ειδωλολατρών ασπάσθηκε την χριστιανική πίστη μετά το θαύμα αυτό, ο Μάρκος ίδρυσε ναό στην πόλη αυτή και χειροτόνησε επίσκοπο, πρεσβυτέρους και διακόνους και κατόπιν συνέχισε την περιοδεία του προς την Κυρήνη της Πενταπόλεως[9], όπου λύτρωσε πολλούς ειδωλολάτρες από το σκοτάδι της πλάνης και της δεισιδαιμονίας. Μετέβη κατόπιν και κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Λιβύη. Μόλις έφτασε στην πρωτεύουσα, η κόρη του φυλάρχου Μηνοδώρου, την οποία βασάνιζε δαίμονας από την παιδική της ήδη ηλικία, υπέστη φοβερή κρίση που απέβη μοιραία΄ οι δεήσεις όμως του Αποστόλου ανέστησαν την κόρη και το θαύμα οδήγησε πολλούς να ασπασθούν την χριστιανική πίστη. 
Μετέβη κατόπιν ο Μάρκος στην Μαρμαρική [10], σκορπώντας στο διάβα του το φως του Ευαγγελίου. Μία νύχτα παρουσιάστηκε ο Κύριος σε όραμα και τον πρόσταξε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Παρά τους θρήνους και τις ικεσίες των νεοφώτιστων, οι οποίοι ήθελαν να κρατήσουν κοντά τους τον πατέρα και σωτήρα τους, ο άγιος Απόστολος, μετά από νέο όραμα που του ανήγγελλε ότι έπρεπε να σφραγίσει την αποστολή του με την δόξα του μαρτυρίου, μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου θαύμασε την πρόοδο του εκχριστιανισμού των κατοίκων κατά την διετή απουσία του[11]. Οι ειδωλολάτρες όμως και οι Εβραίοι δεν άντεχαν να βλέπουν τα κατορθώματα του μαθητή του Χριστού και τρίζοντας τα δόντια αναζητούσαν ευκαιρία για να τον αφανίσουν. Μια χρονιά, ο εορτασμός του Πάσχα συνέπεσε με την εορτή του θεού Σεράπιδος, την οποία οι ειδωλολάτρες της Αλεξανδρείας συνήθιζαν να τιμούν με έκλυτες αισχρότητες΄ όρμησαν τότε οι ειδωλολάτρες και κατέπεσαν πάνω στον άγιο Μάρκο, την ώρα που εκείνος τελούσε την θεία Λειτουργία΄ τον έσυραν στο αμφιθέατρο, όπου βρισκόταν ο διοικητής της πόλεως, κατηγορώντας τον άγιο ως μάγο. Στις γεμάτες μίσος καταγγελίες, ο άγιος Μάρκος απάντησε ήρεμα, διακηρύσσοντας με λίγα λόγια, καθώς ήταν η συνήθειά του, το ύψιστο μήνυμα της Σωτηρίας μας. 
Αμήχανος, μη βρίσκοντας τίποτε να αντιτάξει στα επιχειρήματά του, ο διοικητής στράφηκε προς το πλήθος ρωτώντας τι έπρεπε να πράξει σχετικά με τον Μάρκο. Οι μεν ήθελαν να τον καύσουν ζωντανό μπροστά στον ναό του Σεράπιδος, οι δε να τον λιθοβολήσουν μέχρι θανάτου. Τέλος, με διαταγή του δικαστή, τέντωσαν τον άγιο Απόστολο καταγής με τα μέλη εκτάδην και τον μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν, ο όχλος πήρε τον ημιθανή άγιο, έδεσε τα πόδια του με σχοινί και τον έσυρε όλη την ημέρα ανά την πόλη΄ το χώμα και οι πέτρες βάφτηκαν από το αίμα του Αποστόλου. Όταν νύχτωσε, τον έκλεισαν σε φυλακή, όπου περί τα μεσάνυχτα ήλθε Άγγελος και τον παρηγόρησε. Το πρωί του Σαββάτου 4 Απριλίου [12], οι δήμιοι τον έδεσαν με σχοινί και τον έσυραν, όπως και την προηγουμένη, μέχρι μια τοποθεσία απόκρημνη, κοντά στην θάλασσα, ονόματι Βουκόλου (σημ. Αμπουκίρ) [13], όπου ο άγιος Μάρκος βρήκε τον θάνατο. Ήταν τότε πενήντα επτά ετών. 
Οι ειδωλολάτρες θέλησαν να καύσουν το σώμα του αγίου, αλλά μια δυνατή καταιγίδα τους διέλυσε και οι χριστιανοί μπόρεσαν να πάρουν το τίμιο σκήνωμα και να το τοποθετήσουν στην κοιλότητα ενός βράχου. Αργότερα, στον τάφο του αγίου στο Βουκόλου [14] χτίστηκε ναός που ανεδείχθη σε επίκεντρο της ευλάβειας των χριστιανών της Αλεξανδρείας. Τον 14° αιώνα, τα τίμια λείψανα του αγίου Μάρκου μεταφέρθηκαν στην Βενετία και κατατέθηκαν στην περίφημη βασιλική που αφιερώθηκε στην μνήμη του. 
Σημειώσεις 
1. Ορισμένες αρχαίες παραδόσεις, λίγο αξιόπιστες, διατείνονται ότι ο Μάρκος ήταν ο νεαρός τον οποίο συνάντησαν οι μαθητές που με εντολή του Κυρίου πήγαν να ετοιμάσουν το Πάσχα, να κουβαλά μια στάμνα νερό (Μάρκ. 14, 13)’ αναφέρουν επίσης ότι στην οικία της μητέρας του Μάρκου έλαβε χώρα ο Μυστικός Δείπνος. 
2. Την ερμηνεία αυτή δίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομ. 28 εις τας Πράξεις 2, PG 60, 210. 
3. Σύμφωνα με ορισμένους, ο Μάρκος συνόδευσε τότε τον Πέτρο και πήγαν για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους Εβραίους της διασποράς, στον Πόντο, την Βιθυνία, την Γαλατία, την Καππαδοκία και την Ασία. 
4. Κατά την γνώμη παλαιών Πατέρων (π.χ. άγιοι Ιουστίνος και Ειρηναίος), ο άγιος Μάρκος ήταν ο πρώτος συντάκτης του Ευαγγελίου και ο «ερμηνευτής» του Πέτρου. Ορισμένα αρχαία χειρόγραφα του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου φέρουν τον υπότιτλο: «Απομνημονεύματα του Πέτρου». Σύγχρονοι εξηγητές υποθέτουν ότι ο άγιος Μάρκος συνέταξε στην Ρώμη μια πρώτη εκδοχή βασισμένη στην διδασκαλία του Πέτρου (περί το έτος 64), χρησιμοποιώντας ένα πρωτογενές συμπίλημα των αποστολικών διηγήσεων, που συντάχθηκαν ίσως από τον άγιο Απόστολο Ματθαίο. Η διήγηση αυτή φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την τελική σύνταξη των Κατά Ματθαίον και Λουκά Ευαγγελίων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την τελική μορφή του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου που μας παραδόθηκε. 
5. Έχοντας τις πληροφορίες που περιέχονται στην Καινή Διαθήκη, συνοψίζουμε τώρα τις Πράξεις τον Μάρκου, στην εκτενή τους μορφή, σύγγραμμα της βυζαντινής περιόδου. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, ο οποίος προσπάθησε να συμβιβάσει τις δύο πηγές στο έργο του Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας (1935), φαίνεται οτι ο άγιος Μάρκος ανέλαβε μια πρώτη αποστολή στην Κυρήνη και στην Αλεξάνδρεια. Το φθινόπωρο του έτους 60, επέστρεψε στην Κυρήνη για να στερεώσει τους χριστιανούς στην Πίστη και την άνοιξη του έτους 61 συνάντησε στην Ρώμη τον Παύλο, ο οποίος του εμπιστεύθηκε μια αποστολή στην Μικρά Ασία (Κολ. 4, 10). Από την Έφεσο, επέστρεψε στην Ρώμη με τον Τιμόθεο, και ο Παύλος τον έστειλε εκ νέου στην Μικρά Ασία, μέχρι τις περιοχές όπου είχε κηρύξει το Ευαγγέλιο ο Πέτρος. Αφού για κάποιο διάστημα ακολούθησε τον Πέτρο, μετέβη στην Ρώμη και αναχώρησε για την δεύτερη ιεραποστολική του περιοδεία στην Αίγυπτο, περί τα τέλη του 62, περνώντας από την Κυρηναϊκή, και βρήκε τον θάνατο στην Αλεξάνδρεια, το Πάσχα του έτους 63. 
6.Η αλεξανδρινή θεία Λειτουργία, η λεγομένη του αγίου Μάρκου, αποτελεί μεταγενέστερη σύνθεση, αλλά συναντούμε σε αυτήν ίχνη και την πρωτογενή έμπνευση του Αποστόλου. 
7.Δεύτερος επίσκοπος Αλεξανδρείας και διάδοχος του αγίου Μάρκου, ο άγιος Ανιανός απεβίωσε στις 26 Νοεμβρίου του έτους 86. Μνημονεύεται στα λατινικά Μαρτυρολόγια είτε στις 25 Μαρτίου είτε στις 2 Οκτωβρίου. 
8.Γνωστό και ως Μένδιον ή Βενδέδιον. Σύμφωνα με τις αρχαίες Πράξεις (5ος αι.) πρόκειται για την τοποθεσία όπου ο Μάρκος αποβιβάστηκε στην Αλεξάνδρεια και συνάντησε τον Ανιανό. 
9.Πρωτεύουσα της Πενταπόλεως και της Κυρηναϊκής, η μεγάλη αυτή πόλη, που επί Ρωμαιοκρατίας συνδέονταν διοικητικά με την Κρήτη, αποτελούσε την πιο σημαντική ελληνική αποικία στην Βόρειο Αφρική. Αργότερα ο άγιος Κωνσταντίνος την κατέστησε ανεξάρτητη, με την προσωνυμία «Ανω Λιβύη». Σύμφωνα με τις αρχαίες Πράξεις, ο Μάρκος κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Κυρήνη πριν φτάσει στην Αλεξάνδρεια. 
10.Η περιοχή αυτή στα δυτικά της Αιγύπτου, σήμερα έρημος και ακαλλιέργητη, ήταν τότε μια ευημερούσα ελληνική αποικία. 
11.Ορισμένοι λένε ότι αποσύρθηκε τότε για ένα διάστημα και μετέβη στην Ρώμη για να παρευρεθεί στο μαρτύριο των αγίων Πέτρου και Παύλου. 
12.Η λειτουργική του μνήμη μετατέθηκε στις 25 του αυτού μηνός, ώστε να συμπίπτει πάντοτε μετά το Πάσχα. 
13.Όπου οι χριστιανοί συνήθιζαν να τελούν τις λατρευτικές τους συνάξεις, σύμφωνα με τις αρχαίες Πράξεις. 
14.Εκεί ετελειώθη μαρτυρικώς ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας [24 Νοεμ.]. Πριν την θανάτωσή του ζήτησε να του επιτραπεί να προσευχηθεί στον τάφο του Αποστόλου.

   

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ 

Ο μέγας και θαυμαστός αθλητής του Χριστού Γεώργιος ήταν γόνος πλούσιας και υψηλά ιστάμενης οικογένειας της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του, Γερόντιος, εκοιμήθη όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα ετών και η μητέρα του, Πολυχρονία, που είχε ασπασθεί τον χριστιανισμό εν αγνοία του συζύγου της, επέστρεψε στη γενέτειρά της Παλαιστίνη και ανέθρεψε τον νεαρό γιο της με τις ευαγγελικές αρετές. Προικισμένος με εύμορφο παρουσιαστικό, ευφυΐα και τρόπους ευγενικούς, ο Γεώργιος κατατάχθηκε στον στρατό σε ηλικία δεκαοκτώ ετών. Ευαρέστησε τους αξιωματικούς του και σύντομα ανήλθε στο αξίωμα του τριβούνου της αυτοκρατορικής φρουράς και κατόπιν, όπως φαίνεται, σε εκείνου του στρατηλάτου (επάρχου).

Επιστρέφοντας στην Καππαδοκία μετά από μία νικηφόρα εκστρατεία, πέρασε από την περιοχή της Αττάλειας στην Παμφυλία, όπου έσωσε από βέβαιο και αναπόδραστο θάνατο την κόρη του βασιλέα, την οποία είχαν αφήσει βορά σ’ έναν φοβερό δράκοντα, και σκότωσε το θηρίο με την υπερφυσική δύναμη που αντλούσε από την πίστη του. Θαυμάζοντας την ισχύ που χαρίζει ο Χριστός στους πιστούς Του ενάντια στη δύναμη των δαιμόνων, οι ειδωλολάτρες της περιοχής ασπάσθηκαν όλοι τον Χριστιανισμό. Και παρότι δεν αναφέρεται αυτό στα πλέον αρχαία Μαρτύρια, το θαύμα αυτό κατέστη η πλέον γνωστή εικονογραφική παράσταση του αγίου Γεωργίου.

Την εποχή του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός (περί το 304), ο αυτοκράτορας συνεκάλεσε στη Νικομήδεια όλους τους επάρχους της Ανατολής για να τους ανακοινώσει τα διατάγματά του κατά των χριστιανών. Ο άγιος Γεώργιος ένιωσε ότι είχε φθάσει η στιγμή να ομολογήσει δημοσίως τον Χριστό. Μοίρασε τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, απελευθέρωσε τους δούλους του και παρουσιάστηκε στην αυλή. Στάθηκε στο μέσον της συνέλευσης και στηλίτευσε τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι άδικα σφαγιάζει τους αθώους χριστιανούς. Κατάπληκτος ο Διοκλητιανός, έδωσε εντολή στον υπασπιστή του Μαγνέντιο να ανακρίνει τον αυθάδη και τολμητία αξιωματικό. Στις ερωτήσεις του υπασπιστή ο Γεώργιος απάντησε ότι ήταν δούλος του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, και ότι ήλθε άφοβα να ελέγξει τον αυτοκράτορα εμπιστευόμενος την ακαταμάχητη δύναμη του Θεού του. Όταν συνήλθε από την κατάπληξη ο Διοκλητιανός, φοβούμενος την αναστάτωση της συνέλευσης, πρότεινε στον Γεώργιο τιμές και αξιώματα αν δεχόταν να προσφέρει θυσία στους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Γεώργιος αποκρίθηκε: «Η βασιλεία σου ταχέως φθείρεται και αφανίζεται, χωρίς να σου δώσει κανένα όφελος· όσοι όμως προσφέρουν θυσία αινέσεως προς τον Βασιλέα των Ουρανών, θα βασιλεύσουν μαζί Του αιωνίως».

Διέταξε τότε ο ηγεμόνας τους στρατιώτες της φρουράς να λογχίσουν τον άγιο στην κοιλιακή χώρα. Άφθονο άρχισε τότε να τρέχει το αίμα του καλλίνικου Μάρτυρος· όμως αμέσως μετά τα πρώτα πλήγματα, οι λόγχες στράβωσαν σαν να ήταν από κερί. Έριξαν τότε τον στρατιώτη του Χριστού στη φυλακή με μια βαριά πέτρα δεμένη επάνω στο στέρνο του. Την επαύριο προσήγαγαν εκ νέου ενώπιον του τυράννου τον άγιο, ο οποίος επέδειξε το ίδιο ακλόνητο φρόνημα. Τον έδεσαν τότε σ’ έναν τροχό που κρεμόταν πάνω από μια σανίδα στην οποία ήταν προσαρμοσμένα μαχαίρια και, κάθε φορά που περιστρεφόταν ο τροχός, τα μαχαίρια κατέκοπταν το σώμα του αγίου. Ξεπερνώντας τον πόνο χάρις στην αγάπη του Θεού που ανέβλυζε άφθονη μέσα του, ο άγιος Γεώργιος δεν έπαυσε να δοξάζει τον Κύριο. Φωνή ακούστηκε τότε εξ ουρανού να λέει: «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, είμαι μαζί σου!»· και κατήλθε Άγγελος, ενδεδυμένος μανδύα λευκό πιο απαστράπτοντα από τον ήλιο, ο οποίος έλυσε τον άγιο από τον τροχό και θεράπευσε τις πληγές του.

Όταν ο Γεώργιος παρουσιάστηκε σώος και αβλαβής ενώπιον του τυράννου, δύο αξιωματικοί της φρουράς, οι στρατηλάτες Ανατόλιος και Πρωτολέων, ομολόγησαν μεγαλοφώνως τον Χριστό. Αποκεφαλίστηκαν επί τόπου. Η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα [21 Απρ.] διακήρυξε κι εκείνη ότι ήταν χριστιανή και ο Μαγνέντιος την υποχρέωσε πάραυτα να αποσυρθεί στο ανάκτορο.

Έριξαν τότε τον άγιο σε λάκκο γεμάτο ασβέστη, ώστε να λιώσει όλο το σώμα του και να μη μείνει ούτε ένα οστό. Όπως όμως οι Τρεις Παίδες στην κάμινο της Βαβυλώνας, ο άγιος εξήλθε μετά από τρεις ημέρες ανέπαφος και το πλήθος τον επευφημούσε φωνάζοντας: «Μέγας ο Θεός του Γεωργίου!».

Αναίσθητος μπροστά σε όλες αυτές τις εκφάνσεις της εκπληκτικής δυνάμεως του Χριστού, ο τύραννος διέταξε τότε να φορέσουν στον άγιο υποδήματα που είχαν στο εσωτερικό τους πυρακτωμένα καρφιά και να τον αναγκάσουν να περπατήσει με αυτά. «Τρέχα, Γεώργιε, προς τον ποθητό σου Κύριο!» φώναξε ο άγιος επικαλούμενος τη βοήθεια του Χριστού. Και για μια ακόμη φορά παρουσιάστηκε ενώπιον του Διοκλητιανού σώος ακτινοβολώντας χάρη Ουρανού.

Με τη δύναμη του Θεού, ο Γεώργιος διατηρήθηκε αβλαβής και άτρωτος από το δηλητήριο που του ετοίμασε ένας μάγος ονόματι Αθανάσιος. Καθώς ο Αθανάσιος και οι ομότεχνοί του εξακολουθούσαν να μην πιστεύουν και νόμιζαν ότι ο Γεώργιος χρησιμοποιούσε κάποιο μαγικό τέχνασμα, του ζήτησαν να αναστήσει έναν νεκρό για να αποδειχθεί περίτρανα η δύναμη του Θεού του. Εκεί κοντά βρισκόταν ένας ειδωλολατρικός τάφος και ο άγιος πράγματι ανέστησε τον νεκρό που είχε ταφεί εκεί πριν από τριακόσια χρόνια, ο οποίος αμέσως προσκύνησε τον Γεώργιο διακηρύσσοντας ότι η προσευχή του αγίου τον έβγαλε από την κόλαση και ομολόγησε κι αυτός τον Χριστό. Ο μάγος Αθανάσιος προσέπεσε τότε στα πόδια του δούλου του Θεού, ζήτησε συγχώρεση και ομολόγησε με τη σειρά του την αληθή Πίστη. Έξαλλος από θυμό ο Διοκλητιανός, διέταξε να αποκεφαλίσουν επί τόπου τον μάγο αλλά και τον αναστηθέντα.

Πολλοί από εκείνους που πίστευσαν στον Χριστό μετά τα θαύματα του αγίου Γεωργίου βρήκαν τρόπο να τον επισκεφθούν στη φυλακή για να κατηχηθούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου ή να βρουν με την προσευχή του τη θεραπεία των δεινών τους. Ο άγιος συμπόνεσε τον καθένα και ανέστησε μάλιστα το βόδι του Γλυκερίου, ενός απλού χωρικού γεωργού ο οποίος κατόπιν συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε χωρίς ανάκριση και δίκη.

Την επομένη, ο Διοκλητιανός διέταξε να φέρουν τον Γεώργιο στο ιερό του Απόλλωνα, ενώ μέγα πλήθος συγκεντρώθηκε εκεί. Υποκρινόμενος ότι ήταν έτοιμος να προσφέρει θυσία, ο μάρτυς εισήλθε στο ιερό, στάθηκε μπροστά στο είδωλο και έκανε το σημείο του Σταυρού. Τότε οι δαίμονες που ενοικούσαν στο είδωλο ομολόγησαν με τρόμο ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και εξήλθαν με μανιώδη βοή και με γοερές κραυγές, ενώ τα υπόλοιπα είδωλα κατέπεσαν και συνετρίβησαν με πάταγο. Οι ιερείς των ειδώλων και οι εθνικοί έδιωξαν τότε τον άγιο με αλαλαγμούς και τον πήγαν στο ανάκτορο. Ακούγοντας την οχλαγωγία η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, βγήκε έξω, διέσχισε τον όχλο λέγοντας μεγαλοφώνως: «Θεέ του Γεωργίου, βοήθει μοι!» και προσέπεσε με δέος στα πόδια του αγίου. Μη μπορώντας πλέον να συγκρατήσει τη μανία του ο τύραννος, σκληρόκαρδος όπως άλλοτε ο Φαραώ, διέταξε να τους αποκεφαλίσουν και τους δύο. Την παραμονή όμως της θανάτωσης, η Αλεξάνδρα παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή της στον Κύριο μέσα στη φυλακή όπου βρισκόταν.

Ο άγιος Γεώργιος έφθασε στον τόπο της θανάτωσης ακολουθούμενος από μεγάλο πλήθος κόσμου. Ευχαρίστησε τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες Του, ζήτησε τη βοήθειά Του υπέρ εκείνων που θα επικαλούνταν με πίστη το όνομά του ανά τους αιώνες και κατόπιν έκλινε τον αυχένα κάτω από το ξίφος και ανήλθε στους ουρανούς για να λάβει τα τρόπαια της αιώνιας δόξης.

Σύμφωνα με την εντολή του αγίου, ο δούλος του μετέφερε κατόπιν το τίμιο λείψανο στην πατρίδα του, στη Λύδδα (Διόσπολη) της Παλαιστίνης [3 Νοεμ.], όπου αναρίθμητα θαύματα επιτελέστηκαν στον μεγάλο ναό που ανηγέρθη προς τιμήν του.

Η τιμή του αγίου Γεωργίου γνώρισε μεγάλη εξάπλωση σε όλη την χριστιανοσύνη, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Τιμάται ως πολιούχος προστάτης χωρών όπως η Γεωργία και η Αγγλία, χιλιάδες ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του και κάθε χριστιανική ψυχή διαβλέπει στον άγιο τη δυναμική ενσάρκωση των αρετών της γενναιότητας, της ανδρείας, της καρτερικότητας, του θείου πόθου προς τον Χριστό και της πλήρους εμπιστοσύνης στη βοήθεια της θείας Χάριτος που συνιστά ο Κύριος σε όλους τους στρατιώτες και τους αγωνιστές της ευσεβείας. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ



ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 


Στο Άγιον Όρος βρίσκεται το Μοναστήρι του Ζωγράφου, το οποίο τιμάται στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Μέσα στο καθολικό αυτής της Μονής, δίπλα στον κίονα του δεξιού χορού, υπάρχει μια θαυμάσια εικόνα του Αγίου, από τις πιο θαυματουργές του Όρους.

Αλλά ποιο είναι το ιστορικό της; Όταν βασίλευε στο Βυζάντιο ο Λέων ο Σοφός (909 μ.Χ.), τρία αδέλφια από την Αχρίδα, ο Μωϋσής, ο Ααρών και ο Βασίλειος, θέλησαν να γίνουν μοναχοί. Γι’ αυτό πήγαν στο Άγιον Όρος, όπου έχτισαν ένα Μοναστήρι. Όμως διαφώνησαν μεταξύ τους για το ποιος θα έπρεπε να ήταν ο άγιος προς τον οποίον θα το αφιέρωναν. Γι’ αυτό, με νηστεία και προσευχή, παρακάλεσαν τον Θεό να φανερώσει το θέλημά Του. Ετοίμασαν, λοιπόν, το σανίδι όπου θα ιστορούσαν την εικόνα και το τοποθέτησαν μέσα στη νεόχτιστη Εκκλησία.

Ένα βράδυ, ενώ και οι τρεις τους προσεύχονταν μέσα στα κελλιά τους, ένα ασυνήθιστο φως, λαμπρότερο και από αυτό του ηλίου, απλώθηκε από την Εκκλησία σ’ όλο τον γύρω τόπο κι έφτασε ως τα κοντινά υψώματα. Την άλλη μέρα το πρωί, πήγαν στον Ναό και εκεί τους κατέλαβε έκπληξη, φόβος, θαυμασμός και δέος για το πραγματικά παράδοξο που έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια: Επάνω στο άγραφο και ανιστόρητο ξύλο, επάνω στο κενό και αζωγράφιστο σανίδι, είχε αποτυπωθεί θαυμάσια η ζωντανή μορφή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Από αυτή, λοιπόν, τη μορφή έβγαινε εκείνη η ουράνια λάμψη, η οποία καταύγαζε όλο τον μοναστηριακό τόπο την προηγούμενη νύχτα. Από αυτό το εκπληκτικό θαύμα της αχειροποίητης εικόνας του Αγίου Γεωργίου, η Μονή του Ζωγράφου αφιερώθηκε άπαξ διά παντός στο σεπτό όνομά του.

Πολλά και αναρίθμητα θαύματα έγιναν από τότε και από παντού έφταναν οι πιστοί για να προσκυνήσουν τη χάρη του Αγίου. Ο αυτοκράτωρ, στη Βασιλεύουσα, όταν άκουσε το θαύμα, τόσο πολύ ευλαβήθηκε τον Άγιο, ώστε ήρθε ο ίδιος αυτοπροσώπως, με ζήλο και με αγάπη πολλή, για να δει και να προσκυνήσει την εικόνα του Τροπαιοφόρου. Το ίδιο έκαμε και ο ηγεμόνας των Βουλγάρων, ονόματι Ιωάννης, από το Τύρνοβο, και βοήθησαν τη Μονή του Ζωγράφου, η οποία, έκτοτε, υψώθηκε μεγαλόπρεπη και περικαλλής.

Ένας, όμως, δεσπότης, ακούγοντας για τα πολυάριθμα θαύματα της αχειροποίητης εικόνας του Μεγαλομάρτυρος, μέσα του αμφέβαλλε και απιστούσε λέγοντας με αφροσύνη πνεύματος ότι όλ’ αυτά δεν ήταν παρά τεχνάσματα και επινοήσεις των μοναχών, που σκοπό είχαν τη φιλοχρηματία και τον πλουτισμό, καθώς και άλλα παρόμοια. Πήγε, λοιπόν, ο ίδιος στο Μοναστήρι και, μόλις οι μοναχοί τον οδήγησαν με πολλή τιμή μέσα στον Ναό, αυτός, χωρίς σεβασμό και ευλάβεια, με φανερή την απαξίωση και, συνάμα, την περιέργεια, στάθηκε με αλαζονεία και κομπασμό μπροστά στην ιερή εικόνα. Σαν αγέρωχος, υπερόπτης και ανευλαβής που ήταν, άπλωσε με θράσος και αναίδεια το χέρι του και άγγιξε το θείο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος. Ευθύς αμέσως -ω, του θαύματος!- ακινητοποιήθηκε το δάκτυλο του χεριού του επάνω στο ιστορημένο πρόσωπο της Εικόνος και στάθηκε εντελώς αδύνατο να αποκολληθεί από την εικόνα. Μάταια προσπαθούσε η συνοδεία του και οι πατέρες να τον ελευθερώσουν. Το κόλλημα του δακτύλου του ήταν η παίδευση του αγίου που απέρριπτε. Μετά από λίγο, μέσα σε φρικτούς πόνους, οι πατέρες αναγκάστηκαν να του κόψουν το δάκτυλο προκειμένου να απαγκιστρώσουν το χέρι του από την επιφάνεια της αχειροποίητης εικόνας. Ακόμη και σήμερα στην αριστερή παρειά (μάγουλο) και κοντά στη ζωγραφισμένη μύτη του Αγίου, είναι ορατό και ευδιάκριτο αυτό το οικτρό δακτυλικό υπόλειμμα του ταπεινωμένου δεσπότη. Και μένει εκεί σαν απόδειξη της ζωντανής παρουσίας των αγίων στη ζωή μας, της ζωντάνιας της Ορθοδόξου Πίστεώς μας και της μεγάλης χάριτος, της δυνάμεως και της παρρησίας που έχει λάβει από τον Αθλοθέτη Χριστό ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος για να στηρίζει, να ενισχύει και να χαροποιεί όλους τους πιστούς και, εάν και εφ’ όσον αυτό χρειαστεί εξαιτίας της δικής αμαρτίας ή απιστίας, να παιδαγωγεί και να παραδειγματίζει κάθε αθεόφοβο, άθεο, άπιστο και βέβηλο τολμητία άνθρωπο, που εκπειράζει και εναντιώνεται στην ευεργετική και παντοδύναμη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, τη χάρη δηλαδή που έχουν όλοι οι Άγιοι του Χριστού, εξαιρέτως δε ο άγιος ένδοξος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και θαυματουργός, του οποίου την ευλογία και σκέπη των μεγάλων πρεσβειών του, είθε να έχουμε όλοι στην καρδιά, τη ζωή και τον αγώνα μας! 

«Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος»,
Κεφ. Β΄ («Θαύματα του Αγίου»),
Έκδοση
Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου
Ηλίων Ευβοίας·



Δημοφιλείς αναρτήσεις