Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Ποτὲ δὲν ἠκολούθησεν ἡ καρδία μου εἰς τὸν ὀφθαλμόν μου

Ο Άγιος Ευδόκιμος ο δίκαιος

Μεγαλυνάριον
Εὐδόκιμος πέφηνας τῷ Θεῷ, 
ἐν δικαιοσύνῃ, τὸν σὸν βίον διαδραμών.
Ὁ λαθών γὰρ ἔσχες ἐγνώσθη μετὰ τέλος, 
Εὐδόκιμε θεόφρον, πρὸς θείαν αἴνεσιν. 
Ο Άγιος Ευδόκιμος, ο θαυμαστός, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Θεοφίλου του Εικονομάχου (829-842 μ.Χ.) και καταγόταν από την Καππαδοκία.  Ο πατέρας του Βασίλειος και η μητέρα του Ευδοκία ήταν ευσεβείς Χριστιανοί και τον ανέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου».  Είχαν πολλά πλούτη και ήταν ένδοξοι και περιφανείς, διότι ο πατέρας του έφερε το αξίωμα του πατρικίου. 
 
Ο Ευδόκιμος, αν και καταγόταν από τόσο ξακουστό γένος, δοξαζόταν  περισσότερο και θαυμαζόταν για τις αρετές του και τα χαρίσματά του. Παρά το γεγονός ότι ήταν νέος ένδοξος και αξιωματούχος, από γονείς ευγενείς μέσα στην κοινωνία, ωστόσο διαβιούσε ζωή ενάρετη και με άκρα σωφροσύνη, αντιτασσόμενος στα κελεύσματα του πονηρού. 
Όσον αφορά τη μόρφωσή του, ο ίδιος ευλογημένος από το Θεό, καταγινόταν αδιαλείπτως στην ανάγνωση των θείων Γραφών και ευφραινόταν η τρισόλβια ψυχή του, ακολουθώντας το: «ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγια σου Κύριε, ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον ἐν τῷ στόματί μου». Η κύρια απασχόλησή του ήταν να πηγαίνει στους ιερούς Ναούς, να ακούει τις ιερές ακολουθίες και τα θεία λόγια.  Ιδιαίτερα και μετά φόβου αγωνιζόταν να γίνει «Ναός καθαρός Θεού ζώντος», όπως λέει και ο Απόστολος των Εθνών Παύλος. Πολλές φορές τον παρακινούσαν οι συνομήλικοί του να πηγαίνουν σε διασκεδάσεις και απολαυστικές διατριβές, αλλά ο αοίδιμος Άγιος Ευδόκιμος μόνη ευχαρίστηση και τρυφή είχε τη μελέτη των ψυχωφελών βιβλίων.  
Η σωφροσύνη και η καθαρότητα, η τιμιότερη όλων των άλλων αρετών, η οποία κάνει ισάγγελο τον άνθρωπο χαρακτήριζαν τον Ευδόκιμο, τόσο που μπορούσε να λέει ότι: «Ποτὲ δὲν ἠκολούθησεν ἡ καρδία μου εἰς τὸν ὀφθαλμόν μου». Το σπουδαιότερο είναι ότι αποφάσισε ο πάνσεμνος να μη βλέπει γυναικείο πρόσωπο καθόλου, όσο θα βρισκόταν στην παρούσα ζωή. Έτσι εκτός της μητέρας του, άλλη γυναίκα ή παρθένα ούτε κοίταξε στο πρόσωπο, ούτε μίλησε. Ήταν επίσης ελεήμων, τόσο ώστε να τρέφεται η ψυχή του από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ακόμα και αυτά που είχε ανάγκη για να ζήσει, τα χάριζε στους φτωχούς. Όχι μόνο χρήματα, αλλά και ό,τι άλλο χρειάζονταν.  Βοηθούσε τόσο πολύ τους ενδεείς, ώστε και αν ακόμη ήταν ανάγκη να πουληθεί ως σκλάβος ο ίδιος για να ελευθερωθεί άλλος, θα το έπραττε με χαρά. Διότι ήξερε ο μακάριος ότι ο καρπός της αγάπης είναι η ελεημοσύνη. Για αυτό ήθελε και έγινε αληθινός πατέρας των ορφανών, κυβερνήτης των χηρών, ενδυμασία των γυμνών, χορτασμός των πεινασμένων, παρηγοριά των λυπημένων. 
Λόγω των αρετών του αξιώθηκε να τιμηθεί από το βασιλιά Θεόφιλο με το αξίωμα του «Κανδιδάτου». Διορίστηκε στρατοπεδάρχης της Καππαδοκίας και έπειτα των Χουρσιανών. Όμως ως φρόνιμος οικονόμος δε μεταχειριζόταν τη θέση του για να αποκομίσει τιμή και δόξα. Αντίθετα ήταν ταπεινός, όλη δε η επιμέλεια η φροντίδα του ήταν στο να κυβερνά μικρούς και μεγάλους με οσιότητα και δικαιοσύνη, για αυτό και αποκλήθηκε δίκαιος. Και ήταν έτοιμος να θυσιάζει και την ψυχή του για τον υπήκοό του. 
Ο Άγιος Ευδόκιμος υπήρξε τέλειος Χριστιανός. Άνθρωπος της ορθής πίστης και της θυσίας. Στην αγάπη του πλησίον αμίμητος, για την οποία απέφευγε τον εγωισμό και την καταλαλιά.  Ο ίδιος φυλασσόταν από την κατάκριση και εμπόδιζε και τους άλλους να κατακρίνουν και να λυπούν τον πλησίον. Δίδασκε ακόμη ότι ο καθένας πρέπει να μάθει περισσότερο να ακούει, παρά να μιλά. Με την άψογη αυτή διαγωγή του χρημάτισε σκεύος εκλογής και δάσκαλος και με λόγια και με έργα. Τύπος και παράδειγμα και ζώσα εικόνα σε εκείνους, οι οποίοι τον συναναστρέφονταν, μέχρι το τέλος της παρούσας ζωής. Κοιμήθηκε οσιακά στην Καππαδοκία, αφού έζησε τριάντα τρία χρόνια, νέος στην ηλικία,  αλλά πρεσβύτατος στη σύνεση και τη γνώση. 
Όταν γνώρισε το τέλος του ο δίκαιος Ευδόκιμος δεν ταράχτηκε, γιατί όλη του η ζωή ήταν μια μελέτη θανάτου. Αυτό που τον λυπούσε ήταν ότι η μητέρα του ήταν μακριά και δε θα βρισκόταν κοντά του στην αναχώρησή του για τους ουρανούς. Όταν πλησίασε η τελευταία ώρα ήρθαν πολλοί άνθρωποι να τον επισκεφθούν, αφού τους μίλησε για τη μνήμη και το μυστήριο του θανάτου, τους όρκισε στο Θεό να τον ενταφιάσουν με τα ίδια ενδύματα, που φορούσε. Κατόπιν έκανε νεύμα και αφού βγήκαν όλοι έξω, άρχισε να προσεύχεται προς το Θεό, λέγοντας: «Κύριε ὁ Θεός μου, καθὼς δὲν ἠθέλησα ἔτι ζῶν νὰ φανῆ ἡ πολιτεία μου, οὕτω παρακαλῶ καὶ ἡ τελευτή μου νὰ γίνη χωρὶς καμμίαν χάριν, οὔτε νὰ θαρρήση τίς, ὅτι σοι εὐηρέστησα». Έπειτα λέγοντας το «εἰς χεῖρας σου παραδίδω Κύριε τὸ πνεῦμα» ανήλθε η ψυχή του στους ουρανούς το έτος 829 μ.Χ.    
Οι γονείς του λυπήθηκαν όταν έμαθαν για την κοίμηση του Αγίου, ωστόσο παρηγορούνταν με τα θαύματα που έκανε. Η μητέρα του φλεγόμενη από το πάθος της φιλοτεκνίας, δεν υπολόγισε το μακρινό ταξίδι, ούτε συλλογίστηκε τους κόπους και τους κινδύνους της οδοιπορίας, αλλά κίνησε με μεγάλη προθυμία και πήγε στον τάφο του αγιοτάτου παιδιού της. Βλέποντας εκεί το πλήθος που προσερχόταν με ευλάβεια και τα θαύματα που γίνονταν από το ιερό εκείνο μνήμα, όπου δαιμονιζόμενοι και από άλλα πάθη πάσχοντες θεραπεύονταν ταχύτατα, έπεσε και αγκάλιασε τον τάφο του γιου της με δάκρυα στα μάτια.  Συγκλονισμένη συνέπλεξε το θρήνο για την απώλεια μαζί με τον έπαινο για το Άγιο παιδί της.   
Όταν σήκωσαν την πλάκα από το μνήμα και έβγαλαν έξω τη λάρνακα, όπου κειτόταν το ιερό λείψανο, δεκαοχτώ μήνες μετά την κοίμηση του Αγίου, φάνηκε το θαύμα. Το λείψανο δεν είχε υποστεί καμία αλλοίωση ή μεταβολή. Το πρόσωπο ήταν άφθαρτο και δεν είχε επέλθει σήψη σε κάποιο μέρος του σώματός του. Αντίθετα το πρόσωπο ήταν φαιδρό, χαριέστατο με όλους τους χαρακτήρες αμετάβλητους. Ακόμα και τα ενδύματά του είχαν παραμείνει αναλλοίωτα και άφθαρτα. Επιπλέον το σώμα και τα ενδύματα ανέδιδαν μια θαυμάσια ευωδία. 
Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο σημείο ένας Ιερομόναχος, με το όνομα Ιωσήφ, ο οποίος έλαβε το ιερό λείψανο για να το σηκώσει όρθιο. Μόλις το αγκάλιασε στάθηκε όρθιο, σαν να ήταν ζωντανό. Εκείνος από το φόβο του έπεσε μπροστά στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσε, σαν να ήταν εν ζωή να αφήσει να πάρουν τα ενδύματά του για ευλογία. Έτσι άρχισε πρώτα και αφαίρεσε το χιτώνα και του φόρεσε άλλον. Έπειτα έβγαλε από τα πόδια του εκείνα, που φορούσε, με τόση ευκολία, ώστε φαινόταν σαν να βοηθούσε και ο ίδιος ο Άγιος σε αυτό. Ύστερα, αφού έντυσε το ιερό σκήνωμα κανονικά, το τοποθέτησε με σεβασμό δοξάζοντας με τους παρευρεθέντες το Θεό «τὸν δοξάζοντα τοὺς Αὐτὸν ἀντιδοξάζοντας».  
Μόλις φανερώθηκε το  άφθαρτο σώμα του Αγίου Ευδοκίμου έφριξαν οι δαίμονες και έφευγαν «ὡς ὑπὸ ἀστραπῆς διωκόμενοι», καθώς το είδαν «ἐν δόξῃ ἁγιότητος ἀπαστράπτον». Η μητέρα του Αγίου θέλησε να μεταφέρει το ιερό λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, όμως οι εντόπιοι δεν το επέτρεψαν. Μετά από καιρό ο Ιερομόναχος Ιωσήφ έκλεψε το θησαυρό, χωρίς να τον πάρουν είδηση οι εντόπιοι. Ωστόσο φανερώθηκε από το μύρο που έσταζε και τα θαύματα που γίνονταν καθοδόν. Θαυματουργώντας ο αοίδιμος Άγιος αποδόθηκε στους γονείς του ως δώρο πολύτιμο. Και η θεοφιλής μητέρα του με πολύ πόθο έφτιαξε αργυρή θήκη για το ιερό λείψανο, το οποίο κατέθεσε στον περικαλλή Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη, που είχε κτίσει νωρίτερα και όπου έγινε η μετακομιδή την 6η Ιουλίου.  Και εκεί γίνονταν καθημερινά πολλά θαύματα. Τόση μεγάλη χάρη έλαβε ο Άγιος Ευδόκιμος από το Θεό για την υπερβολική δικαιοσύνη και ελεημοσύνη του. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του την 31η  Ιουλίου.

Πηγή υλικού
Βίοι Αγίων, Ο Άγιος Ευδόκιμος, Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος «Απ. Βαρνάβας»

Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου, Υπεύθυνη υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

Ή τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον



ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον
ΠΗΓΉ : ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

«Όρμησε κι αυτή η αρρώστια...
Οι περισσότεροι λοιπόν από τα αδέρφια μας από υπερβολική κι αδερφική αγάπη, αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, χωρίς να νοιάζονται για τον εαυτό τους, άφοβα έκαναν επισκέψεις στους αρρώστους, τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, τους περιποιούνταν “εν Χριστώ” και πέθαιναν πολύ ευχαρίστως μαζί τους, αφού προηγουμένως πάθαιναν μόλυνση από την επαφή τους με τους άλλους, κολλούσαν την αρρώστια από τους πλησίον και, με τη θέλησή τους, δοκίμαζαν τους πόνους.  
Και πολλοί, αφού περιποιήθηκαν τους άλλους στην αρρώστια τους και τους έδωσαν δύναμη, οι ίδιοι πέθαναν, μεταφέροντας κατά κάποιο τρόπο το θάνατο εκείνων στους εαυτούς τους. Και το λαϊκό ρητό, που πάντα μοιάζει με απλή φιλοφρόνηση, το έκαναν πραγματικότητα, κάνοντας την αναχώρησή τους εξαγνιστήριο υποκατάστατο για τους άλλους (περίψημα).  
Οι καλύτεροι λοιπόν από τους αδερφούς μας και μερικοί πρεσβύτεροι και διάκονοι και λαϊκοί με αυτό τον τρόπο έφυγαν από τη ζωή, επαινούμενοι πολύ, έτσι ώστε και αυτό το είδος του θανάτου, αποτέλεσμα μεγάλης ευσέβειας και πίστης ισχυρής, καθόλου κατώτερο να μη μοιάζει από το μαρτύριο. Και αφού με απλωμένα χέρια σήκωναν τα σώματα των αγίων και τα έπαιρναν στην αγκαλιά τους, και τους έκλειναν τα μάτια και τα στόματα και τους κουβαλούσαν στους ώμους τους, και τους μετέφεραν έξω, τους αγκάλιαζαν και τους έλουζαν και τους στόλιζαν με τη νεκρική στολή, μετά από λίγο χρόνο, το ίδιο γινόταν και σ’ αυτούς, γιατί, πάντοτε εκείνοι που απέμεναν στη ζωή, ακολουθούσαν στο θάνατο αυτούς που πέθαναν προηγουμένως.  
Οι εθνικοί όμως έκαναν τα τελείως αντίθετα. Έδιωχναν ακόμη και εκείνους που μόλις άρχιζαν να αρρωσταίνουν, και απέφευγαν τους αγαπημένους τους και τους πετούσαν στους δρόμους μισοπεθαμένους, και τους νεκρούς τούς έριχναν άταφους στα σκουπίδια, στην προσπάθειά τους να αποτρέψουν τη διάδοση και το άγγιγμα του θανάτου, πράγμα διόλου εύκολο να αποφύγουν, παρά τις πολλές προφυλάξεις τους».
***
Η αυταπάρνηση με την οποία οι Χριστιανοί βοήθησαν σε θανατηφόρα επιδημία του 3ου αιώνα μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια. Το διαβάζουμε στις περιγραφές του εκκλησιαστικού ιστορικού του 4ου αι. Ευσέβιου (βλ. Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 7, 22), σε μετάφραση που μας έστειλε καλός αδελφός, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά. 

Μὴν Αὔγουστος


Μὴν Αὔγουστος 


ἔχων ἡμέρας τριάκοντα μίαν ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 13 καὶ ἡ νύξ ὥρας 11

***

Προεόρτια Προόδου Τιμίου Σταυροῦ




Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὸ σωτήριον ὅπλον, δεξώμεθα πιστοί, καθαρὰ διανοία, προέρχεσθαι μέλλει γάρ, θείαν χάριν δωρούμενος, καὶ ἰώμενος, ψυχῶν ὁμοῦ καὶ σωμάτων, τὰ νοσήματα, διὰ ἐνεργείας ἀρρήτου, Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἠμῶν.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Ἡ ἡσυχία τοῦ νοός


 Ἡ ἡσυχία τοῦ νοός
Οὐδὲν ἄλλο ἀναπαύει τὴν καρδίαν μου, Κύριε, παρα μόνο ἡ διαρκὴς μνήμη τῆς μεγαλοπρεποῦς παρουσίας σου, ἡ ὁποία εὐφραίνει καὶ διαποτίζει τὰς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς μου.  
Μεγαλύνω καὶ δοξολογῶ τὸ Πανάγιον σοῦ Ὄνομα καὶ διατηρῶ αὐτὸ ὡς τὸ μοναδικὸν καὶ αναφαίρετον θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς μοῦ·Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον με. Ὦ ἱερωτάτη ἡσυχία τοῦ νοός μου! Ὦ ἡδύτατον εντρύφημα τῆς ψυχῆς μου ! Καὶ ποῖον εἶναι τοῦτο; Νὰ γαληνεύει ἡ ψυχὴ καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει εἰς αὐτὴν οὐδεὶς λογισμός.Αυτή εἶναι ἡ ὡραιοτάτη ἡσυχία ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εὐαρεστεῖ τὸν Κύριον. Απαλλασσομένη ἡ καρδία ἀπὸ κάθε μέριμνα καὶ λογισμὸ κρατᾶ μόνον τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» .Δὲν δέχεται κανένα ἄλλο λογισμό. Ἡσυχασμὸς εἶναι ὁ τρόπος, δια τοῦ ὁποίου καθαρίζεται ἡ καρδιὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.  
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος αὐτὴν τὴν ἡσυχία καὶ μακαριότητα ἀπέκτησε, ὡς μία διαρκῆ κατάσταση· νὰ διαμένει τελείως απόκεκομμένη ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ καὶ νὰ ζεῖ συνεχῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μποροῦμε νὰ ἐννοήσουμε ὀλίγον τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας μας , ὅταν καὶ ἐμεῖς εὑρεθοῦμε κάπως εἰς παρόμοιαν κατάστασιν.  
Ἡ ἡσυχία αὐτὴ τοῦ νοός χαρίζει εἰς αὐτὸν τὴν ἁπλότητα καὶ φωτεινότητα καὶ ἐπαναφέρει αὐτὸν εἰς τὸ πρωτόκτιστον κάλλος ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ πρὸ τῆς πτώσεως.  
Τὸ ὀλίσθημα τοῦ προπάτορος εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποκοπὴ τοῦ ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ αἰσθητὰ πράγματα. Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶχε ὡς συνέπεια ὁ νοῦς νὰ χάσει τὸ φωτισμό του, νὰ γίνει σκοτεινός, ἐμπαθὴς καὶ ἀκάθαρτος καὶ μετὰ νὰ ἀκολουθήσει ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος.  
Ὦ ἱερωτάτη ἡσυχία τοῦ νοός! Πόσον ἀναπαύεται ψυχὴ μοῦ ὅταν ὁ νοῦς εὑρίσκεται ἐντὸς αὐτῆς καὶ δὲν μετεωρίζεται εἰς ματαιότητα.  
Ὁ νοῦς ἡσυχάζει ὄχι μόνο ὅταν ευρίσκομεθα εἰς τὴν ἔρημον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πόλη καὶ «ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας τοῦ Κυρίου» διότι τὴν νήψιν καὶ τὴ φυλακὴ τῆς καρδιᾶς τὴν κρατοῦν ἡ προσοχὴ καὶ ἡ προσευχή.  
Ὑπεραγία Θεοτόκε,δώρησαι μοι τὴ μακάρια αὐτὴ κατάστασιν τῆς ἡσυχίας τοῦ νοός μοῦ καὶ νὰ διατηρῶ ἀδιάλειπτον τὴν εὐχὴν εἰς τὴν καρδίαν μου, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ ἐπιτύχω τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μου.  
Βοήθησέ μας Ὑπεραγία Θεοτόκε, νὰ ἀγαπήσουμε τὸν ἀτελεύτητον καὶ μακάριον ζῶντα αἰῶνα καὶ ὄχι τὸν έπιπλαστον καὶ πρόσκαιρον τῆς παρούσης ζωῆς.


Μοναχοῦ Μαρκέλλου Καρακαλληνού 
Αἴσθησις ζωῆς αἰωνίου

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών

Η φοβερή προφητεία του αββά Παμβώ για τα έσχατα χρόνια!


Ερώτησε κάποτε ένας μοναχός τον αββά Παμβώ: 
«Αλήθεια γέροντα, θα αλλάξουν οι συνήθειες και οι παραδόσεις των χριστιανών και δεν θα υπάρχουν ιερείς στις εκκλησιές;» 
Και ο Γέροντας απάντησε: «Εκείνο τον καιρό θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών και θα πέσει μεγάλη θλίψη. Θα γίνουν επιδρομές εθνών. Μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. Θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. Οκνηροί στις προσευχές αλλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγορία. Δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε να ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε «αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν και εμείς». 
Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα προς τους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. Θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά. 
Ακόμη θα εισχωρήσει και στον λαό απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές.» 
Είπε τότε ο αδελφός: «Και τί θα μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;» 
Και ο Γέροντας απάντησε: «Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών».

Το Μέγα Γεροντικόν 
Τόμος Α’ σελ.113,115 
Εκδ. Ι. Ησυχ. 
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου» 
Πανόραμα Θεσσαλονίκης

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Πομφόλυξ.....

Μνήμη Αγίου, μίμηση Αγίου, μνήμη Αγίου μίμηση Αγίου ....





Χρόνια τώρα αντηχεί στα αυτιά μας η φράση αυτή! Πανηγυρικοί εσπερινοί και θείες λειτουργίες τιμώντας μάρτυρες, μεγαλομάρτυρες ,νεομάρτυρες και την θαυμαστή ζωή πολλών Αγίων !Πως τους τιμήσαμε άραγε τόσα χρόνια; Πώς θα τιμήσουμε τη ζωή ενός μεγαλομάρτυρα? Κάνουμε εσπερινούς και θείες λειτουργίες για να τιμήσουμε τη μνήμη τους. Είναι αρκετό αυτό για να τους μιμηθούμε; 
27η Ιουλίου και η εκκλησία μας, γιόρτασε με εσπερινό, Θεία Λειτουργία,μεθεόρτιο εσπερινό, παράκληση και λιτανεία της εικόνας του Αγίου Παντελεήμων,την βιοτή του Αγίου Παντελεήμων.  
«Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῑς ἁγῖοις Αὐτοῦ». Πράγματι!  
Και ενώ οι παλαιοί, Άγιοι πατέρες, μας καλούν με τα λόγια τους και κυρίως με τις πράξεις και την βιοτή τούς, να μιμηθούμε τους Αγίους, οι νέοι, σύγχρονοι πατέρες μας, μας μπερδεύουν, μας στεναχωρούν και κάνουν τις καρδιές και τα στόματά μας, ὡς ἰχθύας ἀφώνους,να φεύγουμε από το ναό. 
""Μάσκες !μάσκες! μάσκες!""
"" Μην συνωστίζεστε παρακαλώ""
"" Τηρήστε τις γνωστές αποστάσεις""

Τι ακούν τα αυτιά μας; 
Για κάτσε μία στιγμή παππούλη μου!
Τι ακριβώς τιμήσαμε σήμερα;
Γιατί μαζευτήκαμε όλοι στο ναό που διακονείς τον ιατρό και μεγαλομάρτυρα Άγιο Παντελεήμων;
Μήπως μαζευτήκαμε για να αυτοθαυμάσουμε την ευσέβεια μας;
Μήπως μαζευτήκαμε για να θαυμάσουμε τον ανθόστολισμένο διάκοσμο στις εικόνες;
Μήπως για να απολαύσουμε φρέσκους μυρωδάτους άρτους;
Μήπως παππούλη μου για να σε θαυμάσουμε;
Ή για να μας θαυμάσει εμάς ο κόσμος ως ευσεβείς και καλούς χριστιανούς;
Όχι παππούλη μου, όχι!
Τιμούμε και σεβόμαστε το Μέγα δώρο της ιερωσύνης, που σου έδωσε ο Κύριος για να διακονήσεις το λαό Του.
Αλλά τιμώντας το μεγάλο δώρο που έκανε ο Κύριος στους λειτουργούς του, απογοητευόμαστε και θλιβόμαστε βαθύτατα για το ότι το κήρυγμα σας και οι προτροπές σας για προστασία από τον κορονοϊό μέσα στο ναό είναι κούφιο! 
 
Πομφόλυξ που έλεγε και ο μακαριστός πατέρας Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος...
Πολλές πομφόλυγες στην εκκλησία μας, φουσκωτές, λαμπερές, γεμάτες με μεστό αέρα!!!
Τι επικρατεί στους ναούς των ορθοδόξων εκκλησιών;
Σύγχυση απ' την απιστία μας.. 
 
Συναξάρι ινδίκτου 27ης Ιουλίου, σελίδα 302 : " Ό όσιος ιερέας Ερμόλαος διακρίνοντας στην όψη του Παντελέων το "ποιόν" της ψυχής του, τον προσκάλεσε μία ημέρα να εισέλθει στο σπίτι και άρχισε να του διδάσκει ότι η ιατρική επιστήμη δεν μπορεί να προσφέρει παρά αδύναμη ανακούφιση στην πάσχουσα φύση μας, την υποκείμενη στο θάνατο και ότι μόνο ο Χριστός, ο μόνος αληθινός ιατρός ήρθε να μας χαρίσει τη Σωτηρία δίχως φάρμακα και δωρεάν.....""  
Παππούλη μου ,εσύ που λειτουργείς στον ναό του Αγίου Παντελεήμων και στον εκάστοτε ναό όποιου εορτάζοντος Αγίου, συμφωνείς με την κατήχηση του Αγίου Ερμολάου προς τον Άγιο Παντελεήμων; Συμφωνείς και εσύ; 
Γιατί, μου φαίνεται, μας κάνεις να αμφιβάλλουμε για αυτό.
Αν δεν τα πιστεύουμε εμείς που τα κηρύττουμε πως θα τα πιστέψουμε εμείς που τα ακούμε;
 
Μην μας απογοητεύετε άλλο. Όταν η καρδιά αυτού που κηρύττει έχει βίωμα μπορεί να ακουμπήσει την καρδιά του ακούοντος και μόνο τότε. Και συ παππούλη μου τα ξέρεις πολύ καλύτερα από εμένα.  
Αιωνία η μνήμη των Αγίων αρχιερέων και ιερέων που με την βιοτή τους και όχι με μόνο τα λόγια τους άφησαν παρακαταθήκη κ ελπίδα πίστεως και αναστάσεως στις νέες γενιές! 
Αιώνια σας η μνήμη άξιοι λειτουργοί του Υψίστου!
Αιώνια σας η μνήμη άξιοι λειτουργοί του Υψίστου, γιατί μας έδειξε η ζωή σας πως ο Χριστός δοξάζει τους Αγίους Του!

Με πικρία 

Αμαλία Παππά.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΩΡΑΙΟΖΗΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ



 ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΩΡΑΙΟΖΗΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ
ΦTIAXNONTAΣ TH MEPA...!: Αγία Ωραιοζήλη
Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

Εἶτα τὸ τροπάριον. 
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
ραιοζήλην ἐν ᾠδαῖς εὐφημοῦμεν, καὶ μεγαλύνομεν ὡς Μάρτυρα Λόγου, καὶ ἀληθείας κήρυκα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ· Κύριον γὰρ τὸν Θεάνθρωπον, τοῖς ἐν σκότει ἐκήρυξε, καὶ καθωμολόγησεν ἐναντίον ἀθέων, ἀναδειχθεῖσα Μάρτυς ἀληθής, πιστῶν δὲ πάντων, ὑπόδειγμα τέλειον. 
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Ὁ Κανὼν τῆς Μάρτυρος, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Ὡραιοζήλης ἄθλησιν, ὕμνοις τιμῶ. Νικοδήμου.
 
ᾨδὴ α’. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
ραίαν ὑπάρχουσαν τῇ ψυχῇ, τὴν Ὡραιοζήλην, ἀνυμνῆσαι πανευλαβῶς, ἀξίωσον Κύριε σὸν δοῦλον, ἐν ταπεινώσει αἰτοῦντα τὴν χάριν σου.
 
ευστὰ ἀρνηθεῖσα Μάρτυς σεπτή, Χριστῷ ἠκολούθεις, ὡς Νυμφίῳ τῆς σῆς ψυχῆς, Αὐτὸν καθικέτευε ἀπαύστως, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν τιμώντων τὴν μνήμην σου. 
ξίωσον πάντας σοὺς ὑμνητάς, ὦ Ὡραιοζήλη, μελετῆσαι σὴν βιοτήν, καὶ ἄθλησιν θείαν ὑπὲρ Λόγου, ἵνα ἐν ἔργοις Αὐτὸν ἀγαπήσωμεν. 
Θεοτοκίον.
σχύεις πρεσβείαις Σου πρὸς Χριστόν, ἁγνὴ Θεοτόκε, ὡς κυήσασα ἐν γαστρί, Θεὸν τῶν ἁπάντων Ὃν δυσώπει, ὑπὲρ τῶν πίστει τιμώντων Σε ἄχραντε.

ᾨδὴ γ’. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Οὐρανοῦ κτίστην Λόγον τοῖς ἀδελφοῖς ἔδειξας, ὦ Ὡραιοζήλη ἐν λόγοις, καὶ ἐν ἀθλήμασι· τοὺς σὲ τιμῶντας σεπτή, ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἔργοις, ἀνυμνεῖν ἀξίωσον, τὸν μόνον Κύριον.
 
Ζωὴν θείαν ποθοῦσα τῷ Ἰησοῦ δέδωκας, ψυχήν τε καὶ σῶμα Ἁγία, λιποῦσα πρόσκαιρα· διὸ ποθεῖν καὶ ἡμᾶς, τὴν Βασιλείαν τὴν ἄνω, καὶ ζωὴν τὴν κρείττονα, λιταῖς σου δώρησαι. 
ξιώθης Ἁγία τῆς τοῦ Χριστοῦ χάριτος, καὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς δόξης, καὶ ἁγιότητος· ὅθεν λιταῖς σου ἁγνή, ἡμᾶς ἀξίωσον ἔχειν, ἐν καρδίᾳ Κύριον, καὶ ζῆλον ἔνθεον. 
Θεοτοκίον.
Λυτρωτὴν τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι Χριστὸν τέξασα, πρέσβευε Αὐτῷ Θεοτόκε, ὑπὲρ τῶν δούλων Σου, ὅπως ῥυσθῶμεν ἁγνή, ἐκ τῶν τοῦ κόσμου σκανδάλων, ἀνυμνοῦντες Δέσποινα, τὰ μεγαλεῖά Σου. 
Κραταίωσον, ἐν πίστει πάντας λιταῖς σου Ὡραιοζήλη, ὅτι πέλεις πρὸς τὸν Θεὸν ἡμῶν θεία πρέσβειρα, ὡς ἔχουσα πρὸς Χριστὸν παῤῥησίαν. 
πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἠγάπησας Χριστόνυμφε, Ἀνδρέου κλεινοῦ πεισθεῖσα τῷ κηρύγματι· ἐν χαρᾷ ἐκήρυξας, θεοδώρητον πίστιν τοῖς ἔθνεσιν, τῇ ὁμολογίᾳ δὲ Χριστοῦ, ἐστέφθης ὡς Μάρτυς, ἐν τῇ ἄνω Σιών.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
νεώχθησαν Μάρτυρι, αἱ τῆς Βασιλείας πύλαι οὐράνιαι, καὶ ὁ Λόγος ὑπεδέξατο, τὴν Ἁγίαν Μάρτυρα ὡς πρέσβειραν.
Σαῖς λιταῖς πρὸς τὸν Κύριον, ὦ Ὡραιοζήλη ἡμᾶς περίσκεπε, καὶ παγίδας τοῦ ἀλάστορος, τῇ σῇ χάριτι ταχὺ διάλυσον.
 
πὸ ζάλης καὶ θλίψεως, ὦ Ὡραιοζήλη πιστοὺς διάσωσον, καὶ ἐκ πάσης περιστάσεως, καὶ ἐχθρῶν ψυχῆς ὁμοῦ καὶ σώματος. 
Θεοτοκίον.
Θεοδόξαστε πάναγνε, Σοῦ Υἱοῦ τὴν χάριν ἡμῖν κατάπεμψον, ἵνα πάντες ἀποφύγωμεν, τοῦ δολίου δράκοντος τὰ ἕνεδρα.

ᾨδὴ ε’. Φώτισον ἡμᾶς.
Λύτρωσιν ψυχῆς, σαῖς πρεσβείαις ἡμῖν δώρησαι, Ὡραιοζήλη Μάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τὴν εἰρήνην, τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν.
 
διστον ἡμῖν, ἀνυμνεῖν τὰ σὰ ἀθλήματα, καὶ ἐκζητεῖν λιτάς σου πρὸς τὸν Χριστόν, ἵνα ῥυσθῶμεν, Ἁγία τῆς κατακρίσεως. 
Σύνεσιν ψυχῆς, καὶ διάκρισιν παράσχου μοι, καὶ τὴν χαρὰν τὴν θείαν τοῦ οὐρανοῦ, Ὡραιοζήλη, λιταῖς σου πρὸς τὸν Φιλάνθρωπον. 
Θεοτοκίον.
ασίν μοι δός, Θεοτόκε καὶ κραταίωσιν, καὶ ἐν ἀγῶσι νίκας κατ’ ἐχθρῶν, ἵνα εἰσέλθω, εἰς χώραν τῆς καταπαύσεως.

ᾨδὴ στ’. Τὴν δέησιν.
Νενίκηκας, τοῦ ἐχθροῦ φρυάγματα, καὶ συνέτριψας αὐτοῦ τὰς παγίδας· ὅτι Χριστός, ἐν ψυχῇ σου κατώκει, καὶ δι’ Αὐτοῦ κατενίκας τὸν δράκοντα· σοῦ δέομαι Μάρτυς Χριστοῦ, ἐκ βελῶν ἀντιδίκου διάσωσον.
 
ψώσασα, πρὸς Θεὸν τὸ φρόνημα, ἀπηρνήθης τὰ ἐπίκηρα κόσμου· καὶ τελευτήν, τῶν Μαρτύρων ποθοῦσα, καθωμολόγεις Χριστὸν ὡς Θεάνθρωπον· διὸ ἐτύθης θαυμαστῶς, ὡς ἀρνίον Χριστοῦ καλλιπάρθενε. 
Μυρίπνοον, τοῦ Χριστοῦ ὀσφράδιον, ἀληθῶς Ὡραιοζήλη ἐδείχθης· ὅτι δεινῶς, ἀσεβούντων τὴν πλάνην, ἐν μαρτυρίῳ καὶ λόγοις κατήσχυνας· καὶ θαύμασι τὸν Ἰησοῦν, λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκήρυξας. 
Θεοτοκίον.
Νεᾶνις, τὸν Ἰησοῦν ἐγέννησας, ὑπὲρ φύσιν τε καὶ λόγον ὡς βρέφος, καὶ ἐν χερσί, τὸν Θεὸν ἠγκαλίσω, καὶ ἐκ μαζῶν Σου Αὐτὸν ἐγαλούχησας· διὸ ὡς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, ὑπὲρ πάντων Αὐτὸν καθικέτευε. 
Κραταίωσον, ἐν πίστει πάντας λιταῖς σου Ὡραιοζήλη, ὅτι πέλεις πρὸς τὸν Θεὸν ἡμῶν θεία πρέσβειρα, ὡς ἔχουσα πρὸς Χριστὸν παῤῥησίαν. 
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
θλήσεως πέλεις θεόσδοτον πρότυπον, καὶ Μαρτύρων Χριστοῦ ὑπερθαύμαστον κλέϊσμα, τῇ ἐκχύσει ὑπὲρ Αὑτοῦ σοῦ αἵματος σεμνή· διὸ ἔλαβες παρὰ Θεοῦ, Ὡραιοζήλη τὴν τιμήν, καὶ τῆς δόξης τὸν στέφανον. Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, ὑπὲρ τῶν σὲ ἀνυμνούντων, πρὸς τὸν Νυμφίον Σου Χριστόν, ὅπως λάβωμεν συγχώρησιν.

Εἶτα, οἱ Ἀναβαθμοί· τὸ α’ Ἀντίφωνον τοῦ δ’ ἤχου.
Προκείμενον: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ.
Στ.: Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν. Κεφ. 21: 12-19
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Προσέχετε ἀπό τῶν ἀνθρώπων· ἐπιβαλοῦσι γὰρ ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. Θέσθε οὖν εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. Παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων, καὶ συγγενῶν, καὶ φίλων, καὶ ἀδελφῶν· καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
 
Δόξα: Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου... 
Στ.: Ἐλέησόν με ὁ Θεός... 
Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι. 
Δεῦτε εὐφημήσωμεν, Ὡραιοζήλην ἐν ὕμνοις, καὶ αὐτῆς σαλπίσωμεν, ἀρετὰς μαρτύριον καὶ τελείωσιν· μαθητοῦ γέγονε, τοῦ Ἀνδρέου τέκνον, καὶ Χριστοῦ πιστὸν ἀντίτυπον, λιποῦσα ἅπασαν, τὴν ἐπὶ τῆς γῆς ματαιότητα, ἀνθρώποις τε ἐκήρυξε, πίστιν εἰς Χριστὸν καὶ ἀλήθειαν· καῖ κατηξιώθη, τυθῆναι ὥσπερ σφάγιον Αὐτῷ, καὶ εἰσελθεῖν εἰς οὐράνιον, παστάδα ἡ ἔνδοξος.

ᾨδὴ ζ’. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Οἱ πόθῳ ἐκτελοῦντες σεβασμίαν σου μνήμην Ὡραιοζήλη σεμνή, κηρύττομεν ἐν κόσμῳ, τὰ θαύματά σου Μάρτυς, καὶ βοῶμεν πρὸς Κύριον· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
 
σχύεις ἐν Κυρίῳ κατὰ πλάνης ἀθέων Ὡραιοζήλη ἁγνή, στηρίζεις δὲ ἐν πίστει, Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη, τῶν βοώντων πρὸς Κύριον· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. 
Στεφθεῖσα ἐπαξίως ὑπὸ τοῦ Θεανθρώπου Ὡραιοζήλη σεπτή, συμψάλλεις μετ’ Ἀγγέλων, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν βοώντων πρὸς Κύριον· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. 
Θεοτοκίον.
Τεκοῦσα Θεὸν Λόγον ἀνεδείχθης Παρθένε ἡ θεοδόχος σκηνή· ἱκέτευε Σὸν Τόκον, ὑπὲρ τῶν Σὲ ὑμνούντων, καὶ φαιδρῶς συμψαλλόντων σοι· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η’. Τὸν Βασιλέα.
σχὺν λαβοῦσα, Ὡραιοζήλη Κυρίου, μαρτυρεῖ ὑπὲρ Τούτου καὶ ψάλλει· τὸν Χριστὸν δοξάζω, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
 
Μιμησαμένη, τῶν Πρωτοτόκων τοὺς ἄθλους, ἡ Ἁγία ὑμνεῖ Θεὸν Λόγον, σὺν Ἁγίοις πᾶσιν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 
ραιοζήλη, ὁμολογοῦσα Τριάδα, σὺν Ἁγίοις ἀεὶ σαββατίζει, ἀνυμνολογοῦσα, Αὐτὴν εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Θεοτοκίον.
Ναὸν τοῦ Λόγου, καὶ οὐρανῶν πλατυτέρα, Σὲ Παρθένε κηρύττομεν ὕμνοις, καὶ δοξολογοῦμεν, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
κέτευε τὸν Λόγον, Ὃν καθωμολόγεις, Ὡραιοζήλη θεόφρον ὡς μόνον Θεόν, τοῦ οἰκτειρῆσαι καὶ σῶσαι, τοὺς ἀνυμνοῦντάς σε.
 
Κραταίωσον τοὺς πόθῳ, σὲ ἐπευφημοῦντας, Ὡραιοζήλη ἐν πίστει καὶ βίῳ σεμνῷ, καὶ ἐν παλαίσμασι θείοις, καὶ ἀγωνίσμασιν. 
μότροπον Μαρτύρων, Σὲ ὁμολογοῦμεν, Ὡραιοζήλη Ἁγία Χριστοῦ Ἀθλητῶν, καὶ βιαστῶν πρωτοτόκων, πιστὸν ἀντίτυπον. 
Θεοτοκίον.
Δεσπότου τὴν Μητέρα, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις, τὴν τῶν πιστῶν προστασίαν καὶ σκέπην σεπτήν, τῶν Ἀσωμάτων τε δόξαν, καὶ τὸ ἐντρύφημα.

Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
 
Δεῦτε καταστέψωμεν ἐν ᾠδαῖς, τὴν Ὡραιοζήλην, τοῦ Ἀνδρέου τέκνον λαμπρόν, τὴν ὑπὲρ τοῦ Λόγου, ὡς σφάγιον τυθεῖσαν, ἐν δόξῃ δὲ στεφθεῖσαν, θείοις ἐν δώμασιν. 
Τῆς Ὡραιοζήλης τὰς ἀρετάς, πίστιν εἰς Τριάδα, ἀγρυπνίαν καὶ προσευχήν, νηστείαν καὶ βίαν, θυσίαν ὑπὲρ Λόγου, τιμήσωμεν ἐνθέως, καὶ μεγαλύνωμεν. 
Λόγοις καταστέψωμεν καὶ ᾠδαῖς, τὴν Ὡραιοζήλην, ἀρετῆς τὸ ὑπογραμμόν, τῆς ὀρθοπραξίας, ὑπόδειγμα τὸ θεῖον, σεμνότητος τὸ κλέος, πιστῶν μεσίτριαν. 
Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ καλλονή, δόξα Ἀποστόλων, καὶ ἀσκήσεως ὁ κανών· χαίροις τῶν παρθένων, διδάσκαλος ἁγνείας, σεμνὴ Ὡραιοζήλη, πιστῶν ἀντίληψις. 
Χαίροις τῶν θαυμάτων μέγας κρουνός, καὶ ὁμολογίας, θεοδώρητος προβολεύς, νήψεως νηστείας, καὶ προσευχῆς ὁ τύπος, Ὡραιοζήλη δόξα, πιστῶν καὶ καύχημα. 
Στήριξον ἐν πίστει πάντας ἡμᾶς, καὶ ὀρθοπραξίᾳ, ἵνα λάβωμεν ἐκ Θεοῦ, τῆς ὁμολογίας, τὴν χάριν ἐν τῷ βίῳ, Ὡραιοζήλη εὖχος, ἡμῶν καὶ πρότυπον. 
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
 
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπὶ Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα. 
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα
 
Τροπάρια: Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Δεῦτε, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄθλησιν ἁγίαν τιμῶντες, Ὡραιοζήλης σεμνῆς, πέρασι κηρύξωμεν αὐτῆς μαρτύριον· Ἰησοῦν ὡμολόγησεν, ἐν μέσῳ ἀθέων, ὡς σωτῆρα ἅπαντα, τὸν κόσμον σώζοντα· ὅθεν, ὡς ἀρνίον τυθεῖσα, χαίρει ἐν σκηναῖς τῶν Ἁγίων, καθορῶσα Κύριον Τρισάγιον. 
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν.

Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο.


Στο λειτούργημα τους, οι πατέρες εκδήλωναν ξεκάθαρα μιά υπέρβαση κάθε καθορισμένης μορφής. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, στην έξοδο του προς τους ανθρώπους, δεν είναι πια ο ερημίτης ή εκείνος που λέει ωραία λόγια, αλλά έχοντας κερδίσει το Άγιο Πνεύμα, υπερβαίνει ακόμη και τον μοναχισμό. Δεν ειναι πια ούτε μοναχός αποτραβηγμένος απ΄ τον κόσμο, ούτε άνθρωπος που ζει στον κόσμο. Είναι και το ένα και το άλλο και η υπέρβαση των δύο, μαθητής, μάρτυρας και έμπιστος του Αγίου Πνεύματος. " Ο μοναχός ή ο λαϊκός " έλεγε , " αν αγαπούν τον Θεό θα μετακινούν και οι δύο βουνά· θα αναστήσουν νεκρούς, αν το θέλει ο Θεός....."

Απόσπασμα απ΄ το βιβλίο: 
Η τρελή αγάπη του Θεού
Παύλου Ευδοκίμωφ
Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
Γέροντας και πνευματικός πατέρας, σελ.75

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΑ ΟΛΥMΠΙΑΣ, Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ




Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου : Πρός τήν Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα Ἐπιστολή 9η
Γρηγορίου του Θεολόγου: Προτρεπτικός στην Ολυμπιάδα
Πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ
Η τρισόλβια Ολυμπιάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (μεταξύ 361 και 368) από οικογένεια της ανώτερης αριστοκρατίας. Ο πατέρας της, ο κόμης Σέλευκος, και η μητέρα της πέθαναν όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδί και την κηδεμονία της ανέλαβε ένας συγγενής της, ο Προκόπιος, διοικητής της Βασιλεύουσας, ο οποίος εμπιστεύθηκε τη μόρφωσή της στη Θεοδοσία, την αδελφή του αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου [23 Νοεμ.]. Μέσω αυτής, η Ολυμπιάς διατηρούσε σχέσεις φιλικές και οικείες με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο [25 Ιαν.], τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [11 Ιαν.] (ο οποίος, μάλιστα, της αφιέρωσε το υπόμνημά του στο «Άσμα Ασμάτων») και άλλους επιφανείς ανθρώπους της Εκκλησίας. Όταν ενηλικιώθηκε, διέλαμπε τόσο με το σωματικό κάλλος της όσο και με τη σοφία και ευσέβειά της. Το 386 παντρεύτηκε τον Νεβρίδιο, έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος πέθανε σχεδόν αμέσως πριν έλθει σε κοινωνία μαζί της. Αποφάσισε τότε να αφιερώσει τον υπόλοιπο βίο της στον Κύριο, ως χήρα και παρθένος, και να θέσει την τεράστια περιουσία της στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Μετά την άρνησή της να συνάψει δεύτερο γάμο με τον Ελπίδιο, συγγενή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το Κράτος δήμευσε τα υπάρχοντά της και την εμπόδισαν να συναναστρέφεται τους ανθρώπους της Εκκλησίας όσο αυτή δεν συναινούσε. Επιστρέφοντας όμως μετά από μία εκστρατεία του κατά του Μαξίμου (388) ο αυτοκράτορας, θαυμάζοντας τον ζήλο της για την άσκηση και την αρετή της, της αποκατέστησε την περιουσία της. Άρχισε όμως και πάλι η οσία του Θεού να μοιράζει τα τεράστια πλούτη της σε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες. Πούλησε τα κτήματα που είχε στη Θράκη, στη Γαλατία, την Καππαδοκία και τη Βιθυνία, καθώς και πολυτελή οικήματά της στην Κωνσταντινούπολη για να κτίσει παντού ξενώνες για τους ταξιδιώτες, νοσοκομεία, εκκλησίες και ένα μοναστήρι που εφάπτετο στη νότια στοά της Αγίας Σοφίας, το οποίο στέγασε περισσότερες από διακόσιες πενήντα μονάστριες: αρχικά θεραπαινίδες και συγγενείς της οσίας, στις οποίες ήλθαν να προστεθούν άλλες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας.

Ντυμένη με ενδύματα φτωχικά και ανεπιτήδευτα, με το πρόσωπό της άβαφο, το σώμα της ανάλαφρο από τις συνεχείς αγρυπνίες και τις προσευχές που είχε για βρώση και πόση, την καρδιά ειρηνευμένη και το πνεύμα ξένο προς κάθε κοσμική περιέργεια, η οσία ήταν για όλους μία τέλεια εικόνα της κατά Χριστόν αρετής. Παρά τις αλλεπάλληλες δοκιμασίες που χρειάστηκε να υποστεί, ποτέ δεν βγήκε από το στόμα της λέξη αγανάκτησης και η αγάπη της απλωνόταν στους πάντες, άξιους και ανάξιους. Πέρασε τον βίο της στην αδιάλειπτη μυστική θεωρία του Χριστού, απερίσπαστη, με τους οφθαλμούς λουσμένους από δάκρυα κατανύξεως. Τόση ήταν η φήμη της, ώστε σε ηλικία τριάντα μόλις ετών χειροτονήθηκε διακόνισσα από τον αρχιεπίσκοπο Νεκτάριο [11 Οκτ.], έγινε δε η σύμβουλός του επί πολλών εκκλησιαστικών υποθέσεων.

Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος [13 Νοεμ.] διαδέχθηκε τον Νεκτάριο (398), η Ολυμπιάς βρήκε στο σεπτό πρόσωπό του, όχι μόνο τον πνευματικό πατέρα που επιθυμούσε, τη σπάνια αυθεντία σε ζητήματα απλανούς ερμηνείας των Γραφών, τον ένθεο ποιμένα που μεριμνούσε περισσότερο για όλη την Εκκλησία παρά για το ίδιο το ασκητικό σώμα του, αλλά το πνευματικό αποκούμπι, την πολύτιμη έμφιλη βακτηρία, τόσο σε αίσιους καιρούς όσο και σε καιρούς θλίψεων, χάριν της αλήθειας και υπέρ της ακεραιότητας του ήθους. Τέθηκε στην υπηρεσία του με ζήλο, φροντίζοντας για όλες τις υλικές ανάγκες του αγίου, μοιράζοντας γενναιόδωρα ελεημοσύνες σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του. Ο μόνος άνδρας που γινόταν δεκτός εντός της μονής της Ολυμπιάδος, ήταν ο άγιος επίσκοπος, ο οποίος ερχόταν συχνά εκεί για να κατηχήσει τις μοναχές χειροτονώντας διακόνισσες πολλές από τις μαθήτριές της.

Ας σημειωθεί σχετικά με τον θεσμό των διακονισσών, ότι ήταν επιλεγμένες μεταξύ παρθένων και χηρών προχωρημένης ηλικίας (60 ετών αρχικά και 40 μετέπειτα), χειροτονούνταν διά της επιθέσεως των χειρών και είχαν ακώλυτη πρόσβαση στο Ιερό, αλλά δεν θεωρούνταν ότι αποτελούσαν αυτό καθεαυτό μέρος του Κλήρου. Το ιδιαίτερο λειτούργημά τους συνίστατο κυρίως στη βοήθεια κατά την τελετή του Βαπτίσματος των κατηχουμένων και νεοφώτιστων γυναικών, στην επίσκεψη ασθενών και σε ορισμένα επικουρικά καθήκοντα, αλλά δεν μπορούσαν να διδάσκουν δημόσια ούτε να βαπτίζουν από μόνες τους (βλ. «Αποστολικές Διαταγές» Γ΄, 6, 1-2). Με την πάροδο του χρόνου, το λειτούργημα αυτό έπεσε σε αχρηστία παράλληλα με την έκλειψη του Βαπτίσματος των ενηλίκων (11ος αι.), αλλά υπάρχουν πολλοί σήμερα που εύχονται την αποκατάστασή του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας.

Με την πολύκλαυστη και μαρτυρική εξορία του αγίου Χρυσοστόμου στην Αρμενία (404), η οσία Ολυμπιάς αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον διάδοχό του και ανέλαβε να υπερασπισθεί την υπόθεσή του. Κατηγορούμενη από τον έπαρχο Οπτάτο ότι προκάλεσε πυρκαγιά, που αφού ξέσπασε στην Αγία Σοφία, είχε καταστρέψει το παρακείμενο παλάτι, αρνήθηκε κάθε παραχώρηση και έτσι καταδικάσθηκε να πληρώσει βαρύ πρόστιμο. Αποσύρθηκε τότε στην Κύζικο και, μετά από νέα παρουσίαση ενώπιον του επάρχου, εξορίσθηκε στη Νικομήδεια, όπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τής απηύθυνε δεκαεπτά θαυμάσιες όσο και συγκινητικές επιστολές παραμυθίας και ενθάρρυνσης, προκειμένου να την προτρέψει πατρικά και βαθύστοργα να υπομείνει τη δοκιμασία και την αδικία με πίστη και καρτερικότητα (βλ. «Επιστολές προς Ολυμπιάδα», ΕΠΕ 37, σσ. 343-557). Χάρις στην ενθάρρυνση αυτήν η εξορία στάθηκε για την οσία Ολυμπιάδα αφορμή να προκόψει στην υπομονή και την ταπεινοφροσύνη. Αφού έδωσε σκληρές μάχες για την Εκκλησία, κατήρτισε πλήθος γυναικών στην οδό της αρετής, τίμησε τους ιερείς και ετέθη στην υπηρεσία αγίων και αγαθών επισκόπων, παραδίνοντας την χριστοκαρτερική της ψυχή στα χέρια του παντεπόπτου Θεού στη Νικομήδεια, στις 25 Ιουλίου του 408, και εκοιμήθη οσιακά με τον στέφανο της ομολογίας της Πίστεως.

Σύμφωνα με την επιθυμία της, το σκήνωμά της, κλεισμένο σε σαρκοφάγο, εγκαταλείφθηκε στο πέλαγος. Φθάνοντας κοντά στη Μονή του Αγίου Θωμά του εν Βρόχθοις, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ένας άγγελος ειδοποίησε τον ηγούμενο της Μονής, ο οποίος το ανέσυρε και το κατέθεσε κοντά στο θυσιαστήριο, όπου το τίμιο λείψανο άρχισε να επιτελεί ιάσεις. Η μονής της οσίας στην Κωνσταντινούπολη καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532), ανακατασκευάσθηκε από τον Ιουστινιανό και τα τίμια λείψανά της μεταφέρθηκαν εκεί στις αρχές του 7ου αιώνα, υπό την απειλή μιας περσικής εισβολής.

* Ο «Βίος» της (βλ. ΕΠΕ 37, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 558-583), γραμμένος τον 5ο αιώνα από έναν συγγενή της, επαναλαμβάνει με κάποιες ανακρίβειες τα στοιχεία που ήδη μας δίδουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της εποχής (Παλλάδιος, Σωζομενός).

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Τί θρηνεῖς καί τί κτυπιέσαι; Γιατί ἐπιβάλλεις στόν ἑαυτό σου τόσες τιμωρίες ὅσες οὔτε καί οἱ ἐχθροί σου δέν μπόρεσαν ὥς τώρα νά σοῦ καταφέρουν;


Πρός τήν Διακόνισσα Ὀλυμπιάδα 
Ἐπιστολή 9η
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Τί θρηνεῖς καί τί κτυπιέσαι; Γιατί ἐπιβάλλεις στόν ἑαυτό σου τόσες τιμωρίες ὅσες οὔτε καί οἱ ἐχθροί σου δέν μπόρεσαν ὥς τώρα νά σοῦ καταφέρουν; Γιατί παραδίδεις τόσο πολύ τήν ψυχή σου στήν τυραννία τῆς ἀθυμίας; Τά γράμματα πού μοῦ ἔστειλες μέ τόν Πατρίκιο μοῦ φανέρωσαν αὐτά τά ψυχικά σου τραύματα. Ἔχω μεγάλο πόνο μέ ἐσένα. Γιατί ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνεις τά πάντα, ὥστε νά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου τήν ἀθυμία, ἐσύ γυρίζεις συνεχῶς γύρω ἀπό τά ἴδια θέματα καί καταγίνεσαι μέ ὀδυνηρούς λογισμούς - πλάθοντας μάλιστα φανταστικές ἱστορίες - ξεσχίζοντας ἔτσι καί καταστρέφοντας τόν ἑαυτό σου ἄσκοπα καί μάταια. 
Γιατί στενοχωριέσαι πού δέν μπόρεσες νά κάνεις κάτι, ὥστε νά φύγω ἀπό τήν Κουκουσό; Αὐτό τό ἔκανες ἤδη μέ τήν προαίρεση καί μέ τίς διάφορες ἐνέργειες πρός τούς ὑπεύθυνους παράγοντες, κινητοποιώντας τούς πάντες καί τά πάντα. Ἄν τελικά, δέν εὐοδόθηκε ὁ σκοπός αὐτῶν τῶν κινητοποιήσεων, ἐσύ γιατί θά πρέπει νά λυπᾶσαι καί νά πονᾶς; Μπορεῖ ὁ Θεός νά θέλει νά διανύσω διπλό δρόμο, ὥστε νά μέ ἀμείψει περισσότερο. Γιατί λοιπόν πονᾶς γιά ἐκεῖνα πού μέ ἀνακηρύττουν νικητή; Ἐσύ θά ἔπρεπε νά σκιρτᾶς γι’ αὐτά καί νά χορεύεις φορώντας στεφάνια. Κι αὐτό γιατί καταξιώθηκα νά δεχθῶ τέτοια τιμή ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τήν ἀξία μου. 
Σέ λυπεῖ μήπως ἡ ἐρημιά πού ἐπικρατεῖ ἐδῶ; Καί τί εἶναι γλυκύτερο ἀπό τήν ἐδῶ διαμονή; Ἐδῶ εἶναι ἡσυχία, γαλήνη, πολλή ἀμεριμνία καί ὑγιεινό κλῖμα. Ἄν ὁ τόπος δέν ἔχει καταστήματα καί ἀγορά, ἐμένα τί μέ ἀπασχολεῖ αὐτό; Στήν πραγματικότητα μοῦ ἔρχονται τά πάντα σάν νά βρισκόμουν καί νά ψώνιζα σέ μεγάλα καταστήματα. Ἐδῶ ἔχω δικό μου ἄνθρωπο, τόν ἐπίσκοπο καί τόν Διόσκουρο πού κάνει τά πάντα γιά νά μέ ἀναπαύσει. Θά σοῦ μιλήσει γι’ αὐτό τό θέμα καί ὁ καλός μας Πατρίκιος. Αὐτός θά σοῦ περιγράψει τό πόσο εὐχάριστα ζῶ ἐδῶ, μέ πόση ἀνάπαυση καί εὐκολία. 
Ἄν βέβαια θρηνεῖς γιά ὅσα συνέβησαν στήν Καισάρεια αὐτό δέν σέ τιμᾶ. Διότι καί ἐκεῖ πάλι πλέχθηκαν γιά μένα λαμπρά στεφάνια, ὥστε ὅλοι νά μέ ἐξυμνοῦν, νά μέ θαυμάζουν καί νά ἀποροῦν, μή ἐννοώντας τούς λόγους γιά τούς ὁποίους βρέθηκα στήν ἐξορία καί σέ τόσο μεγάλη κακοπάθεια. Αὐτά ὅμως νά μήν τά πεῖς σέ κανέναν, ἄν καί πολλοί τά συζητοῦν ἤδη καί τά διαδίδουν. Πράγματι, ὁ ἀγαπητός μου Παιάνιος μοῦ εἶπε ὅτι οἱ πρεσβύτεροι τοῦ ἐπισκόπου Φαρετρίου πού βρίσκονται ἐδῶ διαδίδουν ὅτι ἔχουν κοινωνία μέ ἐμένα καί ὅτι δέν συμμερίζονται τίς ἀπόψεις τῶν ἀντιθέτων, δέν ἔχουν καμιά σχέση καί πολύ περισσότερο, καμιά κοινωνία μαζί τους. Γιά νά μή ξεσηκωθοῦν λοιπόν καί ἀρχίσουν νά μᾶς ἐπιτίθενται ἀνοικτά, κράτησε σιωπή σχετικά μέ ὅ,τι σοῦ λέω. 
Αὐτά πού μᾶς συνέβησαν εἶναι πραγματικά πολύ θλιβερά. Ἀκόμα κι ἄν δέν μοῦ εἶχε συμβεῖ τίποτα ἄλλο κακό, θά ἀρκοῦσαν ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ γιά νά μοῦ ἐξασφαλίσουν πλούσια βραβεῖα. Τόσο πολύ κινδύνευσα, ὥστε ἔφθασα μέχρι τό θάνατο. Παρακαλῶ ὅμως αὐτά νά τά κρατήσεις μόνο γιά τόν ἑαυτό σου. Θά σοῦ τά διηγηθῶ ὅλα σύντομα, ὄχι γιά νά σέ λυπήσω, ἀλλά γιά νά σέ εὐφράνω. Γιατί αὐτά εἶναι τά ἀντικείμενα τοῦ ἐμπορίου μου, αὐτός εἶναι ὁ πλοῦτος μου, αὐτά εἶναι πού θά μοῦ σβήσουν τίς ἁμαρτίες μου. Ἐννοῶ τό νά βαδίζω συνεχῶς ἀνάμεσα σέ τέτοιους πειρασμούς καί ἀναπάντεχα, νά ξεπηδοῦν προβλήματα ἀπό ἐκεῖ πού δέν τό φανταζόμουνα. 
Ἐπρόκειτο νά μποῦμε στήν Καππαδοκία, ἀφοῦ εἴχαμε πλέον γλυτώσει ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου τῆς Γαλατίας, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε ἀπειλήσει μέ θάνατο. Τότε μᾶς συνάντησαν πολλοί ἄνθρωποι, λέγοντας: “Ὁ Φαρέτριος σέ περιμένει μέ ἀγωνία καί πηγαινοέρχεται ἀνησυχώντας μήπως προσπεράσετε καί δέν καταφέρει νά σέ συναντήσει. Ἔχει ξεσηκώσει μάλιστα γιά τήν ὑποδοχή σου καί ὅλα τά μοναστήρια, ἀνδρικά καί γυναικεῖα καί κάνει τά πάντα, ὥστε νά σέ δεῖ, νά σέ ἀσπασθεῖ καί νά σοῦ δείξει ὅλη τήν ἀγάπη του”. Ἐγώ βέβαια, τά ἄκουγα ὅλα αὐτά, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν πίστευα τίποτα ἀπό τά λεγόμενά τους. Τό μόνο πού σκεπτόμουν ἦταν ὅτι ἀσφαλῶς μέ περίμεναν ἀκριβῶς τά ἀντίθετα. Δέν ἔλεγα ὅμως τίποτα ἀπ’ αὐτά πού εἶχα μέσα μου σ’ ἐκείνους πού μοῦ τά μετέφεραν. 
Ὅταν τελικά φθάσαμε στήν Καισάρεια, ἀναμμένος ἀπό τή φλόγα τοῦ πολύ ὑψηλοῦ πυρετοῦ, ἀποκαμωμένος καί ὑποφέροντας μέχρι θανάτου, βρῆκα ἐπιτέλους ἕνα κατάλυμμα στήν ἄκρη τῆς πόλης. Ἀμέσως μετά, φρόντισα νά βρῶ κανένα γιατρό γιά νά μέ βοηθήσει νά σβήσω τό καμίνι τοῦ πυρετοῦ πού μέ κατέκαιε. Ἦταν τό κορύφωμα τοῦ τριταίου πυρετοῦ, τόν ὁποῖο ἐπιβάρυνε ἡ ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας, ἡ κόπωση, ἡ συντριβή, ἡ ἀπουσία ἀνθρώπων πού νά μέ διακονοῦν, ἡ ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, ἡ ἔλλειψη ἰατρικῆς παρακολούθησης, ἡ καταπόνηση ἀπό τή ζέστη καί τίς ἀγρυπνίες. 
Ἔτσι, ἔφθασα στήν πόλη σχεδόν νεκρός. Τότε ὅμως ἦλθαν κοντά μου ὅλος ὁ κλῆρος, ὁ λαός, οἱ μοναχοί, οἱ μοναχές καί οἱ γιατροί. Ὅλοι αὐτοί μέ περιποιήθηκαν πολύ καί μέ διακόνησαν ὑποδειγματικά, μέ πολλή ἐπιμέλεια καί σεβασμό. Ὁ ὑψηλός πυρετός μέ εἶχε βέβαια τελείως ἐξαντλήσει, ἀλλά λίγο - λίγο ἡ ἀρρώστια σταμάτησε καί λούφαξε. 
Ὁ Φαρέτριος ὅμως δέν φαινόταν πουθενά, ἀλλά σιωποῦσε - δέν ξέρω μέ ποιά σκέψη - περιμένοντας νά φύγουμε ἀπό τήν πόλη.  
Ὅταν τελικά διεπίστωσα ὅτι τό κακό ὑποχώρησε ἤρεμα, σκεπτόμουν νά ἀναχωρήσω καί νά πορευθῶ πρός τήν Κουκουσό, ὥστε νά ἀναπαυθῶ λίγο ἀπό τίς συμφορές πού μέ εἶχαν βρεῖ κατά τή διάρκεια τῆς ὁδοιπορίας. Ἐνῶ λοιπόν βρισκόμουν σ’ αὐτή τήν κατάσταση, μᾶς εἶπαν ὅτι ξαφνικά, εἶχε ἐμφανισθεῖ πλῆθος Ἰσαύρων πού εἶχαν κυριεύσει ὅλη τήν περιοχή τῆς Καισάρειας. Εἶχαν πυρπολήσει ἤδη ἕνα χωριό καί προχωροῦσαν καταστρέφοντας ὅ,τι εὕρισκαν μπροστά τους. Ὁ ὑπεύθυνος ἀξιωματικός πού ἦταν ἐπικεφαλῆς μιᾶς ἰσχυρῆς στρατιωτικῆς μονάδας τῆς περιοχῆς, ἀποφάσισε ἀμέσως νά βγοῦν γιά νά τούς ἀναχαιτήσουν. Ἀνησυχοῦσαν τόσο, μήπως αὐτοί ἐπιτεθοῦν καί στήν πόλη καί γι’ αὐτό ἦταν φοβισμένοι καί ἀγωνιοῦσαν γιά τή ζωή καί τόν τόπο τους, ὤστε ἐπιστρατεύθηκαν γιά τή φύλαξη τῶν τειχῶν ἀκόμα καί οἱ γέροντες. 
‘Ενῶ βρισκόμαστασταν σ’ αὐτή τήν κατάσταση ξαφνικά, τά ξημερώματα ὅρμησε στό κατάλυμμά μου μιά μανιασμένη ὁμάδα μοναχῶν, ἀπειλώντας μας καί λέγοντας ὅτι ἄν δέν ἔβγαινα ἔξω, θά ἔκαιγαν κι ἐμᾶς καί τό σπίτι πού μέναμε. Δέν μποροῦσε νά τούς ἠμερέψει τίποτα, οὔτε ὁ φόβος τῶν Ἰσαύρων, οὔτε ἡ κατάστασή μου ἀπό τήν ἀρρώστια πού τόσο πολύ μέ ταλαιπωροῦσε, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἀντίθετα, ἐπέμεναν μέ τόση ὀργή στήν ἀπειλή τους. ὥστε φοβήθηκαν κι αὐτοί ἀκόμα οἱ ντόπιοι φρουροί μας. Γιατί κι αὐτούς ἀκόμα τούς ἀπειλοῦσαν λέγοντας, ὅτι εἶχαν ἤδη κτυπήσει θανάσιμα πολλούς τοπικούς φρουρούς. 
Ὅταν οἱ φρουροί ἄκουσαν ὅλα αὐτά, ἄρχισαν νά μέ παρακαλοῦν ἐπίμονα λέγοντας: “Προτιμοῦμε νά πέσουμε στά χέρια τῶν Ἰσαύρων, παρά σ’ αὐτά τά θηρία”. Ὁ τοπικός διοικητής ἄκουσε τά συμβάντα καί ἀμέσως ἔτρεξε νά μᾶς βρεῖ, ἐπειδή ἀγωνιοῦσε γιά μᾶς καί τή ζωή μας καί ἤθελε πολύ νά μᾶς βοηθήσει. Οἱ μοναχοί ὅμως δέν δέχθηκαν οὔτε ἐκείνου τίς παρακλήσεις καί ἔτσι ἀποδείχθηκε κι αὐτός ἀνίσχυρος ὑπερασπιστής μας. Βλέποντας λοιπόν ὁ διοικητής ὅτι τά πράγματα βρίσκονταν σέ πλῆρες ἀδιέξοδο - καί μή μπορώντας νά μᾶς συμβουλεύσει νά φύγουμε καί ἔτσι νά ἐκτεθοῦμε σέ βέβαιο θάνατο, ἀλλά οὔτε καί νά παραμείνουμε στήν πόλη κάτω ἀπό τέτοια ἀπειλή - ἔστειλε ἀνθρώπους καί παρακάλεσε τό Φαρέτριο νά μᾶς ἐπιτρέψει νά μείνουμε λίγο ἀκόμη στήν πόλη λόγῳ τῆς ἀπειλῆς τῶν Ἰσαύρων. Δέν κατάφερε ὅμως καί πάλι τίποτα. Ἔτσι τήν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ ἴδιοι μοναχοί ὅρμησαν κατεπάνω μας πιό ὀργισμένοι, ὥστε φοβήθηκαν ὅλοι καί κανένας ἀπό τούς πρεσβυτέρους δέν τολμοῦσε νά μᾶς παρασταθεῖ καί νά μᾶς βοηθήσει. Κι αὐτό γιατί ἐκεῖνοι ντρέπονταν, ἐπειδή πίστευαν ὅτι ὅλα αὐτά γίνονταν κατ’ ἐντολήν τοῦ Φαρέτριου, καί γι’αὐτό κρύβονταν ἀπό μᾶς καί ὅταν τούς καλούσαμε σέ συμπαράσταση, δέν ὑπάκουαν. 
Τί χρειάζεται νά πῶ περισσότερα ἐπάνω σ’ αὐτό τό θέμα; Κάτω ἀπό τή σοβαρή αὐτή ἀπειλή τῆς ζωῆς μας καί ἀπό τήν τυραννία τοῦ πυρετοῦ, πού δέν μέ εἶχε ἀκόμα ἀφήσει, ἀποφάσισα καί ἔπεσα στό φορεῖο καί τό μεσημέρι μέ ἔβγαλαν ἀπό τό σπίτι, ἐνῶ ὁ λαός γόγγυζε, κραύγαζε καί καταριόταν αὐτόν πού προκάλεσε τά τόσα δεινά καί ὅλοι μᾶς ἀποχαιρετοῦσαν, κλαίγοντας καί θρηνώντας. 
Ὅταν βγήκαμε πιά ἀπό τήν πόλη ἐμφανίστηκαν ἀθόρυβα μερικοί κληρικοί καί μᾶς προέπεμψαν κλαίγοντας. Ἄκουσα κάποιους νά λένε: 
“Ποῦ τόν πᾶτε; Τόν ὁδηγεῖτε σέ σίγουρο θάνατο”. Κάποιος ἄλλος ἀπό ἐκείνους πού ἰδιαίτερα μέ σέβονται καί μέ ἀγαποῦν μοῦ ἔλεγε: “Πήγαινε, νά γλυτώσεις ἀπό μᾶς. Εἶναι καλύτερα νά πέσεις στά χέρια τῶν Ἰσαύρων παρά νά μείνεις κοντά μας. Ὅπου κι ἄν πέσεις θά εἶσαι πιό ἀσφαλής ἀπό τά δικά μας χέρια”. 
Ἀκούγοντας καί βλέποντας ὅλα αὐτά ἡ καλή Σελευκεία, ἡ σύζυγος τοῦ Ρουφίνου - ὁ ὁποῖος πολύ μᾶς συμπαραστάθηκε - ἔστειλε ἀνθρώπους καί μέ παρακέλεσε ἱκετεύοντας, νά καταλύσω στό ἀγρόκτημά τους, πού βρισκόταν λίγο μακρύτερα ἀπό τήν ἔξοδο τῆς πόλης. Δέχθηκα τήν πρόσκληση καί πήραμε τό δρόμο γιά ἐκεῖ. 
Οὔτε ὅμως ἐκεῖ μ’ ἄφησαν οἱ διῶκτες μου ἥσυχο. Μόλις ἔμαθε ὁ Φαρέτριος ὅτι εἶχα καταλύσει ἐκεῖ, τούς ἀπείλησε πολύ ἄγρια, ὅπως ἔλεγε ἡ Σελεύκεια. Ὅταν βέβαια, ἐγώ εἶχα ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκλησή τους, δέν γνώριζα τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἡ Σελευκεία τά εἶχε κρατήσει ὅλα μυστικά καί μόνον στόν ἐπιστάτη τους εἶχε δώσει ἐντολή νά μᾶς προσφέρει κάθε ἀνάπαυση. Τόν εἶχε ἐπιπλέον προειδοποιήσει λέγοντάς του, ὅτι ἄν ἔλθουν οἱ μοναχοί καί θελήσουν νά μᾶς προσβάλουν ἤ νά μᾶς κάνουν κακό νά συγκεντρώσει τούς ἐργάτες καί ἀπό τά ἄλλα κτήματά τους καί νά τούς ἀποκρούσουν. Μέ παρακάλεσε ἐπίσης, ἄν βρεθῶ σέ δυσκολία, νά μή δυσκολευθῶ νά καταφύγω στό σπίτι τους πού εἶχε ἀπόρθητο πύργο, καί ἔτσι νά γλιτώσω ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου καί τῶν μοναχῶν. 
Δέν δέχθηκα βέβαια, αὐτή τήν πρόταση καί ἔμεινα στό κτῆμα, χωρίς νά ὑποψιάζομαι τίποτα ἀπό ἐκεῖνα πού μέ περίμεναν. Ὁ Φαρέτριος τήν ἀπειλοῦσε συνεχῶς καί τήν πίεζε νά μέ διώξει ἀπό τό κτῆμα τους. Ἡ Σελευκεία, μή ὑποφέροντας αὐτές τίς πιέσεις καί ἀπό τό φόβο πού τῆς εἶχε ἐμπνεύσει ὁ Φαρέτριος, - ἐνῶ ἐγώ τά ἀγνοοῦσα ὅλα αὐτά - μέ εἰδοποίησε τά μεσάνυχτα ὅτι εἶχαν ἐμφανισθεῖ στήν περιοχή βάρβαροι. Τό εἶπε βέβαια αὐτό, ἐπειδή ντρεπόταν νά μοῦ πεῖ τό τί περνοῦσε ἀπό τό Φαρέτριο, γιά τή φιλοξενία πού μοῦ παρεῖχε στό ἀγρόκτημά τους. 
Ἦρθε λοιπόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύκτας ὁ πρεσβύτερος Εὐήθιος καί σχεδόν φωνάζοντας μοῦ εἶπε νά σηκωθῶ γιά νά φύγουμε, ἐπειδή εἶχαν φθάσει οἱ βάρβαροι. 
Σκέψου σέ ποιά κατάσταση βρέθηκα, ἀκούγοντας αὐτά. Στήν πόλη, καθώς μοῦ εἶπε ὁ πρεσβύτερος, δέν μπορούσαμε νά καταφύγουμε, μήπως παθαίναμε ἀπό τούς διῶκτες μας χειρότερα, ἀπό ἐκεῖνα πού θά μᾶς ἔκαναν οἱ Ἴσαυροι. Ἔτσι σηκωθήκαμε καί φύγαμε. 
Ἦταν μεσάνυκτα. Ἡ νύκτα ἦταν χωρίς φεγγάρι, μαύρη καί σκοτεινή καί γι’ αὐτό δυσκολευόμαστε πιό πολύ. Δέν μᾶς παράστεκε κανείς ὡς βοηθός καί συνοδός στήν πορεία. Ὅλοι μᾶς εἶχαν ἐγκαταλείψει. Ἤμουν σχεδόν σίγουρος ὅτι τό τέλος μου πλησίαζε. Τούς εἶπα κάποια στιγμή νά ἀνάψουν λαμπάδες γιά νά βλέπουμε, ἀλλά ὁ πρεσβύτερος εἶπε ὄχι, γιατί φοβόταν ὅτι ἔτσι θά μᾶς ἐντόπιζαν οἱ βάρβαροι πιό εὔκολα. Ἔτσι προχωρούσαμε ὅσπου ὁ ἡμίονος πού μετέφερε τό φορεῖο μου, γονάτισε ἀπότομα ‒ ἐπειδή ὁ δρόμος ἦταν κακοτράχαλος καί ἀνηφορικός - καί μέ πέταξε κάτω. Λίγο ἀκόμα καί θά μέ σκότωνε. Ἔβαλα ἔπειτα ὅσες δυνάμεις μοῦ εἶχαν ἀπομείνει, καί μέ τή βοήθεια τοῦ πρεσβυτέρου Εὐηθίου βάδιζα ἤ καλύτερα συρόμουν, γιατί πῶς μποροῦσε κανείς νά περπατήσει σέ τόσο δύσβατη καί ὀρεινή περιοχή καί μέσα στήν ἀσέληνη νύκτα. 
Σκέψου τί θά μποροῦσα νά πάθω, ἀφοῦ τόσο ὑπέφερα καί ἐνῶ ὁ πυρετός ἐξακολουθοῦσε νά μέ κατακαίει. Ἀπό ὅλες αὐτές τίς σκευωρίες δέν γνώριζα τίποτα, ἀλλά εἶχα στρέψει τήν προσοχή μου στούς βαρβάρους καί φοβόμουν ὅτι θά ἔπεφτα τελικά στά χέρια τους. Πῶς τό βλέπεις; Δέν θά ἀρκοῦσαν καί μόνο αὐτά τά παθήματα νά ἐξαλείψουν τίς ἁμαρτίες μου καί νά μοῦ χαρίσουν πνευματική προκοπή; 
Αὐτά ὅλα τά ἔπαθα, καθώς νομίζω, ἐξαιτίας τῆς ζήλειας τοῦ Φαρέτριου. Γιατί, ὅταν ἐκεῖνος εἶδε ὅτι μέ τό πού ἔφθασα στήν Καισάρεια δέχθηκα τόσες τιμές καί περιποιήσεις ἀπό τούς τοπικούς παράγοντες, ἀπό τούς λογίους καί ἀπό σύσσωμο τό λαό τῆς περιοχῆς πού μέ φρόντιζε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, μέ φθόνησε. Δέν τό λέω βέβαια αὐτό μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα, ἀλλά ἔτσι ἔδειξαν τά πράγματα. Τί ἄλλο θά μποροῦσε κανείς νά προσθέσει γιά τίς τόσες περιπέτειες κατά τό διάστημα τῆς πορείας, γιά τούς φόβους καί τούς κινδύνους πού περάσαμε; 
Καθώς τώρα τά ξαναφέρνω ὅλα αὐτά στό λογισμό μου, πετῶ ἀπό τή χαρά μου καί εὐφραίνομαι σάν νά ‘χω ἀποθηκευμένο μεγάλο θησαυρό. Πράγματι ἔτσι αἰσθάνομαι καί αὐτή τή διάθεση ἔχω. Γι’ αὐτό σέ παρακαλῶ, νά χαίρεσαι κι ἐσύ μαζί μου καί νά εὐφραίνεσαι, δοξάζοντας τόν Θεό πού μέ ἀξίωσε νά ὑποστῶ τέτοια παθήματα. Νά μήν τά πεῖς ὅμως αὐτά σέ κανέναν, ἄν καί οἱ ὑπεύθυνοι συνοδοί μου εἶναι ἕτοιμοι νά γεμίσουν μέ τά λόγια τους ὁλόκληρη τήν πόλη, ἀφοῦ κι αὐτοί κινδύνευσαν μαζί μου. Ἀπό ἐσένα πάντως νά μήν ἀκουστεῖ τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά καί μάλιστα νά σταματᾶς ὅποιον ἀρχίζει μιά τέτοια κουβέντα. 
Ἄν πάλι στενοχωριέσαι γιά τά κατάλοιπα πού ἄφησε ἐπάνω μου ὅλη αὐτή ἡ ταλαιπωρία, μάθε ὅτι ὄχι μόνον δέν παρέμεινε ἀπό αὐτά τίποτα, ἀλλά ὅτι τώρα εἶμαι πολύ καλύτερα ἀπό τότε πού βρισκόμουν ἐκεῖ. Τό κρύο νά μήν τό φοβᾶσαι. Ἔχουν κατασκευαστεῖ ἐδῶ καταλύμματα γιά νά κλύπτουν τίς ἀνάγκες μας καί ὁ Διόσκορος κάνει τά πάντα, ὥστε νά εἴμαστε τελείως προφυλαγμένοι ἀπό αὐτό. Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά - ἄν μπορῶ νά ἀντιληφθῶ σωστά ἀπό τήν πρώτη κιόλας ἡμέρα- κατάλαβα ὅτι ὁ ἀέρας ἐδῶ εἶναι ἀνατολικός, ζεστός καί ἀνάλαφρος καί ἴδιος σχεδόν μ’ ἐκεῖνον πού ἔχει ἡ Ἀντιόχεια. 
Πολύ μέ λύπησες πού εἶπες ὅτι ἴσως νά εἶμαι δυσαρεστημένος, ἐπειδή ἀμελήσατε καί δέν ἐνεργήσατε ὥστε νά μετακινηθῶ ἀπό ἐδῶ πού βρίσκομαι. Καί ὅμως πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες ἐγώ σοῦ ἔγραψα καί σέ παρακάλεσα γιά ἀκριβῶς τό ἀντίθετο. Νά μήν μέ μετακινήσετε δηλαδή, ἀπό ἐδῶ. Νομίζω ὅτι χρειάζεται νά μετανοήσεις πολύ γι’ αὐτό πού εἶπες. Ἴσως βέβαια, νά ἔκανες μιά προσπάθεια ἀπολογίας, ὅταν εἶπες ὅτι, ἁπλά, τό σκέπτεσαι αὐτό γιά νά φορτώνεσαι μέ περισσσότερη θλίψη. Καί αὐτό ὅμως, ὅτι δηλαδή καλλιεργεῖς μέσα σου ἐπώδυνους λογισμούς, εἶναι βαριά ἁμαρτία. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά κάνεις τά πάντα γιά νά ξεφεύγεις ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις, ἐσύ κάνεις τό χατήρι τοῦ διαβόλου καί μεγαλώνεις τόν πόνο καί τήν ἀθυμία σου.
Πάντως νά μήν ἀνησυχεῖς γιά τούς Ἰσαύρους καί νά μήν τούς φοβᾶσαι, γιατί αὐτοί γύρισαν πίσω στήν πατρίδα τους. Ὁ κυβερνήτης τοῦ τόπου ἀγωνίστηκε πολύ καί ἔτσι τώρα ἔχουμε περισσότερη ἀσφάλεια ἀπό ἐκείνη πού εἴχαμε ὅταν βρισκόμασταν στήν Καισάρεια.
Πραγματικά, κανένα δέν ἔχω φοβηθεῖ τόσο, ὅσο τούς ἐπισκόπους, ἐκτός ἀπό λίγους. 
Γιά τούς Ἰσαύρους λοιπόν νά μή φοβᾶσαι καθόλου. Γιατί ἔφυγαν πίσω καί ἐπειδή ἄρχισε ὁ χειμώνας κλείστηκαν στά σπίτια τους. Ἄν ἀποφασίσουν νά ξαναβγοῦν, αὐτό θά γίνει μετά τήν Πεντηκοστή. 
Γιατί λές ὅτι δέν ἔχεις τή χαρά νά παίρνεις γράμματα; Σοῦ ἔχω ἤδη στείλει τρεῖς μακροσκελεῖς ἐπιστολές, τή μιά μέ τούς ἐπαρχιακούς ὑπαλλήλους, τήν ἄλλη μέ τόν Ἀντώνιο καί τήν ἄλλη μέ τόν Ἀνατόλιο τόν ὑπηρέτη σας. Οἱ δύο μάλιστα ἀπό αὐτές εἶναι φάρμακο σωτήριο, ἱκανό νά ἀναζωογονήσει καί κάνει εὔθυμο καθένα πού εἶναι λυπημένος ἤ πού σκανδαλίζεται. Ὅταν λοιπόν λάβεις αὐτές τίς ἐπιστολές φρόντισε νά τίς διαβάζεις συνεχῶς καί θά δεῖς τή δύναμή τους. Τότε θά μέ ἐνημερώσεις γιά τίς θεραπευτικές ἰδιότητες πού αὐτές ἔχουν καί θά μοῦ περιγράψεις τήν μεγάλη ὠφέλεια πού ἔλαβες ἀπό τή μελέτη τους. Ἔχω ἕτοιμη καί μιά ἀκόμα ἐπιστολή, ἀλλά δέν θέλησα νά τήν στείλω, ἐπειδή λυπήθηκα πολύ ἀπό αὐτό πού εἶπες γιά τόν ἑαυτό σου. Ὅτι δηλαδή, σκέπτεσαι συνεχῶς τά ἴδια λυπηρά πράγματα καί φτιάχνεις μέ τό νοῦ σου ἀνύπαρκτες ἱστορίες. Αὐτά πού λές δέν σέ τιμοῦν καί μέ κάνουν νά κρύβω ἀπό ντροπή τό πρόσωπό μου. 
Διάβασε λοιπόν αὐτές τίς ἐπιστολές καί δέν θά μπορέσεις νά ξαναπεῖς τά ἴδια λόγια, ἀκόμα κι ἄν τό μυαλό σου ἔχει κολλήσει ἐκεῖ ἤ ἀγωνίζεσαι νά κρατήσεις μόνιμη τήν ἀθυμία. 
Γιά τό θέμα τοῦ Ἡρακλείδη ἔχω τή γνώμη ὅτι μπορεῖ αὐτός, ἄν θέλει, νά ὑποβάλει τήν παραίτησή του, ὥστε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ὅλα αὐτά. Δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Ἐγώ βέβαια, παρόλο πού δέν πέτυχα γι’ αὐτόν κάτι σπουδαῖο, προσπάθησα νά τόν βοηθήσω μέσω τῆς Διακόνισσας Πενταδίας, τήν ὁποία παρακάλεσα νά κάνει ὅ,τι μπορεῖ γι’ αὐτό τό θέμα. 
Μοῦ εἶπες ἐπίσης, ὅτι τόλμησες νά μοῦ μιλήσεις γιά τίς θλίψεις τοῦ Ἡρακλείδη, ἐπειδή ὁ ἴδιος σοῦ τό ζήτησε. Μά τί λόγια εἶναι αὐτά; Σοῦ λέω καί σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τό μόνο γιά τό ὁποῖο πρέπει νά λυπόμαστε εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι σκόνη καί καπνός. Πράγματι, πόσο βαρύ εἶναι τό νά ἁλυσσοδεθεῖ κανείς καί νά ριχθεῖ στή φυλακή; Πόσο βαρύ εἶναι τό νά κακοπαθεῖ κανείς, ὅταν ἡ κακοπάθεια τοῦ ἀποφέρει τόσο μεγάλο κέρδος; Πόσο βαρύ πράγμα εἶναι ἡ ἐξορία ἤ ἡ δήμευση τῶν ὑπαρχόντων του; Αὐτά δέν εἶναι λυπηρά οὔτε στενόχωρα πράγματα. Ἄν μιλήσεις γιά θάνατο, μιλᾶς γιά τό κοινό ἀνθρώπινο χρέος, τό ὁποῖο κανείς δέν μᾶς τό ἐπιβάλλει, καθένας μας ὅμως πρέπει νά τό ὑπομείνει. Ἄν πεῖς γιά τήν ἐξορία, δέν τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά ἀπολαμβάνει κανείς τήν ὕπαιθρο καί τήν ἐπίσκεψη σέ διάφορους τόπους. Ἄν μιλήσεις πάλι, γιά δήμευση τῶν ὑπαρχόντων, τότε ἐγκωμιάζεις τή λύτρωση καί τήν ἐλευθερία. 
Μήν παύσεις, παρακαλῶ, νά φροντίζεις τόν ἐπίσκοπο Μαρουθᾶ, ὥστε νά τόν ἀνασύρεις ἀπό τό βάραθρο. Διότι εἶναι ἀπαραίτητος γιά τό ἔργο πού γίνεται στήν Περσία. Πληροφορήσου, ἄν εἶναι δυνατόν ἀπό τόν ἴδιο, πῶς ἐργάζεται σέ ἐκεῖνα τά μέρη καί μάθε γιά ποιόν λόγο γύρισε πίσω. Ἐνημέρωσέ με ἐπίσης, γιά τό κατά πόσον τοῦ παρέδωσες τίς δυό ἐπιστολές πού τοῦ ἔστειλα. Ἄν θελήσει ὁ ἴδιος νά μοῦ γράψει καλῶς ἔχει Ἄν ὅμως δέν τό κάνει, νά ἐνημερώσει τοὐλάχιστον ἐσένα γιά τό πῶς ἐργάσθηκε ἐκεῖ κάτω καί τί προγραμματίζει νά κάνει κατά τήν ἐπιστροφή του. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού προσπάθησα νά ἔλθω σέ ἐπαφή μαζί του. Πάντως ἐσύ νά κάνεις τό καθῆκον σου, ἔστω κι ἄν ὅλοι πέφτουν μέ τό κεφάλι στό γκρεμό. Ἐσύ νά συνεχίσεις τή διακονία σου καί ὁ μισθός θά εἶναι ἀντίστοιχος τῆς προσφορᾶς σου. Νά συμφιλιωθεῖς λοιπόν μαζί του, ὅσο βέβαια, ἐξαρτᾶται ἀπό ἐσένα.
Πρόσεξε παρακαλῶ, πολύ αὐτό πού θέλω τώρα νά σοῦ πῶ καί κάνε γι’ αὐτό ὅ,τι περνάει ἀπό τό χέρι σου: Οἱ μοναχοί Μαρσεῖς, οἱ Γότθοι - ὅπου κρυβόταν πάντοτε ὁ ἐπίσκοπος Σεραπίων - μέ πληροφόρησαν ὅτι ὁ διάκονος Μαδουάριος ἦλθε γιά νά τούς ἀναγγείλει τό θάνατο τοῦ θαυμάσιου ἐκείνου καί τόσο δραστήριου ἐπισκόπου Οὐνία. Ἐννοῶ ἐκεῖνον πού χειροτόνησα καί ἔστειλα στή Γοτθία. Ὁ Μοδουάριος ἔχει ἔλθει προσκομίζοντας ἐπιστολές τοῦ βασιλιᾶ τῶν Γότθων, ὁ ὁποῖος ζητάει νά τούς σταλεῖ ἐπίσκοπος. ‘Επειδή λοιπόν, δέν βλέπω ὅτι κάτι ἄλλο θά προλάβει τήν καταστροφή πού πρόκειται νά ξεσπάσει, φρόντισε ὥστε νά ὑπάρξει κάποια καθυστέρηση ἤ μιά ἀναβολή. 
Γιατί, ὅπως καί νά ἔχει τό πράγμα, τώρα δέν μποροῦν νά διαπλεύσουν τό Βόσπορο ἐξαιτίας τῆς χειμερινῆς κακοκαιρίας. Πρόσεξε μήν τό ἀμελήσεις αὐτό, γιατί πρόκειται γιά μεγάλο κατόρθωμα. 
Δυό πράγματα θά μέ λυποῦσαν πάρα πολύ. Τό νά γίνει ἐκλογή νέου ἐπισκόπου, ἀπό ἐκείνους πού δέν τούς ἐπιτρέπεται κάτι τέτοιο καί οἱ ὁποῖο διαπράττουν τόσα κακά καί τό νά γίνει χειροτονία ἀκατάλληλου προσώπου. Γνωρίζεις βέβαια, πολύ καλά ὅτι δέν πρόκειται αὐτοί νά ἐκλέξουν κάποιο ἄξιο καί κατάλληλο πρόσωπο. Εἴθε νά μήν γίνει κάτι τέτοιο γιατί ἀντιλαμβάνεσαι πολύ καλά τή συνέχεια τοῦ πράγματος. Γιά νά προληφθοῦν λοιπόν ὅλα αὐτά φρόντισε νά ἐνεργήσεις ἀθόρυβα. Ἄν μάλιστα θά μποροῦσε ὁ Μοδουάριος νά ταξίδευε πρός τά ἐδῶ κρυφά, αὐτό θά ἦταν πολύ χρήσιμο. Ἄν ὅμως αὐτό εἶναι ἀδύνατον κάνετε τοὐλάχιστον ἀπό ἐκεῖ ὅ,τι μπορεῖτε. 
Στά θέματα αὐτά συμβαίνει ὅ,τι καί μέ τά χρήματα, ὅπως ἔγινε καί μέ τή χήρα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅπως δηλαδή αὐτή ἀπεδείχθη ἀνώτερη, μεταξύ ἐκείνων πού κατέβαλαν μεγάλα ποσά, ἔτσι καί ὅσοι καταβάλουν ὅλες τους τίς δυνάμεις στήν προσπάθεια νά διευθετήσουν ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις ξεπληρώνουν τό χρέος τους καί ,ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τους, δικαιοῦνται ὁλόκληρη τήν ἀμοιβή τους. 
Στόν ἐπίσκοπο Ἱλάριο χρεωστῶ πολλή εὐγνωμοσύνη. Μοῦ ἔγραψε γιά νά πάρει τήν εὐλογία μου ὥστε νά ξαναγυρίσει στήν ἕδρα του γιά νά τακτοποιοήσει διάφορες ἐκκρεμότητες καί μετά νά ἐπανέλθει. Ἐπειδή λοιπόν ἡ παρουσία του εἶναι πολλή ὠφέλιμη - γιατί εἶναι εὐλαβής, σταθερός καί ζηλωτής - τόν παρεκάλεσα νά μεταβεῖ ἐκεῖ κατά τήν ἐπιθυμία του, ἀλλά νά γυρίσει τό συντομότερο δυνατόν. Φρόντισε λοιπόν, νά μήν παραπέσει ἡ ἐπιστολή, ἀλλά νά φθάσει στά χέρια του σίγουρα καί γρήγορα. 
Μερίμνησε μέ ἰδιαίτερη προσοχή τό θέμα τῶν ἐπιστολῶν μου. Ἄν ὁ προσβύτερος Ἑλλάδιος δέν φανεῖ ἀπό ἐκεῖ, τότε φρόντισε ὥστε αὐτές νά ἐπιδοθοῦν στούς φίλους μας, μέ κάποιον ἄλλο συνετό καί ὑπεύθυνο ἄνθρωπο.


Ἀπό τό βιβλίο:
«Ὁ πορισμός τῶν θλίψεων»
Ἔκδοσις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ,
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέα


Δημοφιλείς αναρτήσεις