Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων - Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς




Αγιορείτικος τόμος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων

(Γι' αυτούς που από τη δική τους απειρία και την απείθειά τους στους Αγίους, απορρίπτουν τις μυστικές ενέργειες του Πνεύματος, οι οποίες, με τρόπο που υπερβαίνει το λόγο, ενεργούνται σε όσους ζουν πνευματικά και φανερώνονται με έργα, χωρίς ν' αποδεικνύονται με λόγια).
Τα δόγματα που τώρα πια είναι κοινοποιημένα και γνωστά σε όλους και κηρύττονται δημόσια, ήταν τα μυστήρια του Μωσαϊκού νόμου, τα οποία μόνον οι Προφήτες προέβλεπαν εμπνεόμενοι από το Πνεύμα.

Τα δε υποσχεμένα στους Αγίους αγαθά κατά τον μέλλοντα αιώνα, είναι τα μυστήρια της ευαγγελικής πολιτείας, τα οποία τώρα γίνονται ορατά ως ένα σημείο και δίνονται σαν αρραβώνας μόνο σε όσους αξιώθηκαν από το Πνεύμα να τα βλέπουν.

Αλλά τότε, αν κανείς Ιουδαίος δεν άκουγε μ' ευχαριστία τους Προφήτες να μιλούν για Λόγο και Πνεύμα Θεού συναιώνια και προαιώνια, μπορούσε να κλείσει τ' αυτιά του, πιστεύοντας πως ακούει λόγια απαγορευμένα στην ευσεβή πίστη και αντίθετα στη διακήρυξη που δίδασκε τους ευσεβείς ότι «Ο Κύριος ο Θεός σου, είναι ένας Κύριος»(Δευτ. 6, 4).

Έτσι και τώρα μπορεί να πάθει κανείς, αν δεν ακούει με ευλάβεια τα μυστήρια του Πνεύματος που είναι γνωστά μόνο σ' εκείνους που έχουν καθαρθεί δια μέσου της αρετής. Αλλά όπως έπειτα η πραγματοποίηση εκείνων των προφητειών έδειξε τα τότε μυστήρια σύμφωνα με όσα έγιναν φανερά και τώρα πιστεύομε Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα, θεότητα τρισυπόστατη, μία φύση απλή, ασύνθετη, άκτιστη, αόρατη, αχώρητη στο νου, έτσι και όταν αποκαλυφθεί στον ορισμένο καιρό ο μέλλων αιώνας κατά την ανέκφραστη φανέρωση του ενός Θεού που έχει τρεις τέλειες Υποστάσεις, τότε θα φανερωθούν τα μυστήρια σύμφωνα σε όλα με τα φανερά.

Πρέπει όμως να προσέξομε και τούτο, ότι δηλαδή, αν και αργότερα φανερώθηκε στα πέρατα της γής το δόγμα των τριών Υποστάσεων της θεότητας, χωρίς να αναιρεί καθόλου την έννοια του ενός Θεού, εντούτοις στους Προφήτες εκείνους ήταν με ακρίβεια γνωστό και πριν από την έκβαση των πραγμάτων, και το παραδέχονταν άνετα όσοι τότε πείθονταν στα λόγια των Προφητών.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε τώρα αγνοούμε τα δόγματα της χριστιανικής μας ομολογίας, κι εκείνα που κηρύττονται φανερά, κι εκείνα που αποκαλύπτονται μυστικά από το Πνεύμα στους αξίους. Άλλοι δεν τα αγνοούν γιατί μυήθηκαν σ' αυτά από την ίδια τους την πείρα, όσοι δηλαδή απαρνήθηκαν και χρήματα και δόξα των ανθρώπων και κακές ηδονές του σώματος για χάρη της ευαγγελικής ζωής, και δεν έμειναν μόνο σ' αυτό, αλλά και βεβαίωσαν αυτή την απάρνηση με την υποταγή τους στους προχωρημένους στην κατά Χριστόν ηλικία.

Αφού δηλαδή σχόλασαν στον εαυτό τους και στο Θεό απαλλαγμένοι από κάθε φροντίδα με την ησυχία και την ειλικρινή προσευχή, ξεπέρασαν τον εαυτό τους κι ενώθηκαν με το Θεό, και με τη μυστική και υπέρ νουν ένωση μαζί Του μυήθηκαν στα υπέρ νουν μυστήρια. Άλλοι πάλι τα έμαθαν με το σεβασμό και την πίστη και την αγάπη προς αυτούς.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, ακούγοντας τον Μέγα Διονύσιο, στη δεύτερη προς Γάιον επιστολή του, να ονομάζει τη θεοποιό χάρη του Θεού θεότητα, θεαρχία και αγαθαρχία, συμπεραίνομε ότι ο Θεός που παρέχει αυτή τη χάρη στους αξίους, είναι πάνω από αυτή τη "θεότητα" (τη θεοποιό χάρη)? γιατί ο Θεός δεν πάσχει πολλαπλασιασμό, ούτε μιλάει κανείς έτσι για δύο θεότητες. Αλλά η θεοποιός αυτή χάρη του Θεού, όπως αποφαίνεται ο θείος Μάξιμος γράφοντας περί του Μελχισεδέκ, είναι άκτιστη και υπάρχει πάντοτε, προερχόμενη από τον αιώνιο Θεό.

Ο ίδιος πάλι, σε πολλά άλλα μέρη, την ονομάζει αγέννητο και ενυπόστατο φως που φανερώνεται στους αξίους όταν γίνουν άξιοί του, αλλά που δε γίνεται βέβαια τότε. Αυτό το φως ο ίδιος το ονομάζει φως της υπερανέκφραστης δόξας και καθαρότητα των Αγγέλων. Ενώ ο Μέγας Μακάριος το ονομάζει τροφή των ασωμάτων, δόξα της θείας φύσεως, καλλονή του μέλλοντος αιώνος, φωτιά θεϊκή και επουράνια, φως άρρητο και νοερό, αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, αγιαστικό έλαιο αγαλλιάσεως(Ψαλμ. 44, 8).

Όποιος λοιπόν συναριθμεί με τους Μασσαλιανούς και αποκαλεί διθεΐτες εκείνους που λένε άκτιστη και αγέννητη και ενυπόστατη τη θεοποιό αυτή χάρη του Θεού -αν υπάρχει κανένας τέτοιος-, αυτός ας γνωρίζει ότι αντιτάσσεται στους Αγίους του Θεού, και ότι αν δε μετανοήσει, βγάζει τον εαυτό του από την μερίδα των σωζόμενων και ξεπέφτει από τον ένα και μόνο από τη φύση Του Θεό των Αγίων.

Όποιος πάλι, ενώ πιστεύει και πείθεται και συμφωνεί με τους Αγίους και δεν προφασίζεται "προφάσεις εν αμαρτίαις"(Ψαλμ. 140, 4), αγνοεί τον τρόπο του μυστηρίου, αλλά παρά την άγνοιά του δεν απορρίπτει ό,τι λέγεται φανερά, αυτός ας μην απαξιώνει να ζητεί και να μαθαίνει από εκείνους που γνωρίζουν. Γιατί θα μάθει ότι δεν υπάρχει τίποτε το ανακόλουθο στα θεία λόγια και πράγματα, και μάλιστα στα βασικότατα που χωρίς αυτά τίποτε με κανένα τρόπο δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε κανένα γενικά θεοπρεπές μυστήριο.

Όποιος αποφαίνεται ότι η τέλεια ένωση με το Θεό γίνεται με τη μίμηση μόνο και τη σχέση μαζί Του, χωρίς τη θεοποιό χάρη του Πνεύματος, όπως δηλαδή συμβαίνει μεταξύ ανθρώπων που έχουν τις ίδιες συνήθειες και αλληλοαγαπώνται, και θεωρεί τη θεοποιό χάρη του Θεού μια έξη της λογικής φύσεως που αποκτάται μόνο με τη μίμηση και όχι με υπερφυσική έλλαμψη και απόρρητη θεία ενέργεια, την οποία οι άξιοι βλέπουν αοράτως και νοούν απερίληπτα από νου, αυτός ας γνωρίζει ότι χωρίς να ξέρει έπεσε στην πλάνη των Μασσαλιανών.

Γιατί κατά πάσα αναγκαιότητα θα είναι φύσει θεός ο θεούμενος, αν η θέωση γίνεται κατά φυσική δύναμη και περιέχεται μέσα στους όρους της φύσεως. Ας μην προσπαθεί λοιπόν αυτός τη δική του πλάνη να την προσάψει σ' εκείνους που στέκονται με ασφάλεια και να προξενήσει μώμο στους αμώμητους στην πίστη.

Αλλά ας αποθέσει τη μεγάλη ιδέα του κι ας μάθει από τους πεπειραμένους ή από τους μαθητές τους, ότι η χάρη της θεότητας είναι τελείως απερίληπτη και δεν υπάρχει καμία δύναμη στη φύση που να μπορεί να τη δεχτεί, γιατί τότε δε θα είναι πλέον χάρη, αλλά φανέρωση της ενέργειας μιας φυσικής δυνάμεως.

Οπότε δε θα ήταν κάτι παράδοξο η θέωση, αν γινόταν με μία δύναμη που είναι δεκτική θεώσεως· γιατί τότε η θέωση δικαιολογημένα θα ήταν έργο της φύσεως και όχι δωρεά του Θεού, και θα μπορούσε ο θεωμένος να είναι φύσει θεός και να ονομάζεται έτσι κυριολεκτικά. Γιατί η φυσική δύναμη των όντων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απαράβατη κίνηση της φύσεως προς ενέργεια.

Πώς όμως η θέωση βγάζει τον θεούμενο έξω από τον εαυτό του, αν η ίδια περιλαμβάνεται ακόμη μέσα στα όρια της φύσεως, δεν μπορώ να εννοήσω. Επομένως, η χάρη της θεώσεως είναι πάνω από τη φύση και την αρετή και τη γνώση, και όλα αυτά κατά τον άγιο Μάξιμο είναι απείρως κατώτερά της. Γιατί όλη η αρετή και η μίμηση του Θεού που μπορούμε να επιτύχομε, κάνει κατάλληλο τον ενάρετο για τη θεία ένωση.

Η χάρη όμως τελεσιουργεί την ίδια την απόρρητη ένωση. Διά μέσου αυτής ολόκληρος ο Θεός περιχωρεί ολόκληρους τους αξίους, και ολόκληροι οι Άγιοι περιχωρούν ολικά ολόκληρο τον Θεό, παίρνοντας όλο το Θεό στη θέση του εαυτού τους κι αποκτώντας τον ίδιο το Θεό μόνο ως βραβείο της αναβάσεώς τους προς Αυτόν, ενωμένο μαζί τους ως με δικά Του μέλη, με τον τρόπο που η ψυχή περιπλέκεται στο σώμα, αφού ο ίδιος τους αξίωσε να είναι μέσα σ' Αυτόν.

Όποιος ισχυρίζεται ότι είναι Μασσαλιανοί εκείνοι που λένε ότι ο νους εδρεύει στην καρδιά ή στον εγκέφαλο, αυτός ας γνωρίζει ότι κακώς επιτίθεται εναντίον των Αγίων. Γιατί ο Μέγας Αθανάσιος λέει ότι το λογικό μερος της ψυχής είναι μέσα στον εγκέφαλο, ενώ ο εξίσου μέγας Μακάριος, ότι στην καρδιά είναι η ενέργεια του νου.

Σύμφωνοι με αυτούς είναι σχεδόν και όλοι oι Άγιοι. Αυτό που λέει ο θείος Γρηγόριος Νύσσης, ότι ο νους δεν είναι ούτε μέσα ούτε έξω από το σώμα, ως ασώματος, δεν είναι αντίθετο στη γνώμη εκείνων των Αγίων. Εκείνοι λένε ότι ο νους είναι μέσα στο σώμα, επειδή είναι ενωμένος με αυτό. Διατυπώνοντας λοιπόν τούτο διαφορετικά, ελάχιστα διαφέρουν από εκείνον.

Γιατί δεν αντίκειται μήτε σ' εκείνον που λέει ότι το θείο, ως ασώματο, δε βρίσκεται σε κάποιον τόπο, εκείνος που λέει ότι κάποτε ο Λόγος του Θεού κατοίκησε μέσα στην παρθενική και πανάμωμη μήτρα, ενωμένος εκεί υπέρλογα με την ανθρώπινη φύση, από ανείπωτη φιλανθρωπία.

Όποιος λέει φάντασμα και σύμβολο το φως που άστραψε γύρω από τους Μαθητές στο όρος Θαβώρ(Ματθ. 17, 1-2), τέτοιο που να γίνεται και να χάνεται, κι όχι ότι υπάρχει καθαυτό και είναι πάνω από κάθε νόηση, άλλ' ότι είναι ενέργεια κατώτερη της νοήσεως, αυτός αντιλέγει καθαρά στις γνώμες των Αγίων.

Γιατί οι Άγιοι το ονομάζουν, τόσο στους θείους ύμνους, όσο και στα συγγράμματά τους, απόρρητο, άκτιστο, αιώνιο, άχρονο, απρόσιτο, άπλετο, άπειρο, απεριόριστο, αθέατο σε Αγγέλους και ανθρώπους, αρχέτυπο και αναλλοίωτο κάλλος, δόξα του Θεού, δόξα του Χριστού, δόξα του Πνεύματος, ακτίνα της θεότητας και τα όμοια.

Η σάρκα του Χριστού δοξάστηκε από τη στιγμή που Αυτός την προσέλαβε, και η δόξα της θεότητας έγινε δόξα του σώματος. Αλλά η δόξα ήταν αφανής στο φαινόμενο σώμα για εκείνους που δεν χωρούν αυτά που και στους Αγγέλους είναι αθέατα. Μεταμορφώνεται λοιπόν, όχι παίρνοντας κάτι που δεν ήταν, ούτε μεταβαλλόμενος σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανερώνοντας στους Μαθητές εκείνο που πράγματι ήταν, ανοίγοντας τα μάτια τους και από τυφλούς κάνοντάς τους να βλέπουν.

Ενώ Αυτός δηλαδή έμενε ο ίδιος, φαινόταν τώρα στους Μαθητές διαφορετικός απ' ό,τι φαινόταν πριν γιατί Αυτός είναι το αληθινό φώς(Ιω. 1, 9), το ωράϊσμα της θείας δόξας, και τώρα έλαμψε όπως ο ήλιος. Είναι αμυδρή αυτή η εικόνα, αλλά είναι αδύνατο να εικονίζεται δίχως έλλειψη το άκτιστο μέσα στην κτίση.

Όποιος λέει ότι μόνο η ουσία του Θεού είναι άκτιστη, όχι όμως και οι αιώνιες ενέργειές Του, από τις οποίες όλες ο Θεός είναι ανώτερος, γιατί είναι Αυτός που ενεργεί όλα όσα ενεργούνται, ας ακούσει τί λέει ο άγιος Μάξιμος: «Όλα τα αθάνατα και η ίδια η αθανασία, και όλα τα ζώντα και η ίδια η ζωή, και τα άγια όλα και η ίδια η αγιότητα, και όλα τα ενάρετα και η ίδια η αρετή, και τα αγαθά όλα και η ίδια η αγαθότητα, και τα όντα όλα και η ίδια η οντότητα ολοφάνερα είναι έργα του Θεού.

Αλλά τα πρώτα έχουν χρονική αρχή υπάρξεως, γιατί κάποτε δεν υπήρχαν, ενώ τα άλλα δεν έχουν χρονική αρχή, γιατί δεν υπάρχει καιρός που δεν υπήρχαν η αρετή, η αγαθότητα, η αγιότητα, η αθανασία». Και πάλι: «Η αγαθότητα και ό,τι περιλαμβάνεται στην έννοια της αγαθότητας, και γενικά κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και σταθερότητα και απειρία και όσα θεωρούνται σχετικά με την ουσία του Θεού, είναι έργα του Θεού και δεν έχουν χρονική αρχή.

Ποτέ, ας πούμε, δεν προηγήθηκε της αρετής η ανυπαρξία, ούτε κανενός άλλου απ' όσα αναφέραμε, και αν ακόμη εκείνα που μετέχουν σ' αυτά έχουν χρονική αρχή. Γιατί κάθε αρετή είναι άναρχη και δεν είναι ο χρόνος αρχαιότερός της, επειδή μόνος γεννήτοράς της είναι αιώνια ο Θεός. Και ο Θεός είναι άπειρες φορές άπειρα έξω απ' όλα τα όντα, και όσα μετέχονται και όσα μετέχουν».

Ας μαθαίνει λοιπόν από αυτά ότι δεν υπόκεινται στο χρόνο όλα όσα έλαβαν υπόσταση από το Θεό. Μερικά από αυτά είναι άναρχα, χωρίς ν' αναιρούν καθόλου την έννοια της μόνης φύσει άναρχης και τριαδικής Μονάδας και της υπέρλογης απλότητάς Της. Η απόλυτη αυτή αμέρεια του Θεού έχει σαν αμυδρή της εικόνα το νου, ο οποίος καθόλου δεν είναι σύνθετος, παρά τις έμφυτες νοήσεις του.

Όποιος δεν παραδέχεται τις πνευματικές καταστάσεις που αποτυπώνονται από τα πνευματικά χαρίσματα της ψυχής στο σώμα εκείνων που προκόβουν κατά Θεόν, και ονομάζει απάθεια την έξη της νεκρώσεως του παθητικού μέρους της ψυχής, αλλά όχι και την έξη της ενέργειας προς τα ανώτερα, με ολική αποστροφή των κακών και στροφή προς τα καλά, με αποβολή των κακών έξεων και απόκτηση των αγαθών, αυτός, σύμφωνα με τη γνώμη του αυτή, αρνείται και τη ζωή των όντων με σώμα κατά τον άφθαρτο μέλλοντα αιώνα.

Αν δηλαδή λάβει τότε μέρος και το σώμα μαζί με την ψυχή στα απόρρητα αγαθά, σίγουρα θα συμμετάσχει και τώρα, κατά το δυνατόν, στη χάρη που χορηγεί ο Θεός μυστικά και απόρρητα στον καθαρμένο νου. Και θα δεχτεί κι αυτό τα θεία, με τρόπο βέβαια που αναλογεί στο ότι είναι σώμα? ενώ το παθητικό μέρος της ψυχής θα μεταποιηθεί και θα αγιαστεί, χωρίς όμως να νεκρωθεί κατά την έξη, και θα αγιάζει το ίδιο τις διαθέσεις και τις ενέργειες του σώματος, επειδή θα έχει γίνει πια κοινό της ψυχής και του σώματος.

Γιατί, κατά τον άγιο Διάδοχο, ο νους εκείνων που απαλλάχθηκαν από τα καλά του βίου για την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, καθώς κινείται μ' ευρωστία λόγω της αμεριμνίας, αισθάνεται την ανέκφραστη θεία αγαθότητα και μεταδίδει, ανάλογα με την προκοπή του, και στο σώμα τη δική του καλή κατάσταση. Και η χαρά αυτή που προξενείται τότε στην ψυχή και στο σώμα είναι αλάνθαστη υπενθύμιση της αθάνατης ζωής.

Άλλο φως αντιλαμβάνεται ο νους, άλλο η αίσθηση. Η αίσθηση αντιλαμβάνεται το αισθητό φως που δείχνει τα αισθητά ως αισθητά. Φως του νου είναι η γνώση που υπάρχει στα νοήματα. Δεν αντιλαμβάνονται λοιπόν το ίδιο φως η όραση και ο νους, αλλά έως ότου καθένα από αυτά ενεργεί κατά τη δική του φύση και μέσα στις κατά φύση συνθήκες.

Όταν όμως οι άξιοι ευτυχήσουν να λάβουν πνευματική και υπέρλογη χάρη και δύναμη, τότε και με την αίσθηση και με το νου βλέπουν αυτά που είναι πάνω από κάθε αίσθηση και κάθε νου, με τρόπο που «γνωρίζει μόνο ο Θεός κι εκείνοι που δέχονται αυτές τις θείες ενέργειες» -για να χρησιμοποιήσομε την έκφραση του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου.

Αυτά διδαχτήκαμε από τις Γραφές. Αυτά παραλάβαμε από τους Πατέρες μας. Αυτά γνωρίσαμε με τη μικρή μας πείρα. Αυτά συνέγραψε και ο τιμιότατος μεταξύ των ιερομονάχων και αδελφός μας Κυρ Γρηγόριος, με τίτλο "Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων", και τα υπογράψαμε ως σύμφωνα ακριβώς με τις παραδόσεις των Αγίων, για να βεβαιώνονται όσοι τα διαβάζουν.

Ο πρώτος των σεβασμίων Μονών του Αγίου Όρους, Ιερομόναχος Ισαάκ.

Ο ηγούμενος της σεβάσμιας, βασιλικής και ιεράς Λαύρας, Θεοδόσιος Ιερομόναχος.

Είχε και την υπογραφή του Ηγουμένου της Μονής των Ιβήρων, στη δική του γλώσσα.

Ο Καθηγούμενος της σεβάσμιας και βασιλικής Μονής του Βατοπεδίου, Ιερομόναχος Ιωαννίκιος.

Είχε και την υπογραφή του Ηγουμένου της Μονής των Σέρβων στη δική του γλώσσα.

Ο ελάχιστος Ιερομόναχος Φιλόθεος, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.

Ο ελάχιστος Ιερομόναχος και Πνευματικός της σεβασμίας Μονής του Εσφιγμένου, Αμφιλόχιος.

Ο ελάχιστος Ιερομόναχος και Πνευματικός του Βατοπεδίου Θεοδόσιος.

Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής του Κουτλουμούση, Θεοστήρικτος Ιερομόναχος.

Ο αμαρτωλός Γερόντιος Μαρούλης, μέλος της γεροντίας της σεβασμίας Λαύρας, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.

Ο ελάχιστος Μοναχός Κάλλιστος ο Μουζάλων.

Ο ευτελής Ιερομόναχος Γεράσιμος, αφού είδα και διάβασα αυτά που γράφτηκαν με φιλαλήθεια και τα δέχτηκα, υπέγραψα.

Ο ευτελής γέρων και ελάχιστος Μοναχός Μωυσής, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.

Ο ελάχιστος και ευτελής Μοναχός Γρηγόριος ο Στραβολαγκαδίτης, ησυχαστής τάχα, σκεπτόμενος και φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.

Ο Γέρων και ελάχιστος Ιερομόναχος Ησαΐας από τη σκήτη του Μαγουλά, φρονώντας τα ίδια, υπέγραψα.

Ο ελάχιστος Μοναχός Μάρκος ο του Σιναΐτου.

Ο ελάχιστος Ιερομόναχος Κάλλιστος από τη σκήτη του Μαγουλά.

Είχε και την υπογραφή του Σύρου γέροντα ησυχαστή στη δική του γλώσσα.

Ο ελάχιστος Μοναχός Σωφρόνιος. Ο ελάχιστος Μοναχός Ιωάσαφ.

Ο ταπεινός Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, αναθρεμμένος με τις αγιορείτικες και πατρικές παραδόσεις, και μαρτυρώντας ότι με τους εκλεκτούς Αγιορείτες που υπέγραψαν εδώ, συμφωνεί και συνυπογράφει όλο το Άγιο Όρος, υπέγραψα κι εγώ, συμφωνώντας και επισφραγίζοντας. Και συμπληρώνω μαζί με όλους και τούτο? ότι εκείνον που δε συμφωνεί με τους Αγίους, όπως εμείς και οι λίγο πριν από μας Πατέρες μας, εμείς δε θα τον δεχτούμε σε κοινωνία.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Φασολάκια με χταπόδι



Υλικά :
1½ κιλό χταπόδι
½ κιλό φασολάκια
2-3 καρότα κομμένα σε ροδέλες
3-4 φύλλα σέλινο
1 πιπεριά
2-3 κρεμμύδια χοντροκομμένα
Φρέσκια ντομάτα
Αλάτι

Εκτέλεση :

Εφόσον έχουμε πλύνει και καθαρίσει τα φασολάκια αρχίζουμε να τα βράζουμε. Βράζουμε το χταπόδι χωρίς τίποτε άλλο μέσα. Όταν τα φασολάκια θα έχουν μισοβράσει τότε ρίχνουμε τον ζωμό του χταποδιού, τα υπόλοιπα υλικά και τα πλοκάμια ολόκληρα αλλά δεν ανακατεύουμε. Όταν σωθεί η σάλτσα σερβίρουμε τα φασολάκια κόβοντας τα πλοκάμια σε μικρά κομμάτια και γαρνίροντας με αυτά την πιατέλα γύρω γύρω.

 

Απόστιχο της Πέμπτης της Β΄ Εβδομάδος των Νηστειών



Ἀπόστιχα
Ἰδιόμελον Ἦχος πλ. α'
Μὴ νηστεύσαντες κατ' ἐντολὴν τοῦ Κτίσαντος, ἀπὸ τοῦ φυτοῦ τῆς γνώσεως οἱ Πρωτόπλαστοι, τὸν ἐκ τῆς παρακοῆς θάνατον ἐκαρπώσαντο, τοῦ δὲ ξύλου τῆς ζωῆς, καὶ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἀπεξενώθησαν. Διὸ νηστεύσωμεν πιστοί, ἀπὸ τροφῶν φθειρομένων, καὶ παθῶν ὀλεθρίων, ἵνα τὴν ἐκ τοῦ θείου Σταυροῦ ζωὴν τρυγήσωμεν, καὶ σὺν τῷ εὐγνώμονι Λῃστῇ, πρὸς τὴν ἀρχαίαν ἐπανέλθωμεν πατρίδα, κομιζόμενοι παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τὸ μέγα ἔλεος. (Δίς)

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν προσευχή - Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov


Ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν προσευχή

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
(Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας)
προσευχὴ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξει ἡ σωστὴ προετοιμασία πρὶν ἀπὸ αὐτὴν - ὅπως λέει καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη: «Προετοιμάσου πρὶν προσευχηθεῖς καὶ μὴν γίνεσαι σὰν ἕνας ποὺ πειράζει τὸν Κύριο».

«Ὅταν θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν βασιλέα καὶ Θεό μας γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί Του», λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, «ἂς μὴν βιαστοῦμε νὰ τὸ κάνουμε χωρὶς προετοιμασία μήπως καὶ μᾶς δεῖ ἀπὸ μακρυὰ νὰ μὴν ἔχουμε τὰ ὅπλα καὶ τὴν στολὴ ποὺ ἁρμόζουν γιὰ τὴν παρουσίαση ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ διατάξει τοὺς ὑπηρέτες καὶ δούλους Του νὰ μᾶς δέσουν καὶ νὰ μᾶς ἐξορίσουν μακρυὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὶς δεήσεις μας νὰ τὶς σχίσουν καὶ νὰ τὶς πετάξουν στὸ πρόσωπό μας».

Ἡ πρώτη προετοιμασία συνίσταται στὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἡ πικρία καὶ ἡ κατάκριση γιὰ τὸν πλησίον. Αὐτὴ ἡ προετοιμασία διατάσσεται ἀπὸ τὸν Κύριόν μας. «Καὶ ὅταν στήκητε προσευχόμενοι ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατὰ τινὸς ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφῇ ὑμῶν τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Εἰ δε ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν».

Ἡ περαιτέρω προετοιμασία περιλαμβάνει τὴν ἐκδίωξη τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστης στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν δύναμη τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς παράδοσης στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς προσωπικῆς ἁμαρτωλότητος ποὺ ἔχει σὰν ἐπακόλουθο τὴν συντριβὴ καὶ ταπείνωση τοῦ πνεύματος. «Ἂν ἐπιθυμοῦσες θυσίες θὰ σοῦ τὶς πρόσφερα» λέει ὁ προφήτης Δαυὶδ στὸν Θεὸ ἐκ μέρους ὁποιουδήποτε ποὺ ἔπεσε καὶ παραμένει στὴν πτώση. Ὄχι μόνο μιὰ μερικὴ θυσία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς ἀλλὰ καὶ πλήρη «...ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἐπαναλαμβάνει τὸ ἀπόφθεγμα ἑνὸς ἄλλου ἁγίου: « Ἐὰν ἕνας δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς ἁμαρτωλὸ ἡ προσευχή του δὲν εἶναι δεκτὴ στὸν Θεό».

Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεὸ σὰν νὰ Τὸν βλέπει καὶ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τὸν βλέπει καὶ τὸν ἀκούει προσεκτικά. Θὰ πρέπει νὰ στέκεται ἕνας μπροστὰ στὸν ἀόρατο Θεό, ἀκριβῶς ὅπως ἕνας ἔνοχος ἐγκληματίας ποὺ εἶναι καταδικασμένος γιὰ ἀναρίθμητα ἐγκλήματα σὲ θάνατο στέκεται μπροστὰ σ’ ἕνα αὐστηρὸ καὶ ἀμερόληπτο δικαστή. Ἀκριβῶς! Στέκεται μπροστὰ στὸν Κυρίαρχο Δεσπότη καὶ Κριτή του, μπροστὰ στὸν Δικαστὴ στὸ βλέμμα τοῦ Ὁποίου καμμιὰ ἀνθρώπινη ψυχὴ δὲν θὰ δικαιωθεῖ• ὁ Ὁποῖος πάντα δικαιώνεται στὶς κρίσεις Του• ὁ Ὁποῖος, δὲν καταδικάζει παρὰ μόνον ὅταν μέσα στὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη Του συγχωρεῖ κάποιου τὶς ἁμαρτίες του καὶ δὲν εἰσέρχεται εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Του.

Νοιώθοντας τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ αἰσθανόμενος ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόβο τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἕνας προσεύχεται θὰ δεῖ -χωρὶς νὰ βλέπει - μὲ μιὰ πνευματικὴ αἴσθηση, Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀόρατος, θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ νὰ στέκεται μὲ συναίσθηση ὅτι βρίσκεται μπροστὰ στὴν φοβερὴ κρίση τοῦ Θεοῦ.

Στάσου στὴν προσευχὴ μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ τὰ πόδια ἀλύγιστα καὶ ἀκίνητα• βοήθησε τὴν προσευχή σου μὲ συντριβὴ τῆς καρδίας μὲ ἀναστεναγμοὺς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ ἄφθονα δάκρυα. Μία εὐλαβικὴ ἐξωτερικὴ στάση στὴν προσευχὴ εἶναι πολὺ βοηθητικὴ γιὰ ὅλους ποὺ παλεύουν στὴν κονίστρα τῆς προσευχῆς, ἰδίως στοὺς ἀρχαρίους στοὺς ὁποίους ἡ διάθεση τῆς ψυχῆς συμμορφώνεται σὲ μεγάλο βαθμὸ μὲ τὴ στάση τοῦ σώματος.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει εὐχαριστίες ὅταν προσευχόμαστε: «Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ.» Ὁ Ἀπόστολος λέει ἀκόμη ὅτι τὴν εὐχαριστία τὴν προστάζει ὁ ἴδιος ὁ Θεός: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε• ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε• τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς».

Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τῆς εὐχαριστίας; Εἶναι ὅτι δίνει εὐχαριστίες στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἄπειρές Του εὐλογίες ποὺ ξεχύνονται σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ στὸν καθένα. Μὲ μία τέτοια εὐχαριστία ἡ ψυχὴ γεμίζει μὲ μιὰ θαυμάσια εἰρήνη• καὶ γεμίζει μὲ εἰρήνη παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι λύπες τὴν περιζώνουν ἀπ’ ὅλες τὶς πλευρές. Μὲ τὴν εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ μία ζωντανὴ πίστη ἔτσι ὥστε νὰ ἀπορρίπτει κάθε ἀνησυχία γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταπατᾶ τὸν φόβο τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν δαιμόνων καὶ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Μιὰ τέτοια διάθεση τῆς ψυχῆς εἶναι μιὰ θαυμάσια προδιάθεση καὶ προετοιμασία γιὰ προσευχή. Λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ὡς οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, ἐρριζωμένοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ» - δηλαδὴ μέσω τῆς εὐχαριστίας λαμβάνεται μία πληρότης πίστεως. «Χαίρετε ἐν Κυρίω πάντοτε• πάλιν ἐρῶ, χαίρετε... ὁ Κύριος ἐγγύς• μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῆ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν».

Ἡ σημασία τῆς πνευματικῆς προσπάθειας τῆς εὐχαριστίας ἐξηγεῖται μὲ ἰδιαίτερη πληρότητα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες Βαρσανούφιο καὶ Ἰωάννη στὸ ἔργο τους «Καθοδήγηση στὴν πνευματικὴ ζωή».

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων -Θεοφάνους Κεραμέως




Θεοφάνους Κεραμέως
Ὁμιλία Κ΄
«Τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων»
(J.P. Migne, Patrologia Graeca, t. 132, 425Α-441D)

Λαμπρὰ ἑορτὴ, καὶ πανήγυρις ἐπέστη σήμερον τοῖς φιλεόρτοις ὑμῖν, τῆς τῶν σεβασμίων εἰκόνων προσκυνήσεως τὰ ἐγκαίνια. Διὸ πᾶσα ἡ πληθὺς τοῦ Χριστωνύμου λαοῦ ἐνταῦθα συνελήλυθε πνευματικῆς εὐφροσύνης ἐπαπολαύουσα. Κἂν γοῦν οὐ συγχωρεῖ τοῦ σώματος ἡ ἀσθένεια ἱκανῶς τὰ τῆς διδασκαλίας ἀφοσιώσασθαι, τὸ γοῦν μετρίως εἰπεῖν μὴ ὀκνήσωμεν, ἵνα μὴ τοὺς συνειλεγμένους τῇ τελείᾳ σιγῇ ἀνι-άσωμεν. Ἔσται δὲ ὁ λόγος διηγηματικός, σαφηνίζων ἐν ἁπλῷ καὶ ἀκατασκευάστῳ διηγήματι, ἐκ ποίας λαβῆς ἡ τῆς ἑορτῆς ταύτης συνέστη ἀρχή.

Ἐπειδὴ διά τῆς ἀρῤήτου τοῦ Θεοῦ Λόγον ἐνανθρωπήσεως καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ κηρύγματος ἡ τῶν εἰδώλων κατηργήθη προσκύνησις, μὴ φέρων τὴν ἧτταν ὁ τῆς Ἐκκλησίας ἀρχῆθεν πολέμιος, ἐξήγειρε κατ᾿ αὐτῆς τοὺς ἐξάρχους τῶν αἱρέσεων τὰ ὀρθά τῆς πίστεως διαστρέφοντας δόγματα. ᾿Αλλὰ καὶ τούτων ὑπὸ τῶν θεοφόρων Πατέρων διαφόροις συνόδοις ὑποβληθέντων τῷ ἀναθέματι, ἄλλο τῇ Ἐκκλησία ὁ παλαμναῖος ἐχθρὸς ἐπισπείρει ζιζάνιον, ἐν σχήματι δῆθεν εὐλαβείας ὑποθεὶς εἰδωλολατρείαν νομίζεσθαι τήν τῶν ἁγίων εἰκόνων προσκύνησιν. Εὑρίσκει οὖν ἐπὶτοῦτο ἐπιτήδειον ὄργανον τὸν Ἰσαύρον Λέοντα, ὃς ἰδιώτης ἦν πρότερον, καὶ μάγοις Ἑβραίοις ἐντυχών ποτε κατὰ πάροδον, διδάσκεται παρ᾽ αὐτῶν, ὡς ἐγκρατὴς ἔσται τῆς βασιλείας Ῥωμαίων, εἰ ὅρκοις αὐτὸν ἐμπεδώσῃ ἀφανίσαι τά τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἱδρύματα. Ὅ δή πεποιηκὼς καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας ὁ τύραννος ἐπιβάς, καὶ ὥσπερ δεδιὼς μὴ ψευδορκήσας ἁμαρτάνων ὀφθῇ, ἐπισπεύδει γοργῶς τήν ὑπόσχεσιν, καὶ πόλεμον ἐγείρει κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τὸν χαλεπώτατον, ὑπερορίσας μὲν τὸν ἐν Πατριάρχαις ἁγιώτατον Γερμανὸν τῷ ἀσεβεῖ δόγματι μὴ πεισθέντα, ἀποξέει δὲ πάντα τὰ ἐν τοῖς θείοις ναοῖς ἱερὰ ἐκτυπώματα, καὶ ἀντ᾽ ἐκείνων, ζώων ἀλόγων καὶ κνωδάλων τύπους κελεύσας ἐγγράφεσθαι. Τούτου δὲ τῆν μιαρὰν ψυχὴν διαῤῥήξαντος, διάδοχος τῆς βασιλείας καὶ τῆς ἀσεβείας ὁ υἱὸς αὐτοῦ Κωνσταντῖνος ὁ Κοπρώνυμος γίνεται ὡς ἄν τις εὐστόχως εἴποι, ὄφις ἐκ δράκοντος. Καὶ οὗτος δὲ ἐπὶ πλεῖστον κρατύνας τὴν αἵρεσιν, ὤχετο πρός τά ἐκεῖθεν δικαιωτήρια, Λέοντα τόν υἱόν κληρονόμον καταλιπὼν τῶν σκήπτρων καὶ τῆς αἰρέσεως, ὃς τὴν πατροπάππου ζηλώσας ἀσέβειαν, ἔσπευδε πρὸς αὑτὴν ὀφθῆναι θερμότερος. Κωνσταντίνου δὲ καὶ Εἰρήνης διαδεξαμένων τὸ κράτος, πάλιν ἡ Ἐκκλησία τὸν ἴδιον κόσμον τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀνέλαβε, καὶ ἡ ἀσέβεια ἐκδιώκεται, οἰκουμενικῇ συνόδῳ Πατέρων ὑποδληθεῖσα ἀναθέματι. Ὀλίγοι δέ τινες ὑπελείφθησαν, ὅσοι καθάπερ τινὰ δευσοποιὸν βαφὴν ἐν ταῖς ψυχαῖς τὴν ἁσέβειαν ἔκρυπτον. Τρεῖς παρῆλθον βασιλεῖς μετὰ τὴν ὀρθόδοξον Εἰρήνην Νικηφόρος, Σταυράκιος, καὶ ὁ Ῥαγκαβὲ Μιχαὴλ, καὶ πάλιν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς αἱρέσεως, ἔμελλε δὲ ἄρα θηριώνυμος πάλιν ἀνανεώσασθαι τῆν ἀσέβειαν τοῦ προτέρου ὁμώνυμος καὶ δὴ τυραννεῖ Λέων ὁ Ἀρμένιος, καὶ ἀναξίως τὴν ἁλουργίδα τὴν βασιλικὴν περιτίθεται. ’Απατηθεὶς δὲ ὑπό τινος ψευδαββᾶ ἐν οἰκίσκῳ κεκλεισμένον , καὶ σκότῳ τῆς πλάνης τρόπον νυκτερίδος ἐμβιοτεύοντος, καὶ τὰ τῶν εἰκονομάχων θρησκεύοντος , ὡς εἰ μὴ παντελῶς ἀφανίσῃ τὰς ἱερὰς στηλογραφίας, θᾶττον μετὰ τῆς βασιλείας ἀπολέσει καὶ τὴν ζωὴν, πείθεται τῇ ἀσεβεῖ συμβουλῇ, καὶ τὴν κατευνασθείσαν φλόγα τῆς αἰρέσεως ἀνερρίπισε. Καὶ τὸν μὲν ἱερώτατον πατριάρχην Νικηφόρον ὑπερορίᾳ καταδικάζει ἀραρότως τῇ εὑσεδεία ἐμμένοντα, καὶ κυδοιμῶν πλείστων τὴν Ἐκκλησίαν ἐμπίπλησιν. ᾿Ογδόῳ δὲ τῆς τυραννίδος ἔτει ἀναιρεῖται ὑπὸ Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ εἴσω τῶν ἀδύτων τοῦ θείου ναοῦ καὶ ὁ μὲν τύραννος ὤχετο, ἡ δὲ ἀσέβεια ἤκμαζεν. Ὁ γὰρ δὴ Μιχαὴλ τὴν φαύλην νίκην τῶν πρὸ αὐτοῦ νικῆσαι φιλονεικῶν. θερμότερος γίνεται. Τελευτᾷ δὲ καὶ αὐτὸς, τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν θρησκείαν τῷ υἱῷ Θεοφίλῳ καταλιπών. ᾿Αλλὰ καὶ οὗτος, εἰ καὶ τοῦ δικαίου εἴπερ τις ἄλλος ἀντείχετο, ἀλλὰ καὶ τῆς πατρικῆς ἀσεβείας διάπυρος ἦν ἐραστής. Ἠγάγετο οὖν γυναῖκα θεοφιλῆ αὕτη δὲ ἦν Θεοδώρα ἡ τῷ ὄντι ἀοίδιμος ἥτις ἐκοινώνει τῷ βασιλεῖ, νόμῳ τῆς φύσεως, οὐ μὴν μετεῖχε τῆς αἰρέσεως, ἀλλ᾽ ὑπεκρίνετο μὲν διὰ τὴν τοῦ κρατοῦντος ἀπήνειαν, ἐν κιβωτίῳ δέ τινι θείας εἰκόνας ἐγκρύπτουσα, λάθρα θεραπεύουσα κατησπάζετο. Καί ποτε γενέσθαι τι συνέβη τοιοῦτον' λεγέσθω γὰρ οἷον ἥδυσμα. Ἐτρέφετο τις ἐν τοῖς βασιλείοις παραπαίων ἀνὴρ, αἰσχρὸς τὴν μορφῆν καὶ ἀειδής, οἷον τὸν Θερσίτην παρίστησιν Ὅμηρος , ἀκαιροβόας ὢν, καὶ ὑποβατταρίζων τῇ γλώττῃ, καὶ παρακεκομμένα φθεγγόμενος. Τρέφουσι δὲ τούς τοιούτους αἱ βασιλικαὶ αὐλαί, ὡς τὰ μάλιστα λύπης παραψυχήν καὶ πότοις ἥδυσμα. Βένδερον, οἶμαι, τοῦτον ὠνόμαζον, εἴπερ ὑμῖν μέλει καὶ τοῦ ὀνόματος. Οὗτος εἰωθὼς ἐν τοῖς βασιλικοῖς θαλάμοις ἀφυλάκτως εἰσέρχεσθαι, εἴσεισι κατὰ τὸ λεληθὸς ἐν μιᾷ, καὶ καταλαμβάνει τὴν Αὐγούσταν Θεοδώραν ἱερὰς εἰκόνας κρατοῦσαν ἐν ταῖς χερσὶ, καὶ μετ᾿ αἰδοῦς καὶ πόθου θερμοῦ κατασπαζομένῃν αὐτάς. ᾽Ατενίσας οὖν καὶ ὁ μολοβρὸς ἐκεῖνος τοῖς ἱεροῖς ἐκτυπώμασιν, ἤρετο τὴν βασιλίδα, τί ἂν εἴη, ἅ ταῖς χερσὶ κρατοῦσα φιλοίῃ. Ἡ δὲ ἁπλοϊκῶς οὕτω καὶ παιδικῶς Ταῦτα εἰσι τὰ καλά μου παιδία, φησίν. Ἔξεισιν εὐθὺς τοῦ θαλάμου ὁ εἰδεχθής, καὶ ἀπαγγέλλει ταῦτα τῷ βασιλεῖ καὶ ὃς αὐτίκα ὑποτοπασας ὅπερ ἦν καὶ γὰρ προενείχετο ὑπολήψει, ὡς ἡ μακαρία σέβοιτο τὰς θείας μορφάς ἐμδριμησάμενος βαρύ τι καὶ θυμικόν, ἀναθρώσκει τοῦ θρόνου, καὶ εἴσεισι πρὸς αὐτήν καὶ ἐντυχὼν τοῦ θαλάμου ὑπεξιούσῃ αὐτῇ, ὕβρεσι πλύνει πολλαῖς, ἀσεβεστάτην ἀποκαλῶν, καὶ εἰδώλων θεράπαιναν, ὁ τῷ ὄντι ἀσεβὴς καὶ παράνομος. ᾿Αλλὰ μοι σκόπει τό συνετὸν τῆς μακαρίας, καὶ πρὸς τὴν ἀπόκρισιν ἕτοιμον. Φησὶ γὰρ πρὸς αὐτὸν, γοργῶς ἅμα καὶ συνετῶς. Ἀκαίρως ὀργίζῃ καὶ μάτην, ὧ βασιλεῦ τῷ γὰρ κατόπτρῳ συνήθως ἔτυχον ἀτενίζουσα, καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς κρῆδεμνον δεσμοῦσα εὐσχημονέστερον. Τῷ γοῦν ἐσόπτρῳ ἐνατενίσας καὶ οὗτος ὁ βδελυρὸς, εἰκόνων τόπους ὤχετο καθορᾷν. Οὕτως ἡ μακαρία τὴν τοῦ βασιλέως ὑπόνοιαν ἀπεκρούσατο. ᾿Αλλὰ καὶ Θεόφιλος δυσεντερίᾳ ληφθείς, τῆς ἐνταῦθα μετέστη ζωῆς. Διαδέχεται δὲ τὴν βασιλείαν ὁ υἱός αὐτοῦ Μιχαήλ, ἔχων τὴν μητέρα Θεοδώραν συμβασιλεόουσαν. Ἥτις δὴ συναγείρει Πατέρων θεολήπτων χορὸν, ὑφ᾽ ὧν τῶν μὲν εἰκονομάχων ἡ αἵρεσις καταβάλλεται καὶ ἀναθέματι ὑποβάλλεται ἡ δὲ Ἐκκλησία. Τοὺς ἱεροὺς τύπους οἷά τινα κόσμον ἀποσυληθεῖσα πρότερον, ὥστε δοκεῖν αὐτὴν ἀποδύρεσθαι, καὶ τοὺς τῶν προφητῶν στεναγμοὺς κινεῖν εἰς συμπάθειαν. Ἐδόκει γὰρ ἡ τοῦ βασιλέως νύμφη τὰ τῆς ἐν τῷ Ἄσματι νύμφης ὀδυνηρῶς ἀποκλαίεσθαι: Ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με, ἦραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ φυλάσσοντες τὴν πόλιν» βασιλεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, οἱ ὀφείλοντες εἶναι τῆς πίστεως φύλακες.

Οὕτω γοῦν ἔχουσα ἡ Ἐκκλησία πάλιν εἰς τὴν προτέραν δόξαν ἀποκαθίσταται. Ταύτην οὖν τὴν πανήγυριν ἑορτάζομεν σήμερον, τοὺς μὲν ἐξάρχους τῆς ἀσεβείας καὶ ὀπαδοὺς ἀποτρεπόμενοι καὶ ἀναθεματίζοντες, τὰ δὲ σεπτὰ εἰκονίσματα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, καὶ τῆς αὐτὸν τεχούσης Παρθένου Μητρός, καὶ πάντων τῶν ἁγίων σχετικῶς τιμῶντες καὶ ἀσπαζόμενοι, οὐχ ὡς θεοῖς αὐτοῖς προσανέχοντες. οὐδὲ ταῖς χρωματουργηθείσαις εἰκόσι λατρεύοντες ἀλλὰ τὴν εἰς ἐκείνας τιμὴν, ὡς ὁ μέγας εἶπέ Βασίλειος, ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἀναφέροντες καὶ οὕτω διὰ τῆς αἰσθήσεως πρὸς εὐσεβειαν μειζόνως χειραγωγούμεθα. Ὁρῶμεν γάρ ἐν τοῖς ἱεροῖς ἐκτυπώμασι τὸν Δεσπότην ἡμῶν καὶ Θεὸν ἐκ Παρθένου παραδόξως τικτόμενον, ὑπὸ Μάγων δορυφορούμενον, πρεσβυτικαῖς ὠλέναις τοῦ Συμεὼν βασταζόμενον, γυμνὸν ἐν τοῖς ποταμίοις ῥεύμασι, προφητικῇ δεξιᾷ χειραπτούμενον, ἐνεργοῦντα παράδοξα θαύματα ῥήματι μόνῳ καὶ ὁρμῇ τοῦ θελήματος, τὴν τῶν τεθνηκότων αὖθις ἀνάλυσιν, τὸν κατὰ τῶν δαιμόνων φόβον, τὴν διὰ θαλάσσης πορείαν, ὑποχερσούμενον τῇ βάσει τοῦ ὕδατος, τὰς ἐν ἐρήμῳ δαψιλεῖς ἑστιάσεις, τοῦ προδότου τὴν τόλμαν, τὸ ἀσεβὲς ἐκεῖνο κριτήριον, τὴν σταύρωσιν, τὴν ταφὴν, τὴν ἀνάστασιν, τὴν εἰς οὐρανούς ἀναφοίτησιν καὶ ταῦτα ὁρῶντες ἐντετυπωμένα τοῖς χρώμασιν, ἐναργῶς αὑτὰ βλέπειν οἰόμεθα. Οἶδε γὰρ ἡ Γραφὴ παριστᾷν ὡς ἐν ὄψει τὰ πράγματα.

᾿Αλλὰ καὶ ἡ τῶν εἰκόνων τιμὴ ἄνωθεν ἡμῖν ἀρχῆθεν νενομοθέτηται. Ἐπέταξε γὰρ ὁ Θεὸς πάλαι τῷ θεόπτῃ Μωσεῖ δύο Χερουβὶμ ἀναστηλῶσαι ἄνωθεν τῆς σκηνῆς, καὶ αὐτὸς ὁ Δεσπότης ἐν σινδόνι τὸ ἴδιον εἶδος ἀχειροτεύκτως μορφώσας, Αὐγάρῳ τῷ τῆς Αἰδέσσης τοπάρχῃ ἐξέπεμψεν. Οὐκ ἂν τοῦτο ἐποίησεν, εἰ μὴ σέβεσθαι τὰς εἰκόνας ἐβούλετο. Καὶ ἡ θεραπευθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κυρίου αἱμόῤῤους ἡ Αἰδεσσηνὴ, ἁμειβομἑνη τὸν εὐεργέτην τῆς χάριτος, ἀνδριάντα ἐν ὁμοιώματι τοῦ Σωτῆρα, ἀνεστηλώσατο.

Ἧς τὴν πίστιν ἀποδεξάμενος ὁ Σωτὴρ, εὐδόκησε βοτάνην ἐκφύεσθαι ἐκ τῶν τοῦ ἀνδριάντος ποδῶν, πάσης ἀλγηδόνος ἀλεξητήριον. Καὶ μὲν καὶ Λουκᾶς ὁ γλαφυρὸς εὐαγγελιστὴς τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, κηρῷ καὶ χρώμασιν ἐζωγράφησεν, ἐν ταῖς ἱεραῖς ὠλέναις ἀγκαλιζομένην τὸν Κύριον, ἥτις ἐν τῇ μεγαλοπόλει νῦν διασώζεται. Πᾶσα οὖν εἰκὼν ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἢ ἀγγέλων, ἢ ἀποστόλων, ἤ προφητῶν, ἢ μαρτύρων, ἢ δικαίων γινομένη, ἁγία ἐστί. Τοὺς γὰρ ὑπὸ Χριστοῦ θεοπρεπῶς διαλάμψαντας παντοίαις γεραίρειν προσήκει τιμαῖς.

᾿Εν ταύτῃ τῇ ἑδραιοτάτῃ πίστει καὶ ἀψευδεῖ ἐπιμένοντες, ἀδελφοί, ἐκκαθάρωμεν ἕκαστος παντὸς πάθους τῆν ἰδίαν συνείδησιν, εἰλικρινῆ τὴν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην φυλάττοντες. Τῆς ἐλεημοσύνης μὴ ἐπιλαθώμεθα ποιήσωμεν κοινωνὸν τὸν Κύριον, εἰς ἅπερ ἡμῖν ἐχαρίσατο. Ἐμπλήσωμεν τὰς τῶν πενήτων γαστέρας, ἵνα μὴ λιμωξώμεθα ὕστερον, ὡς ὁ πλούσιος, μηδὲ ρανίδος. φιλανθρωπίας τυγχάνοντες. Πρὸς τούτοις, ἐπειδὴ ἐν τῷ καιρῷ γεγόναμεν τῶν ἱερῶν νηστειῶν, δράμωμεν πάντες πρὸς τὴν ἐξομολόγησιν, μηδεὶς παρέλθῃ ἀνεξαγόρευτος. Τίς γάρ ὠφέλεια τὸ μὲν ἕλκος τῆς ἁμαρτίας κρύπτειν ἀπο τοῦ ἰατροῦ, ἔξωθεν δὲ τιθέναι τῆς νηστείας τὸ ἔμπλαστρον; Εἰπὲ πρῶτον τάς ἁμαρτίας σου ἵνα δικαιωθῇς, ὁ προφήτης σοι ἐγκελεύεται ἐπίδειξον τὸ τραῦμα τῷ ψυχικῷ ἰατρῷ ἔντρεψον διὰ τῆς ἐξαγορεύσεως τὸν λῃστὴν καί κλέπτην τῶν ἡμετέρων ψυχῶν. Ὁπόταν γὰρ ἡμᾶς τὰς βδελυρὰς καὶ τὰς ἐνθυμήσεις τὰς πονηράς ἐκπομπεύοντας, ἧττον προσβάλλει, καὶ ἀσθενέστερος γίνεται. Ὥστε ὃς τὴν ἁμαρτίαν ἐκφαυλίζει αἰδούμενος, τρέφει τὸν ὄφιν, καὶ ἰταμώτερον ποιεῖ τὸν ἐπ' ὀμφαλοῦ καθήμενον δράκοντα ὡς εἶπεν ὁ ᾽Ιώβ. Καθάπερ δὲ ἡ ἔλαφος φυσικῇ δυνάμει τούς ὄφεις ἐκ τῶν μυχῶν τῆς γῆς ἀνέλκουσα θανατοῖ, οὕτως ἡ ἐξομολόγησις τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας ἀνακαλύπτουσα πάθη ἀφανισμῷ παραδίδωσι. Πάθος γὰρ ἅπαν τὸ ὀξέως γινωσκόμενον εὐβοήθητον τὸ δὲ εὐλαβούμενον, ἀθεράπευτον τὸ δὲ χρόνῳ παραπεμπόμενον, ἐγγὺς ἀνίατον. Τί οὖν φεύγεις τὴν ἰατρείαν, ὥσπερ τοὺς ἰατροὺς οἱ ἐνισχημένοι φρενίτιδι; Τί φοβῇ τὴν ἐξομολόγησιν, ὥσπερ τὸ ὕδωρ δεδοίκασιν οἱ λυσσόδηκτοι ; Πρόσελθε θαρρούντως μὴ αἰσχυνθῇς τὸν ἱερέα καὶ αὐτὸς γὰρ σῶμα περίκειται. καὶ τῶν αὐτῶν σοι μετέχει παθῶν. Ἄν ἐξαγορεύσῃς τὰ ἐπταισμένα σοι, εὐθὺς ἀπαλείφεται τῶν ἁμαρτιῶν τὸ χειρόγραφον κουφίζεται τοῦ βρίθοντος βάρους ἡ ψυχὴ, καθαίρεται τοῦ ἐπιπροσθοῦντος νέφους ὁ νοῦς, ἐλευθεροῦται τῶν ἐλέγχων τὸ συνειδός, τότε καὶ ἡ νηστεία καθαρὰ, καὶ ἡ ἐλεημοσύνη εὐπρόσδεκτος. Οὕτω διέλθωμεν ἀπροσκόπτως τὸν τῆς νηστείας καιρὸν, καὶ οὕτως ἀξιωθείημεν τὴν ζωηφόρον ἀνάστασιν ἰδεῖν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ ἐκπορευτῷ αὐτοῦ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Βασικές αρχές της Αγιογραφίας και ανάλυση της θεολογίας της εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Στην αρχή των μαθημάτων μας θα κάνουμε ένα εικοσάλεπτο το οποίο θα το λέμε «θεολογία της εικόνας», γιατί η θεολογία της εικόνας είναι πάρα πολύ ουσιαστική για να ξέρουμε πώς θα αγιογραφούμε. Δεν περιγράφουμε απλώς γεγονότα και τα αποτυπώνουμε όπως μας ήρθε στο μυαλό. Η κάθε γραμμή που κάνουμε και χαράσσουμε είναι μια θεολογία, γιατί στην εικόνα ξεδιπλώνεται όλη η θεολογία των Πατέρων.

Η Εκκλησία μας, για δυνατότητα μελέτης που έχουμε για τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται στο έργο της θείας οικονομίας, έχει την Αγία Γραφή η οποία μας λέει τα γεγονότα, έχει τους Πατέρες που ερμηνεύουν αυτά τα γεγονότα, έχει τους ύμνους της Εκκλησίας μας που ερμηνεύουν και εκείνοι τα γεγονότα - είναι μια ερμηνεία του κειμένου οι ύμνοι - και έχει και τις εικόνες που είναι και αυτές μια ερμηνεία δια της γραφικής τέχνης. Άρα για να κάνω ερμηνεία, όπως κάνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας για να μπορούν να ερμηνεύσουν την Αγία Γραφή, πρέπει ο αγιογράφος να είναι άνθρωπος φωτισμένος, να μετέχει στα γεγονότα της Εκκλησίας και να ξέρει την Γραφή.

Είναι μια διδασκαλία που μετέχει σε μια γλώσσα ειδική που είναι η γλώσσα της Αγίας Γραφής. Έτσι λοιπόν ο αγιογράφος πρέπει να ξέρει την ερμηνευτική της Εκκλησίας σε όλα τα γεγονότα για να μπορεί να αποτυπώσει πάνω στην εικόνα την θεολογία που αποτυπώνεται μέσα στην Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Άρα κανείς δεν μπορεί να πάρει και να περιγράψει τα γεγονότα με τη δική του φαντασία. Θα το δείτε αυτό στην πορεία των μαθημάτων μας, πως η κάθε γραμμή, η κάθε έκφραση - μάλιστα και πολλά στοιχεία είναι δογματικά - είναι αναλλοίωτα. Το δόγμα δεν το αλλάζεις. Και εδώ στις εικόνες αυτές επάνω χαράζουμε και διαγράφουμε το δόγμα εμείς πάντοτε. Και στο δόγμα κανείς δεν παρεμβαίνει. Θα το δείτε στην πορεία και θα καταλάβετε και θεωρώ [αυτό] για μένα το πιο σπουδαίο τμήμα αυτών των εναρκτήριων μαθημάτων σας, γιατί εάν μάθετε απλώς να αγιογραφείτε μια τεχνική χωρίς να ξέρετε τη βαθιά θεολογία, δεν θα κάνετε τίποτα. Απλώς θα παλινδρομείτε, «πώς θα το κάνω», «έτσι θα το κάνω», «αλλιώς θα το κάνω» ή θα γίνετε μιμητές και αντιγραφείς εικόνων, και τίποτε άλλο.

Αφού αρχίζουμε σήμερα τη θεολογία για πρώτη φορά, να σας πω μερικές γενικές αρχές της εικόνας, πολύ γενικές αρχές, να τις θυμάστε απλώς, για να τις έχετε σαν γενικό δομικό στοιχείο στο νου σας, και πάνω σε αυτές τις γενικές αρχές θα οικοδομήσουμε το περαιτέρω υπόβαθρο που λέγεται «θεολογία της εικόνας».

Η πρώτη βασική αρχή της εικόνας, μια ουσιαστική βασική αρχή είναι το ότι η εικόνα, η οποιαδήποτε εικόνα αποτυπώνει γεγονότα πάνω σε δύο διαστάσεις, ποτέ σε τρεις διαστάσεις. Πάνω σε δύο διαστάσεις. Στην πρώτη Εκκλησία τα πρώτα χρόνια υπήρχαν κάποια γλυπτά, ημίγλυπτα, τα οποία σιγά-σιγά καταργήθηκαν. Και αυτό είναι μια θεολογία. Βλέπετε στο χώρο της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» παρέμεινε ο χώρος του γλυπτού. Σε εμάς καταργήθηκε τελείως για λόγους πολύ βαθιά θεολογικούς και πολύ βαθιά ουσιαστικούς για το γεγονός το οποίο λειτουργεί ο πιστός που είναι μπροστά στην εικόνα. Βλέπετε όταν λέω δύο διαστάσεις, έχω ύψος και πλάτος, δεν έχω βάθος.

Βέβαια, σε μια τεχνική αγιογραφική θα μπορούσε κάποιος να κάνει και βάθος, να βάλει ένα λεγόμενο κεντρικό σημείο φυγής και αναφοράς και βάσει αυτού του σημείου, τα γεγονότα που είναι μπροστά να τα έχει μεγαλύτερα, τα γεγονότα που έχει πίσω να τα έχει μικρότερα. Παρόλο που η εικόνα μπορεί να έχει πολύπτυχα γεγονότα και να τα περιγράφει, και είναι πάρα πολλά τα θέματα που είναι μπροστά ή πίσω, ανατρέπεται αυτή η ισορροπία του «μπρος ή πίσω», «μικρό ή μεγάλο». Βλέπετε εδώ έχουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ένα πολύπτυχο γεγονός. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει να έχουμε στην εικόνα προοπτική, πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε μόνο ύψος και πλάτος, ποτέ βάθος. Γιατί αυτό το ανώμαλο μέγεθος, αφού και μια λογική ζωγραφικής μου λέει πολύ σωστά να έχω και βάθος για να βλέπω καλύτερα τις εικόνες;

Οι τρεις διαστάσεις με την κλασσική έννοια, ας το πω έτσι, της Ευκλειδείου σκέψεως της Γεωμετρίας,…… ας μην πάω σε άλλες διαστάσεις του χρόνου, αλλά οι κλασσικές εκφράσεις της διάστασης, ύψος, πλάτος και βάθος, η τρισδιάστατη γεωμετρία. Είναι κάτι πολύ αληθινό και είναι κάτι πολύ υπαρκτό, αλλά είναι αυθύπαρκτο, δηλαδή κάτι που έχει ύψος, βάθος και πλάτος είναι αυθύπαρκτο, δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Είναι ένα αντικείμενο, το βλέπεις από εδώ, από εκεί, το περιεργάζεσαι και είναι πραγματικά ένα αντικείμενο. Εάν [όμως] κάποιος σταθεί μπροστά σε αυτήν την εικόνα και βλέπει μόνο ύψος και πλάτος και δεν βλέπει βάθος, η εικόνα τον καλεί να καταλάβει ότι η εικόνα είναι ελλιπής. Προσέξτε. Γιατί να είναι ελλιπής; Τι λείπει; To βάθος. Αυτό υπάρχει για να καταλάβει ο ίδιος το ελλείπον βάθος. Είναι ο ίδιος που στέκεται μπροστά στην εικόνα. Η εικόνα δεν είναι γεγονός μουσειακό, ούτε γεγονός τέχνης. Είναι γεγονός το οποίο με καλεί για να συμμετέχω στα γεγονότα αυτά, γεγονός προσευχής.

Ο πιστός που στέκεται μπρος στην εικόνα και νιώθει την έλλειψη του βάθους, γίνεται ο ίδιος βάθος. Δηλαδή αντί το βάθος να είναι πίσω, το βάθος είμαι εγώ -ή η τρίτη διάσταση- που στέκομαι μπροστά στην εικόνα. Είναι μια πολύ σπουδαία αρχή αυτή, μια ουσιαστική αρχή η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί κατά τα μέτρα της λογικής ερμηνείας πολλών Δυτικών μελετητών της εικόνας, που λένε «πολύ ωραία τέχνη, αλλά είναι ελλιπής δεν έχει βάθος». Μα εμείς δεν κάνουμε τέχνη για την τέχνη, κάνουμε τέχνη για την προσευχή.

Είναι τέχνη αναγωγική, ερμηνευτικής του κειμένου όπως σας είπα και ταυτόχρονα τέχνη αναγωγική. [Που] σημαίνει ότι ο Χριστός θα μετέχει στα γεγονότα και θα αναπληρώσει το ελλείπον βάθος της εικόνας δια της παρουσίας Tου μπροστά στην εικόνα. Γι΄ αυτό εμείς δεν αρεσκόμαστε να έχουμε εικόνες στα μουσεία. Να περνάει κάποιος απλώς για να τις βλέπει. Οι εικόνες είναι για τις Εκκλησίες όπου στέκεται ο άλλος και προσεύχεται μπροστά στην εικόνα. Και μπορεί να αγιάσει μπροστά στην εικόνα. Λέμε πολλές φορές ότι υπάρχουν αγιασμένες εικόνες [και] μια εικόνα μυροβλύζει. Πώς έγινε αγία η εικόνα; Για δύο αιτίες.

Πρώτη αιτία, ο αγιογράφος που την έκανε μπορεί να ήταν άγιος. Και αγίασε όλη η εικόνα. Η δεύτερη αιτία είναι μπροστά στην εικόνα να αγίασαν πολλοί άνθρωποι. Κλάμα, δάκρυα, μετάνοιες και να αγίασε πιο πολύ η εικόνα. Αυτές είναι οι αγιασμένες εικόνες. Το ξύλο δεν έχει μόνο του καμμιά ιδιότητα, αλλά οι άνθρωποι αποδίδουν αγιαστικά δεδομένα πάνω στα αντικείμενα. Βλέπετε, έχουμε την σκιά του Πέτρου, έκανε θεραπείες το ρούχο του Χριστού, η κάπα του αγίου Ηλιού, οι αλυσίδες του αγίου Πέτρου έκαναν θαύματα. Τι ήταν αυτά; Αντικείμενα ήταν τα οποία αγιάζουν από τον αγιαζόμενο άνθρωπο. Μόνο του ένα αντικείμενο δεν κάνει τίποτα. Έτσι λοιπόν αυτή ήταν η πρώτη βασική αρχή της καταργήσεως του τρισδιάστατου και της προσλήψεως της τρίτης διαστάσεως στο πρόσωπο που συμμετέχει σε αυτά τα γεγονότα.

Μια δεύτερη αρχή η οποία αρκετά εκκωφαντικά φαίνεται πάνω σε αυτή την εικόνα της Γεννήσεως, μετά από λίγο θα πω μερικά λογάκια, παρόλο που είναι πολύπτυχη, μερικά λογάκια θα πω, θα την αναλύσω την άλλη φορά πιο βαθιά. Είναι η εικόνα της Γεννήσεως. Βλέπετε, εδώ περιγράφονται τα πάντα. Έχουμε την Παναγία, το Χριστό, τους Αγγέλους που κατεβαίνουνε, κάποιους βοσκούς που βλέπουν τα γεγονότα, τον Ιωσήφ που σκέφτεται εάν θα πρέπει να κρατήσει την Παναγία ή όχι, τους μάγους που έρχονται, πάρα πολλά γεγονότα που έγιναν διαχρονικά μέσα σε μια εικόνα. Δηλαδή εμείς ποτέ δεν έχουμε κόμικς. Όλα τα γεγονότα της διαχρονικότητας συγκεντρώνονται πάνω εδώ. Η εικόνα έχει δεύτερη αρχή της την αρχή της καταργήσεως του χρόνου και του ξεπεράσματος του χρόνου. Στην Εκκλησία ο χρόνος καταργείται και όλα γίνονται αιωνιότητα.

Τι λένε την Μεγάλη Εβδομάδα: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου», ή τα Χριστούγεννα: «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου». Πώς εννοούν «Σήμερον»; Κατάργηση και ξεπέρασμα του χρόνου και θεωρούν ότι τα κάνει όλα σήμερον, όλα είναι μαζί. Υπάρχουν δύο εικόνες που είναι… να πω τη μία μονάχα για να καταλάβετε το γεγονός αυτό. Είναι η εικόνα της Αναλήψεως του Χριστού, 40 μέρες μετά την Ανάστασή του. Εδώ είναι η Παναγία μπροστά και είναι οι Απόστολοι γύρω-γύρω. Έτσι ήταν τα γεγονότα. Άγγελοι κατέβηκαν. Ανέβηκε με τους Αγγέλους στον ουρανό. Πολύ καλά. Και όμως αυτή η εικόνα μέσα πρέπει να είναι παράλογη. Μπροστά-μπροστά είναι ο Απόστολος Παύλος ο οποίος Απόστολος Παύλος όταν γινόταν η Ανάληψη δεν ήταν καν χριστιανός. Εάν διαβάσετε τα κείμενα των Πράξεων των Αποστόλων που περιγράφεται η ιστορία αυτή της Αναλήψεως είναι στο πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων. Ο Απόστολος Παύλος βλέπει το φως στη Δαμασκό και μετανιώνει. Είναι στο 9ο κεφάλαιο. Άρα η εικόνα εδώ είναι ανιστόρητη. Ο απόστολος Παύλος «δεν έχει δουλειά» στην Ανάληψη μέσα. Και όμως για εμάς έχει δουλειά.

Εφ΄ όσον μετάνιωσε κερδίζει τον προηγούμενο χρόνο. Είναι παρών στο χρόνο. Ο μετανοών κερδίζει τον προηγούμενο χρόνο. Βλέπετε, αυτό είναι κατάργηση του χρόνου. Έχουμε και άλλες τέτοιες εικόνες που περιγράφουν τέτοια γεγονότα που ξεπερνούν το χρόνο. Και είναι μια πολύ σπουδαία αρχή. Δεν λέμε ο Παύλος «δεν ήταν». «Ήταν», αφού μετάνιωσε. Μια άλλη πολύ βασική αρχή είναι το ότι στις εικόνες δεν έχουμε σκιές. Βλέπετε, εδώ στο έδαφος πάνω, δεν υπάρχουν σκιές. Καμμιά σκιά. Γιατί δεν υπάρχουν σκιές; Και υπάρχει σκιά όπου υπάρχει μια πηγή φωτός. Βλέπετε, έρχεται η πηγή φωτός και αφήνει μια σκιά πάνω στο ταβάνι, τη σκιά του δρόμου, της λάμπας. Υπάρχει μια πηγή φωτός από όπου έρχεται το φως. Εάν το φως είναι παντού, εάν το φως έρχεται πανταχόθεν, από παντού έρχεται, δεν υπάρχει δυνατότητα να υπάρχει σκιά, η σκιά καταργείται. Όλα είναι φως.

Και μέσα στην εικόνα [τα] εκφράζουμε όλα ως φως. Απλώς υπάρχουν μερικές πτυχώσεις ενδυμάτων κλπ. αλλά μέσα στην εικόνα όλα είναι φως. Ποτέ δεν κάνουμε σκιές υπό σκιά… είναι μια ……, τοποθέτηση όπου πια καταργεί την έννοια της Βασιλείας των Ουρανών. Το φως μέσα στο οποίο είναι λουσμένες οι εικόνες, ειδικά οι εικόνες που είναι πάνω σε ξύλο, είναι με χρυσό. Βλέπετε εκφράζουν αυτό το φως και βέβαια στους τοίχους, επειδή το χρυσάφι δεν μπορεί να πιάσει εύκολα, κάνουμε άλλα χρώματα, αλλά ειδικά γι΄ αυτό στην έκφραση της αγιογραφίας πάνω σε ξύλο δεν υπάρχει σκιά και έρχεται το φως από παντού. Είναι το φως της βασιλείας του Θεού αυτό το φως. Αυτή είναι μια άλλη ουσιαστική αρχή που αφορά τη σκιά και το φως και το πώς εκχέεται πάνω στις εικόνες.

Και μια άλλη βασική αρχή, παρόλο που δεν μπορώ να πω γιατί… -συμπυκνώνω τώρα κατ’ ανάγκην αυτές τις αρχές για να έχετε μια δόση ενάρξεως αυτών των μαθημάτων της θεολογίας της εικόνας - είναι το ότι οι άγιοι, οι οποιοιδήποτε άγιοι περιγράφονται πάνω στην εικόνα, βλέπουν κατά πρόσωπον. Το κατά πρόσωπον δεν σημαίνει πάντα, όπως είναι εδώ ο Χριστός, βλέπει κατά πρόσωπον.

Βλέπετε κάτω τους Αποστόλους να είναι πλαγιαστά. Βλέπετε υπάρχουν πλάγιες εικόνες, αλλά όλων φαίνονται τα μάτια, ή έτσι λίγο πλαγιαστά ή κατά πρόσωπον, πλάγια απεικόνιση τη λέμε ή κατά πρόσωπον, πάντα φαίνεται το πρόσωπον. Ποτέ δεν καταργείται το πρόσωπο γιατί η έννοια είναι ότι θα δούμε τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον.

Πρόσωπον σημαίνει «Προς ώπα» προς τα μάτια. Προς ώπα. Ώπα είναι τα μάτια. «Πρόσωπον» είναι το κατά πρόσωπον κοίταγμα. Και οι άγιοι βλέπουν τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον κατά τα μέτρα που δύνανται βέβαια. Θα πούμε αυτά τα γεγονότα σε άλλες εικόνες, όπως το λέει και ο Απόστολος Παύλος, αλλά οπωσδήποτε έχουν κάποιες εξαιρέσεις.

Θα τολμούσα να πω μερικές εξαιρέσεις σε κάποια στοιχεία κάποιων εικόνων. Δεν ξέρω γιατί, πάντα θα το λέω, στις εικόνες θα το δούμε και θα πείτε γιατί είναι εκεί πέρα αυτό το πρόσωπο προφίλ, γιατί έχει βάλει ο Θεοφάνης, ο μεγάλος αγιογράφος ο Θεοφάνης ο Κρης κάποιες παραστάσεις όπου κάποιες προσωπικότητες είναι προφίλ. Δεν το ξέρω γιατί. Δεν μπορώ να το καταλάβω. Αλλά η θεολογία της εικόνας απαιτεί πάντα να είναι η κατά πρόσωπον απεικόνιση με τα δύο τα μάτια. «Προς ώπα» να φαίνονται τα μάτια. Αυτό το πώς απεικονίζεται θα το δούμε όλο. Αυτό που σας είπα τώρα είναι μερικές πολύ γενικές αρχές για τη θεολογία των εικόνων, όπου εμείς θα περιγράφουμε μετά όλες τις εικόνες σιγά-σιγά σε όλα αυτά τα μαθήματα. Τουλάχιστον μέχρι το Μάρτιο που θα κάνουμε το πρώτο εικοσάλεπτο «θεολογία της εικόνας», θα δείτε πάρα πολλές λεπτομέρειες και πάρα πολύ βαθιά θεολογία η οποία θα σας προκαλέσει να μελετήσετε θεολογικά, εάν θέλετε σοβαρώς να αγιογραφήσετε σωστά.

Σας είχα πει, είναι η μελέτη της Γραφής, των Πατέρων της Εκκλησίας και των ύμνων που αποτυπώνουν τη θεολογία της εικόνας. Όταν ακούτε έναν ύμνο, αυτό είναι θεολογία. Μελέτησε ένας το γεγονός αυτό και θεολογεί πάνω στο γεγονός. Το τροπάριο το αυριανό του αγίου. Δεν είναι απλώς περιγραφή της ζωής του. Είναι θεολογία της ζωής του. Και εδώ όπως είπαμε είναι μια θεολογία η οποία γίνεται δια του λόγου της Γραφής και της ζωγραφικής.

Για να δούμε, για λίγα λεπτά μόνο, την εικόνα της Γέννησης του Χριστού μας. Μερικά στοιχεία θα δούμε. Κοιτάξτε η εικόνα είναι πασίγνωστη σε εμάς. Για να δούμε κάποια κεντρικά γεγονότα της εικόνας. Στο κέντρο υπάρχει αυτό το σπήλαιο στο οποίο γεννήθηκε ο Χριστός, [και] στο βάθος είναι σκοτάδι. Να θυμίσω πως ποτέ στην αγιογραφία δεν αγιογραφούμε το κακό, ας πούμε το διάβολο, ποτέ. Ακόμη και το σκοτάδι εδώ είναι μια μικρή εξαίρεση, να δείξουμε αυτό που λέγει ο προφήτης Ησαΐας ότι ο Χριστός γεννήθηκε στο χώρο που ήταν εν χώρα και σκιά θανάτου. Ποτέ σκοτάδι. Υπάρχουν πολλές εικόνες με σκοτάδι που δεν ξέρουν [οι αγιογράφοι] θεολογία και γιατί το κάνουν. Π.χ. η αγία Μαρίνα με ένα διαβολάκι. Ποτέ δεν αγιογραφούμε το κακό. Είναι λάθος τελείως γιατί εμείς αγιογραφούμε ό,τι έκανε ο Θεός, το ενυπόστατο και όχι το ανυπόστατο. Ο διάβολος είναι ανυπόστατος. Προσέξτε «ανυπόστατος» δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Άλλο «υπάρχω» και άλλο «έχω υπόσταση». Διαφέρει πάρα πολύ. Δεν λέω «δεν υπάρχει ο διάβολος». Είπα ότι ο διάβολος είναι ανυπόστατος. Πολύ ουσιαστική διαφορά, εάν ξέρετε Ελληνικά. Είναι η θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ανυπόστατος σημαίνει πως ο Θεός δεν έφτιαξε τέτοιες μορφές. Ο διάβολος ήταν άγγελος. Ο Θεός έφτιαξε υπόσταση αγγέλου. Δεν έφτιαξε υπόσταση διαβόλου. Διότι ο Θεός είναι δημιουργός μόνο καλών. Δεν κάνει κακό πράγμα. Εν ελευθερία ο διάβολος θέλησε να γίνει ανυπόστατος. Υπαρκτός αλλά ανυπόστατος. Προσέξτε. Μάθετε Ελληνικά λιγάκι. Άρα ως δημιούργημα δεν υπάρχει διάβολος. Ήταν άγγελος που στη φύση του παραμένει άγγελος που διαστρέβλωσε αυτήν την αγγελική του φύση. Αυτό είναι το ανυπόστατο. Εμείς λοιπόν ποτέ δεν αγιογραφούμε το ανυπόστατο. Ούτε σκηνές τρόμου κλπ. Ποτέ.

Αυτό είναι πολύ βασικό στην αγιογραφία και δεν αγιογραφούμε ποτέ πρόσωπα τα οποία δεν τα είδαμε. Οι άγιοι όλοι φάνηκαν. Φανερώθηκαν. Στην εικόνα της Αγίας Τριάδος θα δούμε ότι τον Πατέρα δεν τον αγιογραφούμε. Τον Πατέρα δεν τον είδαμε ποτέ. Τον Υιό τον είδαμε, τον αγιογραφούμε. Το άγιο Πνεύμα το είδαμε ως περιστερά ή ως φως, το αγιογραφούμε. Τον Πατέρα δεν τον είδαμε και δεν τον αγιογραφούμε. Δεν υπάρχει αγία Τριάδα όπου θα δείτε τον Πατέρα με μια γενειάδα. Είναι λάθος η εικόνα και είναι η εικόνα θεολογικά ανυπόστατη, γιατί ποτέ δεν φανερώθηκε ο Πατέρας. Έτσι λοιπόν εδώ έχουμε το σκοτάδι, περιγράφεται αυτό το σκότος και η σκιά του θανάτου το οποίο λέγει ο προφήτης Ησαΐας. Μέσα στο σπήλαιο υπάρχουν δύο ζώα. Ένα γαϊδουράκι (όνος) και ένα βόδι. Δύο ζώα.

Γιατί δεν επιλέγουμε άλλα ζώα; Όπως επιλέγουν οι Χριστουγεννιάτικες κάρτες και για να είναι χαριτωμένες βάζουν κουνελάκια κλπ. ή μπορεί να βάλεις έναν δεινόσαυρο που θέλουν τα παιδιά. Η Αγία Γραφή σε αυτά τα δύο μόνο ζώα στέκεται, γιατί αυτά τα δύο ζώα τα αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας και ο προφήτης Μιχαίας που αναφέρονται προφητικά στο γεγονός της γέννησης. Και οι δύο προφήτες αναφέρονται σε δύο ζώα ανάμεσα στα οποία θα γεννηθεί ο Χριστός.

«Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση», λέει ο προφήτης Μιχαίας και ο Ησαΐας, προσδιορίζει τα ζώα, και λέει «έγνω βους τον κτησάμενον αυτόν και όνος τον κύριον αυτού, ο δε Ισραήλ ουκ έγνω». Βλέπε λέει βους και όνος. Τι σημαίνει τώρα βους και όνος; Κατά τα μέτρα της ερμηνευτικής των Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι πρώτα-πρώτα τα άλογα ζώα, το άλογο του ανθρώπου, είναι δύο ειδών άλογα ζώα.

Είναι οι εξ Ιουδαίων και οι εξ εθνικών χριστιανοί. Ποιοι προσκύνησαν το Χριστό; Οι Εβραίοι οι οποίοι είχαν γνωρίσει το Χριστό λίγο πιο πριν, λόγω της αποκαλύψεως που έγινε σε αυτούς, και μετά οι εξ εθνών χριστιανοί. Είναι δύο κατηγορίες. Οι εξ εθνών και οι εξ Ιουδαίων. Και οι δύο είναι άλογοι όμως. Και οι Εβραίοι γνώρισαν [το Χριστό] και αυτοί τον σταύρωσαν, οι άλλοι δεν τον ήξεραν καθόλου το Χριστό. Είναι πάντοτε δύο ζώα και παραμένουν δύο ζώα. Τίποτα άλλο. Ένας ο οποίος θα τολμήσει να κάνει κάτι άλλο αλλάζει την Αγία Γραφή. Μερικά δευτερεύοντα στοιχεία μπορεί να αλλάξει εάν επιτρέπεται με κάποια φειδώ. Κάποιο χρώμα ρούχου. Τίποτε άλλο. Αλλά ποτέ τα κεντρικά στοιχεία. Όπως ο Χριστός o οποίος είναι μέσα στο χώρο αυτό, μέσα στο κρεβατάκι στο οποίο βρίσκεται. Αυτό θα το κάνετε έτσι και μόνο έτσι. Ποτέ τίποτα άλλο. Ούτε κρεβατάκι, ούτε άλλα ρούχα.

Και τα δύο είναι στοιχεία θεολογικά και δογματικά ταυτόχρονα. Ο Χριστός φοράει αυτά τα ρούχα γιατί ακριβώς έρχεται για να σταυρωθεί και να πεθάνει για εμάς. Αυτή η γιορτή των Χριστουγέννων δεν είναι μια αυτοτελής γιορτή. Aυτή η γιορτή των Χριστουγέννων έχει νόημα εάν αυτό που γίνεται τώρα καταλήγει σε ένα γεγονός σωτηριολογικό για την ανθρωπότητα. Μεγάλο πράγμα όταν ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για τη σωτηρία. Πρέπει να καταλυθεί ο Άδης. Γι’ αυτό σε εμάς τους ορθοδόξους η εορτή των εορτών είναι το Πάσχα. Στη Δύση είναι τα Χριστούγεννα. Εκεί γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Το Πάσχα είναι μια γιορτή αρκετά υποτιμημένη. Εμείς λοιπόν και το γεγονός αυτό το μεγάλο της Γέννησης του Χριστού το λειτουργούμε ως υπηρετικό της Αναστάσεως, του έργου σωτηρίας του ανθρώπου. Έτσι το παιδί αυτό που γεννιέται τώρα ετοιμάζεται να πεθάνει και να σταυρωθεί για εμάς. Και το πεθαμένο πάνω του, το δείχνει με αυτά τα σουδάρια. Είναι τα σουδάρια με τα οποία τύλιξαν το Χριστό κατά την ώρα της αποκαθήλωσής Του όταν Τον πήγαιναν στον τάφο. Τα σουδάρια [είναι αυτά] τα οποία βρήκαν μετά οι μυροφόρες στον άδειο τάφο τυλιγμένα. Είναι το παιδί το οποίο θα πεθάνει για εμάς. Γι’ αυτό δεν μπορείς να βάλεις στο Χριστό για λόγους δογματικούς οποιαδήποτε άλλα ρούχα, αλλά τα ρούχα αυτού ο οποίος ετοιμάζεται να πεθάνει και να αναστηθεί….. Ταυτόχρονα και το κρεβάτι στο οποίο βρίσκεται είναι τάφος. Είναι ο τάφος μέσα στον οποίο μπήκε ο Χριστός για να αναστηθεί. Δεν είναι οποιοδήποτε κρεβάτι. Γι΄ αυτό όταν βλέπουμε [κάποια άλλη] εικόνα και λέμε «τι ωραία εικόνα», [να γνωρίζουμε ότι] είναι τελείως λανθασμένη.

Αυτή η θεολογία [της αγιογραφίας] ξέφυγε τελείως από το χώρο των Ρωμαιοκαθολικών. Γιατί οι Προτεστάντες δεν έχουν [αγιογραφία], απλώς έχουν κάποια βιτρώ πάνω στα τζάμια. Ανάγκη και αυτοί να απεικονίσουν κάτι. Βλέπεις εδώ. Είναι το κρεβατάκι. Βλέπετε αμέσως μπήκαμε στα γεγονότα τα βαθιά, τα πολύ βαθιά θεολογικά. Θα αναλύσω αυτήν την εικόνα και την άλλη φορά.

Τελειώνουμε με ένα γεγονός το οποίο θα το δούμε ταυτόχρονα και στην επόμενη εικόνα που θα αναλύσουμε μετά τη Γέννηση, που είναι ο Ευαγγελισμός, στην εικόνα της Παναγίας. Η Παναγία πάντοτε όταν αγιογραφείται πρέπει να έχει -πάντοτε, μα πάντοτε- στο κεφάλι της και στις δύο πλάτες της -εδώ και εδώ- τρία αστεράκια. Τα βλέπετε, τρία αστεράκια. Στο κεφάλι της και στις δύο πλάτες της. Τα αστεράκια αυτά είναι οκτάκτινα. Αυτό είναι δογματικό στοιχείο και κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει. Και το οκτάκτινο και το τρία. Το τρία σημαίνει ότι η Παναγία δογματικά είναι αειπάρθενος. Αειπάρθενος σημαίνει ότι ήταν παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Προ, κατά και μετά. Αυτό εκφράζει την αειπαρθενία. Το αεί πώς είναι; Eίναι το πριν, το τώρα και το μετά. Το αειπάρθενο εκφράζεται δια των τριών αστέρων και είναι απαραίτητο αυτό να δηλωθεί, για να δηλωθεί ότι δεν είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα είναι Η γυναίκα που είναι πάντοτε αειπάρθενος. Και ταυτόχρονα τα αστεράκια είναι οκτάκτινα, με οκτώ ακτίνες. Δεν είναι και αυτό τυχαίο γιατί δεν μπορείς να κάνεις ένα αστεράκι με πέντε ή έξι ακτίνες ή με τρεις ακτίνες, γιατί με την Παναγία εγκαινιάζεται το έργο του μυστηρίου της 8ης ημέρας της δημιουργίας. Ο Θεός έκανε τον κόσμο σε έξι ημέρες. Εκεί τελείωσε το έργο Του. Και έλεγε πάντοτε η Αγία Γραφή - εάν πάρετε το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως. «Και εγένετο πρωί και εγένετο εσπέρας ημέρα πρώτη. Και εγένετο πρωί και εγένετο εσπέρας ημέρα δεύτερη. Και εγένετο πρωί και εγένετο εσπέρας ημέρα Τρίτη» και κλείνει τις ημέρες. Τέλος, φτιάχνει και τον άνθρωπο και λέει «εγένετο πρωί εγένετο εσπέρας ημέρα έκτη». Και τελείωσε η δημιουργία. Η έβδομη ημέρα, την ξέρετε πολύ καλά, περιγράφεται στο 2ο κεφάλαιο της Γενέσεως που λέει ότι ο Θεός «κατέπαυσεν από των έργων Αυτού» την έβδομη ημέρα.

«Κατέπαυσεν» την έβδομη ημέρα. Εάν ψάξετε όλη τη Γραφή, δεν θα βρείτε να τελειώνει πουθενά η έβδομη μέρα. Δεν θα πει «και εγένετο εσπέρας και εγένετο πρωί ημέρα εβδόμη». Η ημέρα η εβδόμη μένει ανοιχτή. Είναι η ημέρα την οποία ζούμε σήμερα. Είμαστε στην εβδόμη ημέρα της δημιουργίας. Γι’ αυτό έμεινε ανοιχτή αυτή η ημέρα. Αλλά μέσα στην εβδόμη ημέρα ο άνθρωπος απέτυχε να γίνει αυτό που ο Θεός τον προετοίμασε να γίνει.

Και ο Θεός, συγχωρώντας την αποτυχία του ανθρώπου, εγκαινιάζει την όγδοη ημέρα, που είναι -η όγδοη ημέρα- το έργο της θείας οικονομίας και σε αυτό το έργο μετέχει η Παναγία. Τώρα που ζούμε εδώ, σε αυτό τον κόσμο, ζούμε την έβδομη ημέρα της δημιουργίας ως αποτυχημένου κόσμου και ταυτόχρονα, εάν ζούμε στην Εκκλησία, ζούμε ταυτόχρονα και την 8η ημέρα της δημιουργίας.

Μετά τη Δευτέρα Παρουσία θα έχουμε μονάχα την 8η ημέρα της δημιουργίας. Όποιος έχει κουράγιο στο μέλλον, να διαβάσει αυτά τα στοιχεία. Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής, πάρα πολύ πρώιμα εκεί τον 6ο – 7ο αιώνα, περιγράφει βαθύτατα το μυστήριο της 8ης ημέρας. Βλέπετε εδώ έχουμε απεικόνιση θεολογίας. Αλλά δεν λέμε πολλά λόγια. Εδώ υπάρχουν τρομερά μυστικά βλέπετε. Είναι πολύ πιο δύσκολο να διαβάσεις αυτό, παρά τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο Μάξιμος το λέει καθαρά. Εδώ πρέπει να ξέρεις Μάξιμο για να καταλάβεις αυτό το γεγονός.

Σας έφερα λίγο στα κλειδιά και στα μυστικά του μυστηρίου της θεολογίας της εικόνας, την οποία θα την κάνουμε όλο το χρόνο σχεδόν με ποικίλους τρόπους, για να μπείτε σε αυτή τη βαθιά έκφραση της Ορθοδοξίας για τους αγιογράφους. Χωρίς τη θεολογία δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα.

Οι Ορθόδοξοι πρέπει να είναι θεολόγοι, δεν είναι θέμα πτυχίου. Είναι θέμα προσωπικής συμμετοχής στα γεγονότα και φυσικά προσωπικής κάθαρσης και φωτισμού. Δεν είναι θέμα τεχνικής. Οι αγιογράφοι, για να κάνουν εικόνες παλιά, νήστευαν πάρα πολλές μέρες, έκαναν προσευχές, Παράκληση και ξεκινούσαν. Και εάν θέλετε κάτι να μάθετε εδώ, σε αυτό το χώρο, ή όταν ετοιμάζετε να αγιογραφήσετε οτιδήποτε, θα το κάνετε εν νηστεία και προσευχή. Θα κάνετε προσευχή για τα γεγονότα, για να μετέχετε στα γεγονότα και να γίνεται μια αλληλοπεριχώρηση. Όταν αγιογραφείς τον άγιο, γνωρίζεις τον άγιο και γίνεται μια αλληλοπεριχώρηση. Να διαβάσετε το βίο του αγίου. Να μάθετε τα τροπάρια του αγίου. Δεν είναι αυτό μια τεχνική. Γι΄ αυτό η αγιογραφία έχει μια δυνατότητα να έχει αύξηση. Αύξηση δεν σημαίνει να κάνω νέα μοντέλα αγιογραφίας. [Σημαίνει] να μπορώ αυτήν τη θεολογία να την εκφράζω βαθύτερα. Στην Εκκλησία τίποτα δεν είναι στατικό και δεν παραμένει αρτηριοσκληρωτικό. Αύξηση γίνεται από ανθρώπους που είναι φωτισμένοι και η Χάρη του αγίου Πνεύματος δίνει αύξηση. Και όχι η δική μου ιδέα να κάνω μια μοντέρνα Σχολή αγιογραφίας. Βλέπετε, εάν μελετήσετε τη διαχρονική πορεία της αγιογραφίας θα δείτε μια αύξηση · χωρίς να καταλαβαίνετε τη διαφορά, θα την βλέπετε. Να δείτε ας πούμε τη Σερβική Σχολή αγιογραφίας που έρχεται μετά από τις δύο βασικές Σχολές Πανσέληνος και Θεοφάνης. Παραμένουν εκεί, αλλά βάζουν μια άλλη πιο βαθιά ποικιλία χωρίς να αλλάξουν τη θεολογία, την εικόνα, τις ισορροπίες και είναι μια πολύ βαθιά αύξηση της εικόνας η οποία είναι μεταγενέστερη, γιατί το άγιο Πνεύμα πάντα δίνει αύξηση στους ανθρώπους. Να μην πω κάτι άλλο και σας κουράζω περισσότερο.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 04-11-2005.

πηγή: www.floga.gr

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Κατήχησις περί ἐγκρατείας (καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων) - Άγίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κατήχησις περί ἐγκρατείας (καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων)
δελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν.Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ’ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει. 
Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας.

Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου.

Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6).

Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος.

Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη.

Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους,ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του.

Τήν πολιτεία αὐτῶν τῶν μακαρίων κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί ἀκολουθοῦμε· καί τό ὅτι θέλουμε νά τούς μιμηθοῦμε τό μαρτυρεῖ ἡ μοναχική μας τελείωσις, ἡ ἄρνησις τοῦ κόσμου, ἡ ἀποξένωσίς μας ἀπό τήν πατρίδα μας, τούς συγγενεῖς μας, τούς φίλους μας, τά ὑπάρχοντά μας. Τό μαρτυρεῖ ἐπίσης ἡ ὑποταγή μας, ἡ ὑπακοή, ἀλλά καί αὐτή ἡ ὁμολογία μας τώρα (ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων), γιά τήν ὁποία ἔχουμε διωχθῆ. Λοιπόν νά χαιρώμαστε καί νά συγχαίρουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον πού μᾶς χαρίσθηκαν ὅλα αὐτά ἀπό τόν Θεό καί πού διανύουμε πνευματική ζωή, κατά τήν ὁποία ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά ἑορτάζουμε, ἄν θέλουμε, κάθε ἡμέρα καί νά χαιρώμαστε ἀτελεύτητη χαρά.

Γι᾽ αὐτό, παρακαλῶ, μέ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο νά ἀγωνιζώμαστε καί νά συνεχίζουμε τήν ὁμολογία μας αὐτή, ἐπειδή μάλιστα ἀκούστηκε ὅτι ὁ βασιλεύς ἐξαγγέλει διαταγές ἐναντίον μας καί ἴσως νά ἔλθη ξαφνικά κανείς ἀπεσταλμένος του. Ἀλλά ἄς μή θορυβηθοῦμε μέ αὐτά πού ἀκούγονται. Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν (Ρωμ. η’ 31); Καί ἀφοῦ καί προηγουμένως μᾶς βοήθησε, δέν θά μᾶς βοηθήση καί στό ἑξῆς;

Μόνο ἄς ἔχουμε γενναῖο φρόνημα, μόνο νά προσέχουμε καλά, καί αὐτός θά μᾶς δώση δύναμι σέ ὅλα νά Τόν εὐαρεστήσουμε μέ τήν ζωή μας μέχρι τέλους καί νά ἐπιτύχουμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Μετάφρασις ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου) 
(Πηγή: imkby.gr)
 

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟ∆ΩΡΟΝ - Του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης

 


De sancto Theodoro

 

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΜΑΡΤΥΡΑ ΘΕΟ∆ΩΡΟΝ.

 


μεῖς ὁ τοῦ Χριστοῦ λαὸς, ἡ ἁγία ποίμνη, τὸ βασίλειον ἱεράτευμα, οἱ πανταχόθεν ἀστικοί τε καὶ χωριτικοὶ συῤῥεύσαντες δῆμοι, πόθεν λαβόντες τὸ σύνθημα τῆς ὁδοῦ, πρὸς τὸν ἱερὸν τοῦτον ἐδημαγωγή θητε τόπον; Τίς ὑμῖν τῆς ἐνθάδε σπουδαίαν οὕτω καὶ ἐμπρόθεσμον ἀνάγκην ἐπέθηκεν; καὶ ταῦτα ὥρᾳ χειμῶνος, ἡνίκα καὶ πόλεμος ἠρεμεῖ, καὶ στρατιώ της τὴν πανοπλίαν ἀποσκευάζεται, καὶ πλωτὴρ ὑπὲρ καπνοῦ τίθησι τὸ πηδάλιον, καὶ γεωγρὸς ἡσυχάζει τοὺς ἀροτῆρας βοῦς θεραπεύων ἐπὶ τῆς φάτνης; Ἢ πρόδηλον, ὡς ἐσάλπισε μὲν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν καταλόγων ὁ ἅγιος μάρτυς· κινήσας δὲ πολλοὺς ἐκ διαφόρων πατρίδων πρὸς τὴν οἰκείαν ἀνάπαυσιν καὶ  ἑστίαν ἐκάλεσεν, οὐκ εἰς πολεμικὴν εὐτρεπίζων πα ρασκευὴν, ἀλλὰ πρὸς τὴν γλυκεῖαν καὶ μάλιστα δὴ Χριστιανοῖς πρέπουσαν συνάγων εἰρήνην;  

Οὗτος γὰρ, ὡς πιστεύομεν, καὶ τοῦ παρελθόντος ἐνιαυτοῦ τὴν βαρβαρικὴν ζάλην ἐκοίμισε, καὶ τὸν φρικώδη τῶν ἀγρίων Σκυθῶν ἔστησε πόλεμον, δεινὸν αὐτοῖς ἐπισεί σας καὶ φοβερὸν ἤδη βλεπομένοις καὶ πλησιάσασιν, οὐ κράνος τρίλοφον, οὐδὲ ξίφος εὖ τεθηγμένον, καὶ πρὸς τὸν ἥλιον ἀποστίλβον, ἀλλὰ τὸν ἀλεξίκακον καὶ παντοδύναμον σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, ὑπὲρ οὗ καὶ αὐ τὸς παθὼν, τὴν δόξαν ταύτην ἐκτήσατο. Καί μοι λοιπὸν τὸν νοῦν ἐπιστήσαντες διασκέψασθε, οἱ τῆς κα θαρᾶς ταύτης θρησκείας ὑπηρέται καὶ φιλομάρτυρες, ἡλίκον χρῆμα δίκαιος, καὶ ὅσων ἀξιοῦται τῶν ἀμοι βῶν (τῶν ἐγκοσμίων τε, λέγω, καὶ τῶν παρ' ἡμῖν· τῶν γὰρ ἀοράτων οὐδεὶς ἱκανὸς λογίσασθαι τὴν με γαλοπρέπειαν)· καὶ διορίσαντες τὸν τῆς εὐσεβείας καρπὸν, ζηλώσατε τῶν οὕτω προτιμωμένων τὴν γνώ μην. Ἐπιθυμήσατε δὲ τῶν γερῶν ἃ Χριστὸς πρὸς ἀξίαν διανέμει τοῖς ἀθληταῖς. Καὶ τέως, εἰ δοκεῖ, τῆς ἀπολαύσεως τῶν μελλόντων ἀγαθῶν σχολαζούσης, ἣν ἐλπὶς ἀγαθὴ ταμιεύεται τοῖς δικαίοις, ἡνίκα ἂν ὁ τῶν ἡμετέρων βίων δικαστὴς ἐπιφοιτήσῃ, τὴν παρ οῦσαν ἴδωμεν τῶν ἁγίων κατάστασιν, ὅπως καλλίστη ἐστὶ καὶ μεγαλοπρεπής. Ψυχὴ μὲν γὰρ ἀνελθοῦσα περὶ τὸν ἴδιον κλῆρον ἐμφιλοχωρεῖ, καὶ ἀσωμάτως τοῖς ὁμοίοις συνδιαιτᾶται· σῶμα δὲ τὸ σεμνὸν καὶ ἀκηλίδωτον ἐκείνης ὄργανον, οὐδαμοῦ τοῖς ἰδίοις πά θεσι βλάψαν τῆς ἐνοικησάσης τὴν ἀφθαρσίαν, μετὰ πολλῆς τιμῆς καὶ θεραπείας περισταλὲν, σεμνῶς ἐν ἱερῷ τόπῳ κατάκειται, ὥσπερ τι κειμήλιον πολυτί μητον τῷ καιρῷ τῆς παλιγγενεσίας τηρούμενον, πολὺ τὸ ἀσύγκριτον ἔχον πρὸς τὰ ἄλλα τῶν σωμάτων, ἃ κοινῷ καὶ τῷ τυχόντι διελύθη θανάτῳ, καὶ ταῦτα ἐν ὁμοίᾳ ὕλῃ τῆς φύσεως. Τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τῶν λειψά νων, καὶ βδελυκτὰ τοῖς πολλοῖς ἐστι, καὶ οὐδεὶς ἡδέως παρέρχεται τάφον, ἢ καὶ ἀνεῳγότι τυχὼν ἐκ τοῦ πα ραδόξου, ἐπιβαλὼν δὲ τὴν ὄψιν τῇ ἀμορφίᾳ τῶν ἐγ κειμένων, πάσης ἀηδίας πληρωθεὶς, καὶ βαρέα κατα στενάξας τῆς ἀνθρωπότητος παρατρέχει. Ἐλθὼν δὲ εἴς τι χωρίον ὅμοιον τούτῳ, ἔνθα σήμερον ὁ ἡμέτερος σύλλογος, ὅπου μνήμη δικαίου καὶ ἅγιον λείψανον· πρῶτον μὲν τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῶν ὁρωμένων ψυχ αγωγεῖται, οἶκον βλέπων ὡς Θεοῦ ναὸν, ἐξησκημένον λαμπρῶς τῷ μεγέθει τῆς οἰκοδομῆς, καὶ τῷ τῆς ἐπικοσμήσεως κάλλει, ἔνθα καὶ τέκτων εἰς ζώων φαντασίαν τὸ ξύλον ἐμόρφωσε, καὶ λιθοξόος εἰς ἀργύρου λειότητα τὰς πλάκας ἀπέξεσεν. Ἐπέχρωσε δὲ καὶ ζωγράφος τὰ ἄνθη τῆς τέχνης ἐν εἰκόνι διαγρα ψάμενος, τὰς ἀριστείας τοῦ μάρτυρος, τὰς ἐνστά σεις, τὰς ἀλγηδόνας, τὰς θηριώδεις τῶν τυράννων μορφὰς, τὰς ἐπηρείας, τὴν φλογοτρόφον ἐκείνην κά μινον, τὴν μακαριωτάτην τελείωσιν τοῦ ἀθλητοῦ, τοῦ ἀγωνοθέτου Χριστοῦ τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα, πάντα ἡμῶν ὡς ἐν βιβλίῳ τινὶ γλωττο φόρῳ διὰ χρωμάτων τεχνουργησάμενος, σαφῶς δι ηγόρευσε τοὺς ἀγῶνας τοῦ μάρτυρος, καὶ ὡς λειμῶνα λαμπρὸν τὸν νεὼν κατηγλάϊσεν· οἶδε γὰρ καὶ γραφὴ σιωπῶσα ἐν τοίχῳ λαλεῖν, καὶ τὰ μέγιστα ὠφελεῖν· καὶ ὁ τῶν ψηφίδων συνθέτης, ἱστορίας ἄξιον ἐποίησε τὸ πατούμενον ἔδαφος. Καὶ τοῖς αἰσθητοῖς οὕτω φιλοτεχνήμασιν ἐνευπα θήσας τὴν ὄψιν, ἐπιθυμεῖ λοιπὸν καὶ αὐτῇ πλησιάσαι τῇ θήκῃ· ἁγιασμὸν καὶ εὐλογίαν τὴν ἐπαφὴν εἶναι πιστεύων. Εἰ δὲ καὶ κόνιν τις δοίη φέρειν τὴν ἐπι κειμένην τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς ἀναπαύσεως, δῶρον ὁ χοῦς λαμβάνεται, καὶ ὡς κειμήλιον ἡ γῆ θησαυρίζεται.  

Τὸ γὰρ αὐτοῦ τοῦ λειψάνου προσάψασθαι, εἴ ποτέ τις ἐπιτυχία τοιαύτη παράσχοι τὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐστὶ πολυπόθητον, καὶ εὐχῆς τῆς ἀνωτάτω τὸ δῶρον, ἴσασιν οἱ πεπειραμένοι, καὶ τῆς τοιαύτης ἐπιθυμίας ἐμφορηθέντες. Ὡς σῶμα γὰρ αὐτὸ ζῶν καὶ ἀνθοῦν οἱ βλέποντες κατασπάζονται, τοῖς ὀφ θαλμοῖς, τῷ στόματι, ταῖς ἀκοαῖς, πάσαις προσ άγοντες ταῖς αἰσθήσεσιν, εἶτα τὸ τῆς εὐλαβείας καὶ τὸ τοῦ πάθους ἐπιχέοντες δάκρυον, ὡς ὁλοκλήρῳ καὶ φαινομένῳ τῷ μάρτυρι τὴν τοῦ πρεσβεύειν ἱκεσίαν προσάγουσιν, ὡς δορυφόρον τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντες, ὡς λαμβάνοντα τὰς δωρεὰς ὅταν ἐθέλῃ ἐπικαλούμε νοι. Ἐκ τούτων πάντων, ὁ εὐσεβὴς λαὸς, καταμάθετε, ὅτι Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ. Ἓν μὲν γὰρ καὶ τὸ αὐτὸ σῶμα πάντων ἀνθρώ πων, ἐξ ἑνὸς φυράματος ἔχον τὴν σύστασιν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἁπλῶς ἀποθανὸν, ῥίπτεται ὡς τὸ τυχόν· τὸ δὲ τῷ πάθει τοῦ μαρτυρίου χαριτωθὲν, οὕτως ἐστὶν ἐράσμιον καὶ ἀμφισβητήσιμον, ὡς ὁ προλαβὼν λόγος ἐδίδαξεν. ∆ιὰ τοῦτο πιστεύσωμεν ἐκ τῶν φαινομένων τοῖς ἀοράτοις, ἀπὸ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ πείρας τῇ τῶν μελλόντων ἐπαγγελίᾳ. Πολλοὶ γὰρ οἱ τὴν γαστέρα, καὶ τὴν κενοδοξίαν, καὶ τὸν ἐνθάδε συρφετὸν πάντων ἐπίπροσθεν ἄγοντες, οὐδὲν ἡγοῦνται τὸ μέλλον· τῷ τέλει δὲ τοῦ βίου συμπεραιοῦσθαι τὰ πάντα νομίζου σιν. Ἀλλ' ὁ φρονῶν οὕτως, ἐκ τῶν μικρῶν τὰ με γάλα κατάμαθε, ἐκ τῶν σκιῶν τὰ ἀρχέτυπα νόησον. Τίς τῶν βασιλέων τοιαύτην τιμᾶται τιμήν; τίς τῶν καθ' ὑπερβολὴν ἐν ἀνθρώποις φανέντων τοιαύτῃ μνήμῃ δοξάζεται; τίς τῶν στρατηγῶν τῶν πόλεις τειχήρεις ἑλόντων, καὶ ἔθνη δουλωσαμένων μυρία, οὕτως ἐστὶν ἀοίδιμος, ὡς ὁ στρατιώτης οὗτος, ὁ πέ νης, ὁ νεόλεκτος, ὃν Παῦλος ὥπλισεν, ὃν ἄγγελοι πρὸς τὸν ἀγῶνα ἤλειψαν, καὶ νικήσαντα Χριστὸς ἐστεφάνωσεν; Μᾶλλον δὲ ἐπειδὴ ἐγγὺς ἐγενόμην τῷ λόγῳ τῶν ἀγώνων τοῦ μάρτυρος, φέρε, τὰ κοινὰ κα ταλιπόντες, τὸν ἐξαίρετον τοῦ ἁγίου λόγον ποιήσωμεν· φίλον γὰρ ἑκάστῳ τὸ ἴδιον. Πατρὶς τοίνυν τῷ γενναίῳ, ἡ πρὸς ἥλιον ἀνίσχουσα χώρα· εὐγενὴς γὰρ καὶ οὗτος κατὰ τὸν Ἰὼβ τῶν ἀφ' ἡλίου ἀνατολῶν, καὶ τῆς πατρίδος ἐκείνῳ κοινωνῶν, οὐκ ἀπελείφθη τῆς τοῦ ἤθους μιμήσεως. Νῦν δὲ πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ ἐστὶ μάρτυς κοινὸς τῆς ὑφ' ἡλίῳ πολίτης· ληφθεὶς δὲ ἐκεῖθεν πρὸς ὁπλιτικοὺς καταλόγους, οὕτω μετὰ τοῦ ἰδίου τάγματος πρὸς τὴν ἡμετέραν διέβη χώραν, τῆς χειμερινῆς ἀναπαύσεως τοῖς στρατιώταις ἐνθάδε παρὰ τῶν κρατούντων δια ταχθείσης. Πολέμου δὲ κινηθέντος ἀθρόον, οὐκ ἐξ ἐφόδου βαρβαρικῆς, ἀλλ' ἐκ νόμου Σατανικοῦ, καὶ δόγματος θεομάχου (πᾶς γὰρ Χριστιανὸς ἠλαύνετο τῷ δυσσεβεῖ γράμματι, καὶ πρὸς θάνατον ἤγετο)· τότε δὴ, τότε ὁ τρισμακάριος οὗτος, γνώριμος ὢν ἐπ' εὐ σεβεία, καὶ τὴν πίστιν τὴν εἰς Χριστὸν πανταχοῦ περιφέρων, μόνον οὐκ ἐπὶ τοῦ μετώπου τὴν ὁμολο γίαν γραψάμενος, οὐκέτι νεόλεκτος ἦν τὴν ἀνδρείαν, οὐδὲ ἄπειρος πολέμου καὶ μάχης· ἀλλὰ γενναῖος τὴν ψυχὴν, ἰσχυρὰν ποιησάμενος πρὸς τοὺς κινδύνους τὴν ἔνστασιν, οὐχ ὑφειμένος, οὐ δειλιῶν, οὐ λόγον ἀπαῤῥησίαστον προβαλλόμενος. Ὡς γὰρ ἐκάθισε τὸ πονηρὸν ἐκεῖνο δικαστήριον, ὅ τε ἡγεμὼν καὶ ὁ τα ξίαρχος εἰς ταὐτὸ συνελθόντες, ὡς Ἡρώδης ποτὲ καὶ Πιλάτος, τὸν δοῦλον τοῦ σταυρωθέντος, εἰς κρίσιν ὁμοίαν τοῦ ∆εσπότου κατέστησαν. «Καὶ λέγε,» φησὶ, «πόθεν σοι θρασύτητος καὶ τόλμης ἐγγινομένης, εἰς τὸν βασιλικὸν ἐξυβρίζεις νόμον, οὐχ ὑποκύπτεις δὲ τρέμων τοῖς τοῦ ∆εσπότου προστάγμασιν, οὐδὲ προσ κυνεῖς κατὰ τὸ δοκοῦν τοῖς κρατοῦσιν;» Οἱ γὰρ ἀμφὶ Μαξιμιανὸν τότε τῆς βασιλείας ἡγοῦντο. Ὃς στεῤῥῷ τῷ προσώπῳ καὶ ἀκαταπλήκτῳ τῇ γνώμῃ, εὔστοχον τὴν ἀπόκρισιν τοῖς λεχθεῖσιν ἐπέθηκεν· «Θεοὺς μὲν οὐκ οἶδα (οὐδὲ γὰρ εἰσὶ κατὰ τὴν ἀλή θειαν)· δαίμονας δὲ ὑμεῖς ἀπατεῶνας πλανᾶσθε τῇ τοῦ Θεοῦ τιμῶντες προσηγορίᾳ· ἐμοὶ δὲ Θεὸς ὁ Χρι στὸς, ὁ τοῦ Θεοῦ μονογενὴς Υἱός. Ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας τοίνυν καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς εἰς ἐκεῖνον, καὶ ὁ τιτρώσκων τεμνέτω, καὶ ὁ μαστίζων ξαινέτω, καὶ ὁ καίων προσαγέτω τὴν φλόγα, καὶ ὁ ταῖς φωναῖς μου ταύταις ἀχθόμενος ἐξαιρέτω τὴν γλῶσσαν· καθ' ἕκαστον γὰρ μέλος, τὸ σῶμα τῷ κτίσαντι χρεωστεῖ τὴν ὑπομονήν.» Ἡττήθησαν τῶν λόγων οἱ τύραννοι· καὶ τὴν πρώτην προσβολὴν τοῦ ἀριστέως οὐκ ἤνεγ καν, νεανίσκον βλέποντες πρὸς τὸ πάθος σφριγῶντα, καὶ ὡς ἡδύ τι πόμα τὴν τελευτὴν ἐφελκόμενον. Ὡς δὲ ἐκεῖνοι μικρὸν ἐπεῖχον ἠπορημένοι, καὶ βουλευό μενοι τὸ πρακτέον· εἷς τις τῶν ἐν τέλει στρατιώτης κομψὸς εἶναι οἰόμενος, ἐπιχλευάζων ὁμοῦ τὴν ἀπό κρισιν τὴν τοῦ μάρτυρος, «Ἔστι γὰρ,» ἔφη, «Υἱὸς, ὦ Θεόδωρε, τῷ σῷ Θεῷ; καὶ γεννᾷ ἐκεῖνος, ὡς ἄν θρωπος ἐμπαθῶς;»  «Ἐμπαθῶς μὲν ὁ ἐμὸς,» ἔφη, «Θεὸς οὐκ ἐγέννησεν· ἀλλὰ καὶ Υἱὸν ὁμολογῶ, καὶ θεοπρεπῆ λέγω τὴν γέννησιν· σὺ, ὦ νηπιώδη τὸν λογισμὸν καὶ ἄθλιε, οὐκ ἐρυθριᾷς οὐδὲ ἐγκαλύπτῃ καὶ θήλειαν ὁμολογῶν θεὰν, καὶ ὡς μητέρα δώδεκα παίδων τὴν αὐτὴν προσκυνῶν, πολύτοκόν τινα δαί μονα κατὰ τοὺς λαγωοὺς ἢ τὰς ὕας εὐκόλως καὶ ἐγκυϊσκομένην καὶ ἀποτίκτουσαν;»  

Οὕτως δὲ τοῦ ἁγίου διπλοῦν ἀντιστρέψαντος τῷ εἰδωλολάτρῃ τὸν καταγέλωτα, σχῆμα πλασάμενοι φιλανθρωπίας οἱ τύραννοι, «Ὀλίγος,» φασὶ, «πρὸς διάσκεψιν ἐνδοθήτω τῷ μαινομένῳ καιρός· ἴσως κατὰ σχολὴν δοὺς ἑαυτῷ γνώμην, μετάθηται πρὸς τὸ βέλτιον.» Μανίαν γὰρ οἱ ἔκφρονες τὴν σωφροσύνην ἐκάλουν· ἔκστασιν δὲ καὶ παραφορὰν, τὴν εὐλάβειαν· ὥσπερ ὅταν οἱ μεθύοντες, τὸ ἴδιον πάθος τοῖς νήφου σιν ὀνειδίζωσιν. Ἀλλ' ὁ εὐσεβὴς ἄνθρωπος καὶ τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης, εἰς ἀνδρικὴν πρᾶξιν τῇ δοθείσῃ σχολῇ κατεχρήσατο. Ποίᾳ ταύτῃ; Καιρὸς ὑμῖν μετ' εὐφροσύνης ὑποδέξασθαι τὸ διήγημα· Τῇ μυθευομένῃ μητρὶ τῶν θεῶν, ναὸς ἦν ἐπὶ τῆς μετροπόλεως Ἀμα σείας, ὃν οἱ τότε πλανώμενοι, αὐτοῦ που περὶ τὰς ὄχθας τοῦ ποταμοῦ τῇ ματαιότητι κατεσκεύασαν. Τοῦτον ὁ γενναῖος, ἐν τῷ τῆς δοθείσης ἀδείας καιρῷ ἐπιτηρήσας εὔκαιρον ὥραν, καὶ αὖραν ἐπίφορον, ἐμπρήσας κατέφλεξεν, ἔργῳ τοῖς ἀλιτηρίοις δοὺς τὴν ἀπόκρισιν, ἣν πάντως ἀνέμενον μετὰ τὴν διάσκεψιν. Ἐπιδήλου δὲ τοῦ πράγματος ταχέως ἅπασι γενομέ νου (καὶ γὰρ ἐν τῷ μέσῳ τῆς πόλεως φανερώτατον ἐξήφθη τὸ πῦρ), οὐκ ἐπεκρύψατο τὴν ἐγχείρησιν, οὐδὲ ἐσπούδασε τὸ λαθεῖν· ἀλλ' ἔνδηλος ἦν, καὶ σφόδρα γε τῷ κατορθώματι γαυριῶν, καὶ ὑπερχαίρων τῇ ταραχῇ τῶν ἀθέων, ἣν ἐταράττοντο, τῷ ναῷ περιαλ γοῦντες καὶ τῷ ξοάνῳ. Καὶ μέντοι κατεμηνύθη τοῖς ἄρχουσιν, ὡς αὐτουργήσας τὸν ἐμπρησμόν· καὶ πάλιν κριτήριον φοβερώτερον τοῦ προτέρου· ὥσπερ οὖν καὶ εἰκὸς, ἐπισυμβάντος τηλικούτου τοῦ παροξύναντος. Καὶ οἱ μὲν ἐπὶ τὸν δικαστικὸν ἀνέβησαν θρό νον. Θεόδωρος δὲ εὐπαῤῥησίαστος ἐν τοῖς μέσοις ἄρ χοντος θάρσος ἔχων ἐν τῇ στάσει τοῦ κρινομένου ἐρω τώμενος, καὶ τῷ τάχει τῆς ὁμολογίας τὴν ἐρώτησιν ἐπικόπτων. Ἐπειδὴ δὲ ἀκατάπληκτος ἦν, καὶ πρὸς οὐδὲν ἐφείδετο τῶν ἀπειλουμένων δεινῶν, εἰς τοὐναν τίον μετεβλήθησαν τρόπον· καὶ φιλανθρώπως διαλε γόμενοι, ἐπαγγελίαις ὑποσύρειν ἐπειρῶντο τὸν δίκαιον. «Καὶ γίνωσκε,» φασὶν, «ὡς εἰ βουληθείης εὐπειθῶς τὴν συμβουλὴν τὴν ἡμετέραν προσδέξασθαι, εὐθύς σε καταστήσομεν ἐξ ἀφανῶν γνώριμον, ἐξ ἀδόξων ἔντιμον· καί σοι τῆς ἀρχιερωσύνης ἐπαγγελλόμεθα τὴν ἀξίαν.» Ὡς δὲ τοῦ τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξιώματος ἤκουσεν, ἐγγελάσας μακρὸν ὁ τρισμακάριος εἶπεν· «Ἐγὼ καὶ τοὺς ἱερέας τῶν εἰδώλων ἀθλίους κρίνων, καὶ ὡς ματαίας πράξεως ὑπηρέτας, οἰκτείρω· τοὺς δὲ ἀρχιερέας ἐπὶ πλεῖον ἐλεῶ καὶ βδελύσσομαι· ἐπὶ γὰρ τῶν χειρόνων, ὁ μείζων καὶ πρωτοτακτῶν ἀθλιώ τερος· ὡς ἐν τοῖς ἀδίκοις, ὁ ἀδικώτερος· ὡς ἐν τοῖς φονεῦσιν, ὁ μᾶλλον ὠμός· ὡς ἐν τοῖς ἀκολάστοις, ὁ ἀσελγέστερος· καὶ διὰ τοῦτο ἐντεῦθεν ἤδη διὰ τῶν ὀλεθρίων ἐπαγγελιῶν καταβάλετε· λελήθατε γάρ μοι, ὦ οὗτοι, τὴν κορυφὴν τῶν κακῶν ὑποσχόμενοι· τῷ δὲ εὐσεβῶς καὶ ὀρθῶς ζῇν προαιρουμένῳ, παραῤῥι πτεῖσθαι καλὸν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μᾶλλον, ἢ οἰκεῖν ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν. Ἐγὼ καὶ τοὺς βασιλέας τούτους, ὧν τὸν ἄνομον συνεχῶς ὑπαναγινώσκετε νόμον, ἐλεῶ, ὅτι αὔταρκες ἐν ἀνθρώποις ἀξίωμα τὸ κράτος τῆς βασιλείας ἔχοντες, τὴν τοῦ ἀρχιερέως ἑαυτοῖς προσηγορίαν ἀνέθεσαν, καὶ τὴν πενθήρη καὶ σκοτεινὴν πορφύραν ἐκεῖθεν ἀμπίσχονται, κατὰ μίμη σιν τῶν κακοδαιμόνων ἀρχιερέων, ἀξιώματι φαιδρῷ σκυθρωπὸν περιφέροντες ἔνδυμα· ἔστι δὲ ὅτε καὶ μιαρῷ βωμῷ πλησιάζοντες, ἀντὶ βασιλέων γίνονται μάγειροι ὄρνεις θύοντες, καὶ βοσκημάτων ἀθλίων σπλάγχνα διερευνώμενοι, καὶ τῷ λύθρῳ τοῦ αἵματος, ὡς κρεωπῶλαί τινες τὴν ἐσθῆτα μολύνοντες.»  

Μετὰ ταύτας τὰς φωνὰς τοῦ δικαίου, οὐκέτι οὐδὲ τὴν πλαστὴν φιλανθρωπίαν καὶ ἐσχηματισμένην οἱ ἄρχοντες ἐπεδείκνυντο· ἀλλὰ καὶ ἀσεβέστατον πρὸς τοὺς Θεοὺς καλοῦντες, καὶ ἔτι τῶν βασιλέων ὑβριστὴν καὶ βλάσφημον, πρῶτον μὲν ἐπὶ τοῦ βασανιστηρίου ξύλου κρεμάσαντες, τὸ σῶμα κατέξαινον· ὁ δὲ, τῶν δημίων σφοδρῶς ἐνεργούντων, καρτερὸς ἦν καὶ ἀνέν δοτος, καὶ στῖχον ἐκ τῆς Ψαλμωδίας ταῖς βασάνοις ἐπῇδεν· Εὐλογήσω τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. Καὶ οἱ μὲν τῶν σαρκῶν ἀπέξεον· ὁ δὲ ἔψαλλεν, ὡς ἄλλου τινὸς ὑφισταμένου τὴν τιμωρίαν. ∆ιεδέξατο τὴν κόλασιν ταύτην τὸ δεσμωτήριον, καὶ πάλιν ἐκεῖ θαῦμα ἐτελεῖτο περὶ τὸν ἅγιον, καὶ νύκτωρ φωνὴ πλήθους ψαλλόντων ἠκούετο, καὶ λαμπάδων ἐπιφαινουσῶν, ὡς ἐν παννυχίδι αὐγὴ ἑωρᾶτο τοῖς ἔξωθεν, ὡς καὶ τὸν δεσμοφύλακα πρὸς τὴν παράδοξον ὄψιν καὶ ἀκοὴν ταραχθέντα, εἰσπηδῆσαι εἰς τὸν οἰκίσκον, καὶ μηδένα εὑρεῖν πλὴν τοῦ μάρτυρος ἡσυχάζοντος, καὶ τῶν ἄλλων δεσμωτῶν καθευδόντων. Ἐπειδὴ δὲ πολλῶν γινομένων ἤκμαζε πρὸς τὴν ὁμολογίαν καὶ τὴν εὐσέβειαν, ἦλθεν ἐπ' αὐτὸν ἡ κατακρίνουσα ψῆφος, καὶ πυρὶ τελειωθῆναι κελευσθεὶς, αὐτὸς μὲν ἀπῆλθε τὴν καλὴν καὶ μακαρίαν πρὸς Θεὸν πορείαν· ἡμῖν δὲ τὴν μνήμην τοῦ ἀγῶνος διδασκάλιον κατέλιπε, λαοὺς ἀθροίζων, ἐκκλησίαν παιδεύων, δαίμονας ἀπελαύνων, ἀγγέλους εἰρηνικοὺς κατάγων, ζητῶν ὑπὲρ ἡμῶν παρὰ Θεοῦ τὰ συμφέροντα, ἰατρεῖον νόσων ποικίλων τὸν τόπον τοῦτον ἀπεργασάμενος, λιμένα τῶν χειμαζομένων ταῖς θλίψεσι, πενήτων εὐθηνουμένων ταμιεῖον, ὁδοιπόρων ἀνεκτὸν καταγώγιον, πανήγυριν τῶν ἑορταζόντων ἄληκτον.  

Εἰ γὰρ καὶ ἐνιαυσιαίοις ἑορταῖς τὴν ἡμέραν ταύτην τελοῦμεν, ἀλλ' οὐδέποτε λήγει τῶν κατὰ σπουδὴν ἀφικνουμένων τὸ πλῆθος, τῶν μυρμήκων δὲ σώζει τὴν ὁμοιότητα ἡ ἐπὶ τάδε φέρουσα λεωφόρος, τῶν μὲν ἀνιόντων, τῶν δὲ ὑποχωρούντων τοῖς ἐρχομένοις. Ἡμεῖς μὲν οὖν, ὦ μακάριε, τὸν τοῦ ἐνιαυτοῦ κύκλον καταλαβόντες φιλανθρωπίᾳ τοῦ κτίσαντος, ἠθροίσαμέν σοι τὴν πανήγυριν, τὸν ἱερὸν τῶν φιλομαρτύρων σύλλογον, τόν τε κοινὸν προσκυνοῦντες ∆εσπότην, καὶ τὴν ἐπινίκιον πληρώσαντες τῶν σῶν ἀγώνων ὑπόμνησιν· σὺ δὲ, δεῦρο δὴ πρὸς ἡμᾶς, ὅπου ποτ' ἂν ᾖς, τῆς ἑορτῆς ἔφορος (καλέσαντα γάρ σε ἀντικαλοῦμεν)· καὶ εἴτε τῷ ὑψηλῷ αἰθέριον διαιτᾷ, εἴτε τινὰ ἐπουράνιον ἀψίδα περιπολεῖς, ἢ χοροῖς ἀγγέλων συντεταγμένος τῷ ∆εσπότῃ παρέστηκας, ἢ μετὰ δυνάμεων καὶ ἐξουσιῶν, ὡς δοῦλος πιστὸς προσκυνεῖς· μικρὸν τὰ αὐτόθι παραιτησάμενος, ἧκε πρὸς τοὺς τιμῶντάς σε ἀόρατος φίλος· ἱστόρησον τὰ τελούμενα, ἵνα τὴν εἰς Θεὸν εὐχαριστίαν διπλασιάσῃς, τὸν ἀντὶ πάθους ἑνὸς, καὶ μιᾶς εὐσεβοῦς ὁμολογίας, τοσαύτας σοι τὰς ἀμοιβὰς χαρισάμενον· εὐφρανθείης δὲ τῷ αἵματι καὶ τῇ τοῦ πυρὸς ἀλγηδόνι. Ὅσους γὰρ εἶχες τότε λαοὺς τῆς τιμωρίας θεατὰς, τοσούτους νῦν τῆς τιμῆς ἔχεις ὑπηρέτας. Χρῄζομεν πολλῶν εὐεργεσιῶν· πρέσβευσον ὑπὲρ τῆς πατρίδος πρὸς τὸν κοινὸν βασιλέα· πατρὶς γὰρ μάρτυρος, τοῦ πάθους ἡ χώρα· πολῖται δὲ καὶ συγγενεῖς, οἱ περιστείλαντες καὶ ἔχοντες καὶ τιμῶντες. Ὑφορώμεθα θλίψεις, προσδοκῶμεν κινδύνους, οὐ μακρὰν οἱ ἀλιτήριοι Σκῦθαι τὸν καθ' ἡμῶν ὠδίνοντες πόλεμον· ὡς στρατιώτης ὑπερμάχησον· ὡς μάρτυς ὑπὲρ τῶν ὁμοδούλων χρῆσαι τῇ παῤῥησίᾳ. Εἰ καὶ ὑπερέβης τὸν βίον, ἀλλ' οἶδας τὰ πάθη καὶ τὰς χρείας τῆς ἀνθρωπότητος· αἴτησον εἰρήνην, ἵνα αἱ πανηγύρεις αὗται μὴ λήξωσιν, ἵνα μὴ κωμάσῃ κατὰ ναῶν ἢ θυσιαστηρίων λυσσῶν καὶ ἄθεσμος βάρβαρος, ἵνα μὴ πατήσῃ τὰ ἅγια βέβηλος. 

Ἡμεῖς γὰρ καὶ ὑπὲρ ὧν ἀπαθεῖς ἐφυλάχθημεν, σοὶ λογιζόμεθα τὴν εὐεργεσίαν· αἰτοῦμεν δὲ καὶ τοῦ μέλλοντος τὴν ἀσφάλειαν. Ἂν χρεία γένηται καὶ πλείονος δυσωπίας, ἄθροισον τὸν χορὸν τῶν σῶν ἀδελφῶν τῶν μαρτύρων, καὶ μετὰ πάντων δεήθητι· πολλῶν δικαίων εὐχαὶ, λαῶν καὶ δήμων ἁμαρτίας λυσάτωσαν· ὑπόμνησον Πέτρον, διέγειρον Παῦλον, Ἰωάννην ὁμοίως τὸν θεολόγον καὶ φιλούμενον μαθητήν· ἵν' ὑπὲρ τῶν Ἐκκλησιῶν ἃς συνεστήσαντο μεριμνήσωσιν, ὑπὲρ ὧν τὰς ἁλύσεις ἐφόρεσαν, ὑπὲρ ὧν τοὺς κινδύνους καὶ τοὺς θανάτους ἤνεγκαν· μὴ εἰδωλολατρεία ἄρῃ καθ' ἡμῶν κεφαλὴν, μὴ αἱρέσεις ὡς ἄκανθαι τῷ ἀμπελῶνι ὑποβλαστήσωσι, μὴ ζιζάνιον ἐγερθὲν πνίξῃ τὸν σῖτον· μή τις πέτρα γένηται καθ' ἡμῶν λειπομένη τῆς πιότητος τῆς ἀληθινῆς δρόσου, καὶ ἄριζον ἀποδείξῃ τῆς εὐκαρπίας τοῦ λόγου τὴν δύναμιν· ἀλλὰ τῇ δυνάμει τῆς σῆς πρεσβείας καὶ τῶν σὺν σοὶ, θαυμαστὲ, καὶ ὑπερλάμπον ἐν τοῖς μάρτυσι λήϊον ἀποδειχθείη τὸ τῶν Χριστιανῶν πολίτευμα μέχρι τέλους μένον, ἐν τῇ λιπαρᾷ καὶ εὐκάρπῳ τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως ἀρούρᾳ ἀεὶ καρποφοροῦν τὴν αἰώνιον ζωὸν, τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Μεθ' οὗ τῷ Πατρὶ ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμὴ, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

Δημοφιλείς αναρτήσεις