Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Ο οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός



Ο οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός 
30 Δεκεμβρίου 
Ο όσιος Γεδεών γεννήθηκε από γονείς πτωχούς στο χωριό Κάπουρνα της Μητρόπολης Δημητριάδος (περιοχή Βόλου). Σε ηλικία δώδεκα ετών, οι γονείς του τον τοποθέτησαν στην υπηρεσία ενός θείου, που ήταν έμπορος στο Βελεστίνο. Θαυμάζοντας την ευφυΐα του και τον ζήλο του για εργασία, ένας μουσουλμάνος της περιοχής άρπαξε δια της βίας το νεαρό παιδί, το έβαλε να δουλέψει στο χαρέμι του και μέσα σ’ έναν χρόνο κατόρθωσε να το κάνει να δεχθεί την περιτομή, να γίνει μουσουλμάνος και να λάβει το όνομα Ιμπραΐμ. 
Δεν πέρασαν δυο μήνες και βασανισμένο από τύψεις συνειδήσεως, το δυστυχισμένο παιδί έφυγε κρυφά και επέστρεψε στην πατρική εστία. Δυσανασχετώντας γι’ αυτήν την εξέλιξη, οι γονείς του τον έστειλαν στην Κρήτη για να αποφύγει τις διώξεις. Εκεί πέρασε κάποιο διάστημα στην υπηρεσία απάνθρωπων και βίαιων οικοδόμων· έφυγε εκ νέου και βρήκε καταφύγιο κοντά σ’ έναν ευλαβή ιερέα του νησιού, στον οποίο εξομολογήθηκε τον εξισλαμισμό του και ο οποίος του υπέδειξε την οδό της μετανοίας και τον δέχθηκε στην οικογένειά του σαν θετό γιο. 
Τρία χρόνια αργότερα, ο ευλαβής ιερέας απεβίωσε και ο νεαρός Γεδεών πήγε με πλοίο στο Άγιον Όρος για να αφιερωθεί στην μετάνοια και στα δάκρυα για την σωτηρία της ψυχής του· όπως πολλοί άλλοι που αφού παραπλανήθηκαν και χάθηκαν, αποφάσισαν να συμφιλιωθούν με τον Θεό δια της μετανοίας. Έγινε μοναχός στην Μονή Καρακάλλου με το όνομα Γεδεών και ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιαστικού. 
Απόλυτη ήταν η υποταγή και η υπακοή του και γρήγορα πρόκοψε στους ασκητικούς αγώνες: την νηστεία, την αγρυπνία, τις μετάνοιες, τα αδιάκοπα δάκρυα. Επί τριάντα πέντε χρόνια υπήρξε μοναχός υποδειγματικός για όλους. Το 1797 διορίσθηκε οικονόμος ενός μετοχίου της Μονής στην Κρήτη κι έμεινε εκεί έξι χρόνια. 
Αγαπημένη του ασχολία ήταν η ανάγνωση των Βίων των μαρτύρων: έβρισκε εκεί πρότυπα τέλειας αποταγής για την αγάπη του Χριστού και παλιγγενεσίας για όσους τον είχαν αρνηθεί. Φλεγόταν από ζήλο να μιμηθεί το παράδειγμά τους και έλαβε ευλογία από τους προϊσταμένους της μονής να ακολουθήσει την οδό του εκουσίου μαρτυρίου. Πήγε πρώτα στην Ζαγορά και υποκρίθηκε τον σαλό για να γίνει στόχος χλεύης και καταφρόνησης, κατά το παράδειγμα του αγίου Συμεών και του αγίου Ανδρέα. 
Έφθασε στο Βελεστίνο ανήμερα Μεγάλη Πέμπτη και κατευθύνθηκε στην οικία του μουσουλμάνου πρώην αφέντη του, στολισμένος στα μαλλιά και στο σώμα με πολύχρωμα άνθη. Υπενθύμισε στον Τούρκο, ο οποίος δεν τον αναγνώρισε, ότι ήταν ο νεαρός χριστιανός δούλος που στο παρελθόν ο αφέντης τον είχε αναγκάσει να προδώσει την πίστη του· ζήτησε από τον Τούρκο να του αποδώσει εκείνο το οποίο του στέρησε, γιατί βλέποντας την σάρκα του περιτμημένη έβλεπε σ’ αυτήν τη σφραγίδα του σατανά. 
Αμέσως τον συνέλαβαν και την επαύριο, Μεγάλη Παρασκευή, τον παρουσίασαν στον δικαστή. Φορώντας πάντα τα άνθη, προχώρησε στον δικαστή με δυο πασχαλινά αυγά στα χέρια και του είπε γεμάτος παρρησία: Χριστός Ανέστη! Του πρόσφεραν καφέ κι εκείνος έχυσε το φλιτζάνι στο πρόσωπο του δικαστή, χλευάζοντας την πλάνη της θρησκείας του Μωάμεθ. Έκανε τα πάντα για να γίνει στόχος της οργής και των φοβερότερων τιμωριών των Τούρκων· τον πέρασαν όμως για τρελό, τον ξυλοκόπησαν με ραβδιά και μισοπεθαμένο τον μάζεψαν οι χριστιανοί της περιοχής. 
Λίγο αργότερα, την ώρα που οι Τούρκοι στρατιώτες περνούσαν από το χωριό, ο μακάριος Γεδεών, αποζητώντας πάντα το μαρτύριο όπως η έλαφος η διψώσα επί τις πηγές των ζωοποιών υδάτων (Ψαλμ. 41:2), τους προκάλεσε ανοιχτά και δεν δίστασε να κρατήσει στα χέρια του αναμμένα κάρβουνα για να τους δείξει ότι η πίστη του ήταν πιο φλογερή κι από τα πιο έντονα εγκαύματα. 
Έφυγε και αποσύρθηκε για κάποιο διάστημα σ’ ένα σπήλαιο για να αφιερωθεί απερίσπαστος στην προσευχή· κατόπιν επέστρεψε στο Άγιον Όρος και εγκαταβίωσε επί ένα χρόνο στην μονή της μετανοίας του. 
Μια νύχτα, κατά την διάρκεια της ακολουθίας, άκουσε μια φωνή που ερχόταν από την εικόνα του Παντοκράτορα στον τρούλλο, κι έλεγε: «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς· όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10:32-33). 
Μετά το θείο αυτό σημείο, ξαναέφυγε και πήγε στο Βελεστίνο, όπου με θάρρος ομολόγησε την μεταστροφή του. Τον παρέδωσαν στον πασά του Τυρνάβου, ενώπιον του οποίου άφοβα διηγήθηκε την ιστορία του, ομολόγησε τον Χριστό, και χλεύασε τους Αγαρηνούς. Τον περιέφεραν γυμνό πάνω σε γαϊδούρι με μια προβιά στην κεφαλή, αλλά ο χλευασμός αυτός έκανε την πορεία του πορεία θριάμβου, ανάλογη της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. 
Καταδικάσθηκε τέλος, και διατάχθηκαν οι δήμιοι να κατακόψουν τα άκρα του με πελέκι. Ο Γεδεών άκουσε με αγαλλίαση την καταδίκη και τέντωσε ο ίδιος το πόδι του ενθαρρύνοντας με πραότητα τον δήμιο, που είχε φοβηθεί την παρρησία του. Με την ψυχή ήδη προσηλωμένη στον Χριστό, ο μάρτυς δεν έβγαλε άχνα ή αναστεναγμό όσο κατάκοβαν ένα ένα τα άκρα του. Προς το βράδυ, καθώς ήταν ακόμη ζωντανός, ο πασάς διέταξε τέσσερεις χριστιανούς να τον ρίξουν στον βόθρο του παλατιού, όπου ο Γεδεών βρήκε τον θάνατο. Ήταν 30 Δεκεμβρίου 1818. 
Την επομένη, οι χριστιανοί κατόρθωσαν να εξαγοράσουν το τίμιο λείψανο κι ετοιμάζονταν να το ενταφιάσουν με επισημότητα, αλλά επί δύο ώρες έτρεχε νωπό αίμα από το ακρωτηριασμένο σώμα επιτελώντας πολλά θαύματα. Το 1837, μετά από πολλές θαυματουργικές φανερώσεις του αγίου, η Μονή Καρακάλλου κατόρθωσε να αποκτήσει το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ 
Προς Πέτρον έσχε κοινά κλήσιν και πέτραν,
Yπερτερεί μύρω δ’ ο της πέτρας Σίμων.
***
Σίμων ὑπερβὰς ἀστεροσκόπων θέαν.
Τὴν Βηθλεὲμ παρῆκε πρὸς πόλον θέων,
Εἰκάδι ὀγδοάτη βίοτον λίπε λυγρὸν ὁ Σίμων.

Ο όσιος Σίμων διέλαμψε στο Περιβόλι της Παναγίας προς το τέλος του 13ου αιώνα, αιώνα που το Βυζάντιο ήταν εξασθενημένο και διαιρεμένο εξ αιτίας των Σταυροφοριών και η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας είχε μεταφερθεί στη Νίκαια. Εγκατέλειψε λοιπόν ο Σίμων την ματαιότητα αυτού του κόσμου και μετέβη στο Άγιον Όρος για να αγωνισθεί για την σωτηρία της ψυχής του πλάι σ’ έναν πνευματικό πατέρα. Διάλεξε γέροντα όχι απλώς έμπειρο στους ασκητικούς αγώνες, αλλά αυστηρό και απαιτητικό, και του υποτάχθηκε ψυχή τε και σώματι, ωσάν ο γέροντας να ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η υποδειγματική υπακοή, η ταπείνωση, η αγάπη για τον γέροντα του, ο οποίος συνεχώς του επεφύλασσε επιπλήξεις, σύντομα τον ανύψωσαν σε υψηλό βαθμό αρετής και κίνησαν τον θαυμασμό των αγιορειτών μοναχών· μέχρι κι ο ίδιος ο γέροντάς του έπαψε τελικά να τον θεωρεί υποτακτικό και του φερόταν ως συναγωνιστή του στον πνευματικό αγώνα. Οι τιμές αυτές δεν ταίριαζαν όμως σ’ εκείνον που είχε επιλέξει να ασπασθεί την εξουθένωση, τον ονειδισμό και το πάθος του Χριστού· πήρε λοιπόν ο Σίμων ευλογία και αναχώρησε για να εγκαταβιώσει «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Μετά από μεγάλη αναζήτηση, επέλεξε να εγκαταβιώσει σε σπήλαιο στενό και υγρό στην δυτική πλαγιά του Άθω, 300 μέτρα πάνω από την θάλασσα. Εκεί αγωνίσθηκε με καρτερία κατατροπώνοντας νυχθημερόν τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων, με μόνο όπλο την πίστη, την ελπίδα και την επίκληση του παντοδύναμου Ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Μια νύχτα, μερικές ημέρες πριν την εορτή των Χριστουγέννων, ο άγιος Σίμων είδε ένα άστρο να αποσπάται ξαφνικά από τον ουρανό, να κατέρχεται και να στέκεται πάνω από τον απόκρημνο βράχο απέναντι από το σπήλαιο. Φοβούμενος ότι επρόκειτο για νέα παγίδα του πονηρού διαβόλου, ο οποίος συχνά μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός (βλ.Β΄ Κορ. 2, 14), ο ασκητής δεν πίστεψε στο σημείο, το οποίο εμφανίσθηκε πολλές φορές τις επόμενες νύχτες, μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, οπότε το φωτεινό άστρο κατέβηκε πάνω στον βράχο, όπως το άστρο της Βηθλεέμ, και ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Μη δυσπιστείς, Σίμων, δούλε πιστέ του Υιού μου! Δες το σημείο αυτό και μην εγκαταλείψεις τον τόπο αυτό για να βρεις περισσότερη ησυχία, καθώς ήταν η πρόθεσή σου, διότι εδώ επιθυμώ να ιδρύσεις το κοινόβιό σου για την σωτηρία πολλών ψυχών». Μετά την άμεση αυτή διαβεβαίωση από την φωνή της Κυρίας Θεοτόκου, ο Σίμων μετεφέρθη σαν μέσα σε έκσταση στην Βηθλεέμ, ενώπιον του Θείου Βρέφους, με τους Αγγέλους και τους Ποιμένες, και όταν συνήλθε, άρχισε δίχως χρονοτριβή την οικοδομή της «Νέας Βηθλεέμ».

Λίγο μετά το όραμα αυτό, τρεις αδελφοί από πλούσια οικογένεια της Θεσσαλίας (ή της Μακεδονίας), έχοντας ακούσει να εγκωμιάζουν τις αρετές του αγίου Σίμωνος, ήλθαν και κατέθεσαν στα πόδια του οσίου όλα τους τα υπάρχοντα, ωσάν νέοι Τρεις Μάγοι με τα δώρα, ζητώντας του να τους δεχθεί ως υποτακτικούς του. Κάλεσαν τότε να έλθουν μάστορες οικοδόμοι, οι οποίοι βλέποντας την απόκρημνη και κινδυνώδη τοποθεσία, αρνήθηκαν να αναλάβουν το έργο και κατηγόρησαν τον άγιο ότι είχε χάσει τα λογικά του. Ένας από τους υποτακτικούς που τους έφερνε να πιουν, γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε στον βαθύ γκρεμό. Ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι ο μοναχός πέφτοντας σκοτώθηκε και το γεγονός έδειχνε να επιβεβαιώνει τις δριμείς κατηγορίες των μαστόρων· πόση όμως ήταν η κατάπληξή τους όταν είδαν, χάρις στις προσευχές του αγίου Σίμωνος, τον μοναχό να ανεβαίνει στην απέναντι πλαγιά, σώος και αβλαβής, κρατώντας στο χέρι άθικτη την κανάτα με το κρασί και το γεμάτο ποτήρι που ετοιμαζόταν να τους προσφέρει πριν πέσει! Μεταστράφηκε η γνώμη των οικοδόμων, έγιναν κι αυτοί μοναχοί και είχαν πολλές φορές την ευκαιρία κατά την διάρκεια των εργασιών να διαπιστώσουν ότι ο Θεός χάριζε μεγάλες δυνάμεις στον πιστό δούλο του Σίμωνα.

Η ανοικοδόμηση περατώθηκε και η «Νέα Βηθλεέμ» άρχισε να κατοικείται από μεγάλο αριθμό μοναχών, όταν μία ημέρα έφθασαν Σαρακηνοί πειρατές. Ο άγιος Σίμων πήγε να τους προϋπαντήσει με δώρα, ελπίζοντας να τους πείσει να σεβαστούν και να μην λεηλατήσουν την Μονή. Η πλεονεξία όμως των μοναχών δεν ικανοποιήθηκε με τα δώρα, και οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν στον άγιο· παρευθύς τυφλώθηκαν όλοι και παρέλυσε το χέρι εκείνου που με το ξίφος είχε απειλήσει σοβαρά τον όσιο. Χάρις όμως στις προσευχές του ανθρώπου του Θεού, θεραπεύθηκαν και ξαναβρήκαν το φως τους, μετανόησαν, βαπτίσθηκαν και ασπάσθηκαν όλοι τον μοναχικό βίο.

Επί σειρά ετών ο άγιος Σίμων κατέδειξε την Χάρη που του έδινε ο Θεός, με πολλά θαύματα, με προοράσεις και, κυρίως, με την φωτεινή διδαχή του. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Χριστώ, παρουσία όλων των μαθητών του, τους οποίους είχε συγκεντρώσει για να τους συμβουλεύσει για μια τελευταία φορά να τηρούν όσα τους παρέδωσε μετά φόβου Θεού, πίστεως, αμοιβαίας αγάπης και πλήρους υπακοής στον ηγούμενο και πνευματικό πατέρα τους. Αργότερα, από τον τάφο του αγίου ανέβλυσε, ως πηγή ζωογόνων ναμάτων, ευώδες και θαυματουργό μύρο. Οι διαδοχικές καταστροφές της μονής δεν μας άφησαν κάποιο ίχνος του τάφου του ή των τιμίων του λειψάνων. Ωστόσο, ο άγιος δεν έπαυσε ποτέ να είναι αοράτως παρών και πολλές φορές έδειξε την εύνοια και την προστασία του προς τους υπάκουους, όπως και την αυστηρότητα και τις επιτιμήσεις του προς τους ασεβείς και τους αμελείς. Την ημέρα της εορτής του, μερικοί βλέπουν καμιά φορά θείο φως να φωτίζει το σπήλαιό του ή να περιβάλλει σαν σκέπη την εικόνα του στον ναό.

Έναν αιώνα μετά την κοίμηση του οσίου, η κόρη του Ιωάννη Ούγγλεση (†1371), δεσπότη της σερβικής ηγεμονίας της Μακεδονίας, που είχε πρωτεύουσα τις Σέρρες, λυτρώθηκε από το πονηρό πνεύμα που εμφώλευε μέσα της χάρις στις πρεσβείες του αγίου Σίμωνος. Από ευγνωμοσύνη, ο δεσπότης Ιωάννης ανοικοδόμησε ναό, μεγάλωσε το μονύδριο του Αγίου Σίμωνος και το προικοδότησε γενναιόδωρα με μεγάλη περιουσία.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 324–327.

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Όσιος Κωνσταντίνος «ὁ ἐξ Ἰουδαίων».



Όσιος Κωνσταντίνος «ὁ ἐξ Ἰουδαίων». 
 26 Δεκεμβρίου.

ς ἐξ ἀκανθῶν τῶν Ἰουδαίων ῥόδον,
θεῖος ἀνθεῖ καὶ θανών, Κωνσταντῖνος.

Ο Όσιος Κωνσταντίνος ήταν από τα Σύναδα της Φρυγίας. σε νεαρή ηλικία προσπάθησε να ακολουθήσει τη ζωή των ενάρετων χριστιανών. Ο νεαρός Ιουδαίος, ο οποίος έφερε την χριστιανική πίστη ήδη στη ψυχή του, αποφάσισε να φύγει από το θόρυβο του κόσμου, και μετέβη στο μοναστήρι Φουβούτιον, του οποίου οι μοναχοί φημίζονταν για την θεάρεστη ζωή τους. Αφού δοκιμάσθηκε αρκετά και πείστηκαν για την ειλικρινή και φωτεινή πίστη του, του έδωσαν το άγιο βάπτισμα και τον ονόμασαν Κωνσταντίνο. Έγινε έτσι αδελφός της Μόνης και επιδόθηκε στη μελέτη των πνευματικών πραγμάτων. Όμως αυτό δεν του ήταν αρκετό, ήθελε να διδάξει και στους άλλους ανθρώπους την αγάπη του Χριστού. Γι' αυτό άρχισε να μεταβαίνει από την μία πόλη στην άλλη και να κηρύσσει το λόγο του Θεού. Μεταξύ άλλων, επισκέφτηκε τον Όλυμπο στα Μύρα της Λυκίας, την Κύπρο, την Αττάλεια, την Ατρώα, όπου και απεβίωσε ειρηνικά.

Η εν Αιγύπτω φυγή της Υπεραγίας Θεοτόκου

 
26 Δεκεμβρίου 
Η εν Αιγύπτω φυγή της Υπεραγίας Θεοτόκου 
Μετά την αναχώρηση των Μάγων, Άγγελος εμφανίσθηκε εκ νέου στον άγιο Ιωσήφ, του αποκάλυψε ότι ο βασιλέας Ηρώδης επρόκειτο σύντομα να στείλει στρατιώτες στην περιοχή για να βρουν και να θανατώσουν το Βρέφος, και τον συμβούλευσε να σπεύσει να φύγει (Ματθ. 2:13). Δίχως να χάσει καιρό, ο Ιωσήφ μάζεψε τα λιγοστά τους υπάρχοντα, κάθισε την Παναγία και το Βρέφος στην ράχη όνου, και μέσα στην νύχτα η Αγία Οικογένεια ξεκίνησε ένα μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι προς την Αίγυπτο, η οποία παλαιόθεν αποτελούσε καταφύγιο των Εβραίων που διώκονταν.

Βεβαίως, ως Θεός, ο Σωτήρ ημών δεν φοβόταν ούτε τους στρατιώτες του Ηρώδη ούτε καμία άλλη δύναμη του κόσμου τούτου· έχοντας όμως ενδυθεί με την Ενανθρώπησή Του την ανθρώπινη φύση μας, την ασθενή και θνητή, επιθυμούσε να κρατήσει κρυφή και αφανή την κυρίαρχο εξουσία Του μέχρι να αρχίσει να κηρύττει στον λαό, την ημέρα του βαπτίσματός Του από τον Ιωάννη. Πρότυπο ταπείνωσης και αποταγής, ο Ποιητής ουρανού και γης, ο υπηρετούμενος από πάσες τις στρατιές των Επουρανίων Δυνάμεων, στην αγκαλιά της Παναγίας, αναγκάζεται να φύγει ενώπιον του κινδύνου, να υποστεί την ζέστη και την κούραση του ταξιδιού, για να καταδείξει σε όλους ότι είναι αληθώς άνθρωπος και όχι κατά φαντασίαν όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί (δοκητές). Ήδη από την αρχή του επίγειου βίου Του, ο Χριστός δέχεται να υποστεί όχι μόνο την πείνα, την δίψα, το κρύο και τα άλλα δεινά της ανθρώπινης φύσης μας (τα αδιάβλητα πάθη), αλλά υπομένει εξορία και διωγμό, ώστε να καταστεί πρότυπο στους μέλλοντες μαθητές Του, διδάσκοντάς τους να αντιμετωπίζουν με χαρά τις θλίψεις που θα συναντούν στον δρόμο τους.

Επέλεξε επιπλέον ως καταφύγιο την Αίγυπτο, σύμβολο των παθών και της αμαρτίας· πατρίδα του Φαραώ, της εικόνας του δαίμονα· λίκνο δεισιδαιμονίας και ειδωλολατρίας. Για να εκπληρωθεί η προφητεία που έλεγε: Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον Υιόν μου (Ωσ. 11:1), προαναγγέλλοντας με τρόπο έμμεσο ότι ήλθε στον κόσμο για να θέσει τέλος στην ειδωλολατρία και να φέρει τους ανθρώπους σε επίγνωση της Αληθείας.


Μια παράδοση αναφέρει ότι στον δρόμο που πήγαινε το Βρέφος στην Αίγυπτο, η άλογη φύση αναγνώρισε Εκείνον που οι άνθρωποι τυφλωμένοι από τα πάθη τους δεν στάθηκαν ικανοί να αναγνωρίσουν, και λάτρευσε τον Θεό που είχε λάβει ανθρώπου μορφή. Διηγούνται μάλιστα ότι την Αγία Οικογένεια συνόδευαν λιοντάρια, που είχαν γίνει πιο ήμερα και από αρνάκια, και χοροπηδούσαν γύρω τους παίζοντας με τα υποζύγια και τα κατοικίδια ζώα, επαληθεύοντας την προφητεία: Τότε λύκοι και άρνες βοσκηθήσονται άμα, και λέων ως βους φάγεται άχυρα (Ησ. 65:25).

Μια ημέρα το Θείο Βρέφος πρόσταξε μια φοινικιά να σκύψει στην γη για να προσφέρει τους καρπούς στην Θεομήτορα, και μετά, αφού ορθώθηκε ξανά με εντολή του Χριστού, έκανε να αναβλύσει στην ρίζα της πηγή καθάριου νερού για να ξεδιψάσουν. Γύρω τους δηλαδή, η κτίσις όλη περιερχόταν ξανά στην κατάσταση του επιγείου Παραδείσου, όπως μετά από μια νέα δημιουργία.


Όταν έφθασαν στην περιοχή της Ερμοπόλεως, σε τόπο λεγόμενο Σατίν, ο Χριστός με την Παναγία και τον Ιωσήφ, εισήλθαν σ’ έναν πελώριο ναό των ειδωλολατρών που είχε 365 είδωλα, ένα για κάθε μέρα του χρόνου. Μόλις εμφανίσθηκε η Θεοτόκος έχοντας αγκαλιά τον Θεό που είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή, όλα τα είδωλα κατακρημνίσθηκαν και συνετρίβησαν, επαληθεύοντας την προφητεία που έλεγε: Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον, και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού, και η καρδία αυτών ηττηθήσεται εν αυτοίς (Ησ. 19:1).

Μετά από παραμονή μερικών μηνών στην Αίγυπτο, όταν πέθανε ο Ηρώδης και δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος, Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε εκ νέου στον Ιωσήφ και του υπέδειξε να επιστρέψει στην Παλαιστίνη (Ματθ. 2:19). Αντί να εγκατασταθούν στην Βηθλεέμ, που ήταν πολύ κοντά στα Ιεροσόλυμα, όπου ασκούσε ως τύραννος την εξουσία ο σκληρόκαρδος και άσπλαχνος γιος του Ηρώδη Αρχέλαος, ο Ιωσήφ έλαβε εντολή να πορευθεί μέχρι την Γαλιλαία και να εγκατασταθεί στο ταπεινό χωριό Ναζαρέτ. Έτσι εκπληρώθηκε το λεγόμενον υπό των Προφητών: Ότι Ναζωραίος κληθήσεται (Ματθ. 2:23).

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸν παρόντα. Προεόρτιον Κανόνα

 

Τῌ ΚΔ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Εὐγενίας

 

 Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸν παρόντα.

Προεόρτιον Κανόνα, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.
Κατὰ Ἀλφάβητον, ἄνευ τῶν Εἱρμῶν.

ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Κύματι θαλάσσης, τὸν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, φάτνῃ κρυπτόμενον, κτεῖναι ζητεῖ ὁ Ἡρῴδης, ἀλλ' ἡμεῖς σὺν Μάγοις μέλψωμεν· τῷ Κυρίῳ ᾄσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται».

ρχων ἐξ Ἰούδα, ἐξέλιπεν ἤδη· ᾧ γὰρ ἀπέκειτο, καθὼς προγέγραπται, ἡ τῶν ἐθνῶν προσδοκία, Ἰησοῦς Χριστὸς ἐλήλυθε, καὶ Σπηλαίῳ τίκτεται, δι' ἄκραν ἀγαθότητα.

Βηθλεὲμ εὐφραίνου, ἡ πόλις Ἰούδα· ἐν σοὶ γὰρ τίκτεται, Χριστὸς ὁ Κύριος, ἡ οἰκουμένη σκιρτάτω, δεχομένη ἀπολύτρωσιν, χορευέτω ἅπασα, ἡ κτίσις ἑορτάζουσα.

Γένος τῶν ἀνθρώπων, βουλόμενος σῶσαι ὁ Ὑπεράγαθος, μήτρᾳ ἐσκήνωσεν, ἀπειρογάμου Παρθένου, καὶ ἰδοὺ τεχθῆναι ἔρχεται. Τοῦτον προσκυνήσωμεν· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, κρεμάσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως, ἡ κτίσις κατιδοῦσα, ἐν τῷ Σπηλαίῳ τικτόμενον, θαμβητικῶς συνείχετο. Οὐκ ἔστιν Ἅγιος, πλήν σου Κύριε κραυγάζουσα».

Δούλου φορέσαι σχῆμα, ἠθέλησας, ὅπως με τῆς δουλείας, τοῦ πονηροῦ λυτρώσῃ, ὑμνολογῶ σου τὸ εὔσπλαγχνον, Λόγε Πατρὸς συνάναρχε, καὶ συναΐδιε. Δόξα τῇ οἰκονομίᾳ σου.

ρχεται ἡ Παρθένος, τὸν Κύριον ἀποτεκεῖν Σπηλαίῳ, προφθάσατε οἱ Μάγοι. Ποιμένες νῦν παραγίνεσθε, ὕμνον ἐξ ὕψους Ἄγγελοι, ἐπανακράξατε, ὤφθη τῶν βροτῶν ἡ λύτρωσις.

Ζητῶν με τὸν πλανηθέντα, φιλάνθρωπε, καὶ σπήλαιον δειχθέντα, λῃστῶν ἔργοις ἀκάρποις, Σπηλαίῳ νῦν παραγέγονας, ἐκ τῆς Παρθένου σήμερον, τεχθῆναι Δέσποτα. Δόξα Λόγε τῇ ἐλεύσει σου.

ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς  (πρὸς τὸ Τὴν ἐν Σταυρῷ σου θείαν κένωσιν)
«Τὴν ἐκ Παρθένου παρουσίαν σου, προορῶν Ἀββακούμ, ἐξεστηκῶς ἐβόα· Σὺ ἐκ Θαιμὰν σαρκούμενος, ἥκεις Λυτρωτά, τὸν Ἀδὰμ ἀπωσμένον, ἀνακαλέσασθαι».

φωταυγὴς Νεφέλη ἔρχεται, ἀνατεῖλαι Χριστέ, ἐκ μητρικῶν λαγόνων, δικαιοσύνης Ἥλιον, ἅπασαν τὴν γῆν, φρυκτωρίαις ἐνθέοις, καταλαμπρύνοντα.

Θεὸς ἀνθρώποις ὤφθη ὅμοιος, καὶ πτωχεύει σαρκί, ἵνα ἡμᾶς πλουτίσῃ, καὶ ἐν Σπηλαίῳ τίκτεται, τοῦτον οἱ πιστοί, καθαρᾷ διανοίᾳ, ὑποδεξώμεθα.

δοὺ Χριστὸς ἐν πόλει τίκτεται, Βηθλεὲμ τὴν Ἐδέμ, ὅπως ἡμῖν ἀνοίξῃ, παρακοῇ τὸ πρότερον, ὄφεως κλοπῇ, κεκλεισμένην· ἐνθέως πανηγυρίσωμεν.

ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν δι' εὐσπλαγχνίαν, σεαυτὸν τῷ πεσὸντι, κενώσαντα ἀτρέπτως, καὶ δούλου μορφήν, ἐκ Παρθένου φορέσαντα, Λόγε Θεοῦ, τὴν εἰρήνην παράσχου μοι φιλάνθρωπε».

Καρδία πᾶσα, γηγενῶν σκιρτάτω· εὐφραινέσθω ἡ κτίσις, ὁ Κύριος γεννᾶται, ἐκ Κόρης Ἁγνῆς, Βηθλεὲμ ἐν Σπηλαίῳ, καὶ Μάγοι αὐτῷ, προσκομίζουσι δῶρα, νῦν ἐπάξια.

Λαὸς ὁ πάλαι, ἐν σκιᾷ θανάτου, καθεζόμενος βλέψον, τὸ φῶς σοι ἀνατεῖλαν, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ πολλῆς θυμηδίας ἐμπλήσθητι, τὸν πτωχεύσαντα Λόγον, μεγαλύνων ἀεί.

Μικρῷ Σπηλαίῳ, ἔρχῃ χωρηθῆναι, ὀ ἀχώρητος φύσει, ὅπως με σμικρυνθέντα τῇ παραβάσει, μεγαλύνῃς δι' οἶκτον ἀμέτρητον· προσκυνῶ σου, τὸ εὔσπλαγχνον Μακρόθυμε.

ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἄβυσσος ἐσχάτη, ἁμαρτημάτων ἐκύκλωσέ με· καὶ τὸν κλύδωνα μηκέτι φέρων, ὡς, Ἰωνᾶς, τῷ Δεσπότῃ βοῶ σοι· Ἐκ φθορᾶς με ἀνάγαγε».

Νόμων σε ἡ Παρθένος, τῶν τῆς σαρκὸς δίχα Κύριε, παραγίνεται ἀποκυῆσαι, ἐν τῷ Σπηλαίῳ καὶ φάτνη σαρκί, προσανακλινεῖ σε ὡς νήπιον.

Ξένον γεγενημένον, παραβάσει με ὁ Ὑπέρθεος, τεχθεὶς ἐκ Κόρης ἀπειρογάμου, δι' οἶκτον πολίτην, οὐρανοῦ ἀποδείκνυσιν.

ρη τε καὶ νάπαι, καὶ κοιλάδες εὐφράνθητε· ὁ γὰρ Χριστὸς σαρκὶ γεννᾶται, ἀνακαινίζων τὴν κτίσιν, φθαρεῖσαν πονηραῖς παραβάσεσιν.

ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Οἱ Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, καμίνου φλόγα οὐκ ἔπτηξαν, ἀλλ' ἐν μέσῳ φλογὸς ἐμβληθέντες, δροσιζόμενοι ἔψαλλον· Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν».

Πῶς σε σμικρότατον Λόγε, καθυποδέξεται Σπήλαιον, τὸν πτωχείᾳ πολλῇ, τὴν πτωχείαν τοῦ Ἀδὰμ ἀφελόμενον, καὶ πλούτῳ θείας χάριτος, τοὺς ἀνθρώπους πλουτίσαντα.

ήματα ξένα Ποιμένες, ἀκηκοότες κατέσπευσαν, Βηθλεὲμ κατιδεῖν, καὶ ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων τὸν λύσαντα, τῆς ἀλογίας ἅπαντας, εὐσεβῶς προσεκύνησαν.

Στόματι καὶ καρδία, τὸν ἐν σαρκὶ ἀφικόμενον, γεννηθῆναι Χριστὸν ἐν Σπηλαίῳ, ἐκ Παρθένου νεάνιδος, ὑμνολογῆσαι σπεύσωμεν, καὶ πιστῶς προσκυνήσωμεν.

ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Νόμων Πατρῴων οἱ μακαριστοί, ἐν Βαβυλῶνι νέοι προκινδυνεύοντες, βασιλεύοντος κατέπτυσαν, προσταγῆς ἀλογίστου· καὶ συνημμένοι, ᾧ οὐκ ἐχωνεύθησαν πυρί, τοῦ κρατοῦντος ἐπάξιον, ἀνέμελπον τὸν ὕμνον· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Τὸν ὑπὲρ λόγον μόνον Κύριον, σεσαρκωμένον Κόρη καὶ περικείμενον, τῶν ἀνθρώπων τὸ ὁμοίωμα, κατέχουσα ἀγκάλαις, καὶ προσκυνοῦσα, καὶ ἀσπαζομένη μητρικῶς. Τέκνον ἔφης γλυκύτατον, πῶς σε οὕτω κατέχω, κατέχοντα χειρί σου τὴν κτίσιν, καὶ χειρὸς δουλείας, αὐτὴν ἐλευθεροῦντα;

μνολογῆσαι θεῖοι Ἄγγελοι, τὸν ἐπὶ γῆς τεχθέντα, διευτρεπίσθητε. Μάγοι δῶρα ὁδηγούμενοι, προσάξατε ἀστέρι. Ποιμένες τοῦτον σπεύσατε, ἰδεῖν ταῖς μητρικαῖς, ὥσπερ νήπιον κράζοντες, καθήμενον ἀγκάλαις. Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Φωτὸς Νεφέλη Παναμώμητε, πῶς σπαργανώσεις νέφει τὸν ἐπενδύοντα, οὐρανοὺς ἀρρήτῳ νεύματι; πῶς ἀλόγων ἐν φάτνῃ ἐπανακλινεῖς, τὸν τῆς ἀλογίας τοὺς βροτούς, διὰ ἔλεος ἄμετρον, ῥυσάμενον Δεσπότην; ὃν πᾶσα προσκυνεῖ φόβῳ κτίσις, ἀνυμνολογοῦσα, αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ἀπορεῖ πᾶσα γλῶσσα, εὐφημεῖν πρὸς ἀξίαν, ἰλιγγιᾷ δὲ νοῦς, καὶ ὑπερκόσμιος, ὑμνεῖν σε Θεοτόκε· ὅμως ἀγαθὴ ὑπάρχουσα, τὴν πίστιν δέχου· καὶ γὰρ τὸν πόθον οἶδας, τὸν ἔνθεον ἡμῶν·σὺ γὰρ Χριστιανῶν εἶ προστάτις, Σὲ μεγαλύνομεν».

Χαῖρε δοχεῖον ἄχραντε, χαρᾶς ἀνεκφράστου· ἰδοὺ γὰρ ἔρχῃ τέξεσθαι ἐν Σπηλαίῳ, ἀπορρήτως τὸν Δεσπότην, θέλοντα τὴν κτίσιν ἅπασαν, καταφθαρεῖσαν τῇ παραβάσει πρώην, καινίσαι ἀληθῶς, τοῦτον ὑμνολογοῦντες ἐν πίστει, Σὲ μεγαλύνομεν.

Ψυχαὶ δικαίων πᾶσαι, ὑποχθόνιοι ἅμα ἀγαλλιᾶσθε· ἡ πάντων ἀπολύτρωσις. Ἰδοὺ γὰρ ἐπεφάνη, πόλει Βηθλεὲμ τικτόμενος· ἀστὴρ δὲ τοῦτον καταμηνύει, Μάγοις ζητοῦσιν εὐσεβῶς· ὃν περ καὶ κατιδόντες Σπηλαίῳ, θάμβους ἐπλήσθησαν.

ς οὐρανὸν σε ἄλλον, ἀνυμνοῦμεν Παρθένε δικαιοσύνης Ἥλιον ἡμῖν, ἐκ λαγόνων παναγίων, μέλλουσαν ἀνίσχειν αὔριον, φωταγωγοῦντα τοὺς ἐν σκότει ὄντας, θανάτου καὶ φθορᾶς· ὅθεν χρεωστικῶς ἐν αἰνέσει, σὲ μεγαλύνομεν.


 

Ο όσιος Ναούμ Αχρίδος και φωτιστής των Σλάβων


Ο όσιος Ναούμ Αχρίδος και φωτιστής των Σλάβων 
23 Δεκεμβρίου  
Ο όσιος πατήρ ημών Ναούμ γεννήθηκε σε βυζαντινό έδαφος την εποχή που η Εκκλησία γνώριζε την αναστήλωση των σεπτών εικόνων (περί το 843). Έγινε μαθητής των ενδόξων αποστόλων των Σλάβων, αγίων Κυρίλλου (Κωνσταντίνου), Μεθοδίου και Κλήμεντος, και αναχώρησε μαζί τους σε ιεραποστολική περιοδεία στις απολίτιστες περιοχές της κεντρικής Ευρώπης (περί το 863). 
Το νεοσύστατο βασίλειο της Μοραβίας (περιοχή του Μέσου Δουνάβεως μεταξύ Βοημίας, Βαυαρίας και Σλοβακίας) αποτελούνταν από σλαβικά φύλα που ήταν ακόμη βάρβαρα. Αναρίθμητες ήσαν οι δοκιμασίες, οι διαρκείς ταλαιπωρίες, η χλεύη και η κακομεταχείριση από τους ειδωλολάτρες, η πείνα, το ψύχος και τα πλήγματα που υπέμειναν οι πραγματικοί αυτοί Απόστολοι του Χριστού πηγαίνοντας από χωριό σε χωριό μεταφέροντας τον λόγο του Θεού. 
Σύντομα όμως γνώρισαν μεγάλη επιτυχία διότι – σε αντίθεση προς τους Φράγκους ιεραποστόλους, που προέρχονταν από την Γερμανία και ήθελαν να επιβάλουν την γλώσσα και τα ήθη των Λατίνων – γνώριζαν την διάλεκτο των κατοίκων της περιοχής και είχαν αρχίσει να μεταφράζουν στα σλαβικά την Αγία Γραφή και την Λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Καθώς η διάλεκτος των κατοίκων δεν είχε γραπτή μορφή, οι άγιοι επινόησαν ένα αλφάβητο και με βιβλία και γραφές έθεσαν στέρεα θεμέλια της αποστολής τους. 
Το έργο είχε προχωρήσει και οι άγιοι πήγαν στην Ρώμη για να λάβουν την υποστήριξη και την εγγύηση του πάπα Αδριανού Β’ (867-872). Τους επιφυλάχθηκε λαμπρή υποδοχή στην αυλή του πατριάρχη της Δύσεως και τιμήθηκαν ως πραγματικοί απεσταλμένοι του Θεού. 
Μετά από αντιπαραβολή με το ελληνικό κείμενο, οι μεταφράσεις τους κρίθηκαν απολύτως πιστές και κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν για τον ευαγγελισμό των σλαβικών λαών. Ο πάπας με χαρά τους έδωσε την ευλογία του, χειροτόνησε πρεσβυτέρους κάποιους από τους μαθητές τους και έδωσε εντολή να τελέσουν την Λειτουργία στα σλαβικά σε ναούς της πόλεως. 
Κατά την διάρκεια της διαμονής τους, ο Θεός τόσο απλόχερα έδωσε την χάρη του στους αποστόλους αυτούς, ώστε μπορούσαν με μια ματιά τους μόνο να θεραπεύουν τους αρρώστους και τους τυραννισμένους που προσέρχονταν και ζητούσαν τις δεήσεις τους. Παρότι ο όσιος Ναούμ ήταν το νεώτερο μέλος της συνοδείας, δεν υστερούσε σε αποστολικό ζήλο και θαυματουργικά χαρίσματα. 
Αφού άφησαν τον άγιο Κωνσταντίνο να τελειώσει εν ειρήνη τις ημέρες του σ’ ένα μοναστήρι της Ρώμης με το όνομα Κύριλλος, ο άγιος Μεθόδιος και η συνοδεία του πήραν εκ νέου τον δρόμο για τις πεδιάδες του Βορρά. 
Ο Μεθόδιος είχε διορισθεί από τον πάπα αρχιεπίσκοπος Παννονίας, με έδρα τον αρχαίο επισκοπικό θρόνο του Σιρμίου, και δικαιοδοσία επί των σλαβικών πληθυσμών της Παννονίας, Μοραβίας, Σλοβακίας και τμήματος της Κροατίας, και αποστολή του ήταν να συνεχίσει το έργο που είχε αρχίσει. 
Οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει: ο ηγεμόνας της Μοραβίας, επιδιώκοντας την προστασία του Φράγκου βασιλέα Λουδοβίκου του Γερμανικού, είχε υποτάξει την χώρα του στην επιρροή Γερμανών ιεραποστόλων, οι οποίοι προσπαθούσαν να διαδώσουν την αιρετική διδασκαλία των Λατίνων σχετικά με το Άγιο Πνεύμα (filioque) και επιθυμούσαν να επιβάλουν παντού την τέλεση της Λειτουργίας στην λατινική γλώσσα, επιτρέποντας την χρήση της σλαβικής μόνο για το κήρυγμα. 
Φθάνοντας στην επισκοπική τους επαρχία, ο αρχιεπίσκοπος Μεθόδιος και οι ιεραπόστολοί του θεωρήθηκαν σφετεριστές. Τους συνέλαβαν, τους κακομεταχειρίστηκαν και τους φυλάκισαν κρυφά σε μια φυλακή της Σουαβίας, όπου δεν είχαν τα στοιχειώδη για να αντιμετωπίσουν την δριμύτητα του κλίματος. 
Στην φυλακή, ο όσιος Ναούμ κατέδειξε εκ νέου την δύναμη της προσευχής του, χάρις στην οποία άνοιξαν θαυματουργικώς οι πύλες. Απελευθερώθηκαν τελικά και μπόρεσαν να ξαναρχίσουν το έργο της θεμελίωσης της σλαβικής Εκκλησίας της Κεντρικής Ευρώπης, μέσα σε δυσκολίες και αντιξοότητες που προέρχονταν λιγότερο από τους βαρβάρους και περισσότερο από τους Φράγκους ιεραποστόλους. 
Μετά την κοίμηση του αγίου Μεθοδίου (885), ο διάδοχός του Γοράζδος και οι κύριοι μαθητές του, Λαυρέντιος, Κλήμης, Αγγελάριος και Ναούμ, κλείσθηκαν πάλι στην φυλακή ως αποτέλεσμα των μηχανεύσεων των Γερμανών ιεραποστόλων· οι τρεις τελευταίοι μάλιστα εξορίσθηκαν. 
Ο άγιος Κλήμης και η συνοδεία του κατευθύνθηκαν τότε στο ορθόδοξο χριστιανικό βασίλειο της Βουλγαρίας, όπου έγιναν δεκτοί με χαρά και σεβασμό από τον βασιλέα Βόρις, ο οποίος τους προσέφερε κάθε διευκόλυνση για να συνεχίσουν το ιεραποστολικό έργο τους χρησιμοποιώντας ελεύθερα την σλαβική γλώσσα. 
Κατά την διάρκεια αυτών των ιεραποστολικών περιοδειών, ο Ναούμ ίδρυσε μονή που έλαβε το όνομά του στην νότια όχθη της λίμνης της Αχρίδος. Εκεί ενταφιάσθηκε η σορός του μετά την μακαρία κοίμησή του και τιμάται έκτοτε ευλαβικά από τους χριστιανούς της περιοχής.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

Ἐν δὲ τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ Τριῴδιον



Τῌ ΚΓ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τῶν Ἁγίων δέκα Μαρτύρων τῶν ἐν Κρήτῃ. 

 


Ἐν δὲ τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ Τριῴδιον, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.

Προσάββατόν τε
ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν δι' εὐσπλαγχνίαν, σεαυτὸν τῷ πεσόντι, κενώσαντα ἀτρέπτως, καὶ δούλου μορφήν, ἐκ Παρθένου φορέσαντα. Λόγε Θεοῦ, τὴν εἰρήνην παράσχου μοι φιλάνθρωπε».

υφθέντες φρένας, καὶ προκαθαρθέντες, μυστηρίου μεθέξει, φρικτῆς οἰκονομίας, σῶμα καὶ ψυχήν, Βηθλεὲμ πρὸς τὴν πόλιν ἀνέλθωμεν, τὸν Δεσπότην τικτόμενον ὀψόμενοι.

ρᾶτε φίλοι, μάτην μὴ θροεῖσθε· ὁ γὰρ ἄφρων Ἡρῴδης, θρασύνεται τὸν Κτίστην, κτεῖναι τεχθέντα· ἀλλ' αὐτὸς ὡς ζωῆς καὶ θανάτου κρατῶν, ζῇ καὶ σῴζει, τὸν κόσμον ὡς φιλάνθρωπος.

ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Στήλην κακίας ἀντιθέου, Παῖδες θεῖοι παρεδειγμάτισαν· κατὰ Χριστοῦ δὲ φρυαττόμενος, Ἡρῴδης θρασύνεται, βουλεύεται κενά, κτεῖναι μελετᾷ, τὸν ζωῆς κρατοῦντα παλάμῃ· ὃν πᾶσα Κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας».

πὸ βλεφάρων ῥαθυμίας, ὕπνον πάντα πιστοὶ τινάξωμεν· ἐν προσευχῇ δὲ γρηγορῶμεν, πειρασμοὺς ἀποτρέποντες τοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ, καὶ σὺν Ποιμέσι, θεαταὶ τῆς δόξης δειχθῶμεν, Χριστοῦ τεχθέντος· ὃν ὑμνεῖ δοξάζουσα πᾶσα ἡ κτίσις.

Βέβηλον ἔπος ἐκ χειλέων, προϊέναι πιστοὶ κωλύσωμεν, λόγους εὐφήμους μελετήσαντες·Χριστῷ δὲ προσάξωμεν, τῷ λύσαντι ἡμᾶς τῆς ἀλογίας, ἐν ἀλόγοις κειμένῳ φάτνῃ· ὃν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Βάθος σοφίας, καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Κτίστου, τὶς ἐρευνήσει βροτῶν; Θεοῦ κριμάτων τὶς τὴν ἄβυσσον, σοφὸς καταλήψεται; δι' ὧν τοὺς οὐρανοὺς κλίνας, τοῖς βροτοῖς σαρκοφόρος συνανεστράφη· ὃν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας.

παγορεύειν σαρκικῶν παθῶν, καὶ κόσμου τερπνῶν σπουδάσωμεν, πνευματικῶν δὲ ἀντισχώμεθα, φροντίδων θεόφρονες, ἀξίους ἑαυτοὺς τῷ τικτομένῳ, παριστῶντες ἐξ ἔργων Δεσπότῃ· ὃν πᾶσα κτίσις εὐλογεῖ, δοξάζουσα εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν».

λέθριον δόγμα τοῦ δυσμενοῦς, συνταραττομένου, τῇ Γεννήσει τοῦ Ἰησοῦ, Νηπίων ἀκάκων, ἀπειργάσατο φόνον, ἡμεῖς δὲ τὸν τεχθέντα, πιστοὶ τιμήσωμεν.

Νόμους τοὺς τῆς φύσεως ἀδικῶν, καὶ θεσμοὺς τοὺς θείους, ἀθετῶν Ἡρῴδης δεινός, μητέρας ἀνόμως, ἠτέκνωσε καὶ βρέφη, ἀνεῖλεν ἀναιτίως, διὰ τὴν πάντων Ζωήν.

Τοῖς ἔθνεσιν ἤνοικται τῆς Ἐδέμ, πύλη τικτομένου, ἐν Σπηλαίῳ τοῦ Λυτρωτοῦ· πηγή τε διψῶσιν, ἀθανασίας βλύζει, ὁ Κύριος τῆς δόξης, ὃν μεγαλύνομεν.

κύκλουν ὡς Θρόνον χερουβικόν, Ἄγγελοι τὴν φάτνην· τὸ γὰρ Σπήλαιον οὐρανόν, ἑώρων κειμένου, ἐν αὐτῷ τοῦ Δεσπότου, καί, Δόξα ἐν ὑψίστοις, Θεῷ ἐκραύγαζον.

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ



ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ - ΕΔΩ 

Η αγία Αναστασία ζούσε στη Ρώμη την εποχή του Διοκλητιανού (284-305). Ήταν κόρη ενός πλούσιου και επιφανούς εθνικού, ονόματι Πραιξετάτου· η ευλαβής μητέρα της Φαύστα, αφού έσπειρε στη ψυχή της θυγατέρας της τους πρώτους σπόρους της Πίστεως, την εμπιστεύθηκε στον Χρυσογόνο, άνθρωπο σεβάσμιο και σοφό γνώστη της Αγίας Γραφής, για να της διδάξει τα του Θεού μυστήρια. Αργότερα, ο πατέρας της την έδωσε, παρά τη θέλησή της, ως νόμιμη σύζυγο στον Πούπλιο, άνθρωπο ειδεχθή, που μόνη του σκέψη ήταν πώς να ικανοποιήσει τις χυδαίες επιθυμίες του. Η καρδιά όμως της Αναστασίας ποθούσε τον επουράνιο Νυμφίο Χριστό και την παρθενία της ισάγγελης πολιτείας, και η νεαρά κόρη κατόρθωσε να αποφύγει τις συζυγικές σχέσεις με το πρόσχημα ότι ήταν άρρωστη. Τις νύχτες όμως, φορώντας φτωχικά φορέματα, σαν μια άσημη και απλή γυναίκα του λαού, επισκεπτόταν μαζί με τη θεραπαινίδα της τους ομολογητές του Χριστού, που ήταν στη φυλακή του αυτοκράτορα εξαιτίας των διωγμών. Προσφέροντας γενναιόδωρα χρήματα στους φρουρούς, κατάφερνε να εισέρχεται στις φυλακές, και με αγάπη και αφοσίωση ανακούφιζε όσους είχαν υποστεί μαρτύρια για το όνομα του Χριστού. Τους έπλενε τα πόδια, καθάριζε και έβαζε επιδέσμους στις νωπές ακόμη πληγές τους και τους ενθάρρυνε να μείνουν σταθεροί μέχρι το τέλος του αγώνα για να λάβουν τον καλλίνικο στέφανο και την αιώνια δόξα. Όταν όμως ο Πούπλιος πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του τον είχε εξαπατήσει με το πρόσχημα της ασθενείας, και ότι ξευτελιζόταν συγχρωτισμένη με τους καταφρονεμένους χριστιανούς μάρτυρες, κατελήφθη από οργίλη μανία και διέταξε να τεθεί η Αναστασία σε κατ’ οίκον περιορισμό και να της απαγορευθεί κάθε επαφή με τον κόσμο. 
Χάρις στη μεσολάβηση μιας χριστιανής γραίας γειτόνισσας, η Αναστασία κατόρθωσε παρ’ όλ’ αυτά να στείλει μήνυμα στον πνευματικό της πατέρα Χρυσογόνο, που βρισκόταν στη φυλακή κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Της απάντησε με ένα γράμμα γεμάτο χαρά και ελπίδα, παρηγορώντας την για τα δεινοπαθήματά της και παροτρύνοντάς την να υπομένει τα πάντα με καρτερικότητα, αφού φυλακίσεις, διώξεις και βάσανα κάθε λογής, είναι ο κλήρος των μαθητών Εκείνου, ο Οποίος δέχθηκε να σταυρωθεί για τη δική μας σωτηρία. Στην κάμινο δοκιμάζεται πάντα ο χρυσός και μέσα στα ποικίλα βάσανα δοκιμάζει ο Κύριος την πίστη και την αγάπη των δούλων Του. Τα λόγια του στερέωσαν την Αναστασία, η οποία με καρτερία πλέον υπέμεινε τις κακομεταχειρίσεις που της επιφύλασσαν οι δεσμοφύλακες, παρότι είχε φθάσει στα όρια της αντοχής της καθώς οι φύλακες δεν της έδιναν σχεδόν καθόλου φαγητό. Σ’ ένα δεύτερο γράμμα του, ο Χρυσογόνος αναπτέρωσε τις δυνάμεις της, νουθετώντας την να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να αποθάνει για τον Χριστό, ώστε να συγκαταλεχθεί στον χορό των καλλινίκων μαρτύρων. Κάθε μέρα η πίστη της Αναστασίας στον Χριστό δυνάμωνε και τη γέμιζε όλο και μεγαλύτερη αγαλλίαση· υπέμεινε καρτερικά τον εγκλεισμό της επί τρεις μήνες, οπότε ξαναβρήκε την ελευθερία της μια και ο σύζυγός της πνίγηκε όταν βυθίσθηκε το πλοίο που τον μετέφερε σε εκστρατεία κατά των Περσών. Πρώτο μέλημά της ήταν να επισκεφθεί τον Χρυσογόνο και με την ευλογία του διαμοίρασε την περιουσία της σε αγαθοεργίες και απερίσπαστη πλέον επισκεπτόταν και στήριζε τους φυλακισμένους ομολογητές του Χριστού. 
Εκείνη την εποχή, σύμφωνα πάντα με το πρώιμο «Μαρτύριο» της αγίας, ο Διοκλητιανός διέμενε στην Ακουιλία και διέταξε να θανατωθούν όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στις φυλακές της Ρώμης και να παρουσιασθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο Χρυσογόνος, ο κύριος υπαίτιος της ακλόνητης στάσης των φυλακισμένων. Αφού καταφρόνησε με ειρωνεία τις μάταιες κολακείες του αυτοκράτορα, που του υποσχόταν να τον γεμίσει με τιμές αν δεχόταν να υποταγεί, ο γενναιόφρων γέροντας οδηγήθηκε σε ερημική τοποθεσία όπου και αποκεφαλίσθηκε· το σώμα του το έριξαν σε μια λίμνη εκεί κοντά. Λίγο, αργότερα, μετά από ένα αποκαλυπτικό όραμα, το λείψανο του αγίου βρέθηκε και ενταφιάσθηκε με τη δέουσα τιμή από έναν όσιο ασκητή, τον Ζωίλο, που εγκαταβίωνε στη γύρω περιοχή, καθώς και τρεις αδελφές που κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη· την Αγάπη, την Χιονία και την Ειρήνη. Κατόπιν, ακριβώς όπως είχε προλεχθεί στο αποκαλυπτικό όραμα που είδε ο Ζωίλος, οι τρεις νέες κόρες, ενθαρρυμένες από την αγία Αναστασία, συνελήφθησαν και σύρθηκαν ενώπιον του Διοκλητιανού, στην Ακουιλία, όπου άφοβα μαρτύρησαν υπέρ του Χριστού, ο δε Ζωίλος εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω. 
Νυχθημερόν η Αναστασία προσέφερε τα πάντα στους χριστιανούς ομολογητές. Δεν υπήρχε χριστιανός που να μην έλαβε κάποια ανακούφιση εκ μέρους της: τροφή, χρήματα, συμπόνια και αρωγή, λόγους εγκάρδιους και διάπυρους που ενθάρρυναν την καρτερία και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Και όταν ολοκληρωνόταν ο αγώνας του κάθε μάρτυρα, η Αναστασία ήταν που φρόντιζε να ταφεί η σορός του με κάθε ευλάβεια και τιμή. Όταν ο τύραννος έδωσε εντολή να εξοντωθούν μέσα σε μια νύχτα όλοι οι φυλακισμένοι χριστιανοί, άλλοι με πνιγμό, άλλοι διά πυρός, άλλοι διά μαχαίρας, η Αναστασία έφθασε όπως συνήθιζε στη φυλακή, δεν βρήκε κανέναν από τους αδελφούς εκεί, και σπαράζοντας από πόνο έπεσε κοντά στην είσοδο και αναλύθηκε σε δάκρυα. Όταν οι εθνικοί την αντίκρισαν, απάντησε, δίχως να νοιάζεται πλέον να κρυφτεί, ότι κι εκείνη ήταν χριστιανή και θρηνούσε τον χαμό των αδελφών της. Αμέσως την συνέλαβαν και την παρουσίασαν στον έπαρχο του Ιλλυρικού, Φλώρο, σαν να επρόκειτο για γυναίκα του λαού. Πληροφορούμενος την υψηλή κοινωνική της θέση ο έπαρχος, δεν την παρέδωσε αμέσως στους δήμιους· την ανέκρινε και προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Την επαύριο πήγαν την Αναστασία στο ανάκτορο του Διοκλητιανού. Ενώπιον του αυτοκράτορα, όπως και ενώπιον του έπαρχου, οι απαντήσεις της Αναστασίας ένα μονάχα δήλωναν: την καταφρόνηση των εγκόσμιων αγαθών και την ανυπόμονη προσδοκία να συναντήσει τους συντρόφους της στη Βασιλεία των Ουρανών. Μετά την ανάκριση, ο έπαρχος Φλώρος αποφάσισε να στείλει τη νεαρή χήρα στον Ουλπιανό, μέγα αρχιερέα των ειδώλων στο Καπιτώλιο. Ο Ουλπιανός πήγε την Αναστασία στην οικία του, όπου της έδειξε αφ’ ενός κοσμήματα, πλούσια ενδύματα και πολύτιμα στολίδια, και αφ’ ετέρου όργανα βασανισμών, που η θέα τους και μόνο θα έκανε και τον πιο αναίσθητο εθνικό να παγώσει από τρόμο. Αν η Αναστασία δεχόταν να θυσιάσει στους θεούς των ειδώλων, ο Ουλπιανός τής υποσχέθηκε ότι θα την έπαιρνε νόμιμη σύζυγο και θα τη γέμιζε πλούτη, ει δε μη, θα την υπέβαλλε σε μαρτύρια. Επί τρεις ημέρες η Αναστασία ήταν στα χέρια τριών κακών γυναικών που μηχανεύονταν πώς να κλονίσουν την πίστη της· παρέμεινε όμως η αγία συνεχώς προσευχόμενη, δίχως ύπνο και τροφή, και το φρόνημά της ενδυναμωνόταν. Την ώρα που ο Ουλπιανός την πλησίασε για να την ατιμάσει, έχασε το φως του και πέθανε αφού προηγουμένως επικαλέσθηκε μάταια τους ψευδείς θεούς του. 
Η Αναστασία απελευθερώθηκε και πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου κατά τις επισκέψεις της στις φυλακές γνώρισε τη Θεοδότη, μια ευλαβή χήρα που επίσης είχε αφοσιωθεί στην αρωγή και στην ανακούφιση των ομολογητών της Πίστεως. Ο Διοκλητιανός την είχε προσφέρει ως νόμιμη σύζυγο στον ηγεμόνα της Βιθυνίας, τον Λευκάδιο, ώστε τα ισχυρά θέλγητρα των εγκοσμίων να την πείσουν να αρνηθεί τον Χριστό. Όπως και η Αναστασία, έτσι και η Θεοδότη απέφυγε τη σαρκική επαφή και επωφελούμενη από την απουσία του συζύγου της αφοσιώθηκε πλήρως, μαζί με τα τρία της παιδιά, στην αρωγή των ομολογητών του Χριστού. Όταν επέστρεψε ο Λευκάδιος και πληροφορήθηκε τη διαγωγή της συζύγου του, έξαλλος την παρέδωσε στον ανθύπατο της Βιθυνίας, Νικήτα, για να την τιμωρήσει. Ακλόνητη, όπως και τα παιδιά της, η Θεοδότη προετοιμαζόταν για τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ο πρωτότοκος γιος της, Εύοδος, όταν τον πήγαν μπροστά στα όργανα των βασανιστηρίων, απηύθυνε τα εξής λόγια στον τύραννο: «Βλέπεις πολύ καλά ότι, την αποφασιστικότητα της ψυχής μας και το θάρρος των λόγων μας, παρά το νεαρόν της ηλικίας, μας τα δίνει ο Χριστός. Εκείνος είναι που αφαίρεσε από εμάς τον ανθρώπινο φόβο και ένδυσε με θεία δύναμη!». Η μητέρα του τον ενθάρρυνε να μη λυγίσει και το νεαρό παιδί παραδόθηκε στους δημίους και θανατώθηκε με ραβδισμούς. Όσο για τη μητέρα του, την έριξαν μαζί με τους άλλους δύο γιους της στην πυρά, ενώ εκείνη δόξαζε τον Θεό που της επέτρεψε να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με τα παιδιά της [29 Ιουλ.]. 
Έσυραν τότε την αγία Αναστασία ενώπιον του νέου έπαρχου Ιλλυρίας, Λουκιανού, ανθρώπου άπληστου και άσπλαχνου· αρνήθηκε η αγία να του παραδώσει την περιουσία της «διότι η εντολή του Θεού και Κυρίου μου δεν είναι να μοιράζω τα υπάρχοντά μου σε ανθρώπους πλούσιους, όπως εσύ, αλλά στους πτωχούς για χάρη της ψυχικής τους σωτηρίας». Την έριξαν στη φυλακή όπου έμεινε για έναν ολόκληρο μήνα, δίχως καμιά τροφή, με μόνη ανακούφιση και ενθάρρυνση τις εμφανίσεις της αγίας Θεοδότης. Όταν ο έπαρχος την είδε να βγαίνει από τη φυλακή ακτινοβολώντας πνευματική δύναμη, διέταξε να την παραδώσουν σε άλλους δεσμοφύλακες, πιο σκληρόκαρδους, για άλλες τριάντα ημέρες εγκλεισμού, και μετά το πέρας τους την καταδίκασε σε θάνατο. Επιβίβασαν την Αναστασία σε πλοίο μαζί με εκατόν τριάντα εθνικούς, καταδικασμένους για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου, και έναν μόνον άλλο χριστιανό, τον Ευτυχιανό. Κατόπιν, τρύπησαν σε πολλές μεριές το κήτος του πλοίου και το εγκατέλειψαν με τους φυλακισμένους στην ανοιχτή θάλασσα. Μόλις όμως άρχισε να βυθίζεται το πλοίο, παρουσιάσθηκε η αγία Θεοδότη, η οποία πήρε το πηδάλιο και οδήγησε το πλοίο στη νήσο Παλμαρία, όπου ζούσαν εξόριστοι χριστιανοί. Μπροστά στο θαύμα αυτό, οι ειδωλολάτρες κατάδικοι ασπάσθηκαν με ευγνωμοσύνη την Πίστη του Χριστού. Πληροφορήθηκε το γεγονός ο έπαρχος και έστειλε στρατό στο νησί, συνέλαβε περί τους διακόσιους χριστιανούς και διέταξε να αποκεφαλισθούν όλοι, αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό της αγίας Αναστασίας, η οποία έλαβε τέλος τον καλλίνικο και αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου, που είχε εξασφαλίσει σε τόσους άλλους πριν. Το τίμιο λείψανό της μετακομίσθηκε αρχικά στη Ρώμη, όπου οικοδομήθηκε ναός προς τιμήν της, και κατόπιν μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί πατριάρχου αγίου Γενναδίου, περί το 470, και κατετέθη στον ναό που αφιερώθηκε στη μνήμη της και επιτελεί έκτοτε πολλά θαύματα.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Προσωποποίηση του Χειμώνα...

Χειμερινό ηλιοστάσιο
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 
και ώρα 17:04 μ.μ

Προσωποποίηση του Χειμώνα, μωσαϊκό σε λουτρό κοντά στον Άγιο Ταξιάρχη Άργους, 
τέλη 5ου-αρχές 6ου αι. μ.Χ. 
πηγή:εδώ 
Το μωσαϊκό απεικονίζει προσωποποιημένες τις τέσσερεις εποχές σε πίνακες μέσα σε κάμπο από άκανθες, πλαισιωμένο από γεωμετρικό διάκοσμο προοπτικά αποδοσμένο. Ο Χειμώνας εμφανίζεται ως ώριμος γενειοφόρος άνδρας, τυλιγμένος με βαρύ χιτώνα λόγω του ψύχους. Τον συνοδεύουν το φτωχικό στέλεχος μιας καλαμιάς (ταιριαστό για την κρύα εποχή), ο καρπός μιάς κολοκυθιάς (συνήθους χειμωνιάτικης τροφής), δύο αγριόπαπιες και τρία ψάρια (το κυνήγι της αγριόπαπιας συνδέεται με το χειμώνα και τα ψάρια με την υγρασία της εποχής). Η απεικόνιση των προσωποποιημένων εποχών (όπως και των μηνών) ήταν ιδιαίτερα αγαπητή τόσο κατά την Αρχαιότητα όσο και κατά τη Βυζαντινή Εποχή. Συνδυασμένες με τις ασχολίες της κάθε περιόδου (ιδίως τις εργασίες στην ύπαιθρο), οι Εποχές αποτελούσαν σύμβολο του κυκλικού χαρακτήρα του έτους, της ζωής, του θανάτου και της αναγέννησης, και συνδέονταν, ακολούθως, με τις έννοιες της ευημερίας και της γονιμότητας.

 

Η επανάληψη των εποχών βασίζεται στην κίνηση της Γης γύρω από τον Ήλιο, την οποία βλέπουμε να αντικαθρεφτίζεται στον ουρανό, γιατί παρ’ όλο που ο Ήλιος είναι ακίνητος, εμάς μας φαίνεται ότι κινείται, από τη Δύση προς την Ανατολή, λόγω ακριβώς της κίνησης της Γης πάνω στην τροχιά της. Κι έτσι κάθε μέρα η Γη βρίσκεται σε διαφορετική θέση από αυτήν που βρισκόταν την προηγουμένη. Από κάθε νέα θέση αντικρίζουμε τον Ήλιο από διαφορετική γωνία κι έτσι τον βλέπουμε καθημερινά να βρίσκεται μπροστά από διαφορετικά άστρα. 
Κάθε φορά που η Γη συμπληρώνει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο, μας φαίνεται ότι ήταν ο Ήλιος αυτός που συμπλήρωσε έναν κύκλο γύρω από τη Γη, πάνω στην εκλειπτική. Η εκλειπτική δηλαδή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απεικόνιση ή η προέκταση πάνω στην ουράνια σφαίρα της γήινης τροχιάς γύρω από τον Ήλιο. Αν παρατηρήσουμε την εκλειπτική και τη συγκρίνουμε με τον ουράνιο ισημερινό (την προέκταση δηλαδή του ισημερινού της Γης και την αποτύπωσή του πάνω στον ουράνιο θόλο), θα δούμε ότι οι δύο αυτοί κύκλοι δεν συμπίπτουν, αλλά αντίθετα τέμνονται, σχηματίζοντας γωνία ίση με 23 μοίρες και 27 πρώτα λεπτά (περίπου 23,5 μοίρες), λόγω της κλίσης που έχει ο άξονας της Γης σε σχέση με το επίπεδο που σχηματίζει η εκλειπτική. Η γωνία αυτή ονομάζεται «λόξωση της εκλειπτικής», και τα δύο σημεία στα οποία τέμνονται οι δύο κύκλοι ονομάζονται «ισημερινά σημεία». 
Στο πρώτο σημείο ο ουράνιος ισημερινός τέμνει την εκλειπτική εκεί όπου ο Ήλιος βρίσκεται στις 20-21 Μαρτίου. Το σημείο αυτό ονομάζεται «εαρινό ισημερινό σημείο», και από την ημέρα αυτή αρχίζει η άνοιξη. Εκ διαμέτρου αντίθετα η τομή γίνεται όταν ο Ήλιος βρίσκεται στις 22-23 Σεπτεμβρίου. Το σημείο αυτό ονομάζεται «φθινοπωρινό ισημερινό σημείο», και από την ημέρα αυτή αρχίζει το φθινόπωρο. Και στις δύο αυτές ημέρες, στις περιοχές που βρίσκονται ακριβώς πάνω στον γήινο ισημερινό, η νύχτα είναι ίση με την ημέρα, δηλαδή επί 12 ώρες ο Ήλιος βρίσκεται πάνω από τον ορίζοντα και επί 12 ώρες βρίσκεται κάτω από τον ορίζοντα, έχουμε δηλαδή ίση-μέρα: ισημερία. 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ότι η διάρκεια ημέρας και νύχτας είναι ίδια σ’ όλη τη διάρκεια του έτους στους τόπους του ισημερινού, αν και η διάρκεια της ημέρας είναι λίγο μεγαλύτερη από την διάρκεια της νύχτας, γιατί η διάρκεια της ημέρας υπολογίζεται από την στιγμή που η άνω άκρη του ηλιακού δίσκου εμφανίζεται στον ανατολικό ορίζοντα και μέχρις ότου η ανώτερη άκρη του δύσει στον δυτικό ορίζοντα, κι όχι από την στιγμή που το γεωμετρικό κέντρο του Ήλιου ανατέλλει ή δύει. Στους γεωγραφικούς τόπους, όμως, πάνω και κάτω από τον ισημερινό, το φαινόμενο της ίσης μέρας-ίσης νύχτας συμβαίνει 3-4 ημέρες ΠΡΙΝ από την εαρινή ισημερία (όπως για την Αθήνα συνέβη προ ημερών, στις 16 Μαρτίου) και μερικές ημέρες ΜΕΤΑ την φθινοπωρινή ισημερία. 
Από το εαρινό ισημερινό σημείο και μετά, ο Ήλιος φαίνεται να σκαρφαλώνει όλο και πιο πάνω στο βόρειο ημισφαίριο του ουρανού. Οι μέρες μεγαλώνουν, οι νύχτες μικραίνουν και ο καιρός γίνεται όλο και πιο θερμός. Περίπου τρεις μήνες αργότερα, γύρω στις 22 Ιουνίου, ο Ήλιος φτάνει στο βορειότερο σημείο της εκλειπτικής, από το οποίο θα αρχίσει πλέον να κατέρχεται, «τρεπόμενος» και πάλι προς τον ισημερινό. Το σημείο αυτό, στις 22 Ιουνίου, ονομάζεται «θερινό τροπικό σημείο» ή απλά «θερινή τροπή», επειδή ο Ήλιος τρέπεται και πάλι προς τον ισημερινό, και από την ημέρα αυτή αρχίζει το καλοκαίρι. Επειδή μάλιστα για μερικές ημέρες πριν και μετά τη θερινή τροπή ο Ήλιος φαίνεται να αργοστέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει, το θερινό τροπικό σημείο ονομάζεται επίσης και «θερινό ηλιοστάσιο». 
Μετά τη θερινή τροπή, ο Ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει προς τον Νότο, και γύρω στις 23 Σεπτεμβρίου φτάνει στο φθινοπωρινό ισημερινό σημείο, οπότε, όπως και στο εαρινό ισημερινό σημείο, έχουμε την Φθινοπωρινή ισημερία, αν και για την Αθήνα η ίση μέρα-ίση νύχτα συμβαίνει μερικές ημέρες ΜΕΤΑ την φθινοπωρινή ισημερία. Η κάθοδος, όμως, του Ήλιου συνεχίζεται, μέχρις ότου, γύρω στις 22 Δεκεμβρίου, φτάνει στο νοτιότερο σημείο της τροχιάς του, που ονομάζεται «χειμερινό τροπικό σημείο», ή απλά «χειμερινή τροπή» ή «χειμερινό ηλιοστάσιο». Από την ημέρα αυτή αρχίζει ο χειμώνας. Αλλά από εκεί κι έπειτα ο Ήλιος σταματάει να κατέρχεται και ξαναρχίζει και πάλι να σκαρφαλώνει, κάθε μέρα όλο και πιο ψηλά. 
Την άνοιξη ο Ήλιος ακολουθεί ψηλότερη τροχιά, και οι μέρες είναι ίσες σχεδόν με τις νύχτες. Το καλοκαίρι ο Ήλιος φτάνει στο ψηλότερο σημείο της βόρειας φαινόμενης τροχιάς του: οι μέρες είναι μεγάλες και οι νύχτες μικρές. Το φθινόπωρο, τέλος, η τροχιά του Ήλιου αρχίζει να ξανακατεβαίνει προς τον ορίζοντα όλο και πιο πολύ, με ίσες μέρες και νύχτες. Τις χειμωνιάτικες μέρες η φαινόμενη ημερήσια τροχιά του Ήλιου στον ουρανό βρίσκεται χαμηλά στον ορίζοντα. Οι μέρες είναι μικρές και οι νύχτες μεγάλες. Και ο κύκλος των εποχών τελειώνει με τον Ήλιο και πάλι στην εαρινή ισημερία, με το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης, που καλωσοριζόταν από τους ανθρώπους με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση, διότι στον ερχομό της έβλεπαν το τέλος του χειμώνα και των στερήσεών τους, του κρύου και του θανάτου. 
Την άνοιξη τα χιόνια έλιωναν και χάνονταν, τα χόρτα και τα αγριολούλουδα των λιβαδιών ξαναφούντωναν, ο καιρός ημέρευε και γινόταν θερμότερος και τα μπουμπούκια εμφανίζονταν ξανά στα δένδρα. Έβλεπαν τη ζωή να ξαναγυρίζει στη Γη. Με την άφιξη της άνοιξης οι μέρες θα μεγάλωναν, ο καιρός θα γλύκαινε και καλύτερες μέρες θα έρχονταν και πάλι. Πώς, λοιπόν, να παραξενευτεί κανείς που στα παλιά τα χρόνια γιόρταζαν την πρώτη ημέρα της άνοιξης, την εαρινή ισημερία, σαν πρωτοχρονιά, σαν αρχή ενός καινούργιου χρόνου, σαν εποχή της αναγέννησης της φύσης; Ήταν πραγματικά ο θάνατος του σκότους και η γέννηση του φωτός. 
Οι αλλαγές των εποχών, άλλωστε, είχαν για τους αρχαίους τεράστια σημασία, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την εμφάνιση της γεωργίας πριν από περίπου 10.000 χρόνια. Γι’ αυτό, η διάρκεια ενός ηλιακού έτους έπρεπε να μετρηθεί επακριβώς, επειδή η σπορά, η συγκομιδή και οι άλλες γεωργικές ασχολίες εξαρτώνταν από τις αλλαγές των εποχών. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου παράξενο που ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους σαν θεός, αφού γι’ αυτούς ο Ήλιος ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές: από τη σπορά ως τη βλάστηση και από την ανθοφορία ως τη συγκομιδή.  

πηγή:εδώ 

Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ Τριῴδιον


Τῌ ΚΒ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας.


 Ἐν τοῖς ἀποδείπνοις ψάλλομεν τὸ Τριῴδιον, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς.

Τετράδι ψαλῶ
ᾨδὴ γ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τῆς πίστεως, ἐν πέτρᾳ με στερεώσας, ἐπλάτυνας τὸ στόμα μου ἐπ' ἐχθρούς μου· ηὐφράνθη γὰρ τὸ πνεῦμά μου ἐν τῷ ψάλλειν· Οὐκ ἔστιν ἅγιος, ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστι δίκαιος, πλήν σου Κύριε».

ν κενοῖς τὸ συνέδριον τοῦ Ἡρῴδου, καὶ γνώμῃ συναθροίζεται μιαιφόνῳ, τικτόμενον τὸν Κύριον ἀποκτεῖναι, ᾧ πάντες ψάλλομεν· Σὺ εἶ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστι δίκαιος, πλήν σου Κύριε.

Τὸ δεινὸν βουλευτήριον τοῦ Ἡρῴδου, σκέπτεται θεομάχου ψυχῆς ὑπάρχον, νηπίοις τὸν Δεσπότην συναποκτεῖναι, Χριστὸν ᾧ ψάλλομεν· Σὺ εἶ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστι δίκαιος πλήν σου Κύριε.

ᾨδὴ η'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ῥῆμα τυράννου, ἐπεὶ ὑπερίσχυσεν, ἑπταπλασίως κάμινος, ἐξεκαύθη ποτέ· ἐν ᾗ Παῖδες οὐκ ἐφλέχθησαν, Βασιλέως πατήσαντες δόγμα, ἀλλ' ἐβόων· Πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

ποκενοῦντες, ὡς μύρα τὰ δάκρυα, τῷ δι' ἡμᾶς Χριστῷ τικτομένῳ σαρκί, σαρκὸς τὰς κηλῖδας καθαρίσωμεν, τῷ ἀχράντῳ καθαρῶς προσιόντες, καὶ βοῶντες· Πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Δάκρυσιν οἴκτου, τὰ δάκρυα φύγωμεν, ἁμαρτωλοὶ κολάσεως, τῆς μελλούσης φρικτῆς, Χριστοῦ τῶν ἰχνῶν ἐπιλαβόμενοι, τεθειμένου ἐν σπαργάνοις ὡς βρέφος, καὶ βοῶντες· Πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ερουργεῖσθαι τὸ λύτρον γινώσκοντες, ἐκ τῶν ἰδίων σπλάγχνων τε, καὶ δακρύων πηγῆς Χριστῷ, διὰ τῆς ἐξαγορεύσεως, ἐκπλυθέντες πιστοὶ προσέλθωμεν, σαρκὶ τικτομένῳ, βοῶντες· Πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ'
Ἦχος β'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ψυχαῖς καθαραῖς, καὶ ἀρρυπώτοις χείλεσι, δεῦτε μεγαλύνωμεν τὴν ἀκηλίδωτον, καὶ ὑπέραγνον Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, δι' αὐτῆς τῷ ἐξ αὐτῆς, προσφέροντες πρεσβείαν τεχθέντι, φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς».

γνώμων μηδείς, μὴ πονηρὸς ζηλότυπος, ἔστω τῶν φερόντων νῦν, δῶρα Θεῷ δεκτά, ἀντὶ σμύρνης καὶ χρυσοῦ καὶ λιβάνου, ἀρετῶν τὸν σμυρνισμόν, ψαλλόντων σε Χριστῷ τικτομένῳ, φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Λέγει πωρωθείς, Ἡρῴδης Μάγοις ἔμφροσιν. Ἄπιτε ζητήσατε, τὸν γεννηθέντα νῦν Βασιλέα, καὶ εὑρόντες μηνύσατέ μοι, μελετήσας ὁ δεινός, τὸν φόνον μιαιφόνῳ καρδίᾳ. Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

πηρωτικῆς, μιαιφονίας τόλμημα! λήθης ὅθεν ἔτυχες· ὅτι Θεὸν οὐδείς, ὑποχείριον ἀναιρεῖ λαμβάνων· ὑπερζέσας γὰρ θυμῷ, ὠμῶς τὰ βρέφη σφάττεις Ἡρῴδη. Φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Δημοφιλείς αναρτήσεις