Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ.

Hristos a înviat!
Învierea Domnului în închisorile comuniste, 2023(Lucrare din seria GULAG)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ. 

 

Ο πατέρας Dimitrie Bejan είπε ότι το βράδυ του Πάσχα, στη φυλακή Aiud, ούτε οι ξυλοδαρμοί μπορούσαν να σταματήσουν αυτή την έκρηξη χαράς που πλημμύρισε τα «κελιά»: 
«Φανταστείτε πώς κάναμε το Πάσχα! Όταν όλη η φυλακή τραγουδούσε το «Χριστός Ανέστη!», οι πολιτοφύλακες μας χτυπούσαν, μας στοιχημάτιζαν, αλλά εμείς τραγουδούσαμε ακόμα! Εκεί βίωσα πιο έντονα τη χαρά της Ανάστασης... Ήταν ο σκηνοθέτης που τους προέτρεψε: «Κτυπήστε τους ρε φίλε! Δεν βλέπετε ότι είναι χριστιανοί;». 
Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που οι φύλακες, θαυμάζοντας τα τεκταινόμενα, κόλλησαν. Κάτι θα έκαναν, όπως απαιτούσε το καθήκον τους, αλλά δεν μπορούσαν παρά να παρακολουθήσουν σιωπηλά την Πασχαλινή Λειτουργία των κρατουμένων. Αυτό συνέβη στο Πιτέστι, το 1949, όπως αφηγείται ο Τραϊάν Ποπέσκου: 
«Και εδώ είναι η νύχτα της Ανάστασης. Με το χτύπημα των καμπάνων να φτάνει μέχρι εμάς, αναμμένα κεριά άρχισαν να εμφανίζονται στο δρόμο, πέρα ​​από τα σπίτια στον τοίχο της φυλακής. Αυτή η διακόσμηση, που για εμάς είχε πάρει κοσμικές διαστάσεις, είχε και την έννοια του πνευματικού μηνύματος Εκείνων που δεν μας είχαν ξεχάσει και που τώρα ήθελαν να ξέρουμε ότι είναι μαζί μας στο πνεύμα. Θα μπορούσα να τους απαντήσω μόνο με ένα «Χριστός Ανέστη!». που ξεκίνησε διακριτικά, στη συνέχεια έσκασε από τις περίπου 800 φωνές. Αν κάποιος μπορούσε να γίνει μάρτυρας εκείνης της στιγμής, θα την παρομοίαζε με έναν τεράστιο καθεδρικό ναό στον οποίο τα εκατοντάδες κεριά στο δρόμο μαζί με τις φωνές μας σημάδεψαν την Ανάσταση του Κυρίου, με τον θάνατο πάνω στο θάνατο να πατάει. Τα πάντα δονούνται: ο αέρας, τα παράθυρα, οι πόρτες, αλλά κυρίως οι καρδιές μας, χωρίς να φανταζόμαστε τι κατακλυσμός θα τους έρθει λίγο αργότερα. Όταν καταλάγιασε η σιωπή, ο στρατιώτης στο πόστο είπε: «Αλήθεια αναστήθηκε!». 
Το ίδιο συνέβη το 1957, στη φυλακή Gherla, όταν περίπου 7.000 κρατούμενοι τραγούδησαν το «Χριστός Ανέστη!» για μια ολόκληρη νύχτα, όπως μαρτυρεί η Oprea Tărăban.

Εκείνος ο οποίος θέλει να μάθει για την Ανάσταση, να μπει στην Εκκλησία και να πάθει τα πάθη του Χριστού.


-1-
Όταν κάποιος άνθρωπος έχει καλή θέληση και θέλει να μάθει για την Ανάσταση αλλά είναι δύσκολο να την πιστέψει και θέλει αποδείξεις για να πιστέψει, τότε τι πρέπει να κάνει για να μάθει τα πάντα;
Κοιτάξτε, το είπαμε κάπου στην εκπομπή μας και το είπε εκείνο το κείμενο το πανέμορφο του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη. Εδώ δεν είναι απλώς να πιστέψεις μέσα από το μυαλό σου, είναι να πάθεις γι’ αυτά τα πράγματα και μπαίνοντας στην Εκκλησία, παθαίνεις. Και ο Χριστός παίρνει πάνω Του, όλα σου τα πάθη. Παθαίνεις πρώτα και μετά γνωρίζεις την Ανάσταση. Μην προσπαθούμε να αναμετρηθούμε με την Ανάσταση λογικά. Θα μπορούσαμε να φέρουμε δεκάδες επιχειρήματα. Κάποιο απ’ αυτά, έτσι για να αλλάξουμε τον τρόπο της κουβέντας, το χρησιμοποιήσαμε την ώρα που κουβεντιάζουμε με τα παιδιά. Αλλά οποιοδήποτε επιχείρημα, δεν θα έχει κανένα νόημα, αν την Ανάσταση δεν την πάθεις πάνω στη ζωή σου. Επιχείρημα δεν είναι και το Φως που βγαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Πανάγιο Τάφο; Αλλά ούτε αυτό το επιχείρημα, το πολύ ουσιαστικό, δεν είναι αρκετό για να πείσει και να είναι η απόδειξη για την αλήθεια του Χριστού. Τίποτε ως απόδειξη δεν μπορεί να βιάσει τη σύνδεση και την ελευθερία κάποιου που δεν θέλει να πιστέψει. Εκείνος ο οποίος θέλει να μάθει για την Ανάσταση, να μπει στην Εκκλησία και να πάθει τα πάθη του Χριστού, κατά τα μέτρα που Εκείνος απαθώς έπαθε εκείνα που έπαθε και τότε θα καταλάβει τι σημαίνει Ανάσταση.

π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος  

Ράδιο Παράγκα Πάσχα του 1993 

 


Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ώρες, Απόδειπνο & Μεσονυκτικό Διακαινησίμου

Ώρες, Απόδειπνο & 
Μεσονυκτικό Διακαινησίμου
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ 
Από τῆς σήμερον μέχρι τοῦ Σαββάτου τῆς Διακαινησίμου, ὡς καί τῇ ἡμέρᾳ τῆς ᾽Αποδόσεως, ἀντί τῆς πρό τοῦ ῾Εσπερινοῦ Θ´ ῞Ωρας, τῶν ῾Ωρῶν τοῦ ᾽Αποδείπνου καί τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ἀναγινώσκεται ἡ διατεταγμένη ἐναρκτήριος ᾽Ακολουθία ὡς ἑξῆς:

Μετά τό· « Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν... ». 
Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος (τρίς).

᾽Ανάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ῞Αγιον Κύριον ᾽Ιησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον. Τόν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καί τήν ἁγίαν σου ᾽Ανάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν, ἐκτός Σοῦ ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομά Σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ᾽Ανάστασιν· ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διαπαντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, ὑμνοῦμεν τήν ᾽Ανάστασιν αὐτοῦ. Σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι' ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν (τρίς).

Προλαβοῦσαι τόν ὄρθρον αἱ περί Μαριάμ, καί εὑροῦσαι τόν λίθον ἀποκυλισθέντα τοῦ μνήματος, ἤκουον ἐκ τοῦ ᾽Αγγέλου· τόν ἐν φωτί ἀϊδίῳ ὑπάρχοντα, μετά νεκρῶν τί ζητεῖτε ὡς ἄνθρωπον; βλέπετε τά ἐντάφια σπάργανα· δράμετε καί τῷ κόσμῳ κηρύξατε, ὡς ἠγέρθη ὁ Κύριος, θανατώσας τόν θάνατον· ὅτι ὑπάρχει Θεοῦ Υἱός, τοῦ σῴζοντος τό γένος τῶν ἀνθρώπων.

Εἰ καί ἐν τάφῳ κατῆλθες, ἀθάνατε, ἀλλά τοῦ ῞ᾼδου καθεῖλες τήν δύναμιν· καί ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστέ, ὁ Θεός, γυναιξί Μυροφόροις φθεγξάμενος, Χαίρετε· καί τοῖς σοῖς ᾽Αποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.

᾽Εν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ῞Αδῃ δέ μετά ψυχῆς ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά λῃστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος.

Δόξα Πατρί...
῾Ως ζωηφόρος, ὡς Παραδείσου ὡραιότερος, ὄντως καί παστάδος πάσης βασιλικῆς, ἀναδέδεικται λαμπρότερος, Χριστέ, ὁ τάφος σου, ἡ πηγή τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως. 
Καί νῦν καί ἀεί...
Τό τοῦ ῾Υψίστου ἡγιασμένον θεῖον σκήνωμα, χαῖρε· διά σοῦ γάρ δέδοται ἡ χαρά Θεοτόκε τοῖς κραυγάζουσιν· Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν ὑπάρχεις, πανάμωμε Δέσποινα.

«Κύριε, ἐλέησον» (μ´). Δόξα, Καί νῦν· «Τήν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ...». «Δι' εὐχῶν...».

῾Η ᾽Ακολουθία αὕτη ἐπαναλαμβάνεται τρίς, ὡς ἔχει καί μετά μικρά ᾽Απόλυσις ἐπισφραγιζομένη διά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...».

Ευχή του Μεγάλου Βασιλείου
Ευλογητός εί, Κύριε, Δέσποτα παντοκράτορ, ο φωτίσας τήν ημέραν τώ φωτί τώ ηλιακώ, καί τήν νύκτα φαιδρύνας ταίς αυγαίς τού πυρός, ο τό μήκος τής ημέρας διελθείν ημάς καταξιώσας, καί προσεγγίσαι ταίς αρχαίς τής νυκτός, επάκουσον τής δεήσεως ημών, καί παντός τού λαού σου, καί πάσιν ημίν συγχωρήσας τά εκούσια καί τά ακούσια αμαρτήματα, πρόσδεξαι τάς εσπερινας ημών ικεσίας, καί κατάπεμψον τό πλήθος τού ελέους σου καί τών οικτιρμών σου επί τήν κληρονομίαν σου. Τείχισον ημάς αγίοις Αγγέλοις σου όπλισον ημάς όπλοις δικαιοσύνοις σου, περιχαράκωσον ημάς τή αληθεία σου, φρούρησον ημάς τή δυνάμει σου, ρύσαι ημάς εκ πάσης περιστάσεως, καί πάσης επιβουλής τού αντικειμένου. Παράσχου δέ ήμίν καί τήν παρούσαν εσπέραν, σύν τή επερχομένη νυκτί, τελείαν, αγίαν, ειρηνικην, αναμάρτητον, ασκανδάλιστον, αφάνταστον, καί πάσας τάς ημέρας τής ζωής ημών πρεσβείαις τής αγίάς Θεοτόκου, καί πάντων τών Αγίων τών απ' αιώνός σοι ευαρεστησάντων.Αμήν.

 Ἠχογράφηση (mp3, 5.69 ΜΒ) ΕΔΩ

Ὁ῎Αγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ· ῾Αγνή, Παρθένε χαῖρε, καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, ὁ σός Υἱός ἀνέστη, τριήμερος ἐκ τάφου.

 
῎Αγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ· ῾Αγνή, Παρθένε χαῖρε, καί πάλιν ἐρῶ χαῖρε, ὁ σός Υἱός ἀνέστη, τριήμερος ἐκ τάφου. 
Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε, Χόρευε νῦν, καὶ ἀγάλλου Σιών, σὺ δὲ ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου.

Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα - ΣΥΝΑΞΑΡΙ


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα 
Συναξάριον 
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.  
Την αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού

Την παρούσα εορτή την ονομάζουμε Πάσχα, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει διάβαση· διότι αυτή είναι η μέρα -η Κυριακή- κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον κόσμο από το μηδέν· κατά την ημέρα αυτή και τον ισραηλιτικό λαό τον άρπαξε από τα χέρια του Φαραώ διαπερνώντας τον από την Ερυθρά Θάλασσα· σ’ αυτή πάλι κατέβηκε από τον ουρανό και κατοίκησε στη μήτρα της Παρθένου· και τώρα όλο το ανθρώπινο γένος το άρπαξε από τους πυθμένες του Άδη και το ανέβασε στους ουρανούς και το έφερε στο αρχαίο αξίωμα της αφθαρσίας. 
 
Ωστόσο, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ανέστησε όλους, αλλά μόνο όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Τις ψυχές όμως των Αγίων όλων των αιώνων, τις οποίες ο Άδης βίαια κρατούσε, τις ελευθέρωσε, και χάρισε σε όλους την ανάβαση στους ουρανούς.

Γι’ αυτό πλημμυρισμένοι από χαρά εορτάζουμε με λαμπρότητα την Ανάσταση, εικονίζοντας τη χαρά που έλαβε πλούσια η φύση μας χάρη στην ευσπλαχνία του Θεού. Επίσης, δείχνοντας την κατάλυση της έχθρας και την ένωση με τον Θεό και τους αγγέλους, κάνουμε και τον συνήθη ασπασμό. 
 
Η δε Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής. Καθώς οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε μεγάλος σεισμός, διότι κατέβηκε άγγελος και αποκύλισε τον λίθο από τη θύρα του μνημείου. Όταν το είδαν οι φύλακες έφυγαν, και έτσι μπόρεσαν να έρθουν οι γυναίκες «οψέ Σαββάτου» (Ματθ. 28:1), δηλαδή στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.

Η πρώτη που είδε τον αναστημένο Χριστό ήταν η Μητέρα του Θεού που καθόταν απέναντι από τον τάφο, όπως λέει ο Ματθαίος (27:61), μαζί με τη Μαγδαληνή. Αλλά για να μην αμφισβητηθεί η Ανάσταση από τη στενή συγγενική σχέση της Μητέρας, γι’ αυτό οι ευαγγελιστές λένε ότι πρώτα εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή Μαρία. Αυτή είδε και τον άγγελο στον λίθο, και επίσης σκύβοντας είδε και τους αγγέλους που ήταν μέσα στον τάφο, οι οποίοι και ανήγγειλαν την ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει». 
 
Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή, έτρεξε και πήγε στους φλογερούς μαθητές Πέτρο και Ιωάννη και είπε σ’ αυτούς τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης. Και καθώς επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία, τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντας «Χαίρετε»· διότι έπρεπε το φύλο που πρώτο άκουσε «Με λύπες θα γεννήσεις τα παιδιά σου», αυτό πρώτο να ακούσει και τη χαρά.

Αυτές πάλι, με πολλή λαχτάρα, πλησίασαν τον Χριστό και έπιασαν τα άχραντα πόδια του για να σιγουρευτούν.

Οι δε απόστολοι πήγαν στον τάφο, και ο Πέτρος κοίταξε μόνο μέσα και έφυγε, ενώ ο Ιωάννης μπήκε μέσα και παρατήρησε με προσοχή και ψηλάφησε το σάβανο και το κάλυμμα της κεφαλής. 

Τα χαράματα η Μαγδαληνή ξαναπήγε μαζί με άλλες γυναίκες για να εξακριβώσει καλύτερα αυτά που είχε δει. Καθώς έκλαιγε έξω από τον τάφο, έσκυψε μέσα και βλέπει δυο αγγέλους που άστραφταν και έλαμπαν και που της είπαν, σαν να τη μάλωναν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού ζητάτε, τον Ναζαρηνό, τον εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». 
Και αμέσως οι άγγελοι σηκώθηκαν με φόβο, γιατί είδαν τον Κύριο. Γι’ αυτό κι εκείνη στράφηκε πίσω και είδε τον Χριστό να στέκεται· και νομίζοντάς τον κηπουρό –γιατί το μνήμα ήταν σε κήπο– είπε: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί» Και καθώς η Μαγδαληνή στράφηκε πάλι προς τους αγγέλους, ο Σωτήρας της είπε: «Μαρία!» (Ιω. 20:14-16)
 
Μόλις εκείνη άκουσε τη γλυκιά και οικεία φωνή τού Χριστού, ήθελε να τον αγγίξει, αυτός όμως είπε: «Μη με αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου, όπως σκέφτεσαι νομίζοντας ότι ακόμη είμαι άνθρωπος. Αλλά πήγαινε στους αδελφούς μου και πες σ’ αυτούς όσα είδες και άκουσες» -πράγμα που η Μαγδαληνή το έκανε. 
Όταν ξημέρωνε, πήγε πάλι στον τάφο με τις άλλες, ενώ η Ιωάννα με τη Σαλώμη ήρθαν μετά την ανατολή του ήλιου. Και γενικά, σε διάφορες ώρες πήγαν στον τάφο οι γυναίκες, και ανάμεσά τους ήταν και η Θεοτόκος· διότι αυτή είναι η Μαρία Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο, και ο Ιωσής αυτός ήταν γιος του Ιωσήφ. 
Είναι πάντως άγνωστο ποια ώρα αναστήθηκε ο Κύριος. Κάποιοι είπαν στο πρώτο λάλημα των πετεινών, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός και άλλοι άλλα. 
Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν. Και να, μερικοί από τη φρουρά πήγαν και είπαν στους αρχιερείς τα γεγονότα· αυτοί τότε, δίνοντάς τους χρήματα, τους έπεισαν να πουν ότι οι Μαθητές του πήγαν νύχτα και τον έκλεψαν. 
Κατά το απόγευμα αυτής της ημέρας, και ενώ οι Μαθητές ήταν μαζεμένοι σ’ ένα μέρος για τον φόβο των Ιουδαίων και οι πόρτες ήταν καλά κλεισμένες, ήρθε μέσα ο Χριστός -διότι πλέον είχε άφθαρτο σώμα- και τους χαιρέτησε ως συνήθως λέγοντας «Ειρήνη». Αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά, και με το φύσημά Του έλαβαν τελειότερα την ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. 
Πώς τώρα είναι τριήμερη η ανάσταση του Κυρίου, μάθε: Το απόγευμα της Πέμπτης και η μέρα της Παρασκευής (διότι έτσι μετρούν το νυχθήμερο οι Εβραίοι), μία μέρα· η νύχτα πάλι της Παρασκευής και όλο το Σάββατο, άλλο ένα· να η δεύτερη μέρα. Άλλο τέλος νυχθήμερο η νύχτα του Σαββάτου και η μέρα της Κυριακής (διότι από το μέρος λαμβάνεται το όλο), να και η τρίτη μέρα. Ή και ως εξής: Την τρίτη ώρα της Παρασκευής σταυρώθηκε ο Χριστός· έπειτα, από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη, έγινε σκοτάδι· αυτό σκέψου το ως νύχτα· επομένως μέχρι την έκτη ώρα ένα νυχθήμερο. Έπειτα μετά το σκοτάδι πάλι μέρα, και η νύχτα της Παρασκευής· δεύτερο νυχθήμερο. Η μέρα του Σαββάτου και η νύχτα του, να τα τρία νυχθήμερα. Ο Σωτήρας δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να μας ευεργετήσει την τρίτη μέρα, συντομότερα διέπραξε την ευεργεσία. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Το Πάσχα του Ισαάκ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Το Πάσχα του Ισαάκ   


Εκείνη την ιστορία, που θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μου την έλεγε η γιαγιά μου και έχει χαραχθεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου. Ο πατέρας της ήταν παπάς σ’ ένα από τα χωριά τού άνω Βοσπόρου, που σήμερα έχει την ονομασία «Μπέηκοζ». Ο πατήρ Αντώνιος, έτσι έλεγαν τον παπά, είχε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και το Χριστόδουλο. Ο Χριστόδουλος ήταν 10 ετών όταν έγιναν εκείνα τα τρομερά γεγονότα. Μια Μεγάλη Παρασκευή οι Εβραίοι έκλεψαν το παιδί και το πήραν μαζί τους. Την ίδια κιόλας μέρα το κάρφωσαν, το παιδί, σ’ ένα σταυρό, όπως το Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν, την άλλη μέρα, το Χριστόδουλο αναίσθητο στο δρόμο. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα, πέθανε. Αυτή η διήγηση ήταν αληθινή πέρα για πέρα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις και θύμησες ανασκάλευαν το νου μας και μπαίναμε σε ένα πολεμικό κλίμα με τους Εβραίους. Αποκορύφωμα τού κλίματος αυτού ήταν και το κάψιμο τού Εβραίου που γινόταν Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την περιφορά τού επιταφίου.

Στη γειτονιά μας, εκεί στο Σταυροδρόμι, έμεναν πολλοί Εβραίοι. Κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς είχαμε στις παρέες μας εβραιόπουλα. Μάς ένωνε η αντίθεσή μας με τα τουρκάκια. Αυτές όμως τις ημέρες όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσαν οι Εβραίοι να παίζουν τα «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Η Μεγάλη Εβδομάδα μας προσέφερε μια καταπληκτική ευκαιρία για παιχνίδια που άρχιζαν από το ιερό τού Ναού της Παναγίας και συνεχίζονταν στον αυλόγυρο και στα περίχωρα.

Ο Ισαάκ έμενε σε ένα γωνιακό σπίτι στη μεγάλη κατηφόρα, στο Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Ήταν από ΄κείνα τα εβραιόπουλα που ήταν καλοί μας φίλοι. Δεν υπήρχε ζαβολιά στην οποία να μην μετείχε. Το κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό απεδείχθη σπουδαίο σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι, μια φορά, που ήρθε μια γειτόνισσα να διαμαρτυρηθεί, επειδή χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πόρτες των σπιτιών και φεύγαμε τρέχοντας. Ο Ισαάκ, τότε, με πολύ σοβαρό ύφος, είπε:
- Για το καλό σας το κάναμε εμείς. Πρόκειται να βρέξει και σάς ειδοποιήσαμε να μαζέψετε τα ρούχα που είχατε απλώσει στην ταράτσα να στεγνώσουν.
- Πού είδες μπρέ παλιόπαιδο τη βροχή; Φώναξε η κυρά Κατίνα η Μπαλού.

- Το είπε το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο, απάντησε ο Ισαάκ.

Ο Ισαάκ, λοιπόν, με το κοφτερό μυαλό, που τόσες φορές μας έβγαλε από δύσκολες καταστάσεις, αυτή τη φορά γινόταν «αποσυνάγωγος». Ήταν Εβραίος. Δεν μπορούσε τώρα να είναι μαζί μας. Αυτός, αυτή την Εβδομάδα τη Μεγάλη, δεν μπορούσε να παίξει. Εμείς το βλέπαμε φυσικό. Ο Ισαάκ έπρεπε να τιμωρηθεί επειδή οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό. 
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα τού μεγάλου παιχνιδιού. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη τη μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τον κόσμο με κολώνια, κρατούσαμε την τάξη στο ναό, κάναμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας την περιφορά τού επιταφίου κι ένα σωρό άλλα πράγματα που μας ενθουσίαζαν. 
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών ήρθε μέσα στο ιερό, όπου ήμαστε μαζεμένοι, η είδηση: Ο Ισαάκ φάνηκε στον αυλόγυρο. Ο Ισαάκ στον αυλόγυρο; Αυτό ήταν απαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 
-Ήρθε σίγουρα για να μας βεβηλώσει, είπε ο Σούλης ο χερούκλας. 
- Ναι, σίγουρα, φώναξαν όλοι οι άλλοι. 
- Θα πρέπει να μάθει πώς δεν μπορεί εβραίος τέτοια μέρα να γυρνάει με το μέτωπο ψηλά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Καί το Χριστό σταύρωσαν και από το παιχνίδι θέλουν να επωφεληθούν, φώναξε ο Λάμπης ο Γό. 
Έτσι τον αποκαλούσαν γιατί το γράμμα Ρ το πρόφερε Γό. 
Ο Σούλης ο χερούκλας έλαβε αμέσως το λόγο, αφού εθεωρείτο και ο φυσικός αρχηγός των παιδιών τού ιερού. Στράφηκε σε μένα λέγοντας: 
- Ντίνο, θα πας να τού πεις πώς είναι ανεπιθύμητος. Εσύ τον γνωρίζεις πιο καλά. Είναι και γείτονάς σου. 
- Ναι, είπα. Έδειχνα όμως διστακτικός. 
- Φοβάσαι, ρε; μου είπε ο Σούλης και συνέχισε: 
- Εβραίος είναι, το κατάλαβες; Την εβδομάδα αυτή δεν πρέπει να τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί. Αυτοί σταύρωσαν το Χριστό. Θα τους σταυρώσουμε κι εμείς. 
- Ο Χριστός, όμως, δε σταύρωσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τόλμησα να πω. 
- Τι λες ρε; Τι λες ρε; Τι είναι αυτό που άκουσαν τ΄ αυτιά μου; Χρονιάρα μέρα με τους Εβραίους είσαι; Έ; λέγε. 
- Όχι, τού είπα. 
- Άσε, λοιπόν, τα λόγια και κάνε αυτό που λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δε θα κάνεις εσύ. Και στο παιχνίδι κομμένος. 
- Καλά, τού είπα φοβισμένος. 
Βγήκα έξω. Ο Ισαάκ πράγματι βρισκόταν έξω. Τόν πλησίασα αφού πήρα ύφος αυστηρό. 
- Ισαάκ τι γυρεύεις εδώ; 
- Γιατί να μην είμαι; Ποιος μπορεί να μ΄ εμποδίσει; Μετά, αφού άλλαξε τόνο, μου είπε εμπιστευτικά: 
- Ντίνο, τι έπαθες; Πού είναι η καρδιακή μας φιλία; 
- Ο Χριστός μας χωρίζει Ισαάκ. Εσείς οι Εβραίοι σταυρώσατε το Χριστό, δεν μπορείτε να πατάτε εδώ τέτοια μέρα. 
- Ο Χριστός σας, όμως, δεν έδιωξε κανένα από κοντά του. 
- Ισαάκ, τώρα δε γίνεται τίποτε. Μετά το Πάσχα θα είμαστε και πάλι φίλοι, είπα κι έφυγα τρέχοντας επειδή δεν άντεχα την αναμέτρηση. 
Όταν τελείωσε η ακολουθία κι άρχισαν τα γνωστά παιχνίδια στον αυλόγυρο, ένιωθα μια πλάκα να πιέζει το στήθος μου. Σαν να ήμουν ένας από τους σταυρωτές τού Χριστού. Είχα δίκαιο ή άδικο; Δεν μπορούσα να χαρώ τη μέρα. Τότε βρήκα τη λύση. Τη βρήκα καθώς στεκόμουν αφηρημένος μπροστά στον επιτάφιο. Μπροστά στην άκρα ταπείνωση. Έπρεπε να κάνω κάτι. Αυτός που ήταν μέσα στον επιτάφιο έκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πήρα την απόφασή μου. Πήγα στο σπίτι τού Ισαάκ. Καθόταν στα σκαλοπάτια βλοσυρός. Μια λάμψη διαπέρασε τη ματιά του, αλλά εξωτερικά δεν το έδειξε. 
- Ισαάκ, τού είπα, συγγνώμη για το πρωί. Εκπροσωπούσα ξέρεις, μια ομάδα παιδιών. Γνωρίζεις τη νοοτροπία. Σκέφθηκα όμως κάτι σπουδαίο. Θα πούμε στα παιδιά πώς είσαι μεν Εβραίος, αλλά μέσα στην καρδιά σου αγαπάς το Χριστό και λυπάσαι που οι Εβραίοι τον σταύρωσαν. Θα πεις πώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. 
Ο Ισαάκ με παρατηρούσε με προσοχή. Με ένα βλέμμα κοφτερό και αντρίκιο. 
- Ντίνο, μου είπε, ούτε προφήτης να ήσουν, έτσι σκέπτομαι αλήθεια. Εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα. 
- Σε περιμένω το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου. Τα παιδιά θα τα αναλάβω εγώ. 
Τα παιδιά, όμως, δεν με πίστευαν με τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ήταν αμετάπειστοι. 
- Μα, ο Χριστός συγχώρησε τους σταυρωτές του. 
- Μη μιλάς, σταμάτα, αν δε θέλεις απόψε βράδυ, να σε κάψουμε μαζί με τον Εβραίο, είπε ο Σούλης. 
Το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στην περιφορά τού επιταφίου. Εμείς όλοι, τα χριστιανόπουλα, περιφέραμε αγέρωχα τον επιτάφιο στο μεγάλο αυλόγυρο της Παναγίας. 
Μέσα στον κόσμο ξεχώρισα τον Ισαάκ. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ήταν οι ψιχάλες ή τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τού φίλου μου, τού Ισαάκ. Κι αν έκλαιγε, έκλαιγε επειδή δεν τον δέχτηκαν τα παιδιά παρά την ομολογία του, ή επειδή λυπόταν για τη σκληροκαρδία μας; 
Μετά την περιφορά δεν γλύτωσα από τη σχετική καρπαζιά τού Σούλη τού χερούκλα. 
- Σε είδα βρε, σε είδα, άλλαξες φιλικές ματιές με τον εβραίο. Και πρόσθεσε: 
- Εσύ απόψε Εβραίο δεν καις. 
- Δεν πειράζει, είπα, θα πάρω πάνω μου την ευθύνη για τον Ισαάκ. 
Από το παράθυρο τού σπιτιού μου παρατηρούσα το άτυπο τελετουργικό. 
Στο τέλος της καύσεως, πέρασε ένας απεσταλμένος τού Σούλη, κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας: 
- Άκου Ντίνο, εσύ Ανάσταση φέτος δεν θα κάνεις, ούτε και ο Εβραίος. 
Η κρίσιμη στιγμή ήταν κατά την Ανάσταση. Στην Πόλη πολλές χρονιές η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, αλλά στις πέντε το πρωί. Η Ανάσταση είναι πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή. Το συναπάντημα τού Χριστού με τον Άδη. Η ήττα τού Άδη. Η απελευθέρωση των νεκρών. 
Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το πρωί μέσα στη λειτουργία της Αναστάσεως. Τα παιδιά είχαν φθάσει εκεί με τις τσέπες γεμάτες από αυγά και βαρελότα. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη», στις πέντε το πρωί, θα γινόταν χαμός. 
Αυγά ανάμεικτα με βαρελότα θα ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια μας. 
Είχα φθάσει φοβισμένος. Δεν τόλμησα να μπω στο ιερό. Τα παιδιά εξάλλου με παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στην εξέδρα, εκεί που θα γινόταν η Ανάσταση. «Δεύτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστός Ανέστη». 
Χαρά ανεκλάλητη. Ξέχασα τα πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δεν φοβόμουν το Σούλη το χερούκλα, ούτε κανέναν. Χαιρόμουν ατελείωτα. Τα βαρελότα έδιναν τόνο πολεμικής ατμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαράς. Και ανάμεσα στο θόρυβο άκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ανθρώπων. Σα να μάλωναν ή να έδερναν κάποιον. Στράφηκα προς τα εκεί μαζί με όλα τα παιδιά, που ήταν σε απόσταση βολής. Ναι, ήταν πραγματικές κραυγές. Ο πατέρας τού Ισαάκ είχε παρακολουθήσει το γιό του που έφυγε κρυφά από το σπίτι. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη» άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα. Πώς τόλμησε ένας Εβραίος να πει: «Χριστός Ανέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, για την οικογένεια. Είδα τον Ισαάκ να ποδοπατείται από τον πατέρα του με μίσος. 
- Τι είπες; Τι είπες; Χριστός Ανέστη; Φώναζε ξέφρενα εκείνος. 
Ο Ισαάκ ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του. Τόλμησε να πει. 
- Ναι, πατέρα, Χριστός Ανέστη. Γιατί εμείς οι Εβραίοι τον σταυρώσαμε. Χριστός Ανέστη. 
Κυλιόταν κάτω σαν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 
- Χριστός Ανέστη… 
Μάς θύμισε το μαρτύριο τόσων και τόσων που φώναξαν αυτό το «Χριστός Ανέστη» στα ματωμένα χώματα της Πόλης. 
Μετά έμεινε αναίσθητος. Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε. Τα παιδιά είχαν παγώσει. Ο πατέρας τού Ισαάκ τον άρπαξε στα χέρια του. Ή μάλλον τον έσερνε. Εμείς μείναμε άφωνοι. Ο Σούλης με κοίταξε. Τον κοίταξα. Με φίλησε. 
- Αληθώς Ανέστη, είπε δακρυσμένος. 
- Ναι, Αληθώς Ανέστη. 
Τον Ισαάκ, μετά, τον χάσαμε. Μάθαμε πώς έμεινε μήνες στο κρεβάτι. Έφυγαν από τη γειτονιά. 
Μετά από χρόνια, κάποιος μου μίλησε για έναν ιερομόναχο σε μια σκήτη τού Αγίου Όρους, που παλιά ζούσε στην Πόλη και ήταν Εβραίος. Και μετά έγινε χριστιανός. Για έναν ιερομόναχο που ήταν κυρτός από κάποιο ατύχημα. Ήταν σιωπηλός πάντα και έλεγε «Χριστός Ανέστη», σε όσους τον συναντούσαν. 
Έτσι μου είπαν και το πιστεύω, ναι, πως είναι ο φίλος μου ο Ισαάκ.
Χριστός Ανέστη! 

Το Πάσχα του Ισαάκ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου

Πηγή 
Αυτοτελές απόσπασμα μέσα από το βιβλίο 
«Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου», Σελίδα 9, εκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Το Φως Του προσώπου Σου προηγήθηκε (της ακοής) των βημάτων.



Τα βήματα Του άκουσαν ο Αδάμ και η Εύα 
εκείνο το δείλη στον Παράδεισο 
και φοβήθηκαν εκεί που φόβος δεν υπάρχει. 
*** 
Και έπρεπε να διανύσει όλη αυτή την απόσταση Εκείνος. 
Να γεμίσουν πληγές τα πόδια Του, 
να ματώσουν, 
να εξαγνίσουν όλο τον δρόμο της αποστασίας μας, 
του φόβου μας. 
*** 
Σήμερα όμως στον Άδη, 
ο Αδάμ και η Εύα 
ακούν τα βήματα Του αγαπημένου 
και φόβος δεν υπάρχει. 
*** 
Το Φως Του προσώπου Σου 
προηγήθηκε (της ακοής) των βημάτων. 
Ο Αδάμ αντικρύζει την Εύα και το ανδρόγυνο, 
διακονεί Εσένα, 
πλένοντας με τα δάκρυα όλης της ανθρωπότητας, 
τα πόδια του Αγαπημένου.

Σάββατο 26 Απριλίου 2025

Γιατί ὁ Ἰωάννης λέγει, ὅτι τὸ βράδυ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδας ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστὸς σ' ὅλους τοὺς μαθητές του ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θωμᾶ, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς λέγει, ὅτι ἐμφανίσθηκε μόνο στὸν Πέτρο, τότε ποὺ οἱ συνοδοὶ τοῦ Κλεώπα, τὸ βράδυ τῆς ἴδιας μέρας, γύρισαν στὴν Ἰερουσαλήμ, ἀφοῦ εἶδαν τὸν Κύριο στοὺς Ἐμμαοῦς;

 ᾿Απορία 57η. 

Γιατί ὁ Ἰωάννης λέγει, ὅτι τὸ βράδυ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδας ἐμφανίσθηκε ὁ Χριστὸς σ' ὅλους τοὺς μαθητές του ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θωμᾶ, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς λέγει, ὅτι ἐμφανίσθηκε μόνο στὸν Πέτρο, τότε ποὺ οἱ συνοδοὶ τοῦ Κλεώπα, τὸ βράδυ τῆς ἴδιας μέρας, γύρισαν στὴν Ἰερουσαλήμ, ἀφοῦ εἶδαν τὸν Κύριο στοὺς Ἐμμαοῦς; 
Ἐξήγηση. 
Πρῶτα, μετὰ τὶς γυναῖκες, ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε στὸν Πέτρο καὶ ὕστερα στοὺς ἀποστόλους, ἔτσι ὅπως ἐμφανίσθηκε, καθώς λέγει ὁ Παῦλος, «Εμφανίσθηκε στὸν Κηφᾶ, καὶ ἔπειτα στοὺς δώδεκα», χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὸν Θωμᾶ, ποὺ ἀπουσίαζε, ἀλλὰ τὸν Ματθία καὶ τὸν Ἰοῦστο. 
Ἐνῶ λοιπὸν οἱ συνοδοὶ τοῦ Κλεώπα βρίσκονταν στὸ δρό- μο πρὸς Ἐμμαοῦς, ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε στὸν Πέτρο. 
Μόλις γύρισαν ἀπὸ τοὺς Ἐμμαοῦς καὶ εἶπαν στοὺς ἀποστόλους, ὅτι ἐμφανίσθηκε σ' αὐτοὺς κατὰ τὸ κόψιμο τοῦ ψωμιοῦ, τότε ἐμφανίσθηκε σὲ ὅλους αὐτοὺς ὁ Χριστὸς στὴ Σιών, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ Λουκᾶς”. 
Δὲν πρέπει ἄλλωστε νὰ ἀποροῦμε, ὅτι μέσα σὲ μιὰ μέρα πῆγαν ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ στοὺς Ἐμμαοῦς, καὶ ἀπὸ τοὺς Ἐμμαοῦς στὴν Ἰερουσαλήμ. 
Οὔτε ἄλλωστε εἶναι γραμμένο, ὅτι ἦταν νύχτα ὅταν ἔφθασαν στοὺς Ἐμμαοῦς, ἀλλ᾽ ὅτι πλησίαζε ἡ νύχτα, ὅτι ἔγειρε ἡ ἡμέρα, καὶ ἦταν πιθανῶς ὀγδόη ἢ ἐνάτη ὥρα. 
Γιατὶ ἀπὸ τὶς ἑφτὰ ὁ ἥλιος γέρνει πρὸς τὴ Δύση. 
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ὅμως αὐτοὶ διήνυσαν τὸν δρόμο γεμᾶτοι χαρά, προκειμένου ν' ἀπαγγείλουν τὸ θαῦμα, φθάνοντας καὶ μέχρι τὴν προ- χωρημένη νύχτα. 
Γιατὶ τὸ μέρος τῆς νύχτας ποὺ παρατείνεται πολύ, συνηθίζουμε νὰ τὸ λέμε ὀψία. 
Καὶ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καὶ σ' αὐτούς.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΗΣΥΧΙΟΥ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΠΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΣΑΦΗΣΕΩΝ
ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ 



Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Η Ανάσταση που άργησε…



Όσιος Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: 
Η Ανάσταση που άργησε… 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  


Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ο Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έ­παιρνε τις λειτουργίες. Είχε ετοιμάσει τα καντή­λια από νωρίς. Έτοιμα όλα, σβηστά. Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στά μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενειών του να λάμπουν. 
Σοβαρός-σοβαρός. Ανοι­γόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργί­ες, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λει­τουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβον­τας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεῦτε, λάβετε φῶς». Έφευγα από το ψαλτήρι, να πάω στο Ιερό, μου έλεγε: «Ξέρω, ξέρω». Αδημο­νία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε., μου λέει. «Ξέρω, ξέρω. Όποιος θέλει να φύγη. Δέν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τά προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μιά φορά τόν χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε». 
«Τά είπα, Γέροντα, πάλι καί πάλι». 
Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. ‘Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. Επεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: «Τὴν Ἀνάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ». Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρε­τούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σ’ ένα πε­ζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπο του, σωστό παιδί. Ό κόσμος περίμενε το Εύαγγέλιο. 
Άφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα-δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ἀνέστη», χτύπησαν οι καμ­πάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. «Χριστός Ἀνέστη», φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει η ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. «Ψάλτε, ψάλτε», έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: «Πές το πάλι». Μνημόνευε στήν πρόθεσι χιλιάδες ονόματα. Ειχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστεί. Μόνον οι Έλληνες ξέ­ρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέ­λουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει. 
Είπα το «Ὅσοι εἰς Χριστόν», τον Απόστολο, δια­βάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρείς την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: «Χαίρον­ται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι». Κι εγώ του απαντώ: «Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμέ­νοι. Οι ζωντανοί όμως;». Μου λέει: «Χαίρονται κι αυτοί, Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε». Καί τι να ψάλλω; Περίμενα να τελειώση. 
Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε ό­λα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπα!!!». Τον επόμενο χρόνο δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος. 


Πηγή:
Σίμωνος Μοναχού, 
π. Ευμένιος   
ο κρυφός Άγιος της εποχής μας,

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΜΤΣΑΤΚΑΣ

 
ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ
ΤΗΣ ΚΑΜΤΣΑΤΚΑΣ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, το Πάσχα, που έκανα ανάμεσα στους λεπρούς, το 1908. 
Η μικρή παροικία των λεπρών που οργάνωσα στις αρχές του 20ου αιώνα στην Καμτσάτκα, ήταν το πιο αγαπητό μου δημιούργημα. Ο Θεός με αξίωσε να το ολοκληρώσω πολύ σύντομα και με λίγο κόπο. Τα χρόνια εκείνα η λέπρα αποτελούσε μια τρομερή μάστιγα της ανθρωπότητας, γιατί δεν είχε ακόμα τεθεί κάτω από τον έλεγχο της ιατρικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό οι λεπροί, αποδιωγμένοι από τις οικογένειες, τα χωριά και τις πατρίδες τους, ζούσαν απομονωμένοι σε μέρη έρημα και ακατοίκητα.

Η παροικία οργανώθηκε στα βόρεια παράλια της χερσονήσου, σ’ ένα ερημικό μέρος, ανάμεσα στα βουνά. Απαρτιζόταν από τρία οικήματα. Στο ένα έμεναν οι λεπρές γυναίκες και τα παιδιά. Στο άλλο οι άντρες. Και στο τρίτο, μικρότερο και κάπως απομονωμένο, η αδελφή νοσοκόμα Α. Μ. Ουρούσοβα. Αυτή η αγία ψυχή είχε ανταποκριθεί σε σχετική έκκλησή μου και ήρθε σ’ εκείνη την ερημιά, θυσιάζοντας κυριολεκτικά τη ζωή της, για να υπηρετήσει τους δυστυχισμένους ασθενείς. Η θεάρεστη εργασία της ήταν εθελοντική. Καμιά αμοιβή δεν έπαιρνε. Είχε μόνο την ελπίδα της ουράνιας αμοιβής στη βασιλεία του Θεού.

Διακονούσε με συγκινητική αυτοθυσία τους λεπρούς. Δεν ήξερε τι θα πει ωράριο εργασίας, ανάπαυση, ύπνος, ψυχαγωγία. Είχε εκμηδενίσει τις προσωπικές της ανάγκες. 
Να βλέπατε, με τι εγκαρδιότητα συνομιλούσε με «τα παιδιά της», όπως αποκαλούσε τους ασθενείς· με τι τρυφερότητα τους παρηγορούσε· με τι υπομονή έπλενε και καθάριζε τις πληγές τους· με τι γλυκύτητα τους έκανε να ηρεμούν, όταν πάθαιναν υστερικές κρίσεις απελπισίας· και με τι ικανότητα κατόρθωνε να εμψυχώνει όσους, σε στιγμές απογνώσεως, έφταναν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας! Ήταν γι’ αυτούς όχι νοσοκόμα, αλλά μητέρα και αδελφή και φύλακας άγγελος. Την αποκαλούσαν τρυφερά «αδελφή της ευσπλαχνίας».


Στην παροικία πήγαινα κατά διαστήματα, με τα έλκηθρα φορτωμένα τρόφιμα και δώρα. Στον καθένα έφερνα και κάτι, ανάλογα με την ηλικία και το φύλο του: υλικά και εργαλεία για χειροτεχνία, βιβλία, περιοδικά, γλυκά και παιγνίδια για τα παιδιά. Όλ’ αυτά τους έκαναν να ξεχνούν για λίγο τα βάσανα και την κατάθλιψή τους. Γι’ αυτό με περίμεναν κάθε φορά με ανυπομονησία. 
Ένα δωμάτιο του οικήματος των ανδρών το είχα διαμορφώσει σε παρεκκλήσι. Ήταν μικρό και ταπεινό, αφιερωμένο στον άγιο πολύαθλο Ιώβ. Όσο καιρό έμενα στην παροικία, τελούσα εκεί καθημερινά τις ακολουθίες. Και τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνα στην επικοινωνία με τους ασθενείς. Μοιραζόμουν μαζί τους όλα τα θέματα που τους απασχολούσαν. Από τα πιο απλά και καθημερινά, μέχρι τα πιο σοβαρά πνευματικά. Δημιουργήθηκαν έτσι μεταξύ μας αμοιβαίες σχέσεις βαθιάς αγάπης και κατανοήσεως.

Εκείνο το Πάσχα, που έκανα κοντά τους, δεν έχω λόγια να το περιγράψω, όπως πιο πάνω είπα. Μισόν και πλέον αιώνα υπηρετώ την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν κληρικός. Κι όλ’ αυτά τα χρόνια γιόρτασα την Ανάσταση του Κυρίου μας κάτω από τις πιο απροσδόκητες και ποικιλόμορφες συνθήκες. Τέλεσα την αναστάσιμη ακολουθία στη χιονισμένη τραχιά έρημο της Καμτσάτκας· σε άθλιες υπόγειες τρώγλες· πάνω σε πλοίο στην ανοικτή θάλασσα· σε μια απόκρημνη παραλία του Ειρηνικού Ωκεανού· στην πρώτη γραμμή του μετώπου στα 1914-15, σε εκστρατευτικό νοσοκομείο· σε φυλακές και σε μοναστήρια· στο Κρεμλίνο της Μόσχας, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Κίνα, στην Ιαπωνία… Όμως τα συναισθήματα που πλημμύρισαν την ψυχή μου, όταν έκανα την Ανάσταση με τους λεπρούς αδελφούς μου, δεν τα ξανάνιωσα. Κι αυτά τα συναισθήματα με οδήγησαν να γράψω εκείνη την αξέχαστη εμπειρία μου στους παρακάτω στίχους:

-ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΠΡΟΥΣ-

Στην Καμτσάτκα,
στης οικουμένης το τέρμα,
σ’ αυτής της ξεχασμένης γης
το νεκρικό σκοτάδι,
μακριά απ’ τον κόσμο, μέσα στη σιωπή,
κάτω απ’ το θόλο τ’ ουρανού, τον αστροστολισμένο,
βαθιά μέσα στα χιόνια,
ανάμεσα σε θάλασσα και σε βουνά,
ζούσαν λίγοι άνθρωποι μιαν άθλια ζωή.
Μαζί με τούτα τα παιδιά μου τα πνευματικά,
που από καιρό δεν γνώρισαν χαρά μήτε και χάδι,
βασανισμένα καθώς είναι
από την άσπλαχνη λέπρα,
ο Κύριος θέλησε να γιορτάσω το Πάσχα.
Χωρίς ναό, χωρίς καμπάνες,
χωρίς χλιδή και πλούσιες φορεσιές,
χωρίς μεγάλες χορωδίες
και πλήθη κι επισήμους.
Μέσα στο κάτασπρο και καθαρό σπιτάκι,
στολισμένοι με τη φτώχια και τη στέρηση,
στέκονταν οι λεπροί με τα κεριά τους αναμμένα.
Ο οίκος του Θεού
γεμάτος προσευχές και άνθη,
μηνούσανε τον ερχομό της αναστάσιμης χαράς.
Με άμφια ταπεινά πίσω απ’ το βήλο του ιερού,
με τη λαμπάδα και με το σταυρό,
με τη ψυχή όλο χαρά,
μπροστά στο θυσιαστήριο
τον ύμνο έψαλλα εκείνο,
που πρώτα οι άγγελοι έψαλαν στον ουρανό.
Οι προσευχές τους φτάσανε ως τις καρδιές μας.
Φούσκωσε ο ύμνος
τα πληγωμένα στήθη των λεπρών,
που με φωνή αδύναμη, βραχνή κι αρρωστημένη,
μα με ψυχή κατανυγμένη,
τον αναστάσιμο ψάλανε Κανόνα.
Ξεχασμένοι απ’ τον κόσμο, στερημένοι το φως,
οι αδελφοί μας τον Κύριο ικέτευαν
για των αμαρτιών τους την άφεση
και του σύμπαντος κόσμου την ειρήνη.
Για πρώτη φορά από τη γέννησή τους,
σήμερα τη μέρα τη μεγάλη της σωτηρίας,
αξιωθήκαν να βρεθούν σε πασχαλιάτικη ακολουθία,
κινημένοι απ’ την αγάπη του Χριστού
εξομολογήθηκαν και πήραν το Σώμα και το Αίμα Του.
«Χριστός Ανέστη! – Χριστός Βοσκρέσε!»,
πλημμυρισμένοι από χαρά αναφωνούσαν.
«Αληθώς Ανέστη! – Βοΐστινου Βοσκρέσε!»,
τους αποκρίνονταν τα όρη και η θάλασσα…
Μα πέρασε κείνη η μέρα
κι ήρθε του χωρισμού η ώρα.
Λυπητερός ο χωρισμός,
παντοτινές οι αναμνήσεις.
Ήτανε τόσο σύντομη η επαφή των καρδιών μας.
Σαν έφευγα, γονάτισαν σε προσευχή.
Ικέτεψαν τον Κύριο
να στείλει θύελλες κι αστροπελέκια,
για να κλειστούν οι δρόμοι
που θα μ’ έπαιρναν μακριά.
Με δάκρυα στα μάτια με θερμοπαρακαλούσαν:
«Αγαπημένε μας πατέρα, μια μέρα ακόμα!
Έστω μια μέρα μόνο ακόμα μείνε μαζί μας!».
Και η καρδιά, που δεν είναι από πέτρα
–ακόμα κι η δική μου–
ζεστάθηκε και πάλι απ’ τα καυτά τους δάκρυα.
Έμεινα εκεί,
με τους λεπρούς μου αδελφούς,
την προσευχή και την αδελφική συζήτηση
να συνεχίσουμε αντάμα…

– Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο –

«Η ΖΩΗ ΜΑΣ,
ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!»

Μη έχοντας οι κάτοικοι άλλο τρόπο να προφυλαχθούν από τη φρικτή ασθένεια της λέπρας, μόλις αντιλαμβάνονταν ότι κάποιος είχε προσβληθεί από αυτήν, τον έδιωχναν να κατοικήσει μόνος του σε μακρινό ερημικό μέρος. Εκεί πέθαινε εγκαταλελειμμένος και αβοήθητος, χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί ούτε και γι’ αυτή την ταφή του λειψάνου του. Όμως καμιά φορά ο Θεός οικονομεί διαφορετικά τα πράγματα. Να, τι συνέβη σε μια περιοδεία μου:

Ήταν χειμώνας βαρύς και ταξίδευα με τα έλκηθρα στις βόρειες περιοχές, κάπου στην περιοχή του Κλιουτσέφσκ. Περνούσα από έναν τραχύ και εντελώς έρημο τόπο, όταν ξαφνικά τα σκυλιά ξέφυγαν από το δρόμο και όρμησαν σε μια πυκνή συστάδα θάμνων. Μάταια προσπάθησε ο αμαξάς να τα συγκρατήσει. Ούτε τα λουριά ούτε το μαστίγιο ούτε οι φωνές του μπόρεσαν να γυρίσουν στη σωστή πορεία. Σαν από μια αόρατη δύναμη οδηγημένα, πέρασαν μέσ’ από τους θάμνους και στάθηκαν σ’ ένα μικρό ξέφωτο.

Τότε είδα ένα μοναχικό, ξύλινο καλυβάκι, αόρατο από το δρόμο. Μόλις τα σκυλιά στάθηκαν μπροστά του, έβγαλαν ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό. Κι αμέσως βγήκε στην πόρτα ένας νεαρός καμτσαντάλος. Πίσω του, φάνηκε το κεφάλι μιας νέας γυναίκας με ερωτηματικό βλέμμα. 
Πλησίασα. Πρόσεξα πως ο άντρας ήταν λεπρός. Ολόκληρη η δεξιά πλευρά του, το πρόσωπο και το σώμα, ήταν μια φρικτή πληγή, σάπια και πυώδης, που μύριζε απαίσια. 
Τους χαιρέτησα. Μου ανταπέδωσαν το χαιρετισμό με σεβασμό, κάνοντας βαθειά υπόκλιση. Βιάστηκαν όμως να με πληροφορήσουν πως είχα μπει σε απαγορευμένη περιοχή. Λόγω της λέπρας του νέου άντρα, μια έκταση γύρω από την καλύβα ακτίνας μερικών εκατοντάδων μέτρων, ήταν σε καραντίνα. Οι γύρω κάτοικοι το γνώριζαν και ποτέ δεν πλησίαζαν.

Είδα ένα καλωσυνάτο φόβο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Ανησυχούσαν για την υγεία τη δική μου και των συνοδών μου. 
–Μην ανησυχείτε, τους καθησύχασα. Η πρόνοια του Θεού μάς έφερε ως εδώ. Δεν υπάρχει επομένως φόβος για μας. Ο Θεός θα μας φυλάξει. Πες μου όμως – στράφηκα στον λεπρό – ποια είναι αυτή η γυναίκα; 
–Η συζύγός μου. Και είναι τελείως υγιής. Αλλά, μπάτουσκα (=παππούλη), σας παρακαλούμε πολύ, ελάτε μέσα στο φτωχικό μας. Έχουμε κι ένα νεογέννητο παιδάκι.

Μπήκα μέσα στο ξύλινο καλυβάκι. Μ’ έπνιξε η δυσοσμία. Ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο, μ’ ελάχιστα φτωχικά έπιπλα. Τ’ απαραίτητα μόνο: ένα τραπέζι, μερικές καρέκλες, ένα διπλό κρεβάτι, μερικά ράφια. Τα είχε φτιάξει μόνος του ο λεπρός, καθώς είπε, με ξύλα από το δάσος. Απ’ το χαμηλό ταβάνι κρεμόταν μια κούνια. Εκεί μέσα κοιμόταν αμέριμνο το νεογέννητο αγοράκι. Σε μια γωνιά, πάνω σ’ ένα μικρό ραφάκι, πήρε το μάτι μου μια εικόνα του Κυρίου κι ένα κερί μισοκαμμένο.

–Μπάτουσκα, μια χάρη να σας ζητήσουμε. Εφόσον ο Θεός σάς έφερε ως εδώ, θα μπείτε στον κόπο να βαπτίσετε το παιδί μας; Χρόνια έχουμε να δούμε παπά. Και ίσως να μη ξαναδούμε ποτέ πια…
Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν. 
–Ναι, παιδιά μου, είπα συγκινημένος. Ας ετοιμάσουμε ό,τι χρειάζεται για τη βάπτιση

 

Η γυναίκα έβγαλε χαρούμενη από ένα ντουλάπι μια ευρύχωρη ξύλινη λεκάνη. Ήταν μεγάλο κούτσουρο, προσεκτικά και επιτήδεια σκαμμένο. 
–Είναι η κολυμβήθρα, είπε. Τη σκάλισα μόνη μου, σιγά-σιγά, μόλις διαπίστωσα ότι περίμενα παιδί. Είχα σκοπό να πάω κρυφά, κάποια νύχτα, στο Κλιουτσέφσκ και να παρακαλέσω τον εφημέριο να έρθει για τη βάπτιση του βρέφους. Φοβόμουν όμως πως δεν θα δεχτεί. Αδιάκοπα έκανα προσευχή στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, να οικονομήσει έναν τρόπο, ώστε να μη μείνει το παιδί αβάπτιστο. Και, να! Που, τόσο απροσδόκητα, ήρθατε εσείς! Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού! 
Έφερα από το έλκηθρό μου τα απαραίτητα για το μυστήριο, και βάπτισα το μικρό μέσα σε ατμόσφαιρα βαθειάς κατανύξεως. Έμεινα μαζί τους όλη την ημέρα. Οι αγωγιάτες δεν τόλμησαν να πλησιάσουν. Κατασκήνωσαν πέρα από τους θάμνους, όπου άναψαν φωτιά και μαγείρεψαν.

Συζητώντας με τους δυο ερημίτες–συζύγους, έμαθα πως μερικά χρόνια πριν, ο άντρας είχε αρρωστήσει ξαφνικά από λέπρα. Αμέσως, τον έδιωξαν από το χωριό. Η γυναίκα του τον ακολούθησε, παρ’ όλο που ήταν υγιής. Πιστή και αφοσιωμένη, δεν θέλησε ν’ αφήσει μόνο του το σύντροφό της στην εξορία. Έφτιαξαν σ’ εκείνη την ερημιά το ξύλινο καλύβι τους, το επίπλωσαν και αποφάσισαν να πεθάνουν εκεί μαζί. Ζούσαν με ποταμίσια ψάρια, καρπούς και ρίζες.

Τόλμησα να τη ρωτήσω πώς αποφάσισε, υγιής όπως ήταν εκείνη, ν’ ακολουθήσει το λεπρό σύζυγό της σ’ ένα τόσο σκληρό δρόμο. 
–Μα, είναι ο άνδρας που μου έδωσε ο Θεός! απάντησε με απλότητα. Πώς να τον αφήσω; Τώρα μάλιστα έχουμε και γιο! Βαπτισμένο κιόλας! Είμαι πολύ ευχαριστημένη. Ποτέ δεν θα χωριστώ από τους αγαπημένους μου… Η ζωή μας και η ζωή του παιδιού μας, είναι στα χέρια του Θεού. 
Ετοιμάστηκα να φύγω. Με δάκρυα στα μάτια με χαιρέτησαν. Τα τελευταία τους λόγια, ήταν: 
–Μη μας ξεχνάτε, σας παρακαλούμε, στις προσευχές σας!... Μη μας ξεχνάτε!...

Όχι, δεν τους ξέχασα ποτέ εκείνους τους υπέροχους ανθρώπους. Μέχρι σήμερα είναι στην καρδιά μου, στη σκέψη μου και στην προσευχή μου. Τι ν’ απέγιναν; Δεν ξέρω· ο Κύριος ξέρει. Πάντως, ποτέ δεν τους ξαναείδα. Είμαι όμως ήσυχος. Θυμάμαι εκείνα τα λόγια τους: «Η ζωή μας και η ζωή του παιδιού μας, είναι στα χέρια του Θεού»…

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΚΥΡΟΒΟΓΚΡΑΝΤ & ΝΙΚΟΛΑΕΦ
ΝΕΣΤΩΡ ΑΝΙΣΙΜΩΦ
(1885–1962) 

Μητροπολίτου
Κυροβογκράντ & Νικολάεφ
Νέστορος (Ανίσιμωφ):
«Αναμνήσεις από την Καμτσάτκα»,
i. κεφ. 9ο, σελ. 178–182,
ii. κεφ. 8ο, 164–167,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,

Δημοφιλείς αναρτήσεις