Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου. Ὁ Μέγας Εὐθύμιος

 

 Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου. Ὁ Μέγας Εὐθύμιος 
Φώτης Κόντογλου 
ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996

ληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: «Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρῖνον». Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. «Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη». Καὶ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ «χαροποιὸν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»

Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ποὺ ἑορτάζει τὴ μνήμη του ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 τοῦ Ἰανουαρίου, ἐστάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς φωστῆρες τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας στὰ 377 μ.X. Ἀληθινὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἤτανε ἁγιασμένος, γιατὶ ἀφοσιώθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τριῶν χρονῶν παιδί. Ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, ποὺ μόνασε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου, γράφει πὼς ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια της ἡλικίας του τὸ στόμα του ἀενάως δοξολογοῦσε τὸ Θεό, ἡ χαρά του ἤτανε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούγει τὰ ἅγια γράμματα μὲ φόβο καὶ κατάνυξη. «Τὸν δὲ μεταξὺ χρόνον, οἶκοι ἐσχόλαζεν ἔν τε τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ψαλμωδίᾳ καὶ ταῖς τῶν θείων λόγων ἀναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε καὶ ἡμερεύων, εἰδὼς ὅτι ὁ μελετῶν ἐν νόμῳ Κυρίου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς καὶ τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ».

Σὰν ἔγινε 29 χρονῶν, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησε τοὺς ἁγίους Τόπους, ἔπειτα ἐπισκέφθηκε τοὺς πατέρας τῆς ἐρήμου καὶ τέλος κατοίκησε σ᾿ ἕνα σπήλαιο τῆς λαύρας τοῦ Φαρᾶν, κ᾿ ἐζοῦσε μὲ τέλεια ἀκτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες γιὰ τὴ συντήρησή του. Ἐκεῖ κάθισε πέντε χρόνια, μ᾿ ἕναν ἄλλον ἀσκητὴ Θεόκτιστο. Μετὰ τὰ πέντε χρόνια πήγανε ἀπὸ τὸ Φαρᾶν καὶ ἥβρανε μέσα σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο, ποὺ τὸ λένε τώρα Οὐάντι Δαμπόρ, ἕνα σπήλαιο ἀπόγκρεμνο, κ᾿ ἐκεῖ κατοικήσανε. Μὲ τὸν καιρὸ πληθύνανε οἱ ἀδελφοί, καὶ στὸ τέλος κάνανε ἕνα μοναστήρι κοινόβιο, τὸ πρῶτο ποὺ γίνηκε στὴν Παλαιστίνη, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ζούσανε μὲ ἄκραν αὐστηρότητα. Ὁ μέγας Εὐθύμιος, ὁ ἡγούμενός του, ἔλεγε: «Ὀφείλει εἶναι ὁ μοναχὸς ὅλος ὀφθαλμός, πάντοθεν ἑαυτὸν περισκέπην ἀκοίμητον ἔχων πρὸς τὴν αὐτοῦ φυλακὴν τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα, ὡς ἐν μέσῳ παγίδων διοδεύων ἀεί». Ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου κάποιοι μοναχοὶ ἀπαυδήσανε καὶ θέλανε νὰ φύγουνε. «Τὰ κελλία στενὰ λίαν καὶ ἀπαραμύθητα ἦσαν, οὕτως αὐτὰ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου κελεύσαντος».

Χρειάζεται πολὺ χαρτὶ καὶ μελάνι γιὰ νὰ γράψει κανένας καταλεπτῶς τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τὰ λόγια του ποὺ σωθήκανε στὸ βίο του, τὰ θαύματά του καὶ τὴν κοίμησή του. Ἡ ἁγιότητά του ἀκούσθηκε σ᾿ ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ὀνομάσθηκε «μέγας φωστὴρ καὶ ἥλιος τῆς ἐρήμου». Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.X., ἡμέρα Σάββατο, σὲ ἡλικία 97 χρονῶν. «Ἢν δὲ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἀγγελικόν, ἡ ἕξις ἄπλαστος (ἀφελής, ἀπροσποίητη), τὸ ἦθος πραΰτατον, ἡ δὲ φαινομένη τοῦ σώματος αὐτοῦ ὄψις στρογγυλοειδὴς τε ὑπῆρχε καὶ φαιδρὰ καὶ λευκὴ καὶ εὐόμματος. Ἢν δὲ ὑποκόλοβος τὴν ἡλικίαν καὶ ὁλοπόλιος, ἔχων τὸν πώγωνα μέγαν, φθάνοντα ἕως τῆς κοιλίας, καὶ ἀσινὴ πάντα τὰ μέλη· οὔτε γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἢ οἱ ὀδόντες ἢ ἕτερον μέλος τὸ παράπαν ἐβλάβη ἀλλὰ στερρός τε καὶ πρόθυμος ὢν ἐτελειώθη».

Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκανε εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο, ποὺ τὸ διηγήθηκε στὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ἕνας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, γιὰ τὸν πάππο του ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ποὺ τὸν ἕγιανε ὁ ἅγιος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρο - Τερέβωνας, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμα παιδὶ παράλυσε τὸ μισὸ κορμί του, τὸ δεξιὸ μέρος, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος, ποὺ ἤτανε κι᾿ αὐτὸς φύλαρχος, ἤτανε ἀπαρηγόρητος, γιατὶ οἱ γιατροὶ δὲν μπορέσανε νὰ δώσουνε ὠφέλεια στὸ παιδί του. Βρισκότανε στὴν Ἀραβία κ᾿ εἴχανε στήσει τὰ τσαντήρια τους. Ὅπου, μιὰ νύχτα, βλέπει τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὸν ὕπνο τοῦ ἕναν καλόγερο μὲ μακριὰ γενειάδα καὶ τοῦ λέγει: «Τί ἀσθένεια ἔχεις;» Κ᾿ ἐκεῖνο ἔδειξε τὸ παράλυτο μέρος τοῦ κορμιοῦ του. Κι᾿ ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ὅ,τι τάξεις στὸ Θεό, θὰ τὸ κάνεις, ἂν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;» Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε: «Ναί». Τότε τοῦ λέγει ὁ γέροντας: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, ποὺ κάθουμαι στὴν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ ξεροπόταμο ποὺ εἶναι νοτινὰ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὴν Ἱεριχώ. Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς, ἔλα σὲ μένα κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ σὲ γιατρέψει».

Τὸ πρωί, εἶπε τὸ ὄνειρο τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του, κ᾿ ἐκεῖνος ἀμέσως πρόσταξε νὰ σηκώσουνε τὶς τέντες καὶ νὰ τραβήξουνε κατὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ποὺ τὸ βρήκανε ρωτώντας. Οἱ μοναχοί, σὰν εἴδανε τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχὰ ὁ Θεόκτιστος κατέβηκε καὶ τοὺς ρώτησε τί ζητᾶνε. Κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε «τὸν Εὐθύμιο, τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ». Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἡσύχαζε κ᾿ εἶχε δώσει παραγγελία νὰ μὴν τὸν ἀνησυχήσουνε ὡς τὸ Σάββατο, εἶπε στὸν Ἀσπέβετο νὰ περιμένουνε. Ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς πατέρας τοῦ ἔδειξε τὸ παιδὶ ποὺ κειτότανε ξυλιασμένο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Τότε ὁ Θεόκτιστος πῆγε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο τὴν ἱστορία. Κ᾿ ἐκεῖνος κατέβηκε, καὶ σὰν εἶδε τὸ παιδί, ἔκανε προσευχὴ πολλὴν ὥρα, ὕστερα τὸ σταύρωσε, καὶ παρευθὺς ἔγινε καλὰ ὁ Τερέβωνας. Βλέποντας οἱ Ἀραπάδες αὐτὸ τὸ θαῦμα, γονατίσανε καὶ φιλούσανε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου, καὶ τὸν παρακαλούσανε νὰ τοὺς βαφτίσει. Τότε ὁ ἅγιος παράγγειλε νὰ κάνουνε μία μικρὴ κολυμβήθρα σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ σώζουνταν ὡς τὸν καιρὸ ποὺ τὰ ἔγραφε ὁ Κύριλλος, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάφτισε. Τοὺς κράτησε στὸ μοναστήρι σαράντα μέρες γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ τῆς θρησκείας, κ᾿ ὕστερα φύγανε. Ἕνας μοναχὰ ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι, ὁ θεῖος τοῦ Τερέβωνα, Τερέβωνας κι᾿ αὐτός, ἀδελφὸς τῆς μητέρας του, καὶ χειροτονήθηκε καλόγηρος, καὶ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ μεγαλώσουνε τὸ μοναστήρι. Στάθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς στὴν εὐσέβεια, καὶ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.

Μιὰ Κυριακὴ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, καὶ κατὰ τὰ συνηθισμένα κάποιος εὐλαβέστατος μοναχὸς Δομετιανὸς στεκότανε στὰ δεξιά της ἁγίας Τραπέζης βαστώντας τὸ λειτουργικὸ ριπίδι, κι᾿ ὁ Μαρίνος ὁ Σαρακηνὸς στεκότανε κοντὰ στὸ θυσιαστήριο, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὰ κάγκελα. Ἄξαφνα βλέπει φωτιὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἁπλώνεται ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο σὰν νἄτανε σεντόνι πύρινο, καὶ σκέπασε τὸ μέγα Εὐθύμιο καὶ τὸ μακάριο Δομετιανό. Καὶ ἔμεινε ἔτσι σ᾿ ὅλο τὸ χερουβικό. «Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰμὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον, καὶ Τερέβων, καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβρήλιος ὁ Καππαδόκης, εὐνοῦχος ὧν ἀπὸ γεννήσεως καὶ δι᾿ εἰκοσιπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων, ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλῳ τοῦ ἱερατείου, καθ᾿ ἣν εἶχε συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιεῖν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς, ἀλλ᾿ ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐλαβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς».

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Ο άγιος Ευθύμιος και η θαυμαστή χειρουργία



Ο άγιος Ευθύμιος και η θαυμαστή χειρουργία

Στην πόλη των Βηταγαβααίων (δώδεκα μίλια από τη Γάζα) ζούσε κάποιος που λεγόταν Ρωμανός και είχε αδελφό έναν ευλαβέστατο ιερέα στη μονή του αγίου Ευθυμίου, τον Αχθάβιο. Ο Ρωμανός όμως ζούσε με μαλθακότητα και χαλαρότητα, εντελώς αντίθετα από τον αδελφό του.

Κάποιος φθόνησε τον Ρωμανό για την περιουσία του και παραμόνευε με κακουργία και προσπαθούσε να την αρπάξει. Επειδή όμως δεν πέτυχε τον σκοπό του, το κεντρί του φθόνου κέντησε σφοδρότερα την καρδιά του. Πήγε λοιπόν στην Ελευθερούπολη και ζήτησε τη βοήθεια ενός μάγου, δίνοντάς του πολλά χρήματα ο άθλιος για να βλάψει τον συνάνθρωπό του, και εκείνος έκανε τα μαγικά που ήξερε.

Ο Ρωμανός, καθώς δεν γνώριζε τίποτε από όσα γίνονταν, βρισκόταν στο χωράφι, χωρίς διόλου να φυλάγεται από τις εναντίον του κακουργίες. Το σώμα του λοιπόν καταλήφθηκε από νάρκη, επειδή ο Θεός, για να κόψει την πολλή του ραθυμία και να επαναφέρει την ψυχή του στη φιλοπονία, επέτρεψε να τον καταβάλουν για λίγο τα τεχνάσματα του πονηρού. Τον μετέφεραν τότε στο σπίτι του, όπου στη συνέχεια το κακό επιδεινώθηκε και αυτός κείτονταν πάσχοντας από υδρωπικία· οι γιατροί τον απέλπισαν εντελώς, και οι συγγενείς και οι φίλοι κάθονταν γύρω του κλαίγοντας για το τέλος του και τον αποχωρισμό.

Σε τέτοια λοιπόν βαρύτατη κατάσταση όντας εκείνος και περιμένοντας πλέον τον θάνατο, σήκωσε μετά βίας το βλέμμα του, όσο μόνο για να δει αμυδρά, και ζήτησε από τους παρόντες να φύγουν για λίγο. Όταν τον άφησαν μόνο στην ησυχία, στράφηκε προς τον τοίχο, όπως κάποτε ο μέγας Εζεκίας (Δ’ Βασ. 20:2), και προσευχήθηκε στον Θεό με συντριβή καρδιάς λέγοντας τα εξής: «Θεέ των δυνάμεων, εσύ που είπες· “Όταν μετανοήσεις και στενάξεις, τότε θα σωθείς” (Ησ. 30:15), εσύ ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα και λύτρωσέ με από αυτή την ανάγκη και τη συμφορά που με έχει κυριεύσει». Στο μεταξύ του ήρθε στον νου να επικαλεστεί για το πάθος του και τον μέγα Ευθύμιο, και του ζητούσε να μεσιτεύσει προς τον Θεό και ευχόταν μέσω αυτού να γίνει καλά.

Στη συνέχεια ήρθε σαν σε έκσταση και είδε να παρουσιάζεται κάποιος ασπρομάλλης με στολή μοναχού και να του λέει: «Τι θέλεις να σου κάνω;» Αυτός, νιώθοντας και φόβο και χαρά, τον ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ, δέσποτα;» «Ο Ευθύμιος», απάντησε εκείνος, «που εσύ ο ίδιος με κάλεσες πριν από λίγο. Καθόλου μη δειλιάσεις από την παρουσία μου. Ας δω όμως από τι πάσχεις και ποιο μέρος του σώματός σου υποφέρει».

Ο άρρωστος έδειξε την κοιλιά του, και ο άγιος ένωσε τα δάχτυλά του ίσια και με αυτά σαν με μαχαίρι έκοψε την εξογκωμένη εκείνη κοιλιά ώστε να βγει και να χυθεί το υγρό της αρρώστιας. Έβγαλε κατόπιν από την κοιλιά κάτι σαν πέταλο φτιαγμένο από κασσίτερο που είχε μερικά σημάδια και το έβαλε σε ένα τραπέζι για να το δει ο άρρωστος. Έπειτα ένωσε με το χέρι του την τομή, την εξαφάνισε κάνοντας το μέρος ακέραιο και υγιές, και του είπε όλα όσα συνέβησαν, ότι δηλαδή κάποιος του φθόνησε την περιουσία και πλήρωσε μάγο, ο οποίος κάλεσε τους δαίμονες. Και πρόσθεσε: «Οι πανουργίες του εχθρού δεν θα σε είχαν καταβάλει έτσι, αν εσύ ο ίδιος δεν του έδινες τις λαβές. Βλέπεις δηλαδή πόσος καιρός πέρασε που ούτε στην εκκλησία σκέφτηκες να πας, ούτε να προσέλθεις στα άχραντα μυστήρια, αλλά ζούσες με αμέλεια χωρίς να φροντίζεις για την ψυχή σου. Καθώς λοιπόν ο Θεός σού έδειξε το έλεός του, πρόσεχε από εδώ και πέρα τον εαυτό σου και καθόλου πλέον να μην αμελείς τη σωτηρία σου».

Ο Ρωμανός, όταν τα άκουσε αυτά, σηκώθηκε αμέσως υγιής, καθώς ο όγκος της κοιλιάς του είχε πλέον εξαφανιστεί. Κάλεσε τότε τους δικούς του και τους διηγήθηκε την επίσκεψη του αγίου και την παράδοξη εκείνη τομή με τα δάχτυλα, και όλη γενικά την οπτασία. Και από τότε και στο εξής, την ημέρα της θαυματουργίας, έκανε κάθε χρόνο μεγάλη γιορτή ως απόδοση ευγνωμοσύνης στον άγιο. 


ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Δ’, Υπόθεση ΛΔ’ (34). Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 322

Από τον βίο του αγίου Ευθυμίου [Β]


 

Από τον βίο του αγίου Ευθυμίου [Β]
Από τον Ευεργετινό

Η Λαύρα του μεγάλου Ευθυμίου είχε πλέον αρχίσει να ακμάζει, και ο αριθμός των αδελφών είχε φτάσει τους πενήντα. Για καθέναν από αυτούς είχε χτιστεί κελλί, και καθημερινά τελούσαν την ιερή μυσταγωγία, γιατί η Λαύρα είχε κιόλας δύο ιερείς, τον Ιωάννη και τον Κυρίωνα.

Κάποια Κυριακή ο μέγας Ευθύμιος λειτουργούσε στον Θεό και πρόσφερε σε αυτόν την αναίμακτη θυσία, και στα δεξιά στεκόταν ο Δομετιανός κρατώντας το συμβολικό ριπίδιο *. Ήταν η ώρα να αρχίσει η τρισάγια δοξολογία (το Άγιος ο Θεός), όταν ο Τερέβων ο Σαρακηνός και ο αδελφός τού Χρυσίππου Γαβριήλιος, που στέκονταν ο ένας κοντά και ο άλλος μέσα στο άγιο βήμα, - ω, τι πολλή χάρη έδωσες, Χριστέ, στον Ευθύμιο! - είδαν ξαφνικά φωτιά, σαν απλωμένη επάνω σε σεντόνι, να κατεβαίνει από ψηλά, να τυλίγει τον μέγα Ευθύμιο, και μαζί με αυτόν και τον Δομετιανό, και να μένει έτσι γύρω τους από την αρχή του τρισαγίου μέχρι το τέλος της θείας Λειτουργίας.

Ο Τερέβων κυριεύτηκε από δέος και έφυγε από το άγιο βήμα έντρομος και καταφοβισμένος· και στο εξής δεν ξανατόλμησε να μπει με αναίδεια και θράσος, όπως συνήθιζε, μέσα στα άδυτα, αλλά κατά τη Λειτουργία στεκόταν στα προπύλαια του ναού με πολλή ευλάβεια.

 

Κοντά στα άλλα θεία χαρίσματα, ο Θεός είχε δώσει στον άγιο Ευθύμιο και το να βλέπει από την εξωτερική όψη, σαν σε καθρέφτη, τις εσωτερικές κινήσεις της ψυχής και να μπορεί να γνωρίζει ακριβώς με ποιους λογισμούς παλεύει ο καθένας και ποιους από αυτούς νικά και σε ποιους νικιέται από τον πονηρό.

Κάποτε, σε μερικούς από τους αδελφούς που έμεναν μαζί του ιδιαιτέρως, ο άγιος είπε ότι πολλές φορές είδε φανερά αγγέλους να συλλειτουργούν με αυτόν και να συμμετέχουν στην ιερουργία.

Τους είπε ακόμη ότι, κατά τη μετάληψη του σώματος του Κυρίου, έβλεπε μερικούς από τους προσερχόμενους να φωτίζονται από αυτήν και άλλους να γίνονται σκοτεινοί, όσοι δηλαδή δεν ήταν άξιοι εκείνου του φωτός και της λαμπρότητας. Γι’ αυτό και τόνιζε στους αδελφούς την άριστη συμβουλή του αποστόλου, ότι πρέπει να προσέχει ο καθένας και να εξετάζει προσεκτικά τον εαυτό του, και τότε να μεταλαβαίνει με φρίκη από τον άρτο και το ποτήριο, ξέροντας καλά πως, αν προσέλθει και μεταλάβει χωρίς να είναι άξιος, κοινωνεί προς καταδίκη του (Α’ Κορ. 11:28-29).

Γι’ αυτό και ο ιερέας, όταν προσφέρει αυτή τη θυσία, αμέσως από την αρχή ασφαλίζει, θα λέγαμε, το πλήθος, αναφωνώντας: «Άνω σχώμεν τας καρδίας»· και όταν λάβει από εκείνους τη σχετική διαβεβαίωση «Έχομεν προς τον Κύριον», τότε παίρνει το θάρρος να προσφέρει την αγία Αναφορά.

Όταν πάλι αυτή ολοκληρωθεί, ο ιερέας υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό και, σαν να δείχνει σε αυτούς το μυστήριο που πραγματοποιήθηκε για τη σωτηρία μας, λέει με δυνατή φωνή: «Τα άγια τοις αγίοις». Σαν να τους λέει δηλαδή:

«Επειδή εγώ είμαι άνθρωπος όπως και εσείς και αγνοώ τι έχει κάνει ο καθένας, γι’ αυτό ακριβώς διακηρύττω φανερά από πριν και ορίζω σε όλους αυτό το κριτήριο για τη συνείδησή σας. Αν λοιπόν κανείς αιχμαλωτίστηκε από μνησικακία ή μίσος, ή άλλος από φθόνο ή οργή ή υπερηφάνεια, αν κάποιος κυριεύτηκε από κακολογία ή αισχρολογία ή άτοπη επιθυμία ή κάποιο άλλο πάθος, ας μην προσέλθει, αν προηγουμένως δεν καθαριστεί από τον μολυσμό με τη μετάνοια. Γιατί, λέει, αυτά τα άγια δίνονται όχι στους βέβηλους αλλά στους άγιους. Όσοι επομένως παίρνετε θάρρος από τη συνείδησή σας, ελάτε στον Κύριο και φωτιστείτε, και τα πρόσωπά σας δεν θα ντροπιαστούν (Ψαλμ. 33:6)».

* Το ριπίδιον (είδος βεντάλιας από φτερά παγωνιού ή λεπτό ύφασμα) ήταν αρχαίο λειτουργικό σκεύος, το οποίο κινούσαν επάνω από τα τίμια δώρα για να διώχνουν τα έντομα (βλ. Διατάξεις των αγίων αποστόλων 8.12, PG 1, 1092Β). Από τα ριπίδια προήλθαν τα σημερινά εξαπτέρυγα. 

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Δ’, Υπόθεση ΚΘ’ (29), σελ. 297, και Υπόθεση ΛΓ’ (33), σελ. 315. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2010.

Από τον βίο του αγίου Ευθυμίου [Α]



Από τον βίο του αγίου Ευθυμίου [Α]
Από τον Ευεργετινό

Κάποτε που ο μέγας Ευθύμιος και οι αδελφοί που ήταν μαζί του στη Νέα Λαύρα δοκιμάζονταν από μεγάλη έλλειψη των αναγκαίων, μια μεγάλη ομάδα προσκυνητών από την Αρμενία, όχι λιγότεροι από τετρακόσιοι, που κατέβαιναν από την αγία πόλη Ιερουσαλήμ στον Ιορδάνη, συνέβη να βγουν από τον δρόμο προς τα δεξιά, σαν να τους οδηγούσε κάποιος, και να φτάσουν σε εκείνη τη λαύρα.

Μόλις ο Ευθύμιος τους είδε να σταματούν για να ξεκουραστούν από τον κόπο της οδοιπορίας, κάλεσε τον Δομετιανό, τον οποίο είχε ορίσει οικονόμο της λαύρας, και του έδωσε εντολή να τους βάλει να φάνε. Εκείνος του θύμισε την ανέχειά τους και πρόσθεσε ότι δεν έχει ούτε την τροφή της ημέρας για τους αδελφούς, ο άγιος όμως, έχοντας το θάρρος του στον Θεό που πήγασε στη χήρα πλούσια τροφή για την καλή της προαίρεση (Γ’ Βασ. 17:15-16), πρόσταξε τον Δομετιανό να πάει στην αποθήκη του ψωμιού. «Θα μάθεις», του είπε, «τι είναι οι ανθρώπινοι λογισμοί και τι μπορεί να οικονομεί με παράδοξο τρόπο η θεία χάρη».

Αμέσως εκείνος υπάκουσε, και μόλις έφτασε στην αποθήκη - τι ανέκφραστα, Χριστέ, που είναι τα θαύματά σου! - τη βρήκε γεμάτη, με τη σοφή πρόνοια του Θεού, από τόσα ψωμιά, που ούτε λίγο να ανοίξει την πόρτα δεν ήταν εύκολο, καθώς την εμπόδιζαν αυτά που υπήρχαν μέσα. Κάλεσε λοιπόν και άλλους αδελφούς, και αφού με τη βοήθειά τους έριξε την πόρτα, είδε μέσα αμέτρητα ψωμιά, και επίσης κρασί και λάδι σε πολύ μεγάλη ποσότητα - ανάλογη βέβαια με την πρόθεση του Ευθυμίου να δίνει.

Όταν τα είδε αυτά ο Δομετιανός και κατάλαβε ότι ήταν ενέργεια της θείας χάρης, έπεσε στα πόδια του αγίου, ζητώντας συγγνώμη και προσφέροντας θερμή μετάνοια για την προηγούμενη μικροψυχία του.
Όταν ο άγιος Ευθύμιος έμελλε να φύγει από τα επίγεια, κάλεσε κοντά του τους μαθητές του και είπε: 
«Πατέρες μου και αγαπητοί εν Κυρίω αδελφοί και παιδιά μου· εγώ πορεύομαι πλέον τον τελευταίο δρόμο των πατέρων μου. Εσείς τώρα οφείλετε να δείξετε ότι με αγαπάτε με την τήρηση των εντολών, από τις οποίες πρώτη είναι η αγάπη, που είναι ο σύνδεσμος της τελειότητας (Κολ. 3:14) των αρετών.

Γιατί, ό,τι είναι για το ψωμί το αλάτι, αυτό είναι για τις αρετές η αγάπη, και χωρίς αυτήν είναι αδύνατο να κατορθώσει κανείς την αρετή όπως πρέπει, αφού και η κάθε αρετή με την αγάπη και την ταπεινοφροσύνη επιβεβαιώνεται. Η ταπεινοφροσύνη δηλαδή ανεβάζει τον κάτοχό της σε ύψος κατορθωμάτων, ενώ η αγάπη τον κρατά με ασφάλεια και δεν τον αφήνει να πέσει από εκεί ψηλά.

Η αγάπη είναι το ανώτερο από όλα, και τούτο γίνεται φανερό από το παράδειγμα του Κυρίου και δημιουργού μας. Αυτός δηλαδή, από αγάπη για εμάς, ταπείνωσε θεληματικά τον εαυτό του και έγινε άνθρωπος όπως εμείς. Πρέπει λοιπόν να τον δοξολογούμε αδιάκοπα και να τον υμνούμε. Επίσης, να φροντίζουμε όσο μπορούμε και για εκείνους που αντιμετωπίζουν θλίψεις».

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΜΣΤ’ (46), σελ. 363, και Υπόθεση ΛΣΤ’ (36), σελ. 292. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006.

Δημοφιλείς αναρτήσεις