Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ


ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ
ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΝ ΤΟΝ ΛΕΠΡΟΝ : ΕΔΩ

ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Τδ΄. τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμην ἐπιτελοῦμεν τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ, τοῦ ἐν Χίῳ ἐπ’ ἐσχάτων τῇ καρτερίᾳ ἀθλήσαντος καί ἐν ἀσκήσει διαπρέψαντος.
Σχῆμα Μοναχῶν φορέσας Νικηφόρος, τύπος προσευχῆς ἐγένετο ἀπαύστου. 
Ἰανουαρίου τετράδι σάρξ λεπρῶσα Νικηφόρου χθονί ἐτάφη, πνεῦμα δέ ὁλόλαμπρον ἐν οὐρανοῖς ἀνέπτη. 
Οὗτος ὁ πανίερος καί ἐν ὁσίοις θαυμαστός πατήρ ἡμῶν Νικηφόρος, πατρίδα ἐπίγειον ἔσχε τό χωρίον Σηρικάριον τῆς μεγαλονήσου Κρήτης, ἔνθα ἐγεννήθη περί τά τέλη τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος (ἐν ἔτει 1890), ἐκ γονέων εὐσεβῶν καί τάς ἀρετάς ἐν ἁπλότητι ψυχῆς καί πίστει ἐπιμελουμένων. Τούτους, τήν παιδικήν ἔτι ἄγων ἡλικίαν ἐστερήθη, τήν δέ κηδεμονίαν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ ἐκ πατρός πάππος του Ἰωάννης Τζανακάκης. Τῇ θλίψει τῆς ὀρφανίας προσετέθη πάραυτα καί ἡ ἀνύποιστος ὀδύνη τῆς λέπρας καί τά ἐκ ταύτης ὅσα ἀλγεινά. Τό ἐμφανές τῶν στιγμάτων τῆς φοβερωτάτης καί ἀνιάτου ἔτι νόσου ταύτης, ἠνάγκασαν τόν δεκαεξάχρονον Νικόλαον, ὅπως μεταβῇ ἐκ τῶν Χανίων τῆς Κρήτης, ἔνθα τήν τοῦ κουρεύειν τέχνην ἐξεμάνθανεν, εἰς Ἀλεξάνδρειαν τήν μεγάλην. Κἀκεῖ ἐργαζόμενος τά τοῦ ζῆν ἐξοικονόμει καί τοῖς πολλοῖς φιλίαν συνάπτων, τῆς ἀγαθῆς καί καθαρᾶς αὐτοῦ καρδίας τήν ἀγάπην ἔκδηλον ἐποίει. Τιμήν δέ περισσήν προσνέμων τοῖς Ἀρχιερεῦσιν, ἱερεῦσι καί ἄλλοις ἐκκλησιαστικοῖς προσώποις, τήν αὐτῶν συμπαράστασιν ἀντέλαβεν ὡσαύτως. Τῇ συμβουλῇ ὅθεν καί ἐνισχύσει Ἀρχιερέως τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ θρόνου, ἔφθασεν εἰς τήν ἱεράν τῆς Χίου νῆσον, παραδοθείς εἰς ὑπακοήν τελειωτάτην τοῦ μακαρίου καί ἐν ἀρεταῖς περιβοήτου Γέροντος Ἀνθίμου τοῦ Βαγιάνου. Οὗτος καταβαλών τό ποσόν τῶν τριάκοντα χρυσῶν λοϊζίων, ἐκ τῶν συναχθέντων πρός ἀνέγερσιν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς «Παναγίας τῆς Βοηθείας», ἧς ἐγένετο κτίτωρ μετ’ ὀλίγον καί ἐν θαύμασι ξακουστός, συγκατερίθμησε τόν λεπρόν Νικόλαον εἰς τούς ἐγκαταβιοῦντας ἐν τῷ λεπροκομείῳ τῆς Χίου, ἐν ἔτει 1914. Μετά παρέλευσιν δύο ἐτῶν, ἔκειρε τοῦτον μεγαλόσχημον Μοναχόν, μετονομάσας αὐτόν Νικηφόρον. Τῷ ὄντι δέ ὕστερον ἡ κλῆσις τοῖς ἔργοις ἐπαληθεύσατο, καθ’ ὅσον ἐν ἀγῶσιν ἀσκητικοῖς διέπρεψεν οὗτος καί ἐν νίκαις ἱεραῖς ἐπεσφραγίσατο τούς κατά Θεόν αὐτοῦ καμάτους, γενόμενος ἀθλητής Χριστοῦ ἱκανώτατος. Ἐν καρτερίᾳ τῶν ἐκ τῆς λέπρας δεινῶν ἄκαμπτος, ἐν τῇ ὑπομονῇ ἀκέραιος, ἐν τῇ ἀσκήσει θαυμαστός. Νηστεύων οὐκ ἐπαύσατο, παρά τό ἀσθενές τοῦ πηλίνου σκεύους τῆς σαρκός, ἀπέχων καί αὐτοῦ τοῦ ἐλαίου τάς διατεταγμένας ὑπό τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἡμέρας. Τάς ἀγρυπνίας ἐξαιρέτως ἠγάπα, προσευχόμενος ἐν νυκτί εἰς τό κελλίον του, ἔνθα ἀμετρήτους μετανοίας ἄχρις ἐδάφους ἐποίει. Τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνάξεως οὐδέποτε ἐχωρίζετο, μετέχων ἐνεργῶς ὡς ψάλτης εἰς τόν ἱερόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ἐν τῷ λεπροκομείῳ τῆς Χίου, ἔνθα ἐφυλάσσετο καί ἡ θαυματουργός εἰκών τῆς «Παναγίας τῆς Ὑπακοῆς», 27 ἥν ἐπιμελῶς ἐπεχρύσωσε ὁ ὅσιος Ἄνθιμος, τῇ ἐν ὁράματι αὐτοῦ προσταγῇ τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Τό ἱερόν ψαλτήριον καί πλῆθος τροπαρίων ἀπήγγειλε μετά ζήλου ἐπαινετοῦ καί ἀπό στήθους πλειστάκις ἔλεγεν, ὅταν ἡ ὅρασις αὐτοῦ ἐμειώθη καί ἐξέλιπε σύν καιρῷ. Τῆς ἐργασίας οὐχ ἠμέλει, περιποιούμενος τόν μικρόν του ἀνθόκηπον μετά τοῦ μαθητοῦ καί βοηθοῦ αὐτοῦ Θεοδώρου. Τῆς ἐγκρατείας τύπος ἐγένετο, ἀρκούμενος εἰς τά πλέον χρειώδη καί μοιράζων τά λοιπά. Τῆς πτωχείας καί ἀκτημοσύνης εἰκών τελεία ἐφάνη, τῆς προσευχῆς δέ κεφάλαιον καί θησαυρός πολύτιμος, τό τοῦ Παύλου πληρῶν ἐν ἀκριβείᾳ: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Τῆς εἰρήνης φίλος μηδέποτε φιλονικῶν, τῆς εὐσεβείας ἐραστής, τῆς πίστεως σφραγίς, τῆς δέ παρηγορίας στόμα γλυκύτατον. Χαρισμάτων τιμίων πλήρης κρατήρ, διακρίσεως στάθμη, διοράσεως μέτρον, προοράσεως δέ ὀφθαλμός καθαρός, τά πόῤῥω ὡς ἐγγύς γινώσκων, ἐν τῷ σώματι ἔτι περιών, ἀλλά καί μετά θάνατον ἐξαίσια τοιαῦτα ἐπιτελῶν, Θεοῦ συνεργοῦντος. Τῇ ταπεινώσει τά ὑψηλά ἐκτήσατο, ὁ θεσπέσιος οὗτος Νικηφόρος, εἰς μέτρα φθάσας Ἀγγέλων. Διό καί πρό τοῦ τέλους αὐτοῦ ἤρθη μετέωρος ἐν καιρῷ νυκτός, καθ’ ὅν προσηύχετο, ὡς ἔβλεψεν αὐτόν Εὐμένιος, ὁ τούτου μαθητής, ὁ διαμένων ὡς ἱερουργός ἐν τῷ ἀντιλεπρικῷ σταθμῷ «Ἁγία Βαρβάρα» Ἀθηνῶν, ἔνθα μετέβη ὁ ὁσιώτατος Νικηφόρος ἀπό τοῦ ἔτους 1957, ὅτε ἔπαυσεν ἡ λειτουργία τοῦ λεπροκομείου τῆς Χίου. Εἰς τοῦτον τόν ἐνάρετον ἄνδρα καί θεῖον Εὐμένιον ἐνεχείρισε τήν ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου, τοῦ Γέροντός του, ὁ λεπρός Νικηφόρος, λέγουσαν ἐν ἄλλοις: «Προσέξατε τοῦτον τόν θησαυρόν, τοῦτον τόν πολύτιμον μαργαρίτην...». Μαργαρίτης Χριστοῦ πάνυ ἀκριβός, θησαυρός προσευχῆς μέγα ὑπέρτιμος, ὁ λεπρός τῷ σώματι, πλήν καθαρώτερος χιόνος 28 τῇ ψυχῇ Νικηφόρος. Τῆς νήψεως διδάσκαλος, τῆς νοερᾶς προσευχῆς καθηγητής ἐμπειρότατος, τῆς καθαρᾶς καρδίας ἐπιμελούμενος τήν τελειότητα, τῆς ὁμιλίας μετά τοῦ Θεοῦ Ἀγγέλων ἐφάμιλλος, τῆς ἁρπαγῆς τοῦ νοός γνώστης δοκιμώτατος, τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος ὑψιπέτης ἀετός, Θεοῦ ἐραστής, Θεοῦ στρατιώτης, Θεοῦ θεράπων, Θεόν ἀναπνέων, Θεοῦ εὐωδία τοῦ μόνου εὐλογητοῦ. Τόν Ἰώβ ἐμιμήσατο ἄχρι τέλους, ὅτε ἐν κλίνῃ κατέκειτο, τῶν μελῶν αὐτοῦ ἐκ τῆς λέπρας παραλυθέντων. Ὡς Λάζαρος ὁ ἐν πληγαῖς, ἐν πραότητι ἐκαρτέρει, τόν Θεόν δοξολογῶν, οὗ εἰς χεῖρας τήν ψυχήν αὐτοῦ παρέδωκεν, ἔν ἔτει 1964, τῇ τετάρτῃ Ἰανουαρίου μηνός, ἐνταφιασθείς ἐν τῷ Κοιμητηρίῳ τοῦ ἀντιλεπρικοῦ σταθμοῦ ἐν Ἀθήναις. Οὕτως ἐν ἀφανείᾳ μετέβη εἰς οὐρανούς, ὁ τῷ Θεῷ γνωστός καί οἰκεῖος καί υἱός ὑπήκοος Αὐτοῦ, Νικηφόρος ὁ λεπρός. Τά τίμια καί εὐωδιάζοντα καί χαριτόβρυτα αὐτοῦ λείψανα, ἐφυλάσσοντο εἰς θήκην μικροῦ κιβωτίου, ὑπό τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου, Εὐμενίου ἱερομονάχου, ὅστις διηκόνησε τόν Ὅσιον τοῦτον ἐπί τῷ τέλει τῆς ἐπί γῆς αὐτοῦ καλῆς στρατείας, διανεμηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ τοῖς σεβομένοις τόν ὅσιον τοῦτον Πατέρα, τόν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις ἄριστον ὑπογραμμόν τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας καί πύκτην ἐμπειρότατον ἐν τοῖς ἐνθέοις ἀγωνίσμασιν, Νικηφόρον τόν λεπρόν, τό καύχημα τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καί πάντων ἡμῶν πρέσβυν πρός Θεόν θερμότατον. Οὗ ταῖς πρεσβείαις ἀξιωθείημεν πάντες, ἐν ὑπομονῇ καί μετανοίᾳ εὐαρεστῆσαι τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ἡμῶν, Πατρί, Υἱῷ τε καί Πνεύματι Ἁγίῳ, ὧ ἡ τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2023

Η οσία Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη



Η οσία Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη
†12 Ιουλίου του 2014 

ΠΗΓΗ: Προσκυνητής  

Η Αργυρώ μια κρυφή ασκήτρια μέσα στον κόσμο και η ζωή της στην Σπιναλόγκα. Το λείψανό της ευωδίαζε! 
Η μαρτυρική Αργυρώ κοιμήθηκε ειρηνικά στις 12 Ιουλίου του 2014 και στην ανακομιδή των λειψάνων της στις 26 Ιουλίου του 2017 φανέρωσε την δόξα της και ευωδίασε το λείψανό της! 
… Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. 
Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο... 
Η Αργυρώ γεννήθηκε στην Κρήτη σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο γύρω στα 1920. Ήταν μια λεβέντισσα, όμορφη, καλοστημένη! Αγαπήθηκαν μ’ έναν νέο, αλλά πριν προλάβουν να παντρευτούν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Το παλληκάρι έφυγε και πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς. Μετά την συνθηκολόγηση κατέβηκε στην Κρήτη για να αγωνιστεί κι εκεί εναντίον των Γερμανών. Κάποια στιγμή βρίσκεται αιχμάλωτος των Γερμανών να οδηγείται προς εκτέλεσιν. 
Πληροφορείται η Αργυρώ τα καθέκαστα και τρέχει στον τόπο της εκτέλεσης. Δέκα Έλληνες είναι στημένοι στον τοίχο κι απέναντί τους δέκα Γερμανοί με προτεταμμένα τα όπλα τους περιμένουν τη διαταγή για να πυροβολήσουν. 
Η Αργυρώ αγέρωχη, περήφανη, όμορφη σαν θεά περνάει μπροστά τους και μία μία κατεβάζει τις κάνες των όπλων. 
Όλοι σαστίζουν. Ο στρατιωτικός υπεύθυνος της εκτέλεσης την φωνάζει μπροστά του. 
«Τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις; «Ο αρραβωνιαστικός μου είναι εδώ. Ή θα τον ελευθερώσεις ή χτύπα κι εμένα!». 
Ο άνθρωπος υποκλίνεται. Τέτοιο θάρρος, τέτοια αφοσίωση δεν την έχει ξαναδεί. «Πάρ’ τον και φύγε!» της λέει. 
Μα η Αργυρώ δεν σταματά εδώ. Και τα άλλα παλικάρια είναι Έλληνες, είναι χωριανοί της. Με περίσσιο θάρρος αντιλέγει! «Όχι! Ή όλους ή στήσε με κι εμένα στον τοίχο!» και με τα λόγια αυτά προχωράει προς τους κατάδικους. 
Ο διοικητής έχει μείνει άφωνος. Οι στρατιώτες τους το ίδιο. 
Στέλνει μήνυμα στον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιθυμία του να γνωρίσει αυτή την ηρωική Ελληνίδα. Και χαρίζεται η ζωή σε όλους… 
Η Αργυρώ κι ο αγαπημένος της παντρεύονται. Αποκτούν ένα παιδάκι. Μετά την γέννα εκδηλώνεται η φοβερή λέπρα στην Αργυρώ. 
Πρέπει να αφήσει τον άντρα της, το νεογέννητο αγγελούδι της, το σπιτικό της, όλο το στήσιμο της ζωής της και να απομονωθεί στην Σπιναλόγκα, το νησί των καταραμένων. Την περιμένει η κοινή μοίρα αυτών των απόκληρων… 
Ο πατέρας μένει μ’ ένα λεχούδι στα χέρια. Αναζητάει τροφό για να του το αναστήσει και βρίσκει βοήθεια από μια γυναίκα στα Χανιά, στην άλλη άκρη της Κρήτης. Περνούν λίγοι μήνες. 
Η Αργυρώ καίγεται από τη στέρηση του σπλάχνου της και παίρνει μια τρελή απόφαση. Νύχτα βουτάει στη θάλασσα και διασχίζει κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την απέναντι στεριά. 
Έχει κάνει έναν μπόγο τα ρούχα της και τα έχει δέσει πάνω στο κεφάλι της. Περπατάει εφτά μερόνυχτα, μόνη, κρυπτόμενη για να μην την αντιληφθούν και την πετροβολήσουν, σχεδόν άσιτη και άποτη και κάποια στιγμή φθάνει στα Χανιά και βρίσκει το σπίτι της τροφού -είχε πάρει τις πληροφορίες της από τα μηνύματα που της έστελνε ο άντρας της. 
Το βρίσκει έρημο. Κάθεται παράμερα στην αυλή και περιμένει. Κάποια στιγμή έρχονται κάποιοι, μια γυναίκα, δυο-τρεις γριές. Από μακριά τους μιλάει, τους συστήνεται. 
«Μόνο να μου πείτε αν είναι καλά το παιδί μου. Μόνο να το δω από μακριά!» τους λέει. 
«Το παιδί σου πέθανε χθες το βράδυ! Μόλις το κηδέψαμε, ερχόμαστε από τα μνήματα». Μαζεύει τα συντρίμμια της, τον πόνο της και παίρνει το δρόμο της επιστροφής. 
Περνούν λίγα χρόνια. Εκείνη πάντα στην Σπιναλόγκα. Παίρνει μήνυμα από τον άντρα της πως θέλει να παντρευτεί. 
Εκείνος είναι νέος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας και επιστροφής για την Αργυρώ. «Μ’ όλη μου την καρδιά και την αγάπη μου!», του απαντάει. Και την ημέρα του γάμου κάνει πάλι την ίδια παράτολμη ενέργεια. 
Βγαίνει κολυμπώντας και παρευρίσκεται στο γάμο, πάλι από μακριά. Κι όταν τελειώνει το μυστήριο πλησιάζει τη νύφη και της φωνάζει 
«Έχεις καλόν άντρα. Να τον αγαπάς!…» και της αφήνει και το δώρο της, ένα χρηματικό ποσό που το μάζεψε ψίχουλο-ψίχουλο από το επίδομα που της έδιναν. 
Και σε κάθε παιδί που γεννούσε αυτή η γυναίκα, έβγαινε με τον ίδιο τρόπο στη βάφτισή του κι άφηνε ένα δώρο, ό,τι μπορούσε η φτώχια της να προσφέρει… 
Το 1957 το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκα κλείνει. Έχει φθάσει κι εδώ το φάρμακο της λέπρας. Όσοι είχαν την νόσο σε πρώιμα στάδια θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. 
Οι παλιοί ασθενείς, στους οποίους είχαν προκληθεί ορατές ανεπανόρθωτες βλάβες και οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν ξεχαστεί και από τις οικογένειές τους, αν και θεωρούνταν ασφαλείς πλέον με την θεραπεία στην οποία είχαν και αυτοί υποβληθεί, μεταφέρθηκαν σε ειδική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής. 
Εδώ η Αργυρώ θα γίνει μια ταπεινή διάκονος των πιο ηλικιωμένων ασθενών. Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο. 
Μαζί με δυο-τρεις άλλες ομοιοπαθείς γυναίκες έπλεναν, καθάριζαν, περιποιούνταν και νεκροστόλιζαν, όταν ερχόταν η ώρα τους, τις λεπρές αδελφές. 
Αξιοσημείωτο είναι και το τάμα που είχαν από παλιά κάνει: «Κάνε, Θεέ μου, να βρεθεί το φάρμακο για τη λέπρα, όχι για μας, για τους νέους που χάνουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους και δεν θα φάμε λάδι στον αιώνα!!!». 
Κι αφού βρέθηκε το φάρμακο έπρεπε να κρατήσουν την υπόσχεση. Και την κράτησαν. Και δεν έβαλαν λάδι στο στόμα τους. 
Και το Πάσχα για να κάνουν κατάλυση βουτούσαν το δάχτυλο, το κολοβωμένο απ’ την αρρώστια, στο λάδι της καντήλας και το ακουμπούσαν στα χείλη τους για να τιμήσουν την ημέρα την Ανάστασης χωρίς να πατήσουν τον όρκο τους. Αυτή ήταν η Αργυρώ. 
Ποιος ξέρει πόσα άλλα διαμάντια έκρυβε η μαρτυρική ζωή της! Αλλά ο Θεός την εφανέρωσε και το λείψανό της ευωδίαζε! 
ΥΓ. Με τη Χάρη του Θεού, έχω πάει κάποιες φορές στο Λοιμωδών, στην Αγία Βαρβάρα, όπου έζησα από κοντά την αγιότητα, μίλησα και πήρα την ευχή των 2 κυριών (της κας Κ. και της κας Μ.) που ζουν ακόμη εκεί και οι οποίες γνώριζαν την εν λόγω αγία ψυχή, Αργυρώ..
Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Γ΄, Άγιον Όρος 2020.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Ο όσιος Νικηφόρος ο λεπρός



Ο όσιος Νικηφόρος ο λεπρός
Ιερομόναχος Δημήτριος Καββαδίας 
4 Ιανουαρίου  
Ο κατά κόσμον Νικόλαος Τζανακάκης γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Σηρικάρι των Χανίων που ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Κισάμου και Σελίνου, κατά το έτος 1890. Στο χωριό αυτό τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Οι φτωχοί ξωμάχοι γονείς του πέθαναν ενόσω ήταν μικρός. Τότε τον ανέλαβε ο παππούς του Ιωάννης. Στα δεκατρία του χρόνια φτωχός και απελπισμένος αναγκάσθηκε να φύγει από το χωριό για τα Χανιά, όπου έπιασε δουλειά σε ένα κουρείο. 
Ήταν τότε αρχές του εικοστού αιώνα όταν ήρχισαν να φαίνονται στο σώμα του νεαρού εφήβου τα πρώτα σημάδια της βιβλικής ασθένειας της λέπρας που μόνο το άκουσμά της προκαλούσε τον φόβο και την απέχθεια. Τι κι αν κάποιοι την ονόμασαν νόσο του Χάνσεν; Όλοι την ήξεραν για μεταδοτική αρρώστια και τους ντόπιους ή ξενοφερμένους ασθενείς τους απομόνωναν στο θρυλικό νησί της Σπιναλόγκα όπου εκμετρούσαν το ζην υπό άθλιες συνθήκες. Είχαν περάσει 20 αιώνες από τότε που ο Θεάνθρωπος θεράπευσε τους δέκα λεπρούς και όμως η αρρώστια έκανε ακόμη μεγάλη θραύση… 
Μετά μία τριετία, όντας 16 ετών ο Νικόλαος και με εμφανή πλέον τα σημάδια της λέπρας πήρε μια μεγάλη απόφαση. Για να αποφύγει τον καταναγκαστικό εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε ατμοπλοϊκώς για την Αίγυπτο. Η πόλη της Αλεξάνδρειας του προσέφερε την απόδραση από την κλειστή κοινωνία του νησιού και ένα καλύτερο μεροκάματο στην ίδια πάντα δουλειά. Ο καιρός περνούσε και ο νεαρός Νικόλαος ηύξανε κατά την ηλικία και την εμπειρία. Παράλληλα δυστυχώς ηύξαναν και τα ίχνη της ασθένειας στα χέρια και στο πρόσωπο του… 
Με την μεσολάβηση ενός Αρχιερέως του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας που ήταν Χιώτης στην καταγωγή, έφυγε για το μυροβόλο νησί της Χίου όπου υπήρχε οργανωμένο λωβοκομείο (λεπροκομείο). Ιερέας και πνευματικός στον ιερό Ναό του αγίου Λαζάρου του ιδρύματος αυτού ήταν ο ενάρετος Γέρων Άνθιμος Βαγιάνος, ο μετέπειτα κτίτωρ της Μονής Παναγίας της Βοηθείας και νυν Άγιος της Εκκλησίας μας. Ο ευλαβής λοιπόν Γέρων Άνθιμος με πίστη στον Θεό και μεγάλη συνέπεια τελούσε τα καθήκοντά του στον ιερό Ναό, τον οποίο είχε δια της ζωοποιού προσευχής του μεταβάλει σε ιερό προσκύνημα. Στον Ναό αυτό είχε στεγάσει την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Τα θαύματα της Παναγίας, οι ιερές ακολουθίες που ανελλιπώς ετελούντο εδώ, το ιερό κήρυγμα και κυρίως το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, μετέβαλαν τον για πολλούς καταραμένο τόπο σε σταθμό πνευματικής αναγεννήσεως. Στο ίδρυμα όλο το 24ωρο έρχονταν άνθρωποι για να προσκυνήσουν και να εξομολογηθούν. Εδώ κατέφυγαν άνω των 30 μοναχές, πρόσφυγες από τις χαμένες πατρίδες, οι οποίες υπετάχθησαν στον άγιο Άνθιμο και του ζητούσαν να τις αποκαταστήσει σε Μονή. Νέοι και νέες καθοδηγήθησαν από τον Άγιο και έκαμαν σωστές οικογένειες ή ετράνωσαν την μοναχική τους κλίση. Ο τόπος λοιπόν αυτός ήταν ιδιαίτερα καρποφόρος για ψυχές με την φλόγα του Χριστού μέσα τους. 
Το όλο κτίριο βρίσκεται αραδιασμένο σε μία πλαγιά ανάμεσα στα βουνά. Φτιάχτηκε για να καλύψει την οδύνη των πασχόντων από την κοινή θέα. Σήμερα, αν και εγκαταλειμμένο το ίδρυμα πάνω από 50 χρόνια, φέρει ανεξίτηλη την σφραγίδα της ιερότητος. Όταν το επισκεφθήκαμε, είχαμε την αίσθηση ότι εισερχόμεθα σε ιερά Μονή. Αρχικά υπάρχει πυλώνας με σιδερένια πόρτα με την επιγραφή «Άσυλο λεπρών, 1378» διότι το ίδρυσαν αρχικά οι Ενετοί τον 14ο αιώνα. Έπειτα ένα τοξωτό πρόπυλο στο οποίο δεσπόζει η εικόνα της Παναγίας με τους αγίους Λάζαρο και Ζωτικό τον ορφανοτρόφο δεξιά και αριστερά της και μετά κήποι με εσπεριδοειδή και άλλα καρποφόρα. Ο ναός του αγίου Λαζάρου στα δεξιά και πιο πίσω το κοιμητήριο. Γύρω γύρω το θεραπευτήριο και οι θάλαμοι των ασθενών, το φαρμακείο και η φαρμακαποθήκη, το εφορείο (διαχείριση), οι κουζίνες και οι τραπεζαρίες και μετά τα κελλιά των τροφίμων. Μετά ο κατεστραμμένος ναός του Γενεσίου της Θεοτόκου με το πηγάδι στην αυλή του, ο πευκώνας να απλώνεται τριγύρω και τα γάργαρα νερά να κυλούν. Μία ειδυλλιακή εικόνα που συνθέτει τον χώρο που προσέφερε χαρά και ελπίδα και ανακούφιση στον ανθρώπινο πόνο. 
Στον χώρο αυτό εισήλθε ο 24χρονος Νικόλαος το 1914. Έγινε δεκτός στο ίδρυμα κατόπιν της καταβολής του ποσού των 30 χρυσών λοϊζίων που έκανε ειδικώς γι’ αυτόν ο άγιος Άνθιμος. Ο χώρος αυτός έμελλε να γίνει το στάδιο της νοεράς του αθλήσεως. Η συμπεριφορά του ήταν υποδειγματική κατά πάντα. Έτσι μετά διετία ο άγιος Άνθιμος τον έκρινε άξιο να λάβει το μέγα και αγγελικό σχήμα των μοναχών και τον έκειρε δίνοντάς του το όνομα Νικηφόρος. Στο μικρό αυτό κοινόβιο του λεπροκομείου είχαν λάβει τη μοναχική κουρά και άλλοι ασθενείς. Βρήκαμε και τα ονόματά τους: Νείλος, Γαβριήλ Συμεών, Γεράσιμος, Συμεών, Ιγνάτιος, Μακάριος και Συμεών. Μα πάνω απ’ όλους ξεχώριζε για την αρετή του ο Νικηφόρος. 
Ο μακάριος Νικηφόρος ήταν το τέκνον της υπακοής. Ζούσε με πολλή προσευχή, γνήσια και αδιάκριτη υπακοή, αυστηρότατη νηστεία και πολλή εργασία στους κήπους της Μονής. Έτρωγε ελάχιστα και το επίσης ελάχιστο νερό του το έπινε μόνον κατόπιν ευλογίας που ζητούσε από τον άγιο Άνθιμο. Η σχέση μεταξύ των δύο ανδρών ήταν σχέση πατρός και υιού. Ο μοναχός Νικηφόρος έτρεφε μέσα στην ψυχή του μεγάλη ευλάβεια για τον Γέροντά του και δεν θύμωνε ούτε οργιζόταν όταν ο Άγιος τον “μάλωνε” για το συμφέρον της ψυχής του. Η αγιογράφος μοναχή Ευφροσύνη της Μονής της Παναγίας της Βοηθείας που ως λαϊκή εξομολογείτο στον Γέροντα μαζί με την μητέρα της, διηγείται τα εξής: 
«Στο πέρας του Όρθρου και προ της θείας Λειτουργίας ο άγιος Άνθιμος ήθελε να διαβάζονται οι Ώρες για να προσκομίζει με άνεση τα εκατοντάδες ονόματα που διάβαζε στην αγία Πρόθεση. Τότε ο μοναχός Νικηφόρος απήγγειλε με τόνο μεγαλοπρέπειας τις Ώρες, λ.χ.: “Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες…” Τότε ο Γέροντας φώναζε από το ιερό: “Κενόδοξε, κενόδοξε!” Αμέσως ο μοναχός Νικηφόρος έβαζε επί τόπου εδαφιαία μετάνοια με το μέτωπο στο δάπεδο και φώναζε: “Συγχωρήσατέ μου, Γέροντα!”»…
 
Με επιμέλεια περισσή κατέγραφε σε ένα τευχίδιο εν είδει καταλόγου τα θαύματα που έκανε ο άγιος Άνθιμος με την προσευχή του και στα οποία ο ίδιος ήταν αυτόπτης. Τα περισσότερα εξ αυτών ήταν θεραπείες δαιμονιζομένων. Αρχικά τα έγραφε ο ίδιος, αργότερα όμως λόγω των ελαττωμάτων στην όραση και την αφή του τα υπαγόρευε σε άλλους για να τα γράψουν. Η ευλάβειά του αυτή τον έκανε να μην απομακρύνεται όχι μόνο ψυχικά αλλά και τοπικά άπό τον Γέροντά του, ο οποίος επεμελείτο αόκνως την σωτηρία του. Και ο Νικηφόρος όμως δεν υπελείπετο στην αρετή. Προσηύχετο ολονυκτίς, έκανε απειράριθμες μετάνοιες, ελάμβανε ευλογία για το κάθε τι. Ήταν ευγενής και υποχωρητικός. Ουδέποτε φιλονικούσε, ήταν εξυπηρετικός και πρόθυμος. Δεν θύμωνε και ταπεινός ων δεν προσεβάλλετο. Στον ναό στεκόταν ευθυτενής και ιεροπρεπής με την κατάνυξη ζωγραφισμένη στο αλλοιωμένο άπό την αρρώστεια πρόσωπό του. Ήταν ψάλτης εξαίρετος, ο βασικός ψάλτης του ναού. Ακόμη κι όταν έχασε το φως του, δεν απομακρύνθηκε από το αναλόγιο. Έψαλλε και απήγγελλε τον Απόστολο από μνήμης. 
Με τον άγιο Άνθιμο είχαν μια ιδιαίτερη πνευματική και τρυφερή σχέση. Ο Άγιος τον “πείραζε” τρόπον τινά αποκαλώντας τον με διάφορα ονόματα. Ήταν η παιδαγωγική γραμμή του αγίου Ανθίμου αυτή για να απομακρύνει από την ψυχή του τέκνου του τα νέφη της αθυμίας. Διηγείται η αγιογράφος μοναχή Βερονίκη της Μονής της Παναγίας της Βοηθείας τα εξής: 
«Κάθε φορά που ο Γέρων Νικηφόρος ερχόταν στην Μονή μας ηταν μία πραγματική πανήγυρις για την αδελφότητα μας. Μαζευόμασταν όλες οι μοναχές στον Νάρθηκα του Καθολικού όπου τοποθετούσαμε δύο πολυθρόνες για να καθίσουν οι Γέροντες, να πάρουμε ευχή και να ακούσουμε λόγον Θεού. Τότε ο άγιος Άνθιμος έλεγε δυνατά: “Για να δούμε τι μας έφερε σήμερα το απολωλός!” Επειδή όμως τα χεράκια του είχαν αγκύλωση, η αδελφή Βρυαίνη με την εντολή του Αγίου τον πλησίαζε και άνοιγε το ρασάκι του στην μεριά του στήθους. Απασφάλιζε την παραμάνα και έβγαζε εξω το πουγκάκι του πατρός Νικηφόρου και το άδειαζε. Περιείχε λίγες δεκάρες και λίγες καραμελίτσες από την αγάπη των χριστιανών. Τότε ο Άγιος γελούσε όπως και ο “απολωλός” Νικηφόρος. Μ’ αυτό τον τρόπο ο άγιος Άνθιμος μας δίδασκε την ακτημοσύνη, καθότι ο πατήρ Νικηφόρος παρέδιδε στα χέρια του Γέροντος τα πάντα και τίποτε δεν κρατούσε χωρίς ευλογία. Αυτή είναι μία βασική αρετή για τον κοινοβιάτη μοναχό. Όχι στα κρυφά και ανευλόγητα εργα που είναι του διαβόλου. Στην συνέχεια ακολουθούσε ομιλία, διάλογος των Γερόντων, κέρασμα και ο πατήρ Νικηφόρος αποχωρούσε».
Στα 1957 το Λωβοκομείο έκλεισε και τους λίγους ασθενείς μαζί με τον π. Νικηφόρο τους έστειλαν στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων Αθηνών «Η Αγία Βαρβάρα» στο Αιγάλεω Αττικής. Είναι πλέον 67 ετών και εκεί φθάνει σχεδόν παράλυτος και τυφλός. Εκεί τον αναλαμβάνει και τον εξυπηρετεί ο επίσης ασθενής μοναχός Σωφρόνιος Σαριδάκης (ο μετέπειτα ιερομόναχος Ευμένιος), στον οποίο ο άγιος Άνθιμος συνέστησε τον π. Νικηφόρο ως «μέγα θησαύρισμα και τέλειο μοναχό». Συν τω χρόνω με την κατάλληλη θεραπεία ο π. Σωφρόνιος θεραπεύθηκε τελείως, αλλά δεν απεχώρησε του Νοσοκομείου· αφιερώθηκε στην περιποίηση των ασθενών. Έγινε και υποτακτικός του πατρός Νικηφόρου ανακουφίζοντάς τον κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σιγά σιγά το κελλάκι του π. Νικηφόρου έγινε ιερό προσκύνημα –πλήθος κόσμου συνέρρεαν για να πάρουν την ευχή του και να ζητήσουν καθοδήγηση. Ενώ ήταν κατάκοιτος και το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές και ο πόνος ήταν ο αχώριστος σύντροφός του (διότι η λέπρα “τρέφεται” με ζωντανούς ιστούς και κύτταρα), εντούτοις δεν γόγγυζε, ήταν στερρός αθλητής της καρτερίας και η δοξολογία του Θεού δεν έλειπε από τα χείλη του. Παρηγορούσε τους θλιβομένους και τόνωνε την πίστη των δοκιμαζόμενων. Και μόνο μια ματιά πάνω στον ζωντανό-νεκρό π. Νικηφόρο αρκούσε για να αναγεννηθεί ψυχικά και ο πλέον πωρωμένος άνθρωπος. Τα μάτια του ήταν ερεθισμένα πάντοτε και η όρασή του ελάχιστη, γι’ αυτό και φορούσε μεγάλα μαύρα γυαλιά. Το πρόσωπο του ήταν κυριολεκτικά φαγωμένο από την αρρώστεια, μα πάντοτε φωτεινό και πρόσχαρο. Τα χέρια του υπέφεραν από αγκυλώσεις και τα πόδια του ήταν παράλυτα. Και όμως, δεν το έβαζε κάτω. Ήταν ευγενής και γλυκομίλητος, σκορπώντας αφειδώλευτα το χαμόγελο στους επίσης πονεμένους επισκέπτες του και διηγούμενος ευχάριστες ιστορίες από τα πνευματικά βιβλία και τις εμπειρίες του. Είλκε και οικοδομούσε τις ψυχές. Δεν ήταν λίγο εξάλλου να βλέπουν έναν τέτοιο ασθενή γεμάτο πίστη, θάρρος και ψυχική λεβεντιά να βροντοφωνάζει: «Ας είναι δοξασμένο το άγιο όνομά Του!» 
Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 4 Ιανουαρίου 1964 σε ηλικία 74 ετών. Κατά την εκταφή του τα ιερά του λείψανα ευωδίασαν. Πολλά είναι τα θαύματα που επιτελούνται με την επίκληση του αγίου ονόματός του και την προσκύνηση των τιμίων λειψάνων του. 
Η αγιοκατάταξή του με πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου την 1η Δεκεμβρίου 2012 έφερε την επιβράβευση της μοναχικής του ασκήσεως και της μαρτυρικής του αθλήσεως και στάλαξε βάλσαμο στις καρδιές των τιμώντων την μνήμη του. Εδώ και λίγα χρόνια πολλά παιδάκια λαμβάνουν κατά το άγιο βάπτισμα το τίμιο όνομά του. 
Από τη διδαχή του: «Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; με την προσευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Έτσι να προσεύχεσθε, έτσι είναι καλά».

Ιερομόναχος Δημήτριος Καββαδίας

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΝ, ΤΟΝ ΛΕΠΡΟΝ


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΝ ΤΟΝ ΛΕΠΡΟΝ

Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουµενικοῦ Θρόνου 
Στυλιανοῦ Μακρῆ, ρος. Θ
Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, τὸ Κύριε εἰσάκουσον, µεθ’ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος ὡς καὶ τὰ ἑξῆς τροπάρια.

Ἧχος δ΄. Ὁ Ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς καρτερίας τὸν σεπτὸν ἀθληφόρον, τὸν συννοσήσαντα λεπροῖς Νικηφόρον, πνευµατικαῖς ὑµνήσωµεν ᾠδαῖς οἱ πιστοί, ὅτι θεῖον ἐγκαλλώπισµα ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, οὗτος ἀναδέδεικται, καὶ κλέος µοναζόντων, καὶ τῶν Ὁσίων σύσκηνος ὁµοῦ, καὶ τῶν νοσούντων ὑπέρµαχος ἄληκτος. 
όξα. 
Ἦχος α´ Ἀπολυτίκιον
Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος· χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου. 
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. 
Οὐ σιωπήσωµεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ µὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ὑµᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὐκ ἀποστῶµεν έσποινα ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν. 
Ὁ Ν΄ Ψαλµὸς καὶ ὁ κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς:
ΝΙΚΗΝ ΦΕΡΕΙΣ, ΟΣΙΕ, ΤΗΝ ΝΙΚΗΣΑΣΑ ΚΟΣΜΟΝ. 
Στίχος: Ὅσιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡµῶν. 
ᾨδὴ α΄.
 Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Νοσήσας ἐν σώµατι ἀθλητά, ὑγιὴς εὑρέθης, τὴν καρδίαν ὡς καὶ τὸν νοῦν, ὅτι ἀπὸ λέπρας ἁµαρτίας, µοναστικοῖς ἐκαθάρθης παλαίσµασιν. 
Ἰάσεις µὴ παύσῃ παντοδαπάς, παρέχειν ἀσµένως, τοῖς προστρέχουσιν εὐλαβῶς, τῇ σορῷ τῶν θείων σου λειψάνων, καὶ ἀνιάτως νοσοῦσιν πανόλβιε. 
Καλλίµορφος ὤφθης τῇ σῇ ψυχῇ, ὅτι ταύτην κόσµῳ, κατελάµπρυνας ἀρετῶν, ὅθεν ὑπὲρ κόσµου τὸν Νυµφίον, τὸν ὡραιότατον κάλλει ἱκέτευε. 
Θεοτοκίον. 
Ἡδύοινος ἄµπελος Ἀγαθή, ὑπάρχεις καρδίας, ἡ εὐφραίνουσα µυστικῶς, πέπειρον ἡ φέρουσα τὸν βότρυν, οὗ γλυκασµὸν σοῖς ἱκέταις κατάπεµψον. 
ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἀψίδος.
Νικηφόρος ἐδείχθης, ἐν τῷ σφοδρῷ Ὅσιε, µετὰ τοῦ βελίαρ πολέµῳ, ὅτε ἐπάταξας, τῇ ταπεινώσει σου, τὰς µηχανὰς τῶν δαιµόνων, καὶ τὸν ἀµαράντινον, εἴληφας στέφανον. 
Φθίσει τῶν ὀφθαλµῶν σου, πνευµατικὰ ἤνοιξας, ὅµµατα πρὸς θέαν ἀκτίστου, φωτὸς τρισόλβιε, διὸ αἰτοῦµέν σε, φώτισον φέγγει ἀκτίστῳ, τῷ σὲ καταυγάσαντι, τοὺς ἀνυµνοῦντάς σε. 
Εὐµενείας ἐνθέου, παρὰ Χριστοῦ ἔτυχας, καίπερ ἐν τῷ σώµατι πόνων, πλῆθος ὑπήνεγκας, Θεοῦ γὰρ δύναµις, ἐτελειώθη παµµάκαρ, Νικηφόρε Ὅσιε, ἐν ἀσθενείᾳ σου. 
Θεοτοκίον
Ῥῶσιν δίδου Παρθένε, ψυχῆς καὶ τοῦ σώµατος, πᾶσι τοῖς πιστοῖς Νικηφόρου, εὐχαῖς δεόµεθα· οὐδὲν ἀδύνατον, ἐν σοὶ Ἁγνὴ Θεοτόκε, ὅτι ἐν τῷ θέλειν σε, ἅµα τὸ γίγνεσθαι. 
ιάσωσον, ἀπὸ τῆς λέπρας τρισµάκαρ τῆς ἁµαρτίας, Νικηφόρε καὶ τῶν ἀλγίστων πόνων τοῦ σώµατος, τοὺς ὕµνον προσάγοντάς σοι θεόφρον. 
Ἐπίβλεψον, ἐν εὐµενείᾳ Πανύµνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐµὴν χαλεπὴν τοῦ σώµατος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς µου τὸ ἄλγος. 
Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισµα.
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φλογµὸν τῶν παθῶν, πρεσβείᾳ σου ἀπόσβεσον, καὶ νόσους πικράς, θαυµατουργῶς θεράπευσον, Νικηφόρε Ὅσιε, ὁ πιστὸς λαὸς ἀνακράζει σοι, ὅτι ἐκ σοῦ προσµένει ταχινήν, βοήθειαν πάτερ καὶ ἀντίληψιν. 
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ἐξαπόστειλον Ὅσιε, δύναµιν ἐξ ὕψους τοῖς δεοµένοις σου, ὡς ἂν νίκας κατορθώσωµεν, κατὰ τῆς µανίας τοῦ ἀλάστορος. 
Ἰταµὸν ἀντικείµενον, ἔχθραν καθ’ ἡµῶν πάτερ τὸν φερόµενον, τοὺς τιµῶντάς σε ἀξίωσον, λίθῳ καταλεῦσαι τῷ τῆς πίστεως. 
Σαρκοφθόρα νοσήµατα, ἀπ’ ἐµοῦ ἀπέλασον πάτερ κλίνης µε, ἐξεγείρων ἀρρωστίας µου, καὶ στρωµνῆς µου ἅγιε κακώσεως. 
Θεοτοκίον. 
Ὀφθαλµοὺς τῆς καρδίας µου, ἄνοιξον φωτὶ τῷ ἐκ σοῦ πηγάσαντι, φαεσφόρε Ἀειπάρθενε, ὅπως κατοπτεύσω φῶς τὸ ἄϋλον. 
ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡµᾶς.
Σῆψιν τῶν µελῶν, τῶν ἐν γῇ καὶ τούτων νέκρωσιν, καθὰ κελεύει Παῦλος ὁ τῶν ἐθνῶν, ὦ Νικηφόρε πρεσβείαις σου κατορθώσαιµεν. 
Ἴαµα ψυχῶν, καὶ σωµάτων τὰ σὰ λείψανα, τὰ ἱερὰ ὑπάρχουσιν ἀληθῶς, δι’ ὧν θεράπευε ἅγιε τοὺς ἱκέτας σου. 
Ἔξω τῶν θυρῶν, οἰκτιρµῶν Χριστοῦ ἱστάµενος, καὶ καρτερίᾳ κρούων πάτερ ζητῶ, ἵνα ἀνοίξῃς µοι ταύτας κλείθρῳ πρεσβείας σου. 
Θεοτοκίον. 
Τέθριππον Ἁγνή, ὁδηγεῖσαι καταξίωσον, ἐξ ἀρετῶν τεσσάρων τὸν νοῦν πιστῶν, ἐγκρατείας προσευχῆς ἀγάπης πίστεως. 
ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Ἠσθένησα, ἀνιάτως ὅσιε, ἀπὸ φαύλης ἀρρωστίας καὶ νόσου, φέρων πταισµάτων τὰ στίγµατα ὅλως, ἐν τῇ σαρκί µου καὶ οὕτως σοῦ δέοµαι, δός µοι ἀντίδοτον ζωῆς, ἐκπηγάζον ἐκ θείων λειψάνων σου. 
Νεόφυτον, ἐφυτεύθης ἅγιε, ἄνθος πάτερ τὸ µυρίπνοον κήπῳ, τοῦ Παραδείσου ὀσµὴν ὅθεν πέµψον, καὶ τὴν λεπτὴν εὐωδίαν τοῦ Πνεύµατος, τοῖς ἐν δυσώδει τῶν παθῶν, καθηµένοις βορβόρῳ, πανόλβιε. 
Νηφάλιον, σεαυτὸν ἐφύλαξας, ὑποµείνας πολυώδυνον νόσον, ἐν ᾧ γὰρ πέπονθας δύνασαι πάτερ, ὡς συµπαθὴς βοηθῆσαι τοῖς πάσχουσιν, διὸ ἐπάκουσον ἡµῶν, αἰτουµένων ἐκ σοῦ τὴν ἀντίληψιν. 
Θεοτοκίον. 
Ἱµάτιον, τῆς ψυχῆς ἐσπίλωσα, ἀπὸ ῥύπου ἁµαρτίας τὸ σῶµα, καὶ σοὶ κραυγάζω ἐκ βάθους καρδίας, Ἁγνὴ Παρθένε ταχέως µὲ κάθαρον, ὅπως εἰσέλθω οὖν κἀγώ, εἰς Νυµφῶνα Οὐράνιον έσποινα. 
ιάσωσον, ἀπὸ τῆς λέπρας τρισµάκαρ τῆς ἁµαρτίας, Νικηφόρε καὶ τῶν ἀλγίστων πόνων τοῦ σώµατος, τοὺς ὕµνον προσάγοντάς σοι θεόφρον.
Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερµηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡµερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα µητρικὴν παρρησίαν. 
Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον. 
Ἦχος γ΄. Ἐπεφάνης σήµερον.
Νικηφόρε Ὅσιε, ὡς ὁ εὐγνώµων, τῶν λεπρῶν ὁ δέκατος, τῷ σὲ τιµήσαντι καλῶς, ἐν παρρησίᾳ παρίστασαι, διὸ σὲ πάντες ἀξίως γεραίροµεν. 
Προκείµενον καὶ στίχος τῶν Ὁσίων.
Εὐαγγέλιον: ΙΒ΄ Λουκᾶ (έκα λεπρῶν). 
όξα.
Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου, πρεσβείαις Ἐλεῆµον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐµῶν ἐγκληµάτων. 
Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆµον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐµῶν ἐγκληµάτων.
Στίχος. Ἐλέησόν µε ὁ Θεὸς κατὰ τὸ µέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρµῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόµηµά µου. 
Εἶτα τὸ παρὸν τροπάριον. 
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέµενοι.
Νίκης τὸν φερώνυµον, ἀνευφηµήσωµεν πάντες, τῶν λεπρῶν τὸ καύχηµα, τούτων δὲ ὑπόδειγµα ὡραιότατον, προσευχῆς ἀνθρωπον, µοναστῶν τὸν τύπον, ἐραστὴν τῆς ταπεινώσεως, καὶ ἐγκρατείας τε, καὶ ὑποµονῆς καὶ τῆς πίστεως, τὸν ὡς ἀστέρα λάµποντα, ἀγλαοφανῶς στερεώµατι, τῷ ἐπουρανίῳ, καὶ οὕτως Νικηφόρον τὸν λεπρόν, καθικετεύσωµεν· πρέσβευε, ὑπὲρ κόσµου Ὅσιε. 
Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου.
Ἐλέει καὶ οἰκτιρµοῖς. 
ᾨδὴ ζ ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Κρυφηδὸν ἡγιάσθης, λάθρᾳ πάτερ βιώσας ὡς ἀληθὴς ἀσκητῶν, καὶ µοναζόντων τύπος καὶ πλοῦτον ἀρετῶν σου, εὐλαβῶς σὺ ἀπέκρυψας, ἀλλὰ πιστοῖς εὐκρινῶς, φανέρωσον
σὴν χάριν. 
Ἡδονὰς ἐν τῷ βίῳ, δυσαλγεῖς δ’ ἀπολαύσεις ἐγκαταλείψας σοφέ, καὶ ἄλγος προτιµήσας, τῆς λέπρας ἐν ὀδύνῃ, Παραδείσου ἀπήλαυσας, ἐν ᾧ βοήθει ἡµῖν, οἰκῆσαι Νικηφόρε. 
Σηρικάρι καυχᾶται, ἐν Θεῷ οὗπερ γόνος ὑπῆρξας πάτερ λαµπρός, διὸ καὶ τῆς ὑγείας, τῶν τούτου οἰκητόρων, ἐπιµέλου ἑκάστοτε, ὡς εὐγενὴς ἀληθῶς, ὁσίων συµπολίτης. 
Θεοτοκίον.
Ἀνακούφισον ὅλως, ἀπὸ θλίψεως πάσης ὀδυνοµένην ψυχήν, τοῦ δούλου σου Πάρθένε, καὶ χάρισαί µοι Κόρη, εὐφροσύνην οὐράνιον, ἵνα Ἁγνὴ εὐσεβῶς, ὕµνοις σὲ µεγαλύνω. 
ᾨδὴ η ΄. Τὸν Βασιλέα.
Σκόλοψ ἐδόθη, ἐν τῇ σαρκὶ Νικηφόρε, πολυστένακτος λέπρας ἡ νόσος, ἥν γενναιοφρόνως, ὑπήνεγκας θεόφρον. 
Ἀδιαλείπτως, σὺν τοῖς ἐνδόξοις ἁγίοις, Ζωτικῷ καὶ Ἀνθίµῳ ἐν Χίῳ, πάτερ Νικηφόρε, εὔχου ὑπὲρ τοῦ κόσµου. 
Νίπτρῳ πταισµάτων, τοῖς σοῖς εὐκάρποις δακρύοις, τὴν ψυχήν σου ἐλεύκανας πάτερ, ὅθεν µετανοίας, καρποὺς ποιεῖν µε δεῖξον. 
Κακοπαθείας, ἀπάλλαξόν µε ἐν τάχει, καὶ δεινῆς ἀρρωστίας µὲ ῥῦσαι, τῇ συµπαθεστάτῃ, πρεσβείᾳ σου, Παρθένε.
ᾨδὴ θ ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Οἰµώγµατος καὶ θρήνου, τοῦ ἐµοῦ ἀκούσας, ὑπὲρ ἐµοῦ ἱκετεύων µὴ παύσῃ Χριστῷ, ὅτι δειναῖς ἁµαρτίαις, πάτερ ἀπόλλυµαι. 
Σαγήνῃ ἄγρευσόν µε, τοῦ Χριστοῦ καὶ ῥῦσαι, ἐπαπειλοῦντός µε κήτους ψυχήν µου σεµνέ, εἰς σωτηρίας ὀλκάδα, ἐπιβιβάσας µε. 
Μὴ παύσῃ Νικηφόρε, τῷ Χριστῷ πρεσβεύων, ὑπὲρ ἡµῶν τῶν ἐπαίνοις τιµώντων τὴν σήν, ἀσκητικὴν πολιτείαν, τὴν πολυζήλωτον. 
όξα. 
Ὀχλώδη ἀρρωστίαν, ἴασαι καὶ λέπραν, τῶν ἐφαµάρτων παθῶν µου πρεσβείαις ταῖς σαῖς, καὶ Παραδείσου τυχεῖν µε, πάτερ ἀξίωσον. 
Καὶ νῦν.
Νεφέλη φαεσφόρε, Μῆτερ τοῦ Σωτῆρος, ἀπὸ σκοταίας ἐρήµου ὁδήγει ἡµᾶς, εἰς τὴν Ἐδὲµ θεοπτίας, τοὺς σὲ γεραίροντας. 
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς καὶ τὰ παρόντα µεγαλυνάρια. 
Ὕµνοις µεγαλύνωµεν ἐκτενῶς, θεῖον Νικηφόρον, τὸν συµπάσχοντα τοῖς λεπροῖς, τὸν ἐν ταπεινώσει, καὶ ὅπλῳ µετανοίας, ἐκσπάσαντα δαιµόνων, τὰ µηχανήµατα. 
Λέπραν ὑποµείνας σωµατικήν, ἐλυτρώθης πάτερ, τῇ ψυχῇ σου καὶ γοερῶς, ἐν ταῖς προσευχαῖς σου, θρηνήσας ἁµαρτίας, ἐν µετανοίᾳ εὗρες, χαρὰν οὐράνιον. 
Νικηφόρε Ὅσιε ἀσκητά, µὴ ἐπιλανθάνου, παραλύτων πνευµατικῶς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς κλίνης, ἀθλίας ὀκνηρίας, καὶ φαύλης ἁµαρτίας, τούτους ἀνάστησον. 
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδροµε Κυρίου Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες, µετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡµᾶς. 
Τρισάγιον καὶ τὸ παρὸν Ἀπολυτίκιον. 
Ἀπολυτίκιον: Ἦχος α´
Νικηφόρου Ὁσίου, τοῦ λεπροῦ τὰ παλαίσματα, καὶ τὴν ἐν ἀσκήσει ἀνδρείαν, κατεπλάγησαν Ἄγγελοι ὡς ἄλλος γὰρ Ἰὼβ τὰ ἀλγεινά, ὑπέμεινε δοξάζων τὸν Θεόν, νῦν δὲ δόξῃ ἐστεφάνωται παρ᾽ Αὐτοῦ, θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις τῶν Μοναστῶν χειραγωγέ, χαίροις φωτὸς ὁ πρόβολος· χαίροις ὁ εὐωδίας χαρμονήν, προχέων ἐκ λειψάνων σου. 
Εἶτα ἐκτενὴς καὶ ἐν τῇ ἀπολύσει τὸ παρόν. 
Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
εῦτε Νικηφόρον τὸν λεπρόν, πάντες οἱ πιστοὶ γηθοσύνως, ἀνευφηµήσωµεν, οὗτος γὰρ τὸ φρόνηµα ἐγκαταλείψας σαρκός, ὡς ἐπίγειος ἄγγελος, ἐφάνη ἐν κόσµῳ, πάντοτε δεόµενος ἀδιαλείπτῳ εὐχῇ, τοῦ ἠγαπηµένου Σωτῆρος, καὶ ὑποµονῆς τῷ σταδίῳ, στέφος ἐκοµίσατο ἀµάραντον. 
έσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡµᾶς, ἀπὸ πάσης
ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα µου, εἰς σὲ ἀνατίθηµι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν µε ὑπὸ τὴν σκέπην
σου. 
ι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡµῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός,
ἐλέησον ἡµᾶς. Αµήν

Δημοφιλείς αναρτήσεις