Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Κυριακή των 318 θεοφόρων πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου


Κυριακή των 318 θεοφόρων πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου 
Την έβδομη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την εν Νικαία πρώτη Οικουμενική Σύνοδο των τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων πατέρων. 
Την παρούσα εορτή εορτάζουμε για την ακόλουθη αιτία. 
Επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έγινε σαν εμάς άνθρωπος και πραγματοποίησε με τρόπο ανείπωτο όλη τη θεία οικονομία και αποκαταστάθηκε στον πατρικό θρόνο, θέλοντας οι Άγιοι να δείξουν ότι αληθινά ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος και ως τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ανελήφθη και κάθισε ψηλά, στα δεξιά του παντοδύναμου Θεού (Εβρ. 1:3), και ότι η Σύνοδος αυτή των αγίων πατέρων έτσι Τον ανακήρυξε και Τον ομολόγησε, ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, γι’ αυτό τον λόγο, μετά την ένδοξη Ανάληψη, θέσπισαν την παρούσα εορτή, σαν να φέρνουν μπροστά μας τη συνάθροιση των τόσων πατέρων, οι οποίοι Αυτόν τον Θεό που αναλήφθηκε με σώμα Τον ανακηρύττουν Θεό αληθινό και τέλειο άνθρωπο. 
Η Σύνοδος αυτή έγινε επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου, στο εικοστό έτος της βασιλείας του (325). 
Αφού σταμάτησε ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών, αυτός στην αρχή έγινε αυτοκράτορας στη Ρώμη, και στη συνέχεια έκτισε την πανευδαίμονα Πόλη, που πήρε το όνομά του, κατά το έτος 5838 από κτίσεως κόσμου (330). 
Τότε άρχισε και η υπόθεση του Αρείου, ο οποίος καταγόταν από τη Λιβύη, ήρθε όμως στην Αλεξάνδρεια και χειροτονήθηκε διάκονος από τον άγιο ιερομάρτυρα Πέτρο Αλεξανδρείας. 
Ο Άρειος άρχισε να βλασφημεί κατά του Υιού του Θεού, ανακηρύττοντας Αυτόν κτίσμα και ότι δημιουργήθηκε από την ανυπαρξία και ότι ήταν μακριά από τη θεϊκή αξία και ότι καταχρηστικά λέγεται Σοφία και Λόγος του Θεού -τάχα για να αντικρούσει τον δυσσεβή Σαβέλιο που έλεγε ότι η Θεότητα είναι μονοπρόσωπη και μονοϋπόστατη και άλλοτε γίνεται Πατέρας, άλλοτε Υιός και άλλοτε άγιο Πνεύμα. 
Καθώς ο Άρειος έλεγε αυτές τις βλασφημίες, ο άγιος Πέτρος τον καθαίρεσε, διότι είδε τον Χριστό ως βρέφος πάνω στο άγιο Θυσιαστήριο να φορά ιμάτιο σχισμένο και να λέει ότι ο Άρειος το έσχισε. 
Ο Αχιλλάς, ο οποίος διαδέχθηκε τον Πέτρο στην Αλεξάνδρεια, πειθόμενος στις υποσχέσεις του Αρείου, τον αποκατέστησε και μάλιστα τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και του έδωσε τη διεύθυνση του διδασκαλείου της Αλεξανδρείας. 
Μετά τον θάνατο του Αχιλλά, αρχιεπίσκοπος έγινε ο Αλέξανδρος. Αυτός βρίσκοντας τον Άρειο να λέει τις ίδιες και χειρότερες βλασφημίες, τον έδιωξε από την Εκκλησία, αφού τον καθαίρεσε με τοπική Σύνοδο. Όπως λέει ο Θεοδώρητος, ο Άρειος δογμάτιζε ότι ο Χριστός είχε μεταβλητή φύση, και πρώτος αυτός είπε ότι ο Κύριος είχε λάβει σώμα χωρίς νου και χωρίς ψυχή. 
Ο Άρειος λοιπόν, αφού προσείλκυσε στη δυσσέβειά του πολλούς, έστειλε επιστολές και πήρε με το μέρος του τον Νικομηδείας Ευσέβιο, τον Τύρου Παυλίνο, τον Καισαρείας Ευσέβιο και άλλους, και στράφηκε εναντίον του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος όμως κοινοποίησε σε όλη την οικουμένη τις βλασφημίες του Αρείου και την καθαίρεσή του και ξεσήκωσε πολλούς προς απόκρουσή του. 
Ενώ η Εκκλησία βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή και καμία λύση δεν φαινόταν σχετικά με τη φιλονικία για το δόγμα, ο Μέγας Κωνσταντίνος απ’ όλη την οικουμένη, με δημόσια οχήματα, συγκέντρωσε τους παρόντες πατέρες στη Νίκαια και πήγε εκεί και ο ίδιος. 
Όταν όλοι οι πατέρες κάθισαν, προέτρεψαν και αυτόν να καθίσει, και κάθισε όχι σε βασιλικό θρόνο αλλά σε κάθισμα μικρότερης αξίας. 
Και αφού συζητήθηκαν τα σχετικά με τον Άρειο, εκείνος και όλοι οι οπαδοί του υποβλήθηκαν σε αναθεματισμό, ενώ ο Λόγος του Θεού ανακηρύχθηκε από τους αγίους πατέρες ομοούσιος και ομότιμος και συνάναρχος με τον Πατέρα. Αυτοί μάλιστα συνέταξαν και το άγιο Σύμβολο της πίστεως μέχρι το “Και εις το Πνεύμα το Άγιον”· διότι τα επόμενα τα συμπλήρωσε η Δευτέρα Σύνοδος. 
Επιπλέον η πρώτη Σύνοδος εκύρωσε και την εορτή του Πάσχα, πότε και πώς πρέπει εμείς να την εορτάζουμε και όχι μαζί με τους Ιουδαίους, όπως ήταν προηγουμένως το έθιμο, και συνέταξε και είκοσι κανόνες περί εκκλησιαστικής ευταξίας. 
Το δε άγιο Σύμβολο, ο μέγας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος, τελευταίος από όλους το επικύρωσε με ερυθρά γράμματα. 
Από τους αγίους αυτούς πατέρες οι διακόσιοι τριάντα δύο ήταν αρχιερείς και οι ογδόντα έξι ήταν ιερείς, διάκονοι και μοναχοί. Συνολικά ήταν τριακόσιοι δεκαοκτώ. 
Οι πιο επίσημοι ήταν οι εξής: ο Σίλβεστρος ο αρχιερέας της Ρώμης και ο Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως που ήταν ασθενής, οι οποίοι συμμετείχαν με αντιπροσώπους· ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας μαζί με τον Μέγα Αθανάσιο που τότε ήταν Αρχιδιάκονος· ο Ευστάθιος Αντιοχείας και ο Μακάριος Ιεροσολύμων· ο Όσιος επίσκοπος Κουδρούβης· ο Παφνούτιος ο ομολογητής· ο μυροβλύτης Νικόλαος και ο Σπυρίδων Τριμυθούντος, ο οποίος νίκησε έναν παρόντα φιλόσοφο, και αφού (με το θαύμα της κεραμίδας) του απέδειξε το δόγμα της Αγίας Τριάδος, τον βάπτισε. 
Κατά τη διάρκεια της Συνόδου δύο από τους αρχιερείς πατέρες απεδήμησαν εις Κύριον. Ο Μέγας Κωνσταντίνος τοποθέτησε μέσα στα φέρετρά τους τον Όρο της αγίας Συνόδου, και αφού τα έκλεισε με ασφάλεια, βρήκε τον Όρο επικυρωμένο και υπογραμμένο και από αυτούς, σύμφωνα με τα άρρητα κρίματα του Θεού. 
Αφού τελείωσε η Σύνοδος και επειδή η νεοανεγερθείσα Πόλη είχε ολοκληρωθεί, ο Μέγας Κωνσταντίνος προσκάλεσε όλους τους αγίους εκείνους άνδρες, οι οποίοι και την περιήλθαν και προσευχήθηκαν γι’ αυτή και την αναγόρευσαν Βασιλεύουσα των πόλεων και την αφιέρωσαν στη Μητέρα του Λόγου, σύμφωνα με εντολή του βασιλιά, και έπειτα αναχώρησαν ο καθένας για τον τόπο του. 
Πριν όμως ακόμη ο Μέγας Κωνσταντίνος εκδημήσει προς τον Θεό, και ενώ είχε συναυτοκράτορα τον γιο του Κωνστάντιο, ο Άρειος παρουσιάστηκε σ’ αυτόν λέγοντας ότι άφησε όλα τα δικά του και θέλει να ενωθεί με την Εκκλησία του Θεού. Είχε όμως γράψει τις βλασφημίες του και τις είχε κρεμάσει στον λαιμό του (κάτω από το ένδυμά του), και χτυπώντας με το χέρι το στήθος του, έλεγε ότι αυτά πιστεύει, εννοώντας τάχα ότι υπακούει στη Σύνοδο. 
Τότε ο βασιλιάς διέταξε τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο. Πατριάρχης τότε, μετά τον Μητροφάνη, ήταν ο Αλέξανδρος, ο οποίος γνωρίζοντας τη δυστροπία του Αρείου, αμφέβαλλε για τη μετάνοια του και παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει αν ήταν αρεστό σ’ Αυτόν να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο. Και όταν έφτασε η μέρα που έπρεπε να συλλειτουργήσει με αυτόν, προσευχόταν ακόμη πιο θερμά. 
Καθώς λοιπόν ο Άρειος πήγαινε στην Εκκλησία, κάπου κοντά στην κολόνα της αγοράς τον κέντησε η κοιλιά του και πήγε σε δημόσιο αποχωρητήριο. Και εκεί σχίστηκε και χύθηκαν από κάτω όλα τα σπλάχνα του. 
Έπαθε δηλαδή ό,τι και ο Ιούδας, διότι εξίσου πρόδωσε τον Λόγο· και αυτός που απέκοψε τον Υιό του Θεού από την πατρική ουσία, ο ίδιος σχίστηκε και βρέθηκε νεκρός. Και έτσι η Εκκλησία του Θεού απαλλάχτηκε από τη φθορά που αυτός προκαλούσε. 
Με τις πρεσβείες των αγίων τριακοσίων δεκαοκτώ θεοφόρων πατέρων, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησέ μας. Αμήν. 


Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Α΄ Οικουμενική Σύνοδος [κανόνες]

Α΄ Οικουμενική Σύνοδος 

[κανόνες]

 

Κανὼν α’ (1)
Περὶ τῶν παρ' ἄλλων εὐνουχισθέντων, εἶ κληροῦνται. 
Εἴ τις ἐν νόσῳ ὑπὸ ἰατρῶν ἐχειρουργήθη, ἢ ὑπὸ βαρβάρων ἐξετμήθη, οὗτος μενέτω ἐν τῷ κλήρῳ. Εἰ δέ τις ὑγιαίνων ἑαυτὸν ἐξέτεμε, τοῦτον καὶ ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζόμενον, πεπαῦσθαι προσήκει· καὶ ἐκ τοῦ δεῦρο, μηδένα τῶν τοιούτων χρῆναι προάγεσθαι. Ὥσπερ δὲ τοῦτο πρόδηλον, ὅτι περὶ τῶν ἐπιτηδευόντων τὸ πρᾶγμα, καὶ τολμώντων ἑαυτοὺς ἐκτέμνειν εἴρηται· οὕτως, εἴ τινες ὑπὸ βαρβάρων, ἢ δεσποτῶν εὐνουχίσθησαν, εὑρίσκοιντο δὲ ἄλλως ἄξιοι τοὺς τοιούτους εἰς κλῆρον προσίεται ὁ κανών. 
Κανὼν β’ (2):
Περὶ τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα εὐθὺς κληρουμένων. 
πειδὴ πολλά, ἤτοι ὑπὸ ἀνάγκης, ἢ ἄλλως ἐπειγομένων τῶν ἀνθρώπων, ἐγένετο παρὰ τὸν κανόνα τὸν ἐκκλησιαστικόν, ὥστε ἀνθρώπους ἀπὸ ἐθνικοῦ βίου ἄρτι προσελθόντας τῇ πίστει, καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ κατηχηθέντας, εὐθὺς ἐπὶ τὸ πνευματικὸν λουτρὸν ἄγειν, καὶ ἅμα τῷ βαπτισθήναι προάγειν εἰς ἐπισκοπήν, ἢ εἰς πρεσβυτέριον, καλῶς ἔδοξεν ἔχειν, τοῦ λοιποῦ μηδὲν τοιοῦτο γίνεσθαι· καὶ γὰρ καὶ χρόνου δεῖ τῷ κατηχουμένῳ, καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, δοκιμασίας πλείονος. Σαφὲς γὰρ τὸ ἀποστολικὸν γράμμα, τὸ λέγον· Μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ, καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. Εἰ δὲ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ψυχικόν τι ἁμάρτημα εὑρεθείη περὶ τὸ πρόσωπον καὶ ἐλέγχοιτο ὑπὸ δύο ἢ τριῶν, μαρτύρων, πεπαύσθω ὁ τοιοῦτος τοῦ κλήρου. Ὁ δὲ παρὰ ταῦτα ποιῶν, ὡς ὑπεναντία τῇ μεγάλῃ συνόδῳ θρασυνόμενος, αὐτὸς κινδυνεύσει περὶ τὸν κλῆρον. 
Κανὼν γ’ (3):
Περὶ τῶν παρὰ κληρικοῖς συνεισάκτων γυναικῶν. 
πηγόρευσε καθόλου ἡ μεγάλη σύνοδος, μήτε ἐπισκόπῳ, μήτε πρεσβυτέρῳ, μήτε διακόνῳ, μήτε ὅλως τινὶ τῶν ἐν κλήρῳ ἐξεῖναι συνείσακτον ἔχειν, πλὴν εἰ μὴ ἄρα μητέρα, ἢ ἀδελφήν, ἢ θείαν, ἢ ἃ μόνα πρόσωπα πᾶσαν ὑποψίαν διαπέφευγεν.

 

Κανὼν δ’ (4):
Ὑπὸ πόσων καθίστασθαι τὸν ἐπίσκοπον. 
πίσκοπον προσήκει μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι· εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξ ἅπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων, τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι· τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων δίδοσθαι καθ' ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ. 
Κανὼν ε’ (5):
Τοὺς ἀφωρισμένους μὴ δέχεσθαι παρ' ἄλλων ἐπισκόπων. 
Περὶ τῶν ἀκοινωνήτων γεγονότων, εἴτε τῶν ἐν κλήρῳ, εἴτε τῶν ἐν λαϊκῷ τάγματι, ὑπὸ τῶν καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐπισκόπων, κρατείτω ἡ γνώμη, κατὰ τὸν κανόνα τὸν διαγορεύοντα, τοὺς ὑφ’ ἑτέρων ἀποβληθέντας ὑφ' ἑτέρων μὴ προσίεσθαι. Ἐξεταζέσθω δὲ, μὴ μικροψυχίᾳ, ἢ φιλονεικίᾳ, ἢ τινι τοιαύτῃ ἀηδὶᾳ τοῦ ἐπισκόπου, ἀποσυνάγωγοι γεγένηνται. Ἵνα οὖν τοῦτο τὴν πρέπουσαν ἐξέτασιν λαμβάνοι, καλῶς ἔχειν ἔδοξεν, ἑκάστου ἐνιαυτοῦ, καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν δὶς τοῦ ἔτους συνόδους γίνεσθαι· ἵνα κοινῇ πάντων τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐπαρχίας ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένων, τὰ τοιαῦτα ζητήματα ἐξετάζηται, καὶ οὕτως οἱ ὁμολογουμένως προσκεκρουκότες τῷ ἐπισκόπῳ, κατὰ λόγον ἀκοινώνητοι παρὰ πᾶσιν εἶναι δόξωσι, μέχρις ἂν τῷ κοινῷ τῶν ἐπισκόπων δόξῃ τὴν φιλανθρωποτέραν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκθέσθαι ψῆφον. Αἱ δὲ σύνοδοι γινέσθωσαν, μία μὲν πρὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἵνα πάσης μικροψυχίας ἀναιρουμένης, τὸ δῶρον καθαρὸν προσφέρηται τῷ Θεῷ· δευτέρα δὲ περὶ τὸν τοῦ μετοπώρου καιρόν. 
Κανὼν ς’ (6):
Πρῶτοι ἔστωσαν καὶ ἐπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν. 
Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ καὶ Πενταπόλει, ὥστε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ καὶ τῷ ἐν Ῥώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστιν. Ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, τὰ πρεσβεία σῴζεσθαι ταῖς Ἐκκλησίαις. Καθόλου δὲ πρόδηλον ἐκεῖνο· ὅτι, εἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοπος, τὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον. Ἐάν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγῳ οὔσῃ, καὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο, ἢ τρεῖς δι' οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσι, κρατείτω ἢ τῶν πλειόνων ψῆφος. 
Κανὼν ζ’ (7):
Περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἱεροσολύμων.  
πειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῇς· τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος. 
Κανὼν η’ (8):
Περὶ Ναυατιανῶν ἐπιστρεφόντων.  
Περὶ τῶν ὀνομαζόντων μὲν ἑαυτοὺς Καθαροὺς ποτε, προσερχομένων δὲ τῇ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ ἐκκλησία, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτοὺς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ. Πρὸ πάντων δὲ τοῦτο ὁμολογῆσαι αὐτοὺς ἐγγράφως προσήκει, ὅτι συνθήσονται καὶ ἀκολουθήσουσι τοῖς τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας δόγμασι· τοὐτέστι καὶ διγάμοις κοινωνεῖν, καὶ τοῖς ἐν τῷ διωγμῷ παραπεπτωκόσιν, ἐφ’ ὧν καὶ χρόνος τέτακται, καὶ καιρὸς ὥρισται· ὥστε αὐτοὺς ἀκολουθεῖν ἐν πᾶσι τοῖς δόγμασι τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας. Ἔνθα μὲν οὖν πάντες, εἴτε ἐν κώμαις, εἴτε ἐν πόλεσιν, αὐτοὶ μόνοι εὑρίσκοιντο χειροτονηθέντες, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῷ κλήρῳ, ἔσονται ἐν τῷ αὐτῷ σχήματι. Εἰ δὲ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου ὄντος, προσέρχονταί τινες, πρόδηλον, ὡς ὁ μὲν ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας ἕξει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου· ὁ δὲ ὀνομαζόμενος παρὰ τοῖς λεγομένοις Καθαροῖς ἐπίσκοπος, τὴν τοῦ πρεσβυτέρου τιμὴν ἕξει· πλὴν εἰ μὴ ἄρα δοκοίῃ τῷ ἐπισκόπῳ, τῆς τιμῆς τοῦ ὀνόματος αὐτὸν μετέχειν. Εἰ δὲ τοῦτο αὐτῷ μὴ ἀρέσκοι, ἐπινοήσει τόπον ἢ χωρεπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ὑπὲρ τοῦ ἐν τῷ κλήρῳ ὅλως δοκεῖν εἶναι· ἵνα μὴ ἐν τῇ πόλει δύο ἐπίσκοποι ὦσιν.

 

Κανὼν θ’ (9):
Περὶ τῶν ἀνεξετάστως χειροτονουμένων πρεσβυτέρων.  
Εἴ τινες ἀνεξετάστως προήχθησαν πρεσβύτεροι, ἀνακρινόμενοι ὡμολόγησαν τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῖς, καὶ, ὁμολογησάντων αὐτῶν, παρὰ κανόνα κινούμενοι οἱ ἄνθρωποι τοῖς τοιούτοις χεῖρα ἐπιτεθείκασι, τούτους ὁ κανὼν οὐ προσίεται· τὸν γὰρ ἀνεπίληπτον ἐκδικεῖ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία.

 

Κανὼν ι’ (10):
Περὶ χειροτονίας τῶν παραπεπτωκότων.  
σοι προεχειρίσθησαν τῶν παραπεπτωκότων, κατ’ ἄγνοιαν, ἢ καὶ προειδότων τῶν προχειρισαμένων, τοῦτο οὐ προκρίνει τῷ κανόνι τῷ ἐκκλησιαστικῷ· γνωσθέντες γάρ, καθαιροῦνται.

 

Κανὼν ια’ (11):
Περὶ τοῦ πῶς μετανοητέον τοὺς ἑκουσίως παραπεπτωκότας.  
Περὶ τῶν παραβάντων χωρὶς ἀνάγκης, ἢ χωρὶς ἀφαιρέσεως ὑπαρχόντων, ἢ χωρὶς κινδύνου, ἢ τινος τοιούτου, ὅ γέγονεν ἐπὶ τῆς τυραννίδος Λικινίου, ἔδοξε τῇ συνόδῳ, εἰ καὶ ἀνάξιοι ἦσαν φιλανθρωπίας, ὅμως χρηστεύσασθαι εἰς αὐτοὺς. Ὅσοι οὖν γνησίως μεταμέλονται, τρία ἔτη ἐν ἀκροωμένοις ποιήσουσιν, ὡς πιστοί, καὶ ἑπτὰ ἔτη ὑποπεσοῦνται· δύω δὲ ἔτη χωρὶς προσφορᾶς κοινωνήσουσι τῷ λαῷ τῶν προσευχῶν.

 

Κανὼν ιβ’ (12):
Περὶ τῶν λειποστρατούντων, ὥστε μαρτυρῆσαι ὑπὲρ Χριστοῦ καὶ εἴτα ἀναστρευσάντων.  
Οἱ δὲ προσκληθέντες μὲν ὑπὸ τῆς χάριτος, καὶ τὴν πρώτην ὁρμὴν ἐνδειξάμενοι, καὶ ἀποθέμενοι τὰς ζώνας, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τὸν οἰκεῖον ἔμετον ἀναδραμόντες, ὡς κύνες, ὥς τινας καὶ ἀργύρια προέσθαι, καὶ βενεφικίοις κατορθῶσαι τὸ ἀναστρατεύσασθαι· οὗτοι δέκα ἔτη ὑποπιπτέτωσαν, μετὰ τὸν τῆς τριετοῦς ἀκροάσεως χρόνον. Ἐφ’ ἅπασι δὲ τούτοις, προσήκει ἐξετάζειν τὴν προαίρεσιν καὶ τὸ εἶδος τῆς μετανοίας. Ὅσοι μὲν γὰρ φόβῳ, καὶ δάκρυσι καὶ ὑπομονῇ, καὶ ἀγαθοεργίαις, τὴν ἐπιστροφὴν ἔργῳ, καὶ οὐ σχήματι, ἐπιδείκνυνται, οὗτοι πληρώσαντες τὸν χρόνον τὸν ὡρισμένον τῆς ἀκροάσεως, εἰκότως τῶν εὐχῶν κοινωνήσουσι, μετὰ τοῦ ἐξεῖναι τῷ ἐπισκόπῳ καὶ φιλανθρωπότερόν τι περὶ αὐτῶν βουλεύσασθαι. Ὅσοι δὲ ἀδιαφόρως ἤνεγκαν, καὶ τὸ σχῆμα τοῦ εἰσιέναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἀρκεῖν ἑαυτοῖς ἡγήσαντο πρὸς τὴν ἐπιστροφήν, ἐξ ἅπαντος πληρούτωσαν τὸν χρόνον.
Κανὼν ιγ’ (13):
Περὶ τῶν ἐν τῷ θανάτῳ ζητούντων μεταλαβεῖν, πρότερον κεκωλυμένων.  
Περὶ δὲ τῶν ἐξοδευόντων, ὁ παλαιὸς καὶ κανονικὸς νόμος φυλαχθήσεται καὶ νῦν, ὥστε, εἴ τις ἐξοδεύοι, τοῦ τελευταίου καὶ ἀναγκαιοτάτου ἐφοδίου μὴ ἀποστερεῖσθαι. Εἰ δὲ ἀπογνωσθείς, καὶ κοινωνίας τυχών, πάλιν ἐν τοῖς ζῶσιν ἐξετασθῇ, μετὰ τῶν κοινωνούντων τῆς εὐχῆς μόνης ἔστω. Καθόλου δὲ, καὶ περὶ παντὸς οὔτι νοσοῦν ἐξοδεύοντος, αἰτοῦντος τοῦ μετασχεῖν εὐχαριστίας, ὁ ἐπίσκοπος μετὰ δοκιμασίας μεταδιδότω τῆς προσφορᾶς.

 

Κανὼν ιδ’ (14):
Περὶ τῶν παραπεσόντων κατηχουμένων.  
Περὶ τῶν κατηχουμένων, καὶ παραπεσόντων, ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη συνόδῳ, ὥστε, τριῶν ἐτῶν αὐτοὺς ἀκροωμένους μόνον, μετὰ ταῦτα εὔχεσθαι μετὰ τῶν κατηχουμένων.

 

Κανὼν ιε’ (15):
Περὶ τοῦ μεταβαίνοντος ἀπὸ ἐκκλησίας εἰς ἐκκλησίαν κληρικοῦ.  
Διά τὸν πολὺν τάραχον, καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντάπασι περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν, τὴν παρὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα εὑρεθεῖσαν ἔν τισι μέρεσιν, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν μὴ μεταβαίνειν, μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δέ τις, μετὰ τὸν τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης συνόδου ὅρον, τοιούτῳ τινὶ ἐπιχειρήσειεν, ἢ ἐπιδοίη ἑαυτὸν πράγματι τοιούτῳ, ἀκυρωθήσεται ἐξ ἅπαντος τὸ κατασκεύασμα, καὶ ἀποκατασταθήσεται τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ πρεσβύτερος ἐχειροτονήθη.

 

Κανὼν ις’ (16):
Περὶ τοῦ ἐπιμένοντος τῇ τοιαύτῃ μεταβάσει.  
σοι ῥιψοκινδύνως, μήτε τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες, μήτε τὸν ἐκκλησιαστικὸν κανόνα εἰδότες, ἀναχωρήσωσι τῆς ἰδίας ἐκκλησίας, πρεσβύτεροι, ἢ διάκονοι, ἢ ὅλως ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, οὐδαμῶς δεκτοὶ ὀφείλουσιν εἶναι ἐν ἑτέρᾳ ἐκκλησίᾳ· ἀλλὰ πᾶσαν αὐτοῖς ἀνάγκην ἐπάγεσθαι χρή, ἀναστρέφειν εἰς τὰς ἑαυτῶν παροικίας· ἢ, ἐπιμένοντας, ἀκοινωνήτους εἶναι προσήκει. Εἰ δὲ καὶ τολμήσειέ τις ὑφαρπάσαι τὸν τῷ ἑτέρῳ διαφέροντα, καὶ χειροτονῆσαι ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἐκκλησίᾳ, μὴ συγκατατιθεμένου τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, οὗ ἀνεχώρησεν ὁ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενος, ἄκυρος ἔστω ἡ χειροτονία.

 

Κανὼν ιζ’ (17):
Περὶ τῶν λαμβανόντων τόκους κληρικῶν.  
πειδὴ πολλοὶ ἐν τῷ κανόνι ἐξεταζόμενοι, τὴν πλεονεξίαν, καὶ τὴν αἰσχοκέρδειαν διώκοντες, ἐπελάθοντο τοῦ θείου γράμματος λέγοντος· Τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ· καὶ δανείζοντες, ἑκατοστὰς ἀπαιτοῦσιν· ἐδικαίωσεν ἡ ἁγία καὶ μεγάλη σύνοδος, ὡς εἴ τις εὑρεθείη μετὰ τὸν ὅρον οὖτον, τόκους λαμβάνων, ἐκ μεταχειρίσεως, ἢ ἄλλως μετερχόμενος τὸ πρᾶγμα, ἢ ἡμιολίας· ἀπαιτών, ἢ ὅλως ἕτερόν τι ἐπινοῶν αἰσχροῦ κέρδους ἕνεκα, καθαιρεθήσεται τοῦ κλήρου, καὶ ἀλλότριος τοῦ κανόνος ἔσται.

 

Κανὼν ιη’ (18):
Περὶ τῶν διακόνων, ἵνα μὴ τῆς εὐχαριστίας μεταδιδῶσι τοῖς πρεσβυτέροις καὶ ἵνα μὴ πρὸ τούτων κάθηνται.  
λθεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην σύνοδον, ὅτι ἔν τισι τόποις καὶ πόλεσι, τοῖς πρεσβυτέροις τὴν εὐχαριστίαν οἱ διάκονοι διδόασιν· ὅπερ οὔτε ὁ κανών, οὔτε ἡ συνήθεια παρέδωκε τοὺς ἐξουσίαν μὴ ἔχοντας προσφέρειν, τοῖς προσφέρουσι διδόναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κἀκεῖνο δὲ ἐγνωρίσθη· ὅτι ἤδη τινὲς τῶν διακόνων καὶ πρὸ τῶν ἐπισκόπων τῆς εὐχαριστίας ἅπτονται. Ταῦτα οὖν πάντα περιῃρείσθω, καὶ ἐμμενέτωσαν οἱ διάκονοι τοῖς ἰδίοις μέτροις, εἰδότες, ὅτι, τοῦ μὲν ἐπισκόπου ὑπηρέται εἰσί, τῶν δὲ πρεσβυτέρων ἐλάττους. Λαμβανέτωσαν δὲ κατὰ τὴν τάξιν τὴν εὐχαριστίαν μετὰ τοὺς πρεσβυτέρους, ἢ τοῦ ἐπισκόπου μεταδιδόντος αὐτοῖς, ἢ τοῦ πρεσβυτέρου. Ἀλλὰ μηδὲ καθῆσθαι ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἐξέστω τοῖς διακόνοις· παρὰ κανόνα γάρ, καὶ παρὰ τάξιν ἐστὶ τὸ γινόμενον. Εἰ δέ τις μὴ θέλοι πειθαρχεῖν καὶ μετὰ τούτους τοὺς ὅρους, πεπαύσθω τῆς διακονίας.

 

Κανὼν ιθ’ (19):
Ὅτι οἱ Παυλικιανοὶ ἀναβαπτίζονται.  
Περὶ τῶν παυλιανισάντων, εἶτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εἰ δέ τινες τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, ἐν τῷ κλήρῳ ἐξητάσθησαν, εἰ μὲν ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι φανεῖεν ἀναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν ὑπὸ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου. Εἰ δὲ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτοὺς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτοὺς προσήκει. Ὡσαύτως δὲ καὶ περὶ τῶν διακονισσῶν, καὶ ὅλως περὶ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ ἐξεταζομένων, ὁ αὐτὸς τύπος παραφυλαχθήσεται. Ἐμνήσθημεν δὲ τῶν διακονισσῶν τῶν ἐν τῷ σχήματι ἐξετασθεισῶν, ἐπεὶ μηδὲ χειροθεσίαν τινὰ ἔχουσιν, ὥστε ἐξάπαντος ἐν τοῖς λαϊκοῖς αὐτὰς ἐξετάζεσθαι.

 

Κανὼν κ’ (20):
Ταῖς Κυριακαῖς καὶ τῇ Πεντηκοστῇ μὴ γονυκλιτεῖν.  
πειδή τινες εἶσιν ἐν τῇ Κυριακῇ γόνυ κλίνοντες, καὶ ἐν ταῖς τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέραις· ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ ὁμοίως παραφυλάττεσθαι, ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ.

 



Δημοφιλείς αναρτήσεις