Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΛΑΖΑΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΛΑΖΑΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Σάββατο του Λαζάρου


ΤΡΙΩΔΙΟΝ
ΣΑΒΒΑΤΟΝ ΠΡΟ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ 

Στιχηρὰ Ἰδιόμελα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου 
Ἦχος πλ. β'
Ποίημα Λέοντος τοῦ Βασιλέως
Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ἰδεῖν, ὁ μέλλων γνώμῃ τάφον οἰκεῖν, ἐπηρώτας· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν, μαθὼν δὲ ὃ οὐκ ἠγνόεις, ἐφώνεις ὃν ἐπόθεις· Λάζαρε δεῦρο ἔξω, καὶ ἐπήκουσεν ὁ ἄπνους, τῷ πνοὴν αὐτῷ διδόντι, σοὶ τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ἰδεῖν, ὁ μέλλων γνώμῃ τάφον οἰκεῖν, ἐπηρώτας· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν, μαθὼν δὲ ὃ οὐκ ἠγνόεις, ἐφώνεις ὃν ἐπόθεις· Λάζαρε δεῦρο ἔξω, καὶ ἐπήκουσεν ὁ ἄπνους, τῷ πνοὴν αὐτῷ διδόντι, σοὶ τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ τετραημέρου, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθες Λαζάρου, καὶ ἐπὶ φίλῳ δάκρυα ῥάνας, νεκρὸν τετραήμερον ἤγειρας, ὁ στάχυς τῆς ζωῆς· διὸ θάνατος ἐδέθη φωνῇ, τὰ σπάργανα ἐλύθη χερσί· τότε χαρᾶς ἐπληροῦτο, τὸ στῖφος τῶν Μαθητῶν, καὶ μία παρὰ πάντων, ἐλειτουργεῖτο συμφωνία· Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ τετραημέρου, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθες Λαζάρου, καὶ ἐπὶ φίλῳ δάκρυα ῥάνας, νεκρὸν τετραήμερον ἤγειρας, ὁ στάχυς τῆς ζωῆς· διὸ θάνατος ἐδέθη φωνῇ, τὰ σπάργανα ἐλύθη χερσί· τότε χαρᾶς ἐπληροῦτο, τὸ στῖφος τῶν Μαθητῶν, καὶ μία παρὰ πάντων, ἐλειτουργεῖτο συμφωνία· Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, ἡ φωνή σου κατέλυσε, τοῦ ᾍδου τὰ βασίλεια, καὶ ὁ λόγος τῆς ἐξουσίας σου, ἤγειρεν ἐκ τάφου τετραήμερον, καὶ γέγονεν ὁ Λάζαρος, τῆς παλιγγενεσίας, προοίμιον σωτήριον. Πάντα δυνατά σοι Δέσποτα, τῷ πάντων Βασιλεῖ, δώρησαι τοῖς δούλοις σου, ἱλασμὸν καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, πιστῶσαι θέλων τοὺς Μαθητάς σου, τὴν ἐκ νεκρῶν σου Ἔγερσιν, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου παραγέγονας, καὶ φωνήσαντός σου τοῦτον, ὁ ᾍδης ἐσκυλεύθη, καὶ ἀπέλυσε τὸν τετραήμερον, βοῶντά σοι· Εὐλογημένε Κύριε δόξα σοι.
Ἦχος πλ. β'
Κύριε, παραλαμβάνων τοὺς Μαθητάς σου, ἐν Βηθανίᾳ παρεγένου, ἵνα ἐγείρῃς τὸν Λάζαρον, καὶ δακρύσας ἐπ αὐτόν, νόμῳ φύσεως ἀνθρωπίνης, ὡς Θεός, τοῦτον τετραήμερον ἥγειρας, καὶ ἐβόα σοι Σωτήρ· Εὐλογημένε Κύριε δόξα σοι.
 
Δόξα...
Ἦχος πλ. δ'
Ἰδιόμελον
Ἐπιστὰς τῷ μνήματι Λαζάρου ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, καὶ φωνήσας τὸν νεκρόν, ὡς ἐξ ὕπνου ἐξανέστησας, ἀπεσείσατο τὴν φθορὰν τῆς ἀφθαρσίας τῷ πνεύματι, καὶ συνεξῆλθε τῷ λόγῳ, δεδεμένος κειρίαις. Πάντα δύνασαι, πάντα σοι δουλεύει Φιλάνθρωπε, πάντα σοι ὑποτέτακται, Σωτὴρ ἡμῶν δόξα σοι.
 
Καὶ νῦν...Ἕτερον Ἰδιόμελον
Ἦχος πλ. δ'
Ἀνδρέου Τυφλοῦ
Τὴν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, βοήσωμεν· Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρὶς ἡ τοῦ Λαζάρου, χαίρετε Μάρθα καὶ Μαρία, αἱ τούτου ἀδελφαί, αὔριον Χριστός παραγίνεται, ζωῶσαι ῥήματι, τὸν τεθνεῶτα ἀδελφόν· οὗ φωνῆς ἀκούσας, ὁ πικρὸς καὶ ἀκόρεστος ᾍδης, φόβῳ τρομάξας, καὶ μέγα στενάξας, ἀπολύσει Λάζαρον, κειρίαις ἐσφιγμένον, οὗ τῷ θαύματι, δῆμος Ἑβραίων ἐκπλαγείς, μετὰ βαΐων καὶ κλάδων, αὐτῷ προσυπαντήσουσι, καὶ ὀφθήσονται εὐφημοῦντες παῖδες, ὃν φθονοῦσι πατέρες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

Σάββατο 8 Απριλίου 2023

Στην ανάσταση του δικαίου Λαζάρου - Θεοφάνους του Κεραμέως


Στην ανάσταση του δικαίου Λαζάρου  
Αρχιεπίσκ. Ταυρομενίου Θεοφάνους του Κεραμέως.

1. Σήμερα, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης που έπεσε στο στήθος του Χριστού, μας παραθέτει πλούσιο τραπέζι, κι αυτό είναι η ανάσταση του δικαίου Λαζάρου. Και ως άρτο βέβαια παραθέτει τη διήγηση της ιστορίας, κι αντί για καρυκεύματα γλύκανε το τραπέζι με θεολογικές έννοιες. Εντείνοντας, λοιπόν και την ακοή και τη διάνοια, ως καλοί ομοτράπεζοι, ας απολαύσουμε με πολλή όρεξη τα πνευματικά εδέσματα. Η λεπτομερής βέβαια διήγηση του θαύματος χρειάζεται πολύν καιρό και λόγο. Εμείς όμως αφήνοντας τα πολλά, και όσα εξήγησαν οι πριν από εμάς, θα αγγίξουμε τα σπουδαιότερα.

2. Κατά τον καιρό εκείνο «αρρώστησε κάποιος, κι αυτός ήταν ο Λάζαρος από τη Βηθανία, από το χωρίο όπου κατοικούσαν η Μαρία και η Μάρθα» (Ιωάν. ια΄). Εδώ ο Ευαγγελιστής χρησιμοποίησε κάποια ακριβέστερη διήγηση, δηλαδή ανάφερε και το όνομα της κωμοπόλεως, και του αρρώστου και των αδελφών του, πράγμα που δεν το έκανε σε άλλο θαύμα. Και νομίζω ότι από τα στοιχεία αυτά δείχνει ότι είναι διαφορετικός αυτός ο Λάζαρος από τον φτωχό Λάζαρο για τον οποίον διηγήθηκε ο θειότατος Λουκάς στις παραβολές (βλ. Λουκ. ιστ΄ 19-31). Μάλλον, όμως, αυτό έγινε, γιατί υπάρχει συνήθεια στον ευαγγελιστή Ιωάννη, να αρχίζει από τα αισθητά, και να οδηγεί ήρεμα τον λόγο προς τα υψηλότερα, όπως έγινε στη διήγηση για τη Σαμαρείτιδα και για τον τυφλό, έτσι και εδώ τοποθετεί το γεγονός ώστε να εκληφθεί και πνευματικά και ιστορικά. Θα γίνει φανερό, λοιπόν, περισσότερο τι πρέπει να εννοούμε για τον Λάζαρο και την κωμόπολη και τα λοιπά. Θα είναι δε αυτό ολοφάνερο εάν αναφέρουμε τη μετάφραση των ονομάτων στην Ελληνική γλώσσα. Λάζαρος, λοιπόν, μεταφράζεται βοηθούμενος. Βηθανία πάλι σημαίνει οίκος δόξας και υπακοής. Η Βηθανία, λοιπόν, είναι η εικόνα αυτής της υπέργειας λέξης. Διότι σ’ αυτή ο υιός του Θεού, ο Ιησούς, φανέρωσε τη δόξα Του στους ανθρώπους. Ο Λάζαρος πάλι σημαίνει τη δική μας φύση, η οποία είχε ανάγκη της βοηθείας του Θεού. Διότι όταν η φύση μας ασθένησε με την αρρώστια της παρακοής, έπεσε στο κρεββάτι με την αύξηση της αμαρτίας, και παραδόθηκε στον θάνατο της αμαρτίας. Ενώνεται μ’ αυτή τη διδασκαλία και το ότι ο Λάζαρος ήταν φίλος του Κυρίου. Διότι ο Χριστός έλεγε στους ιερούς μαθητές Του: «Εσείς είσαστε φίλοι μου» (Ιωάν. ιε΄ 13). Είναι και το ρητό της αγίας Γραφής που λέει πως από τα φιλήματα του εχθρού είναι προτιμότερα τα χτυπήματα του φίλου (Βλ. Παροιμ. κζ΄ 6). Αυτό μας δίνει να εννοήσουμε ότι ο Θεός είναι φίλος μας, και χτυπήματα είναι η παιδαγωγική τιμωρία της σάρκας που έρχεται για τη σωτηρία μας.

3. «Η Μαρία ήταν εκείνη που αργότερα άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια Του με τα μαλλιά της. Ο Λάζαρος που αρρώστησε ήταν αδελφός της» (Ιωάν. ια΄ 2). Το τι βέβαια σήμαινε το μύρο, και τι η προσφορά του, και το να σφογγίσει τα πόδια με τις τρίχες της κεφαλής, θα αναφερθεί στα επόμενα. Τώρα όμως ας αρχίσουμε την ιστορία. Επειδή, λοιπόν, επρόκειτο μετά από λίγο να αναφέρει την άλειψη με μύρο, προκαταβολικά εδώ αναφέρει για το μέλλον.

4. «Έστειλαν, λοιπόν, οι αδελφές του μήνυμα στον Ιησού, και του έλεγαν: Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος» (Ιωάν. ια΄ 3). Γιατί δεν πηγαίνουν οπωσδήποτε οι ίδιες, και να μεταφέρουν μόνες τους την είδηση; Είχαν μεγάλο θάρρος και μεγάλη οικειότητα προς τον Χριστό. Αυτό βέβαια το έδειξαν και με την πονεμένη εκείνη φράση τους «Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος». Διότι σχεδόν αγανακτούν, και εκπλήττονται που ο φίλος του Δεσπότη αρρώστησε. Και έβλεπαν και τον αδελφό τους να πλησιάζει πολύ τον θάνατο. Δεν πήγαν οι ίδιες προς τον Χριστό γιατί φοβόνταν να μη λείπουν και δεν ακούσουν και δεν δουν για τελευταία φορά τον Λάζαρο. Και ίσως, και το ότι ο Σωτήρας έμενε στην έρημο, τις έφερε σε οκνηρία. Γιατί δεν έμενε ο Χριστός τότε στην πόλη, αλλά στην περιοχή πέρα απ’ τον Ιορδάνη. Παρ’ όλα αυτά όμως ελέγχονται ότι έσφαλαν πολύ που δεν έπραξαν το σωστό και αυτό που έπρεπε. Διότι έπρεπε να ζηλέψουν τη Σουναμίτιδα, η οποία και ενώ ήδη είχε πεθάνει το παιδί της δεν απελπίστηκε ούτε βαρέθηκε να τρέξει προς τον Κάρμηλο (Β΄ Βασ. δ΄ 5).

5. «Ο Ιησούς όταν το έμαθε, είπε: Αυτή η αρρώστια δεν είναι για να φέρει τον θάνατο, αλλά για να φανεί η δύναμη του Θεού, για να φανερωθεί μέσω αυτής η δόξα του Υιού του Θεού» (Ιωάν. ια΄ 4). Και λοιπόν έφτασε στον θάνατο. Πώς όμως είπε «δεν είναι για να φέρει θάνατο»; Το είπε επειδή ήταν σωστό να ονομάσει θάνατο την για λίγο αποβίωση. Επομένως, λοιπόν, πέθανε ο Λάζαρος για να δοξασθεί ο Θεός; Όχι βέβαια. Αλλά ο μεν Λάζαρος κατ’ ανάγκην πέθανε με φυσικό τρόπο, γιατί ο θάνατος είναι ενωμένος με την ανθρώπινη φύση. Ο θάνατος όμως έγινε αιτία για να φανεί η δόξα του Θεού. Διότι εδώ το «ἵνα», δηλαδή «για να», δεν δείχνει την αιτία, αλλά τη συνέχεια. Και πολλές φορές η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί αυτό το σχήμα. Για παράδειγμα ο Προφήτης Ησαΐας λέει: «έχει τυφλώσει τη διάνοιά τους, για να μη βλέπουν όσοι βλέπουν» (Ησ. στ΄ 19, Ιωάν. ιβ΄ 40). Και ο Απόστολος Παύλος λέει: «Μπήκε ο νόμος, για να γίνουν (φανερά) τα πολλά παραπτώματα» (Ρωμ. ε΄ 20). Και σε άλλα μέρη της Αγίας Γραφής θα βρει κανείς το σωστό νόημα από την έκβαση του θέματος. Και δόξα του Θεού εδώ εννοεί αυτήν που θα φανεί από την ανάσταση του νεκρού. Διότι δεν θα ήταν τόσο μεγάλο θαύμα το να θεραπεύσει τον Λάζαρο άρρωστο, όσο το να τον αναστήσει πεθαμένον για να ζήσει. Κατά τρεις τρόπους θεωρείται η ασθένεια. Διότι ασθενής λέγεται αυτός που φεύγει από την πίστη και κατά κάποιον τρόπο κλονίζεται, για τον οποίον λέει ο Απόστολος Παύλος: «Να δέχεσθε όποιον έχει ασθενική πίστη» (Ρωμ. ιδ΄ 1). Ασθένεια είναι και η σωματική αρρώστια, όπως εδώ: «ο αγαπημένος Σου φίλος είναι άρρωστος». Ασθένεια είναι και οι εναντίον των πιστών επιβουλές και οι διωγμοί από τους εχθρούς, όπως είπε ο Κύριος στον Παύλο: «Διότι η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα στην αδυναμία σου» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 9). Πρόσεξε, λοιπόν, πως εδώ αμυδρά φανέρωσε όλα τα είδη των ασθενειών. Το είδος της πίστεως των μαθητών σ’ Αυτόν, και το άστατο των γυναικών, την ασθένεια του Λαζάρου, την επιβουλή των Ιουδαίων, τα οποία, βέβαια, όλα απέβησαν προς δόξαν Του. Διότι, οι μεν μαθητές Του και οι αδελφές του Λαζάρου στερεώθηκαν στην πίστη, και ο πεθαμένος ξανάζησε και επικυρώθηκε το μέσω του Σταυρού μυστήριο. Δόξα του Υιού του ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, φανέρωσε βέβαια και το να αναστήσει τον πεθαμένο Λάζαρο. Διότι δεν ήταν τόσο μεγάλη η δόξα, το να θεραπεύσει αυτόν άρρωστο, όσο το να τον αναστήσει τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του. Με μυστικό όμως τρόπο ο Χριστός επισήμανε τη δόξα του Σταυρού, για την οποία έλεγε: «Τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του ανθρώπου» (Ιωάν. ιγ΄ 31). Διότι το θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου έγινε πρόφαση μεγαλύτερης λύσσας των Ιουδαίων και επιβουλής εναντίον του Σωτήρα. Και όπως εγώ νομίζω, αυτά τα λέει για την ανθρώπινη φύση. Διότι η ασθένεια που συνέβη σ’ όλο το ανθρώπινο γένος με την παρακοή -του Αδάμ- προξένησε τη δόξα της σαρκώσεως του Θεού. Επειδή η συγκατάβασή Του πραγματικά έφερε τόσο μεγάλη δόξα.

6. «Ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της, καθώς και τον Λάζαρο» (Ιωάν. ια΄ 5). Ο μεν Ευαγγελιστής Ιωάννης, επειδή γνώριζε τη διαφορά μεταξύ αγάπης και φιλίας, και ότι στον μεν Θεό, ο Οποίος είναι τέλειος και μάλλον υπερτέλειος, αρμόζει το τέλειο, δηλαδή η αγάπη, και επειδή κι Αυτός είναι η αγάπη, όπως περίτρανα είπε στην Καθολική Επιστολή (Α΄ Ιωάν. δ΄ 8), σ’ εμάς δε περισσότερο ταιριάζει αν έλθουμε στη φιλία Εκείνου. Αυτό γνωρίζοντας αμετακίνητα ο Ευαγγελιστής λέει πως ο Ιησούς αγαπούσε τον Λάζαρο και τις αδελφές του. Όμως η Μάρθα και η Μαρία, επειδή ήταν ακόμη ατελείς, λένε «Ἴδε, ὂν φιλεῖς, ἀσθενεῖ», γιατί δεν γνώριζαν τη διαφορά μεταξύ αγάπης και φιλίας. Το ίδιο και οι Ιουδαίοι όταν είδαν τον Κύριο να δακρύζει είπαν «Ἴδε, πῶς ἐφίλει αὐτόν».

7. «Όταν, λοιπόν, έμαθε ο Ιησούς πως ο Λάζαρος είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο που βρισκόταν δύο ημέρες ακόμη. Μετά, αφού πέρασαν αυτές οι δύο ημέρες, λέει στους μαθητές: Ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία. Του λένε τότε οι μαθητές: Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι γύρευαν να Σε λιθοβολήσουν, κι Εσύ θέλεις να πας πάλι εκεί;» (Ιωάν. ια΄ 6-8). Δύο ημέρες περιμένει ο Χριστός αφήνοντας ελεύθερη τη φύση να ενεργήσει τα δικά της. Ώστε, δίνοντας άδεια στον θάνατο να κρατήσει τον Λάζαρο, να φανεί πιο μεγάλο το θαύμα. Διότι, εάν αμέσως έτρεχε στη Βηθανία, δεν ήταν φυσικό να πεθάνει ο Λάζαρος. Επειδή είναι αδύνατον, όταν είναι εκεί η ζωή, να ενεργήσει ο θάνατος. Οι μαθητές όμως, όταν άκουσαν το «ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία» και φοβούμενοι μήπως ο Διδάσκαλος πέσει στα χέρια των λυσσασμένων Ιουδαίων, δεν αποθρασύνθηκαν να Του αντιμιλήσουν, προσπάθησαν όμως να Τον αποτρέψουν από του να πάει, υπενθυμίζοντας πλαγίως με το «Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι γύρευαν να Σε λιθοβολήσουν, κι Εσύ θέλεις να πας πάλι εκεί;». Και τι απάντησε ο Σωτήρας; Μέσω των αισθητών πάλι, ανεβάζει τον νου τους στα υψηλότερα, λέγοντάς τους:

8. «Δώδεκα ώρες δεν έχει η ημέρα; Αν περπατά κανείς την ημέρα δεν σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως αυτού του κόσμου. Αν όμως περπατά τη νύχτα, σκοντάφτει, γιατί, βέβαια, το φως δεν είναι μέσα του» (Ιωάν. ια΄ 9-10). Αυτό που λέει σημαίνει: Εσείς μεν φοβηθήκατε πολύ, νομίζοντας ότι θα λιθοβοληθώ από τους Ιουδαίους, όμως πέσατε έξω από τον ορθό συλλογισμό. Διότι, εάν η ημέρα διαιρείται σε δώδεκα ώρες, και όποιος περπατά κατ’ αυτήν περνά ομαλά τον δρόμο κάνοντας χωρίς εμπόδια και με ασφάλεια την πορεία του, πώς εσείς φοβηθήκατε για εμένα, που είμαι το φως του κόσμου;

Διότι, εάν το αισθητό φως αυτούς που βλέπουν, τους κάνει να αποφεύγουν τα εμπόδια, πολύ περισσότερο το αληθινό και θείο φως θα είναι ανώτερο από τον λιθοβολισμό. Και αυτό βέβαια είναι το εξωτερικό νόημα του ρητού. Όμως εμείς πρέπει να ερευνήσουμε και το εσωτερικό και απόκρυφο νόημα. Διότι, το ότι ο λόγος κρύβει κάτι το βαθύτερο το δείχνει το παράλογο του πράγματος.

Διότι, ούτε όποιος βαδίζει τη νύχτα αναγκαστικά σκοντάφτει, ούτε καθένας που περπατά την ημέρα μένει χωρίς εμπόδια. Διότι, επειδή τη μεν ημέρα τη διαίρεσε σε ώρες, τη νύχτα όμως μόνο την ανάφερε χωρίς καθόλου να αναφέρει για ώρες, σκιαγράφησε με τον λόγο Του το μέλλον, ονομάζοντας βέβαια ημέρα και φως τον εαυτό Του, καθ’ όσον και οι πιστοί ονομάζονται υιοί φωτός και ημέρας (Εφεσ. ε΄ 8, Β΄ Θεσ. β΄ 3). Και ίσως γι’ αυτήν την ημέρα έλεγε ο Δαβίδ: «Κατά την ημέρα δεν θα φοβηθώ» (Ψαλμ. νε΄ 3). Και για το φως αυτό, είπε ο ίδιος Ευαγγελιστής Ιωάννης, «Το φως φέγγει στο σκοτάδι» (Ιωάν. α΄ 5). Και δώδεκα ώρες είναι οι μαθητές Του, στους οποίους εμπιστεύθηκε το κήρυγμα. Αυτός, λοιπόν, που περνά τον δρόμο του βίου του μέσα στο φως του Σωτήρα και στο κήρυγμα των μαθητών, δεν θα σφάλει. Και φως αυτού του κόσμου ονόμασε και την πίστη προς Αυτόν, επειδή στον κόσμο αυτόν ενεργεί η πίστη. Νύχτα πάλι, που δεν έχει ώρες, είναι το βαθύ σκοτάδι της απιστίας, κατά την οποία εάν κάποιος περπατά, σκοντάφτει και σπάζει τις βάσεις της ψυχής, στη σύγκρουση με τον ακρογωνιαίο λίθο Χριστό, ο Οποίος ονομάσθηκε και λίθος προσκόμματος, δηλαδή πέτρα που επάνω του σκοντάφτουν (Α΄ Πέτρ. β΄ 8). Και λέγοντας αυτά ο Κύριος, κάπως πλάγια αναφέρεται στον Ιούδα, που χωρίς σύνεση λιποτάκτησε και αποσκίρτησε από τις ώρες της νοητής ημέρας, στις οποίες κι αυτός ανήκε, και επειδή βάδισε στο σκοτάδι της φιλαργυρίας, γι’ αυτό και τόσο άθλια σκόνταψε.

9. «Αυτά είπε, κι αμέσως μετά τους λέει: Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε, πηγαίνω όμως να τον ξυπνήσω» (Ιωάν. ια΄ 11). Φανερώνει ο Χριστός την αναγκαστική πορεία του προς τους Ιουδαίους, λέγοντας για την κοίμηση του Λαζάρου. Δείχνει όμως και την ευχέρεια που έχει να αναστήσει τον Λάζαρο και ότι ο θάνατος του συνέβη ως ύπνος, λίγο πιο μακρύς από τον συνηθισμένο. Είπε «ο Λάζαρος κοιμήθηκε». Διότι, δεν είναι και τόσο εύκολο σε κάποιον να ξυπνήσει έναν άλλο που κοιμάται, όσο εύκολο σ’ Εκείνον να αναστήσει τον πεθαμένο. Και είναι συνηθισμένο να ονομάζει «κεκοιμημένον», εκείνον που πρόκειται να ξαναζήσει. Διότι έτσι είπε και για τη μικρή κόρη του Ιαείρου ότι «δεν πέθανε, αλλά κοιμάται» (Λουκ. η΄ 52). Έχοντας άγνοια οι μαθητές ότι ο θάνατος λέγεται ύπνος, είπαν: «Εάν κοιμήθηκε, θα γίνει καλά» (Ιωάν. ια΄ 12)., ίσως έτσι και προφητεύοντας, διότι ο θάνατος έγινε στον Λάζαρο αιτία σωτηρίας.

10. «Τότε, λοιπόν, ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά: Ο Λάζαρος πέθανε» (Ιωάν. ια΄ 12). Αλλά παρατήρησε πως με όλα τα λόγια της ιστορίας σπέρνει τη θεωρία. Διότι όταν έλεγε ότι κοιμήθηκε ο Λάζαρος, τον ονόμαζε φίλο: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε». Όταν όμως είπε, Πέθανε, τον ονόμασε απλώς Λάζαρο. Διότι για τους μεν φίλους του Χριστού ο θάνατος γίνεται ύπνος και ανάπαυση. Σε όσους όμως ο θάνατος είναι ο χωρισμός του σώματος εξ αιτίας του φαύλου βίου, αυτοί είναι ανάξιοι να ονομασθούν φίλοι του Θεού.

11. «Και χαίρομαι για σας… επειδή δεν ήμουν εκεί όταν πέθανε» (Ιωάν. ια΄ 14). Χαίρομαι λέει για χάρη σας. Διότι το να μη βρίσκομαι στη Βηθανία είναι αιτία για μεγαλύτερη πίστη σας. Και είναι φυσικό, διότι εάν ο Χριστός ήταν παρών, θα θεράπευε τον άρρωστο Λάζαρο και το μεγάλο αυτό θαύμα, της εγέρσεώς του, δεν θα γινόταν. Παρατήρησε, λοιπόν, πώς με τον λόγο δείχνει τις δύο φύσεις Του. Με το να πει από μακριά πως «πέθανε ο Λάζαρος», ήταν της θεότητός Του, το να πει πάλι «δεν ήμουν εκεί» της ανθρωπίνης.

12. «Τότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: Ας πάμε κι εμείς, για να πεθάνουμε μαζί του» (Ιωάν. ια΄ 16). Ο μεν πάνσοφος και μέγας Χρυσόστομος λέει, αυτά τα είπε ο Θωμάς δειλιάζοντας και κάπως δυσαρεστημένος. Και επειδή, λέει, Αυτός θα πεθάνει, και κατά κάποιον τρόπο από μόνος Του τρέχει προς τον κίνδυνο, ας εκπληρώσουμε την επιθυμία Του και ας πεθάνουμε μαζί Του. Έτσι, λοιπόν, λέει ο Χρυσόστομος. Όμως ο γλυκός συγγραφέας των μεταφράσεων είπε πως ο λόγος του Θωμά είναι λόγος θάρρους. Επειδή οι άλλοι μαθητές κλονίσθηκαν, ο Θωμάς τους δίνει θάρρος. Εμένα όμως μου φαίνεται ότι μιλά μεν ασθενέστερα από την πίστη που έπρεπε να έχει, όμως βέβαια δείχνει πολλήν την αγάπη προς τον Διδάσκαλο. Διότι ήταν μεν χαρακτηριστικό απιστίας το να θεωρεί ως κάτι φοβερό το να πεισθούν να πάνε μαζί με τον Χριστό, όμως βέβαια ήταν χαρακτηριστικό γενναίας αποφάσεως το να προθυμοποιηθούν να πεθάνουν μαζί με τον Καθηγητή Χριστό. Διότι δίνει θάρρος στους συμμαθητές του να προτιμήσουν τον ίδιο θάνατο με τον Διδάσκαλό τους από του να Τον αποχωρισθούν.

13. «Όταν, λοιπόν, έφθασε ο Ιησούς, ο Λάζαρος βρισκόταν κιόλας τέσσερις ημέρες στο μνήμα» (Ιωάν. ια΄ 17). Περίμενε δυο μέρες, και μετά είπε την είδηση για τον θάνατο του Λαζάρου στους μαθητές Του, και σε άλλες δύο έφτασε Βηθανία. Είδε τον Λάζαρο να βρίσκεται ήδη τέσσερις μέρες στο μνήμα, δείχνοντας πραγματικά ότι έγινε από τον Θεό στους ανθρώπους. Όπως βέβαια σε κάποιες τέσσερις ημέρες, αφού επέτρεψε την ανθρώπινη φύση μας να βρίσκεται στην αναισθησία της ασέβειας, και πάλι την επισκέφθηκε. Ας σκεφτούμε ποιες είναι αυτές οι τέσσερις ημέρες: H πρώτη είναι ο χρόνος από την εποχή του Αδάμ μέχρι που κατακλύσθηκε η γη με νερά. Δεύτερη, ο χρόνος από τότε που δόθηκε νόμος στον Νώε μέχρι του Αβραάμ. Τρίτη ημέρα να θεωρείς τον χρόνο από του Αβραάμ που δόθηκε η εντολή για την περιτομή μέχρι του Μωυσή. Κι αυτήν ως τέταρτη ημέρα την διαδέχτηκε ο Μωσαϊκός νόμος μέχρι του Χριστού. Κατ’ αυτές, λοιπόν, τις τέσσερις ημέρες, η φύση μας είχε κρατηθεί στον τάφο της απιστίας.

14. «Η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε απόσταση μικρότερη από δεκαπέντε σταδίους, δηλαδή από τρία χιλιόμετρα» (Ιωάν. ια΄ 18). Με άριστο τρόπο κάνει σαφή και την απόσταση από τα Ιεροσόλυμα στη Βηθανία, ότι είναι τρία χιλιόμετρα. Δείχνοντας ότι είναι κοντά η κωμόπολη και πολλοί από τους Ιουδαίους θα ερχόταν για παρηγοριά των γυναικών. Γιατί αυτές ήταν ευγενείς και φημισμένες, έχοντας πατέρα τον Φαρισαίο Σίμωνα, και τηρώντας με ακρίβεια τον τρόπο ζωής που ορίζει ο νόμος. Και ήταν αναγκαίο να γίνει αυτό, για να έχει το θαύμα πολλούς μάρτυρες. Ίσως όμως, και επειδή η Βηθανία εννοείται ως ο παρών κόσμος, σύμφωνα με την αλληγορική ερμηνεία, Ιερουσαλήμ πάλι εννοείται η ουράνια μητρόπολη, για την οποία έχουν λεχθεί δοξασμένα λόγια, από την οποία έπεσε η ανθρώπινη φύση στην αμαρτία και νεκρώθηκε. Σ’ αυτήν έφθασε ο Κύριος μετά από τις τέσσερις ημέρες που αναφέραμε πιο επάνω. Δείχνει ακόμη με μυστικό τρόπο και τη διάσταση μεταξύ των πνευματικών και των αισθητών με τα οποία δημιουργηθήκαμε, ή μάλλον τα αίτια τα οποία μας έκαναν να απομακρυνθούμε από το Θεό. Διότι οι ψυχικές δυνάμεις αφού υπέκυψαν ολοκληρωτικά προς τις αισθήσεις, μας απομάκρυναν από την νοητή Ιερουσαλήμ. Και είναι τρεις οι δυνάμεις της ψυχής και πέντε οι αισθήσεις, των οποίων ολοφάνερο σύμβολο είναι τα δεκαπέντε στάδια, όταν τα μετράμε σε τρεις πεντάδες. Και τα δεκαπέντε στάδια γίνονται δύο μίλια, τα οποία σημαίνουν την υλική δυάδα κατά την οποία τα πνευματικά κατοικούν στα νοητά. Είναι πολύ καλό βέβαια να συλλογισθεί κανείς πως επειδή μεταξύ της αναστάσεως του Λαζάρου και της αναστάσεως του Χριστού πέρασαν δεκαπέντε ημέρες -από τις αναστάσεις η μια έγινε στη Βηθανία και η άλλη, του Σωτήρα, έγινε στην Ιερουσαλήμ- τις υπαινίχθηκε αυτές με τα στάδια που απέχουν μεταξύ τους.

15. «Όταν όμως η Μάρθα έμαθε ότι έρχεται ο Ιησούς, πήγε να τον προϋπαντήσει, ενώ η Μαρία έμενε στο σπίτι» (Ιωάν. ια΄ 20). Όμως, γιατί οπωσδήποτε η Μάρθα δεν παίρνει μαζί της την αδελφή της για την προϋπάντηση του Κυρίου; Ήθελε να Τον συναντήσει ιδιαιτέρως, ώστε να μην έλθουν και οι Ιουδαίοι μαζί με τη Μαρία, που θα ερχόταν έτσι κι εκείνοι, οι οποίοι ήταν εχθρικοί προς τον Σωτήρα, και έτσι μόνη κάπως ήσυχα άρπαξε την ευκαιρία της συναντήσεως. Επειδή βέβαια η μεν Μαρία εκλαμβάνεται στη θεωρία, η δε Μάρθα στην πράξη (διότι έτσι το εννόησαν οι πριν από εμάς διδάσκαλοι), δείχνουν ότι η πράξη με τη δράση της πλησιάζει πιο πριν στον Θεό, αν και η γνώση πολλές φορές με την ευαισθησία της προπορεύεται. Τι όμως είπε η Μάρθα προς τον Κύριο όταν τον συνάντησε; «Κύριε, εάν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου» (Ιωάν. ια΄ 21). Βλέπεις, πώς ταλαντεύεται έχοντας αβέβαιη πίστη; Διότι, για το αν ήταν παρών ο Κύριος δεν θα πέθαινε ο αδελφός της, το πιστεύει. Όμως για το ότι ως Θεός ο Χριστός είναι παρών παντού, δεν το πιστεύει. Και όσον αφορά μεν το ένα, το όσα δηλαδή αν ζητήσει από τον Θεό τα λαμβάνει, ομολογεί ότι έχει μικροπρεπές φρόνημα, και το να αναστήσει τον αδελφό της, δεν το πιστεύει. Διότι όταν είπε ο Κύριος «Ο αδελφός σου θα αναστηθεί», απάντησε: «Ξέρω πως θα αναστηθεί όταν θα γίνει η ανάσταση την έσχατη ημέρα» (Ιωάν. ια΄ 23-24). Θα βεβαιωθεί όμως η Μάρθα λίγο μετά και θα Τον ομολογήσει Θεό. Αν και εδώ βέβαια δεν λέει ο Χριστός για τον τρόπο της κοινής ανάστασης της ανθρωπίνης φύσεως, την οποία όπως είπαμε εικονίζει η ανάσταση του Λαζάρου. Διότι η ανθρώπινη φύση θα αναστηθεί οπωσδήποτε κατά την έσχατη ημέρα και θα απορρίψει τη φθορά. Γι’ αυτό βέβαια ο Κύριος έκανε κοινή της απόφαση.

16. «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει» (Ιωάν. ια΄ 25). Διότι ο Χριστός έγινε πραγματικά ανάσταση και ζωή για τη φύση μας που εξέπεσε, ελευθερώνοντάς την από τον θάνατο της αμαρτίας. Όποιος πιστεύει στον Χριστό, κι αν ακόμη δεχτεί αναγκαστικά αυτόν τον σωματικό θάνατο, όμως θα ζήσει τη μακάρια εκείνη ζωή, και δεν θα πεθάνει τον ψυχικό θάνατο. Με αυτά βέβαια ανατρέπει κι εκείνο που απερίσκεπτα είπε η Μάρθα: «Ξέρω πως ό,τι κι αν ζητήσει από τον Θεό, ο Θεός θα σου το δώσει» (Ιωάν. ια΄22). Διότι, εάν ο Χριστός είναι η Ανάσταση και η Ζωή, οπωσδήποτε δεν έχει ανάγκες να ζητήσει. Θαύμασε, λοιπόν, την απερίγραπτη δύναμη του Σωτήρα. Πώς μαζί με τον λόγο Του στάλαξε στην ψυχή της Μάρθας τόσο μεγάλη γνώση, ώστε να υψωθεί από τα χαμηλά νοήματα και να βγάλει τον θεολογικό εκείνον λόγο: «Ναι, Κύριε, εγώ το έχω πιστέψει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που περιμέναμε να έλθει τον κόσμο» (Ιωάν. ια΄ 27). σύμφωνα οπωσδήποτε λέγοντας με τον πρώτο από τους μαθητές, διότι με τον ίδιο τρόπο θεολόγησε για τον Χριστό και ο Πέτρος. H δε φράση «που περιμέναμε να έλθει στον κόσμο», είναι προφητικός λόγος. Διότι ο Χριστός δεν ήλθε μόνο στον Ισραήλ, άλλα σε όλον τον κόσμο. Ή ίσως λέει τον κόσμο των αρετών, στον οποίον έρχεται ο Χριστός. Πολύ καθαρά, λοιπόν, και εδώ υπέδειξε πως η πράξη της αρετής σιγά-σιγά ανεβάζει στη θεωρία.

17. «Αφού είπε αυτά, έφυγε και ειδοποίησε κρυφά την αδελφή της τη Μαρία, λέγοντας: O Διδάσκαλος έφτασε και σε περιμένει» (Ιωάν. ια΄ 28). Φαίνεται να κάλεσε την αδελφή της με εντολή του Κυρίου. Βέβαια δεν ήταν ψέματα όταν είπε: «Ο διδάσκαλος έφτασε και σε περιμένει», αλλά ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, θέλοντας γρήγορα να φτάσει στα κυριότερα των γεγονότων, αυτό το παρέλειψε πιο πριν. Φώναξε κρυφά την αδελφή της, αποφεύγοντας τις κακές σκέψεις των Ιουδαίων που καθόταν μαζί της. Κι εκείνη, μόλις άκουσε τον λόγο της αδελφής της, αφού σηκώθηκε, έτρεξε τόσο γρήγορα, ώστε έφτασε στον τόπο εκείνο που ήταν ο Κύριος και πριν συζητούσε με τη Μάρθα.

18. «Εκείνη, λέει, μόλις το άκουσε, σηκώθηκε γρήγορα κι έτρεχε να πάει κοντά Του, γιατί ο Ιησούς δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό, αλλά βρισκόταν στον τόπο όπου τον συνάντησε η Μάρθα» (Ιωάν. ια΄ 30). Στην πρόσκληση, λοιπόν, για πράξη, γρήγορα διεγείρεται η θεωρία, βρίσκοντας έξω από το χωριό τον Κύριο, δηλαδή έξω από τον αισθητό αυτόν κόσμο, κατανοεί το θείο, και μάλιστα πέρα από κάθε αίσθηση και κατανόηση.

19. Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήταν στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν τη Μαρία να σηκώνεται βιαστικά και να βγαίνει από το σπίτι, την ακολούθησαν» (Ιωάν. ια΄ 31). Εικονίζουν λοιπόν, σύμφωνα μ’ αυτόν τον τύπο, οι Ιουδαίοι, που παρηγορούσαν τη Μάρθα και τη Μαρία, την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, αρετές οι οποίες σαν από την ουράνια Ιερουσαλήμ στέλνουν στην ψυχή την ειρήνη. Αυτές συνοδοιπορούν με τη Μαρία που τρέχει να πάρει την πραγματική ζωή.

20. «Η Μαρία καθώς τον αντίκρυσε, έπεσε στα πόδια Του λέγοντάς Του: Κύριε αν ήσουν εδώ, δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου» (Ιωάν. ια΄ 32). Τα λόγια της είναι σύμφωνα με της Μάρθας. Αδελφικά τα λόγια, συγγενικές οι φωνές. Εκτός του ότι βέβαια δεν αναφέρεται η Μάρθα να έπεσε στα πόδια του Ιησού, ούτε ότι μιλούσε κλαίγοντας. Η Μαρία όμως τα κάνει και τα δύο. Γιατί επιθυμούσε να αγγίξει εκείνα τα πόδια στα οποία κοντά κάθισε προηγουμένως και γεύθηκε το νέκταρ της διδασκαλίας του Κυρίου. Αυτά τα ωραία πόδια τα επιθύμησε με διαφορετικό τρόπο, προηγουμένως μεν κάθισε κοντά τους τώρα πάλι τα ασπάζεται πολλές φορές πλύνοντάς τα με τα δάκρυα, και μετά αφού τα άλειψε με μύρο τα σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της. H θεωρητική, λοιπόν, ψυχή αφού έβαλε σκοπό τις καλές αναβάσεις, προηγουμένως αφού κάθισε κοντά στα μυστικά πόδια ζητά την αλήθεια. Μετά, αφού μυηθεί, τα αγγίζει πλησιάζοντας νοερώς. Μετά από αυτά τα ευωδιάζει με το μύρο της αληθινής γνώσεως και τα σκουπίζει με την αναισθησία έναντι των παθών. Διότι αυτό θέλουν να πουν οι τρίχες, επειδή δεν έχουν αίσθηση. Και πρέπει να εννοούνται ως πόδια του Χριστού όσα είναι δυνατόν να εννοούνται γι’ αυτόν που καθάρισε τον εαυτό του από την ύλη. Το να κλαίει η Μαρία σημαίνει το να συγκεντρώνεται στον εαυτό της η ψυχή και να συμφωνεί να αποχωρίζεται από τα αισθητά όταν ανεβαίνει προς τη θεωρία. Και θερμαίνεται από τον θείο έρωτα, και βγάζει από μέσα της σαν δάκρυα τα περιττά νοήματα και όσα δεν αρμόζουν. Διότι το δάκρυ είναι το υγρό που προέρχεται από τη λύπη. Προέρχονται, δηλαδή, όταν πιέζονται από τη λύπη οι μύες, σαν σταλαγμός που προέρχεται από πίεση από τις φλέβες του εγκεφάλου, και στέλνονται από εκεί στους αγωγούς των ματιών, και έτσι η φύση απομακρύνει κάτι περιττό.

21. «Ο Ιησούς, όταν την είδε να κλαίει, να κλαίνε και οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, λυπήθηκε βαθιά και ταράχθηκε» (Ιωάν. ια΄ 33). Επειδή, όπως ακριβώς ήταν στ’ αλήθεια Θεός ο Χριστός, έτσι ήταν και στ’ αλήθεια άνθρωπος, και όσα αδιάβλητα, δηλαδή ακατηγόρητα πάθη υπάρχουν σ’ εμάς τα δέχτηκε δείχνοντας συγκατάβαση, πλην όμως ποτέ δεν νικήθηκε από αυτά, αλλά τα δεχόταν όταν, και όπου και εφ’ όσον ήθελε. Όταν, λοιπόν, ταράζεται και γέρνει προς τη λύπη η άγια σάρκα Του, δεν αφήνει το πάθος της λύπης να γίνει ανυπόφορο, αλλά με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος επιτιμά τη λύπη και κατά κάποιον τρόπο το επιπλήττει. Διότι αυτό σημαίνει το «λυπήθηκε βαθιά» και οδηγεί προς το μέτριο, που ήταν το να δακρύσει ήρεμα, τόσο όσο να δείξει την ανθρώπινη φύση Του. Διότι δεν έκλαψε, αλλά δάκρυσε. Επειδή με τον κλαυθμό συνδέεται κάποιο ξεφωνητό. Δάκρυσε, λοιπόν, επειδή δεν αρνείται την ομοιότητά Του με τον άνθρωπο, αλλά αναμιγνύει τα θεϊκά στα ανθρώπινα. Και ως άνθρωπος μεν δακρύζει, δίνοντας σ’ εμάς παράδειγμα, ορίζοντας το μέτρο, πόσο πρέπει να κλαίμε στη λύπη, και πόσο δάκρυο πρέπει να βγάζουμε για τους νεκρούς. Δεν δακρύζει για το θάνατο του Λαζάρου. Πώς θα γίνει αυτό, αφού γνωρίζει πως μετά από λίγο ο Λάζαρος θα αναστηθεί; Αλλά δακρύζει δείχνοντας ότι είναι ομοούσιος με τη δική μας ανθρώπινη φύση, και όπως είπα δίνοντας σ’ εμάς υπόδειγμα. Δακρύζει και για την πτώση, που προέρχεται από την αμαρτία που παρέσυρε με ελεεινό τρόπο τη φύση των ανθρώπων, επειδή αυτή έχει ανάγκη να καθαρισθεί από τον παραλογισμό του θανάτου που ενώθηκε μαζί της. Δακρύζει ακόμη προβλέποντας και τον σκοτασμό των Ιουδαίων, που όχι μόνο δεν θα βελτιωθούν όταν θα δουν αυτό εδώ το παράδοξο θαύμα, αλλά και θα σκληρυνθούν πιο πολύ ανάβοντας τον φθόνο τους. Δακρύζει, βέβαια, και για τον Λάζαρο, όχι γιατί απεβίωσε, αλλά γιατί θα ξαναζήσει. Όντας ο Λάζαρος δίκαιος και ευσεβής, και φίλος του Χριστού, δοξασμένος πέρασε το στάδιο της ζωής του. Επρόκειτο, λοιπόν, να βρίσκεται με τον θάνατό του σε ανάπαυση και τιμή. Διότι λέει ο Σολομών «Όταν φτάσει ο δίκαιος να πεθάνει θα βρεθεί σε ανάπαυση» (Σοφ. Σολ. δ΄ 7). Μέλλοντας, λοιπόν, να τον αναστήσει ο Χριστός, για τη δική Του δόξα, δάκρυσε, σχεδόν λέγοντας: Αυτόν που άραξε μέσα στο λιμάνι, τον καλώ να έρθει πάλι μέσα στην τρικυμία του βίου; Αυτόν που ήδη αγωνίσθηκε και στεφανώθηκε ως νικητής, τον προτρέπω να επιστρέψει στους αγώνες; Και ερωτά: «Πού τον έχετε αποθέσει;» (Ιωάν. ια΄ 34), όχι γιατί δεν γνώριζε, αλλά, όπως είπα, αναμιγνύοντας τα θεοπρεπή λόγια με τα ανθρώπινα, και με την πρόφαση του να Του δείξουν τον τόπο, να πλησιάσουν πολλοί και να δώσουν μαρτυρία για το θαύμα. Και κάπως πλαγίως με την ερώτηση αυτή ελέγχει τη Μαρία και τη Μάρθα, όπως ήδη πριν σας είπα, που δεν είχαν ίση πίστη με τη Σουναμίτιδα. Διότι η Σουναμίτιδα δεν έθαψε το παιδί της, αλλά το σκέπασε σε ζεστή κλίνη και με πίστη έτρεξε προς τον προφήτη, ενώ αυτές όταν πέθανε αδελφός τους, τον έθαψαν στον τάφο. Αν και βέβαια η Σουναμίτιδα πήγαινε προς άνθρωπο, τον Ελισσαίο, κι αυτές προς Θεό.

22. «Ο Ιησούς, ταραγμένος πάλι και θλιμμένος μέσα Του, έρχεται στο μνήμα. Κι ήταν αυτό μια σπηλιά, και μια μεγάλη πέτρα έφραζε την είσοδό της» (Ιωάν. ια΄ 38). Ταραγμένος από λύπη πάλι επιτιμά τον θάνατο που τόλμησε να πάρει τον φίλο του Δεσπότου. Το σπήλαιο, λοιπόν, εκείνο το σκοτεινό και υπόγειο φανερώνει τον βίο των ανθρώπων, στον οποίον μετά από την πτώση με ελεεινότητα μεταφερθήκαμε, ή φανερώνει το σκιασμένο γράμμα του νόμου. Και ο λίθος που βρισκόταν από επάνω του φανερώνει την ασάφεια του γράμματος του νόμου. Και γιατί ο Χριστός δεν σηκώνει τον λίθο με τον λόγο Του μόνο, ή και καθώς ο λίθος βρίσκεται επάνω στην είσοδο του σπηλαίου γιατί δεν ανασταίνει τον νεκρό; Επειδή δεν είναι αναγκαίο να κάνει θαύματα όπου δεν είναι ανάγκη. Και αυτό βέβαια είναι απόδειξη πολύ μεγάλης φιλοτιμίας. Εξ άλλου, το να σηκώσουν την πέτρα αυτοί, ήταν μεγάλο συμφέρον, ώστε αυτοί να αισθανθούν τη δυσοσμία τη βαρειά του πεθαμένου και να πεισθούν ότι δεν είναι φανταστική η πράξη της αναστάσεως, ή ότι αναστήθηκε άλλος αντί για άλλον. Γι’ αυτό λέει: «Βγάλτε την πέτρα» (Ιωάν. ια΄ 39) και θα δείτε τον νεκρό να βρίσκεται εκεί και να σηκώνεται με τη φωνή μου σαν από ύπνο. Έχει δε ο λόγος του Χριστού και κάποιον ονειδισμό για την απιστία τους. Διότι διατάζει να σηκώσουν μόνοι τους τον λίθο της πωρώσεως, το μολύβι που είναι γεμάτες οι ψυχές τους, ώστε να μη διακρίνουν Αυτόν που ήλθε για τη σωτηρία του κόσμου. Και προτρέπει να σηκώσουν και το κάλυμμα του νόμου, ώστε να δουν σ’ αυτόν όσα μέσα στη σκιά του έχει θεσπίσει το Πνεύμα. Και με πιο μυστικό λόγο, περιέγραψε από πριν αυτό που στο μέλλον επρόκειτο να συμβεί. Διότι, όπως πριν φώναξε σ’ αυτούς «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό» (Ιωάν. β΄ 18), έτσι και τώρα «Σηκώστε αυτήν την πέτρα», λέγοντας αυτό για τον εαυτό Του. Γνώριζε βέβαια καλά ότι θα κράξουν στον ηγεμόνα: «Σήκωσέ τον, σήκωσέ τον σταύρωσέ τον» (Ιωάν. ιθ΄ 15). Προλέγει, λοιπόν, σ’ αυτούς αυτό που θα γίνει. Σηκώστε εμένα τον ακρογωνιαίο λίθο, τον οποίον εσείς μεν απορρίψατε, όμως έγινε το αγκωνάρι και ένωσε σε έναν τοίχο τους δύο λαούς. Σηκώστε τον και σταυρώστε τον. Διότι ο θάνατος δεν τον κρατά. Και ίσως για τον λίθο αυτόν, τον Χριστό, ο ίδιος Ευαγγελιστής λέει, όταν ήλθε η Μαρία στο μνημείο και βλέπει τον λίθο πεσμένο, το οποίο βέβαια, ερμηνεύοντας η Μαγδαληνή στους Μαθητές λέει: «Σήκωσαν τον Κύριο από το μνημείο» (Ιωάν. κ΄ 2).

23. «Του λέει η Μάρθα, η αδελφή του νεκρού: Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει άσχημα, γιατί είναι τέσσερις ημέρες στο μνήμα» (Ιωάν. ια΄ 39). Φαίνεται, λοιπόν, πως η Μάρθα δεν πιστεύει στο θαύμα. Διότι συνηθίζεται τα μεγάλα και υπερφυσικά να μη γίνονται εύκολα πιστευτά. Εκτός του ότι και από μεγάλο σεβασμό και τιμή, δεν θεώρησε σωστό ο Κύριος να πλησιάσει στον τάφο, για την αλλοίωση στην οποία εξ αιτίας της φθοράς έφτασε το σώμα. Διότι είναι ανυπόφορο και αποκρουστικό το να πλησιάσει κανείς σώμα που ήδη σάπισε, επειδή είναι τόσο ανυπόφορη η κακοσμία που χειρότερη δεν μπορεί να γίνει. Και αρμόζει ο λόγος και για την κοινή μας φύση η οποία, αφού πέρασε σαν τετραήμερο τους χρόνους από την εποχή του Αδάμ μέχρι του Χριστού και έπεσε από τον αρχικό της σκοπό στο μνήμα της άγνοιας και μύρισε άσχημα από την δυσοσμία της ασέβειας. Αυτό έλεγε και ο Δαβίδ κλαίγοντας: «Βρώμισαν και σάπισαν οι πληγές μου από την αφροσύνη μου» (Ψαλμ. λζ΄ 6).

24. «Της λέει ο Ιησούς: Δεν σου είπα πως, αν πιστέψεις, θα δεις τη δύναμη του Θεού;» (Ιωάν. ια΄ 40). Την επιπλήττει γιατί ξέχασε αυτό που της είπε, ότι «θα αναστηθεί ο αδελφός σου», φανερώνοντας τον Πατέρα ομοούσιο και ομότιμο μ’ Αυτόν, διότι προηγουμένως όταν άκουσε πως ο Λάζαρος αρρώστησε, είπε, η αρρώστια αυτή είναι για τη δόξα του Υιού του Θεού. Και τώρα, λέει, εάν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού, επειδή μια είναι η δόξα Πατέρα και Υιού.

25. «Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια ψηλά και είπε: Πατέρα, Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ το ήξερα πως πάντα με ακούς. Το είπα όμως για χάρη του πλήθους που στέκει εδώ γύρω, για να πιστέψουν ότι Εσύ με έστειλες» (Ιωάν. ια΄ 41-42). Με το να σηκώσει τα μάτια Του ψηλά και να ευχαριστήσει τον Πατέρα δείχνει ότι δεν είναι αντίθετος με τον Θεό. Με τον λόγο δε της προσευχής παρουσιάζει το ομότιμο με τον Πατέρα. Διότι δεν παρακαλεί να εισακουσθεί σύμφωνα με την αντίληψη της Μάρθας, αλλά λέει «ήξερα πάντα πως με ακούς», επειδή ο Υιός είναι ομοούσιος, και δεν έχω ανάγκη να προσευχηθώ, αλλά αυτά τα λέω για τον λαό που στέκει εδώ γύρω, για να γνωρίσουν την ισοτιμία του Πατέρα και του Υιού. Με αυτά δε προτρέπει και εμάς, να εξιλεώνουμε πάντοτε τον Θεό με προσευχές, και να σηκώνουμε το μάτι της ψυχής από τα χαμηλά νοήματα προς το ύψος της θεωρίας.

26. «Κι όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με δυνατή φωνή: Λάζαρε βγες έξω!» (Ιωάν. ια΄ 43). Και τη θυγατέρα του Ιαείρου όταν ανέστησε και όταν έδωσε πάλι ζωή στον γιο της χήρας δεν φαίνεται να έκραξε με δυνατή φωνή, αλλά κρατώντας το χέρι και με ήρεμη φωνή, στη μεν θυγατέρα είπε «Κοριτσάκι σήκω» (Ματθ. θ΄ 25), στον δε γιο «Σου λέω σήκω επάνω» (Λουκ. ζ΄ 14). Εδώ όμως, στον Λάζαρο φώναξε με δυνατή φωνή. Γιατί; Διότι εκείνοι είχαν πρόσφατα πεθάνει και η ψυχή τους βρισκόταν πλησίον του σώματος (διότι φωνή των πατέρων μας πείθει πως μέχρι την τρίτη ημέρα η ψυχή επισκέπτεται το σώμα της), την ψυχή όμως του Λαζάρου καλώντας την από μακρυά, έκραξε με δυνατή φωνή. Και επειδή είχε πει πριν στους Ιουδαίους «πως πλησιάζει ο καιρός, έφτασε κιόλας, που οι νεκροί θα ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού, και όσοι την ακούσουν θα ζήσουν» (Ιωάν. ε΄ 25), εκπληρώνει την υπόσχεση. Και με την ισχυρή φωνή χαρίζει ζωή στον νεκρό, για να γίνει γνωστό ότι, όπως ακριβώς ο Πατέρας, έτσι και ο Υιός, σ’ όποιον θέλει δίνει ζωή. Αυτή η φωνή θα ακουστεί σαν σάλπιγγα κατά την τελευταία ημέρα και θα αναστηθούν οι νεκροί. Ίσως πάλι ο Χριστός να κραύγασε με δυνατή φωνή, θέλοντας να επισημάνει πως ο λόγος Του είναι δραστήριος και μέγας και ισχυρός. Διότι ήταν τόσο μεγάλη η δύναμη της φωνής ώστε αφανίστηκε η δύναμη του άδη, και γρήγορα η ψυχή εμφανίστηκε μέσα από τους νεκρούς, το δε σώμα που ήδη είχε διαλυθεί, με δύναμη οικοδομήθηκε, και με όλα αυτά πραγματοποιούνταν αυτό το μεγάλο θαύμα, το υπερφυσικό και ανέλπιστο. Διότι δεν αναστήθηκε από αρρώστια κάποιος που βρισκόταν στις τελευταίες του αναπνοές, όπως ο δούλος του εκατόνταρχου, ούτε ζωογονείται παιδάκι που μόλις πέθανε, όπως το κοριτσάκι του αρχισυναγώγου, ούτε νεαρός που πρόκειται σε λίγο να οδηγηθεί στον τάφο και επιστρέφει ζωντανός από τη σορό, όπως έγινε στην πόλη Ναΐν, αλλά ένας άνδρας ήδη ηλικιωμένος, νεκρός από πολύ πριν και προχωρημένος στη σήψη της γης και πεσμένος από την ανάγκη του σώματος, με μια πρόσκληση επανέρχεται προς τη ζωή και βγαίνει και έρχεται, ενώ είναι δεμένος με υφασμάτινες ταινίες. Διότι, το να είναι δεμένος στα χέρια και τα πόδια και σκεπασμένος στο πρόσωπο με κάλυμμα, και όντας έτσι να βαδίζει τρέχοντας, ήταν θαύμα όχι μικρότερο της αναστάσεως. Προστίθεται στο γεγονός και άλλο παραδοξότερο. Επειδή υπήρχε συνήθεια στους Ιουδαίους με σμύρνη και αλόη να ενταφιάζουν, για να διατηρούνται τα σώματα των νεκρών, και αυτά είναι κολλητικά και δυσκολοαπόσπαστα, πρέπει κανείς να σκεφτεί πόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του λόγου η οποία αυτά τα ξεχώρισε εύκολα από το σώμα. Και γι’ αυτό βέβαια είπε σ’ εκείνους ο Χριστός να λύσουν τον αναστημένο με τα λόγια: «Λύστε τον και αφήστε τον να περπατήσει» (Ιωάν. ια΄ 44), ώστε αν κάποιοι απιστούσαν να βεβαιωθούν με όλες τους τις αισθήσεις. Με τη φωνή τους και δείχνοντας τον τάφο έλεγαν «έλα να δεις», και με τα μάτια, αναγνωρίζοντας τον νεκρό και βλέποντας την ανάσταση, με την ακοή ακούγοντας τη μεγάλη και δυνατή φωνή του Χριστού: «Λάζαρε βγες έξω», και αισθανόμενοι με την όσφρηση τη δυσοσμία, όταν σηκώθηκε ο λίθος, και με την αφή λύνοντας του δεμένου τα χέρια και τα πόδια και το κάλυμμα που σκέπαζε το πρόσωπο. Η δυνατή, λοιπόν, εκείνη φωνή του Χριστού σήμαινε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, με το οποίο η ανθρώπινη φύση, που ήταν δεμένη χειροπόδαρα με τα σχοινιά της αμαρτίας, και ήταν νεκρή στην σορό της απιστίας, ήλθε προς της αληθινή ζωή, καθώς της αφαιρέθηκε το κάλυμμα από τα μάτια, δηλαδή από το πυκνό νέφος που σκοτείνιαζε το φως της ψυχής, και αφού από αυτά λύθηκε από τους αποστόλους και διδασκάλους αφέθηκε να πορεύεται προς τη μακάρια ζωή. Και είναι βέβαια καλό, και να οδηγηθεί η ιστορία και προς πιο ηθική έννοια, έστω κι αν ο λόγος γίνεται μακρύτερος.

27. Ο Λάζαρος, λοιπόν, είναι ο νους μας, που είναι φίλος του Χριστού, γιατί βέβαια δημιουργήθηκε σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου. Η Μάρθα πάλι, που το όνομά της μεταφράζεται «κοπιώσα» σημαίνει τη σάρκα. Η Μαρία, που σημαίνει «κυρία», είναι σύμβολο της ψυχής. Διότι αυτή είναι η κυρία του σώματος. Αυτές πρέπει να θρηνούν, όταν ο νους γλιστρήσει στον θάνατο της αμαρτίας παίρνοντας μαζί του ως Ιουδαίους, για να θρηνούν, την εξομολόγηση των αμαρτημάτων. Διότι αυτό σημαίνει το όνομα του Ιουδαίου. Κλαίγοντας, λοιπόν, οπωσδήποτε θα εμφανιστεί ο Κύριος και με το Ευαγγέλιο θα φωνάξει και θα σηκώσει την πώρωση και θα καλέσει έξω από την πτώση τον νεκρό που δεν ενεργεί και εφαρμόζει τις τέσσερις αρετές που φωτίζουν, ώστε αφού πετάξει μακριά την αμαρτία που βράζει, κι αφού λυθεί από τους Αγγέλους και τους Ιερείς, να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Σωτήρα, και να μυηθεί στη γνώση της Αγίας Τριάδας, να τρέχει συνεχώς με πόθο προς Εκείνην, διότι σ’ Αυτήν την Τριάδα πρέπει να εκδηλώνεται τιμή και δοξολογία στους
ατέλειωτους αιώνες Αμήν. 
Θεοφάνης ο Κεραμεύς, κ.α., Από την ανάσταση του Λαζάρου στην ανάσταση του Χριστού: Δέκα πατερικές ομιλίες, μετάφραση Γεωργίου Β. Μαυρομάτη, 1η έκδ., Αθήνα, Αρμός, 2001
Η/Υ ΠΗΓΗ:

Λόγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου εις τον τετραήμερον Λαζάρον



Λόγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου εις τον τετραήμερον Λαζάρον 

αʹ. Σήμερον εκ νεκρών εγειρόμενος ο Λάζαρος πολλών και διαφόρων σκανδάλων την λύσιν ημίν χαρίζεται. Και γαρ ουκ οίδ’ όπως το ανάγνωσμα τούτο καί τοις αιρετικοίς δέδωκε λαβήν, και τοις Ιουδαίοις αντιλογίας αφορμήν, ουκ εξ αληθείας, μη γένοιτο, αλλ’ εκ της εκείνων κακοτέχνου ψυχής. Πολλοί μέν γαρ των αιρετικών λέγουσιν, ότι ουχ όμοιος ο Υιός τω Πατρί. Διά τι; Ότι εδεήθη, φησί, προσευχής ο Χριστός εις το εγείραι τον Λάζαρον· ει μη γαρ προσηύξατο, ουκ αν ήγειρε τον Λάζαρον. Και πως έσται, φησίν, όμοιος ο προσευξάμενος τω δεξαμένω τήν ικεσίαν; ο μέν γαρ προσεύχεται, ο δε την προσευχήν παρά του ικετεύοντος εδέξατο. Βλασφημούσι δε μη νοούντες όπως συγκαταβάσεως ην και της των παρόν των ένεκα ασθενείας η προσευχή. Επεί, ειπέ μοι, τις μείζων, ο νίπτων τους πόδας, ή εκείνος, ου νίπτει τους πόδας;

Πάντως ότι εκείνος μείζων ου ένιψε τους πόδας ο νίπτων. Αλλ’ ο Σωτήρ ένιψε τους πόδας του προδότου Ιούδα· μετά γαρ των μαθητών ην. Τις άρα μείζων, ο προδότης Ιούδας του Δεσπότου Χριστού, επείπερ ο Χριστός ένιψε τους πόδας αυτού; Μή γένοιτο. Τι δε ταπεινότερόν εστι, το νίψαι τους πόδας, ή το προσεύξασθαι; πάντως ότι το νίψαι τους πόδας. Ο ουν το ταπεινότερον μη παραιτησάμενος ποιήσαι, πώς το υψηλότερον παρητήσατο αν ποιήσαι; Αλλά πάν διά την των παρόντων ασθένειαν εγένετο Ιουδαίων, ως προϊών ο λόγος αποδείξει. Αλλά καί Ιουδαίοι λαβόντες εντεύθεν αντιλογίας αφορμήν, λέγουσι· πως τούτον οι Χριστιανοί Θεόν έχουσι, τον και τον τόπον αγνοήσαντα, ένθα τεθνηκώς κατέκειτο Λάζαρος; επειδήπερ έλεγεν ο Σωτήρ ταις περί Μάρθαν και Μαρίαν αδελφαίς Λαζάρου, Που τεθείκατε αυτόν; Είδες, φησίν, άγνοιαν; είδες ασθένειαν; ο και τον τόπον αγνοήσας, ούτος Θεός; Αλλ’ ερώ προς αυτούς, ουχ ούτως έχων, αλλά τήν αντίθεσιν αυτών καταισχύναι βουλόμενος. Ηγνόησε, λέγεις, ο Χριστός, ω Ιουδαίε, διά το ειπείν, Που τεθείκατε αυτόν; Ουκούν και ο Πατήρ ηγνόησεν εν τω παραδείσω, πού κέκρυπτο ο Αδάμ· περιήρχετο γαρ ως επιζητών αυτόν εν τω παραδείσω, λέγων· Αδάμ, που ει; αντί του, που εκρύβης;

Διά Τι το πρότερον ουκ είπε τον τόπον, όθεν μετά παρρησίας ωμίλει τω Θεώ ο Αδάμ; Αδάμ, που ει; Κακείνος τι; Τής φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω, και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην. Ει ταύτην, ω Ιουδαίε, άγνοιαν καλείς, κακείνην κάλεσον άγνοιαν· έλεγε γαρ ο Χριστός ταις περί Μάρθαν καί Μαρίαν, Που τεθείκατε αυτόν; Ταύτην ουν άγνοιαν καλείς; Τι ουν λέγεις, όταν ακούσης του Θεού λέγοντος τω Κάϊν, Που Άβελ ο αδελφός σου; Τι λέγεις; ει ταύτην άγνοιαν καλείς, κακείνην άγνοιαν κάλεσον. Λάβε και ετέραν απόδειξιν από της θείας Γραφής. Είπεν ο Θεός τω Αβραάμ, Κραυγή Σοδόμων και Γομόρρας ήκει προς με. Καταβάς ουν όψομαι ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται· ει δε μη, ίνα γνώ. Ο ειδώς τά πάντα πρίν γενέσεως αυτών, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεός, ο ειδώς τους διαλογισμούς των ανθρώπων μονώτατος, έλεγε· Καταβάς ουν όψομαι ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται· ει δε μη, ίνα γνω. Ει εκείνο αγνοίας, και τούτο αγνοήσαί εστιν. Αλλ’ ούτε ο Πατήρ κατά την παλαιάν Διαθήκην ηγνόησεν, ούτε ο Υιός κατά την καινήν Διαθήκην. Τι ουν εστι, Καταβάς όψομαι ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται· ει δε μη, ίνα γνω; Ακοή, φησίν, ήλθε προς με. Αλλά θέλω πάλιν ακριβέστερον δι’ αυτών των πραγμάτων την πείραν λαβείν, ουχ ότι εγώ αγνοώ, αλλ’ ότι διδάξαι βούλομαι τους ανθρώπους, μη απλώς τοις λόγοις προσέχειν, μηδέ, εάν είπη τις τι κατά του ετέρου, πιστεύειν ευχερώς· αλλά πρότερον αυ τους ψηλαφήσαντας ακριβώς και δι’ αυτών των πραγμάτων την πείραν καταμαθόντας, ούτω πιστεύειν χρη. Και διά τούτο εν Γραφή ετέρα έλεγε· Μη πιστεύετε παντί λόγω. Ουδέν γαρ ούτως ανατρέπει την ζωήν των ανθρώπων, ως το ταχέως πιστεύειν τινά τοις λογισμοίς. Τούτο και ο προφήτης Δαυΐδ προφητεύων έλεγε, Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξ εδίωκον.

βʹ. Είδες πως ουκ εγένετο άγνοια τω Σωτήρι εν τω ειπείν, πού τεθείκατε αυτόν, ως ουδέ τω Πατρί εν τω ειπείν τω Αδάμ, που ει, ή τω Κάϊν, που ο αδελφός σου Άβελ, ή, Καταβάς όψομαι ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται· ει δε μη, ίνα γνω. Ουκούν ώρα δή λοιπόν προς εκείνους παρατάξασθαι τους λέγοντας, ότι δι’ ασθένειαν ο Χριστός προσευξάμενος ήγειρε τον Λάζαρον. Προσέχετε δή, αγαπητοί, μετά πάσης ακριβείας, παρακαλώ. Ετελεύτησε τοίνυν ο Λάζαρος, και ουκ ην εν τοις τόποις εκείνοις ο Ιησούς, αλλ’ εν τη Γαλιλαία, καί έλεγε τοις μαθηταίς αυτού· Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται. Εκείνοι δε νομίζοντες ότι περί του ύπνου τούτου διαλέγεται, λέγουσιν αυτώ· Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Λέγει αυτοίς φανερώς ο Ιησούς, Λάζαρος απέθανεν. Έρχεται λοιπόν ο Σωτήρ εν τοις Ιεροσολύμοις εις τον τόπον όπου ο Λάζαρος έκειτο, καί απαντά αυτώ η αδελφή του Λαζάρου, και λέγει αυτώ· Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανέ μου ο αδελφός.

Ει ης ώδε. Ασθενείς, ω γύναι. Ουκ επίσταται νυν η γυνή ότι και μη παρών ο Χριστός σωματικώς, παρήν τη της θεότητος εξουσία· αλλά τη του σώματος παρουσία επιμετρείται του διδασκάλου την δύναμιν. Λέγει αυτώ η Μάρθα, Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανέ μου ο αδελφός. Και νυν, φησίν, οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δίδωσί σοι. Ο Σωτήρ ουν προς την αίτησιν αυτής ποιεί την προσευχήν. Ου γάρ προσευχής εδέετο ο Θεός, ίνα τον νεκρόν εγείρη. Μη γαρ και άλλους νεκρούς ουκ ήγειρεν; Ότε υπήντησέ τινα εκφερόμενον εν τη πύλη νεκρόν, μόνον ήψατο της σορού, και ανέστησε τον νεκρόν. Μη προσευχής εδεήθη τότε εις το εγείραι τον τεθνεώτα; Και πάλιν άλλοτε μόνον λόγω είπεν επί της κόρης, Ταλιθά κούμι, καί ευθέως παρέδωκεν αυτήν τοις γονεύσιν αυτής υγιή. Μη προσευχής εδεήθη τότε; Καί Τι λέγω περί του διδασκάλου; οι μαθηταί αυτου λόγω μόνω τους νεκρούς ήγειραν. Πέτρος την Ταβιθάν ου λόγω διήγειρε; Παύλος ου διά των ιματίων αυτου πολλά σημεία πεποίηκε;

Μάθε δε και το παραδοξότερον τούτων. Η σκιά των αποστόλων νεκρούς ήγειρεν. Έφερον γάρ, φησίν, επί κραββάτων τους κακώς έχοντας, ίνα καν η σκιά Πέτρου επισκιάζη τινί αυτών, και ευθέως διηγείροντο. Τι ουν; η σκιά των μαθητών διήγειρε τους νεκρούς, και ο διδάσκαλος προσευχής εδέετο, ίνα τον νεκρόν εγείρη; Αλλά διά την ασθένειαν της γυναικός ποιεί την προσευχήν ο Σωτήρ· λέγει γαρ αυτώ, Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανέ μου ο αδελφός· και νυν οίδα, ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δίδωσί σοι ο Θεός. Προσευχήν ήτησας, προσευχήν δίδωμι. Κείται η πηγή· οίον, εάν τις προσενέγκη αγγείον, γεμίζει αυτό· εάν η μέγα, μέγα λαμβάνει· εάν η μικρόν, μικρόν λαμβάνει. Αύτη τοίνυν προσευχήν ήτησε, και δίδωσι προσευχήν ο Σωτήρ. Άλλος είπεν, Ουκ ειμί άξιος, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης, αλλά μόνον, γενηθήτω σοι, ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παίς μου· και είπεν αυτώ ο Σωτήρ· Κατά τήν πίστιν σου γενηθήτω σοι. Άλλος είπε, Δεύρο, θεράπευσόν μου την θυγατέρα· καί είπεν αυτώ, Ακολουθήσω σοι. Πρός τας προαιρέσεις τοίνυν των ανθρώπων και η θεραπεία του ιατρού προσάγεται.

Άλλη πάλιν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτου λάθρα, και λάθρα τήν θεραπείαν εκαρπώσατο· έκαστος ως επίστευε και την θεραπείαν ελάμβανε. Αύτη λέγει, οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Πατέρα, δίδωσί σοι ο Πατήρ· και επειδή προσευχήν ήτησεν η Μάρθα, προσευχήν δίδωσιν ο Σωτήρ, ουκ αυτός της προσευχής επιδεόμενος, αλλά την της γυναικός ασθένειαν συμπεριφερόμενος, και ίνα δείξη, ότι ουκ έστιν αντίθεος, αλλ’ ότι και ό αν αυτός ποιή, τούτο και ο Πατήρ ποιεί. Έπλασεν ο Θεός εξ αρχής τον άνθρωπον· αμφοτέρων εγένετο το πλάσμα· Ποιήσωμεν γάρ, φησίν, άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν. Πάλιν ηθέλησε τον ληστήν εις τον παράδεισον εισενεγκείν, και ευθέως λόγον είπε, και τον ληστήν εις τον παράδεισον εισήγαγε, και ουκ εδεήθη προσευχής, καίτοι γε πάντας τους μετά τον Αδάμ κωλύσας ην ο Χριστός εξ εκείνης της εισόδου· έθηκε γαρ την φλογίνην ρομφαίαν φυλάττειν τον παράδεισον. Αλλ’ αυθεντία Χριστός τον παράδεισον ηνέωξε, και τον ληστήν εισήγαγε. Ληστήν, Δέσποτα, εισάγεις εις τον παράδεισον; Ο Πατήρ ο σός διά μόνην αμαρτίαν τον Αδάμ εξήγαγεν εκ του παραδείσου, και συ τον ληστήν εισάγεις, τον μυρίοις κακοίς και μυρίαις παρανομίαις υπεύθυνον; και απλώς ούτω διά μίαν φωνήν εις τον παράδεισον αυτόν εισάγεις; Ναι· ούτε γαρ εκείνο χωρίς εμού γέγονεν, ούτε τούτο χωρίς του Πατρός μου· αλλά και τούτο εμόν, κακείνο του Πατρός μου. Εγώ γαρ εν τω Πατρί, και ο Πατήρ εν εμοί.

γʹ. Και ίνα ίδης, ότι ουκ εγένετο προσευχής έργον το αναστήναι τον νεκρόν, άκουσον της προσευχής. Τι γάρ φησιν; Ευχαριστώ σοι, Πάτερ, ότι ήκουσάς μου. Τι ουν; τούτο προσευχής είδός εστι, τούτο τύπος ικεσίας; Ευχαριστώ σοι, ότι ήκουσάς μου. Εγώ δέ, φησίν, ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις. Ει ουν οίδας, ω Κύριε, ότι πάντοτέ σου ακούει ο Πατήρ, Τι λοιπόν περί ων οίδας παρενοχλείς; Εγώ μεν, φησίν, οίδα ότι πάντοτέ μου ακούει ο Πατήρ, Αλλά διά τον περιεστώτα όχλον είπον, ίνα γνώσι πάντες, ότι σύ με απέστειλας. Μη τι διά τον νεκρόν προσηύξατο; μη ικέτευσεν ίνα αναστή ο Λάζαρος; μη είπε· Πάτερ, κέλευσον τον θάνατον υπακούσαι; μη είπε, Πάτερ, κέλευσον τω άδη, μη τας πύλας αποκλείση, αλλά προθύμως τον νεκρόν αποδούναι; Αλλά διά τον περιεστώτα τούτον όχλον είπον, φησίν, ίνα γνώσι πάντες, ότι συ με απέστειλας. Ουκούν ουκ έστι το γινόμενον σημείον, αλλά κατήχησις των παρόντων. Είδες πως ουκ εγένετο η προσευχή διά τον νεκρόν, αλλά διά τους παρόντας απίστους, ίνα γνώσι, φησίν, ότι συ με απέστειλας. Και πως έχομεν γνώναι, φησίν, ότι αυτός σε απέστειλε;

Πρόσεχε, παρακαλώ, μετά πάσης ακριβείας. Ιδού, φησί, μετά της εμής αυθεντίας καλώ τον νεκρόν· ιδού τη οικεία εξουσία επιτάττω τω θανάτω· καλώ τον Πατέρα πατέρα· καλώ και τον Λάζαρον εκ του τάφου. Ει ουκ έστι το πρώτον αληθές, μηδέ τούτο γενέσθω· ει δε αληθώς ο Πατήρ πατήρ, υπακουέτω και ο νεκρός πρός διδασκαλίαν των παρόντων. Τι γαρ ο Χριστός έλεγε; Λάζαρε, δεύρο έξω. Ότε γέγονεν η προσευχή, ουκ ανέστη ο νεκρός· αλλ’ ότε είπε, Λάζαρε, δεύρο έξω, τότε ανέστη ο νεκρός. Ω τυραννίς του θανάτου· ω τυραννίς της δυνάμεως εκείνης της κατεχούσης την ψυχήν· ω άδη, προσευχή γέγονε, και ουκ απολύεις τον νεκρόν; Ουχί, φησί. Διά τι; Ότι ου προσετάχθην. Δέσμιός ειμι αυτόθι κατέχων τον υπεύθυνον· εάν μη προσταχθώ, φησίν, ουκ απολύω· η γαρ προσευχή, φησίν, ου δι’ εμέ γέγονεν, αλλά διά τους παρόντας απίστους. Εγώ γάρ, εάν μη προσταχθώ, ουκ απολύω τον υπεύθυνον· αναμένω την φωνήν, ίνα απολύσω την ψυχήν. Λάζαρε, δεύρο έξω.

Ήκουσε του δεσποτικού προστάγματος ο νεκρός, και ευθέως του θανάτου τους νόμους παρέλυσεν. Αισχυνέσθωσαν οι αιρετικοί, και απολέσθωσαν από προσώπου της γής. Και γαρ απέδειξεν ο λόγος, ότι ου διά την του νεκρού ανάστασιν γέγονεν η προσευχή, αλλά διά την των τότε παρόντων απίστων ασθένειαν. Λάζαρε, δεύρο έξω. Και διά Τι ονομαστί τον νεκρόν εκάλεσε; Διά τι; Ίνα μη την φωνήν απολελυμένην εις τους νεκρούς αποτείνας, πάντας τους εν τοις τάφοις εγείρη, διά τούτό φησι, Λάζαρε, δεύρο έξω. Σε μόνον επί του παρόντος τέως ανακαλούμαι όχλου, ίνα διά του μέρους και την των μελλόντων επιδείξω δύναμιν· ο γαρ ένα εγείρας εγώ, την οικουμένην ανιστώ· Εγώ γάρ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο νεκρός δεδεμένος κειρίαις. Ω των παραδόξων πραγμάτων· ο την ψυχήν εκ των δεσμών του θανάτου λύσας, ο τας πύλας του άδου διαρρήξας, ο πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συντρίψας, και την ψυχήν εκ των δεσμών του θανάτου ελευθερώσας, ουκ ηδύνατο και τας κειρίας λύσαι του νεκρού;

Ναι, ηδύνατο· αλλά κελεύει τοις Ιουδαίοις λύσαι τας κειρίας, ας αυτοί πρότερον ενταφιάζοντες έσφιγξαν, ίνα των οικείων δεσμών επιγνώσωσι τά γνωρίσματα, ίνα τη πείρα μάθωσιν, εξ ων έπραξαν, ότι Λάζαρός εστιν ο παρ’ αυτών ενταφιασθείς, και Χριστός εστιν ο κατ’ ευδοκίαν του Πατρός παραγενόμενος εις τον κόσμον, ο ζωής και θανάτου την εξουσίαν έχων. Αυτώ η δόξα και το κράτος σύν τώ ανάρχω σου Πατρί και τω παναγίω και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

Λόγος εἰς τὸν τετραήμερον Λάζαρον

 

In Lazarum 
Ἀμφιλοχίου ἐπισκόπου Ἰκονίου 
Λόγος εἰς τὸν τετραήμερον Λάζαρον 
Φέρε πάλιν εἰς μέσον τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην· καλὸν γὰρ τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἀναστάσεως σκοπῆσαι. Ἤκουες γὰρ αὐτοῦ ἀρτίως λέγοντος· Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Εἶδες τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἀναστάσεως ἐν Λαζάρῳ προτυπωθεῖσαν, ἣν ὁ πιστὸς ὄχλος ἐγνώρισεν; Οἱ ὄχλοι ἐγνώρισαν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐλοιδόρησαν τὴν θαυματουργίαν εἰς βασκανίαν μεταβαλόντες. Ὄντως ἐβάσκαναν τὴν ἀνάστασιν Λαζάρου, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ, ἣν ἤκουες, συνεβουλεύσαντο αὐτὸν ἀποκτεῖναι. Εἶδες βασκανίας ὑπερβολήν; Ὃν ὁ κύριος ἤγειρεν, αὐτοὶ ἀποκτεῖναι διενοήθησαν, μὴ συνειδότες ὅτι κἂν αὐτοὶ ἀποκτείνω σι, πάλιν κοῦφον τῷ κυρίῳ ἀναστῆσαι τὸν φίλον. Συνεβουλεύσαντο τὸν Λάζαρον ἀποκτεῖναι· οὐδὲν οὕτως ἐδρίμυττε τοὺς Ἰουδαίους ὡς ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου. Τοῦτο μόνον τὸ θαῦμα οὐκ ἴσχυσαν συκοφαντῆσαι. Τὴν ἀνάβλεψιν τοῦ ἐκ γεννητῆς τυφλοῦ ἐσυκοφάντησαν λέγοντες· Οὗτός ἐστιν· οὐκ ἔστιν οὗτος· ὅμοιος αὐτοῦ ἐστιν. Τὴν ἔγερσιν τῆς θυγατρὸς Ἰαήρου ἐσυκο φάντησαν λέγοντες ὡς κατηνέχθη καὶ οὐ τελείῳ θανάτῳ παρεδόθη. Τὴν ἀνάστασιν τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τοῦ μονογενοῦς ἐσυκοφάντησαν λέγοντες ὡς τὸν θάνατον ἐσχηματίσατο καὶ οὐχ ὑπὸ τῆς τυραννίδος τοῦ θανάτου κατεπόθη. Τὴν ξηρανθεῖσαν συκῆν ἐσυκοφάντησαν λέγοντες ὡς τρυγωνισθεῖσαν καὶ οὐχ ὡς δεσποτικῷ ῥήματι ξηρανθεῖσαν. Τὴν τοῦ ὕδατος εἰς οἶνον μεταβολὴν ἐσυκοφάντησαν λέγοντες ὡς ἤδη τῶν ἐν τῷ δείπνῳ μεθυσθέντων καὶ μὴ εἰδότων τὴν χλεύην. Τὴν ἀνάστασιν μόνην τοῦ Λαζάρου οὐκ ἴσχυσαν συκοφαντῆσαι. Ἤδεισαν τὸν Λάζαρον· ἐπίσημος ἦν ὁ ἀνήρ. Ἠκολούθησαν τῇ κηδίᾳ, εἶδον τὸν τάφον σφραγιζόμενον, παρεμυθήσαντο κατὰ τὸ εἰωθός, ὡς ἐν περιδείπ νῳ θανάτου, Μάρθαν καὶ Μαρίαν τὰς ἀδελφὰς Λαζάρου. Ἔγνωσαν ὅτι τέσσαρας ἡμέρας εἶχεν ἀκριβῶς ἐν τῷ μνημείῳ κατατεθείς, καὶ ὅτι τετραήμερος νεκρὸς πάντοθεν ἔξαρθρος, τῶν σαρκῶν μειωθέντων, τῶν ὀστέων ἐκγομφωθέντων, τῆς νευροστασίας διασπασθείσης, τῶν ἐνδοσθίων σκορπισθέντων, τῆς γαστρὸς ἐκχυθείσης. Ταῦτα συνειδότες ὡς εἶδον ἀθρόον τὴν ἀνάστασιν Λαζάρου σῶαν, ἀρτίαν ὡς ἀπὸ τόρνου, στίλβουσαν τῇ παλινβιωσίᾳ, ἐταράχθησαν. Μικροῦ δεῖν ἀπέψυξαν μὴ εὑρίσκον τες λόγους προφασιλογίας, τὸ πῶς συκοφαντήσουσι τὴν ἀνάστασιν Λαζάρου τῆς τοῦ κυρίου πραγματείας τοῦτο κατα σκευασάσης. Τί ἐστι, τῆς τοῦ κυρίου πραγματείας τοῦτο παρασκευα σάσης; Ἄκουε διὰ βραχέων. Ἡνίκα Λάζαρος τὴν παροῦσαν ζωὴν ἀπεδύσατο φυσικῶς, οὐκ ἦν ὁ κύριος ἐν Βηθανίᾳ παρὼν τοῖς σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς, τῇ δὲ θεότητι πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν. Μετὰ γὰρ τέσσαρας ἡμέρας τοῦ ταφῆναι τὸν Λάζαρον, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν τὴν ἀνάστασιν τοῦ φίλου κωμῳδῆσαι. Ὅθεν καὶ τοῦ κυρίου παραγενομένου ἐν Βηθανίᾳ, ὡς ἤκουσε Μάρθα ἡ ἀδελφὴ Λαζάρου, ἔδραμεν, ἔσπευσε, προσέπε σεν ἐν παρακλήσει αἱρετικὴν πρεσβείαν προσφέρουσα. Προσπε σοῦσα γὰρ ἔφασκε τῷ κυρίῳ λέγουσα· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανεν ὁ ἀδελφός μου. Καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν θεόν, δώσει σοι ὁ θεός. Ὁ δὲ κύριος αὐτὸς πέλαγος ὢν μακροθυμίας ἀπεκρίνατο λέγων· Τί λέγεις, Μάρθα; Κύριον καλεῖς, καὶ κύριον οὐκ ἐννοεῖς; Οὐκ ἤμην ὧδε; Μικρὸν καρτέρησον· ἐν τάχει γὰρ παρὰ τοῦ  ἀδελφοῦ σου μαθήσῃ. Ἀναστήσεται γὰρ ὁ ἀδελφός σου. Συγγινώσκω σοι, Μάρθα· μεθύεις γὰρ τῇ λύπῃ–ὥσπερ αὐτῇ εἶπεν· καλῶν μεθύων τις σφάλλεται–, ὅτε ἐκνήψεις, τότε σωφρονισθήσῃ. Ἀναστήσεται γὰρ ὁ ἀδελφός σου. Ἡ δὲ Μάρθα καὶ οὕτως συμπεριενεχθεῖσα ἀνθρωπίνοις ῥήμασιν ἀνθυπένεγκε τῷ κυρίῳ λέγουσα· Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ὁ δὲ κύριος πρὸς αὐτήν· Τί βαμβαίνεις, ὦ Μάρθα; Τί εἰς μακρὰς ἐλπίδας τὴν ἀνάστασιν ἀναδύῃ; Ἡ ἀνάστασίς σοι διαλέγεται, καὶ περὶ τῆς ἀναστάσεως διαλέγῃ; Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται. Ταῦτα τοῦ κυρίου διαλεγομένου μικροῦ δεῖν πᾶσα ἡ πόλις Βηθανία κατέδραμεν εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ κυρίου, οὐ θαυμάσαι ἀλλὰ γελάσαι. Οὐκ εἶχον γὰρ ἐλπίδα τετραήμερον νεκρὸν ἀναστῆσαι. Τί οὖν ὁ κύριος; Ὡς εἶδε τοσοῦτον πλῆθος καταδραμὸν καὶ ὅτι ἄξιοί εἰσι καὶ ἱκανοῦσι πρὸς μαρτυρίαν τοῦ μέλλοντος παρ' αὐτοῦ ἀνεγείρεσθαι, ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς ἔφη· Ποῦ τεθείκατε Λάζαρον; Ἆρ' οὐκ ᾔδει τὸν τόπον ὁ τοῦ τόπου δεσπότης; Ἤδει τὸν τόπον, ἀλλ' ἐπραγματεύσατο τὸν τρόπον, ὅπως πάντες αὖθις ἀναγκασθέντες ἐπακολουθήσωσι τῷ Ἰησοῦ, ἵνα αὐτοψὶ δεξάμενοι τὴν ἀνάστασιν ἀναμφίβολοι κήρυκες γένωνται. Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Οἱ δὲ ἐπερωτηθέντες εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἔρχου καὶ ἴδε. Τοῦ δὲ κυρίου βαδίζοντος καὶ ἐπὶ τὸν τάφον σπεύδοντος ὁ ἀκολουθῶν ὄπισθεν ὄχλος ἀντέβαλε πρὸς ἑαυτὸν λέγων· Τί θέλει οὗτος τὸν τάφον Λαζάρου θεάσασθαι; Εἰ υἱός ἐστι τοῦ θεοῦ, τοῦτον ἀναστήσει. Τῶν γὰρ προσφάτως τελευτησάντων, ὧν ἤγειρεν, οὐκ ἐπιστάμεθα. Πόθεν οὖν ἴσμεν, εἰ τελείῳ θανάτῳ παρεδόθησαν; Τοῦτον ἀναστήσει, καὶ γνῶσιν λαμβάνομεν ὅτι ἀληθῶς θεοῦ υἱός ἐστιν. Ὅθεν καὶ ἡ Μάρθα τοῖς λόγοις τούτοις συμπεριενεχθεῖσα προσῆλθε τῷ κυρίῳ καὶ αὐτὴ λέγουσα· Ποῦ πορεύῃ, δέσποτα; Τί θέλεις τὸν τάφον ἰδεῖν Λαζάρου; Τί τὴν ὀδύνην ἡμῶν ἀναζέεις; Τί τὸ πένθος ἐπεγείρεις; Τί θέλεις τὸν τάφον ἰδεῖν; Οὐδὲν γὰρ ὀνήσεις, δέσποτα· ἤδη ὄζει, τετραήμερος γάρ ἐστιν. Ὁ δὲ κύριος πρὸς τὴν Μάρθαν· Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς ὄψῃ τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ; Ἐμοὶ λέγεις· Ἤδη ὄζει. Ἡ ἀδελφήσου μυρίζει, καὶ σὺ καπνίζῃ τῇ ἀπιστίᾳ; Θέλω τὸν τάφον ἰδεῖν τοῦ φίλου μου. Ταῦτα εἰπὼν ὁ κύριος ἐπὶ τὸν τάφον ἐπορεύετο. Καὶ πλησιάσας τῷ τάφῳ μόνον εἶδε τὸ μνημεῖον, εὐθέως ἐδάκρυσε. Τίς ἡ χρεία δακρύειν ὃν ἤμελλεν ἐγείρειν; Ἐδάκρυσε. ∆ι' ὅ; Ἄκουε συνετῶς. Πάντα ὁ κύριος σοφῶς ἐπραγματεύσατο· ἐδάκρυσε γὰρ ἐπὶ τὸν τάφον, ὅπως τῶν ἀκολουθησάντων τὴν γνώμην δημοσιεύσῃ, οἵαν ἔχουσι περὶ αὐτοῦ τὴν ὑποψίαν. ∆ιὸ καὶ ὡς εἶδον αὐτὸν δακρύσαντα, ἀνθρώπινα πάλιν παθόντες οἱ ἀκολουθοῦντες ὄχλοι ἤρξαντο πρὸς ἑαυτοὺς ἀντιβάλλειν καὶ λέγειν· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν. Ὁ νεκροὺς ἐγείρας καὶ τυφλοὺς ὀμματώσας οὐκ ἠδύνατο ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ, εἰ ἄρα οὕτως ἐφίλει αὐτόν; Ὁ δὲ κύριος ὡς εἶδεν αὐτοὺς ἔτι ἀνθρώπινα λαλοῦντας, ἀπεκρίνατο πρὸς αὐτούς· Κοῦφον μὲν ἦν μοι παρακατασχεῖν τὴν ζωὴν Λαζάρου ὡς καὶ τοῦ Ἠλία καὶ τοῦ Ἐνώχ, ἀλλ' οὐδεὶς ὑμῶν ἐγίνωσκεν ὅτι τῇ ἐμῇ θελήσει ἡ ζωὴ Λαζάρου παρακατέχεται. ∆ιὰ τοῦτο συνεχώρησα ὑπὸ τοῦ θανάτου αὐτὸν καταποθῆναι, ὅπως ἀκριβῶς μάθητε ὅτι ζωῆς καὶ θανάτου τὴν ἐξουσίαν ἔχω. Καὶ εὐθὺς πρὸς αὐτοὺς ὁ κύριος, καθὼς ἴστε πάντες σαφῶς· Ἀποκυλίσατε τὸν λίθον. Ἰουδαίοις ἐπέτρεπεν· Ἀποκυλίσατε τὸν λίθον. Βλέπε πῶς πάντα σοφῶς ἐπραγματεύσατο μάρτυρας ἀκριβεῖς τῆς ἀναστάσεως Λαζάρου καθιστῶν. Ἀποκυλίσατε τὸν λίθον. Τοῖς μαθηταῖς ἐπέτρεπεν ὄρη μετάγειν λόγῳ, καὶ αὐτὸς λόθον οὐκ ἀπεκύλιεν; Ἀλλὰ πάντα σοφῶς, καθὼς προεῖπον, πραγματευόμενος πρὸς λυσιτέλειαν ἔλεγεν τοῖς Ἰουδαίοις· Ἀποκυλίσατε τὸν λίθον, ὅπως ἐξ αὐτῆς τῆς νεκροφόρου ἀποφορᾶς μάθωσιν ὅτι ἐσάπη καὶ οὐκ ἐκλάπη. Ἀποκυλίσατε τὸν λίθον.  
Τῶν δὲ ἀποκυλισάντων μετὰ γογγυσμοῦ– ἐδρίμυττεν γὰρ αὐτοὺς ἡ νεκροφόρος δυσήνιος ἀποφορά–, ἀποκυλισάντων δὲ τῶν παρόντων τὸν λίθον, εὐθέως ἐβόησεν ὁ κύριος λέγων· Λάζαρε δεῦρο ἔξω. ∆εσπότης ὁ καλῶν, οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Λάζαρε, δεῦρο ἔξω· πληροφόρησον Μάρθαν τὴν ἀδελφήν σου ὡς κελεύω καὶ οὐχ ἱκετεύω. Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Πρὸ τοῦ κατέλθω, ἔξελθε· ἐν σοὶ τὸν ἀρραβῶνα, ἐν ἐμοὶ δὲ τὸ τέλειον. Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Σὺ δὲ ἀκούων, ὦ φίλε, Λάζαρε, δεῦρο ἔξω, μὴ οἴου τὸν κύριον πολλὰς φωνὰς βεβληκέναι. Ἅπαξ ἐλάλησε καὶ ὃν ἔπλασεν ἤγειρεν· οὔτε γὰρ ὡς Ἠλίας ἔκλαυσεν οὔτε ὡς Ἐλισσαῖος ἠπόρησε. Μονοφθόγγῳ φωνῇ διύπνισε τὸν παρ' αὐτῷ καθεύδοντα εἰπών· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Εἷς ὁ λόγος καὶ διάφορα τὰ θαύματα. Μόνον ὁ κύριος ἐφώνησε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω, καὶ εὐθέως αἱ σάρκες ἀπεπληροῦντο, αἱ τρίχες ἀντεφυτεύοντο, αἱ ἁρμονίαι συνεδεσ μοῦντο, αἱ φλέβες καθαρῷ αἵματι ἀντεγεμίζοντο. Ὁ ᾅδης κάτωθεν κοπτόμενος τὸν Λάζαρον προέπεμπεν. Ἡ ψυχὴ Λαζάρου παρακρατουμένη καὶ ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων παρακαλουμένη τὸ ἴδιον εἰς τὸ ἴδιον μετεχωνεύετο. Καὶ τὸ πάντων ἐνδοξότερον ἦν ὅτι πανταχόθεν δεδεμένος ἦν τοὺς πόδας καὶ τὴν ὄψιν κηρίαις καὶ ἀνεμποδίστως ἐβάδιζεν. ∆ιὸ καὶ ὁ κύριος δραστικώτερον πρὸς τοὺς παρόντας ὄχλους παρεκελεύετο λέγων· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. Βλέπε τὴν τοῦ κυρίου πραγματείαν καὶ πῶς τὰ πάντα σοφῶς οἰκονομεῖ. Πρὸς πληροφορίαν τῶν παρόντων ἔλεγε· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν· ὡς τὸν λίθον ἀπεκυλίσατε καὶ τὸν τάφον ὑπεδείξατε καὶ τῆς ὀσφρήσεως μετήσχετε, καὶ τὰ νεκροτάφια λύσατε· τὸ μὲν ὡς εὐλογίαν τηροῦντες, τὸ δὲ ὡς μάρτυρες φυλάττοντες. Ἐὰν ἀπιστήσωσιν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι ὡς οὐκ ἀνέστη Λάζαρος, δείξατε τὰ νεκροτάφια· ἐμφανίσατε τὰ σουδάρια ὡς ὁ παράλυτος τὸν κράβαττον. Ἡμεῖς δὲ τὰ βαΐα τῶν φοινίκων βαστάζοντες εἴπωμεν· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ζωοποιῷ πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Σάββατο 16 Απριλίου 2022

«Εἰς τὴν τοῦ δικαίου Λαζάρου ἀνάστασιν»



Θεοφάνους Κεραμέως 
Ὁμιλία κε΄ 
«Εἰς τὴν τοῦ δικαίου Λαζάρου ἀνάστασιν»

(J.P. Migne, Patrologia Graeca, t. 132, 512Α-542Α)

Πολλὴν πανδαισίαν ἡμῖν ὁ ἐπιστήθιος εὐαγγελιστὴς προτίθησι σήμερον τοῦ δικαίου Λαζάρου τὴν ἀναβίωσιν, ὡς μὲν ἄρτον προτιθεὶς τὸ καθ’ ἱστορίαν διήγημα, ἀντὶ δὲ καρυκευμάτων ταῖς θεολογικαῖς ἐννοίας, ἐφηδύνας τὴν τράπεζαν. Ἐπιτείνοντες τοίνυν νηφόντως καὶ ἀκοὴν, καὶ διάνοιαν, ὡς ἀγαθοὶ δαιτύμονες, ἁρπαλέως τῶν νοητῶν ἐδεσμάτων κατατρυφήσωμεν. Ἡ μὲν οὖν τοῦ θαύματος ἀκριβεστέρα διήγησις καιροῦ καὶ λόγου δεῖται μακροῦ. Ἡμεῖς δὲ τὰ πολλά παρέντες, καὶ ὅσα οἱ πρὸ ἡμῶν ἐξηγήσαντο, τῶν καιριωτέρων ἁψώμεθα.

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ « Ἦν τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας». Ἀκριβεστέρᾳ τινὶ ἀκολουθία ὁ εὐαγγελιστὴς ἐνταῦθα ἐχρήσατο, καὶ τῆς κώμης τῆν κλῆσιν, καὶ τοῦ νοσοῦντος, καὶ τῶν συναιμόνων ἀφηγησάμενος, ὅπερ οὐκ ἐν ἄλλῳ πεποίηκε θαύματι καί μοι δοκεῖ διαστολὴν ἐκ τούτων ποιεῖσθαι τοῦ Λαζάρου τοῦ πένητος περὶ οὗ Λουκᾶς ὁ θειότατος ἐν ταῖς παραβολαῖς ἀφηγήσατο μᾶλλον δὲ ἐπειδὴ ἔθος τῷ παρόντι εὐαγγελιστὴ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἄρχεσθαι, καὶ τὸν λόγον μετάγειν ἠρέμα πρὸς τὰ ὑψηλότερα, ὡς ἐν τῷ τῆς Σαμαρίτιδος, καὶ τῷ κατά τὸν τυφλὸν διηγήματι, ὑποτίθησι. κἀνταῦθα καὶ νοητῶς ἐκλαβεῖν τὸ ἱστορικῶς γεγονός. Δηλωθήσεται τοίνυν ἐκδηλότερον, τί διὰ τοῦ Λαζάρου, καὶ τῆς κώμης καὶ τῶν ἑξῆς προσήκει νοεῖν. Ἔσται δὲ τοῦτο σαφὲς ,εἰ τῶν ὀνομάτων τὴν ἑρμηνείαν διαλέκτῳ Ἑλληνίδι δηλώσωμεν. Λάζαρος τοίνυν βοηθούμενος ἑρμηνεύεται Βηθανίᾳ δὲ οἶκος δόξης καί ὑπακοῆς. Ἡ μὲν οὖν Βηθανία τῆς περιγείου ταῦτης λήξεως ἔστιν ἀπεικόνισμα, ἐν ταύτῃ γὰρ τοῦ Θεοῦ παῖς τὴν ἰδίαν δόξαν τοῖς ἀνθρώποις ἐγνώρισεν. Ὁ δὲ Λάζαρος τὴν ἡμετέραν φύσιν αἰνίττεται, ἥτις γέγονε τῆς τοῦ Θεοῦ βοηθείας ἐπιδεὴς. Αὕτη τῇ νόσῳ τῆς παρακοῆς ὑποπεσοῦσα, κλινήρης ἐγένετο τῇ ἐπαυξήσει τῆς ἁμαρτίας τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ παραδοθεῖσα. Συνάδει δὲ τῇ θεωρίᾳ καὶ τὸ φίλον εἶναι τοῦ Κυρίου τὸν Λάζαρον αὐτὸς γὰρ τοῖς ἱεροῖς ἔλεγεν ὁπαδοῖς «Ὑμεῖς φίλοι μοῦ ἐστε.» Καὶ τὸ γραφικὸν αἴνιγμα τὸ λέγον Τῶν τοῦ ἐχθροῦ φιλημάτων αἱρετώτερα τοῦ φίλου τὰ τραύματα τοῦτο δίδωσιν ἐννοεῖν, φίλον μὲν ἡμῶν τὸν Θεὸν, τραύματα δὲ αἱ πρὸς σωτηρίαν παιδεῖαι εἰς κόλασιν τῆς σαρκὸς ἐπαγόμεναι.

Ἦν δὲ Μαρὶα ἡ ἁλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ, καὶ ἐκμάξασα ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει. Τι μὲν τὸ μύρον ἐδήλου, καὶ ἡ τούτου προσένεξις, καὶ τὸ ἐκμάξαι τοὺς πόδας διὰ τῶν τριχῶν, ἐν τοῖς ἑπομένοις ῥηθήσεται, νῦν δὲ τῆς ἱστορίας ἀρξώμεθα. ᾿Επεὶ οὖν ἔμελλε μετὰ μικρὸν μνημονεῦσαι τῆς τοῦ μύρου ἁλείψεως, προληπτικῶς ἐνταῦθα περὶ τοῦ μέλλοντος προσημαίνεται.

«Ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ λέγουσαι Κύριε, ἴδε, ὅν φιλεῖς, ἀσθενεῖ».Τὶ δὴποτε οὐκ αὐταὶ παραγίνονται, αὐτάγγελοι τῆς πρεσβείας γενόμεναι; Σφόδρα τεθαῤῥηκυῖαι ἦσαν, πολλὴν ἔχουσαι πρὸς Χριστὸν οἰκειότητα. Τοῦτο γὰρ ἔδειξαν καὶ διὰ τῆς περιπαθοῦς ἐκείνης φωνῆς Κύριε, ἴδε, ὅν φιλεῖς, ἀσθενεῖ. Μονονουχὶ γὰρ ἀσχάλλουσιν, ἐκπληττόμεναι πῶς Δεσποτικοῦ φίλου νόσος καθήψατο. Ἑώρων δὲ καὶ τὸν ἀδελφὸν τῷ θανάτῳ κατὰ βραχὺ γειτνιάζοντα. ᾿Εδεδοίκεσαν οὖν μὴ τῆς ἐσχάτης ἐκείνου ἀπολειφθεῖεν φωνῆς τε καὶ ὄψεως. Ἴσως δὲ καὶ ἡ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ Σωτῆρος διατριβὴ τὸν ὄκνον αὐταῖς ἐνεποίησεν οὐ γὰρ ἐν πόλει τότε, ἀλλὰ πέραν Ἰορδάνου διέτριβε. Πλὴν ἀλλ' ἐλέγχονται κατὰ πολὺ διαμαρτοῦσαι τοῦ τελείου καὶ πρέποντος. Ἐχρῆν γὰρ αὐταῖς ζηλῶσαι τὴν Σουναμίτιδα ἤ καὶ τεθνηκότος ἤδη τοῦ παιδὸς οὔτ᾿ ἀπήλ πισεν, οὔτ᾿ ὤκνησε δραμεῖν πρὸς τὴν Κάρμηλον.

Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δι' αὐτοῦ. Καὶ μὴν πρὸς θάνατον ἔληξε πῶς οὖν εἶπεν Οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον; Ἀλλ' οὖν οὐκ ἦν ἀκόλουθον θάνατον ὀνομάσαι τὴν πρὸς βραχὺ ἀποβίωσιν. Ἆρ' οὖν διὰ τὸ δοξασθῆναι τὸν Θεὸν τέθνηκε Λάζαρον; Οὔμενουν. ᾽Αλλ' ὁ μὲν ἀναγκαίως ἀπεβίω φυσικῶς, τοῦ θανάτου συνημμένου τῇ φύσει πρόφασις δὲ θεϊκῆς δόξης ὁ θάνατος γέγονε. Τὸ γὰρ, ἵνα, ἐνταῦθα οὐκ αἰτιολογικὸν ἐστιν, ἀλλ' ἐκ τῆς ἐκβάσεως. Πολλαχοῦ δὲ χρῆται ἡ Γραφὴ τούτῳ τῷ σχήματι. Ὁ μὲν γάρ προφήτης «Τετύφλωκε, φησὶν, αὐτῶν τὰς διανοίας, ἵνα βλέποντες μὴ βλέψωσι» καὶ Ἀπόστολος «Νόμος εἰσῆλθεν, ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα ». Καὶ πολλαχοῦ τις εὕροι ἐκ τοῦ ἀποβάντος λεγόμενα. Δόξαν δὲ λέγει τὴν ἐκ τοῦ διεγεῖραι τὸν θνήξαντα. Οὐ γὰρ τοσούτου θαύματος ἦν νοσοῦντα τοῦτον ἰάσασθαι, ὅσον ἀναγαγεῖν τεθνειῶτα πρὸς ἀναβίωσιν. Τριχῶς δὲ λαμβάνεται ἡ ἀσθένεια ἀσθενὴς γάρ λέγεται καὶ ὁ ἀπαγὴς πρὸς πίστιν, καὶ οἷον κλονούμενος, περὶ οὗ φησιν ὁ Ἀπόστολος Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε. ᾿Ασθένεια καὶ ἡ σωματικὴ νόσος, ὥσπερ ἐνταῦθα Ἴδε, ὃν φιλεῖς, ἀσθενεῖ, καὶ αἱ κατὰ τῶν ἁγίων ἐπιβουλαὶ, καὶ διωγμοὶ παρὰ τῶν ἐχθρῶν, καθὼς ὁ Κύριος τῷ Παύλῳ φησίν Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Σκόπει οὖν ὡς ἐνταῦθα ἰσχνῶς πάντα ἐδήλωσε τὸ περὶ τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν τῶν μαθητῶν καὶ τὸ τῶν γυναικῶν ἀπαγὲς, τοῦ Λαζάρου τὴν νόσον, τὴν τῶν Ἰουδαίων ἐπιβουλὴν, ἅ δὴ πάντα γεγόνασι πρὸς δόξαν αὐτοῦ. Οἱ τε γὰρ μαθηταὶ καὶ τοῦ Λαζάρου αἱ σύγγονοι πρὸς τὴν πίστιν ἐβεβαιώθησαν, καὶ ὁ θανὼν ἀνεβίω, καὶ τὸ διὰ σταυροῦ ἐκυρώθη μυστήριον. Δόξαν γὰρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐδήλωσε μὲν καὶ ἐκ τοῦ ἐγεῖραι τὸν θνήξαντα οὐ γὰρ τοσαύτης ἦν δόξης τὸ νοσοῦντα τοῦτον ἰάσασθαι, ὅσον ἀναστῆσαι τεθνεῶτα τετραήμερον. Μυστικῶς δὲ τὴν τοῦ σταυροῦ ἐσήμηνε, περὶ ἧς ἔλεγε Νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Πρόφασις γὰρ τοῖς Ἰουδαίοις τῆς μείζονπς λύπης καὶ κατὰ τοῦ Σωτῆρος ἐπιβουλῆς τὸ θαῦμα γέγονε τὸν κατὰ τὸν Λάζαρον. Ὡς δὲ ἐγὼ, οἶμαι, περὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ταῦτα λαλεῖ. Ἡ γὰρ ἐπισυμβᾶσα διὰ τῆς παρακοῆς παντὶ τῷ γένει ἀσθένεια τὴν δόξαν τῆς τοῦ Θεοῦ σαρκώσεως προεξένησε δόξα γὰρ τῷ ὄντι αὐτῷ ἡ τοσαύτη γέγονε συγκατάβασις.

«Ἡγάπα δὲ» ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν, καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς, καὶ τὸν Λάζαρον. Ὁ μὲν εὐαγγελιστὴς, ἅτε διαφορὰν ἀγάπης καὶ φιλίας εἰδὼς, καὶ ὅτι τῷ μὲν Θεῷ οἵα τελείῳ, μᾶλλον δὲ ὑπερτελείῳ, τὸ τέλειον σύνεστιν ἡ ἀγάπη, τάχα δὲ καὶ αὐτός ἐστιν ἡ ἀγάπη, ὡς ἐν τῇ καθολικῇ διετράνωσεν ἡμῖν δὲ μάλιστ᾽ ἂν γένοιτο κἂν πρὸς φιλίαν τὴν ἐκείνου ἐλθεῖν.

Τοῦτ᾽ εἰδὼς, ἀτρεκῶς φησιν «Ὡς ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τὸν Λάζαρον, καὶ τὰς συγγόνους αὐτοῦ Μάρθα δὲ καὶ Μαρία, ὡς ἀτελεῖς ἔτι τυγχάνουσαι Ἴδε, ὃν φιλεῖς, ἀσθενεῖ.» Οὐ γὰρ ἥδεισαν ἀγάπης καὶ φιλίας διαφοράν. Οὕτω καὶ 'Ιουδαῖοι δακρύσαντα τεθεακότες τὸν Κύριον «Ἴδε, εἶπον, πῶς ἐφίλει αὐτὸν ».

Ὡς οὖν ἤκουσεν, ὅτι ἀσθενεῖ,τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ, δύο ἡμέρας ἔπειτα μετά τοῦτοι λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ. Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί Ῥαββὶ, νῦν ἐζήτουν σε οἱ Ἰουδαῖοι λιθάσαι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; Δύο ἡμέρας προσμένει, χώραν διδοὺς τῇ φύσει ἐνεργῆσαι τὸ ἴδιον ὡς ἄν ἐπ᾽ ἀδείας τοῦ θανάτου κατακρατήσαντος, δειχθῇ τὸ θαῦμα παραδοξότερον. Εἰ γάρ εὐθὺς εἰς Βηθανίαν ἐξώρμησεν, οὐκ ἦν εἰκὸς τεθνάναι τὸν Λάζαρον. Καὶ γὰρ ἀμήχανον, τῆς ζωῆς παρούσης, ἔνεργον ὀφθῆναι τὸν θάνατον. Οἱ τοίνυν μαθηταὶ ἀκούσαντες τό Ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν, καὶ δεδοικότες, μὴ τῆς τῶν Ἰουδαίων λύττης ἔργον ὁ διδάσκαλος γένηται, ἀντειπεῖν μὲν οὐκ ἐθρασύνθησαν, ἐν προσποιήσει δὲ ὑπομνήσεως ἀπεῖρξαι τοῦτον ὁρμῆς ἐπειράθησαν, πιθανῶς δῆθεν ἐπιχειρίσαντες Ῥαββὶ, νῦν ἐζήτουν σε οἱ Ἰουδαῖοι λιθάσαι, καὶ πάλιν ἐκεῖ; Τί οὖν ὁ Σωτήρ; Διὰ τῶν αἰσθητῶν πάλιν ἀνάγει τὸν νοῦν αὐτῶν εἰς τὰ ὑψηλότερα, λέγων αὐτοῖς.

«Οὐχὶ δώδεκα ὧραί εἰσι τῆς ἡμέρας; Ἐάν τις περιπατήσει ἐν τῇ ἡμέρα, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει ἐάν δέ τις περιπατεῖ ἐν τῇ νυκτὶ-, προσκόπτει, ὅτι το φῶς ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστιν. » Ὅ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν Ὑμεῖς μὲν κατωῤῥωδήκατε, νομίζοντες ὑπὸ Ἰουδαίων κατα- λευσθῆναί με, κατὰ πολὺ δὲ τοῦ εἰκότος στοχασμοῦ ἐκπεπτώκατε. Εἰ γὰρ τῆς ἡμέρας εἰς δώδεκα ὥρας διαιρουμένης, ὁ ἐν αὐτῇ περιπατῶν εὐστιβήτως διέρχεται, ἀπρόσκοπτον καὶ ἀσφαλῆ πορείαν ποιούμενος, πῶς ὑμεῖς περὶ ἐμοῦ τοῦ φωτὸς τοῦ κόσμου πεφρίκατε; Εἰ γὰρ τὸ αἰσθητὸν φῶς τοὺς αὐτὸ βλέποντας ἀπροσκόπτους τηρεῖ, κατὰ πολὺ τὸ ἀληθινὸν καὶ θεῖον φῶς ἀνώτερον ἔσται τῆς τῶν λίθων βολῆς. Αὕτη μὲν ἡ κατὰ τὸ φαινόμενον διάνοια τοῦ ῥητοῦ, χρὴ δὲ ἡμᾶς καὶ τὸ ἔνδον κατοπτεῦσαι ἀπόῤῥητον. Ὅτι γὰρ βαθύτερόν τι ὁ λόγος αἰνίττεται, δείκνυσι τοῦ πράγματος τὸ παράλογον οὔτε γὰρ ἐν νυκτὶ βαδίζων ἐξ ἀνάγκης προσκόπτει, οὔτε πᾶς ἐν ἡμέρᾳ περιπατῶν μένει ἀπρόσκοπτος ἐπειδὴ γὰρ τῇ μὲν ἡμέρᾳ ὥρας ἀπένειμε, τῆς δὲ νυκτὸς μνησθεὶς, ὡρῶν ὅλως οὐκ ἐμνημόνευσε, τὸ μέλλον τῷ λόγῳ ἐσκιογράφησεν, ἡμέραν μὲν καὶ φῶς καλῶν ἑαυτὸν, καθ᾽ ὅ δὴ καὶ υἱοὶ φωτὸς καὶ ἡμέρας οἱ πιστοὶ ὀνομάζονται καὶ τάχα περὶ ταύτης τῆς ἡμέρας ἔλεγεν ὁ Δαβίδ Ἡμέρας οὐ φοβηθήσομαι καὶ περὶ τούτου τοῦ φωτὸς ὁ αὐτὸς εἶπεν εὐαγγελιστής« Τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτείᾳ φαίνει » Δώδεκα δὲ ὧραι οἱ μαθηταὶ, οἷς τὸ κήρυγμα ἐνεπίστευσεν. Ὁ γοῦν ἐν τῷ φωτὶ τοῦ Σωτῆρος καὶ τῷ κηρύγματι τῶν μαθητῶν τοῦ βίου διανύων ὁδὸν, οὐ σφαλήσεται. Φῶς δὲ τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν εἰς αὐτὸν πίστιν ὠνόμασεν, ὡς κατὰ τόνδε τὸν κόσμον ἐνεργουμένης τῆς πίστεως. Νὺξ δ᾽ ἂν εἴη ὥρας μὴ ἔχουσα ἡ τῆς ἀπιστίας σκοτόμαινα, καθ' ἥν ἐάν τις περιπατεῖ, προσκόπτῃ, τὰς τῆς ψυχῆς βάσεις συνθλώμενος τῇ ἀντιτυπία τοῦ ἐκρογωνιαίου λίθου Χριστοῦ, ὅς ὠνομάσθη λίθος προσκόμματος. Ταῦτα δὲ λέγων ὁ Κύριος πλαγίως πως τοῦ Ἰούδα καθάπτεται ἀσυνέτως λειποτακτήσαντος, καὶ τῶν ὡρῶν τῆς νοητῆς ἡμέρας, ὧν ἦν συναρίθμιος, ἑαυτὸν ὑπεκστήσαντος, ἐν τῷ σκότει δὲ τῆς φιλαργυρίας βαδίσαντος, καὶ διά τοῦτο ἀθλίως προσκόψαντος. Καὶ μετὰ τοῦτο εἶπε Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται, ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν. Τὴν ἀναγκαίαν αὐτοῦ πρὸς Ἰουδαίους ἄφιξιν δηλοποιεῖ, ὡς εἴη τοῦ Λαζάρου ἡ κοίμησις. Δεικνὺς δὲ καὶ τὸ τῆς ἀναστάσεως εὐχερὲς, καὶ ὅτι ὡς ὕπνος αὐτῷ συνέβη ὁ θάνατος μικρὸν τοῦ συνήθους μακρότερος Λάζαρος, εἶπε, κεκοίμηται. Καὶ γὰρ οὐχ οὕτω τινὶ ῥάδιον ἐξυπνίσαι καθεύδοντα, ὅσον εὔχερες ἐκείνῳ ἐγεῖραι τεθνήξοντα σύνηθες δὲ καθεύδοντα καλεῖν τὸν ἀναβιώσεσθαι μέλλοντα. Οὕτω γὰρ εἶπε καὶ περὶ τὸ τοῦ Ἰαείρου θυγάτριον, οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει. Ἀδαεῖς δὲ ὄντες οί μαθηταὶ τοῦ ὕπνον τὸν θάνατον λέγεσθαι Εἰ κεκοίμηται, εἶπον, σωθήσεται τάχα που καὶ προφητεύοντες σωτηρίας γὰρ αὐτῷ πρόφασις ὁ θάνατος γέγονε.

«Τότε γοῦν ἀπαρακαλύπτως αὐτοῖς λέγει Λάζαρος ἀπέθανε. Σκόπει δὲ πῶς διὰ πάντων τῶν τῆς ίστορίας ρημάτων τὰ τῆς θεωρίας παρέσπαρται. Ὁπηνίκα γὰρ ἔλεγε κοιμηθῆναι τὸν Λάζαρον, φίλον αὐτὸν κατωνόμαζε Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται.» Ἡνίκα δὲ εἶπεν, Ἀπέ0ανεν, ἁπλῶς ἐκάλεσε Λάζαρον. Τοῖς μὲν γὰρ οὖσι φίλοις Χριστοῦ, ὕπνος ὁ θάνατος καὶ ἀνάπαυσις γίνεται. Οἷς δὲ θάνατος ἐστιν ὁ τοῦ σώματος χωρισμὸς διὰ φαυλότητος βίου, οὗτοι ἀνάξιοι κληθῆναι φίλοι Θεοῦ.

Καὶ χαίρω δι' ὑμᾶς ὅτι οὐ παρήμην ἐκεῖ. Χαίρω, φησὶν, ὑμῶν ἕνεκα τὸ γὰρ μὴ παρεῖναί με ἐν Βηθανίᾳ μείζονος πίστεως ὑμῖν ἔσται πρόφασις.

Καὶ εἰκότως παρὼν γὰρ ἰάσατο ἀῤῥωστοῦντα, καὶ τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα διεκωλύετο. Ἄθρει δὴ ὅπως διὰ τοῦ λόγου τὸ διττὸν τῶν ἐν αὐτῷ φύσεων δείκνυσι. Τὸ μὲν γὰρ προειπεῖν, ὡς ᾿Απέθανε Λάζαρος, τῆς Θεότητος ἦν, τὸ δὲ Οὐκ ἤμην ἐκεῖ, τῆς σαρκός.

Εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾿ αὐτοῦ. Ὁ μὲν πάνσοφος καὶ μέγας Χρυσόστομος ταῦτα φάναι φησὶ τὸν Θωμᾶν δειλιῶντα, καὶ οἷον ἀσχάλλοντα. ᾿Επεὶ δὲ, φησὶν, οὗτος θανατᾷ, καὶ οἷον αὐτόμολος ἐπὶ τὸν κίνδυνον ἵεται, πληρώσωμεν αὐτοῦ τὸ βούλημα καὶ συναποθάνωμεν αὐτῷ. Οὕτω μὲν ὁ τὴν γλῶτταν χρυσοῦς ὁ δὲ τῶν μεταφράσεων γλυκὺς συγγραφεὺς παῤῥησίας εἶπε τὸν λόγον εἶναι δηλωτικὸν τῶν γὰρ ἄλλων μαθητῶν πτοουμένων θάρσος αὐτοῖς ἐντίθησιν ὁ Θωμᾶς. Ἐμοὶ δὲ δοκεῖ ἀσθενέστερα μὲν τῆς πρεπούσης πίστεως φθέγγεσθαι, πολλήν γε μὲν ἐνδεικνύντα τὴν πρὸς τὸν Διδάσκαλον εὔνοιαν. Ἦν μὲν γὰρ ἀπιστίας τὸ οἴεσθαί τι πεἰςεσθαι δεινὸν συνόντας αὐτῷ, γενναίου γε μὴν λήματος τὸ προθυμοποιεῖσθαι συναποθανεῖν τῷ καθηγητῇ. Θαρσοποιεῖ γὰρ τοῦς συμφοιτητὰς τοῦ νοσφισμοῦ τοῦ Διδασκάλου τὸν μὲν αὐτὸν θάνατον προτιμήσασθαι.

«᾿Ελθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ.» Δύο προσμείνας ἡμέρας, καὶ οὕτω μηνύσας τοῖς μαθηταῖς τοῦ Λαζάρου τὸν θάνατον, ἐν ἄλλαις δυσὶ τὴν Βηθανίαν κατέλαβεν εἶδεν αὐτὸν τεθρήμερον ἐν τῷ μνήματι κείμενον, δεικνύντος τοῦ πράγματος την γεγονυῖαν ἐκ Θεοῦ τοῖς ἀνθρώποις ἐπίσκεψιν. Ὡς γὰρ ἐν τέσσαρα! τισιν ἡμέραις παραχωρήσας τὴν φύσιν ἡμῶν ἐν τῇ ἀναισθησία κεῖσθαι τῆς ἀσεβείας, πάλιν αὐτὴν ἐπεσκέψατο. Νοοῖντ' ἂν ἡμέραι τέσσαρες, μία μὲν ὁ ἀπὸ τοῦ ᾽Αδαμ χρόνος, ὁ μέχρι τῆς δι᾿ ὕδατος τῆς γῆς καταλύσεως, μεθ᾿ ἥν ὁ τῷ Νῶε δοθεὶς νόμος ἄχρι τοῦ Ἀβραάμ δευτέραν εἰργάσατο. Εἴτα ἡ τῆς περιτομῆς ἐντολή, ὡς ἡμέρα τρίτη ἐπέλαμψε. Ταύτην δὲ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἄχρι Χριστοῦ διεδέξατο. ᾿Εν ταύταις οὖν ταῖς τέσσαρσιν ἡμέραις τῷ τάφῳ τῆς ἀπιστίας ἡ φύσις ἠμῶν ἐπεκράτητο.

Ἦν δὲ ἡ Βηθανίᾳ ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε. Ἄριστα καὶ τὴν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Βηθανίαν σαφηνίζει ἀπόστασιν, ὡς πεντεκαίδεκα σταδίοις ἀπῴκιστο δεικνὺς ὡς ἐγγὺς οὔσης τῆς κώμης, πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων εἰς παραμυθίαν τῶν γυναικῶν ἐληλύθεισαν. Ἦσαν γὰρ εὐγενεῖς καὶ περίφημοι, πατρὸς μὲν Φαρισαίου τοῦ Σίμωνος, τὴν δὲ κατὰ νόμον ἀκριβῆ πολιτείαν φυλάτττουσαι. Ἦν δὲ καὶ ἐπάναγκες τοῦτο γενέσθαι, ἵνα τὸ θαῦμα πολλοὺς ἓξῃ μάρτυρας. Τάχα δὲ καὶ ἐπειδὴ ἡ Βηθανία ἡμῖν ὁ κόσμος οὗτος νενόηται, κατὰ τὸν τῆς ἀναγωγῆς λόγον, Ἱερουσαλὴμ δὲ ἡ ἄνω μητρόπολις, περὶ ἧς τὰ δεδοξασμένα ἐλαλήθη, ἀφ᾿ ἧς ἐκπεσοῦσα ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις τῇ ἁμαρτία νενέκρωτο, εἰς ἥν ἧκεν ὁ Κύριος μετὰ τὰς νοηθεἰςας ἡμέρας τέσσαρας, ὡς δεδήλωται, δείκνυσι μυστικῶς καὶ τὴν μεταξὺ διάστασιν τῶν νοητῶν καὶ τῶν αἰσθητῶν, ἐν οἷς γεγόναμεν, ἢ μᾶλλον τὰ αἴτια τὰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἡμᾶς διαστήσαντα. Αἱ γὰρ ψυχικαὶ δυνάμεις ὁλοσχερῶς ὑποκύψασαι πρὸς τὴν αἴσθησιν, διέστησαν ἡμᾶς τῆς νοητῆς Ἱερουσαλήμ. Τρεῖς δὲ πάντως τῆς ψυχῆς αἱ δυνάμεις πενταδικὴ δὲ ἡ αἴσθησις, ὧν σύμβολον ἐναργὲς, τὰ πέντε καὶ δέκα στάδια εἰς τρεῖς πεντάδας ποσούμενα. Τὰ δὲ τοσαῦτα στάδια, δύο γίνονται μίλια, εἰ τὴν ὑλικὴν δυάδα σημαίνουσαι, καθ᾿ ἥν τὰ αἰσθητὰ τῶν νοητῶν ἀποικίζονται. Ἀστεῖον δὲ δήπου κἀκεῖνο λογίσασθαι, ὡς ἐπειδὴ μεταξὺ τῆς Λαζάρου ἀναβιώσεως, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως, πέντε καὶ δέκα ἡμέραι παρέδραμον ὧν ἡ μὲν ἐν Βηθανία, ἡ δὲ τοῦ Σωτῆρος ἐν Ἱερουσαλὴμ γέγονε, ταύτας διὰ τῶν σταδίων ἠνίξατο.

Ἡ οὖν Μάρθα, ὠς ἤκουσεν ὅτι Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ, Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. Τί δήποτε οὐ παραλαμβάνει καὶ τὴν ἀδελφὴν ἡ Μάρθα μεθ᾿ ἑαυτῆς, πρὸς τὴν τοῦ Κυρίου ἀπάντησιν; Ἐβούλετο κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ ἐντυχεῖν, ὡς ἂν οὖν μὴ καὶ τῆς Μαρὶας ἐλθούσης, οἱ συνελθόντες Ἰουδαῖοι συνέψωνται, οἳ δὴ ἀπεχθῶς πρὸς τὸν Σωτῆρα διέκειντο, ἠρέμα πως ὑπὲξεισι μόνη τὴν ἀπάντησιν κλέψασα πλὴν ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῦτο μυστικῆς θεωρίας ἐστιν ἐπὶδεκτον. Ἐπειδὴ γὰρ Μαρία μὲν εἰς τὴν θεωρίαν ἐκλαμδάνεται, Μάρθα δὲ εἰς τὴν πρᾶξιν (οὕτω γὰρ καὶ τοῖς πρὸ ἡμῶν διδασκάλοις νενόηται), δείκνυσιν, ὡς ἡ πρᾶξις προτέρα πλησιάζει Θεῷ κατ᾽ ἐνέργειαν. κἂν γνῶσις πολλάκις ὁξυοποῦσαπροέρχοιτο. ᾿Αλλὰ τί πρὸς τὸν Κύριον εἶπεν ἡ Μάρθα προσυπαντήσασα; Κύριε, εἰ ἧς ὧδε, οὐκ ἂν ἐτεθνήκει ὁ ἀδελφός μου. Ὁρᾷς ὅπως τὴν πίστιν ἁβέβαιον ἐσχηκυῖα περικραδαίνεται; Τὸ μὲν γὰρ, Εἰ παρῆν οὐκ ἄν ἐτεθνήκει αὑτῆς ὁ ἀδελφὸς, πιστεύει. Τὸ δ᾽, ὅτι ὡς Θεὸς παρῆν στανταχοῦ, ἀπιστεῖ. Καὶ τὸ μὲν, ὅσα ἂν αἰτήσηται τὸν Θεὸν λαμβάνει, ὁμολογεῖ μικροπρεπῆ φρονοῦσα περὶ αὐτοῦ, τὸ γε μην ἀναστῆναι τὸν ἀδελφὸν αὐτῆς, ἀπιστεῖ. Εἰπόντος γὰρ τοῦ Κυρίου, ὅτι Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου, ᾿Αναστήσεται, φησὶν, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ βεβαιωθήσεται δὲ μικρὸν ὕστερον, καὶ ὁμολογήσῃ Θεόν εἰ μὴ κἀνταῦθα περὶ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως λέγει φύσεως, ἥν εἰκονίζειν τὸν Λάζαρον εἴπομεν. Αὕτη γὰρ ἀναστήτεται πάντως ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα τὴν φθορὰν ἀπορρίψασα διὰ τοῦτο γὰρ ὁ Κύριος κοινήν ἐποιήσατο τήν ἀπόφασιν. Ἐγώ εἰμὶ ἡ ᾿Ανάστασις καὶ ἡ Ζωή ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται. Γέγονε γὰρ τῷ ὄντι ἀνάστασις καὶ ζωή τῆς πεπτωκυίας φύσεως τοῦ τῆς ἁμαρτίας θανάτου ταύτην ῥυσάμενος. Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν, κἄν τὴν σωματικήν ταύτην ἀναγκαίως ὑποίσηται τελευτὴν, ἀλλὰ ζήσεται καρίαν ἐκείνην ζωὴν, καὶ τὸν ψυχικὸν οὐ τεθνήξεται θάνατον. Διὰ τούτων δὲ ἀναιρεῖ καὶ τὸ μὴ λελογισμένως τὴν Μάρθαν εἰπεῖν «Οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεὸν. δώσει σοι. Εἰ γὰρ αὐτός ἐστιν ἡ ᾿Ανάστασις καὶ ἡ Ζωὴ, οὐ δεῖται πάντως αἰτήσεως. Καταπλάγηθι οὖν τοῦ Σωτῆρος τὴν ἄρρητον δυναμιν πῶς ἅμα τῷ λόγῳ τοσαύτην ἐνέσταξε γνῶσιν ἐν τῇ τῆς Μάρθας ψυχῇ, ὡς ἀπὸ τῶν χαμαιζήλων νοημάτων ἀρθῆναι, καὶ τὴν θεολογικὴν ἐκείνην ἐκπέμψαι φωνήν Ναὶ, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα, ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος» συνῳδὰ πάντως λέγουσα τῷ προκρίτῳ τῶν μαθητῶν οὕτω γὰρ αὐτὸν καὶ Πέτρος ἐθεολόγησε. Τὸ δὲ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος, προγνωστικὴν ἔχει πρόῤῥησιν οὐκ εἰς μόνον γάρ τὸν Ἰσραὴλ. ἀλλ᾽ εἰς πάντα τὸν κόσμον ἐλήλυθεν. Ἤ τάχα τὸν κόσμον λέγει τῶν ἀρετῶν, εἰς ὅν ὁ Χριστὸς παραγίνεται. ᾿Αριδιλότατα γοῦν κἀνταῦθα ὑπέδειξεν, ὡς ἡ κατ᾿ ἀρετὴν πρᾶξις ταῖς κατὰ μικρὸν ἀναδάσεσιν εἰς θεωρίαν ἀνάγεται. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε, καὶ ἐφώνησε Μαρίαν λάθρα εἰποῦσα Ὁ δὲ διδάσκαλος πάρεστι, καὶ φωνεῖ σε. Δοκεῖ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Κυρίου καλέσαι τὴν ἀδελφὴν οὐ γὰρ ἄν διεψεύσατο εἰποῦσα. Ὁ διδάσκαλος φωνεῖ σε ἀλλ᾽ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπειγόμενος εἰς τὰ καιριώτερα φθάσαι, τοῦτο παρέλειψε. Λάθρα δὲ ταύτην φωνεῖ, τῶν συγκαθημένων Ἰουδαίων ἐκκλίνουσα τὴν κακόνοιαν. Ἡ δὲ ἅμα τῷ λόγῳ ἤκουσε, καὶ ἀναστᾶσα οὕτω τὴν πορείαν ἐτάχυνεν, ὥστε ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ φθάσαι τὸν Κύριον, ἐν ᾧ τῇ Μάρθᾳ προδιείλεκτο.

Ἐκείνη γὰρ, φησὶν, ὥς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ, καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν οὕπω γάρ ἐλήλυθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ᾽ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα. Τῇ γὰρ προακλήσει τῆς πράξεως ὀξέως ἡ θεωρία διεγείρεται, εὑρίσκουσα ἔξω τῆς κώμης τὸν κύριον, τουτέστιν. ἔξω τοῦ αἰσθητοῦ τοῦδε κόσμου τὸ θεῖον εἶναι καταλαμβάνουσα, καὶ ὑπὲρ πᾶσαν αἴσθησίν τε καὶ νόησιν.

Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι ίδόντις τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθουν αὐτῇ. Εἶεν ἂν Ἰουδαῖοι κατὰ τὸνδε τὸν τόπον τάς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν παραμυθούμενοι, πίστις, ἐλπὶς, ἀγάπη, αἱ καθάπερ ἐξ Ἱερουσαλὴμ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης τῇ ψυχῇ καταπέμπονται. Αὗται καὶ συνοδοιποροῦσιν αὑτῇ, σπευδούσῃ καταλαβεῖν τὴν ὄντως ζωήν.

᾿Ιδοῦσα αὐτὸν, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ λέγουσα Κύριε, εἰ ἧς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ἀδελφός. ιΣύμφωνα τῇ Μάρθα λαλεῖ. ᾿Αδελφὰ τά ρήματα, συγγενεῖς αἱ φωναί πλὴν ὅτι Μάρθα μεν οὐ λέγεται πεσεῖν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, οὔτε κλαίουσα φθέγγεσθαι, Αὕτη δὲ πράττει ἀμφότερα. 'Ιμείρετο γάρ τῶν ποδῶν ἰκείνων ἐφάψασθαι, οἷς παρακλιθεῖσα πρότερον τοῦ τῆς διδασκαλίας ἐγεύσατο νέκταρος. Τούτους τοὺς ὡραίους ἐγεύσατο νέκταρος. Τούτους τοὺς ὡραίους πόδας διαφερόντως ποθήσασα, πρότερον μὲν αὐτοῖς παρεκάθισε. νῦν δὲ κατασπάζεται τοῖς δάκρυσι πλῦνουσα ὕστερον δὲ τῷ μύρῳ ἀλείψασα, θριξὶν ἰδίαις ἐξέμαξεν. Ἡ γὰρ θεωρητικὴ ψυχὴ τὰς καλὰς ἀναβάσεις τιθεμένη, πρότερον μὲν παρὰ τοὺς μυστικοὺς πόδας καθίσασα ζητεῖ τὴν ἀλήθειαν εἴτα μυηθεῖσα ἐφάπτεται νοερῶς προσεγγίζουσα μετὰ ταῦτα τῷ μύρῳ τῆς ἀψευδοῦς γνώσεως τούτους εὐωδιάζει τῇ περὶ τὰ πάθη ἀναισθησία ἐκμάσσουσα. Τοῦτο γὰρ αἱ τρίχες αἰνίττονται ὡς αἰσθήσεως ἄμοιροι. Νοοῖντο δ᾽ ἂν πόδες Χριστοῦ, ὅσα δυνατὸν νοεῖσθαι περὶ αὐτοῦ τῷ τῆς ὕλης ἑαυτὸν ἐκκαθάραντι. Τὸ δὲ τὴν Μαρίαν κλαίειν δηλοῖ τὸ εἰς ἑαυτὴν συστέλλεσθαι τὴν ψυχὴν καὶ συννεῦειν, χωριζομένην τῶν αἰσθητῶν, ὅταν εἰς θεωρίαν ἀνάγηται θερμαίνεσθαί τε τῷ θείῳ ἔρωτι, ἀποβαλλομένην ὡς δάκρυα τὰ περιττὰ τῶν νοημάτων καὶ μὴ προσήκοντα. Τὸ γὰρ δάκρυον λυπηροῦ πάθους ἐστὶ νοτὶς συστελλομένων ὑπὸ λύπης τῶν μυῶν, ὧς τὴν ἀποθλιδομένην λιβάδα πρὸς τὰς τοῦ ἐγκεφάλου φλέβας ἀποδίδοσθαι, κἀκεῖθεν ἐπὶ τοὺς ὁλκοὺς τῶν ὀφθαλμῶν παραπέμπεσθαι τὸ περιττὸν ἀποκρουομένης τῆς φύσεως.

Ἰησοῦς οὖν, ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν, καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας,«ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι, καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν.» Ἐπειδὴ, τὰς ὥσπερ ἀληθῶς ἦν Θεὸς, οὕτω καὶ ἄνθρωπος ἀληθῶς, καὶ ὅσα ἐν ἡμῖν τῶν ἀδιαβλήτων εἰσὶ παθῶν συγκαταβατικῶς ὑπεδέξατο, οὐ μὴν ὑπ᾿ αὐτῶν ἥττητο πώποτε, ἀλλ' ὅτι καὶ ὅπου, καὶ ἐφ᾿ ὅσον ἐδούλετο. Ταρασσομένης δὴ οὖν καὶ νευούσης πρὸς λύπην τῆς ιιε ἁγίας αὐτοῦ σαρκὸς, οὐκ ἀφίησιν τῷ τῆς λύπης πάθει γενέσθαι κατάφορον, ἀλλὰ τῇ τοῦ ἁγίου Πνεύματος δυνάμει ἐπιτιμᾷ ταύτῃ, καὶ ἐπιπλήττει τρόπον τινά τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ Ἐνεβριμήσατο καὶ μετάγει πρὸς τὸ μέτριον, ὅπερ ἦν τὸ ἠρέμα δακρῦσαι, καὶ ὅσον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐνδείξασθαι. Οὐ γὰρ ἔκλαυσεν, ἀλλ᾽ ἐδάκρυσε τῷ γὰρ κλαυθμῷ συνέζευκταί τις ὀλολυγὴ ἐδάκρυσεν οὖν, ἐπειδὴ οὐκ ἀρνεῖται τὴν πρὸς τὸν ἄνθρωπον ὁμοιότητα, ἀλλὰ μίγνυσι τοῖς θεϊκοῖς τὰ ἀνθρώπινα. Καὶ ὡς μὲν ἄνθρωπος δακρύει, τύπον παρέχων ἡμῖν, καὶ μίτρον ὁρίζων πόσου δεῖ ἐπικλᾶσθαι πρὸς οἶκτον, καὶ τοῖς κειμένοις ἐπιστάζειν τὸ δάκρυον οὐ γὰρ τοῦ Λαζάρου δακρύει τὸν θάνατον πῶς γὰρ, εἰδὼς ὡς μετὰ μικρὸν ἀναστήσεται; ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς φύσεως ἡμῶν δεικνὺς ὁμοούσιον, καὶ τύπον, ὡς εἶπον, ἡμῖν παρεχόμενος. Δακρύει δὲ καὶ τὴν ἐξ ἁμαρτίας πτῶσιν, ἐλεεινῶς τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων παρομαρτήσασαν, ὡς δεηθῆναι θανάτου τὴν προσαφθεῖσαν ἀλογίαν ἀποκαθαίροντος. Δακρύει δὲ καὶ τῶν Ἰουδαίων τὴν σκότωσιν προβλέπων, ὡς μόνον οὐ βελτιωθήσονται ἰδόντες τὸ θαῦμα τουτὶ τὸ παράδοξον, ἀλλὰ καὶ σκληρυνθήσονται ἐπὶ πλέον τὸν φθόνον ἐξάψαντες. Δακρύει δὲ καὶ τὸν Λάζαρον οὐχ ὅτι ἀπεβίω, ἀλλ᾽ ὅτι ἁναβιώσεται. Δίκαιος γὰρ ὢν καὶ θεοσεβὴς, καὶ φίλος Χριστῷ, εὐκλεῶς ὑπεξῆλθε τοῦ βίου τὸ στάδιον. Ἔμελλεν οὖν ἐν ἀναπαύσει ἔσεσθαι καὶ τιμῇ Δίκαιος γὰρ, ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, φησὶν ὁ Σολομὼν, ἐν ἀναπαύσει ἔσται Μέλλων οὖν τοῦτον ἀναστῆσαι διὰ τὴν οἰκείαν δόξαν, ἐδάκρυσε, μονονουχὶ λέγων. Τὸν εἴσω τοῦ λιμένος ἐφορμισθέντα, πάλιν εἰς τὴν τοῦ βίου τρικυμίαν καλῶ; Τὸν ἤδη ἀγωνισάμενον καὶ στεφθέντα ἐπανελθεῖν ἐπὶ τοὺς ἀγῶνας προτρέπομαι ; Ἔρωτᾷ δέ Ποῦ τεθείκατε αὑτόν ; οὐχ ὡς ἀγνοῶν, ἀλλ᾽, ὡς ἔφην, τοῖς θεοπρεπέσι μιγνὸς τὰ ἀνθρώπινα, καὶ ἵνα προφάσει τοῦ τὸν τόπον ἀποδεῖξαι ἐφέψωνται πολλοὶ, καὶ τῷ θαύματι μαρτυρήσωσι. Πλαγίως δέ πως καὶ διὰ ἐπερωτήσεως ἐλέγχει Μαρίαν καὶ Μάρθαν, καθὼς ἡμῖν ἤδη προλέλεκται, μὴ τὴν ἴσην πίστιν ἐσχηκυίας τῇ Σουναμίτιδι ἡ μὲν γάρ καὶ τεθνηκότα τὸν παῖδα οὐκ ἔθαψεν, ἀλλ᾽ ἐν τῇ κλίνῃ περικαλύψασα ζεούσῃ πίστει πρὸς τὸν προφήτην ἀνέδραμεν αἱ δὲ θανέντα τὸν σύγγονον τῷ τάφῳ κατέκρυψαν, καίτοι ἐκείνη πρὸς ἄνθρωπον ὤχετο τὸν Ἑλισσαῖον, αὗται πρὸς Θεόν.

Ἰησοῦς πάλιν ἐμβριμησάμενος ἐν ἑαυτῷ ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον ἦν τι σπήλαιον καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ᾽ αὐτῷ. Ἔμβριμησάμενος πάλιν τῇ λύπῃ ἐπιτιμᾷ, καὶ τῷ θανάτῳ δεσποτικοῦ φίλου κατατολμήσαντι. Τὸ μέντοι σπήλαιον ἐκεῖνο τὸ ἀφεγγὲς καὶ ὑπόγειον βίον τῶν ἀνθρώπων δηλοῖ, εἰς ὅν μετὰ τὴν πτῶσιν ἐλεεινῶς κατῳκίσθημεν, ἢ καὶ τὸ σκιῶδες γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ δ᾽ ἐπικείμενος λίθος τῆς ἀσαφείας τοῦ νόμου τὸ κάλυμμα. Διά τί δὲ οὐκ αὐτὸς αἴρει τὸν λίθον λόγῳ, ἢ καὶ τούτου ἐπικειμένου τὸν νεκρὸν ἐξανίστησιν; Ἐπειδὴ οὐκ ἀναγκαῖον ἐν τοῖς μὴ ἀναγκαίοις θαυματουργεῖν. Τοῦτο γάρ φιλοτιμίας ἐστὶ περιττῆς. Ἄλλως τε τὸ ὑπ' αὐτῶν ἀρθἧναι τὸν λίθον, καὶ λίαν συνέφερεν, ἵνα τε τῆς δυσωδίας τοῦ ὁδωδότος αἰσθήσονται, καὶ ἵνα μὴ φάντασμα εἶναι τὸ γεγονὸς, ἢ ἄλλος ἀντ᾿ ἄλλου ἀνίστασθαι. Διὰ τοῦτό φησιν 'Αρατε τὸν λίθον ὑμεῖς, καὶ τὸν νεκρόν θεάσασθε κείμενον, καὶ ὡς ἐξ ὕπνου τῇ φωνῇ ἀναθρώσκοντα ἔχει δέ τινα καὶ τῆς αὐτῶν ἀπιστίας ὁ λόγος ὀνειδισμὸν. Ἐπιτάττει γὰρ ἀφ’ ἑαυτῶν ἆραι τὸν λίθον τῆς πωρώσεως, τὸν μόλυβδον ἐπιβρίθοντα ταῖς ἐκείνων ψυχαῖς, ὡς μὴ ἐπιγνῶναι τὸν ἐπὶ σωτηρία τοῦ κόσμου παραγενόμενον. Ἆραι δὲ προτρέπει καὶ τοῦ νόμου τὸ κάλυμμα, ὡς ἂν περιεσκεμμένως περιαθρῆσαι τὰ ἐν αὐτῷ τεθεσπισμένα τῷ Πνεύματι. Μυστικωτέρῳ δὲ λόγῳ τὸ προωρισμένῳ τρόπῳ μέλλον γενέσθαι προεζωγράφησεν. Ὥσπερ γάρ πρώην αὐτοῖς ἐπειρώνει «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον» οὕτω καὶ νῦν. Ἄρατε τὸν λίθον τοῦτον, περὶ ἑαυτοῦ τοῦτον λαλῶν. Ἤδει γὰρ, ἥδει, ὡς τῷ ἡγεμόνι κεκράξονται Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὑτόν. Προλέγει τοίνυν αὑτοῖς τὸ ἐσόμενον. Ἄρατε τὸν λίθον τὸν ἀκρογωνιαῖον ἐμὲ, ὃν ὑμεῖς μὲν ἀπεδοκιμάσατε, γέγονε δὲ εἰς κεφαλὴν γωνίας, εἰς ἕνα τοῖχον συνάψας τοὺς δύο λαούς. Ἄρατε αὐτὸν. καὶ σταυρώσατε, θάνατος γὰρ αὑτοῦ οὐ κατακυριεύσει. Καὶ τὰχα περὶ τούτου τοῦ λίθου Χριστοῦ ὁ αὐτός φησιν εὐαγγελιστὴς, ὡς ἦλθεν ἡ Μαρία ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ὃ δὴ σαφηνίσασα ἡ Μαγδαληνὴ λέγει τοῖς μαθηταῖς, Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου.

Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα Κύριε, ἤδη ὄζει τεταρταῖος γὰρ ἐστι. Δοκεῖ μὲν ἀπιστεῖν ἡ Μάρθα τῷ θαύματι. Τὰ μεγάλα γὰρ καὶ ὑπὲρ φύσιν εἰώθει μὴ ῥᾳδίως πιστεύεσθαι. Πλὴν ὅτι καί, ὑπὸ πλείστης αἰδοῦς καὶ τιμῆς, οὐκ ἀνεκτὸν ἡγεῖτο προσεγγίσαι τῷ τάφῳ τὸν Κύριον διὰ τὴν ἐγκειμένην ἀηδίαν τοῦ πρὸς φθορὰν διαῤῥεύσαντος σώματος. Φορτικὸν γὰρ δύσοιστον μυδῶντος ἤδη σώματος προσεγγίσαι-κακοσμίας γὰρ οὕτω δεινῆς οὐ χεῖρον ἕτερον γένοιτ᾿ ἄν. Ἁρμόσει δὲ ὁ λόγος καὶ ἐπὶ τῆς κοινῆς ἡμῶν φύσεως, ἥτις, ὡς τεθρήμερσν διελθοῦσα τοὺς ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Χριστοῦ κατὰ τὸν προσαποδοθέντα σκοπὸν, ἐν τῷ τῆς ἀγνοίας ἐβέβλητο μνήματι, τῇ δυσωδία τῆς ἀσεβείας ἀηδῶς ἐποζέσασα. Ὅ καὶ ὁ Δαβὶδ ὀδυρόμενος ἔλεγε Προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου.

Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς Οὐχ εἶπόν σοι ὅτι, ἐὰν πιστεύῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ἐπιπλήττει αὐτὴν ὡς ἐπιλαθομένην ὡς εἶπεν αὐτῇ, ὅτι Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου » ἐμφαίνων δὲ τὸν Πατέρα ὁμοούσιον καὶ ὁμότιμον, πρότερον μὲν ἀκούσας, ὡς ὁ Λάζαρος ἀσθενεῖ. Ἡ ἀσθένεια. εἶπεν, αὕτη, ὑπὲρ τῆς δόξης ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ νῦν δὲ φησιν ᾽Εὰν πιστεύῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ μία δόξα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω, καὶ εἶπε Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου. ᾿Εγὼ δὲ ἤδειν ὅτι πάντα μου ἀκούεις, ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν παρεστῶτα εἶπον, ἵνα γνῶσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. ι Διὰ μὲν τοῦ ἆραι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ἄνω καὶ εὐχαριστεῖν τῷ Πατρὶ δείκνυσιν ὡς οὐκ ἔστιν ἀντίθεος. Διὰ δὲ τὸν λόγον τῆς εὐχῆς παρίστησι τὸ ὁμότιμον. Οὐ γὰρ εἰσακουσθῆναι παρακαλεῖ κατὰ τὴν τῆς Μάρθα; ὑπόληψιν, ἀλλ', Οἶδα, φησὶν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις, ὡς ὁμοουσίου τοῦ Υἱοῦ καὶ οὐ χρεία μοι εὐχῆς. ἀλλὰ διά τὸν παρεστῶτα λαὸν ταῦτα λαλῶ. ἵνα γνῶσιν ἰσοτιμίαν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Διά τούτων δὲ προτρέπεται καὶ ἡμᾶς εὐχαῖς ἱλεοῦσθαι τὸ Θεῖον ἀεὶ, καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ὀπτικὸν αἴρειν ἀπὸ τῶν χαμαιζήλων νοημάτων πρὸς τὸ ὕφος τῆς θεωρίας.

Καὶ ταῦτα εἰπὼν, φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ τὴν Θυγατέρα Ἰαείρου ἐγηγερκὼς, καὶ τὸν υἱὸν τῆς χήρας ἐζωοποιηκώς, οὐ φαίνεται μεγάλῃ φωνῇ κεκραγὼς. ἀλλά τῇ χειρὶ κεκρατηκὼς, καὶ ἠρέμα πεφωνηκὼς, τῇ μέν «Ἡ παῖς, ἐγείρου τῷ δὲ «Σὺ, λέγω, ἀνάστηθι.» Ἐνταῦθα δὲ διαπρύσιον κέκραγε. Διατί; Ὅτι ἐκείνων προσφάτως τεθνηκότων, ἐγγύς που τοῦ σώματος παρῆν ἡ ψυχὴ (πατρικὴ γὰρ ἡμᾶς φωνὴ δυσωπεί, ὡς μέχρι τῆς τρίτης ἡμέρας ἡ ψυχὴ τὸ ἴδιον σῶμα ἐπισκέπτεται), τὴν δὲ Λαζάρου ψυχὴν μακρόθεν ποθεν ἐκκαλούμενος, κέκραγε μεγάλῃ φωνῇ. Καὶ ἐπειδὴ προείρηκε τοῖς Ἰουδαίοις, Ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσοντες ζήσονται, πληροῖ τὸ ἐπάγγελμα καὶ διά τῆς ὑψηλῆς φωνῆς ζωὴν τῷ κειμένῳ χαρίζεται, ἵνα εἰδεῖεν ὅτι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ, οὕτω καὶ ὁ Υἱός, οὓς θέλει ζωοποιεῖ. Αὕτη ἡ φωνὴ σαλπίσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα καὶ οἱ νεκροὶ ἀναστήσονται. Τάχα δὲ καὶ το ἐνεργόν, καὶ μέγα, καὶ τὸ ἰσχυρὸν τοῦ λόγου σημᾶναι βουλόμενός φησιν, ὡς ἐκραύγασε φωνῇ μεγάλῃ τοσαύτη γάρ τις ὡς ἐκραύγασε φωνῇ μεγάλῃ τοσαύτη γάρ τι; ἦν ἐν τῇ φωνῇ ἡ ἰσχὺς, ὥστε παρείθη μὲν τοῦ Ἅδου δύναμις, ἡ ψυχὴ δὲ θᾶττον ἐκ τῶν νεκάδων ἀνέθορε. Τὸ δὲ διαλυθὲν ἤδη σῶμα ἰσχυρῶς τε ἐτετόνητο, καὶ, διὰ πάντων ἐτελεῖτο τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα, καὶ ὑπερφυὲς καὶ ἀνέλπιστον. Οὐ γὰρ ἐκ νόσου τις ἀνέστη πρὸς αὐταῖς ὤν ταῖς ἐσχάταις ἀναπνοαῖς, ὡς ὁ τοῦ ἑκατοντάρχου παῖς, οὐδὲ ζωοποιεῖται παιδίον ἀρτιθανὲς, ὡς τὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου θυγάτριον, οὐδὲ νεανίας μέλλων ἄρτι τῷ τάφῳ προσάγεσθαι πάλιν ἐκ τῆς σοροῦ ἀναλύεται, ὡς ἐν τῇ πόλει Ναΐν, ἀλλ᾽ ἀνὴρ ἤδη ἔξωρος, καὶ νεκρὸς ἕωλος μυδῶντος ἐν τῷ ἑβρῶτι [σαπρῷ] τῆς γῆς. καὶ διαπίπτοντος ὑπ᾿ ἀνάγκης τοῦ σώματος μιᾷ κλήσει πρὸς τὴν ζωὴν ἐπανέρχεται, καὶ κειρίαις δεδεμένος ἐφήλλατο. Τὸ γὰρ δέδεσθαι χεῖρας καὶ πόδας καὶ σουδαρίῳ κεκάλυφθαι τὴν ὄψιν, καὶ βαδίζειν τροχαλῶς οὕτως ἔχοντα, ἦν οὐχ ἧττον τῆς ἀναστάσεως. Πρόσεστι τῷ πράγματι καὶ ἄλλο παραδοξότερον. Ἐπειδὴ γὰρ ἔθος τοῖς Ἰουδαῖοις σμύρνῃ καὶ ἀλόῃ ἐνταφιάζειν εἰς τὸ διαρκέσαι τὰ σώματα τῶν νεκρῶν, κολλητικά δὲ ταῦτα καὶ δυσαπόσπα, στοχάσασθαι προσήκει πόση τις ἦν τοῦ λόγου ἡ δύναμις ἡ ταῦτα ῥᾳδίως τοῦ σώματος διακρίνασα. Διά τοῦτο γάρ αὐτοὺς ἐκείνους λῦσαι τὸν ἀνεβεβιωκότα ἐπιτάττει εἰπὼν Λύσατε αὐτὸν, καὶ ἄφετε ὑπάγειν, ὡς ἂν μὴ ἀπιστεῖν ἔχωσι βεβαιωθέντες διὰ πασῶν τῶν αἰσθήσεων. Διὰ μὲν τῆς οἰκείας φωνῆς, ἧς τὸν τάφον ὑποδεικνύντες ἔλεγον. « Ἔρχου καὶ ἴδε» διὰ δὲ τῆς ὄψεως, καὶ, τὸν νεκρὸν ἐπεγνωκότες καὶ τὴν ἀνάστασιν θεασάμενοι, διὰ τῆς ἀκοῆς τῆς μεγάλης καὶ γεγωνοτέρας ἐνωτισθέντες φωνῆς Λάζαρε, δεῦρο ἔξω, » διὰ τῆς ὀσφρήσεως τῆς δυσωδίας ἐν τῷ αἴρειν τὴν λίθον αἰσθόμενοι, τῇ ἁφῇ λύοντες τὸν δεδεμένον χεῖρας καὶ πόδας, καὶ σουδαρίῳ περικεκαλυμμένον τὸ πρόσωπον. Ἡ μεγάλη οὖν ἐκείνη φωνὴ τὸ εὐαγγελικὸν ἐσήμανε κήρυγμα, δι᾿ οὗ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἡ χεῖρας καὶ πόδας δεδεμένη ταῖς τῶν ἁμαρτιῶν σειραῖς, καὶ κειμένη ἐν τῷ τῆς ἀπιστίας σορῷ, πρὸς τὴν ἀληθῆ μετῆλθε ζωὴν, περιαιρεθέντος τοῦ σουδαρίου ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν, τουτέστι τοῦ ἐπιπροσθοῦντος νέφους, καὶ ζοφοῦντος τῆς ψυχῆς τὰς μαρμαρυγὰς, ἀφ᾿ ὧν λυθεῖσα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ διδασκάλων, ἀφείθη πορεύεσθαι πρὸς τὴν μακαρίαν ζωήν. Καλὸν δ᾿ ἂν εἴη, καὶ πρὸς ἠθικωτέραν ἔννοιαν τὴν ἱστορίαν μεταγαγεῖν, κἂν εἰς μῆκος ὁ λόγος ἐκτέταται.

Λάζαρος τοίνυν ἐστὶν ὁ ἡμέτερος νοῦς, φίλος ὢν τῷ Χριστῷ, ἅτε κατ᾿ εἰκόνα ἐκείνου κτισθεὶς Μάρθα δὲ ὡς ἑρμηνευομένη κοπιῶσα, τὴν σάρκα δηλοῖ. Μαρία δὲ ὡς κυρία, τῆς ψυχῆς ἐστι σύμβολον δέσποινα γὰρ αὕτη τοῦ σώματος. Ἅς δέον θρηνεῖν, ὁπηνίκα εἰς τὸν τῆς ἁμαρτίας θάνατον ὀλισθήσῃ ὁ νοῦς, συμπαραλαβούσας μεθ᾿ ἑαυτῶν ὡς Ἰουδαίους συνθρηνοῦντας τὴν τῶν ἐπταισμἑνων ἐξομολόγησιν. Τοῦτο γὰρ σημαίνεται διὰ τοῦ Ἰουδαίου ὀνόματος. Κλαίουσι γὰρ ἐπιστήσεται πάντως ὁ Κύριος, καὶ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου φωνήσει καὶ τὴν πώρωσιν ἀρεῖ, καὶ καλέσει ἔξω τοῦ πτώματος τὸν νεκρὸν, καὶ ἀνενέργητον μένοντα ἐν ταῖς τέσσαρσι φωτιστικαῖς ἀρεταῖς, ὡς ἄν τὴν ἐπιζέσασαν ἁμαρτίαν ἐκτιναξάμενος, καὶ ὑπὸ ἀγγέλων καὶ ἱερέων λυθεὶς, συνέστιος τῷ Σωτῆρι γένηται τὴν γνῶσιν τῆς ἁγίας Τριάδος μυούμενος, καὶ προς τὸν ἐκείνης πόθον ὁλοσχερῶς ἐπειγόμενος, ὅτι αὑτῇ πρέπει τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις