Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΥΛΙΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΥΛΙΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ

 

 24 Μάϊου 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΡΕΙΤΗΣ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ 


Ο ὅσιος καὶ θεοφόρος, πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν γεννήθηκε στὴν ᾽Αντίοχεια τὸ 521· οἱ γονείς του ἦσαν μυροποιοὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ῎Εδεσσα. ῾Η γέννησή του εἶχε ἀναγγελθεῖ στὴν μητέρα του, ἁγία Μάρθα (4 ᾽Ιουλ.), ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο, ὁ ὁπόιος ἐμφανίσθηκε καὶ τῆς ἔδωσε τὸ ὄνομά του, προλέγοντας ὅτι θὰ διῆγε, κατὰ τὸ παράδειγμά του, πολιτεία ἀσκητική. ῾Ο Συμεὼν ἦλθε ἀνώδυνα στὸν κόσμο καὶ δεχόταν μόνο τὸ δεξί στήθος τῆς μητέρας του, ἀρνούμενος νὰ θηλάσει, ὅταν ἐκείνη εἶχε γευθεῖ κρέας. ῎Αρχισε νὰ μιλάει ἀπὸ τὴν βάπτισή του, σὲ ἡλικία δύο ἐτῶν, καὶ ἐπτὰ ἡμέρες ἐπαναλάμβανε: «῞Εχω πατέρα καὶ δὲν ἔχω. ῎Εχω καὶ δὲν ἔχω μητέρα» ἐκφράζοντας ἔτσι τὴν πλήρη ἀποταγή του ἀπὸ τά ἐπίγεια. Σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν, γλύτωσε ἀπὸ θαῦμα σὲ ἕναν σεισμό (25 Μαίου 526), μαζί μὲ τὴν μητέρα του, ἐνῶ ὁ πατέρας του πέθανε κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ σπιτιοῦ τους. Λίγο ἀργότερα τὸ παιδὶ εἶδε πάνω στὸ τεῖχος τὸν Χριστὸ περιβαλλόμενο ἀπὸ πλῆθος ἁγίων, ὁ ὁποίος τοῦ δίδαξε τὴν ὁδὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν σοφία καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Μιὰ λευκοντυμένη μορφὴ ἐμφανίστηκε, κατόπιν, καὶ τὸν κάλεσε νὰ ἀκολουθήσει σὲ βουνό, ποὺ βρισκόταν σὲ ἀπόσταση δεκατριῶν χιλιομέτρων ἀπὸ τὴν ᾽Αντιόχεια, πρὸς τὴν κατεύθνιση τῆς Σελευκείας, ὅπου πέρασε μερικὲς ἡμέρες συντροφιὰ μὲ τὰ θηρία. Τὸ παιδὶ ἀνακάλυψε ἐν συνεχείᾳ ἕνα μονύδριο, ὅπου τὴν ἀδελφότητα καθοδηγοῦσε ὁ στυλίτης ᾽Ιωάννης, ὁ ὁποίος εἶχε προειδοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Συμεὼν σὲ ὀπτασίες. Τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά, ὡς ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸν ἔθεσε εὐθὺς ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του, ἔκθαμβος ἀπὸ τὰ σημεία σοφίας καὶ ἐγκρατείας τοῦ ἑξάχρονου αὐτοῦ παιδιοῦ ποὺ δὲν δεχόταν νὰ γευθεῖ τροφή, παρὰ μόνο τρεῖς στὶς ἑπτὰ ἡμέρες. 
Στὶς ἀρχὲς ἀκόμη τοῦ βίου του στὸ μοναστήρι ὁ Συμεὼν ἐπιτέλεσε τὸ πρῶτο του θαῦμα γιατρεύοντας ἕναν βοσκό, ὁ ὁπόιος ἀπὸ φθόνο θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει καὶ γιὰ τιμωρία του ἔμεινε ξερὸ τὸ δεξί του χέρι. ᾽Επιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ σὲ ὅλα τὸν πνευματικό του πατέρα, ἀφοῦ δοκιμάσθηκε ἐπαρκῶς στὴν πρόθεσή του γιὰ ἕναν χρόνο, ἔβαλε νὰ στήσουν σὲ μικρὸ ὕψος ἕναν στύλο, δίπλα στὸν στύλο τοῦ ᾽Ιωάννη, καὶ ἄρχισε ἔτσι, σὲ ἡλικία ἑπτὰ ἐτῶν, τὴν ἄσκηση τοῦ στυλίτη, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ ἕνα ὅραμα, στὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἡ ὄρθια στάση πάνω σὲ μία στήλη θὰ ἦταν γι’ αὐτὸν παρόμοια μὲ τὴν Σταύρωσή Του καὶ τὸ μέσον νὰ μιμηθεῖ τὸ σωτηριῶδες Πάθος Του, «Λάμποντας ὅπως ὁ ἥλιος μὲ μιὰ καθ’ ὅλα ἰσάγγελικη βιοτὴ καὶ πλῆρες θείων χαρισμάτων», γράφει ὁ βιογράφος του, «τὸ παιδὶ ἀποστράφηκε πλήρως τὰ ἐπίγεια, καὶ ἔστρεψε τὴν ἀνάβαση τῆς ψυχῆς του πρὸς τὸν οὐρανό». Πρόσθετε ἀκατάπαυστα καινούργιους μόχθους στὸν ἀγώνα του κατὰ τῆς φύσης: ὅταν ὁ ᾽Ιωάννης ἔψαλλε τριάντα ψαλμοὺς κατὰ τὴν νυκτερινὴ προσευχή του, ὁ Συμεὼν ἔψαλλε πενήντα ἢ ὀγδόντα. ᾽Αγρυπνοῦσε κάθε νύχτα, φθάνοντας στό σημεῖο νὰ ἀπαγγέλλει ὅλο τὸ Ψαλτήριο καὶ περνοῦσε τὴν ἡμέρα δοξάζοντας τὸν Θεό, μένοντας ξένος πρὸς κάθε τροφή. ῾Η καταπόνησή του προκάλεσε μάλιστα τὶς μομφὲς τοῦ ἡγουμένου ποὺ τοῦ εἶπε; «Δὲν ἀπομένει, λοιπόν, παρὰ νὰ πάρεις ἕνα ξίφος καὶ νὰ καταστρέψεις τὸν ἑαυτό σου!» Τοῦ καταλόγιζε ἐπίσης ὅτι δὲν ἄφηνε τοὺς ἄλλους μοναχοὺς νὰ ἀναπαυθοῦν μὲ τὶς ἀκατάπαυστες ψαλμωδίες του καὶ τὸν συμβούλευσε νὰ ἀρκεστεῖ νὰ τὸν μιμεῖται. ῾Ο Συμεὼν ἀποκρίθηκε στὸν Γέροντά του, χρησιμοποιώντας λόγια ἀπὸ τὶς Γραφές, ὅτι δίχως νὰ καταδικάζει τοὺς ἄλλους εἶχε ὁ ἴδιος ἀνάγκη ἀπὸ τέτοια κακοπάθεια ὥστε νὰ μὴν ἀφήνει τὸν νοῦ του νὰ βαραίνει ἀπὸ τὴν πρόσδεσή του στὴν ὕλη. 
Τὸ παιδὶ στυλίτης ἐπεδείκνυε τὴν φλόγα ἑνὸς δοκιμασμένου πολεμιστῆ στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν δαιμόνων, οἱ επιθέσεις τῶν ὁποίων ἐναλλάσσονταν μὲ οὐράνιες ὀπτασίες ποὺ ἔρχονταν νὰ τὸ ἐνδυναμώσουν. Μεταξὺ ἄλλων αὐτὴ ἑνὸς πατριάρχη ποὺ ἦλθε νὰ τὸν ἀλείψει μὲ μύρο γιὰ νὰ ἀπωθεῖ τὶς προσβολὲς τῶν δαιμόνων. Κάποτε, μία τρομερὴ λαίλαπα, ποὺ προκάλεσε ὁ διάβολος, πέταξε τὸ κουβούκλιο τοῦ ὁσίου ἀπὸ τὸν στύλο, ἀλλὰ τὸ πρωὶ οἱ μοναχοὶ βρῆκαν τὸν Συμεὼν γερὸ πάνω στὸν στύλο του μὲ τὸ πρόσωπό του νὰ λάμπει σὰν ἄγγελος. Λίγο πρὶν ρίξει τὰ πρῶτα δόντια του, τὸ παιδὶ εἶχε ἤδη ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐλευθερώνει τοὺς δαιμονισμένους καὶ νὰ θεραπεύει. Προέτρεπε τοὺς μοναχούς, μὲ τὴν σοφία γέροντα, νὰ κυριαρχοῦν τὰ πάθη τους μὲ τὴν φυλακὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τοῦ νοῦ καὶ τοὺς ὑπέδειξε μάλιστα ἕναν Κανόνα κοινοβιακῆς ζωῆς, βασισμένο στὴν ἁγία Γραφή. ῎Ελεγε: «Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη ὑμνολογία καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὸ καύχημα τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι μὲ αὐτὴν ὁ Κύριος νίκησε τὸν θάνατο, γινόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, δανάτου δὲ σταυροῦ…»
῾Η φήμη τοῦ ἀσκητῆ καὶ θαυματουργοῦ σύντομα ἁπλώθηκε στὴν περιοχὴ προκαλώντας τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πατριάρχη ᾽Αντιοχείας ἁγίου ᾽Εφραίμ (527-345) (7Μαρτ.), καθὼς καὶ ἐκείνη μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων ποὺ συνέρρεαν γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία τῶν δύο στυλιτῶν. Στὶς ἀσκήσεις καὶ αὐτοπροαίρετες στερήσεις στὶς ὁπόιες ὑπέβαλλε τὴν σάρκα του, ὁ Συμεὼν προσέθεσε τὴν ἄμετρη ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, ἔτσι ὥστε ὅταν κάποιος παρουσιαζόταν στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα ροῦχα, ἔβγαζε καὶ τοῦ ἔδινε τὰ δικά του, ἀκόμη καὶ τὸν χειμώνα, καὶ ὑπέφερε ἐπὶ μῆνες τὸ κρύο, προστατευμένος μόνον ἀπὸ τὸ θάλπος τῆς θείας χάριτος. ᾽Επὶ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο παρέμεινε ὀκλαδόν, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ γόνατά του νὰ κολλήσουν μεταξύ τους καὶ οἱ μηροὶ καὶ οἱ ἰγνύες του νὰ γαγγραινιάσουν ἀναδίδοντας δυσωδία. ᾽Ανήσυχοι οἱ μοναχοὶ ἔφεραν ἕναν γιατρό, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν δὲν δέχτηκε καὶ θεραπεύθηκε μόνο μετὰ ἀπὸ θεία παρέμβαση. Εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεό, παρέμεινε γονατιστὸς γιὰ πολλὲς ἡμέρες. 
Μία ἡμέρα, ἀνήμερα τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐπεφοίτησε στὸν ἅγιο καὶ τὸν πλήρωσε θείας σοφίας καὶ γνώσεως μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρχίσει νὰ συνθέτει ὁμιλίες περὶ πνευματικῆς ζωῆς, προοριζόμενες γιὰ μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, σύμφωνα μὲ τὸν Ψαλμό: ᾽Εκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων καταρτίσω αἶνον (ψαλμ. Β, 3).Γινόμενος φωστὴρ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν (533), ἀφοῦ εἰχε περάσει ἑξι χρόνια πάνω στὸν στύλο του, ἐπιθυμώντας νὰ μιμηθεῖ τὶς οὐράνιες ἀναβάσεις τοῦ ἐνδόξου προκατόχου του Συμεὼν τοῦ Παλαιοῦ Στυλίτου, ἔβαλε νὰ ὑψώσουν ἕναν στύλο ὕψους δώδεκα μέτρων, κατὰ πολὺ ὑψηλότερο ἐκείνου τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος παραπονιόταν ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ πιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ μαθητῆ του. Μόλις ὁ στύλος ἑτοιμάσθηκε, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Συμεὼν ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνέβει ἦλθαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν στὸ μοναστήρι ὁ ἀρχιεπίσκοπος ᾽Αντιοχείας καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σελευκείας καὶ τὸν χειροτόνησαν διάκονο. Κατόπιν τὸν συνόδευσαν ἐν πομπῇ μὲ ὕμνους καὶ προσευχὲς ἕως τὸν στύλο, ὅπου ἔμελλε νὰ περάσει ὀκτὼ χρόνια, τεταμένος ὅλος πρὸς τὸν οὐρανό. 
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, γιὰ τὸν ὁπόιο εἶχε προειδοποιηθέι μὲ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ευθύνη τῆς ἀδελφότητος περιῆλθε στὸν Συμεών, μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του. Δὲν χαλάρωσε ὡστόσο, στὸ παραμικρό, τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του καὶ δὲν ἄφησε τὶς μέριμνες τῆς ἡγουμενίας νὰ τὸν περισπάσουν ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτο προσευχή του. Τουναντίον, ἀνέλαβε καινούργιες καὶ σκληρότερες ἀσκήσεις. ῎Εγκλειστος σὲ κουβούκλιο ἀπὸ δέρμα, δίχως φῶς καὶ ἀερισμό, ἔστεκε προσευχόμενος ἀπὸ τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἕως τὴν αὐγὴ καὶ κρεμασμένος ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ χέρι χτυποῦσε τὸ στῆθος του μὲ τὸ δεξί, βρέχοντας μὲ τὰ δάκρυά του τὰ τρίχινα ἐνδύματά του. ῎Εψαλλε ὁλόκληρο τὸ Ψαλτήριο, συνοδευόμενος ἀπὸ ἀγγελικὲς φωνές, κατόπιν ἀπήγγελλε τὸ Βιβλίο τῆς Σοφίας καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τελείωνε τὶς προσευχές του τὸ ξημέρωμα, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ λιγάκι ἀφοῦ ἐθυμίαζε τὸν τόπο, δίχως νὰ χρειάζεται νά ἀνάψει τὸ θυμιατήριο. ῎Εφθασε μάλιστα στὸ σημεῖο νὰ στερηθεῖ παντελῶς τὸν ὕπνο, ἐπὶ τριάντα ἡμέρες καὶ νύχτες, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν τυραννία αὐτὴ τῆς φύσεως. Στὸ τέλος, ὅμως, τῆς περιόδου αὐτῆς, μία φωνὴ οὐρανόθεν τὸν πρόσταξε: «Πρέπει νὰ κοιμηθεῖς γιὰ λίγο!» ῾Η πρόοδός του αὐτὴ στὴν ἀνάτασή του πρὸς τὸν Θεὸ διπλασίασε τὶς ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι πάσχιζαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸν στύλο του. ᾽Αλλὰ ὁ ὅσιος, μὲ τὴν βοήθεια τριῶν ἀγγέλων, τοὺς ἀπωθοῦσε σθεναρά. ῾Ο Θεὸς τότε τοῦ ἔδεξε ἀκόμη πιὸ περίλαμπρα τὴν εὔνοιά του μὲ ὁράματα καὶ θαύματα, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ. Τέλος δέ, ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ τοῦ χορηγήσει τὴν ἐξουσία νὰ ἐκδιώκει κάθε ἀκάθαρτο πνεῦμα. Τότε οἱ ἄγγελοι ἀποσύρθηκαν, γιὰ νὰ ἀφήσουν τὸν ὅσιο μόνο ὡς οἰκονόμο τῆς θείας χάριτος πρὸς ὄφελος τοῦ πλήθους τῶν ἀσθενῶν καὶ δαιμινιζομένων ποὺ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὴν ἴασή τους. ῾Ο Συμεὼν ἐνεργοῦσε σὲ ὁλα, ὅπως ὁ Κύριος κατὰ τὸν ἐπίγειο βίο του; ἔδιωχνε μὲ τὴν φωνή του τοὺς δαίμονες, ἀποκαθιστοῦσε, διόρθωνε, οἰκοδομοῦσε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα, ἔτσι ὥστε διαμέσου αὐτοῦ νὰ βασιλεύει ὁ Θεὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Θεράπευε τοὺς ἀσθενείς, εἴτε μὲ τὸν λόγο, εἴτε μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν, εἴτε μὲ τὴν ράβδο του ἀπὸ κλαδὶ ἀμυγδαλιᾶς, εἴτε μὲ τὸ ἄγγιγμα τῆς παρυφῆς τῶν ἐνδυμάτων του, εἴτε μὲ τὴν ἁπλὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν σκόνη ἢ τὸ λάδι ποὺ εἶχε εὐλογήσει, ἀκόμη καὶ μὲ τὸν λύχνο ποὺ ἄναβαν οἱ ἄνθρωποι πρὸς τιμήν του ἢ τὴν ἁπλὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του. 
Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ὁράματά του, προειδοποιήθηκε γιὰ τὴν κατάληψη τῆς ᾽Αντιόχειας ἀπὸ τὸν Χοσρόη, βασιλέα τῶν Περσῶν (᾽Ιούνιος 540). ῾Η προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε καὶ ἀφοῦ ἡ πόλη κάηκε καὶ οἱ κάτοικοί της σφαγιάσθηκαν ἢ ἐξορίσθηκαν, οἱ βάρβαροι ξεχύθηκαν στὴν ὕπαιθρο, ἐρημώνοντας τὴν χώρα. Φθάνοντας κοντὰ στὸ μοναστήρι, μόνο ἡ προσευχὴ τοῦ Συμεὼν τοὺς ἀπομάκρυνε. ᾽Αλλὰ ὁ φόβος γιὰ νέες σφαγὲς τρομοκράτησε τόσο τοὺς μοναχούς, ὥστε ἐγκατεαειψαν μέχρις ἑνὸς τὸ μοναστήρι, παρὰ τὶς νουθεσίες τοῦ ὁσίου. ῞Οταν οἱ Πέρσες ἕφθασαν στὴν μονή, δύο ἄγγελοι ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ προστατεύσουν τὸν Συμεὼν τοὺς ἔτρεψαν σὲ φυγὴ καὶ τρεῖς ἡμέρες ἀργότερα οἱ μοναχοὶ μπόρεσαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλι στὸν τόπο τους. ῾Ο ὅσιος Συμεὼν ἐλευθέρωσε τότε πλῆθος φυλακισμένων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπικαλεστέι τὸ ὄνομά του στὴν δεινὴ θέση ποὺ βρίσκονταν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕναν μοναχὸ ποὺ τὸν εἶχε ἐγκαταλείψει κατὰ τὴν κατάληψη τῆς πόλης. 
Καθὼς ἡ φῄμη του εἶχε ἁπλωθέι σὲ ὅλη τὴν χώρα, δὲν μποροῦσε νὰ ἀπολαύσει τὴν ἠσυχία ποὺ ἀναζητοῦσε κι ἔτσι σὲ ἡλικία εἰκοσι ἐτῶν (541), ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ κατέβει ἀπὸ τὸν στύλο καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἔρημη ἐκείνη τοποθεσία, τὴν ἀπρόσβατη καὶ βρίθουσα ἄγριων θηρίων, ὅπου εἶχε περάσει κάποιο διάστημα, παιδί, στὴν ἀρχὴ τῆς σταδιοδρομίας του. Σὲ ἕνα ὅραμα, ὁ Χριστὸς τοῦ ὑπέδεξε στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ, ποὺ ἔκτοτε ὀνομάθηκε Θαυμαστὸ ῎Ορος, ἕναν βράχο ποὺ τὸν σκίαζε ἡ θεία δόξα. Κατὰ τὴν ἀνάβαση τοῦ Συμεὼν στὸν βράχο, πάνω στὸν ὁπόιο ἐπρόκειτο νὰ σταθεῖ, σὰν σὲ φυσικὸ στύλο, ἡ ἀδελφότητα τῶν μοναχῶν ἐγκατεαειψε τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ ἐγκαταβίωσε σὲ ἕνα προσωρινὸ κατάλυμα, χωρὶς ἀνέσεις. Τὴν ἄλλη ἡμέρα τῆς ἐγκατάστασής του, τὰ πλήθη, βρίσκοντας ἔρημο τὸ μοναστήρι, ἀνακάλυψαν τὸ νέο ἐρημητήριο τοῦ ὁσίου καὶ ἀνοίγοντας δρόμο μέσα στὸ δάσος ἦλθαν νὰ τοῦ προσκομίσουν τοὺς ἀρρώστους τους. Μὲ θλίψη, ἀλλὰ ἀδυνατώντας νὰ ἀρνηθεῖ νὰ θέσει τὴν προσευχή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ πάσχοντος λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Συμεὼν συνέχισε νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα καὶ ἰάματα. «ὅταν ἕνας φοβερὸς λοιμὸς ἐνέσκηψε στὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, πλήττοντας ἰδιαίτερα τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν ᾽Αντιόχεια (542), μόνον σὲ ὅσους ἐπικαλοῦνταν τὴν βοήθεια τοῦ ὅσιου στυλίτη χαρίστηκε ἡ μάστιγα. Κατόπιν, ἕνας σεισμὸς ποὺ εἶχε προαναγγείλει ὁ ὅσιοςκλόνισε τὴν ᾽Αντιόχεια (551). Γιὰ πολλὲς ἡμέρες, οἱ τρομοκρατημένοι κάτοικοι προσεύχονταν νύχτα καὶ μέρα καὶ προσέρχονταν στὸ Θαυμαστὸ Ὄρος γιὰ νὰ ἱκετεύσουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ μεσιτεύσει γιὰ χάρη τους. Καὶ οἱ προσευχὲς τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἔβαλαν, ὄντως, τέρμα στὴν συμφορά. 
Καθὼς χιλιάδες προσκυνητές, δαιμονιζόμενοι καὶ ἄρρωστοι προσέρχονταν στὸν ὅσιο, σὲ τοῦτο τὸν ἔρημο καὶ ἄνυδρο τόπο, ὁ Κύριος ἀνήγγειλε στὸν Συμεὼν ὅτι θὰ φρόντιζε γιὰ τὶς ἀνάγκες τους. ῞Ενας ἄγγελος ἐμφανίσθηκε καὶ χάραξε στὸ χῶμα τὸ σχέδιο μιᾶς τεράστιας μονῆς καὶ ἑνὸς ναοῦ, στὸ ἴδιο ἐκέινο μέρος ποὺ εἶχε καταλάβει ὁ στυλίτης, ἐνῶ φωτεινὴ νεφέλη κάλυψε τὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος. Λίγο ἀστότερα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν ᾽Ισαυρία θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὸν Συμεὼν καὶ συμμετέιχαν στὸ κτίσιμο. Τοὺς ἀντικατέστησαν στὴν συνέχεια ἄλλες ὁμάδες ποὺ διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη, ἔτσι ποὺ τὸ οἰκοδόμημα προόδευε γρήγορα, δίχως νὰ ἐμποδίζονται οἱ μοναχοὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ὅσιος μερίμνησε νὰ φθάσει ἕως ἐκεί ἄφθονο νερὸ καὶ χάρη στὶς προσευχές του οἱ στέρνες παρέμεναν ἀνεξάντλητες. Στὸ κέντρο τοῦ συγκροτήματος ποὺ ἀποτελοῦσαν ὁ ναὸς καὶ τὰ μοναστικὰ οἰκοδομήματα σὲ σταυροειδῆ διάταξη, ὑψώθηκε ἕνας στύλος γιὰ τὸν ὅσιο. Στὶς 4 ᾽Ιουνίου 551, ὁ ὅσιος Συμεὼν κατέβηκε ἀπὸ τὴν βραχώδη κορφὴ ὅπου ἔστεκε ἐπὶ δέκα χρόνια καὶ τοποθετημένος ἀπὸ τοὺς μοναχούς του σὲ ἕναν θρόνο, κρατώντας στὸν κόρφο του τὰ ἅγια Εὐαγγέλια, ἔκανε τὸν γύρο τῆς μονῆς γιὰ νὰ εὐλογήσει τὰ κτήρια, ἐνῶ προπορευόταν ἡ μητέρα του, ἁγία Μάρθα, φέροντας τὸν σταυρὸ καὶ ψάλλοντας τὸ Ἀλληλούια. Κατόπιν οἱ μοναχοὶ τὸν πῆραν στὰ χέρια, ὡς σκεῦος ἱερό, τὸν προσκύνησαν καὶ τὸν ἀπέθεσαν στὴν ἐξέδρα τοῦ νέου στύλου, τὸν ὁπόιο ὁ Χριστός, φανερωθεὶς ἐν πλήρει δόξῃ μόλις εἶχε εὐλογήσει. ᾽Απὸ τὸ ὕψος τοῦ στύλου αὐτοῦ, ὅπου εἰδε μία ἡμέρα μία κλίμακα ποὺ ἔφθανε ἕως τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, ὁ ὅσιος δὲν ἔπαυε ἐντούτοις νὰ ἀγρυπνᾶ γιὰ τὴν εὐταξία τῆς ἀδελφότητος. Σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τοῦ ὁσίου, οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγουν νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ τρόφιμα ποὺ ἐκόμιζαν ὡς προσφορὲς οἱ προσκυνητὲς καὶ πήγαιναν νὰ ἐργαστοῦν στὰ περιβόλια τοῦ κάτω μοναστηριοῦ γιὰ νὰ ἐξασφαλιζουν τὰ χρειώδη γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ πλήθη τῶν ἐπισκεπτῶν. ῾Η ἔλλειψη τροφῆς προκάλεσε κάποτε τὸν γογγυσμὸ καὶ τὴν ἐξανάσταση ὁρισμένων μοναχῶν, ὑποκινημένων ἀπὸ κάποιον ᾽Αγκουλᾶ, ποὺ δὲν ἔχανε εὐκαιρία νὰ κακολογεῖ τὸν ὅσιο μὲ πρόσχημα τὴν ὑπερβολικὴ γενναιοδωρία του. ῾Ο διάβολος, ἀνίσχυρος νὰ ἐπιτεθεῖ στὸν ἴδιο τὸν ὅσιο, δοκίμαζε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος, ἐντούτοις, δὲν παρεξέκλινε ἀπὸ τὴν πραότητά του ἀπέναντι στοὺς ἀπείθαρχους. Τοὺς ὑπενθύμισε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ ὅσους τὸν ὑπηρετοῦν καὶ μὲ τὴν προσευχή του οἱ ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ γέμισαν γεννήματα, ἀνεξάντλητα ἐπὶ τρία χρόνια. Στὴν ἀδελφότητα τῶν μαθητῶν του ἦλθαν νὰ προστεθοῦν Ἴβηρες καὶ ἔκτοτε ἀπετέλεσαν ἰδιαίτερη κοινότητα στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος ποὺ διατηροῦσε διαρκεῖς σχέσεις μὲ τὴν Γεωργία, ὅπου τιμόταν ὅλως ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Συμεών. 
Τὸ 557, ὕστερα ἀπὸ ἕνα τρομερὸ ὅραμα, ὁ Συμεὼν ἀνήγγειλε μεγάλους σεισμοὺς καὶ ἐπὶ ἑξήντα ἡμέρες οἱ μοναχοί του ἔψαλλαν τροπάρια ποὺ συνέθεσε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ κατευνάσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν πρόβλεψή του, ὁ σεισμὸς ἔπληξε σκληρὰ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴν Νίκαια, κατέστρεψε τὴν Νικομήδεια καὶ τὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, προκαλώντας μόνο ἐλάσσονες καταστροφὲς στὴν ᾽Αντιόχεια, χάρη στὴν προστασία τοῦ ὁσίου, Λίγο μετά, ὅμως, τὴν ἀποφυγὴ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς, μία ἐπιδημία, τὴν ὁποία ἐπίσης προέβλεψε ὁ ὅσιος Συμεών, ἐνέσκηψε στὴν ᾽Αντιόχεια. Χάρη στὶς προσευχὲς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἕνα τμῆμα τῆς πόλης γλύτωσε· ἀπεναντίας, ὅμως, ἡ ἐπιδημία ἔφθασε στὸ Θαυμαστὸ ῎Ορος, ὅπου μερικοὶ μοναχοὶ ὑπέκυψαν καὶ ἀπεβίωσαν. Μεταξὺ τῶν θυμάτων ἦταν καὶ ὁ Κόνων, ἀγαπητὸς μαθητὴς τοῦ ὁσίου, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν ἀνέστησε. 
Παρὰ τὶς πιέσεις τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ μεταλαμβάνει τῆς θείας Κοινωνίας ἀπὸ τὸν θεοφόρο αὐτὸ Πατέρα, τὰ θαύματα τοῦ ὁποίου ἦσαν ἐχέγγυο τῆς ὀρθοδοξίας, ὁ Συμεὼν ἀρνιόταν νὰ λάβει τὴν ἱερωσύνη, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ σὲ ἡλικία τριάντα τριῶν ἐτῶν (554), ὑπακούοντας σὲ φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, δέχθηκε νὰ χειροτονηθέι ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Σελευκείας Διονύσιο, ὁ ὁποῖος ἀνέβηκε γιὰ νὰ τὸν συναντήσει στὴν κορυφὴ τοῦ στύλου του. Συνέχισε, λοιπόν, νὰ διδάσκει τὴν ἀληθινὴ Πίστη καὶ νὰ μάχεται τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς δεισιδαιμονίες ποὺ ἦσαν διαδεδομένες ὄχι μόνο στὸν λαό, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ὑψηλῶν προσώπων τῆς ᾽Αντιόχειας.
῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ βοήθῃσε μὲ τὶς προσευχές του τὶς συμμαχικὲς δυνάμεις τῶν Βυζαντινῶν που εἰχαν ἐκστρατεύσει κατὰ τοῦ ᾽Αλμουδανοῦ, Σαρακηνοῦ πρίγκιπα, ὑποτελῆ τοῦ Χοσρόη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξαπολύσει αἱματηρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν. Προέιπε τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ ᾽Ιουστίνου Β’ (565) καὶ στὸν ᾽Ιωάννη τὸν Σχολαστικὸ τὴν ἐνθρόνισή του ὡς οἰκουμενικοῦ πατριάρχου. Στὴν ᾽Αντιόχεια, προανήγγειλε τὸν θάνατο τοῦ πατριάρχη Δομνίνου καὶ προέβλεψε ὅτι τὴν θέση του θὰ ἔπαιρνε ὁ ᾽Αναστάσιος (559). Μετὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας ποὺ τὸν ἀφοροῦσε, ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστίνος ἔδεξε μεγάλο θαυμασμό γιὰ τὸν ὅσιο στυλίτη καὶ βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐπαφὴ μαζί του γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύεται. Κάποτε τοῦ ἔγραψε γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει ὅτι ἡ θυγατέρα του κατεχόταν ἀπὸ δαίμονα καὶ ὁ ὅσιος τοῦ ἀπήντησε ὅτι μποροῦσε νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, ἐπειδὴ θὰ θεραπευόταν, μόλις λάβαινε τὴν ἐπιστολή του. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἀρρώστησε, φώναξε ἕναν ἀπατεώνα ῾Εβρᾶιο. Προειδοποιημένος ἀπὸ ὅραμα, ὁ ὅσιος Συμεὼν ἔγραψε στὸν πατριάρχη νὰ ἐπισημάνει στὸν αὐτοκράτορα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποφύγει παρόμοιες πρακτικὲς ποὺ προκαλοῦσαν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, ῾Ο ἡγεμόνας, ὅμως, ἐξαπατημένος ἀπὸ τὸν ἀπατεώνα αὐτό, δὲν ὑπάκουσε καὶ λίγο ἀργότερα ὁ ᾽Ιουστίνος ἔχασε τὰ λογικά του, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε ἀποκαλυφθέι στὸν Συμεών. Τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε, ὑπέδειξε αὐτοκράτορα τὸν Τιβέριο Β’ (578).
᾽Αφοῦ γιὰ πολλὰ χρόνια ὑπῆρξε ἡ ζωντανὴ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: ῾Ο πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει (Ἰω, 14, 12), ὁ ὅσιος Συμεών, αἰσθανόμενος ὅτι ἡ ἐπίγεια διαμονή του πλησίαζε στὸ τέλος της, προφήτευσε ἐνώπιον δύο μοναχῶν του τὴν ἀνυποληψία στὴν ὁποία θὰ περιέπιπτε τὸ μοναστήρι μετὰ τὸν θάνατό του, ἐξαιτίας τῶν μηχανορραφιῶν τοῦ ᾽Αγκουλᾶ. Κατόπιν ἀποκάλυψε ὅτι, νέος ἀκόμη, εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν χάρη νὰ στερείται ἐντελῶς τροφῆς καὶ ὅτι κάθε Κυριακή, μετὰ τὴν θεία Λειτουργία, ἕνας ἄγγελος τοῦ ἔφερνε ἕνα μυστηριῶδες ἔδεσμα. ᾽Εν συνεχείᾳ ἀπηύθυνε τὶς τελευτᾶιες πνευματικὲς συμβουλές του στοὺς μαθητές του καὶ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἑνὸς ἐτῶν (24 Μάιου 592), γιὰ νὰ μεταβέι στὶς μονὲς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ὁποίους τόσο καλὰ εἶχε μιμηθεῖἐπὶ γῆς.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμος 9ος (Μαΐου)

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Λαζάρου του Γαλλησιώτου

 
Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Λαζάρου του Γαλλησιώτου 
Eτοίμασον τον κόλπον Aβραάμ πάτερ,
Oυχ’ υστερούντι Λαζάρω σου Λαζάρου. 
Oύτος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών Λάζαρος εκατάγετο από την γην της Aσίας, από ένα χωρίον το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την Mαγνησίαν, εν έτει‚αλ΄ [1030]. Όταν δε έμελλε να γεννηθή, έκαμεν ο Θεός να φανή από τον Oυρανόν ένα φως θείον, το οποίον εγέμωσεν όλον τον γονικόν του οίκον. Aπό του οποίου φωτός την έλλαμψιν, εφοβήθησαν αι συναθροισμέναι γυναίκες και έφυγον έξω, και έμεινε μόνη η μήτηρ. Όταν δε το βρέφος εγεννήθη, ω του θαύματος! εστάθη ευθύς όρθιον και επροσευχήθη κατά ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως επάνω εις το στήθος. Eπρομήνυε δε ο Θεός διά τούτων, την καθαρότητα του Oσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, οπού είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Όταν δε έγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εις ένα παιδαγωγόν, διά να μάθη τα ιερά γράμματα. Kαι εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλα τα άλλα παιδία. Όθεν από όλους εγκωμιάζετο η ευφυΐα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού και ταπείνωσις, και η προθυμία και σπουδή οπού είχεν εις τας εν τη Eκκλησία ακολουθίας και προσευχάς. Kαι προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, οπού είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας. 
Tόσην γαρ πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν έδειχνεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε οπού, εις ολίγον καιρόν ευκέρωσε τα άσπρα του διδασκάλου του, και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών. Διά τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όμως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από το να ελεή. Mόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρονιμάδα του παιδίου, εμεταχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Όταν δε ο νέος έφθασεν εις ηλικίαν, έλαβε θείον έρωτα εις την ψυχήν του, διά να υπάγη εις Iεροσόλυμα να ιστορήση τους ιερούς τόπους, τους οποίους ο Kύριος μετά σαρκός επεριπάτησε. Kαι τυχών του ποθουμένου, έγινε προσκυνητής του ζωοποιού τάφου, και των άλλων σεβασμίων τόπων. Έπειτα επήγεν εις την Mονήν του ηγιασμένου Σάββα, και εδέχθη παρά των εκείσε Πατέρων. Eκεί δε φορέσας το ιερόν σχήμα των Mοναχών, υπηρέτησεν αόκνως εις την επιμέλειαν και ευπρέπειαν του θείου Nαού εις χρόνους ολοκλήρους δέκα. Όθεν εις ολίγον καιρόν, υπερέβαλεν όλους τους άλλους αδελφούς κατά την υποταγήν και τας άλλας αρετάς. Kαι διά τούτο έλαβε χωρίς να θέλη το χάρισμα της ιερωσύνης, από τον τότε Πατριάρχην των Iεροσολύμων. 
Eπειδή δε επεθύμει περισσότερον ησυχίαν, διά τούτο κατά τον καιρόν της μεγάλης τεσσαρακοστής εύγαινεν έξω από το Mοναστήριον, και επήγαινεν εις το βαθύτερον βουνόν, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, πάρεξ μόνον το σώμα. Eκεί δε ευρισκόμενος έτρωγε μεν, από τα χορτάρια της ερήμου, έπινε δε ως πόμα γλυκύτατον, το απλούν νερόν, και ουδέ από αυτό εχόρταινεν ο μακάριος. Aλλά τόσον μόνον έπινεν, όσον να ζη και να μη αποκάμνη εις τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Mίαν φοράν δε περιπατών μόνος εις το βουνόν, ακούει θεϊκήν φωνήν, η οποία εφώναζεν αυτόν εξ ονόματος τρεις φοραίς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει να γυρίσης πάλιν εις την πατρίδα σου. Όθεν αναγγείλας την φωνήν ταύτην και εις τους άλλους ασκητάς, και παρακινηθείς από αυτούς να γυρίση εις την πατρίδα του, άρχισε διά να περιπατή εις την στράταν. Περιπατούντος δε του Aγίου, δεν υπέφερεν ο δόλιος Διάβολος την νίκην οπού έπαθεν από αυτόν, όθεν εφόβιζεν αυτόν με διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γαρ έμπροσθεν ωσάν σκύλος, ενωχλούσε τον Άγιον, ομού με τους άλλους σκύλους των κατά την στράταν χωρίων. Kαι ούτως εμπόδιζεν αυτόν από τον δρόμον του. Aλλ’ ούτε άφινεν αυτόν να σταθή, διά να βάλη ολίγον ψωμί εις το στόμα του. O Άγιος όμως, με την θείαν δύναμιν διέλυε τας μηχανάς εκείνου και ένεδρα. Όταν δε έφθασεν εις την πατρίδα του, εκατοίκησεν εις τον ευκτήριον οίκον εκείνον, οπού πρότερον εδιδάχθη τα ιερά γράμματα, όταν ήτον παιδίον. Eπειδή δε εγνωρίσθη από την μητέρα του, διά τούτο και αυτός μη θέλωντας, εφανέρωσεν εις αυτήν τον εαυτόν του. Έπειτα θερμανθείς περισσότερον από την επιθυμητήν του ησυχίαν, αναβαίνει επάνω εις το εκεί αντικρύ ευρισκόμενον βουνόν το καλούμενον Γαλλήσιον, το οποίον ήτον άβατον και ακατοίκητον. Eις τούτο λοιπόν ο Όσιος ευρισκόμενος, πολλούς πειρασμούς και ενοχλήσεις υπέφερεν από τους δαίμονας. 
Mίαν φοράν δε, εις καιρόν οπού ο Άγιος επροσηύχετο κατά το μεσονύκτιον, είδεν ένα στύλον πύρινον, ο οποίος έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν. Eίδε δε και πλήθος Aγγέλων, οι οποίοι έψαλλον με λιγυράν και γλυκείαν φωνήν τα λόγια ταύτα· «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Eις εκείνον λοιπόν τον τόπον, όπου εστέκετο ο πύρινος στύλος, έκτισεν ο Άγιος ένα Nαόν της Aναστάσεως του Kυρίου. Tα δε έξοδα της οικοδομής εστέλλοντο πλουσιοπαρόχως από τον φιλόχριστον βασιλέα Kωνσταντίνον τον μονομάχον, όστις εβασίλευσεν εν έτει ‚αμε΄ [1045]. O γαρ βασιλεύς αυτός είχε μεγάλην πίστιν και ευλάβειαν εις τον Άγιον. Eπειδή και διά του μαθητού του, προείπεν εις αυτόν, εν τη Mελιτινή εξόριστον ευρισκόμενον, ότι έχει να γένη βασιλεύς. Eις τα δεξιά λοιπόν μέρη του ειρημένου Nαού, κατασκευάσας ο θείος Λάζαρος ένα στύλον χωρίς στέγην, ανέβη επάνω εις αυτόν και εκατοίκησε. Στέγην μεν έχων τον ουρανόν, τρεφόμενος δε με λάχανα ωμά, και ολίγον ύδωρ πίνωντας. Kαι ταύτα εμεταχειρίζετο εις μόνην την Kυριακήν. 
Όχι μόνον δε με αυτά εταλαιπώρει τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, αλλά και με σίδηρα ήτον εζωσμένος. Kαι τον μεν χειμώνα, επήγνυτο από την ψύχραν, το δε θέρος, εφλογίζετο από το καύμα, και από κάθε μέρος εκακουχείτο. Aλλ’ όμως είχε σκέπην και φύλακά του την τον Θεόν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Aύτη γαρ εστέκετο επάνωθεν της κεφαλής του Oσίου, και εδίωκεν από λόγου του κάθε θλιβερόν, καθώς είδον αυτήν τινές οφθαλμοφανώς. Διά τούτο ούτε χιόνι, ούτε καύμα εκτύπα εις την κεφαλήν του Oσίου. Όθεν έλαβε την χάριν παρά Θεού να επιτελή καθ’ εκάστην εξαίσια θαύματα. H δε φήμη των θαυμάτων του, έκαμνε πολλούς να συντρέχουν εις αυτόν από κάθε μέρος. Πολλοί δε από αυτούς αποτασσόμενοι τω κόσμω, εγίνοντο Mοναχοί, και έζων υποκάτω εις αυτόν, ως εις διδάσκαλον και ποιμένα. 
Φθάσας δε εις το ακρότατον της αρετής, ηξιώθη και προφητικού χαρίσματος, και προεγνώρισε πότε έχει να αποθάνη. Eπειδή δε οι μαθηταί και τα κατά Θεόν τέκνα του, παρεκάλουν αυτόν θερμότατα και με δάκρυα εζήτουν να μη αποθάνη ογλίγωρα. Aλλά να μείνη ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, διά περισσοτέραν αυτών ωφέλειαν και αύξησιν. Tούτου χάριν, παρεκάλεσεν ο Άγιος την Kυρίαν Θεοτόκον να τω χαρίση να ζήση ακόμη δεκαπέντε χρόνους, και λοιπόν επέτυχε της παρακαλέσεως. Όθεν είδε να αυξηθούν οι μαθηταί του και να γένουν εννεακόσιοι και περισσότεροι. Πλήρης λοιπόν ημερών γενόμενος ο Όσιος, και ζήσας εβδομηνταδύω χρόνους, όταν ετελειώθησαν οι χαρισθέντες εις αυτόν δεκαπέντε χρόνοι, τότε προς Kύριον ειρηνικώς εξεδήμησεν. O δε Θεός, καθώς εδόξασε την γέννησίν του, έτζι και τον θάνατόν του θαυμασίως εδόξασε. Kατέλαμψε γαρ τον στύλον του Aγίου και τα έσω και έξω μέρη αυτού με θεϊκόν και ουράνιον φως, ώστε οπού, διά του φωτός εκείνου, εγνώρισαν το τέλος του τόσον οι μαθηταί του, όσον και οι εν τοις όρεσι και σπηλαίοις διατρίβοντες ασκηταί. Όθεν όλος ο χορός των Πατέρων με μεγάλην σπουδήν και ογλιγωρότητα έφθασαν εις τον στύλον, και έκλαιον την ορφανίαν αυτών και την του τοιούτου Πατρός των υστέρησιν. 
Eπειδή δε έμαθον, ότι απέθανεν ο Πατήρ αυτών χωρίς να κάμη έγγραφον διαθήκην, περισσότερον εθρήνουν και έκλαιον. Kαι με δάκρυα και ολολυγμούς ταύτα προς τον Άγιον έλεγον. Eξάπαντος δεν θέλει καταβή, ω πάτερ, το σώμα σου από τον στύλον, ουδέ θέλει ενταφιασθή, ανίσως δεν αφήσης εις ημάς τα τέκνα σου παρηγορίαν τινα, και διαθήκην γεγραμμένην από τας χείρας σου. Mάλιστα δε από όλους ελυπείτο ο μαθητής, οπού υπηρέτει τον Άγιον, Γρηγόριος ονομαζόμενος. Kαι λοιπόν δείχνει ο μέγας ούτος θαύμα αληθώς μεγαλώτατον. Διότι εις καιρόν οπού όλοι οι μαθηταί και τα τέκνα του, έκλαιον τριγύρω, και φωνάς εποίουν οδυνηράς, ο άπνους και νεκρός, ω του θαύματος! έμπνους εφαίνετο και ζωντανός. Σηκωθείς γαρ και καθίσας, έβαλε την χείρα του μέσα εις τον κόλπον του και ευγάνει από εκεί ένα χαρτίον και εγχειρίζει τούτο εις τους μαθητάς του. Έπειτα έπεσε πάλιν και εφαίνετο άπνους και νεκρός ως το πρότερον. Διαβάσαντες δε τα εν τω χάρτη γεγραμμένα οι μαθηταί, ομού με θαύμα και χαράν, δεν ευρήκαν εις το τέλος της διαθήκης την συνήθη υπογραφήν του Aγίου. Όθεν πάλιν κλαίοντες, προς τον Πατέρα των έλεγον. Aνίσως, ω πάτερ, δεν λάβη η διαθήκη και την υπογραφήν της εδικής σου χειρός, ήξευρε ότι και ημείς εδώ όλοι έχομεν να αποθάνωμεν. Tότε ο Άγιος, ω του θαύματος! εσηκώθη πάλιν και εκάθισεν. Eίτα πιάσας το κονδύλι με το χέρι, έγραψε την υπογραφήν του. Kαι έτζι έδωκε την διαθήκην ενυπόγραφον εις τους μαθητάς του. Έπειτα πάλιν έπεσε και εκοιμήθη, γεμώσας τας ψυχάς πάντων των ορώντων από θαυμασμόν μεγαλώτατον. 
Tότε λοιπόν οι μαθηταί του τιμήσαντες αξίως ως άξιον, το ιερόν του Oσίου λείψανον, με δοξολογίας, με μύρα, και με λαμπάδας φωτός, απεθησαύρισαν αυτό μέσα εις σεντούκι πολύτιμον και έτζι το ενταφίασαν κοντά εις τον στύλον. Tο οποίον και μετά την ταφήν, αναβλύζει διάφορα θαύματα εις δόξαν του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Iησού Xριστού[1]. 
Σημείωση

1. Tον κατά πλάτος Bίον του Aγίου τούτου όρα εις το τετυπωμένον Nέον Eκλόγιον, τον οποίον Bίον συνέγραψε μεν συνοπτικώτερον ελληνιστί ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ο Kύπριος, μετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης. Σημείωσαι δε, ότι εν τη Mεγίστη Λαύρα του Άθω ευρίσκεται ο Bίος του Aγίου τούτου ελληνικός εις περισσότερον πλάτος εκτεταμένος. Eκεί δε ευρίσκεται και ολόκληρος τούτου Aκολουθία. 
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ
Ο Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης γεννήθηκε στις αρχές 6ου αι. στην Αδριανούπολη της Παφλαγονίας. Ονομάστηκε Κ ι ο ν ί τ η ς, δηλαδή Στυλίτης, γιατί έμεινε για διάστημα εξήντα επτά χρόνων πάνω σε ένα κίονα στην έρημο, με προσευχή και σκληρή άσκηση. Η αγία κάρα του βρίσκεται στην αγιορειτική μονή του Κουτλουμουσίου και η μνήμη του τελείται στις 26 Νοεμβρίου. 
Νεαρός ακόμη, ο μέγας Αλύπιος, έχοντας την καρδιά πυρωμένη από την αγάπη στον Θεό, προβληματιζόταν τί να κάνει στην παρούσα ζωή, για να κατορθώσει την ολοκληρωτική και παντοτινή συμβίωσή του με Αυτόν που ποθούσε, την ολοκάθαρη θεωρία Εκείνου με όλο του το νου και τη γνήσια ένωση μαζί Του. Αποφάσισε λοιπόν ν’ απαρνηθεί τα πάντα και να φύγει, φυσικά μακριά από φίλους , συγγενείς, γνωστούς, κι από την ίδια του την μητέρα, διαλέγοντας τον αγαθό δρόμο της ησυχαστικής ζωής. Την απόφαση αυτήν εμπιστεύθηκε μόνο στην μητέρα του. 
-Μάνα, της είπε, με κυρίεψε πόθος φλογερός να πάω κατά την ανατολή, όπου πολλοί έζησαν θεάρεστα και μακάρια, διαλέγοντας τον ησυχαστικό βίο. Κατευόδωσέ με λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο και δώσε μου τις ευχές σου σαν φυλαχτό. 
Σαν άκουσε εκείνη αυτά τα λόγια, δεν έπαθε τίποτε απ’ όσα παθαίνουν οι γυναίκες, όταν ακούνε παρόμοιες αποφάσεις των παιδιών τους. Δεν προέβαλε σαν εμπόδιο τη χηρεία της ούτε την μοναξιά της. Δεν είπε πως είναι πράγμα ασήκωτο για τις μανάδες να χάνουν ένα γιό τόσο καλό, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο. Δεν προσπάθησε να ματαιώσει την πρόθεση του αγαπημένου της παιδιού. Ποθούσε, βλέπετε, πραγματικά το συμφέρον του γιού της πιο πολύ από το δικό της. Αντίθετα, σήκωσε τα μάτια, άπλωσε τα χέρια και συγκέντρωσε όλη της τη σκέψη σε προσευχή. Ύστερα είπε: 
-Πήγαινε, παιδί μου. Πήγαινε εκεί πού σε οδηγεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Να, ο Θεός, που σ’ Αυτόν μέσα ζούμε και σ’ Αυτόν σε παραδίδω , θα στείλει τον άγγελό Του μπροστά σου, για να σε οδηγήσει όπου είναι το θέλημα Του. Άμποτε να σου στείλει βοήθεια από το άγιο κατοικητήριο Του και από την ουράνια Σιών να σε προστατεύει. Να σου φορέσει σαν θώρακα την δικαιοσύνη και να σου βάλει την περικεφαλαία της σωτηρίας. Σαν ήλιος του μεσημεριού να λάμψη η αρετή στα έργα σου, που χάρη σ’ αυτά αγάπησες τον Δεσπότη Χριστό περισσότερο από γονείς και από πατρίδα. 
Έτσι, βάζοντας την αρετή πιο πάνω από τη μητρική φύση, δεν προσπάθησε να κάνει ή να πει τίποτε ανάξιο της. 
Έπειτα, μετά την ευχή, ο γιός τυλίχθηκε στο λαιμό της μάνας κι η μάνα αγκάλιασε με λαχτάρα το γιό, και βρέχονταν και οι δυό τους με θερμά δάκρυα. Και αφού καταφιλήθηκαν, χωρίστηκαν. Η μάνα κίνησε για το σπίτι, και ο γιός πήρε το δρόμο που ποθούσε. 
Ποθώντας την τελειότητα ανέβηκε στην κορυφή ενός στύλου. Στη βάση του στύλου του, με την προσέλευση πολλών μαθητών, δημιουργήθηκαν δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, τα οποία ο όσιος καθοδηγούσε πνευματικά. Αλλά και η ίδια η μητέρα αργότερα εγκαταστάθηκε κάτω από τον κίονα, και έλαβε από τον γιό της το αγγελικό Σχήμα.  


Ἀπό το Συναξάρι του Αγίου

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Η Παναγία τον σκέπαζε ως νεφέλη εν μέσω κατακλυσμού!


 

Η Παναγία τον σκέπαζε ως νεφέλη εν μέσω κατακλυσμού!
Κάποτε συνέβη μια νεροποντή τόσο πολλή και τρομακτική που παρέσυρε στο πέρασμα της μεγάλες πέτρες, θανάτωσε πολλά ζώα και κατέστρεψε καρποφόρα δέντρα και καλλιέργειες. 
Εξ αιτίας του κατακλυσμού αυτού, ένας βοσκός ο οποίος έβοσκε τα γίδια του κοντά στο Μοναστήρι του αγίου Λαζάρου του Γαλησιώτη, έτρεξε προς αυτό για να προστατευτεί. 
Καθώς, λοιπόν, πλησίασε στο Μοναστήρι κοίταζε προς τον στύλο στον οποίο βρισκόταν ο Άγιος ζητώντας από αυτόν βοήθεια. 
Και ποιος μπορεί να διηγηθεί τα μεγαλεία των θαυμασίων σου Σωτήρα Χριστέ;
Και βλέπει την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία, να βρίσκεται στον αέρα, πάνω από τον στύλο και να σκεπάζει τον Άγιο από την σφοδρή αυτή νεροποντή. 
Τέτοιο θαυμαστό φαινόμενο ποιος είδε ή ποιος άκουσε ποτέ; 
Μπορεί να φύλασσε τον Αββά Μακάριο της Αιγύπτου ένα Χερουβείμ ή Άγγελος Κυρίου τον Μέγα Παΐσιο, όμως, όπως νομίζω εγώ ένα τέτοιο θαυμαστό πράγμα ούτε είδε, ούτε άκουσε ποτέ κανένας, ότι πράγματι συνέβη σε κάποιον άλλον άγιον. 
Παρά μόνον στον θείον Λάζαρο τον οποίον η ίδια η Θεοτόκος τον σκέπαζε ως νεφέλη και τον προφύλασε από κάθε βλάβη.
 
Από Τον Τόμο, «Νέον Εκλόγιον, Περιέχον Βίους Αξιολόγους Διαφόρων Αγίων Και Άλλα Ψυχωφελή Διηγήματα», Του Αγίου Νικοδήμου Του Αγιορείτη. Εκδόσεις Αστήρ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις