Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021

Γιατί αυτούς που αντί για τα χέρια κατασκευά­ζουν κάποια δοχεία από χρυσάφι ή άλλο υλικό, ώστε να δεχτούν το θείο δώρο, και μέσω αυτών (των δοχείων) θέλουν να δεχτούν την ά­χραντη κοινωνία καθόλου δεν τους δεχόμαστε, γιατί προτιμούν την άψυχη και υποδεέστερη ύλη από την εικόνα του Θεού.


 Κανών 101

«Σώμα Χριστού» και «ναό» αποκαλεί μεγαλοφώνως ο θείος Α­πόστολος τον άνθρωπο που πλάστηκε κατ’ εικόνα Θεού. Όντας λοι­πόν υπεράνω κάθε αισθητής κτίσης αυτός που αξιώθηκε ουράνια τι­μή μέσω του σωτήριου πάθους, με το να τρώει και να πίνει Χριστό α­νυψώνεται για πάντα προς την αιώνια ζωή αγιαζόμενος στην ψυχή και στο σώμα εξαιτίας της μέθεξης στη θεία χάρη· επομένως, αν κά­ποιος θελήσει την ώρα της σύναξης να μεταλάβει το άχραντο σώμα και να γίνει ένα μ’ αυτό μέσω της μετουσίας, να σχηματίζει τα χέρια του σε σχήμα σταυρού και έτσι να πλησιάζει και να δέχεται την κοι­νωνία της χάρης. Γιατί αυτούς που αντί για τα χέρια κατασκευά­ζουν κάποια δοχεία από χρυσάφι ή άλλο υλικό, ώστε να δεχτούν το θείο δώρο, και μέσω αυτών (των δοχείων) θέλουν να δεχτούν την ά­χραντη κοινωνία καθόλου δεν τους δεχόμαστε, γιατί προτιμούν την άψυχη και υποδεέστερη ύλη από την εικόνα του Θεού. Κι αν κανείς πιαστεί να δίνει την άχραντη κοινωνία σ’ αυτούς που προτείνουν τέ­τοια δοχεία, να αφορίζεται και ο ίδιος και αυτός που κουβαλάει τα δοχεία.
Κανὼν ΡΑ'
Σῶμα Χριστοῦ, καὶ ναόν, τὸν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ κτισθέντα ἄνθρωπον, ὁ θεῖος Ἀπόστολος μεγαλοφώνως ἀποκαλεῖ. Πάσης οὖν αἰσθητῆς κτίσεως ὑπερκείμενος ὁ τῷ σωτηρίῳ πάθει τοῦ οὐρανίου τυχῶν ἀξιώματος, ἐσθίων καὶ πίνων Χριστόν, πρὸς ζωὴν διὰ παντὸς μεθαρμόζεται τὴν ἀΐδιον, ψυχὴν καὶ σῶμα τῇ μεθέξει τῆς θείας ἁγιαζόμενος χάριτος· ὥστε, εἴ τις τοῦ ἀχράντου σώματος μετασχεῖν ἐν τῷ τῆς συνάξεως βουληθείη καιρῷ, καὶ ἓν πρὸς αὐτὸ τῇ μετουσίᾳ γενέσθαι, τὰς χεῖρας σχηματίζων εἰς τύπον σταυροῦ, οὕτω προσίτω καὶ δεχέσθω τὴν κοινωνίαν τῆς χάριτος. Τοὺς γὰρ ἐκ χρυσοῦ, ἢ ἄλλης ὕλης, ἀντὶ χειρός, τινὰ δοχεῖα κατασκευάζοντας πρὸς τὴν τοῦ θείου δώρου ὑποδοχὴν, καὶ δι' αὐτῶν τῆς ἀχράντου κοινωνίας ἀξιουμένους, οὐδαμῶς προσιέμεθα, ὡς προτιμῶντας τῆς τοῦ Θεοῦ εἰκόνος τὴν ἄψυχον ὕλην καὶ ὑποχείριον. Εἰ δέ τις ἁλῷ τῆς ἀχράντου κοινωνίας μεταδιδοὺς τοῖς τὰ τοιαῦτα δοχεῖα προσφέρουσι, καὶ αὐτὸς ἀφοριζέσθω, καὶ ὁ ταῦτα ἐπιφερόμενος.

Κανόνες τῆς ἐν Τρούλλῳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Πενθέκτης Συνόδου
Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Ἰουστινιανοῦ τοῦ Δευτέρου ἐν Κωνσταντινουπόλει – Νέᾳ Ῥώμῃ ἐν Τρούλλῳ τοῦ Παλατίου
691 μ.Χ.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

Ο Ανδρέας, ο ένδοξος Απόστολος του Χριστού, ήταν γιος του Ιωνά και αδελφός του αγίου Αποστόλου Πέτρου [29 Ιουν.] και καταγόταν από την πόλη Βηθσαϊδά, στην ανατολική όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. Αντίθετα με τον αδελφό του που ήταν έγγαμος, ο Ανδρέας προτίμησε να φυλάξει την παρθενία και διέμενε στο σπίτι του Πέτρου. Τα δύο αδέλφια ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά και τηρούσαν με ευλάβεια όλες τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος [7 Ιαν., 29 Αυγ.] διέτρεχε την Ιουδαία και τις περιοχές του Ιορδάνη ποταμού κηρύττοντας με ιερό σθένος τη μετάνοια προς τον λαό, ο Ανδρέας προσέτρεξε σε αυτόν, εγκατέλειψε ό,τι τον έδενε με τον κόσμο και έγινε μαθητής του. Μια μέρα, αφού είχε βαπτίσει τον Μεσσία Χριστό, ο Τίμιος Πρόδρομος συνομιλούσε με τον Ανδρέα και έναν άλλο του μαθητή και, δείχνοντας τον Σωτήρα Χριστό που περνούσε από εκεί κοντά, τους είπε: «Να, ο Αμνός του Θεού!» (Ιωάν. 1, 35). Ακούγοντας τα λόγια αυτά του διδασκάλου τους που τους έδειχνε Εκείνον, του Οποίου Πρόδρομος και Βαπτιστής είχε ορισθεί υπό του Θεού, οι δύο μαθητές Τον ακολούθησαν για να μάθουν περισσότερα για το πρόσωπό Του. Ο Χριστός στράφηκε προς αυτούς και τους ρώτησε: «Τι ζητάτε;». Εκείνοι απάντησαν με σεβασμό: «Ραββί, πού μένεις;». «Ελάτε και δείτε!», τους είπε ο Κύριος. Πήγαν λοιπόν μαζί Του στο σπίτι όπου έμενε ως ξένος και όλη την ημέρα του έκαναν ερωτήσεις. Δεν καταλάβαιναν ακόμη ότι Αυτός ήταν ο Σωτήρ και Υιός του Θεού, μήτε και επιθυμούσαν να γίνουν μαθητές Του, ένιωθαν όμως μια ανείπωτη έλξη προς Αυτόν.

Από τη συζήτηση αυτή, ο Ανδρέας πείσθηκε ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας που ανέμενε ο λαός Του αιώνες τώρα, ο Λυτρωτής του κόσμου. Μη μπορώντας να συγκρατήσει την άφραστη χαρά του, έτρεξε προς τον αδελφό του τον Σίμωνα και του είπε: «Βρήκαμε τον Μεσσία!» (Ιωάν. 1, 41) και τον οδήγησε προς τον Ιησού Χριστό. Ο Ανδρέας, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο, ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε τον Χριστό και για τον λόγο αυτό έλαβε την ονομασία «Πρωτόκλητος». Κατά τον άγιο Ευαγγελιστή Μάρκο (1, 14) όπως επίσης και κατά τον Ευαγγελιστή άγιο Ματθαίο (4, 12), η κλήση αυτή των πρώτων Αποστόλων έλαβε χώρα λίγο μετά τη συνάντηση με τον Τίμιο Πρόδρομο· όταν εκείνος είχε συλληφθεί, οι μαθητές του είχαν επιστρέψει πίσω στις εργασίες τους και συνάντησαν τον Χριστό να διδάσκει στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ.

Ο Ανδρέας εν συνεχεία ακολούθησε τον Κύριο όπου κι αν πήγαινε, σε πόλεις και χωριά, σε όρη και ερήμους, για να αρδεύεται από την πηγή των ζώντων υδάτων των λόγων Του. Ήταν παρών στον θαυμαστό πολλαπλασιασμό των άρτων (Ιωάν. 6) και μεσολάβησε στον Κύριο για να θρέψει με επίγεια τροφή τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Ο Ανδρέας έτρεφε στενή φιλία με τον άγιο Φίλιππο που καταγόταν κι αυτός από τη Βηθσαϊδά. Όταν ορισμένοι Έλληνες ζήτησαν επίμονα από τον Φίλιππο να δουν τον Χριστό, ο Φίλιππος πήγε να το αναφέρει στον Ανδρέα που είχε μεγαλύτερη οικειότητα με τον Διδάσκαλο (Ιωάν. 12, 20). Μετά τους τρεις Αποστόλους, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη -μάρτυρες των υψηλότερων αποκαλύψεων της θεότητας του Κυρίου-, ερχόταν λοιπόν στη σειρά ο Ανδρέας, χαίροντας, όχι τόσο μιας αυθεντίας επί των υπολοίπων μαθητών, όσο κάποιας προτεραιότητας έναντι των άλλων.

Έγινε μάρτυς των συνταρακτικών συμβάντων που ακολούθησαν το σωτήριο Πάθος του Κυρίου και παρευρέθηκε μαζί με άλλους στις εμφανίσεις Του μετά την Ανάσταση. Κατά την Πεντηκοστή έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και του έπεσε ο κλήρος να ευαγγελίσει τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, τη Βιθυνία, τη Θράκη και την Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία και Αχαΐα). Πιστός στις προτροπές του Κυρίου, δεν πήρε μαζί του «μήτε χρυσό, μήτε αργύριο, μήτε χάλκινο νόμισμα, μήτε σακί για τον δρόμο, μήτε ραβδί» (Ματθ. 10, 10) και πορεύθηκε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας. Είναι αδύνατον να αναφέρει κανείς πόσες θλίψεις και πόσους κινδύνους αντιμετώπισε: στερήσεις κάθε είδους, ασθένειες, κινδύνους από ληστές, κακομεταχείριση από Εβραίους και ειδωλολάτρες. Όπου κι αν πήγαινε όμως, τον συνόδευε το Άγιο Πνεύμα, μιλούσε διά του στόματός του, ενεργούσε θαύματα και θεραπείες, του χάριζε την υπομονή και τη χαρά στις δοκιμασίες. Και ήταν ακριβώς η δύναμη αυτή του Θεού, η οποία κατοικούσε μέσα του, που τραβούσε τα πλήθη στην Πίστη. Παντού όπου πήγαινε, αφού φώτιζε με το κήρυγμα τον νου των ανθρώπων, αναγεννούσε τις ψυχές με το λουτρό του αγίου Βαπτίσματος, χειροτονούσε πρεσβυτέρους και επισκόπους επικεφαλής τους, έκτιζε ναούς και οργάνωνε εκεί τη λατρεία του Θεού.

Μετέβη κατ’ αρχήν στην Αμισό, στις ακτές της Μαύρης Θαλάσσης, και μετέστρεψε εκεί πλήθος Εβραίων, θεράπευσε δε με τη δύναμη του Θεού όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες. Εν συνεχεία, αφού συνέχισε την αποστολή του στην Τραπεζούντα και στη Λαζική, επέστρεψε για το Πάσχα στην Ιερουσαλήμ. Από εκεί, αναχώρησε με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για την Έφεσο και ευαγγέλισε για κάποιο χρονικό διάστημα τις δυτικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Αναβαίνοντας ξανά προς την Προποντίδα και κηρύττοντας στις Νίκαια, Νικομήδεια, Χαλκηδόνα, Ηράκλεια του Πόντου, Άμαστρι, αναγκάσθηκε να αντιμετωπίσει επανειλημμένως φανατικούς οπαδούς της ειδωλολατρίας και σοφιστές με απατηλά λογικά επιχειρήματα, αλλά αποστόμωνε και τους μεν και τους δε με τη σοφία και τα θαύματά του. Φθάνοντας στη Σινώπη, ελευθέρωσε με την προσευχή του τον Απόστολο Ματθία από τις αλυσίδες του, αλλά συνελήφθη κι αυτός με τη σειρά του από μαινόμενους ειδωλολάτρες και υποβλήθηκε σε πολλά βασανιστήρια: τον έριξαν καταγής, τον κτυπούσαν όλοι μαζί, του έκοψαν μάλιστα και ένα δάχτυλο με τα δόντια. Σε όλες αυτές τις δοκιμασίες ο άγιος Ανδρέας δεν προσπάθησε μήτε να φύγει, μήτε να αντισταθεί, αλλά τα υπέμεινε όλα μιμούμενος τον Διδάσκαλό του, τον Αμνό του Θεού, ο Οποίος ήλθε στη γη για να υποφέρει και να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. Στο θέαμα της σταθερότητάς του, της μακροθυμίας του απέναντι στους δημίους του και βλέποντας το πλήθος των θαυμάτων του, οι κάτοικοι της Σινώπης μετανόησαν, του ζήτησαν συγχώρηση και έλαβαν το άγιο Βάπτισμα.

Αφού εγκατέστησε επίσκοπο και πρεσβυτέρους στη Σινώπη, ο Απόστολος αναχώρησε για τις πόλεις του Πόντου, τις οποίες είχε ήδη ευαγγελίσει, για να στερεώσει την πίστη και το φρόνημά τους. Συνέχισε το κήρυγμά του και αντέκρουσε τους φιλοσόφους ειδωλολάτρες στη Νεοκαισάρεια και τα Σαμόσατα, κατόπιν δε, πήγε ξανά στην Ιερουσαλήμ για τη Σύνοδο των Αποστόλων που συνεκλήθη για το θέμα του τρόπου εισδοχής των πρώην ειδωλολατρών στην Εκκλησία (Πράξ. 15, 6).

Μετά την εορτή του Πάσχα, συνόδευσε για κάποιο διάστημα τον Ματθία και τον Θαδδαίο προς τις εσχατιές της Μεσοποταμίας και ξεκίνησε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στις βαρβαρικές περιοχές ανατολικά της Μαύρης Θαλάσσης, νοτίως της σημερινής Ρωσίας (Κριμαία και Ουκρανία). Κατόπιν, κατέβηκε πάλι προς τη Θράκη και φώτισε με το κήρυγμά του τις καρδιές των κατοίκων της μικρής, τότε, πόλεως του Βυζαντίου. Έκτισε εκεί έναν ναό αφιερωμένο στην Κυρία Θεοτόκο και άφησε ως επίσκοπο τον άγιο Στάχυ [31 Οκτ.], έναν από τους Εβδομήκοντα μαθητές. Συνέχισε την ακάματη περιοδεία του σε Θράκη, Μακεδονία και Θεσσαλία και έφθασε μέχρι την Πάτρα, την Πελοπόννησο.

Στην Πάτρα, ο άγιος Απόστολος μετέτρεψε την ίδια τη σύζυγο του Ρωμαίου ανθύπατου, τη Μαξιμίλα, θεραπεύοντάς την από ανίατη ασθένεια. Επιδαψίλευσε τις αγαθοεργίες του και στους άλλους κατοίκους και συγκρότησε γρήγορα μια κοινότητα μαθητών του Χριστού. Κατά την απουσία του ανθύπατου Αιγεάτη, μετέτρεψε επίσης και τον αδελφό και αντικαταστάτη του, Στρατοκλή. Ο Αιγεάτης επέστρεψε εξοργισμένος με την πρόοδο του χριστιανισμού που είχε φθάσει μέσα στο ίδιο του το σπίτι και διέταξε να συλληφθεί ο Απόστολος. Από τη φυλακή του ο Ανδρέας, συνέχισε το κήρυγμά του και χειροτόνησε τον Στρατοκλή επίσκοπο Πατρών. Λίγες ημέρες αργότερα εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση δίχως δίκη, και ο άγιος σταυρώθηκε ανάποδα δεμένος με σχοινιά σ’ έναν σταυρό, ώστε να παρατείνεται το μαρτύριό του. Ας σημειωθεί ότι σε μερικές παραλλαγές του μαρτυρίου του, πιθανόν υπό την επίδραση του μαρτυρίου του Αποστόλου Πέτρου, αναφέρεται ότι ο άγιος Ανδρέας σταυρώθηκε χιαστί. Με πόση χαρά όμως δέχθηκε να μιμηθεί τον Χριστό, ακόμη και στον τρόπο θανάτου υπέρ Αυτού! Αφού συγκράτησε τους φίλους του που ήθελαν να τον σώσουν, ο Απόστολος Ανδρέας ευλόγησε για τελευταία φορά τους πιστούς και παρέδωσε το πνεύμα. Σύντομα ο ανθύπατος υπέστη βίαιο θάνατο ως τιμωρία για την ανομία του, ενώ ο νέος επίσκοπος Στρατοκλής, αφού μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, ανήγειρε καθεδρικό ναό στον τόπο όπου μαρτύρησε ο σεπτός Απόστολος.

Πολλά χρόνια μετά, στις 3 Μαρτίου του 357, τα τίμια λείψανα του αγίου μετέφερε από την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη ο άγιος Αρτέμιος [20 Οκτ.], με διαταγή του Κωνσταντίου, γιου του αγίου Κωνσταντίνου. Εναποτέθηκαν μαζί με εκείνα του αγίου Λουκά [18 Οκτ.] και του αγίου Τιμοθέου [22 Ιαν.] στη νεόκτιστη τότε εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Πέντε αιώνες αργότερα, επέστρεψαν στην Πάτρα, σταλμένα από τον Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα (867-886). Εν συνεχεία, μπροστά στην απειλή της τουρκικής εισβολής στην Πελοπόνησσο, προσφέρθηκαν στον πάπα της Ρώμης Πίο Β΄ (1458-1464) από τον δεσπότη του Μωρέως Θωμά Παλαιολόγο (1409-1465), το 1460. Η κάρα του αγίου επέστρεψε, τέλος, στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, προς χαρά και παρηγορία όλων των πιστών ορθοδόξων.

Σύμφωνα με μια σλαβική παράδοση, ο άγιος Ανδρέας φέρεται να έφθασε μέχρι τη Ρωσία, γεγονός που θα προσέφερε στη ρωσική Εκκλησία μια εξίσου μακρινή, αποστολική καταβολή με εκείνη του Βυζαντίου. Όπως και να έχει, αυτή όντως ανήκει στον κλάδο που προέρχεται από τον άγιο Ανδρέα, αφού μετά τη μεταστροφή της, υπαγόταν για πολλούς αιώνες στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Στη δυτική παράδοση, ο άγιος τιμάται ιδιαιτέρως ως προστάτης της Σκωτίας. Κατά τον μεσαίωνα υπήρχαν εκεί περισσότερες από 800 εκκλησίες αφιερωμένες στον Πρωτόκλητο. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

«Ο άνθρωπος του Θεού» («Man of God»),

«Ο άνθρωπος του Θεού» 
(«Man of God»)



Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος




Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, 
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 18ο, στίχοι 18 ἕως 27, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 28-11-2010.

Τό ἀφετηριακό ἐρώτημα τό ὁποῖο ὑποβάλλει αὐτός ὁ ἄρχων στόν Χριστό εἶναι ἐρώτημα πανανθρώπινο καί διαχρονικό. Τό ἀκούσατε καί τό ξέρετε πολύ καλά: «Τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή». Ἀλλά αὐτό τό γενικό ἐρώτημα ἔτσι μόνο του δέν λέει τίποτε, γιατί μπορεῖ κάποιος νά τό ἀπαντήσει φιλοσοφικά, νά τό ἀπαντήσει μέ λογισμικά συστήματα ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά πρέπει νά τό ἀκουμπήσει χριστιανικά τε καί ὀρθόδοξα αὐτό τό ἐρώτημα καί νά βρεῖ τά βαθύτατα ἐρείσματά του γιά νά γίνει καί μιά βιωματική πραγματικότητα.

Νά μποῦμε στήν ἀνάλυση τῆς πορείας, ἀλλά νά ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα -ἄς τό πῶ ἔτσι- σάν κατήχηση, γιά νά μείνει στή μνήμη τοῦ λαοῦ. «Ποιά εἶναι ἡ διαχρονικότητα, ἀπό πότε ἀρχίζει ἡ αἰωνιότητα;» εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα καί τό δεύτερο: «σέ ποιά ἐμβέλεια βιώνεται πάνω μου καί ποῦ ἀλλοῦ πιάνει;» καί μετά: «ποιός ὁ τρόπος;». Θά ἀπαντήσω ὅπως εἶπα κατηχητικά στά δύο πρῶτα ἐρωτήματα, «ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλεια;». Ἡ αἰωνιότητα εἶναι αἰωνιότητα, ἀλλά ἀπό ποῦ ἀρχίζει; Ὁ Χριστός δίνει μιά σαφέστατη ἀπάντηση, γιατί ἀπαντάει μέ τά πρῶτα λόγια «οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις» - ἀπό τώρα. Νά λοιπόν μιά πεντακάθαρη ἀπάντηση: Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό τώρα. Αὐτό δέν κουβεντιάζεται, θεολογικά. Δίνεται ἔτσι ἁπλά δοσμένη ἡ ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό. Ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλειά του; Ἀκουμπάει τόν νοῦ μου, τή διάνοιά μου, τά προσωπικά μου, τά ἀτομικά μου, ἤ ἀκουμπάει καί τίς κοινωνικές δομές; Καί πάλι ἡ ἀπάντηση δίνεται μέ πολύ λιτό τρόπο ἀπό τόν Χριστό, ὅταν λέει: «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου καί δῶσε τοῖς πτωχοῖς». Ἀκουμπάει ἄρα καί τό κοινωνικό θέμα. Βλέπετε, τό λέω σάν κατήχηση γιά νά συλλαμβάνουμε ἁπλές ἀπαντήσεις ἀπό τά λιτά καί συγκλονιστικά βαθιά λόγια τοῦ Χριστοῦ.

Τώρα νά πᾶμε στήν οὐσία τοῦ θέματος. Αὐτά ἦταν τά εἰσαγωγικά σημεῖα πού εἶπα νά τά ξέρετε σάν κατήχηση. Ποιός εἶναι ὁ τρόπος γιά νά μπορῶ νά κληρονομήσω τήν αἰώνια Βασιλεία; Ὁ Χριστός ἀκολουθεῖ ἕνα δρόμο, καί πάλι ἁπλό καί λιτό, τόν ὁποῖο ἀκολούθησε ὅλη ἡ Ἐκκλησία μας στίς ἐκφράσεις τῆς σωτηριολογίας της ἤ στόν δρόμο τῆς νηπτικῆς θεολογίας τῆς καθάρσεως. Νά ἀκολουθήσουμε λοιπόν τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ γιατί εἶναι δρόμος μας, ὁ ὁποῖος πιάνει, ὅπως εἶπα, καί τό πρόσωπό μας καί τά κοινωνικά δεδομένα μετά ἀπό τό πρόσωπό μας.

Ξεκινάει πρῶτα-πρῶτα ὁ Χριστός ἀπό μερικές προτάσεις τοῦ Δεκαλόγου: «Οὐ μοιχεύσῃς, οὐ κλέψῃς, οὐ φονεύσῃς». Πρῶτα-πρῶτα ξεκινάει ἀπό τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως ἀνθρωπίνων πραγμάτων πού τά ἀντιμετωπίζεις λανθασμένα. Τό «οὐ μοιχεύσῃς» σημαίνει μιά διαστρέβλωση μιᾶς ἀνθρώπινης λειτουργίας, ὅπου μιά ἀνθρώπινη λειτουργία διαστρεβλώνεται καί λειτουργεῖ σάν ἀνάγκη πού καταστρέφει τό πρόσωπό σου. Ἄρα ξεκινάει ὁ Χριστός ἀπό τίς προσωπικές στάσεις καθάρσεως πάνω στά προσωπικά μας πάθη πού προέρχονται ἀπό λανθασμένη ἀντιμετώπιση λεγομένων λανθασμένων ἀναγκῶν. Ἀκόμη καί τό «οὐ κλέψῃς»: μιά λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας. Ἡ πείνα εἶναι ἕνα δεδομένο ἀνάγκης, ἀλλά [ἡ κλεψιά εἶναι] λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας.

Ξεκινάει ὁ Χριστός, βλέπετε, ἀπό τά πρῶτα, τά ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Πάει λίγο βαθύτερα μετά ὅταν μπαίνει στό «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς», ὅταν πηγαίνει στό «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Θίγει τά δεδομένα τῆς βαθύτερης ἐκφράσεως τῆς διαστρεβλώσεως τῆς προσωπικῆς μας τάσεως πρός τή ζωή - τοῦ ἐγωισμοῦ δηλαδή. Ὅταν λέει «τίμα τόν πατέρα σου» σημαίνει ἐδῶ πέρα ὅτι ὑπάρχει μιά στρέβλωση στίς σχέσεις τίς ἀνθρώπινες. Ὅταν λέει «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς» κρύβεται μιά ὑποκρισία γιά νά μπορεῖς νά σταθεῖς ὄρθιος, νά δώσεις καλό κοινωνικό πρόσωπο μέ ἕνα λανθασμένο τρόπο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀκούμπησε τή λανθασμένη χρήση τῶν ἀναγκῶν, πηγαίνει στή βαθύτερη ἔκφραση τῆς λανθασμένης χρήσεως τοῦ «ἐγώ» καί τῆς προσωπικότητάς μας ἡ ὁποία, διαστρεβλούμενη, προβάλλει ἄλλο πρόσωπο ἀπό αὐτό πού εἶναι.

Βλέπετε, ἡ πορεία εἶναι νηπτική: Οἱ ἀνάγκες, τό πρόσωπο, ὁ ἐγωισμός· καί μετά, μέσα σέ αὐτή τήν πραγματικά ἐκρηκτική λιτότητα τοῦ κειμένου καί τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, -μέσα ἀπό τό προσωπικό, μέσα ἀπό τή νήψη τήν προσωπική- περνάει στό θέμα τό κοινωνικό. Λέει: -τώρα προσέξτε- «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου “καί διάδος πτωχοῖς”». Πρῶτα-πρῶτα ἐδῶ χρειάζεται μιά ἀπελευθέρωση ἀπό τά δεσίματα πού ἔχουμε μέ τά πράγματα, γι᾽ αὐτό εἶναι μιά ἐσωτερική κατάσταση, μιά ἀπελευθέρωση. Ἄρα εἴμαστε δουλωμένοι καί μᾶς ζητάει ὁ Χριστός νά κάνουμε μιά ἀπο-δούλωση καί -προσέξτε- «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου» ἀλλά δέν λέει κάνε τα κάτι ἄλλο, νά τά βάλεις στό χρηματιστήριο. Λέει: «διάδος πτωχοῖς». Σέ αὐτό τό σημεῖο ἀκριβῶς γίνεται τό πέρασμα στό κοινωνικό μέγεθος, ἀκριβῶς σέ αὐτό τό καίριο σημεῖο· καί λέει μετά ὅτι πόσο δύσκολο εἶναι ἕνας πλούσιος νά μπεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί αὐτό δέν τό κάνει. Ἤδη ἀξιοποίησε τήν ἐσωτερική πορεία, τή νηπτική πορεία τῆς μετανοίας, τῆς λανθασμένης χρήσεως τῶν ἀναγκῶν, τῆς τάσεως τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Πηγαίνει στό κοίταγμα τῆς ἐλευθερίας ἀπό τά πράγματα (καίριο σημεῖο). «Διάδος πτωχοῖς» -προσέξτε- «καί ἀκολούθει μοι». Ἀκόμη καί ἄν τά πουλήσεις κι ἀκόμη ἄν τά δώσεις στούς φτωχούς καί δέν μέ ἀκολουθήσεις, αὐτό δέν θά σέ ὁδηγήσει στή σωτηρία.

Ἐδῶ τό θέμα γίνεται κεντρικό. Ὁ Χριστός γίνεται τό κέντρο καί ὅλα αὐτά γίνονται γιά τόν Χριστό. Δέν γίνονται γιά νά κάνουμε φιλανθρωπία, γιά κανένα κοινωνικό σύστημα, γιά κανένα φιλανθρωπικό ὀργανισμό. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ξεπερνάει μέν ὁποιοδήποτε παραλήρημα κάποιου καπιταλιστικοῦ συστήματος πού στρέφει τό πρόσωπό μας στήν ἐγωιστική χρήση τοῦ κόσμου καί ὁποιουδήποτε ἀριστερίστικου συστήματος, τό ὁποῖο μιλάει γιά φιλανθρωπική ἰσότητα τῶν πραγμάτων, ἀλλά εἶναι χωρίς Χριστό. Λέει «καί ἀκολούθει μοι» καί διαλύει τό ὁποιοδήποτε κοίταγμα τῶν παρατηρήσεων γιά τά συστήματα, κάνει δηλαδή μιά πρόσθετη θεραπευτική γιά τό σύνολο τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος καί θεραπεύεται ταυτόχρονα καί αὐτό πού λέμε: «τρόπος λειτουργίας τῶν συστημάτων τοῦ κόσμου». Χωρίς αὐτό τό πράγμα δέν μπορεῖ νά βιωθεῖ ἀπό τώρα -τό εἴπαμε αὐτό, τό ξεκαθαρίσαμε, μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ- ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖ μέσα κρύβονται ὅλες οἱ κρίσεις μας (οἱ προσωπικές μας κρίσεις, οἱ ἀποτυχίες μας, οἱ μελαγχολίες μας, τά λεγόμενα ψυχολογικά μας) καί οἱ κρίσεις τοῦ κόσμου, οἱ πολιτικές καί οἱ κοινωνικές. Ὅλη αὐτή τήν πορεία, ἄν τήν ἀκουμπήσεις κάπου σχετικά καί ὄχι ἀπόλυτα, στήν πορεία αὐτή τήν ἀπόλυτη μέχρι «καί ἀκολούθει μοι» - ἀλλά ὄχι μόνο τό «ἀκολούθει μοι»· καί τά προηγούμενα, τά νηπτικά τῆς καρδιᾶς καί ἀπελευθέρωσης ἀπό τά πάθη καί ἀπό τό δέσιμο μέ τά πράγματα πού ἔχεις γύρω σου - τότε δέν δίνεις ἀπάντηση στό ἐρώτημα καί δέν ἀπαντᾶς προσωπικά τό ἐρώτημα γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ («πῶς θά ζήσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;»). Μπορεῖ νά καταλήξεις νά μιλᾶς γιά μιά μελλοντική Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τώρα νά ζεῖς σέ μιά μεγάλη ἀπελπισία, ὁπότε εἶναι μιά τραγωδία αὐτό τό κοίταγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τώρα νά κάνεις μερικές καλές πράξεις, νά λές «νά, ἐγώ βοηθῶ κάποιους» καί νά μήν ἀκολουθεῖς τόν Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά διορθώσεις τά συστήματα χωρίς νά ξέρεις Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά πεῖς ὅτι: «θά κάνω τά συστήματα νά ἀλλάξουν μέ τόν Χριστό» καί χωρίς νά ζεῖς τόν Χριστό νά λές ὅτι εἶσαι χριστιανός, πού θά ἀλλάξει τό σύστημα καί πάλι μιά τραγωδία. Καί ἐδῶ δίνεται μιά συγκλονιστική ἀπάντηση, στό καθολικό ἐπίπεδο πιά, τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου, πού εἶναι προσωπική τε καί κοινωνική, μέσα ἀπό αὐτό τό ὁριστικό πεδίο τῆς προσωπικῆς καθάρσεως, τῆς κοινωνικῆς καθάρσεως, ἐν Χριστῷ.

Γι᾽ αὐτό, αὐτό τό κείμενο εἶναι πραγματικά καθοριστικός ὁδηγός γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀναζητήσεις τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπαϊόντων, ἐπιστημόνων, πολιτικῶν, οἰκονομολόγων καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα, πού ψάχνουν καλά, ψάχνουν τίς αἰτίες τῆς κρίσεως γιά νά τίς θεραπεύσουν καί δέν μποροῦν ποτέ νά δώσουν ἀπάντηση ἄν δέν δοῦν αὐτό τό κείμενο.

«Δεῦρο ἀκολούθει μοι» λέει «καί διάδος πτωχοῖς» καί τότε δίνεται ἡ λύση τοῦ προβλήματος. Ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μιά πορεία ἐλευθερίας: ἐλευθερίας ἀπό τά πάθη του, ἀπό τά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα δεσμεύεται καί ἀπό τίς ἰδέες πού τόν δεσμεύουν γιά νά μήν μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Διαβάστε τό κείμενο. Μελετῆστε το, ὄχι ἁπλῶς γιά ὁποιαδήποτε κουλτούρα, [ἀλλά] γιατί εἶναι θέμα ζωῆς. Αὐτό τό θέμα μᾶς καίει. Ἤ ζοῦμε ἤ πεθαίνουμε.

Τίποτε δεν εμποδίζει να καλούμε γιατρούς όταν αρρωστήσουμε.



53. Τίποτε δεν εμποδίζει να καλούμε γιατρούς όταν αρρωστήσουμε. Επειδή έμελλε κάποτε από την πείρα του ανθρώπου να δημιουργηθεί η ιατρική, γι’ αυτό προϋπήρχαν τα φάρμακα. Αλλά δεν πρέπει να έχουμε σ’ αυτούς την ελπίδα της θεραπείας μας, αλλά στον αληθινό σωτήρα μας και γιατρό Ιησού Χριστό. Αυτά τα λέω για κείνους που ζουν σε κοινόβια ή ασκούνται στις πόλεις, επειδή εξαιτίας των περιστάσεων που τους συμβαίνουν δεν έχουν ακατάπαυστη την ενέργεια της πίστεως μέσω της αγάπης, αλλά και για να μη πέφτουν σε κενοδοξία και πειρασμό διαβόλου· γιατί μερικοί από αυτούς ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρούς. Αν όμως κανείς ζει τον αναχωρητικό βίο σε πιο ερημικά μέρη μαζί με δύο ή τρεις ομόφρονες αδελφούς, αυτός ας προσφέρει τον εαυτό του με πίστη μόνο στον Κύριο που θεραπεύει κάθε αρρώστια και κάθε αδιαθεσία(Ματθ. 4, 23), οποιαδήποτε ασθένεια και αν έχει. Γιατί έχει αρκετή παρηγοριά στις ασθένειες, μετά τον Κύριο, την ερημία. Γι’ αυτό και ουδέποτε του λείπει η ενέργεια της πίστεως, επειδή δεν έχει και που να δείξει την αρετή της υπομονής, διαθέτοντας την ερημιά σαν καλό παραπέτασμα από την κενοδοξία. Γι’ αυτό ο Κύριος «κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω»(Ψαλμ. 67, 7) (δηλ. τους μεμονωμένους και απροστάτευτους τους προστατεύει και τους εγκαθιστά σε σπίτι με ευτυχία).

54. Όταν δυσανασχετούμε για τις σωματικές ασθένειες που μας συμβαίνουν, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ψυχή μας είναι ακόμη υποδουλωμένη στις επιθυμίες του σώματος. Γι’ αυτό και επειδή επιθυμεί την υλική καλοπέραση, ούτε να φύγει θέλει από τα καλά της ζωής, αλλά και στενοχώρια μεγάλη νομίζει το να μη μπορεί, όταν αρρωστήσει, να απολαμβάνει τα ωραία πράγματα του βίου. Αν όμως δέχεται ευχαρίστως τις στενοχώριες της αρρώστιας, τότε φανερώνεται ότι δεν είναι μακριά από τα σύνορα της απάθειας. Γι’ αυτό και τον θάνατο τότε τον περιμένει με χαρά, ως αφορμή αληθινής ζωής.

55. Η ψυχή δεν μπορεί να επιθυμήσει να χωριστεί από το σώμα, αν η διάθεσή της δεν γίνει ανεξάρτητη από τον αέρα αυτό (δηλ. το σώμα). Όλες οι αισθήσεις του σώματος είναι αντίθετες στην πίστη, επειδή αναφέρονται στα παρόντα· ενώ η πίστη υπόσχεται τη μεγαλοπρέπεια των μελλόντων αγαθών. Δεν πρέπει λοιπόν εκείνος που αγωνίζεται για τη σωτηρία του να νοσταλγεί ποτέ δένδρα φουντωμένα και σκιερά, ή πηγές με καλά τρεχούμενα νερά, ή λιβάδια με άνθη, ή ωραία σπίτια, ή και συγγενικές συναναστροφές, ούτε να θυμάται επιδείξεις σε γιορταστικές, αν τύχει, συγκεντρώσεις· αλλά να χρησιμοποιεί τα αναγκαία της ζωής με ευχαριστία και να νομίζει τον βίο σαν κάποιο αλλόκοτο δρόμο, που δεν διαθέτει καμιά σαρκική απόλαυση. Έτσι μόνον περιορίζοντας τη διάνοιά μας, θα την κατευθύνουμε ολόκληρη στο δρόμο που οδηγεί στα αιώνια. 


Άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής
Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, 
Τόμος Α΄

Νηστεία μὲ φιλότιμο




Άγιος Παΐσιος, 
Νηστεία με φιλότιμο

Μὲ τὴν νηστεία ὁ ἄνθρωπος δείχνει τὴν προαίρεσή του. Κάνει ἀπὸ φιλότιμο μιὰ ἄσκηση καὶ ὁ Θεὸς βοηθάει. Ἄν ὅμως ζορίζη τὸν ἑαυτό του καὶ πῆ «τί νὰ κάνω; εἶναι Παρασκευή, πρέπει νὰ νηστέψω», θὰ βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν μπῆ στὸ νόημα καὶ νηστέψη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, θὰ χαίρεται. «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, νὰ σκεφθῆ, ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε· οὔτε νερὸ δὲν Τοῦ ἔδωσαν νὰ πιῆ· ξίδι Τοῦ ἔδωσαν. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πιῶ νερὸ ὅλη τὴν ἡμέρα». Ἄν τὸ κάνη αὐτὸ, τότε θὰ νιώθη ἀνώτερη χαρὰ μέσα του ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πίνει τὰ καλύτερα ἀναψυκτικά! Καὶ βλέπεις, πολλοὶ κοσμικοὶ μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν μποροῦν νὰ νηστέψουν, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο μποροῦν νὰ κάθωνται καὶ νὰ κάνουν ἀπεργία πείνας γιὰ ἕνα πεῖσμα, γιὰ νὰ πετύχουν κάτι. Ἐκεῖ ὁ διάβολος τούς δίνει κουράγιο. Αὐτοκτονία εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουν. Ἄλλοι πάλι, ὅταν ἔρχεται τὸ Πάσχα, ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη, γιατὶ θὰ φᾶνε καλά. Μοιάζουν μὲ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἤθελαν νὰ κάνουν βασιλιὰ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ τοὺς τάισε στὴν ἔρημο. Θυμᾶστε τί λέει καὶ ὁ Προφήτης; «Ἐπικατάρατος ὁποιῶν τὰ ἔργα κυρίου ἀμελῶς». Ἄλλο εἶναι, ὅταν κανεὶς ἔχη καλὴ διάθεση νὰ νηστέψη, ἀλλὰ δὲν μπορῆ, γιατὶ, ἄν δὲν φάη, τρέμουν τὰ πόδια του, πέφτει κάτω –δὲν τὸν βοηθάει δηλαδὴ ἡ ἀντοχή του, ἡ ὑγεία του κ.λ.π.- καὶ ἄλλο νὰ ἔχη δυνάμεις καὶ νὰ νηστεύη. Ποῦ εἶναι ἡ καλὴ διάθεση τότε; Καὶ ἡ στενοχώρια αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ κάνη ἕναν ἀγώνα καὶ δὲν μπορεῖ, ἀναπληρώνει πολλὴ ἄσκηση, καὶ αὐτὸς ἔχει πιὸ πολὺ μισθὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο ποὺ ἔχει κουράγιο καὶ κάνει ἕναν ἀγώνα, γιατὶ ἐκεῖνος νιώθει καὶ μιὰ εὐχαρίστηση. Ἦρθε σήμερα μιὰ φουκαριάρα, πενῆντα πέντε χρονῶν περίπου, καὶ ἔκλαιγε, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ νηστέψη. Τὴν ἔχει χωρίσει ὁ ἄνδρας της. Ἕνα παιδὶ, τὸ ἔχασε καὶ αὐτὸ σὲ κάποιο δυστύχημα καὶ ἔμεινε μόνη της. Ἡ μάνα της πέθανε, δὲν ἔχει οὔτε σπίτι οὔτε φαγητὸ, καὶ τὴν παίρνειπότε ἡ μιὰ καὶ πότε ἡ ἄλλη στὸ σπίτι της καὶ κάνει καμμιὰ δουλειὰ ἐκεῖ. «Ἔχω βάρος μεγάλο στὴν συνείδησή μου, Πάτερ, μοῦ εἶπε ἡ καημένη, γιατί δὲν κάνω τίποτε· καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ κάνω νηστεῖες. Ὅ,τι μοῦ δίνουν τρώω. Μερικὲς φορὲς Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μοῦ δίνουν νηστήσιμα, ἀλλὰ συχνὰ μοῦ δίνουν ἄρτυμένα καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ τρώω, γιατὶ ἐξαντλοῦμαι καὶ δὲν μπορῶ νὰ σταθῶ στὰ πόδια μου». «Φάε, τῆς λέω, ἀφοῦ δὲν ἔχεις κουράγιο». Πρέπει νὰ παρακολουθῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Ἄν δῆ ὅτι δὲν ἀντέχει, θὰ φάη λίγο παραπάνω. «Μέτρησον τὸν ἑαυτὸ σου», λέει ὁ Ὅσιος Νεῖλος. 
-Γέροντα, παλιά, πῶς μερικὲς γυναῖκες στὰ χωρὰ δὲν ἔτρωγαν τίποτε ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου; Μὲ ἕνα σωρὸ δουλειές, σπίτι, παιδιά, ζῶα, χωράφια, πῶς ἄντεχαν; 
-Μὲ τὸν λογισμό τους ἔλεγαν: «Κανονικὰ πρέπει νὰ φᾶμε τὸ Μέγα Σάββατο». Ὁπότε, σοῦ λέει, αὐτὸ τὸ Σάββατο εἶναι κοντά. Ἤ μπορεῖ νὰ ἔλεγαν: «Ὁ Χριστὸς σαράντα μέρες νήστεψε, ἐγὼ τί εἶναι νὰ νηστέψω μιὰ ἑβδομάδα;». Ὕστερα εἶχαν ἁπλότητα, γι’ αὐτὸ ἄντεχαν. Ἄν ἔχη κανεὶς ἁπλότητα, ταπείνωση, δέχεται τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νηστεύει ταπεινὰ καὶ τρέφεται θεϊκά. Τότε ἔχει θεϊκὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχὴ σὲ μεγάλες νηστεῖες. Στὴν Αὐστραλία ἕνας νέος περίπου εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶν ἔφθασε σὲ σημεῖο νὰ μὴ φάη τίποτε γιὰ εἴκοσι ὀκτὼ ἡμέρες. Τὸν εἶχε στείλει ὁ Πνευματικὸς του νὰ μοῦ τὸ πῆ. Ἦταν πολὺ εὐλαβὴς καὶ εἶχε πολὺ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα. Ἐξομολοτεῖτο, ἐκκλησιαζόταν, μελετοῦσε πατερικὰ βιβλία, καὶ κυρίως τὴν Καινὴ Διαθήκη. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ διάβαζε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Χριστὸς νήστεψε σαράντα μέρες συγκινήθηκε πολὺ καὶ σκέφτηκε: «Ἄν ὁ Κύριος ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀναμάρτητος νήστεψε σαράντα μέρες, ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος πολὺ ἁμαρτωλός, τί πρέπει νὰ κάνω;». Γι’ αὐτὸ ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικό του νὰ νηστέψεη καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν σκέφτηκε νὰ τοῦ πῆ τὸν λογισμό του ὅτι ἤθελε νὰ μὴ φάη τίποτε σαράντα μέρες. Ἄρχισε λοιπὸν τὴν νηστεία του ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, πέρασε καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, χωρὶς νὰ πιῆ οὔτε νερό, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ ἐργοστάσιο καὶ ἔκανε μάλιστα βαρειὰ δουλειὰ -στοίβαζε κιβώτια. Ὅταν ἔφθασε ἡ εἰκοστὴ ὀγδόη ἡμέρα, αἰσθάνθηκε μιὰ μικρὴ ζάλη τὴν ὥρα ποὺ δούλευε, γι’ αὐτὸ κάθησε λίγο. Ὕστερα ἤπιε ἕνα τσάι καὶ ἔφαγε λίγο παξιμάδι, γιατὶ σκέφτηκε πώς, ἄν πέση κάτω καὶ τὸν μεταφέρουν σὲ νοσοκομεῖο, θὰ διαπιστώσουν ὅτι τὸ ἔπαθε ἀπὸ νηστεία καὶ θὰ ποῦν: «Γιὰ δές, οἱ Χριστιανοὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν νηστεία». «Γέροντα, μοῦ εἶπε, μετὰ ἀπὸ τὴν νηστεία τόσων ἡμερῶν, ἀπεχθανόμουν τὶς τροφὲς, ἀλλὰ πίεζα τὸν ἑαυτό μου κάτι νὰ τρώω, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἐργάζωμαι». Τὸν πείραζε ὅμως ὁ λογισμὸς του ποὺ δὲν συμπλήρωσε τὶς σαράντα μέρες καὶ τὸ εἶπε στὸν Πνευματικό του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε μὲ διάκριση: «Καὶ αὐτὲς οἱ ἡμέρες ποὺ νήστεψες ἦταν ἀρκετὲς· μὴν ἔχης λογισμούς». Στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε σ’ ἐμένα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ μείνη κανένας λογισμὸς καὶ βασανίζεται. Γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὰ κίνητρά του ἦταν ἁγνά, τὸν ρώτησα: «Ἔκανες ὅρκο νὰ νηστέψης σαράντα μέρες;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Ὅταν πῆρες εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ σου νὰ νηστέψης, δὲν σκέφθηκες ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ πῆς τὸν λογισμό σου, ὅτι δηλαδὴ ἤθελες νὰ μὴ φᾶς τίποτε σαράντα μέρες ἤ ἔκρυψες τὸν δῆθεν καλὸ λογισμό σου, γιὰ νὰ νηστέψης μὲ τὸ θέλημά σου σαράντα μέρες;» «Ὄχι, Πάτερ», μοῦ εἶπε. Τότε τοῦ εἶπα: «Αὐτὸ φυσικά τὸ ἤξερα· ἁπλῶς σὲ ρώτησα, γιὰ νὰ καταλάβης μόνος σου ὅτι ἔχεις μισθὸ οὐράνιο γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ νήστεψες, οἱ ὁποῖες ἦταν ἀρκετές, καὶ νὰ μὴν ἀνησυχῆς ποὺ δὲν μπόρεσες νὰ κρατήσης σαράντα μέρες. Ἄλλη φορὰ ὅμως νὰ λὲς στὸν Πνευματικό σου καὶ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχεις καὶ ὅ,τι καλὸ κρύβεις στὴν καρδιὰ σου, καὶ ὁ Πνευματικός σου θὰ κρίνη, ἄν πρέπη νὰ κάνης μιὰ ἄσκηση κ.λπ». Ἐπειδὴ εἶχε πολλὴ ταπείνωση, χάρη στοὺς ταπεινοὺς λογισμοὺς ποὺ καλλιεργοῦσε, καὶ ἔκανε τὴν νηστεία αὐτὴ ἀπὸ πολὺ φιλότιμο γιὰ τὸν Χριστὸ, ἑπόμενο ἦταν νὰ τὸν ἐνισχύη ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θεία Του Χάρη. Ἄν πάη καὶ κάποιος ἄλλος νὰ κάνη μιὰ τέτοια νηστεία καὶ πῆ ἐγωιστικὰ «γιατί νὰ μὴν τὸ κάνω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ τὸ ἔκανε αὐτος;» μιά-δυὸ μέρες μόνο θὰ νηστέψη καὶ θὰ σωριαστῆ κάτω. Θὰ σκοτιστῆ καὶ τὸ μυαλὸ του, γιατὶ θὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ λυπηθῆ ἀκόμη καὶ τὸν κόπο ποὺ ἔκανε. Μπορεῖ νὰ φθάση νὰ πῆ: «Καὶ τί βγῆκε μ’ αὐτό;». Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία γίνεται ἀρνί. Ὅταν γίνεται θηρίο, σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση ποὺ κάνει ἤ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του ἤ τὴν κάνει ἀπὸ ἐγωσιμό, γι’ αὐτὸ δὲν δέχεται θεία βοήθεια. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, τὰ θηρία, μερικὲς φορὲς τὰ ἡμερεύει, τὰ ταπεινώνεται ἡ νηστεία. Βλέπεις, ὅταν πεῖνουν, πλησιάζουν τὸν ἄθρωπο. Ἀπὸ ἔνστικο νιώθουν ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖνα θὰ ψοφήσουν, ἐνῶ, ἄν πλησιάσουν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν τροφή, μπορεῖ νὰ μὴν πάθουν τίποτε. Ἐγὼ εἶδα λύκο ποὺ ἦταν σὰν ἀρνάκι, γιατὶ ἦταν νηστικὸς. Εἶχε κατεβῆ στὴν αὐλή μας μιὰ φορὰ τὸν χειμώνα μὲ χιόνια πολλά. Εἴχαμε βγῆ μὲ τὸν ἀδελφό μου νὰ ταΐσουμε τὰ ζῶα καὶ ἐγὼ κρατοῦσα τὸ λυχνάρι. Πῆρε ὁ ἀδελφός μου τὸ φουρνόξυλο καὶ τὸν χτυποῦσε καὶ δὲν ἀντιδροῦσε καθόλου. Ἄν δὲν φθάση κανείς, ὅ,τι κάνει, νὰ τὸ κάνη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο του, κάνει σπατάλη. Ἄν νηστεύη καὶ ἔχη ὑπερήφανο λογισμὸ ὅτι κάτι κάνει, πάει χαμένη ἡ νηστεία του. Εἶναι μετὰ σὰν ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο ποὺ δὲν κρατάει τίποτε. Ρίξε νερὸ μέσα σὲ ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο σιγὰ-σιγὰ φεύγει ὅλο.

Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. 
Λόγοι Δ΄. 

Βίος Αγίου Φιλουμένου

 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ εδώ 

Βίος Αγίου Φιλουμένου (1913-1979)

Ο Άγιος Φιλούμενος, κατά κόσμον Σοφοκλής Ορουντιώτης, ήταν γέννημα και θρέμμα της αγιοτόκου νήσου Κύπρου. Γεννήθηκε στις 15 του Οκτώβρη του έτους 1913 στην ενορία του Αγίου Σάββα στη Λευκωσία. Η καταγωγή του όμως ήταν από το χωριό της επισκοπής Μόρφου, Ορούντα. Γόνος ευλαβών γονέων -του Γεωργίου και της Μαγδαληνής Χασάπη- και «υποτακτικός» της ευλογημένης γιαγιάς του Αλεξάνδρας, ο Άγιος Φιλούμενος μυήθηκε από πολύ νωρίς σ’ ένα μοναχικό τυπικό ζωής.

Παιδιόθεν έμαθε να προσεύχεται, να νηστεύει, να εκκλησιάζεται και να μελετά την Αγία Γραφή και τα συναξάρια με τους βίους των Αγίων. Ιδιαίτερα του άρεσε να διαβάζει το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, του οποίου η βιοτή τόσο τον είχε θέλξει, ώστε άναψε μέσα του έντονη η επιθυμία να αναχωρήσει εκ του κόσμου για να ζήσει την κατά Θεό μοναχική ζωή. 
Έτσι, το Καλοκαίρι του 1927 εγκατέλειψε, μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο (τον μετέπειτα ιερομόναχο Ελπίδιο), το πατρικό του σπίτι και πήγε στο Σταυροβούνι όπου παρέμεινε για 5 χρόνια υποτασσόμενος «εν παντί» στον τότε ηγούμενο, μοναχό Βαρνάβα.

Το 1934 -Θεού τη νεύση- αναχώρησε, μαζί με τον αδελφό του, από τη Μονή του Σταυροβουνιού και μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να εγγραφεί στο Γυμνάσιο του εκεί Πατριαρχείου. Στον τρίτο χρόνο φοίτησής του στο Γυμνάσιο εκάρη μοναχός, από τον τότε Πατριάρχη Τιμόθεο Θέμελη και λίγους μήνες μετά χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1943 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έξι χρόνια αργότερα έλαβε και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη.

Αποφοιτώντας από τη Σχολή του Πατριαρχείου ο Άγιος Φιλούμενος, παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα όπου υπηρέτησε, ως μέλος της Αγιοταφικής αδελφότητας, για 45 συνεχή χρόνια. Σ’ αυτά τα χρόνια διορίστηκε ως ηγούμενος σε διάφορα προσκυνήματα -στην Τιβεριάδα, στην Ιόππη, στη Μονή του Αρχαγγέλου, στη Ραμάλλα, στον Αββά Θεοδόσιο, στον Προφήτη Ηλία, στο Φρέαρ του Ιακώβ- απ’ όπου διακόνησε με πολλή αγάπη και πόνο το εκάστοτε ποίμνιό του. 
Ο κόσμος, και κυρίως οι απλοί άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόταν καθημερινά, στηρίζοντάς τους πνευματικά και υλικά, τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Πολλοί μάλιστα τον ευλαβούνταν από τον καιρό που ήταν εν ζωή, αφού από πολύ νωρίς απέκτησε τη φήμη ενός εξαιρετικού ιερομονάχου και πνευματικού.

Η ζωή του ήταν απλή και ταπεινή -σύμφωνη, όσο ήταν δυνατόν, με το αυστηρό μοναχικό τυπικό που ως παρακαταθήκη παρέλαβε από τους πρώτους πνευματικούς του πατέρες στο Σταυροβούνι. Ο ίδιος ήταν πολύ αυστηρός νηστευτής -συνήθως έτρωγε ελάχιστα και χωρίς να έχει απαιτήσεις για το είδος του φαγητού. Το ίδιο αυστηρός ήταν και στο θέμα της προσευχής και της τέλεσης των ακολουθιών (Στις ακολουθίες ήθελε το τυπικό και η εκκλησιαστική τάξη να τηρείται με πολλή ακρίβεια).

Αγαπούσε τη μελέτη -γι’ αυτό και ήταν καλά καταρτισμένος θεολογικά- και του άρεσε να διηγείται κομμάτια από τα βιβλία που διάβαζε στους προσκυνητές που τον επισκέπτονταν. Πολλές φορές του είχαν προτείνει να φύγει από τα Ιεροσόλυμα για να σπουδάσει και επιστρέφοντας να ανεβεί σε μια ψηλότερη εκκλησιαστική τάξη. Ο Άγιος όμως πάντοτε αρνιόταν, αφού η μόνη του φιλοδοξία ήταν να αντιπροσωπεύει καλά το Μοναστήρι στα ηγουμενεία που διοριζόταν, όντας ένας σωστός μοναχός.

Το τελευταίο προσκύνημα στο οποίο διορίστηκε ήταν στο Φρέαρ του Ιακώβ. Εκεί είχε να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες γιατί συχνά τον επισκέπτονταν φανατικοί Σιωνιστές απαιτώντας να αφαιρέσει τις εικόνες και το Σταυρό από το ναό. Πολλές φορές μάλιστα τον απειλούσαν ότι θα τον σκότωναν αν δεν έφευγε από το προσκύνημα, αλλά αυτός είχε πάρει την απόφαση να παραμείνει εκεί ό,τι και αν συνέβαινε. 
Το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου του 1979, μέρα που η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου μάρτυρος Φιλουμένου -του εν Αγκύρα μαρτυρήσαντος εν έτη 270- «άγνωστοι» εισήλθαν στο Φρέαρ του Ιακώβ και επιτέθηκαν στον Άγιο. Τον σκότωσαν κτυπώντας τον με τσεκούρι στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια. Στη συνέχεια βεβήλωσαν την εκκλησία, ενώ φεύγοντας έριξαν και μια χειροβομβίδα καταστρέφοντας το χώρο σχεδόν ολοσχερώς.

Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε για νεκροψία στο Τελ Αβίβ και παρόλο που οι αρχές το έδωσαν στους πατέρες του Πατριαρχείου μετά από 5 μέρες, δεν παρουσίαζε νεκρική ακαμψία αλλά ήταν μαλακό και ευλύγιστο σαν να ήταν εν ζωή. 
Η κηδεία έγινε στο ναό της Αγίας Θέκλας (στις 4 Δεκεμβρίου του 1979), παρόντων των Αγιοταφιτών πατέρων, συγγενών του Αγίου και πλήθους κόσμου, όχι μόνο ορθοδόξων αλλά και ετεροδόξων και μουσουλμάνων. Λίγο αργότερα έγινε και η ταφή του μάρτυρος στο κοιμητήριο της Αγιοταφικής αδελφότητας στην Αγία Σιών.

Τέσσερα περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Αγίου Φιλουμένου, στις 30 Νοεμβρίου του 1983, πάρθηκε η απόφαση από το Πατριαρχείο να γίνει η ανακομιδή των οστών του. Όσοι ήταν παρόντες όμως βρέθηκαν μπροστά σε ένα θαυμαστό γεγονός: όταν ανοίχτηκε ο τάφος το σώμα του μάρτυρος ήταν άφθορο και ευωδιάζων, ως άνωθεν επισφράγιση της ένταξής του «εν σκηναίς Αγίων». Στη συνέχεια ξανακλείστηκε ο τάφος και άνοιξε ξανά στις 26 Δεκεμβρίου του 1984. Το σκήνωμά του Αγίου βρέθηκε και πάλι να ευωδιάζει και να διατηρεί μερική αφθαρσία. Τότε, οι Αγιοταφίτες το τοποθέτησαν στο Ιερό Βήμα του ναού της Αγίας Σιών. Στις μέρες μας έχει ολοκληρωθεί στον τόπο μαρτυρίου του Αγίου περικαλλής τρίκλιτος ναός, του οποίου το ένα κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Φιλούμενο. Εκεί μεταφέρθηκε το 2008 και το σκήνωμά του. Σ’ αυτό προστρέχουν και πολλοί που ευλαβούνται τον Άγιο -όχι μόνο ορθόδοξοι αλλά και άραβες ακόμη και ετερόδοξοι- ζητώντας τις προς τον Κύριο πρεσβείες του.Στις 29 Νοεμβρίου του 2009 έχει γίνει από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων η επίσημη Αγιοκατάταξη του Αγίου.

Πηγή: 
«Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Φιλούμενος ο Κύπριος», έκδ. Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Ορούντας, Ορούντα - Κύπρος 2007.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ανάλυση του εγγράφου από την Μποτσουάνα που γκρεμίζει το αφήγημα της νέας «μετάλλαξης»


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Ανάλυση του εγγράφου από την Μποτσουάνα που γκρεμίζει το αφήγημα της νέας «μετάλλαξης»

Μποτσουάνα! Μία χώρα «ξεχασμένη» σχεδόν, η οποία ήρθε στη δημοσιότητα χάρη στο νέο αφήγημα της «πανδημίας» για μία επικίνδυνη «μετάλλαξη» του βαρετά γνωστού μας πλέον SARScov2 ή αλλιώς Covid-19!

Για αρχή να πούμε ότι η Μποτσουάνα είναι χώρα της νότιας πλευράς της Αφρικανικής Ηπείρου. Συνορεύει με τη Νότιο Αφρική, τη Σουαζιλάνδη, τη Ζιμπάμπουε και τη Ναμίμπια, ενώ ένα πολύ μικρό της κομμάτι συνορεύει με τη Ζάμπια. Παρά το ότι έχει έκταση 581.730 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ο πληθυσμός της είναι μόλις 2.410.338 κάτοικοι (υπολογισμός 2021). Δηλαδή πρόκειται για μία από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Γης. Που φυσικά σημαίνει, σύμφωνα με το αφήγημα της «πανδημίας», ότι εξαιρετικά απίθανη η μετάδοση μίας λοίμωξης σε ευρεία κλίμακα. 

Ωστόσο, μιλάνε για μία «μετάλλαξη» που προέρχεται από αυτήν τη χώρα και μάλιστα είναι «τρομοκρατημένοι» λέγοντας ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, με την Pfizer να είναι έτοιμη σε χρόνο ρεκόρ να δώσει νέο θανατηφόρο εμβόλιο (γονιδιακό μεταλλάκτη για να είμαστε πιο ακριβείς) στον κόσμο. Τώρα, πότε πρόλαβε… αυτό είναι μία άλλη ιστορία…

Εχθές, το ιστολόγιό μας δημοσίευσε πρώτο πανελληνίως το έγγραφο από την Προεδρία της Μποτσουάνα το οποίο γκρεμίζει το νέο αυτό αφήγημα! Σήμερα θα δούμε κάποια βασικά του μέρη, τα οποία είναι πολύ σημαντικά, αφού ευχαριστήσουμε θερμά το συνεργάτη του ιστολογίου μας Πύρινο Λόγιο για τον κόπο που κατέβαλλε να το μεταφράσει.

Το πρώτο βασικό στοιχείο στο οποίο οφείλουμε ν’ αποδώσουμε τα εύσημα στην κυβέρνηση της Μποτσουάνα, είναι το γεγονός ότι αντέδρασε άμεσα στη διερεύνηση του θέματος, παρά το γεγονός ότι δε διαθέτει ιδιαίτερα σημαντικούς πόρους. Κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο!

Δεύτερο βασικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ενώ το αφήγημα της νέας «μετάλλαξης» μιλάει για θανατηφόρο κι επικίνδυνο «μεταλλαγμένο στέλεχος», η Προεδρία της Μποτσουάνα αναφέρει σαφέστατα ότι πρόκειται μόνο για τέσσερα (4) κρούσματα!!! Πώς έβγαλαν αυτό το συμπέρασμα (ότι είναι θανατηφόρα), θα σας γελάσω…

Τρίτο βασικό στοιχείο είναι το ότι το έγγραφο αναφέρει σαφέστατα ότι οι νοσούντες είναι ταξιδιώτες! Δηλαδή τουρίστες οι οποίοι επισκέφθηκαν την Μποτσουάνα. Το αποτέλεσμα όμως, ήταν να κηλιδωθεί το όνομα της χώρας αυτής από τους καθοδηγητές του αφηγήματος. Και κηλιδώθηκε διότι η Μποτσουάνα δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ούτε ένα «κρούσμα»!!! Και ξαφνικά, έγινε «κόκκινο πανί»!

Το τέταρτο βασικό στοιχείο είναι ότι ενώ οι καθοδηγητές του αφηγήματος μιλάνε (ως είθισται) για «πανδημία ανεμβολίαστων», το έγγραφο αναφέρει κατηγορηματικά ότι οι συγκεκριμένοι ταξιδιώτες ήταν πλήρως εμβολιασμένοι! Στην ουσία αποδεικνύεται πανηγυρικά ότι πρόκειται για πανδημία εμβολιασμένων! Κι εδώ, αν αναλογιστούμε το ποσοστό του παγκοσμίου πληθυσμού που έχει εμβολιαστεί, μιλάμε με απόλυτη ασφάλεια για πανδημία!

Το πέμπτο βασικό στοιχείο είναι ότι ενώ οι καθοδηγητές του αφηγήματος μιλάνε για μία εξαιρετικά επικίνδυνη «μετάλλαξη», η Προεδρία της Μποτσουάνα διαβεβαιώνει κάθετα ότι η μεταδοτικότητα κι η επικινδυνότητα της νέας αυτής «μετάλλαξης», διερευνάται και ότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία.

Εκτο βασικό στοιχείο, είναι η κατηγορηματική διάψευση εκ μέρους της Προεδρίας της Μποτσουάνα, ότι η νέα «μετάλλαξη» συνδέεται με τον ιό HIV (συγγενής του AIDS), παρά το γεγονός ότι πολλοί διαδικτυακοί καλοθελητές των συστημικών (και πιθανώς μη συστημικών) μέσων, έσπευσαν να κυκλοφορήσουν.

Ιδού τι γράφει το κείμενο:

Η ειδική ομάδα COVID-19 που πρόσκειται στον Πρόεδρο, ενημερώνει το κοινό ότι τέσσερα κρούσματα μιας νέας παραλλαγής COVID-19, παραλλαγή γνωστή ως B.1.1.529, αναφέρθηκαν και καταγράφηκαν τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021.


Τα τέσσερα αυτά κρούσματα εντοπίστηκαν μεταξύ ταξιδιωτών οι οποίοι βρέθηκαν θετικοί στον Sars-COV-2 κατά τη διάρκεια του ελέγχου ρουτίνας επιβατών πριν από το ταξίδι. Οι εξετάσεις της παραλλαγής πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της συνήθους γονιδιωματικής αναγνώρισης του SARS-COV-2, όπως προβλέπεται στο σχέδιο αντιμετώπισης COVID-19.


Η προκαταρκτική έκθεση αποκάλυψε ότι και οι τέσσερις αυτοί επιβάτες είχαν εμβολιαστεί πλήρως για το COVID-19. Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων ερευνών σχετικά με τον ιό για τη διαπίστωση και τον περιορισμό των τοπικών μεταδόσεών του, η ανίχνευση επαφών των ατόμων αποκάλυψε στενές επαφές που επί του παρόντος αναμένονται τα αποτελέσματά τους και το κοινό θα ενημερωθεί σχετικά με το αποτέλεσμα της έρευνας.

Από τις αρχικές έρευνες για τον ιό διαπιστώθηκε ότι η νέα παραλλαγή έχει υψηλό αριθμό μεταλλάξεων σε σύγκριση με την τοπικά επικρατούσα παραλλαγή Delta. Το τι μπορεί να σημαίνει αυτό, είναι ακόμη ασαφές και βρίσκεται υπό διερεύνηση. Οι νέες παραλλαγές έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της νόσου, τον τρόπο αποτελεσματικότητας των τεστ ανίχνευσης της νόσου, καθώς και ενδεχομένως την ίδια την αποτελεσματικότητα του εμβολίου. Προς το παρόν, ο πραγματικός παγκόσμιος αντίκτυπος της παραλλαγής δεν έχει διαπιστωθεί. Μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις (χρήση μάσκας, κοινωνική αποστασιοποίηση, αποφυγή περιττών ταξιδιών κ.λπ.) παραμένουν αποτελεσματικές και ως εκ τούτου, το κοινό συνιστάται να συνεχίσει να τις τηρεί.

Η προεδρική ομάδα εργασίας COVID-19 επιθυμεί να διαψεύσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς ορισμένων που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνδέουν τα κρούσματα αυτά με την κατάσταση HIV+ των συμμετεχόντων.

Σε αντίθεση με αυτές τις αναφορές, στις οποίες μια εφημερίδα ισχυρίζεται ότι ένα κρούσμα προερχόταν από HIV+, είναι απολύτως ψευδές, καθώς καμία κατάσταση HIV των πελατών δεν συσχετίστηκε με τα αποτελέσματα αυτά. Αυτές οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης είναι ατυχείς και πραγματολογικά εσφαλμένες και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιες. Η παραλλαγή εξακολουθεί να μελετάται και να διερευνάται και, ως εκ τούτου, θα ήταν πρόωρο να γίνει οριστική αυτού του είδους οι ισχυρισμοί αυτή τη στιγμή.
 
Το κοινό παροτρύνεται να λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προστασία του από το COVID-19, καθώς ενημερώνεται κατά καιρούς.

Εάν κάποιος σκεφτεί όλα τα παραπάνω και τα ενώσει, τότε έχουμε να κάνουμε με μία πλήρη αποδόμηση ΚΑΙ αυτού του αφηγήματος που αφήνει έκθετους τους «ειδικούς» και τους καθοδηγητές του. Κι όπου «καθοδηγητές», βαλ’ τε Pfizer, Moderna κλπ.

Κατά «περίεργη σύμπτωση» το έγγραφο του Rockefeller Foundation, αναφέρει την Μποτσουάνα ως μία «μήτρα πολλών επικίνδυνων ιών». 

Δηλαδή… πόσο πιο στημένο θα μπορούσε να γίνει;

Θερμές ευχαριστίες στο ProNews που μας έκανε την τιμή να κλέψει ΚΑΙ τη χθεσινή μας δημοσίευση, αλλάζοντας (κατά την προσφιλή της τακτική) το κείμενο ώστε να το παρουσιάσει ως δικό του! Του επιτρέπουμε να κλέψει ΚΑΙ αυτό, γιατί ξέρουμε ότι τα τσιράκια του Μητσοτάκη (ProNews) τα οποία έχουν διαταγές να προκαλούν σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό, είναι ανίκανα να παράξουν δημοσιογραφία και πως για το μόνο που είναι ικανοί, είναι ν’ ασχολούνται με τα μπούτια της κάθε θολοκουλτουριάρας τηλεπερσόνας…

Богоматерь Умиление "Белозерская"


Богоматерь Умиление "Белозерская"
Πρώτο τρίτο του 13ου αιώνα.
155 × 106.
Ρωσικό Μουσείο, Λένινγκραντ
πηγή:εδώ

Μωρέ, δώσου στον Χριστό και πρόσφερε στον Χριστό αυτά τα πλασματάκια με την προσευχή σου, να τα αγιάζεις!

 

 

Έλεγε σε κάποιον παιδίατρο: 
- Πώς εξετάζεις τα παιδιά;
- Έτσι…
- Άκουσε να σου πω. Την ώρα που εξετάζεις το κάθε παιδάκι, θα κάνεις μέσα σου ένθερμη προσευχή με αγάπη: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον δούλον σου.”. (Και λέγοντας αυτά έπαιρνε βαθιά εισπνοή, άνοιγε τα χέρια του).
Να έτσι, με ανοιχτή καρδιά θα παρακαλείς για το κάθε παιδάκι. Είναι μια ψυχούλα που έστειλε ο Θεός στα χέρια σου.
Και καθώς θ’ ακουμπάς το χέρι σου στο κεφαλάκι του και θα προσεύχεσαι ένθερμα μέσα σου, η χάρη τού Θεού θα μεταγγίζεται στην ψυχούλα τού παιδιού. 
Όλα αυτά μυστικά. Δε θα καταλαβαίνουν τίποτα οι άλλοι. 
Θα τους δίνεις τα φάρμακα που λέει η επιστήμη σου αλλά, τελικά ο Χριστός θα θεραπεύει το παιδί, που παρακαλείς εσύ και οι γονείς του. Το πιστεύεις αυτό; 
Άλλη φορά του έλεγε: 
- Δε σε βλέπω να εξετάζεις τα παιδιά όπως σου είπα. Σε τρώει η ρουτίνα και ξεχνιέσαι. 
Μωρέ, δώσου στον Χριστό και πρόσφερε στον Χριστό αυτά τα πλασματάκια με την προσευχή σου, να τα αγιάζεις! 
Είδες, ο Χριστός θεράπευε χρησιμοποιώντας αισθητό τρόπο: είτε έπιανε το χέρι τού μεγάλου, με τη δοσμένη στον Χριστό έντονη και θερμή προσευχή σου, μετάγγιζε τους χάρη Θεού Θεού. Το ίδιο δεν κάνει και ο ιερέας σε κάθε μυστήριο; Για να έλθει η χάρη τού Αγίου Πνεύματος, βάζει αισθητά το χέρι του στο κεφάλι τού εξομολογουμένου, τού χειροτονουμένου, τού νυμφευμένου, τού βαπτιζομένου κ.λ.π. Είναι μυστική δύναμη η προσευχή, που μεταδίδεται μυστικά στην ψυχή τού άλλου. 
 
Αγαπίου Μοναχού 
Η θεϊκή φλόγα που άναψε στην καρδιά μου 
ο Γέρων Πορφύριος

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ

 


π. Δημήτριος Στανιλοάε
Ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ
σα ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν κατὰ ἕνα μέρος, πληροφορίες προερχόμενες ἀπὸ ἕναν Ρουμάνο μοναχό, καὶ κατὰ ἕνα ἄλλο, στοχασμοὺς πάνω στὶς πληροφορίες αὐτές.

Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ, γιὰ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς μιλοῦσε ἐκ πείρας, ἔχει τὶς βάσεις της κατὰ κύριο λόγο στὴν παράδοση τῶν πατέρων τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ καθαρὴ προσευχὴ σχετίζεται μὲ τὴν ἐπανασύνδεση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Δὲν πρέπει ὁ νοῦς νὰ παραμένει ἀπομονωμένος - οὔτε κι ἡ καρδιά. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὸ μυαλὸ εἶναι ψυχρή. Προσευχὴ ποὺ προέρχεται μόνο ἀπὸ τὴν καρδιὰ εἶναι καθαρὰ συναισθηματικὴ· εἶναι προσευχὴ ποὺ ἀγνοεῖ ὅσα μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός, ὅσα μᾶς δίνει καὶ ὅλα ὅσα θὰ μᾶς δώσει ἐν Χριστῷ. Εἶναι προσευχὴ χωρὶς ὁρίζοντα καὶ προοπτικὴ, προσευχὴ ποὺ δὲν ξέρει γιὰ ποιὸ λόγο νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, γιατί νὰ Τὸν δοξάσει καὶ τί νὰ Τοῦ ζητήσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι ἐξατμίζεται μέσα στὸ ἀπρόσωπο ἄπειρο - μία αἴσθηση ποὺ ἀγνοεῖ κάθε ἀντάμωμα μὲ τὸν προσωπικὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μιὰ τέτοια προσευχὴ δὲν εἶναι στὴν οὐσία προσευχή.

Πρέπει ἐπίσης νὰ ξεκαθαρίσουμε πὼς αὐτὴ ἡ συνάντηση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἄνοδο τῆς καρδιᾶς στὸν νοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιά. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ βρίσκει τὴν ἀνάπαυσή της στὸν νοῦ, ἀλλὰ ὁ νοῦς ποὺ βρίσκει τὴν ποθητὴ ἀνάπαυσή του στὴν καρδιὰ (ἢ καλύτερα ἐκεῖ ποὺ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς συναντοῦν τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ).

Σίγουρα οἱ Πατέρες κάνουν λόγο καὶ γιὰ μία διάνοιξη τοῦ νοὸς πρὸς τὸ ἄπειρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ φαίνεται πὼς ἕνα τέτοιο ἄνοιγμα λαμβάνει χώρα στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς. Ὁ νοῦς ἀναζητώντας τὸν Θεὸ ἐνεργοποιεῖ τὰ ἀπέραντα βάθη τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ καθιστᾶ κατάλληλα γιὰ τὸν Θεὸ - τὸν μόνο πραγματικὰ Ἀπέραντο καὶ Ἄπειρο. «Ἄβυσσος ἄβυσσον καλεῖ». Ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπροσπέλαστη χωρὶς τὴν ἀγάπη Του γιά μᾶς. Κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ μᾶς καλεῖ τὴ δική μας ἀγάπη· καὶ ἡ καρδιά, τὸ ὄργανο αὐτὸ τῆς ἀγάπης, εἶναι ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη Του.

Ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μία καρδιὰ πού, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει κατέλθει ἐντός της ὁ νοῦς, γνωρίζει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπεραντοσύνη εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἰσέρχεται σὲ σχέση στενῆς κοινωνίας μαζί μας μέσα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ κάνει τὸν νοῦ νὰ κατέρχεται καὶ νὰ ἀναπαύεται, στὴν καρδιά. Στὴν καρδιὰ εἶναι ποὺ συναντᾶ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ ἀναπαύεται στὸν νοῦ, γιατί κάτι τέτοιο θὰ σήμαινε πὼς ἡ αἴσθηση τῆς ἀπεραντοσύνης τοῦ Θεοῦ ἔχει γίνει μία θεωρία παγωμένη ἀπὸ τὴ σκέψη. Δὲν εἶναι ἡ αἴσθηση ποὺ πρέπει νὰ παγώσει ἀπὸ τὴ σκέψη, ἀλλὰ εἶναι ἡ σκέψη ποὺ πρέπει νὰ ζεστάνει τὸν ἑαυτὸ της μέσα στὴν καρδιακὴ αἴσθηση, ἐπικοινωνώντας ἀληθινὰ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δώσει σ’ αὐτὴ τὴν αἴσθηση συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, θὰ λέγαμε πὼς ὅταν ὁ νοῦς ἔχει κατέλθει στὴν καρδιά, δὲν ἀνταμώνουμε πλέον τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ ἰδέες, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐπίγνωση τῆς παρουσίας Του, ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ὑποβάλουμε τὶς σκέψεις μας στὴ δοκιμασία τῆς πραγματικότητας. Ἐδῶ, ἡ αἴσθηση μιᾶς ἀκατόρθωτης πραγματικότητας, ποὺ δοκιμάζει ὁ νοῦς, ἐξανεμίζεται ἀπὸ τὴν ἄμεση παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ ἢ οἱ ἰδέες μας γιὰ Ἐκεῖνον βρίσκουν τὸ πλήρωμά τους στὴ ζωντανὴ συναίσθηση τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, ποὺ διεισδύει ἐντός τους καὶ τὶς μπολιάζει. Τὸ πραγματικὸ παίρνει τὴ θέση τῆς ἰδέας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἐπαληθεύει. Ἡ ἰδέα παύει νὰ μπαίνει ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ τὸν Θεό. Συνεπῶς, ἡ καρδιὰ εἶναι γιὰ τὸν νοῦ ἕνα εἶδος αἰσθητηρίου ὀργάνου στὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ αἰσθητήρια ὄργανα τοῦ σώματος εἶναι τὰ ἐργαλεῖα ἐκεῖνα, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀντιλαμβανόμαστε καὶ νὰ αἰσθανόμαστε τὶς ἐπιμέρους πραγματικότητες, μὲ τὶς ὁποῖες ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ τὸ σῶμα μας.

Ὡστόσο, πολλὰ ἐμπόδια ὀρθώνονται μπροστὰ στὸν νοῦ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, καὶ νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ, διεισδύοντας πέρα ἀπὸ τὶς ἰδέες καὶ ταυτόχρονα ἐπαληθεύοντας τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ἰδεῶν. Αὐτὰ τὰ ἐμπόδια προέρχονται κατὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα ἢ τὶς φαντασίες, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ σωματικὰ αἰσθητήρια ὄργανα καὶ διαμορφώνονται κατὰ τὸ πρότυπό τους.

Ἐκτὸς αὐτοῦ, τὰ ἐμπόδια προέρχονται κι ἀπὸ τὴ δυσκολία τοῦ νοῦ νὰ ὑπερβεῖ τὶς ἴδιες του τὶς ἰδέες, ποὺ ἐκπηγάζουν ἀπὸ μέσα του μὲ τρόπο φυσικὸ -σκοπὸς τους βέβαια δὲν εἶναι νὰ τὸν φυλακίζουν, ἀλλὰ νὰ τὸν παραπέμπουν καὶ νὰ τὸν ὑποψιάζουν γιὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα βιωθεῖ.

Οἱ αἰσθήσεις καὶ οἱ φαντασίες, ποὺ ἐμποδίζουν τὸν νοῦ νὰ εἰσέλθει στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ φτάσει στὴν καθαρὴ ἢ καρδιακὴ προσευχή, εἴτε παράγονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, εἴτε ἑλκύουν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἢ τοῦ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκεται κοντὰ σὲ μία καλὴ ἐνέργεια ἢ κοντὰ σὲ μία ἀληθινὴ συνάντηση μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν ὁδηγοῦν κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἄλλωστε καὶ οἱ Πατέρες συνιστοῦν στοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι σὲ ἐπιφυλακὴ ἀκόμα καὶ ἔναντι ἐκείνων τῶν παραστάσεων ποὺ μοιάζουν καλές· τοὺς προτρέπουν νὰ μὴν ἐμπιστεύονται κανένα εἶδος φαντασίας ἢ ἐντύπωσης.

Κι ἀκόμα, γιὰ τοὺς Πατέρες, ἐμπόδιο ὄχι λιγότερο ἐπικίνδυνο γιὰ τὴν κάθοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ εἶναι καὶ οἱ διαλογισμοὶ -ἀκόμα καὶ οἱ θεολογικοὶ διαλογισμοί. Πρέπει νὰ εἶναι κανεὶς προσεκτικός, ὥστε νὰ μὴν ἀγκυλώνεται στὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ἢ νὰ μὴν διολισθαίνει σ’ αὐτόν, τὴν ὥρα ποὺ πρέπει νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ ἢ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς. Ὁ στοχασμὸς περὶ τοῦ Θεοῦ διακόπτει τὴν ἄμεση σχέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ τὴ συνάντηση μαζί Του. Μὲ τὸν θεολογικὸ στοχασμὸ ὁ ἄνθρωπος κλείνεται στὸν ἑαυτό του.

Οἱ Πατέρες κάνουν λόγο γιὰ τὴ μονολόγιστη εὐχή. Δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν στοχασμό, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴ συνείδηση, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ. Θὰ μποροῦσε ὡστόσο κανεὶς νὰ ὀνομάσει αὐτὴ τὴν ἐνσυνείδητη ἐμπειρία «στοχασμό», διότι δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα συγκεχυμένο συναίσθημα ἢ μία αἴσθηση ἀπώλειας τοῦ ἑαυτοῦ στὸ πέλαγος ἑνὸς ἀνέκφραστου βιώματος, ἀλλὰ εἶναι ἡ συνείδηση τῆς συνάντησης μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ. Εἶναι μία ἐπίρρωση τῆς πραγματικότητας ἀπὸ τὴν σκέψη. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνομαι, γιατί εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη τῆς ἀγάπης ἑνὸς Θεοῦ προσωπικοῦ, στὸν ὁποῖο ἀπαντῶ μὲ τὴ δική μου προσωπικὴ ἀγάπη. Διότι ἡ καρδιὰ εἶναι ἀκριβῶς ὁ τόπος ὅπου βιώνουμε τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου καὶ ὅπου ἀποκρινόμαστε σ’ αὐτήν. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀπεραντοσύνη δὲν χάνω τὸν ἑαυτό μου, διότι εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη ἑνὸς προσωπικοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸ ἀγαλλίαμά μου. Ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του ὅπως ἐξαρτῶμαι καὶ ἀπὸ τὸ ἔλεός Του, διότι κατέναντι τοῦ προσώπου Του συνεχίζω νὰ αἰσθάνομαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀπειροελάχιστος.

Αὐτὴ ἡ συνάντηση μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἡ συναίσθηση τῆς ἀπέραντης διαφορᾶς μου ἀπὸ τὸν Θεό, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἔλεός Του, ἐκφράζεται στὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ τόπος ἀπ’ ὅπου ἐκπηγάζουν τὰ αἰσθήματα καὶ ἑπομένως καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία συνεπάγεται συνάντηση μὲ τὸν ἄλλο. Κι ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι μπολιασμένη μὲ μία ἀπέραντη ὁρμή, δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ πλήρως παρὰ μονάχα στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὴ θεία Ἀπεραντοσύνη.

Ὅμως ἀπὸ τὴν καρδιὰ ἐκπηγάζει καὶ ἡ θλίψη, καὶ μέσα στὴν καρδιὰ γίνεται ἡ θλίψη αἰσθητή. Ἐνώπιον τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ἡ καρδιὰ δοκιμάζει θλίψη γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ γιὰ τὴν προσβολὴ ποὺ Τοῦ προξενεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας. Μέσα στὴν καρδιὰ του ὁ ἄνθρωπος θρηνεῖ καὶ ζητᾶ συγχώρηση. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναβλύζουν τὰ δάκρυα· τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας ἀλλὰ καὶ τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς. Στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὁ ἄνθρωπος παραιτεῖται ἀπὸ τὴ δυσκαμψία τοῦ μυαλοῦ. Ὡστόσο, ἂν ἡ καρδιὰ διολισθήσει σὲ ἕνα κατώτερο ἐπίπεδο, μετατρέπεται σὲ τόπο τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα προσκολλοῦν τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό του. Τὰ πάθη συνεπάγονται προσήλωση ἀπόλυτη σὲ πράγματα καὶ πρόσωπα σχετικά. Συνεπῶς, ὅπως ἀκριβῶς ἡ καρδιὰ μπορεῖ νὰ ἀκτινοβολεῖ τὴν ἀπόλυτη ἀγάπη, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μπορεῖ νὰ ἐκπέμπει ἀπέραντο μίσος ἀπέναντι σὲ ὅ,τι τὴν ἐμποδίζει νὰ προσκολλᾶται ἁμαρτωλὰ στὰ ἀντικείμενα τοῦ πόθου της. Ἀπὸ τὴν καρδιὰ προέρχονται οἱ ἀγαθὲς σκέψεις καὶ τὰ καλὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ οἱ λογισμοὶ τῆς ἀπληστίας, τοῦ μίσους, καθὼς καὶ οἱ φονικὲς διαθέσεις. Ἀκόμα καὶ οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ τὰ λόγια χρωματίζονται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μὲ ἕνα τόνο ἀπόλυτο, ἔστω κι ἂν ἀναφέρονται σὲ πράγματα σχετικά. Ὅμως αὐτὴ ἡ ἀπέραντη προσκόλληση σὲ πράγματα σχετικά, δὲν μπορεῖ νὰ κορέσει τὴν πραγματικὰ ἀπόλυτη δίψα τῆς καρδιᾶς. Μόνο ἡ συνάντηση τῆς καρδιᾶς μὲ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει αὐτὴ τὴ δίψα. Ἑπομένως, ἡ καρδιά, λόγω τῆς ἱκανότητάς της πρὸς τὸ ἀπόλυτο, πρέπει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν προσήλωση σὲ πράγματα σχετικά.

Στὴ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, τὸ ἀπόλυτο προσλαμβάνεται ὡς ἀπεριόριστη χαρὰ καὶ φῶς δίχως ὅρια. Τὰ λόγια μόνο ὑπαινικτικὰ μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τὴ χαρὰ αὐτή, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε περιορισμό. Αὐτὸ τὸ συναίσθημα τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀπέραντης ταπείνωσης, μποροῦν νὰ τὸ ἐκφράσουν τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ -καὶ πάλι ἀτελῶς. Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τῶν κατάλληλων λέξεων, ἀλλὰ αὐτὴ καθαυτὴ ἡ βίωση τῆς χαρᾶς, τῆς εὐγνωμοσύνης, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης ἢ κι ἀκόμα τῆς ἀπέραντης ὀδύνης ποὺ γεννᾶ ἡ ἁμαρτία. Οἱ λέξεις πλέον, γιὰ κεῖνον ποὺ τὶς προφέρει, δὲν ἀποτελοῦν ἕνα ἀντικείμενο στοχασμοῦ. Δὲν ὀρθώνονται μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μέσω αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ἀπευθύνεται στὸν Θεό, ποὺ εἶναι παρών. Κι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀναπληρώνει ὅ,τι λείπει.

Τώρα πλέον, οἱ λέξεις προφέρονται καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ὑπερβαίνονται,. Συνεπῶς, δὲν μᾶς ξεγελοῦν δίνοντάς μας τὴν ἐντύπωση μιᾶς δικῆς τους, αὐτόνομης πραγματικότητας, ἀλλὰ ἀποτελοῦν τὴν ἔκφραση μιᾶς ἄμεσης ἐπαφῆς μὲ τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσοχή μας δὲν κατευθύνεται πρὸς τὶς λέξεις ἀλλὰ πρὸς τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο ἐκεῖνες ἀπευθύνονται μέσα στὰ ὅρια ἑνὸς διαλόγου. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ζήσουμε αὐτὸ τὸν διάλογο καὶ χωρὶς λέξεις.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μοναχός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρθηκα στὴν ἀρχή, ἔλεγε πὼς σ’ ἕνα προχωρημένο πνευματικὸ στάδιο, μπορεῖ κανεὶς ἀκόμα καὶ νὰ σταματήσει τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ -μόνο τὸ περιεχόμενό της χρειάζεται νὰ διατηρηθεῖ. Στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι Τὸν δοξάζει, ἐκφράζει ἐνώπιόν Του τὸ θάμβος, τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ταπείνωσή του. Αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς ἐσώτατης αἴσθησης ἐκφράζεται πιὸ ἀποτελεσματικὰ μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης παρὰ μὲ τὰ λόγια, διότι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζεται ὑπερβαίνει τὰ λόγια. Εἶναι προσευχὴ καθαρή, προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξης, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴ συναισθηματική της ἔξοδο ἀπ’ ὅλα τὰ πράγματα, ἀπ’ ὅλες τὶς σκέψεις, ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, πρὸς συνάντηση τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτὴ ἡ ἔξοδος βιώνεται μέσα στὴν καρδιὰ μὲ μία ἐντονότατη προσευχητικὴ κατάσταση. Ἐντός τοῦ τόπου τῆς καρδιᾶς, ἡ ὕπαρξη ὠθεῖται πρὸς τὸν Θεὸ φορτισμένη μὲ ἕνα ἀπεριόριστο αἴσθημα ἀγάπης. 


Δημοφιλείς αναρτήσεις