Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Τετάρτη: Ομιλία για την Αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο στο σπίτι του φαρισαίου.

24894_1402455902627_1269234149_1145686_2812373_n
αγιογράφος: Γεώργιος Κόρδης
Αγίου Αμφιλοχίου, Επισκόπου Ικονίου   
Ομιλία για την Αμαρτωλή γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο στο σπίτι του φαρισαίου. 
Πολύ ωφέλησε τη ψυχή μας ο Χριστός, σαν παρακάθισε στο τραπέζι του Ζακχαίου. Γιατί όπου ο Χριστός φιλοξενείται, και κάνει συντροφιά με τους ανθρώπους, και το πιοτό και το τραπέζι μας καταδέχεται, εκεί κατοικεί και η ευφροσύνη. Γιατί ποιός τελώνης ή πόρνη ή απ’ εκείνους που έπραξαν όσα δε λέγονται κακά, βλέποντας τον Ποιητή του ουρανού και της γης να εισέρχεται στο σπίτι του Τελώνη, ή εκείνον που μας δίνει τα στάχυα, να λαβαίνει με τα χέρια του ανθρώπινο ψωμί, ή των τσαμπιών τον χορηγό να ντύνει απ’ το κρασί και να ευλογεί τα πατητήρια, και στο μυαλό του δε  θάβαζε τη πράξη τούτη για μεγάλη γιορτή και λαμπρό πανηγύρι; Αληθινή γιορτή. Ευφροσύνη αγγελικής φιλοξενίας, να βλέπεις το Δεσπότη με τους δούλους· το Θεό με τους ανθρώπους· τον Κριτή τέλος να βλέπεις μ’ εκείνους που θα κρίνει, να κάθεται στο ίδιο τραπέζι. Μα για τούτο το λόγο ήρθε στη γη, χωρίς να εγκαταλείψει τον ουρανό ορφανό από τη θεϊκή δόξα· γιατί και τέλειος γενόμενος άνθρωπος, δεν έπαυσε να είναι Θεός. Και ήρθε επί της γης και πέρασε θάλασσες για να βγάλει τους χειμαζόμενους στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων από το βυθό της αμαρτίας, και σε πόλεις και κώμες περιόδευσε και περπάτησε στα στενά τα μονοπάτια και στ’ απόκρημνα πατήματα, και σε γκρεμούς στάθηκε κι’ αναζήτησε τους πλανεμένους για να τους επαναφέρει στη ποίμνη τους, σαν ακυβέρνητα πρόβατα. Γιατί Αυτός είναι εκείνος που αναζητεί το «απολωλός πρόβατο», εκείνος που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάσχει για το ένα. Και επειδή ζητούσε το ένα, δε σημαίνει πως καταφρονούσε τα υπόλοιπα, μα και ούτε πάλι θυσίαζε για τα πολλά το ένα· γιατί άφηνε τα ενενήντα εννέα στη μάντρα ασφαλισμένα και σίγουρα, και τότε έτρεχε για το ένα να το σώσει απ’ τη πλεκτάνη του διαβόλου. Πρόβατο χωρίς ποιμένα είναι έτοιμο δείπνο στα θηρία, και ψυχή ασφράγιστη από αρετή και χωρίς ταπείνωση και φόβο Θεού είναι στα χέρια του διαβόλου. Και το Ζακχαίο άρπαξε σαν πρόβατο από το στόμα του λύκου και στη λογική αυλή των προβάτων επανέφερε και με θεία χαρίσματα και αρετή τον κόσμησε. Κι’ όπως ο ποιμένας που επιθυμεί να ξαναβρεί το πλανεμένο αρνί, αφήνει φρόνιμο και πιστό του ζώο ελεύθερο να βόσκει, μη τυχόν το απαντήσει και μαζί επιστρέψουν στη μάντρα, έτσι και ο Λόγος του Θεού τη σάρκα που δανείστηκε από την Παρθένο, σαν πρόβατο σε βοσκοτόπι, άφησε στο τραπέζι του Ζακχαίου, όπως, για χάρη της φιλοξενίας και της συντροφιάς, τον τραβήξει προς την ποίμνη.
Αλλά τούτο δεν το καταλάβαιναν οι Φαρισαίοι και σχολίαζαν με τις απαίσιες τους γλώσσες και διέβαλλαν το Χριστό που τον έβλεπαν να τρώει με τους τελώνες. Μα σαν τα ασκιά τα παλιά ανοίξανε γιατί δε μπορούσαν να δεχτούν τον καινούργιο δυνατό λόγο της διδασκαλίας. Εμείς όμως, αδελφοί, ας ακολουθήσουμε το μέγα φιλάνθρωπο στην πορεία του. Εκείνος λοιπόν που τον Ζακχαίο τον τελώνη έφερε στο δρόμο τον καλό και στη λογική μάντρα των Αποστόλων συγκατέλεξε, εκείνος είναι που και την πόρνη την αμαρτωλή, την εργάτιδα τόσων κακών, τράβηξε από το φαράγγι του διαβόλου και στην ασφαλισμένη μάντρα την απέδωσε. Για να γνωρίσετε όμως τη φιλανθρωπία του Χριστού κι’ από την άλλη των Φαρισαίων τη παραφροσύνη και για να μάθετε της αμαρτωλής την επιστροφή, παραθέτω αυτούς τους , ευαγγελικούς λόγους, και αν ακούσετε καλά και προσέξετε το ύφος, εύκολα πολύ θα βγάλετε και το νόημα τους. Ρώτησε, λέει, κάποιος από  τους  Φαρισαίους τον Ιησού, αν μπορεί να  φάει μαζί του . Και( ο Ιησούς)  εισήλθε  στο σπίτι  του Φαρισαίου και κάθησε. Ω ανείπωτη χάρις! ω πρωτάκουστη φιλανθρωπία που δε γνωρίζεις όρια! Και με Φαρισαίους παρακάθεται χωρίς ν’ αποδιώχνει τους τελώνες· και τις πόρνες ελεεί και με τη Σαμαρείτιδα συζητάει και στη Χαναναία απαντά και στην αιμορροούσα το κράσπεδο του ιματίου του παραχωρεί και δεν ντρέπεται. Είναι γιατρός για όλα τα πάθη και τα θεραπεύει για να ωφελήσει όλους, τους πονηρούς και τους αγαθούς, τους αχάριστους και τους ευγνώμονες. Έτσι λοιπόν και τώρα που τον προσκαλεί ο Φαρισαίος, δέχεται, και εισέρχεται στην οικία του, οικία γεμάτη με αμαρτίες. Γιατί όπου Φαρισαίος εκεί είναι η πονηρία, ο τόπος της αμαρτίας, της περηφάνιας το «καλωσόρισες». Και σε τέτοιο σπίτι ο Κύριος δεν αρνιέται να υπάγει. Και φυσικά, γιατί όπως ο ήλιος δε χάνει τη λάμψη του ακόμα και στο βόρβορο σα ρίχνει τις ακτίνες του αλλά τουναντίον τον καθαρίζει, έτσι και ο Χριστός κάθε τόπο αισχύνης και βέβηλο διαλέγει και τη βρωμερή αμαρτία με τις ακτίνες του διαλύει, κι’ άσπιλος μένει πάντα ο λόγος της θεότητας.
Έτσι, αμέσως πήγε στο Φαρισαίο ήρεμος, σιωπηλός, χωρίς να ελέγξει τη ζωή του. Πρώτα για να αγιάσει τους καλεσμένους, εκείνον που τον κάλεσε, το σπίτι και τα φαγητά· έπειτα για να δείξει πως δεν ήταν φάσμα η ενανθρώπησή του μα κάτι πραγματικό, πως έγινε δηλαδή τέλειος άνθρωπος, κάθισε στο τραπέζι γιατί εκεί έμελλε να έρθει η πόρνη και να δείξει το θερμό και φωτεινό  τρόπο της μετανοίας. Γι’ αυτό σαν τον κάλεσε ο Φαρισαίος, αμέσως συγκατανεύει για να διδάξει μπροστά στους Γραμματείς  και Φαρισαίους. Όταν η πόρνη θα ομολογεί τα σφάλματά της, πως πρέπει να ζητούν συγχώρεση οι αμαρτωλοί από το Θεό και να δέχονται τη χάρη του. «Να μια γυναίκα στη πόλη, που ήταν αμαρτωλή»… Γυναίκα, αυτή που έγινε για βοήθεια του άνδρα, μα πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρό του, που δημιουργήθηκε και είναι από τη  φύση καλή, μα που με την ίδια της τη βούληση έγινε κακή· αυτή που έδειξε την ωραιότητα του ξύλου και τον παράδεισο έχασε. Και της Εύας έφερνε τις αμαρτίες και κατάμεστη ήταν από τις δικές της. Και θα πω πρώτα για την προηγούμενη συμπεριφορά της και πως σκορπούσε σπάταλα τους τρόπους της, για ν’ αντιλήφθείτε καλλίτερα την πολυτέλεια της μετανοίας.
Ο Θεός πήρε κόκκαλο από τη πλευρά του Αδάμ, του πρόσθεσε σάρκα και έτσι έκανε την Εύα, που και γι’ αυτό γυναίκα την κάλεσε, και την έδωσε στον Αδάμ για σύντροφό του. Αλλά μετά που αμάρτησαν και παρέβηκαν το νόμο και διωχθήκανε από το Παράδεισο, σαν τιμωρία τους ήρθε και ο θάνατος. Μα για να μη χαθεί όμως ολότελα το ανθρώπινο γένος με τη φθορά του θανάτου, έρχεται ο γάμος ν’ αναχαιτίσει το θάνατο. Για να σπέρνει ο ένας κι’ ο άλλος να θερίζει· ο ένας να κόβει και ο  άλλος να βλαστάνει. Κι’ ότι μετά την είσοδο του θανάτου δόθηκε η χάρη του γάμου, καταφάνερο είναι από το ότι ο Αδάμ μετά την έξοδο από τον Παράδεισο βρέθηκε με τήν Εύα. Κι’ έχει γραφτεί ότι σαν βγήκανε από το Παράδεισο, τότε γνώρισε ο Αδάμ τη γυναίκα του· πριν την αμαρτία λοιπόν ήταν η παρθενία, που διατηρούσε αμόλυντο και καθαρό το χιτώνα της φύσεως. Μετά λοιπόν από την ανομία, υστέρα από την τιμωρία του θανάτου μπήκε ο γάμος για να εξασθενήσει το θάνατο με την άνθησή του και να τον νικήσει με την αρχοντική του βλάστηση. Και για να μη χαθεί το ανθρώπινο γένος αλλά τουναντίον να πληθύνει ψηφίστηκε ο νόμος του γάμου. Και στον άνδρα χάρισε την ηδονή και στη γυναίκα τη θωπεία και την ωραιότητα, ωραιότητα πρόσκαιρη, όχι για να  ωθούνται σε άνομες μίξεις, αλλά για να ενώνονται έννομα με το θεσμό του γάμου. Η μίξη υστέρα από νόμιμο γάμο είναι τίμια και ευλογημένη από το Θεό. Αλλά εκείνη που γίνεται για να κερδίσει η σάρκα την ηδονή, έχει μέσα της το θάνατο. Όσες λοιπόν νόμιμα γνώρισαν τους άνδρες για να κάμουν παιδιά, είναι αψεγάδιαστες. Εκείνες όμως που διεγείρουν τους νέους, και τους σπρώχνουν στην ακολασία για να χαρούν την άνομη ηδονή, αυτές είναι καταδικασμένες για τη φθορά, γιατί τον ναό του Θεού καταστρέφουν. Και από αυτές ήταν η αμαρτωλή που λέμε. Κι’ αφού τόσο αισχρά εκμεταλλεύτηκε τη φύση, με το να χρωματίζει με φτηνή βαφή το πρόσωπό της, και με επιδεξιότητα να προσπαθεί πώς να φανεί ελκυστική, έσερνε τυφλά τους νέους στην ακολασία και τους έσπρωχνε στο βάραθρο της πορνείας.
Και δεν τα λέω αυτά, για να περιγελάσω εκείνα που έκαμε· αλλά για να την επαινέσω, με το να ξέρετε από που ξεκίνησε και που έφτασε. Και λέω πια ήταν πρώτα, για να σας δείξω τι γίνηκε τώρα. Και όλα τα αμαρτήματα της τα περιγράφω, για να δείξω τα κατορθώματα της μετανοίας. Αλλά αυτή, που δε μεταχειρίστηκε όπως έπρεπε το σώμα της· μα άλλους σαγήνευε με τις πλεξούδες των μαλλιών της, άλλους μάγευε με τα δάκρυα της κι’ άλλους με τη θρασύτητά της και όλους από παντού τους οδηγούσε στο βάραθρο της ακολασίας, αυτή τώρα τον αισχρό και σαρκικό έρωτά της αλλάζει σε θεία και ουράνια στοργή. Σαν είδε τον Ιησού άλλοτε να μιλά με τη Σαμαρείτιδα κι’ άλλοτε να σιμώνει τη Χαναναία, κι’ άλλη φορά να διαπιστώνει τη κλοπή της αιμορροούσας, και πότε να τρώει με τους τελώνες και πότε να επισκέπτεται τους Φαρισαίους, σκέφτηκε. Αφού τις πόρνες και τους αμαρτωλούς και τους τελώνες καταδέχεται, ως πότε θα σπαρταρώ σαν ψάρι για την ηδονή και θα βυθίζομαι συνεχώς στα πελάγη της αμαρτίας ; Δε θα μείνω για πάντα στο κόσμο, ούτε ωραία θα μείνω, γιατί το καθένα έχει στο καιρό του το θάνατο και όλα μαραίνονται· και τα άνθη και τα κρίνα κι’ οι ομορφιές του προσώπου. Και τί θα πάθω για τα έργα μου ; Αρχίζω τώρα και εννοώ τη φωτιά της κολάσεως και η ψυχή μου μετανοεί, γιατί προσπαθώντας με κάθε μέσο πώς να φανώ ωραιότερη για την καταστροφή των νέων, έβγαινα στους δρόμους της πολιτείας και στην αγορά κι’ έτρεχα στις μαζώξεις των ανθρώπων κι’ είχα για δίχτυ μου τα πόδια κι’ ως δόλωμα τις ωραίες μου κουβέντες. Ω, πόσους νεαρούς κατάστρεψα με τις ματιές μου, τις γεμάτες αναίδεια και πάθος. Κι’ έκαμνα πολλά φτιασίδια κι’ αυτό για βλάβη πάλι εκείνων που με κοιτούσαν, και πότε ύψωνα τα μαλλιά μου σε σειρές απανωτές σαν πύργο, και πότε άφηνα από ψηλά πολλές πλεξούδες αφρόντιστα να κυλούν στο μέτωπο μου. Και τα μαγουλά μου έβαφα και τα μάτια μου τα είχα πάντα με μαυράδια. Και πότε με δάκρυα ψεύτικα έκανα τους νέους να πέφτουν μπροστά μου. Ω, τί θα καταντήσω για τούτα, και ποιό γιατρό να βρω σε όλα τούτα τα πάθη; Αν εξομολογηθώ τις ανομίες μου στους ανθρώπους, ανώφελη θα είναι η εκμυστήρευσή μου· να κρύψω τα αμαρτήματά μου δε μπορώ. Κι’ από πού να τα κρύψω μιας που το Θεό δε μπορώ να ξεγελάσω; Και πού να πάω που παντού το δικαστή βρίσκω μπροστά μου; που ναι μεν δε φαίνεται μα παντού με ελέγχει; Μια ελπίδα σωτήριας μου απομένει, μια ευκαιρία για τη ζωή· να βρω τον Ιησού και να τρέξω κοντά του. Αυτός που τους Τελώνες δέχεται δεν απαρνιέται τη πόρνη. Αυτός που δειπνεί μαζί με Φαρισαίους δε διώχνει τα δάκρυα της αμαρτωλής. Κι’ επειδή ξέρω πως βρίσκεται στου Σίμωνα του Φαρισαίου, εκεί θα πάω. Μα τί να του ζητήσω σαν πάω ; Την υγεία των ματιών μου; Μα είναι πρόσκαιρο το χάρισμα. Ν’ απαλλαγώ από την αρρώστια; Μικρό το κατόρθωμα, γιατί ο αιώνιος θάνατος είναι πιο μεγάλος από τη σύντομη τούτη ζωή. Απ’ όλα θα παραιτηθώ λοιπόν, τα σωματικά, και την υγεία της ψυχής μου θα ζητήσω. Και μια λύση στα κακά και τις αμαρτίες που σώρεψα είναι να δω το Δικαστή και να προλάβω τη κόλαση, θα μιμηθώ τη πόρνη τη Ραάβ, και θα ζηλέψω την ενάρετη ζωή της γυναίκας. Και τίποτε άλλο δε ζητά ο Θεός πλην της μετανοίας.
Και σαν σκέφτηκε τούτα, που είπαμε, με ευσέβεια, και σαν μετάστρεψε το νου της στη πίστη, έρχεται στον Ιησού με παρρησία να ομολογήσει την αναίδειά της. Και δε λέγει τίποτε· δεν τολμούσε· ήξερε πως εκείνος που εποπτεύει τους λογισμούς δεν έχει ανάγκη από λόγια. Και τί θα του έλεγε αφού όλα τα γνωρίζει! Πως αμάρτησε κι’ εργάστηκε την ανομία; Πως ερωτεύονταν κι’ απολάβαινε τις σαρκικές ηδονές; Αυτά τα ήξερε καλά ο Θεός, όχι γιατί γίνηκαν αλλά γιατί γνωρίζει και τους λογισμούς στα μύχια της καρδίας μας. Επειδή λοιπόν γνώριζε πως όλα είναι φανερά στο Θεό και δε μπορεί να τον ξεγελάσει, έκλεισε το στόμα της «κι’ άνοιξε τα δάκρυα της» να μιλήσει. Και δε μιλούσε με το στόμα της, αλλά με στεναγμούς και με καρδιά συντετριμμένη έλεγε την άβυσσο των αμαρτιών της· τους άσεμνους στοχασμούς, και τις αισχρές μνήμες, τις βέβηλες πράξεις και τις άνομες ομιλίες ομολογούσε. Και δεν υπήρξε τίποτα που να έκανε και που δεν το πλήρωσε με δάκρυα. Κι’ ήξερε καλά πως για ό,τι έλεγε λάβαινε τη συγχώρεση. Και όχι μόνον χωρίς να μιλεί, ομολογούσε ζητώντας την εξιλέωση του Κυρίου με τους στεναγμούς της καρδίας της, άλλα, ξεπλήρωσε και το ωραίο σχήμα της μετανοίας. Δάκρυσε γιατί γέλασε πολύ, και με «τα καλά δάκρυα λούζει το κακό της γέλιο», με τις σταγόνες των ματιών της ξεπλένει την αμαρτία από τα μάγουλα της, με εκείνα που αμάρτησε με τούτα και απολογιέται· με όσα έπραξε τις ανομίες, με αυτά ζητεί να εξιλεώσει το νομοθέτη. Όπως ακριβώς ο Δαβίδ, το στρώμα που μόλυνε με εναγκαλισμούς το ξέπλυνε με τα δάκρυα…
(Μετάφρ. Θεοδόση Νικολάου, Κυπρίου.Περιοδικό Κιβωτός-Απάνθισμα)

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Μεγάλη Δευτέρα

226800-15 (1)
αγιογράφος: Γεώργιος Κόρδης
Εἰς τοὺς Αἴνους
Στιχηρὰ Ἰδιόμελα
Ἦχος α'
Ἐρχόμενος ὁ Κύριος, πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ. Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ, οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν· ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρά μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου, καὶ Θεὸν ὑμῶν, καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. (Δίς)
Ἦχος πλ. α'
Φθάσαντες πιστοί, τὸ σωτήριον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄφατον αὐτοῦ μακροθυμίαν δοξάσωμεν, ὅπως τῇ αὐτοῦ εὐσπλαγχνίᾳ, συνεγείρῃ καὶ ἡμᾶς, νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. (Δίς)
Δόξα... Καὶ νῦν ... Ἦχος πλ. α'
Κύριε, ἐρχόμενος πρὸς τὸ Πάθος, τοὺς ἰδίους στηρίζων Μαθητὰς ἔλεγες, κατ΄ ἰδίαν παραλαβὼν αὐτούς. Πῶς τῶν ῥημάτων μου ἀμνημονεῖτε, ὧν πάλαι εἶπον ὑμῖν, ὅτι Προφήτην πάντα οὐ γέγραπται εἰ μὴ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἀποκτανθῆναι; Νῦν οὖν καιρὸς ἐφέστηκεν, ὃν εἶπον ὑμῖν· ἰδοὺ γὰρ παραδίδομαι, ἁμαρτωλῶν χερσὶν ἐμπαιχθῆναι, οἳ καὶ σταυρῷ με προσπήξαντες, ταφῇ παραδόντες, ἐβδελυγμένον λογιοῦνται ὡς νεκρόν· ὅμως θαρσεῖτε· τριήμερος γὰρ ἐγείρομαι εἰς ἀγαλλίασιν πιστῶν καὶ ζωήν τὴν αἰώνιον.
Εἰς τὰ Ἀπόστιχα
Ἰδιόμελα Ἦχος πλ. α'
Κύριε, πρὸς τὸ μυστήριον τὸ ἀπόρρητον τῆς σῆς οἰκονομίας, οὐκ ἐξαρκοῦσα ἡ τῶν ἐκ Ζεβεδαίου μήτηρ, ᾐτεῖτό σοι προσκαίρου βασιλείας τιμήν, τοῖς ἑαυτῆς δωρήσασθαι τέκνοις· ἀλλ' ἀντὶ ταύτης, ποτήριον θανάτου ἐπηγγείλω πιεῖν τοῖς φίλοις σου, ὃ ποτήριον πρὸ τούτων, πιεῖν ὁ αὐτὸς ἔλεγες, ἁμαρτημάτων καθαρτήριον. Διό σοι βοῶμεν· Ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν, δόξα σοι.
Κύριε, τὰ τελεώτατα φρονεῖν, τοὺς οἰκείους παιδεύων Μαθητάς, μὴ ὁμοιοῦσθαι τοῖς ἔθνεσιν ἔλεγες, εἰς τὸ κατάρχειν τῶν ἐλαχιστοτέρων· οὐχ οὕτω γὰρ ἔσται ὑμῖν τοῖς ἐμοῖς Μαθηταῖς, ὅτι πτωχὸς θέλων ὑπάρχω, ὁ πρῶτος οὖν ὑμῶν, ἔστω πάντων διάκονος, ὁ δὲ ἄρχων, ὡς ὁ ἀρχόμενος, ὁ προκριθεὶς δὲ ὡς ὁ ἔσχατος· καὶ γάρ ἐλήλυθα αὐτὸς τῷ πτωχεύσαντι Ἀδὰμ διακονῆσαι, καὶ λύτρον δοῦναι ἀντὶ πολλῶν, τὴν ψυχὴν τῶν βοώντων μοι· Δόξα σοι.
Ἦχος πλ. δ'
Τῆς ξηρανθείσης συκῆς διὰ τὴν ἀκαρπίαν, τὸ ἐπιτίμιον φοβηθέντες ἀδελφοί, καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, προσάξωμεν Χριστῷ, τῷ παρέχοντι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Δόξα... Καὶ νῦν ...
Δευτέραν Εὔαν τὴν Αἰγυπτίαν, εὑρὼν ὁ δράκων, διὰ ῥημάτων, ἔσπευδε κολακείας, ὑποσκελίσαι τὸν Ἰωσήφ, ἀλλ' αὐτὸς καταλιπὼν τὸν χιτῶνα, ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν, καὶ γυμνὸς οὐκ ᾐσχύνετο, ὡς ὁ Πρωτόπλαστος, πρὸ τῆς παρακοῆς· αὐτοῦ ταῖς ἱκεσίαις Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ό Ιησούς παίρνει παράμερα τους δώδεκα και τους λέει: «Ιδού άναβαίνομεν εις  Ιεροσόλυμα και ό Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται» (Ματθ. 20, 18).
Το Ευαγγέλιο υποδηλώνει ότι τα λόγια αυτά ελέχθησαν ιδιαιτέρως. Ό Ιησούς εμπιστεύθηκε το μυστικό του ταξιδιού στους Αποστόλους κι όχι σε όλους τους μαθητές. Το εμπιστεύθηκε καθώς προχωρούσαν στον ανηφορικό δρόμο.
Ασφαλώς ο Ιησούς περιμένει από κάθε χριστιανό να συμφιλιωθεί με το αποφασιστικό γεγονός πού έλαβε χώρα στην ' Ιερουσαλήμ. Άλλα ο  Ιησούς παραμένει ο Κύριος του χρόνου και των ατομικών κλήσεων. Διαλέγει την ώρα πού προσκαλεί το μαθητή του να γίνει κοινωνός του προνομίου των Αποστόλων και ν' ανεβεί μαζί του στα Ιεροσόλυμα εν όψει του οδυνηρού τέλους. Πόσοι χριστιανοί έχουν ανοίξει τ' αυτιά τους σ' αυτήν την πρόσκληση; Πόσοι έχουν συλλάβει την αλή­θεια πώς εκείνο πού έγινε τότε στην  Ιερουσαλήμ, αυτό πού εξακολουθεί να γίνεται στην αιώνια, την αόρατη Ιερουσαλήμ, είναι το σπουδαιότερο πού υπάρχει στον κόσμο;
Κύριε Ιησού, έχω ακούσει την πρόσκληση. Με πήρες παράμερα στο δρόμο. Θέλεις ν' απομονωθώ από τους άλλους ανθρώπους (για να τους συναντήσω καλύτερα) και να σε συνοδεύσω στο τέρμα του ταξιδιού σου. Του ταξιδιού σου του όποιου μου αποκαλύπτεις -και θα μου αποκαλύπτεις όλο και πιο πολύ-το νόημα και τις διάφορες πλευρές.
Κύριε, από σήμερα και πέρα θέλω -με τη χάρη σου- ή άνοδος στην  Ιερουσαλήμ κι αυτά πού θα δω και θ' ακούσω για σένα κατά τη διάρκεια της υπέρτατης και τελευταίας εβδομάδος ν' αποτελέσουν το κυρίαρχο ενδιαφέρον της ζωής μου. Τον τύπο όλου του υπολοίπου. Τον κύκλο τον κλειστό και ταυτόχρονα απέραντο οπού κλείνονται όλα τα' άλλα και του οποίου συ είσαι το κέντρο.
Ιδού! Εγκαταλείπω πίσω μου κάθε τι πού αναζήτησα και ακολούθησα. Κοίταξε! Πετάω σαν άχρηστο στο παρελθόν κάθε τι πού δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο μεγάλο μυστήριο του Πάσχα, οπού θέλεις να φθάσω. Ιδού ανεβαίνω μαζί σου στην  Ιερουσαλήμ. Τώρα πλέον «σιγησάτω πάσα σαρξ».
Η διήγηση του τελευταίου Πάσχα και του Πάθους εισάγεται στο τέταρτο Ευαγγέλιο μ' αυτές τις λέξεις: «ο Ιησούς αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κοσμώ εις τέλος ηγάπησεν αυτούς» ( Ίωάν. 13, 1). Εις τέλος. Ό Ιησούς δεν αγάπησε απλώς τους ανθρώπους μέχρι την τελευταία στιγμή της επίγειας ζωής του. Άλλα τους αγάπησε μ' έναν τρόπο τέλειο, πλήρη, ολοκληρωτικό, οριστικό. Τους αγάπησε στο μέγιστο, στο maximum. Στο Πάθος του έδωσε όλο το πλήρωμα της αγάπης του. Εκεί ακριβώς και ή αναζήτηση του Ιησού από το μαθητή του είναι ή πιο βαθειά κι ή πιο καρποφόρα. Εκεί ανακαλύπτω πόσο -και έναντι ποιου τιμήματος- έχω αγαπηθεί. Στη θυσία του ό Αμνός του Θεού είναι αμνός στον ύψιστο βαθμό και φανερώνεται σαν αμνός.
Κύριε,  δείξε  μου  τον   Αμνό.
``````````````````````````````````````````````````````````
Ιησούς Ατενίζοντας τον Σωτήρα
γραμμένο από ένα μοναχό της Εκκλησίας της Ανατολής , εκδόσεις: Δόμος

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Ὁμιλία εἰς τά Βαΐα ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Ἐπισκόπου Κύπρου

 

Entry_Into_Jerusalem

x αῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά. Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ. Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται. Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε. Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα. Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία.

Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς μαζί μέ τό πλῆθος ἄς φωνάξωμε σήμερα στό Χριστό:«Ὡσαννά», πού θά πεῖ «Σῶσε μας ὁ οὐράνιος Θεός». Ὤ καινούργια πράγματα, θαύματα ἀνέλπιστα! Χτές ὁ Χριστός ἀνέστησε τό Λάζαρο, σήμερα ὁ Ἴδιος βαδίζει πρός τό θάνατο. Σέ ἄλλον χτές, σάν Ζωή, τή ζωή ἐχάρισε καί σήμερα ὁ ζωοδότης ἔρχεται στό θάνατο. Χτές ἔλυσε τά σάβανα τοῦ Λαζάρου, σήμερα ἔρχεται νά τυλιχτῆ στά σάβανα ὁ Ἴδιος, θεληματικά. Χτές ἀπό τό σκοτάδι ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο. Σήμερα γιά τόν ἄνθρωπο ἔρχεται νά μπῆ στά σκότη καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Χτές, ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα, ζωντανό καί μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, τόν τετραήμερο ὁ Τριήμερος, στίς δυό ἀδελφές τόν ἕνα ἀδελφό τους χαρίζει. Καί σήμερα βαδίζει στό Σταυρό. Στή Μαρία τόν τετραήμερο νεκρό χαρίζει, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τριήμερο χαρίζει τόν Ἑαυτό Του ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μόνο ἡ Βηθανία θαυμάζει. Ἐδῶ ἑορτάζει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ἑορτάζει τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἔχοντας στό μέσο τό βασιλιά τῶν ἀΰλων Δυνάμεων, ὡς Νυμφίο μαζί καί Βασιλιά. Ἑορτάζει ἑορτή, σάν ἐλιά κατάκαρπη στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, πού πυκνόφυλλη πάντα σκιάζει. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία ἑορτή, καί εἶναι σάν κρίνο ἀνοιξιάτικο, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινό κρίνο, τό θαλερό, πού δέν κρίνει ἀλλά σώζει τόν κόσμο. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό γιατρευτικό βότανο, πού γιατρεύει ἀληθινά τά πάθη τῶν ἀρρώστων. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμπέλι πού λέει: «Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι τό ἀληθινό.»Ὅπου ὁ ἐλαιώνας ὁ Ὁποῖος ἀληθινά ἐλεεῖ ὅσους ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ἐκεῖ εἶναι ὅπου ἐβλάστησε ὁ κλάδος ὁ προαιώνιος ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, χωρίς νά καλλιεργήση καί νά σκάψη ὁ γεωργός. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀέναη πηγή. Ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει Φυσών καί Γεών, Τίγρις καί Εὐφράτης, ἀλλά Ματθαῖος, Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ἰωάννης, πού ποτίζουν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό περιβόλι. Ἐκεῖ ὅπου ὅλη σήμερα ἡ νεολαία, καθώς ἐλαία κατάκαρπη γεμάτη ἀπό ἐλιές, τόν ἐλεήμονα Χριστό παρακαλοῦμε. Φυτεμένοι στό κτῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιξιάτικα μέσα στόν κῆπο Του ἀνθισμένοι, ἑορτάζομε τήν ἑορτή μας, βλέποντας ὅτι ἔχει ὑποχωρήσει ἡ χειμωνιά τοῦ Νόμου.

Γιόρταζε, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τυπικά καί σωματικά, ἀλλά χορεύοντας χορό πνευματικό. Γιόρταζε τή γιορτή σου, βλέποντας τήν πτώση τῶν εἰδώλων καί ζώντας τή δική σου ἀνάσταση. Προσθέτω τή φωνή μου στήν ἱερή καί ἰσχυρή φωνή τοῦ Παύλου: «Πέρασαν τά παλιά· ὅλα ἰδού, ἔχουν γίνει καινούργια». Ἀλλά καί ἀνέλπιστα. Γι᾽ αὐτό χαρῆτε, χαρῆτε, νεολαία τοῦ Χριστοῦ. Εἶστε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιόρταζε, ἡ Ἐκκλησία, ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγαλλίασε. Δική σου εἶναι ἀκέραια ἡ δόξα, γνήσια κόρη τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Καί δέν εἶσαι ἡ χήρα κάποιου ἀλλά τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος, πού ἀνθίζεις, ὄχι στ᾽ ἀριστερά τοῦ Θεοῦ γιά τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά στά δεξιά. Εἶσαι τό λουλούδι τῆς θεογνωσίας. Δέν σέ μολύνει αἷμα δουλικό, ἀλλά τοῦ Θεοῦ τό Αἷμα σέ σφραγίζει. Δέν λατρεύεις τόν Ὠβήλ ἀλλά τόν Ἐμμανουήλ. Δέν ἀνυμνεῖς τήν Τρωάδα ἀλλά τήν Τριάδα. Δέν τιμᾶς τόν Πλάτωνα παρά τόν Παντοκράτορα Θεό μας. Δέν τιμᾶς τόν ἀλεξίκακο Ἡρακλῆ, ἀλλά τόν Παράκλητο, τόν ποιητή τῶν ὅλων. Δέν προσκυνεῖς τόν Ἀριστοτέλη πού σ᾽ ἔκαμε σοφό, ἀλλά τόν Θεό πού σ᾽ ἔσωσε γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Ἔπεσε ὁ Κρόνος γιατί προσέλαβε σάρκα ὁ Θεός Λόγος. Δέν γεννήθηκε μέ συνέργεια ἀνδρός ἀλλά γεννήθηκε μέ δύναμη Θεοῦ ἀπό τή Μαρία. Προσέξετε τή χάρη τῆς ἡμέρας. Δῆτε τή λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς. Χαῖρε λοιπόν καί ἀγαλλίασε, τῆς Σιών κόρη. Γέμισε εὐφροσύνη καί ἀναγάλλιασε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γύρισε γύρω τά μάτια σου καί κοίταξε μαζεμένα τώρα, τά σκορπισμένα πρῶτα στά ἔθνη παιδιά σου. Δές τῆς γιορτῆς τήν εὐλάβεια. Δές τοῦ λαοῦ τούς σύμφωνους ὕμνους. Δές ὅλες τίς γλῶσσες ἑνωμένες, ὅλα τά στόματα σάν νά ᾽ναι ἕνα νά ἀναπέμπουν δοξολογικά τόν ἴδιο ὕμνο. Δές τά πρόβατα πού πρῶτα εἶχαν ξεγλιστρίσει ἔξω ἀπό τήν πόρτα σου νά εἶναι τώρα στήν ἀγκαλιά σου. Ἄκουσε τῶν ἐθνῶν τήν ἐπιφήμιση, πού εἶναι τῶν ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἡ μίμηση. Πρόσεξε τήν ἁρμονία τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Πρόσεξε ἀνθρώπων πλῆθος πού μοιάζει μέ παρατάξεις Ἀγγέλων. Θεώρησε τούς ψαλμούς σάν ὕμνους Ἀγγέλων καί τά παιδιά σάν ἄκακα ἀρνάκια πού ψάλλουν στό Χριστό καί λένε: «Ὡσαννά στόν οὐράνιο Θεό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται.» Μαζί τους χτύπησε χαρούμενα καί πανηγυρικά καί τό χέρι σου καί φώναξε μέ καθαρή καί λιονταρήσια φωνή λόγους ἑόρτιους καί εὐχαριστήριους. Ἰδού ἐγώ καί τά παιδιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, σ᾽ ἐμένα πού ἤμουν κάποτε ἄτεκνη καί ἀσήμαντη στεῖρα. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε, ἀλλά καί πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Θεός μας καί Κύριος εἶναι καί φάνηκε γιά μᾶς Αὐτός πού ἔρχεται καί πού ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν μπορεῖ νά Τόν περικλείσει. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται χωρίς νά ἀπομακρύνεται ἀπό τόν οὐρανό. Εὐλογημένος ἄς εἶναι Αὐτός πού ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος, καί πού θά ἔρθει πάλι ὡς Θεός. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε σ᾽ ἐμένα συμβολικά καβαλλικεύοντας σέ γαϊδουράκι σάν νά ᾽ταν πάνω σέ Χερουβίμ. Ἄκουσε τί μᾶς λέει ὁ ἱεροκήρυκας Εὐαγγελιστής τῆς ἑορτῆς.

Ὅταν πλησίαζε ὁ Κύριος στή Βηθφαγή καί στή Βηθανία, κοντά στό βουνό πού λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπό τούς μαθητάς Του παραγγέλλοντάς τους: «Πηγαίνετε στό ἀπέναντι χωριό καί καθώς μπαίνετε θά βρῆτε γαϊδουράκι δεμένο. Λύστε το καί φέρτε το ἐδῶ.» Ἔκαμαν οἱ Μαθηταί ὅπως τούς παράγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Ἔστρωσαν τά ροῦχα τους στό γαϊδουράκι καί καβαλλίκεψε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὁ κόσμος πού εἶχε συναχτῆ γιά τήν ἑορτή, πῆραν κλαδιά φοινίκων καί βγῆκαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰησοῦ. Καί ὅσοι πήγαιναν μπροστά καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν φώναζαν: «Ὡσαννά στό γιό τοῦ Δαυΐδ, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Αὐτή εἶναι ἡ Δεσποτική παρουσία στήν παροῦσα ἑορτή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παλαιά καί ἡ νέα παραμονή στήν Σιών τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων. Αὐτή εἶναι ἡ πανηγυρική καί πάνδημη ἔλευση τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅλο τό πλῆθος πού ἤρθαμε στήν ἑορτή, ἄς βγοῦμε νά Τόν ὑποδεχτοῦμε, ὁρατοί καί ἀόρατοι ἑορτασταί, οἱ προφῆτες πού προηγοῦνται χρονικά, καί οἱ διδάσκαλοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦν τό γαϊδουράκι, ὅλοι ὅσους δένει ἀναμεταξύ τους ἡ πίστη στό Θεό. Σήμερα τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια μαζί ἄς ψάλλουν. Κάθε στόμα καί πνεῦμα ἄς ἀνοίξη γιά τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τά Χερουβίμ βροντοφωνῆστε: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Τρισάγιος, Σαβαώθ· ἀπό τή δόξα Του γεμᾶτος ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ.» Σεραφείμ, ὑμνῆστε, προφῆτες, κηρύξετε. Ἄς λέη ὁ ἄλλος:«Χαῖρε, Κόρη τῆς Σιών, διαλάλησε, Κόρη τῆς Ἱερουσαλήμ.» Καί ὁ ἄλλος ἄς κραυγάση ἀτενίζοντας τό βασιλέα Χριστό: «Ἰδού τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.»Κι ἄλλος ἄς διαλαλήση γιά τόν Ἴδιο τόν Κύριο:«Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας· δέν θά σταθῆ ἄλλος κοντά Του.» Καί κάποιος ἄλλος ἄς προσθέση: « Ἰδού ὁ ἄνθρωπος μαζί καί Θεός, Ἀνατολή εἶναι τό ὄνομά Του.» Καί ὁ Δαυΐδ ἀτενίζοντας τό Χριστό πού προῆλθε ἀπό τή γενιά του, ἄς ψάλλη: « Εἶναι Θεός καί Κύριός μας καί παρουσιάστηκε γιά μᾶς.» Κάποιος ἄλλος τό γόνυ κλίνοντας ἄς πῆ στό Χριστό:«Ὁλόκληρη ἡ γῆ ἄς σέ προσκυνήση.» Καί ἄλλος ἄς προτρέψη τούς λαούς: «Συγκροτῆστε γιορτή στόν ἴσκιο ὡς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.»

Ἔτσι γινόταν παλαιά ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου μας μέ τό πουλάρι στή Σιών. Πάνδημη ὁμόνοια, οἱ χοροί τῶν Πατέρων, τῶν δικαίων ὁ λαός, τά πνεύματα τῶν προφητῶν, τά παιδιά τῶν Ἑβραίων, τά νήπια τῶν μητέρων, τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων. Ἄλλοι ἅπλωναν τίς φτεροῦγες τους, ἄλλοι κρατοῦσαν τά βάγια κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Τοῦτοι ἔκοβαν κλαδιά, ἐκεῖνοι ἔπλεκαν στεφάνια, αὐτοί ἔλυναν τό γαϊδουράκι, ἄλλοι ἔστρωναν τά ροῦχα τους, ἄλλοι ἄνοιγαν τίς πύλες κι ἄλλοι καθάριζαν τού δρόμους. Αὐτοί ἑτοίμαζαν τό γαϊδουράκι κι ἐκεῖνοι διαλαλοῦσαν τή νίκη, ἄλλοι κουνοῦσαν τά κλαδιά κι ἄλλοι ἔλεγαν στά νήπια: «Ὑμνῆστε, παιδιά, τό Κύριο». Τά παιδιά ἀποκρίνονταν: «Ὡσαννά, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Ὤ καινούργια πράγματα κι ἀνέλπιστα θαύματα τῆς ἑορτῆς. Τά παιδιά σάν θεολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς Θεό τό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς τόν ὑβρίζουν. Τόν προσκυνοῦν παιδιά πού θηλάζουν, καί δείχνουν ἀσέβεια οἱ διδάσκαλοι. Τά παιδιάτραγουδοῦν «Ὡσαννά» καί οἱ Ἑβραῖοι κραυγάζουν νά σταυρωθῆ. Αὐτά ἔρχονται μέ τά βάγια στό Χριστό κι ἐκεῖνοι Τόν ζυγώνουν μέ μαχαίρια. Αὐτά κόβουν κλαδιά κι ἐκεῖνοι ἑτοιμάζουν τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Τά παιδιά στρώνουν τά ροῦχα τους στό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς σκίζουν τά ροῦχα τοῦ Χριστοῦ. Τά παιδιά ἀνεβάζουν τό Χριστό στό γαϊδουράκι κι οἱ γέροντες ἀνεβάζουν τό Χριστό στό Σταυρό. Τά παιδιά προσκύνησαν τά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι ἐκεῖνοι κάρφωσαν μέ τά καρφιά τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.Τά παιδιά Τοῦ ἀφιερώνουν τόν ὕμνο κι αὐτοί Τοῦ προσφέρουν τό ξίδι. Τά παιδιά τήν τιμή καί τή χολή ἐκεῖνοι. Τά παιδιά κουνοῦν τά βάγια κι αὐτοί μέ τή ρομφαία Τόν τρυποῦν. Τά παιδιάὑμνοῦν τό Χριστό πάνω στό πουλάρι κι αὐτοί Τόν ἀναβάτη τοῦ πουλαριοῦ πουλοῦν.

«Τό βόδι κατάλαβε τόν Κύριό του, ὅταν πλησίασε στή φάτνη Του κι οἱ λαοί ἀναγνώρισαν τόν κατακτητή τους. Ὁ Ἰσραήλ μόνο δέν ἀναγνώρισε τό Χριστό τό Θεό του.» Οἱ ἄγριες κάποτε φυλές, θεοφίλητες ἔγιναν, οἱ ἄνομοι ἔννομοι καί οἱ ἔννομοι παράνομοι. Ἄς εἶναι. Δέν ντράπηκες τούς προφῆτες, σκότωσες τούς ἱερεῖς, διέστρεψες τίς Γραφές, κατέλυσες τό Νόμο, καταπριόνισες τούς δικαίους, ἀψήφησες τό Μωυσῆ, κατέσφαξες τούς γιούς, ἐβεβήλωσες τό Ναό, παράτησες τό Θεό, δέν ἐπίστεψες στό Χριστό, ἐξευτέλισες τά θαύματα, δυσπίστησες γιά τό Λάζαρο, δέν ἐπίστεψες στούς τυφλούς πού ξαναβρῆκαν τό φῶς τους. Καλά ὅλα αὐτά. Τί ἔχεις ὅμως νά πῆς γι᾽ αὐτά τά παιδιά; Τί δογματίζεις γιά τόν ὕμνο τῶν νηπίων; Πές μου ποιός τά ἐφώτισε; Ποιός τά ἐδίδαξε; Ἤ ποιός τά παρώτρυνε καί τούς ἔδωσε τή γνώση; Ποιός ξαφνικά στ᾽ ἀμάθητα παιδιά ἔδωσε τό λόγο, ἄν ὄχι ὁ Χριστός ὁ προαιώνιος Λόγος; Τώρα οἱ νέοι καί τά παιδιά καί τά νήπια, πού μέ τό ἕνα χέρι κρατοῦν τό μητρικό μαστό, τόν ἀγγελικό ὕμνο ἀναμέλπουν. Κρατοῦνε τό μαστό μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο κουνοῦνε τά κλαδιά στό Χριστό. Τά παιδιά, ἡ φύση χωρίς νά ἔχη πεῖρα τοῦ λόγου, θεολογοῦν: ἀμέσως τό λόγο τόν προφητικό, τῶν Ἀγγέλων τόν ὕμνο προσφέρουν, σάν δῶρο στό Θεό καί κραυγάζουν : «Ὡσαννά στόν οὐρανό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα Κυρίου. Εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός μας κι ἦρθε γιά μᾶς.»

Μέσα στό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἑορτῆς, παίρνοντας θάρρος ἀπευθύνω τίς ἐρωτήσεις μου σ᾽ αὐτά τά ἔνθεα παιδιά. Τί λέτε, παιδιά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ ὑμνολόγοι. Πῶς συγχρονίζετε τίς φωνές σας μέ τόν ὕμνο τῶν Χερουβίμ; Καί πῶς, ἐνῶ σάν ἄνθρωπο βλέπετε τό Χριστό στό γαϊδουράκι, κραυγάζετε ὅπως ταιριάζει στό Θεό «Ὡσαννά στόν οὐράνιο»; Ναί, μᾶς λένε τά παιδιά μέ τή θεία γλῶσσα. Στό γαϊδουράκι κάθεται ὁ Χριστός, χωρίς νά ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπό τόν πατρικό κόλπο. Στό γαϊδουράκι κάθεται, ἀλλά τό θρόνο τῶν Χερουβίμ δέν ἐγκαταλείπει. Ἀλλά Αὐτός ὁ ἔνσαρκος πού ζεῖ ἀνάμεσα στούς θνητούς, ὁ Ἴδιος συγχρόνως καί στόν οὐρανό ὑπάρχει ἀληθινός Θεός, ὁ Κύριος τῶν πάντων, τοῦ κόσμου, τῶν ἐθνῶν. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ δωρητής. Εἶναι ὁ δημιουργός καί ὁ ὁδηγός καί ὁ Σωτήρας ὅλων. Αὐτός κάμει τήν εἴσοδό Του στήν κάτω Ἱερουσαλήμ καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀνωτέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν αἰώνων. Ἔρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα καί πορεύεται στήν αἰωνιότητα. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος δημιουργός τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός βαδίζει στή θάλασσα σάν νά εἶναι στή γῆ. Αὐτός τυλίγει τή θάλασσα μέ τήν ὁμίχλη. Αὐτός ἔβαλε κορωνίδα τοῦ κόσμου τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ἐρρύθμισε τά ὅρια τῶν θαλασσῶν. Αὐτός ἅπλωσε τή γῆ μετέωρη στό κενό. Αὐτός φρόντισε τήν ὀμορφιά τῶν λουλουδιῶν. Αὐτός ἅπλωσε σάν ροῦχο τόν οὐρανό καί μέ λαμπρά τόν ἐστόλισε ἀστέρια. Αὐτόν τρέμουν τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ φοβοῦνται. Αὐτόν ὑμνεῖ ὁ ἥλιος καί δοξολογεῖ ἡ σελήνη. Αὐτόν ψάλλουν τά ἄστρα κι ὑπηρετοῦν οἱ πηγές. Αὐτόν φοβοῦνται οἱ ἄβυσσοι, μπροστά Του τά τάρταρα δειλιάζουν. Σ᾽ Αὐτόν ὑπακούουν τά θηρία τῆς θάλασσας κι οἱ δράκοντες τρέμουν. Αὐτόν ὑπηρετοῦν οἱ βροχές καί τά πνεύματα σέβονται. Αὐτός ἔδωσε στόν καθένα τό φυσικό του, ἐδημιούργησε τά πλάσματα, χώρισε τίς τάξεις. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν ὄντων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Θεός καί Κύριός μας. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

πηγή: [Ι.Μ.Καισαριανής,Βύρωνα και Υμηττού]

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

 

15-18-500l

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Αλέξανδρου Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή. Πορεία προς το Πάσχα, Ακρίτας, Αθήνα 1997, σσ. 92-99.

H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Mεγ. Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαϊων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγείλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Το θέμα και ο τόνος αυτής της εβδομάδας δίνονται την Κυριακή το απόγευμα στον Εσπερινό:

Την έκτην των σεπτών Νηστειών Εβδομάδα, προθύμως απαρχόμενοι, Κυρίω προεόρτιον ύμνον των Βαίων άσωμεν πιστοί, ερχομένω εν δόξη δυνάμει Θεότητος, επί την Iερουσαλήμ, νεκρώσαι τον θάνατον...

Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος - η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ' όλα αυτά.

Έτσι τη Δευτέρα ακούμε:

Σήμερον Χριστῷ δηλοῦται, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου, καὶ ὡς προγνώστης λέγει· Ἡ ἀσθένεια αὕτη, οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον.

Την Τρίτη:

Χθὲς καὶ σήμερον, ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου· ταύτην γὰρ Χριστῷ δηλοῦσιν αἱ σύγγονοι, ἐν χαρᾷ ἡ Βηθανία προευτρεπίζου, τὸν Δεσπότην ξεναγωγῆσαι καὶ Βασιλέα, σὺν ἡμῖν βοῆσαι, Κύριε δόξα σοι.

Την Τετάρτη:

Σήμερον Λάζαρος, θανὼν ἐνθάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας, Λάζαρος κεκοίμηται, τοῖς Μαθηταῖς προφθεγγόμενος· ἀλλὰ νῦν ἀπέρχομαι, ἀναστῆσαι ὃν ἔπλασα. Διό σοι πάντες βοῶμεν· Δόξα τῷ κράτει τῆς ἰσχύος σου.

Την Πέμπτη:

Δισημερεύει Λάζαρος ἐν τῷ τάφῳ, τοὺς ἀπ' αἰῶνος βλέπει θανέντας· ἐκεῖ τεθέαται δείματα ξένα, πληθὺν ἀναρίθμητον, ᾍδου κρατουμένην τοῖς δεσμοῖς· διὸ αἱ σύγγονοι θρηνοῦσι πικρῶς προσβλέπουσαι τὸν τάφον αὐτοῦ, Χριστὸς δὲ ἥκει ζωῶσαι τὸν φίλον τὸν ἑαυτοῦ, τοῦ μίαν παρὰ πάντων ἐπιτελεῖσθαι συμφωνίαν. Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς

Τέλος την Παρασκευή:

Ἔρχεται ὁ Κύριος, ἄνοιξόν σου τὰς πύλας, Βηθανία πρόσδεξαι, ἐν πίστει τὸν Δεσπότην· καὶ γὰρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου, Λάζαρον ὡς μόνος παντοδύναμος.

15-20-500

H τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο - πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Θα πρέπει να ρωτήσουμε: ποιά είναι η θέση και ποιο το νόημα αυτών των πνευματικών σκέψεων πάνω στη Μεγάλη Σαρακοστή; Πώς συνδέονται με την όλη μας προσπάθεια της περιόδου αυτής; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν μια άλλη ερώτηση με την οποία θα πρέπει τώρα ν’ ασχοληθούμε με κάποια συντομία. Σε κάθε ανάμνηση γεγονότων από τη ζωή του Χριστού η Εκκλησία πολύ συχνά - αν όχι πάντοτε - μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν. Έτσι τη μέρα των Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου...», την Κυριακή των Βαϊων λέμε: «Σήμερον εισέρχεται εις τα Ιεροσόλυμα...», τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...». H ερώτηση λοιπόν είναι: ποιο είναι το νόημα αυτής της χρονικής μεταφοράς; ποια είναι η σημασία αυτού του λειτουργικού «σήμερον»;

Οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζόμενους πιθανόν το θεωρούν αυτό σαν μια ρητορική μεταφορά, σαν ποιητικό «σχήμα λόγου». H δική μας, η σύγχρονη προσέγγιση της λατρείας γίνεται με δυο τρόπους: ή με τη λογική ή με το συναίσθημα. Η λογική προσέγγιση περιορίζει τη λειτουργική τελετουργία σε ιδέες. Βρίσκεται δε στις ρίζες της «Δυτικίζουσας» θεολογίας η οποία αναπτύχτηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή αφού απομακρύνθηκε από την πατερική εποχή και για την οποία η θεία Λειτουργία είναι, στην καλύτερη περίπτωση ένα ακατέργαστο υλικό για καθαρούς διανοητικούς ορισμούς και θεωρήματα. Ότι δε στη λατρεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διανοητική αλήθεια επιγράφεται «ποίηση» - δηλαδή κάτι που δεν μπορεί κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Και εφ' όσον είναι ολοφάνερο ότι τα γεγονότα που μνημονεύονται από την Εκκλησία ανήκουν στο παρελθόν, το λειτουργικό «σήμερον» δεν μπορεί να έχει κάποιο σοβαρό νόημα. Όσο δε αφορά τη «συναισθηματική» προσέγγιση, αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ατομικιστικής και εγωκεντρικής ευσέβειας που είναι, κατά πολλούς τρόπους, το συμπλήρωμα της διανοητικής θεολογίας. Γι' αυτού του είδους την ευσέβεια, η λατρεία, πάνω από καθετί άλλο, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για προσωπική προσευχή, είναι φόντο για έμπνευση που σκοπός του είναι να «θερμάνει» την καρδιά μας και να τη στρέψει προς το Θεό. Το περιεχόμενο και το νόημα στις ακολουθίες, στα λειτουργικά κείμενα, στις ιεροτελεστίες έχουν, στην περίπτωση αυτή, δευτερεύουσα σημασία· όλα τούτα είναι χρήσιμα και ικανοποιητικά μόνον εφ' όσον με βοηθούν να προσεύχομαι! Και έτσι το λειτουργικό «σήμερον» σβήνει, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λειτουργικά κείμενα, μέσα σ’ ένα είδος ξεχωριστής κατανυκτικής και εμπνευσμένης «προσευχής».

Εξαιτίας της πόλωσης στην εκκλησιαστική νοοτροπία όσον αφορά τους δυο τρόπους προσέγγισης της λατρείας, είναι πολύ δύσκολο σήμερα να δείξουμε ότι η αληθινή λειτουργία της Εκκλησίας δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις «ιδέες» ούτε στην «προσευχή». Δεν εορτάζει κανείς τις ιδέες! Όσο για την ατομική προσευχή δεν λέει το Ευαγγέλιο ότι όταν θέλουμε να προσευχηθούμε να μπαίνουμε στο «ταμείον» μας και να έχουμε προσωπική επικοινωνία με το Θεό; (Ματθ. 6,6). Η σωστή αντίληψη της γιορτής προϋποθέτει και τα δυο, και το γεγονός και την κοινωνική ή ομαδική συμμετοχή σ’ αυτό. Μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν οι άνθρωποι συναντιώνται όλοι μαζί, ξεπερνώντας το φυσικό χωρισμό και την απομόνωση, δρουν όλοι μαζί σαν ένα σώμα, πραγματικά σαν ένα πρόσωπο μπροστά σ’ ένα γεγονός (γάμος, κηδεία, νίκη κλπ.). Και το πιο φυσικό θαύμα σε όλες τις γιορτές είναι ακριβώς το ότι ξεπερνιέται, έστω και προσωρινά, το επίπεδο των ιδεών και αυτής ακόμα της ατομικότητας. Χάνει πραγματικά κανείς τον εαυτό του μέσα σε μια γιορτή, και συναντάει τους άλλους κατά ένα μοναδικό τρόπο. Aλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα αυτού του λειτουργικού ««σήμερον» με το οποίο η Εκκλησία εγκαινιάζει όλες τις γιορτές της; Με ποια έννοια γεγονότα από το παρελθόν γιορτάζονται «σήμερον»;

Θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να υπερβάλει, ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια συνεχής ανάμνηση και αναφορά. Στο τέλος κάθε ακολουθίας αναφερόμαστε στους αγίους:«... ων την μνήμην επιτελούμεν...»· αλλά πέρα απ' όλες τις άλλες μνήμες η Εκκλησία είναι μια ατέλειωτη ανάμνηση του Χριστού.

Από καθαρά φυσιολογική πλευρά η μνήμη είναι μια διφορούμενη λειτουργία. Έτσι το να θυμόμαστε κάποιον που αγαπάμε και πού τον χάσαμε σημαίνει δυο πράγματα. Από τη μια πλευρά η μνήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γνώση του παρελθόντος. Όταν θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, τον βλέπω· είναι παρών στη μνήμη μου όχι σαν ένα συνολικό άθροισμα όλων όσων γνωρίζω γι' αυτόν αλλά με όλη τη ζωντανή του πραγματικότητα. Aλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η παρουσία με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πια εδώ, ότι ποτέ δεν θα ξαναείναι σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτή τη ζωή, ούτε θα αγγίξω το χέρι που τόσο ζωντανά βλέπω με τη φαντασία μου. Η μνήμη λοιπόν είναι η πιο θαυμάσια και ταυτόχρονα η πιο τραγική απ’ όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, γιατί τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα την σπασμένη φύση της ζωής μας. την ανικανότητα του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι πραγματικά, να το κατέχει αληθινά σ’ αυτόν τον κόσμο. H μνήμη μας φανερώνει ότι ο «χρόνος και ο θάνατος βασιλεύουν στη γη». Aλλά ακριβώς γι’ αυτό η μοναδικά ανθρώπινη αυτή λειτουργία της μνήμης γίνεται το κέντρο του Χριστιανισμού, γιατί μ’ αυτή τελεί την ανάμνηση ενός Aνθρώπου, ενός Γεγονότος. μιας Νύχτας, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της οποίας ακούμε τα λόγια: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν...» Και να, το θαύμα γίνεται! Τον θυμόμαστε και Εκείνος είναι εδώ - όχι σαν μια νοσταλγική εικόνα από το παρελθόν, όχι σαν ένα θλιβερό «ποτέ πια...» αλλά με μια τέτοια έντονη παρουσία που η Εκκλησία μπορεί αιώνια να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπαν οι μαθητές μετά τη συνάντηση στην Εμμαούς «...ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν...;»(Λουκ. 24,32).

H φυσιολογική μνήμη είναι πρώτα απ’ όλα μια «παρουσία του απόντος» έτσι ώστε όσο περισσότερο παρών είναι αυτός πού θυμόμαστε τόσο πιο οξύς είναι ο πόνος από την απουσία του. Aλλά «εν Χριστώ» η μνήμη ξανάγινε η δύναμη που γεμίζει το διασπασμένο χρόνο, διασπασμένο από την αμαρτία και το θάνατο, από το μίσος και τη λησμοσύνη. Αυτή λοιπόν η νέα μνήμη, η μνήμη σαν δύναμη πάνω από το χρόνο και την καταστροφή του, αποτελεί την καρδιά της λειτουργικής γιορτής και του λειτουργικού «σήμερον». Σίγουρα η Παρθένος δεν γεννάει σήμερα, ούτε κάποιος «ουσιαστικά» στέκεται μπροστά στο Σταυρό· και σαν γεγονότα τούτες oι πράξεις ανήκουν στο παρελθόν. Aλλά «σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης που μεταβάλλει πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια σημαντικά γεγονότα.

H λειτουργική γιορτή λοιπόν είναι μια νέα είσοδος της Εκκλησίας στο γεγονός και αυτό σημαίνει είσοδο όχι μόνο στις «ιδέες» του γεγονότος αλλά στη χαρά του, στη λύπη, στη ζωή του και στη συγκεκριμένη πραγματικότητά του. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρουμε, ότι με την κραυγή «...Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλιπες» ο Σταυρωμένος Χριστός φανέρωσε την «κένωση» Του και την ταπείνωση Του. Είναι όμως πολύ διαφορετικό πράγμα να γιορτάζουμε κάθε χρόνο αυτό που έγινε εκείνη τη μοναδική Παρασκευή· οπότε χωρίς καμιά λογικοποίηση ξέρουμε με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά τα λόγια, που ακούστηκαν μια μόνο φορά παραμένουν αιώνια αληθινά και τίποτε, ούτε η νίκη, ούτε η δόξα μπορούν ποτέ να τα εξαλείψουν. Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε είναι ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «την κοινήν ανάστασιν» (τροπάριο της ημέρας). Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να βλέπουμε με τα μάτια μας και να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό πού υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας...ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν... και εδάκρυσεν» (Iωάν. 11,33-35). Για μας και σε μας όλα αυτά συμβαίνουν «σήμερον». Δεν ήμασταν τότε εκεί, στη Βηθανία κοντά στον τάφο με τις αδερφές που θρηνούσαν. Μόνο από το Ευαγγέλιο ξέρουμε όλα όσα έγιναν εκεί. Aλλά μέσα στην Εκκλησία με τη γιορτή της σήμερα, ένα ιστορικό γεγονός γίνεται ένα γεγονός και για μας, για μένα, γίνεται μια δύναμη στη ζωή μου, μια ανάμνηση, μια χαρά. Η θεολογία δεν μπορεί να πάει πέρα από την «ιδέα». Καί όσον αφορά την Ιδεολογική πλευρά, άραγε έχουμε ανάγκη αυτές, τις πέντε συνεχείς μέρες εφ' όσον είναι κάτι τόσο απλό να λέμε: «την κοινήν ανάστασιν... πιστούμενοι»; Aλλά το όλο θέμα είναι ότι η πρόταση αυτή καθ' αυτή δεν βεβαιώνει τίποτε. H αληθινή επιβεβαίωση πηγάζει από τη γιορτή και συγκεκριμένα απ' αυτές τις πέντε μέρες οπότε διακηρύττουμε την αρχή της φοβερής μάχης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και αρχίζουμε όχι τόσο πολύ να καταλαβαίνουμε όσο να μαρτυρούμε ότι ο Χριστός πρόκειται να θανατώσει το θάνατο.

H ανάσταση του Λαζάρου, η υπέροχη γιορτή αυτού του μοναδικού Σαββάτου, είναι πέρα από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, σ’ ένα ιδιόμελο λέμε: «την ψυχωφελή πληρώσαντες Τεσσαρακόστην, την αγίαν εβδομάδα του Πάθους Σου, αιτούμεν κατιδείν». Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η «έναρξη του Σταυρού». Aλλά η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η προεόρτια αυτών των ημερών, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής.

Από την αρχή είπαμε ότι η Σαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπειρία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ' όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδο μας η σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11.26).

Στον κόσμο τούτο το καθετί - ακόμα και η «πνευματικότητα» - μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα.

Είδαμε μέχρι τώρα ότι η Σαρακοστή έχει δυο μέρη. Πριν από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης η Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Aλλά και όταν τα κάνουμε όλα αυτά μας παρακινεί συνέχεια να κοιτάζουμε μπροστά, να εξετάζουμε την προσπάθειά μας και να την υποκινούμε για «κάτι καλύτερο» που είναι προετοιμασμένο για μας. Μετά από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης το μυστήριο του Πάθους του Κυρίου, του Σταυρού Του και του θανάτου γίνεται το κέντρο σε όλες τις ιεροτελεστίες της Σαρακοστής, γίνεται κέντρο το «απέλθομεν εις Ιεροσόλυμα...».

Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή - έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες, - είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρίς η του Λαζάρου..., αύριον Χριστός παραγίνεται...», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα:

Διὰ Λαζάρου σε Χριστός, ἤδη σκυλεύει θάνατε, καὶ ποῦ σου ᾍδου τὸ νῖκος; τῆς Βηθανίας ὁ κλαυθμός, νῦν ἐπὶ σὲ μεθίσταται, πάντες κλάδους τῆς νίκης, αὐτῷ ἐπισείωμεν.

The_Rising_of_Lazarus

Φωτογραφίζοντας το παρελθόν με λέξεις

 

agkosmas

Στέφανος Σωτηρίου*

ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ

ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ

 Η ΔΗΔΑΧΗ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτο­κρατορίας. Τέλη του 17ου αιώνα. Παντού καταχνιά και σκοτάδι. Ή ζωή μοιάζει λες και είναι προϊστορι­κή, μέσα στην πρώιμη βαρβαρότητα. Ό λαός, πλήρως εξαθλιωμένος, λίγο διαφέρει από τα ά­γρια θηρία. Παντού ερήμωση. Έκανες δεκάδες και εκατοντάδες χιλιόμετρα για να συναντήσεις άνθρωπο, την παρουσία του οποίου αντιλαμβανό­σουν μόνο από το λάλημα κάποιου κοκόρου ή από κάποια καμινάδα πού τύχαινε ν’ αχνίζει μέσα στο καταχείμωνο. Καταχείμωνο πραγματικό μέσα στην καρδιά των ανθρώπων. Τα μέχρι τώ­ρα αφεντικά, οι πρωτοπόροι της αποικιοκρατίας Βενετσιάνοι, άρχισαν να αποχωρούν σιγά-σιγά μετά τους άγριους τουρκοβενετικούς πολέμους, του 1684-1718, οι όποιοι ερήμωσαν ολόκληρη την Ελλάδα. Στην θέση τους ερχόταν τώρα μια νέα, ανερχόμενη αποικιοκρατική δύναμη, η Γαλλία. Παντού χάος, ερημιά και συντρίμμια. Οι σιταποθήκες παντελώς άδειες, τα ζώα και τα κο­πάδια είχαν εξαφανισθεί, οδηγημένα ως τροφή στα φρούρια των αντιμαχομένων. Ή νεολαία έρ­μαιο του δουλεμπορίου. Αγόρια και κορίτσια γέ­μιζαν τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της «πολιτισμένης» Ευρώπης, της Βιέννης, των Πα­ρισίων και του Λονδίνου. Δρόμοι ανύπαρκτοι και γέφυρες γκρεμισμένες. Ή παραγωγή ήταν ανύ­παρκτη, εκτός των μεγάλων τσιφλικιών, και σχεδόν όλοι οι Έλληνες είχαν μετατραπεί σε δουλοπάροικους των μεγαλοφεουδαρχών τσιφλι­κάδων, σπαχήδων και αγάδων. Και από πάνω ό Τούρκος δυνάστης, ένας μογγολικός λαός, από­γονος του Αττίλα, πού ήρθε από τις στέπες του Τουρκεστάν πριν 300 περίπου χρόνια, επέμενε με τον πιο σκληρό τρόπο για την συλλογή των φό­ρων του και το παιδομάζωμα για να κάνει Γενι­τσάρους. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρ­θε και ως απαραίτητος συνοδός της κατάστασης ή πανούκλα πού αποδεκάτισε τον ήδη αραιό πλη­θυσμό.

Στον πνευματικό τομέα τώρα, γράμματα σχε­δόν κανείς δεν γνώριζε, σχολείο δεν υπήρχε που­θενά, αλλά και παπάς δεν υπήρχε να βαφτίσει το νεογέννητο και να θάψει τον πεθαμένο.

Και ή δικαιοσύνη... Μα ποια δικαιοσύνη; Αύτη ή έννοια ήταν ανύπαρκτη στο λεξιλόγιο του Φράγκου αποικιοκράτη και του Τούρκου δυνά­στη. Ό σπαραγμός και το κλάμα των σκλάβων ήταν βγαλμένος σαν από αρχαία τραγωδία. Φράγκοι στα παράλια, χειρότεροι απ’ τους Τούρ­κους. Τούρκοι στην ενδοχώρα, χειρότεροι απ’ τους Φράγκους, Γάλλους και Βενετσιάνους. Ε­βραίοι στις πόλεις, τοκογλύφοι, μεσίτες και έμπο­ροι σκλάβων.

Έτσι ο λαός, αυτός ο αρχαίος και ηνίοχος κά­θε πολιτισμού, αυτός πού πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν, άλλα τα έργα τους έμοιαζαν με κα­ρικατούρες συγκρινόμενα με τα δικά του, είδε ως μόνο μέσο για την επιβίωση του τον εξισλαμισμό. Ολόκληρα χωριά και ομάδες χωριών κυρίως στην Μακεδονία, την Ήπειρο και την Θράκη, άλλα πάνω απ’ όλα στην Μικρασία, περνάνε αυ­τόν τον καιρό στο Ισλάμ απαρνούμενα τον Χρι­στιανισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Τόσκηδες στην Αλβανία, πού τότε θεωρούνταν Ρωμιοί και ομοεθνείς με τους Έλληνες, άλλα και με άλ­λους λαούς, όπως με τους Σέρβους στην Βοσνία, τους Πομάκους στην Θράκη, τους Βούλγαρους κ.λπ. Είναι ή εποχή των μεγάλων εξισλαμι­σμών, οι όποιοι θα αλλάξουν και την ανθρωπο­λογική εμφάνιση των Μογγόλων Τούρκων, κά­νοντας τους να μοιάζουν σήμερα με Ευρωπαίους και Έλληνες, ακριβώς επειδή πρόκειται στην συντριπτική πλειοψηφία για τουρκεμένους Έλληνες, Αλβανούς, Σέρβους και Βουλγάρους. Μέ­σα σε αυτή την σκληρή και αφόρητη κατάστα­ση, κατά τους πιο σκοτεινούς αιώνες της ελλη­νικής ιστορίας, γεννήθηκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Μια μορφή πού έμελλε να συνταράξει συθέμελα την Οθωμανική Αυτοκρατορία, άλλα και την Ευρώπη ολόκληρη, αφού έγινε ό κύριος φορέας της αφύπνισης όλων των εθνών, όλων των εθνι­κών επαναστάσεων, της διάλυσης των αυτοκρα­τοριών και της δημιουργίας των εθνικών κρατών της σύγχρονης Ευρώπης.

Και βέβαια ο Κοσμάς δεν ήταν συνειδητός ε­παναστάτης. Ένας καλόγερος του Θεού ήταν, πού κήρυττε τον λόγο του. Πού έβλεπε την καλ­λιέργεια της ελληνικής γλώσσας Όχι σαν ξύπνη­μα του Ελληνισμού, άλλα σαν μέσον κατανόη­σης του Χριστιανισμού. Πού έβλεπε όποιον έλε­γε πώς είναι Έλληνας σαν τον εθνικό και τον «ειδωλολάτρη» των πρώτων χριστιανικών αιώ­νων. Πού έβλεπε τα πάθη των ανθρώπων περισ­σότερο σαν δοκιμασία από τον Θεό και Όχι σαν εκμετάλλευση από τους δυνάστες Φράγκους και αγάδες. Ένας καλόγερος πού πίστευε ότι τα πά­θη τα στέλνει ο Θεός σαν δοκιμασία, γι' αυτό και δεν πίστευε πώς ή κατάσταση αυτή θα ανατρέπονταν μόνο με τον ξεσηκωμό (εκτός βέβαια κι αν έβαζε ό Τσάρος το δακτυλάκι του), άλλα με νηστεία και μετάνοια, πού θα έφερναν την πα­ρέμβαση την θεία και την λύτρωση!

«Πάλι με χρόνια με καιρούς... θα 'ρχονταν ο Άγγελος Κυρίου, πού θα ανάσταινε τον μαρμα­ρωμένο μας Βασιλιά...». Βέβαια η Ανάσταση θα γινόταν και αύτη με την απαραίτητη συμμε­τοχή του... «ξανθού γένους», δηλαδή των Ρώσων. Λαού στον όποιο στήριξε τις ελπίδες του ο υπόδουλος Ελληνισμός, ελπίδες πού τελικά δεν διαψεύστηκαν, αφού υποστηρίχτηκε απ’ αυτόν και κέρδισε την ελευθερία του χάρη και στην δι­κή του βοήθεια, ακριβώς όπως προφήτευσε ό Κο­σμάς.

``````````````````````````````````````````````````````````

* ο Στέφανος Σωτηρίου είναι ιστορικός ειδικός στην ιστορία των βαλκανικών λαών.

Η Εισαγωγή είναι από το βιβλίο “ ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑΣ, ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ, Η ΔΙΔΑΧΗ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ”

Εκδόσεις Ψηφίδα (Αρμός)

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 18-11-2005.

Rublev_blagoveshenie (2)

Να συνεχίσουμε τη θεολογία της εικόνας, αναλύοντας την εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το γεγονός του Ευαγγελισμού περιγράφεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όπου ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει πολλά γεγονότα που έχουν σχέση με την Θεοτόκο και δη με τη γέννηση του Χριστού. Τη γέννηση του Χριστού την περιγράφει και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, αλλά λεπτομέρειες που αφορούν τα γεγονότα αυτά, περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος γνώρισε την Παναγία κι έμαθε τα γεγονότα, όπως για παράδειγμα του Ευαγγελισμού, κατευθείαν από την Παναγία.

Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η θεολογική προσέγγιση της εικόνας. Στην εικόνα του Ευαγγελισμού βλέπουμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ και την Παναγία σε αυτή την μοναδική συνάντηση! Η εικόνα που προσωπικά θεωρώ ότι είναι μάλλον η καλύτερη που έχω δει του Ευαγγελισμού, είναι η εικόνα της Παναγίας του Ευαγγελισμού της Οχρίδας. Η περιοχή της Οχρίδας είναι πάνω από τις Πρέσπες, στα σημερινά Σκόπια. Είναι μια πανέμορφη εικόνα αγνώστου καλλιτέχνη.

Να δούμε λίγο την εικόνα. Μερικά στοιχεία που έχω δώσει σε προηγούμενες αναλύσεις για τον Άγγελο και για την Παναγία, θα τα προσεγγίσουμε σήμερα με καλύτερο τρόπο. Πρώτα – πρώτα, ο Άγγελος αναγγέλλει ένα γεγονός. Εφ όσον αναγγέλλει γεγονός και κινείται, τα πόδια του όπως βλέπουμε στην εικόνα, είναι ανοιχτά. Υπάρχει μια κίνηση. Σε άλλες περιπτώσεις θα δούμε αγγέλους οι οποίοι δεν έχουν αυτή την κίνηση, που τα πόδια τους είναι στατικά. Ό,τι γνωρίζουμε για τους αγγέλους, το γνωρίζουμε από την Αγία Γραφή. Κατά τα μέτρα της Αγίας Γραφής είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα». Δηλαδή έχουν δύο πράγματα. Πρώτον, είναι λειτουργικά πνεύματα, λειτουργούν τον Θεό και δεύτερον εις διακονίαν αποστελλόμενα. Έχουν αποστολή. Τους αποστέλλει ο Θεός για να κάνουν κάτι στον κόσμο. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Για τα άλλα ουράνια τάγματα δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Τα περισσότερα που γνωρίζουμε είναι για τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους. Ενώ γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τα τάγματα που ονομάζονται αρχές, κυριότητες, θρόνοι, εξουσίες, δυνάμεις, πολυόμματα, παρόλα αυτά δεν γνωρίζουμε τον ρόλο τους τον λειτουργικό. Λίγα πράγματα ξέρουμε για τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα οποία έχουν εμφανιστεί στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης.

Αλλά περισσότερες και πιο συνεχείς εμφανίσεις έχουμε από τους αγγέλους και δη τους αρχαγγέλους. Να θυμάστε, ο εκ των αρχαγγέλων Μιχαήλ εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη και ο εκ των αρχαγγέλων Γαβριήλ εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη. Όταν λοιπόν βλέπετε αρχάγγελο στο χώρο της Καινής Διαθήκης - και το όνομα του να μην ξέρετε - είναι ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ συνήθως, αλλά όχι κατ΄ αποκλειστικότητα, εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη. Βέβαια σε γεγονότα τα οποία διατρέχουν την ιστορία της εκκλησίας μας, έχουμε επί μέρους διαφοροποιήσεις. Έχουμε το εν Χώναις θαύμα, που το γιορτάζουμε τον μήνα Σεπτέμβριο και το οποίο το κάνει ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ. Αλλά αυτή είναι μια βασική θεώρηση των πραγμάτων. Για αυτό να ξέρετε και εξ απόψεως λειτουργικής κατατάξεως των εικόνων στο ιερό, η ωραία Πύλη έχει δύο πόρτες. Η δεξιά - όπως βλέπουμε εμείς - και η αριστερή. Αν έχετε παρατηρήσει, η πόρτα η αριστερή, μόνο αυτή χρησιμοποιείται στη Θεία λειτουργία. Ενώ σε όλες τις ακολουθίες ο ιερέας ή ο διάκονος βγαίνει από την πόρτα την αριστερή και εισέρχεται από την δεξιά, όταν αρχίσει η Θεία λειτουργία η δεξιά πόρτα καταργείται τελείως. Χρησιμοποιείται μόνο η αριστερή πόρτα, όπου γίνονται οι είσοδοι των ιερέων με τα άγια. Αυτό σημαίνει πως η πόρτα αυτή πού έχει λειτουργική χρήση την ώρα της Καινής Διαθήκης, είναι η θύρα της Καινής Διαθήκης. Ενώ η άλλη πόρτα πού έχει λειτουργική χρήση συνεχώς και καταλυμπάνεται, δεν λειτουργεί την ώρα της Θείας λειτουργίας είναι - ας την πούμε συμβολικά - η πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης. Γι΄ αυτό πάνω στην πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης - που είναι η δεξιά όπως την βλέπουμε εμείς - αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Μιχαήλ που είναι ο αρχάγγελος της Παλαιάς Διαθήκης και στην αριστερή πόρτα αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ.

Οι άγγελοι λοιπόν, είναι «λειτουργικά πνεύματα είς διακονίαν αποστελλόμενα». Αν λοιπόν, οι άγγελοι είναι λειτουργοί, όπως στην εικόνα της Βαπτίσεως πού διακονούν το Χριστό πού βαπτίζεται, θα τους δούμε να είναι ακίνητοι. Τα πόδια τους είναι κλειστά. Αν δούμε τα πόδια τους ανοικτά, τότε σημαίνει πως είναι αποστελλόμενοι. Το ίδιο μέγεθος της κινήσεως των ποδών θα το δούμε να περνάει και στους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι έχουν μία κίνηση· λειτουργούν τον Θεό. Αν βρίσκονται σε αποστολή έχουν ανοικτά τα πόδια. Αν βρίσκονται σε λειτουργία του μυστηρίου της θείας οικονομίας, έχουν κλειστά τα πόδια. Στην εικόνα της Αναλήψεως ή στην εικόνα της ψηλαφήσεως τού Θωμά θα δείτε τους μαθητές να στέκονται ένθεν και ένθεν. Στο κέντρο είναι ο Θωμάς, ο οποίος ψηλαφεί τον Χριστό και ένθεν και ένθεν είναι οι υπόλοιποι απόστολοι. Θα δείτε τους μισούς να έχουν ανοικτά πόδια και τους άλλους μισούς να έχουν κλειστά πόδια. Δεν μπορούν να αγιογραφήσουν τον ίδιο Απόστολο με ανοιχτά και κλειστά πόδια. Επειδή οι Απόστολοι είναι ένα σώμα, οι μισοί εκδηλώνουν την κίνηση, που είναι απόστολοι δια της ανοικτής εκφράσεως των ποδών τους και οι άλλοι μισοί δια της κλειστής εκφράσεως των ποδών τους. Και δηλώνουν που ταυτόχρονα είναι και εν κινήσει, αλλά και λειτουργοί. Αυτό είμαστε και εμείς δηλαδή. Στην Ορθοδοξία δεν αναρωτιόμαστε «τι είναι καλύτερο»; Να είμαστε ακίνητοι ή κινούμενοι; Μας ενδιαφέρει να είμαστε κινούμενοι, κατά τα μέτρα της αποστολής που μας βάζει ο Θεός να κάνουμε, και ακίνητοι κατά τα μέτρα του ησυχασμού και της στάσεως της νηπτικής και της προσευχής. Και τα δύο μέτρα ισορροπούν στην Ορθοδοξία. Ποτέ δεν έχουμε μια απολυτότητα. Δηλαδή, αν κάποιος πει «εγώ θα ησυχάσω χωρίς να κάνω κίνηση, κάποια ενέργεια», τότε αυτός δεν ζει την Ορθοδοξία σωστά. Αυτά τα δύο λοιπόν, εναλλάσσονται.

Στην εικόνα, ο αρχάγγελος Γαβριήλ είναι αποστελλόμενος στην Παναγία, γι΄ αυτό τα πόδια του είναι ανοιχτά. Όπως βλέπετε, έχει το χέρι του εκτεταμένο, της δείχνει κάτι. Αν ήταν λειτουργός και λειτουργούσε το μυστήριο (όπως μπορείτε να δείτε) στην εικόνα της Βαπτίσεως, τα χέρια του θα ήταν κλειστά. Και μάλιστα καλυμμένα με ένα ύφασμα. Ενώ βλέπετε, αν το χέρι είναι ανοικτό, κάτι δεικνύει. Ο Θεός του λέει κάτι να πει. Δεν είναι το δικό του το χέρι. Δανείζει το χέρι του, στο Θεό. Αυτό συμβαίνει στη Θεία λειτουργία. Αν έχετε παρατηρήσει, εμείς οι ιερείς φοράμε το εξωτερικό ένδυμα το οποίο λέγεται φελόνιον και καλύπτει τα χέρια μας. Τα χέρια μας είναι καλυμμένα. Που σημαίνει ότι δεν έχουμε χέρια. Κι αν πρόκειται να κάνουμε κάτι, το κάνουμε όπως το λέει η Εκκλησία, κατά εντολή του Θεού. Δηλαδή, δε χρησιμοποιούμε τα χέρια μας όπως εμείς θέλουμε για να κάνουμε εκφράσεις λύπης, χαράς, θριάμβου, νίκης κτλ. Ο ιερέας βγάζει το χέρι του κάτω από το φελόνιο για να ευλογήσει τον λαό, τα τίμια δώρα, να πει «ειρήνη πάσι». Τίποτα άλλο. Βλέπετε κι ο ιερέας μετέχει αγγελικώς, κατά τα δικά του τα μέτρα, όπως κι όλος ο λαός του Θεού, στο θέμα της λειτουργίας. Κινητός και ακίνητος. Στην εικόνα, ο Άγγελος λοιπόν, έχει το χέρι εκτεταμένο, τα πόδια ανοιχτά, που είναι αυτή τη στιγμή εις διακονίαν αποστελλόμενος. Βλέπετε αυτά είναι πολύ σπουδαία πράγματα! Κι αυτά δεν μπορείτε να τα καταργήσετε.

Ας δούμε την κεφαλή του Αγγέλου. Βλέπετε πως ο Άγγελος έχει μια κορδέλα. Αυτή η κορδέλα στην αγιογραφία είναι (θα έλεγα) η σαρκική, υλική έκφραση της νοεράς προσευχής. Ο Άγγελος συγκεντρώνει το πλούσιο του νοός του, (δεν μπορώ να περιγράψω τη διάνοια και το νου) μπροστά στο Θεό. Για αυτό έχει κι αυτήν την κορδέλα. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αυτή η συγκέντρωση.

Και προσέξτε, που η απεικόνιση της κεφαλής δεν είναι προφίλ, ούτε κατά πρόσωπον. Είναι απεικόνιση κατά τα τρία τέταρτα, όπου βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Αυτό που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Και το βλέπουμε αυτό και σε όλους τους αγίους.

Ο Άγγελος κρατάει στα χέρια του ένα ραβδί. Ποτέ μην αγιογραφήσετε τον Άγγελο με εκείνη την έκφραση την ρομαντική - όπως την κάνει η βατικάνια αγιογραφία - να μεταφέρει κάποιο κρίνο. Δεν υπάρχει παράδοση που να αναφέρει κάτι τέτοιο και ούτε μας λέει η Αγία Γραφή ότι ο Άγγελος κρατάει ραβδί στα χέρια του. Το ραβδί για εμάς έχει ένα θεολογικό συμβολισμό. Το ραβδί ήτανε πάντοτε το αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αγγελιοφόροι για να αναγγείλουν τα μηνύματά τους. Μέχρι και πρόσφατα στα χωριά μας, έβγαινε ένας ντελάλης και χτυπούσε στο δάπεδο, στο καλντερίμι, ένα ξύλο και έλεγε θα γίνει αύριο αυτό το γεγονός. Το ραβδί σημαίνει πως ο Άγγελος έρχεται να αναγγείλει κάτι. Δεν κρατάει ένα λουλούδι για να ωραιοποιήσει την κατάσταση ή να δώσει ένα δώρο στην Παναγία. Αυτό είναι λάθος. Είναι ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος. Και η εκκλησία μας ποτέ στην αγιογραφία δεν κάνει ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος, αλλά πάντοτε κάνει κατανυκτική αντιμετώπιση του γεγονότος.

Η εκκλησία με τις τέχνες της θέλει να δώσει κατάνυξη κι όχι να δώσει ρομαντισμό. Γι΄ αυτό βλέπετε στην Ορθόδοξη τέχνη διαφοροποιούμεθα τελείως. Και στη μουσική και στη ζωγραφική. Δυο κατ΄εξοχήν τέχνες. Υπάρχουν και άλλες τέχνες, όπως η ξυλογλυπτική. Όπως με αυτές τις δύο κατ΄εξοχήν τέχνες, έτσι και με το ξυλόγλυπτο το ίδιο πράγμα γίνεται. Κάνουμε απλά, λιτά ξυλόγλυπτα. Δεν κάνουμε ποτέ ούτε μπαρόκ, ούτε ροκοκό, τα οποία είναι εμπλουτισμένα, φορτωμένα πάρα πολύ για να εντυπωσιάσουν τις αισθήσεις του ανθρώπου. Όλη αυτή η τέχνη περνάει στην εκκλησία και περνάει ακόμη και πάνω στα άμφια των κληρικών κτλ. Και εδώ υπάρχει μια θεολογία. Η λιτότητα των αμφίων, ούτε με προσθήκες, ούτε με πολλές παραστάσεις πάνω και διάφορα χρώματα. Η εκκλησία μας έχει μια λιτότητα σε όλα αυτά τα πράγματα. Αλλά εμάς η προκείμενή μας δουλειά είναι να δούμε την αγιογραφία και να θυμηθούμε αυτή τη λιτότητα, η οποία εκφράζεται με αυτό το ραβδί και με το χέρι του Αγγέλου το οποίο εκτείνεται.

Ο Άγγελος έχει μια λωρίδα - θα δούμε αυτή τη λωρίδα και στα ρούχα του Χριστού πολλές φορές - που δηλώνει πως ως αξιωματικός έχει μια εντολή. Πήρε μια εξουσία από κάποια ανώτερη αρχή. Δηλώνει πως ένας Άγγελος δεν είναι αυτοτελής. Δεν λειτουργεί μόνος του. Δεν λειτουργεί κατά τα μέτρα της δικής επιθυμίας, αλλά υπακούει στο Θεό. Κι εδώ με αυτή την κορδέλα (λωρίδα) δηλώνεται η δοθείσα εξουσία. Στον Χριστό, η δοθείσα εξουσία δηλώνεται και με μια κορδέλα, αλλά ταυτόχρονα θα Τον δούμε να κρατάει στα χέρια Του - συνήθως πάντοτε - ένα ειλητάριο. Τα ευαγγέλια παλιά δεν ήταν βιβλία, ήταν αυτά τα ελισσώμενα αντικείμενα των παπύρων. Ο Χριστός πήρε την εξουσία από τον Πατέρα για να κάνει αυτό που θα κάνει. Κανείς δηλαδή δεν είναι αυτοτελής.

Κατά τα άλλα, οι άγγελοι αγιογραφούνται όπως τους έχουμε δει. Τους είδαμε ανθρωποειδείς, τους είδαμε να έχουν πτέρυγες. Δεν είναι μια δική μας επινόηση. Αγιογραφούμε με θεολογικό τρόπο, ότι είδαμε. Τα τροπάρια της εκκλησίας μας αναφέρουν ότι είναι δευτερεύοντα φώτα. Πρωτεύον φως είναι ο Θεός. Όλοι οι άλλοι, οι άγιοι και οι άγγελοι είναι δευτερεύοντα φώτα γιατί παίρνουν το φως από το Θεό. Κανείς δεν έχει δικό του, ίδιον φως. Και οι άγιοι που έχουν τα φωτοστέφανα γύρω από το κεφάλι τους, δηλώνεται το δευτερεύον φως. Είναι το φως του Θεού. Το οποίο καταυγάζει όλο τους το κεφάλι.

Να θυμάστε όλους τους αγγέλους τους τιμάμε πάντοτε την ημέρα της Δευτέρας. Κάθε φορά που είναι Δευτέρα τιμούνται οι άγγελοι. Όπως Κυριακή είναι η μέρα της Αναστάσεως. Δευτέρα των αγγέλων. Τρίτη είναι του Προδρόμου. Τετάρτη είναι της Σταυρώσεως και της Παναγίας. Πέμπτη των αγίων Αποστόλων και πάντοτε του αγίου Νικολάου, εις τύπον ενός ιεράρχη. Παρασκευή πάλι της Παναγίας και ταυτόχρονα και του Σταυρού. Σάββατο είναι η μέρα των κεκοιμημένων και Κυριακή της Αναστάσεως. Πλέον βέβαια των αγίων που γιορτάζουμε κάθε μέρα. Και όλα τα τροπάρια της Δευτέρας - αν ανοίξετε το βιβλίο που λέγεται Παρακλητική - ομιλούν πάντοτε για τους αγγέλους. Και τροπάρια θεολογικά για τους αγγέλους μπορείτε να βρείτε και στις ακολουθίες του Μεσονυκτικού, Κυριακή πρωί, όπου εκφράζεται το τριαδικό δόγμα της εκκλησίας μας, στο οποίο μετέχουν διακονώντας ως δευτερεύοντα φώτα και οι άγγελοι.

Αυτά τα λέω για να αποκτήσετε μια ευρύτερη εμπειρία, γιατί εμείς δεν έχουμε τέχνες αποσπασματικές. Ο αγιογράφος γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από τη ζωή της εκκλησίας. Και πρέπει να δει με μια ευρύτητα τα πράγματα. Ένας αγιογράφος που δεν λειτουργείται, που δε ζει το μυστήριο της εκκλησίας, ποτέ δεν μπορεί να αγιογραφήσει. Και πόσο μάλλον ο αγιογράφος που δεν ξέρει στοιχειώδη θεολογικά πράγματα.

Να έρθουμε λίγο στην Παναγία. Και βλέπετε την Παναγία καθήμενη. Καθήμενη μπορεί να είναι συνήθως η Παναγία ή ο Χριστός. Και το καθήμενος δηλώνει μία βεβαιότητα. Το χέρι της Παναγίας που είναι ανοιχτό δηλώνει κίνηση αποδοχής. Σημαίνει «αποδέχομαι». Εδώ δεν έχουμε κόμικς να βάλουμε εκφράσεις και λόγια. Η αποδοχή δηλώνεται ταυτόχρονα με το κεκλιμένο της κεφαλής. Υπάρχει μια ελαχίστη μικροτάτη κλίση, η οποία δηλώνει ταυτόχρονα με την έκφραση της ανοιχτής παλάμης, την αποδοχή. Όπου δούμε λοιπόν ή θέλουμε να εκφράσουμε αποδοχή γεγονότος κάνουμε κεκλιμένο κεφάλι. Μια ελαχίστη μικρή ταπείνωση που δεν είναι εμφανής. Δηλαδή, δεν είναι μια εκρηκτική ταπείνωση. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτό ένα στοιχείο ρομαντικό ή εκκωφαντικό. Η ανοιχτή παλάμη δηλώνει την αποδοχή.

Με το άλλο το χέρι η Παναγία κρατάει ένα αντικείμενο. Είναι μία ρόκα όπου γνέθει. Δηλώνει ταυτόχρονα αυτό που είναι η Παναγία. Που είναι η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Που προσομοιάζει με τα αγγελικά τα τάγματα και είναι τιμιωτέρα από όλα αυτά. Ταυτόχρονα όμως παραμένει άνθρωπος και εργάζεται και τα ανθρώπινα. Για αυτό κρατάει αυτήν την ρόκα. Κανείς μέσα στη ζωή της εκκλησίας δεν είναι μόνο πνευματικός άνθρωπος. Επειδή φέρει και τα σαρκικά και τη σαρκική φύση - που δεν είναι αμαρτία το σαρκικό - κάνει και τα ανθρώπινά του έργα. Είναι εργασία. Και να θυμάστε όλη η ασκητική θεωρία και η νηπτική θεωρία της Ορθοδοξίας κρίνεται στην εναλλαγή, δηλαδή στην ταυτόχρονη λειτουργία της εργασίας και της προσευχής. Για αυτό έχει αυτή τη ρόκα η Παναγία. Και είναι καθήμενη.

Έχω μιλήσει για τα τρία αστεράκια που φέρει η Παναγία. Ένα αστεράκι στο κεφάλι και δύο αστεράκια στην πλάτη της Παναγίας. Τα αστεράκια είναι οκτάκτινα· έχουνε οκτώ ακτίνες. Το τριπλό αστεράκι σημαίνει ότι η Παναγία είναι Αειπάρθενος. Ήταν, είναι και πάντα θα είναι Παρθένος. Προ, κατά και μετά τον τόκο. Το οκτάκτινο αστεράκι, με τις οκτώ ακτίνες δηλώνει το μυστήριο της ογδόης ημέρας. Το μυστήριο της ογδόης ημέρας είναι το μυστήριο της ημέρας που (εγκαινίασε) ο Θεός με το έργο της θείας οικονομίας, για να σώσει τον άνθρωπο. Γιατί εμείς την έβδομη ημέρα, την τελευταία ημέρα της δημιουργίας, αποτύχαμε σε αυτό που μας έκανε ο Θεός. Και εμείς την ίδια στιγμή που μετέχουμε στα της Παναγίας στο έργο της θείας οικονομίας.

Οι Πατέρες της εκκλησίας θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας, αλλά καίρια θεολογική στιγμή για το πρόσωπο της Παναγίας, είναι η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος. Η εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδος, όπου σε αυτή κάποιοι υποστήριξαν, όπως ο Νεστόριος ένας αιρετικός , πως η Παναγία δεν είναι Θεοτόκος αλλά είναι Χριστοτόκος. Θα πείτε τι διαφορά έχει; Πολύ μεγάλη διαφορά. Άλλο Θεοτόκος που γεννάει τον Θεό, και άλλο Χριστοτόκος. Αυτή η διαφορά τι σημαίνει; Έλεγε ο Νεστόριος λοιπόν να είναι Χριστοτόκος. Γέννησε το Χριστό, τίποτε άλλο. Κατά τον Νεστόριο, δηλαδή ήταν μία σωλήνα από την οποία πέρασε ο Χριστός και τίποτε άλλο. Αυτό είναι θεολογικό λάθος. Πώς γεννήθηκε ο Χριστός; Τι λέμε εμείς στο Πιστεύω; «Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Λειτουργούν εδώ δύο γεγονότα. Όπως σε μια γέννηση ενός παιδιού λειτουργεί ο άνδρας και η γυναίκα, εδώ λειτουργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Τι κάνει η Παναγία; Δίνει την ανθρώπινη σάρκα του (κόσμου) στον Χριστό. Άρα, η συμμετοχή της Παναγίας δεν είναι απλώς η συμμετοχή μιας σωλήνας, που εξυπηρετεί μία κατάσταση. Δεν διέρχεται ο Χριστός από μέσα, χωρίς η Παναγία να προσφέρει τα ανθρώπινα μεγέθη. Ο Χριστός προσλαμβάνει τα ανθρώπινα μεγέθη από την Παναγία. Άρα είναι Θεο - τόκος. Γεννιέται ο Θεός, ο οποίος ( Θεός σαρκούται). Είναι πολύ μεγάλη διαφορά. Και έγινε μια ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος για αυτό και μόνο το θέμα. Αν η Παναγία είναι Χριστοτόκος ή Θεοτόκος; Και αντιμετώπισαν αυτή τη θεολογία πολύ μεγάλοι Πατέρες, όπως ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και άλλοι θεολόγοι, οι οποίοι πρωτογενώς, θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας μας.

Να επανέλθω και πάλι στην πρώτη εικόνα του Ευαγγελισμού. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία τα οποία μπορεί να διαμορφωθούν και χρωματικά. Υπάρχει ο θρόνος. Ή ακόμη αυτό το κόκκινο ύφασμα που είναι επάνω. Και σε άλλες εικόνες, συνήθως δεσποτικών εορτών ή της παρουσίας του Χριστού και της Παναγίας, βάζουμε αυτό το κόκκινο ύφασμα που δηλώνει ένα γεγονός χαρμόσυνο. Θα λέγαμε, ένα γεγονός χαρμοαναστάσημο. Αλλά είναι δευτερεύον στοιχείο, με την έννοια ότι μπορεί και να μην μπει. Δεν θα το δείτε σε όλες τις εικόνες. Μεταβάλλεται κατά την επιλογή των αγιογράφων. Ενώ τα θεολογικά στοιχεία, χρησιμοποιούνται ως έχουν. Για παράδειγμα, το βάθρο πάνω στο οποίο στέκεται ο Άγγελος ή η Παναγία, είναι δευτερεύον στοιχείο. Είναι απαραίτητο, να μπορείτε να διακρίνετε τα θεολογικά στοιχεία από τα δευτερεύοντα στοιχεία.

Το χρώμα του ενδύματος της Παναγίας, το μαφόριο είναι σκούρο κόκκινο, που είναι το χρώμα το οποίο έχει η Ορθοδοξία μας ως χρώμα βαθύτατο κατανυκτικό. Η εκκλησία μας ποτέ δεν χρησιμοποιεί χρώμα μαύρο. Είναι ατυχέστατο οι ιερείς να ντύνονται - ειδικά τη μεγάλη Σαρακοστή - με μαύρα ρούχα ή να βάζουν στην αγία Τράπεζα, την περίοδο της Σαρακοστής μαύρα καλύμματα. Εμείς, δεν έχουμε ποτέ το απόλυτο της θλίψεως. Εμείς - όπως θα το δούμε και στο σχήμα του στόματος που αγιογραφούμε - μιλάμε για την χαρμολύπη. Είναι δύο συνδυαστικά στοιχεία. Ποτέ δεν είμαστε στην απόλυτη χαρά και στην απόλυτη λύπη. Η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Γιατί ζούμε σε ένα χώρο μεταπτωτικό. Και η απόλυτη λύπη είναι μια τραγωδία, γιατί η λύπη σημαίνει ότι τα έχασες όλα. Δεν υπάρχει ελπίδα στο Χριστό. Εμείς για ένα πράγμα μόνο λυπούμαστε. Λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας. Αυτό που είπε ο Χριστός «οργίζεστε και μην αμαρτάνετε». Πρέπει να οργιζόμαστε μόνο για τις αμαρτίες μας. Δεν πρέπει να αμαρτάνουμε για τίποτα. Και λυπούμεθα μόνο για τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός την ώρα της προσευχής Του στον κήπο της Γεσθημανή, λέει το κείμενο (στο κατά Μάρκον ευαγγέλιον) ότι «ήταν περίλυπος». Συγκεκριμένα, λέει ο Χριστός: «περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Δεν σημαίνει που ο Χριστός είναι απογοητευμένος. Προσέχετε τη λέξη; Είναι περί - λυπος. Όχι λυπημένος. Αλλά είναι περίλυπος. Που σημαίνει ότι υπάρχει λύπη γύρω από Αυτόν. Είναι η λύπη της αμαρτίας που λειτουργεί γύρω του και γι’ αυτό είναι περίλυπος, για τη δική μας αμαρτία. Η εκκλησία μας ποτέ δεν κάνει γεγονότα απολύτου λύπης ή θλίψεως. Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι μια μέρα λύπης. Είναι τελείως λανθασμένη αντιμετώπιση. Είναι μια μέρα χαρμο - λύπης. Λυπούμαστε για ένα πράγμα. Γιατί τολμήσαμε να σταυρώσουμε τον Χριστό. Και ταυτόχρονα χαιρόμαστε γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Για αυτό αν πάτε Παρασκευή πρωί, στην ακολουθία της Αποκαθηλώσεως - που είναι ο εσπερινός του Μεγάλου Σαββάτου - θα δείτε τους ιερείς υποχρεωτικά να φορούν λευκά άμφια. Κι αν ακόμα την περίοδο της Σαρακοστής λανθασμένα φορούσαν μαύρα ρούχα, υποχρεωτικά τα αλλάζουν και τα κάνουν άσπρα. Γιατί αρχίζει και λειτουργεί το μυστήριο της καθόδου του Χριστού στον Άδη. Και την ώρα που είναι νεκρός πάνω στον Σταυρό, νικιέται ο θάνατος. Δεν έχουμε γεγονότα θλίψεως και λύπης. Αλλά έχουμε τη χαρμολύπη που λειτουργείται σε όλη μας τη ζωή. Όπως σας είπα η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Είναι μια πλασματική ψυχολογική κατάσταση που δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να μας κάνει να ξεφεύγουμε από την αντιμετώπιση της λύπης για τις αμαρτίες μας.

Αν έχετε να με ρωτήσετε κάτι σε αυτά που σας είπα. Τα είπα πολύ συνοπτικά έτσι, αλλά θέλω να τα πω όλα για να μπορείτε να λειτουργείτε λίγο-λίγο τη θεολογία της εικόνας.

Ερώτηση: Γιατί η Παναγία κάθεται σε αυτή την εικόνα του Ευαγγελισμού;

Απάντηση: Σας είπα τη θεολογία του καθημένου. Δεν είναι πάντα η Παναγία καθήμενη στις εικόνες του Ευαγγελισμού. Αλλά εδώ είναι πολύ σωστό, γιατί το καθήμενο στοιχείο που αναφέρεται στο Χριστό και στην Παναγία, δηλώνει την βεβαιότητα. Καθήμενο σημαίνει βεβαιότητα. Αυτό που θα γίνει είναι οριστικό. Ξέρει η Παναγία τι κάνει. Δέχεται την πρόταση του Θεού. Και το κάνει χωρίς να ξέρει αναλυτικά τα γεγονότα.

Ερώτηση: Σε ορισμένες εικόνες τα δευτερεύοντα στοιχεία γιατί είναι πλούσια;

Απάντηση: Κοιτάξτε. Δεν είναι πλούσια. Γιατί προβάλλονται τα πρόσωπα. (Για παράδειγμα) Αυτά τα βάθρα δεν καθηλώνουν την εικόνα. Υποτάσσονται στην εικόνα. Ο αγιογράφος έχει την ελευθερία να λειτουργήσει τα δευτερεύοντα πράγματα. Την ελευθερία (που αφορά τη θεολογία) δεν την έχει. Παραμένει μια δυνατότητα εκφράσεως του αγιογράφου σε αυτά τα δευτερεύοντα στοιχεία. Αλλά στα πρώτα (που αφορούν τη θεολογία) δεν μπορεί να τα αλλάξει. Αν τα αλλάξει μπορεί να πέσει σε αίρεση.

Ερώτηση: Γιατί οι μοναχοί και οι παπάδες φοράνε μαύρα;

Απάντηση: Άλλο η λειτουργική χρήση και άλλο η προσωπική μου χρήση. Το μαύρο χρώμα για προσωπική μου χρήση, εκφράζει τη μνήμη θανάτου. Όλοι οι μοναχοί φοράνε μαύρα. Στη Θεία λειτουργία όμως, οι ιερείς φοράνε άσπρα ή κόκκινα άμφια. Είναι λειτουργικό γεγονός, όπου λειτουργείται η Χάρις του Θεού. Το μέγεθος, το ενδυματολογικό έχει μια αντιμετώπιση. Βλέπετε, ζω μέσα στον κόσμο, μέσα στη ζωή. Πρέπει να φορέσω τα παπούτσια που φοράτε όλοι σας. Έτσι δεν είναι; Ζω τα ανθρώπινα. Με το μαύρο έχω μια μνήμη θανάτου. Αλλά όταν μπω μέσα στην ακολουθία ό,τι και να γίνει, ό,τι και να κάνω, ξεπερνιέται το μαύρο με κάποια άλλα ενδύματα που βάζω που δεν είναι μαύρα. Το μαύρο είναι μνήμη θανάτου για εμένα. Αλλά η Θεία λειτουργία είναι γεγονός κοινοτικό, κοινωνικό. Η μνήμη θανάτου είναι για μένα προσωπικό γεγονός μνήμης θανάτου. Δεν είναι γεγονός λειτουργικό, όπου λειτουργείται το χαρμοαναστάσημο της χάρης του Χριστού μας. Και τα άσπρα που φοράνε οι Ρώσοι, κάποια άσπρα καλιμαύχια, πανωκαλίμαυχα ή άσπρα άμφια, είναι μία λάθος παράδοση η οποία μεταφέρθηκε από μια πλάνη που ήρθε στη Ρώμη από τη λεγόμενη Κωνσταντίνεια δωρεά. Είναι ένα ψέμα, το οποίο είπαν κάπου στη Ρώμη, ότι (δήθεν) ο Μέγας Κωνσταντίνος λίγο πριν πεθάνει, έκανε μια δωρεά στη Ρώμη και της δώρισε να είναι η πρώτη εκκλησία. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Και μαζί με αυτή τη δωρεά που έκανε τους χάρισε και ένα άσπρο άμφιο για να το φοράνε κτλ. και μεταφέρθηκε στη Μόσχα, ένα ολόκληρο παραμύθι. Υπάρχουνε δύο ψέματα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν κάποια στοιχεία θεολογίας της Βατικανίου εκκλησίας, όπως η Κωνσταντίνειος δωρεά και οι ψευτοϊσιδώρειες διατάξεις που δεν έχω τον χρόνο να τις αναλύσω. Δεν είναι του παρόντος τώρα.

Ερώτηση: Γιατί αγιογραφούμε το γεγονός του Ευαγγελισμού σε εξωτερικό χώρο;

Απάντηση: Στην αγιογραφία δεν αγιογραφούμε ποτέ εσωτερικό χώρο (όπως γιά παράδειγμα τον εσωτερικό χώρο του ναού). Όλα τα γεγονότα είναι εξωτερικά. Δεν υπάρχει εσωτερικός χώρος. Τίποτα δεν είναι κλεισμένο μέσα σε τοίχους στην αγιογραφία. Όλα βρίσκονται έξω. Ένα γεγονός θα γίνεται κάπου μέσα, εσωτερικά. Αλλά ένα σπίτι αγιογραφείται ως υπαίθριο. Στην αγιογραφία ποτέ δεν κλεινόμαστε μέσα. Όλα είναι μια έξοδος. Δεν υπάρχει εσωτερικό. Και ας αγιογραφείται μια λειτουργία. Δεν φαίνεται ποτέ που είναι ένας κλειστός ναός, δεν φαίνονται οι τοίχοι. Γιατί όλη η λειτουργία είναι μια έξοδος στα πράγματα του κόσμου. Αλίμονο αν η εκκλησία κλεινόταν μέσα ή έκανε μια λειτουργία για να περνάει καλά, για να αποκτάει κατάνυξη και τίποτε άλλο. Η λειτουργία είναι μια έξοδος. Και λειτουργούμαστε για να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να κάνουμε έξοδο, προς τον κόσμο, προς τον Θεό και τους άλλους. Ποτέ δεν υπάρχει κλειστός χώρος στην αγιογραφία. Ποτέ. Ακόμα και εκεί που αναφέρεται για τον Θωμά, «των θυρών κεκλεισμένων», που «οι μαθητές ήταν συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων», οι Απόστολοι αγιογραφούνται σε ανοιχτό χώρο. Ενώ η Γραφή αναφέρει «των θυρών κεκλεισμένων». Παρόλα αυτά, η αγιογραφία τους δείχνει να βρίσκονται έξω. Το ίδιο και στην εικόνα της Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έγινε στο υπερώο. Αυτή είναι η θεολογία της εικόνας μας. Δεν υπάρχει κλειστός χώρος. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος που κλείνεται στον εαυτό του. Η εκκλησία είναι πάντοτε μία συνεχής έξοδος.

Ερώτηση: Πώς αγιογραφούμε τα χείλη;

Απάντηση: Θα σας πω μόνο δύο σημεία για τα χείλη. Ένα σημείο τοπικό και ένα σημείο θεολογικό. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε μελετώντας περαιτέρω τα χείλη. Πολύ σπουδαίο στοιχείο του προσώπου όπως είναι τα μάτια και η μύτη, είναι βέβαια και τα χείλη. Με τα χείλη εκφράζουμε πολλές φορές τη χαρά, τη λύπη και τη χαρμολύπη, όπως αναφέραμε πριν λίγο. Πρώτα – πρώτα, τοπικό σημείο στην εικόνα βλέπετε αυτό το σημείο έψιλον. Δηλαδή, η κάτω πλευρά του κάτω χειλέως είναι στο κέντρο του τρίτου μέρους του προσώπου των αγίων. Θυμόμαστε πως το κεφάλι χωρίζεται σε τέσσερα ίσα μέρη. Και το πρόσωπο σε τρία ίσα μέρη. Αυτό το ξέρετε όλοι νομίζω από τις προηγούμενες αναλύσεις. Οτι το το κεφάλι είναι τέσσερις μύτες και το πρόσωπο είναι τρεις μύτες. Το τελευταίο μέρος, το κάτω μέρος του προσώπου, το πωγωνιαίο τμήμα που βρίσκεται ο πώγων, έχει μέσα και το στόμα. Στο κέντρο αυτού του τελευταίου τμήματος είναι το σημείο έψιλον. Δηλαδή, τα χείλη πάντοτε θα τελειώνουν στο τελευταίο σημείο του μέσου αυτού του τελευταίου τμήματος. Αν δείτε την εικόνα που σας έδωσα, στο τρίτο μέρος κάτω - κάτω στο μέσον είναι το σημείο έψιλον και από κει και μετά είναι τα χείλη. Πάνω τα χείλη. Δηλαδή, τα χείλη βρίσκονται ολόκληρα στο πάνω τμήμα του τελευταίου τμήματος του προσώπου. Εκείνο το οποίο μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι πώς εκφράζουμε τα χείλη. Εμείς έχουμε μάθει συνήθως από την οποιαδήποτε ζωγραφική, ότι έχουμε χείλη λύπης και χείλη χαράς. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα ανθρωπάκι που είναι λυπημένο και ένα χαρούμενο. Αυτά μάθαμε εμείς. Στην αγιογραφία καταργούνται και τα δύο στοιχεία. Γιατί όπως σας είπα πριν, δεν έχουμε ούτε απόλυτη χαρά, ούτε απόλυτη λύπη. Αλλά εμείς έχουμε χαρμολύπη. Αλλά ούτε έχουμε και μια γραμμή ευθεία. Μια γραμμή ευθεία θα σήμαινε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν έχει αισθήματα και κατ’ επέκταση συναισθήματα. Ένας άνθρωπος παγωμένος. Εμείς έχουμε χαρμολύπη. Ή με άλλη λέξη όπως λένε οι Πατέρες της εκκλησίας, χαροποιό πένθος. Είναι δύο λέξεις. Χαρμολύπη ή χαροποιό πένθος. Και εμείς θέλουμε πια να συνδυάσουμε την ύπαρξη του χαροποιού πένθους και της χαρμολύπης δια της εκφράσεως της σχισμής των χειλέων. Από εκεί το εκφράζουμε. Έτσι μάθαμε και στη ζωγραφική. Η σχισμή των χειλέων εκφράζει τη λύπη ή τη χαρά. Και εμείς έχουμε μόνο χαρμολύπη και χαροποιό πένθος. Άρα, πρέπει να συνδυάσουμε τις γραμμές που εκφράζουν χαρά και τις γραμμές που εκφράζουνε λύπη ταυτόχρονα. Για αυτό κάνουμε μια γραμμή λύπης και μια γραμμή χαράς. Ταυτόχρονα. Λύπη, χαρά. Εναλλασσόμενα. Είναι η σχισμή της χαρμολύπης. Όχι σαρκώδη χείλη.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Ομιλία εις την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών


του π. Ἰουστίνου Πόποβιτς
(1965)
[Μετάφρασις ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς
Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ἀπό τό βιβλίο
PASHALNE BESEDE (Πασχαλινές Ὁμιλίες),Βελιγράδι 1998]
Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.......
Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες.
Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο! Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου... Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον.
Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου.
Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο. Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε..., τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με». Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθήκαμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης.
«Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες; Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί... κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».
Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια.
Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή. Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία...! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.
Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται. Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας.
Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται.
Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε..., τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».
Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22). Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν...
Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ. Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ...
Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου... Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email