Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Βασίλειος Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών.


Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, 
Προηγούμενος Ι.Μ. Ιβήρων
- Φοβᾶμαι ὅτι πολλοί, ἂν καὶ πηγαίνωμε στὴν ἐκκλησία, ἔχομε ἕνα κενὸ στὴν πίστι μας, δὲν πιστεύομαι οὐσιαστικὰ στὸν Θεό. Ποῦ νομίζεται ὅτι ὀφείλετε αὐτό; 
Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικό, ποὺ ἕνας πατέρας πῆγε τὸ ἄρρωστο παιδί του στὸν Κύριο καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήση. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐὰν πιστεύεις, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασανισμένος, ἦταν εἰλικρινὴς καὶ εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τὴ ἀπιστία» (Μαρκ. θ´, 24). Πιστεύω καὶ ταυτόχρονα εἶμαι ἄπιστος βοήθησέ με νὰ πιστέψω. Νομίζω ὅτι, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ εἴμαστε, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, εἰλικρινεῖς καὶ νὰ μὴν παριστάνομε τὸ κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, εἶναι μιὰ πραγματικὴ κόλαση ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ παράδεισο». Κ ἂν τυχὸν ἐμένα μου λέτε καλὰ λόγια καὶ δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν κακομοιριά μου, ἀλλὰ πιστέψω αὐτὰ ποὺ λέτε, κι ἀρχίζω νὰ κυκλοφορῶ, σὰν νὰ εἶμαι αὐτὰ ποὺ νομίζουν οἱ ἄλλοι, τότε κάτι δὲν πάει καλά. 
Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μία πίστη, θὰ πρέπει νὰ πῶ: «Δόξα τῷ Θεῷ, νοιώθω μίαν ἀνάπαυση». Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μίαν ἀμφιβολία. Θὰ πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ τὸν λογισμό μου. Κι ἔτσι κενούμενος, ἀδειάζοντας κανεὶς καὶ ὄντας τίμιος με τὸν ἑαυτό του, προχωρεῖ στὴν ἀλήθεια καὶ βρίσκει τὴ μία πίστη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοξασία, ἀλλ᾿ εἶναι φανέρωση τῆς δυνάμεως, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σῴζει τὸν ἄνθρωπο· καὶ τὸν ἐλάχιστο ἄνθρωπο, τὸν καθένα, τὸν κάνει Θεό, κατὰ χάρη· καὶ ταυτόχρονα εἶναι αὐτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία δυνάμει σῴζει τὴν οἰκουμένη.
Σᾶς λέω: Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών. Καὶ νὰ ἐξασφαλίσετε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, ποὺ θὰ εἶναι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ μάθετε νὰ λέτε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός, ὁ δυνατός· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδύναμος, ὁ ἁμαρτωλός. Σὲ γνωρίζω καὶ δὲν Σὲ γνωρίζω. Ξέρω ὅτι εἶμαι ἀδύναμος, ξέρω ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾷς καὶ ζητῶ τὸ ἔλεός Σου».Ἐὰν τυχὸν αὐτὸ γίνει, τότε θὰ βροῦμε σιγὰ - σιγὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἐὰν τυχὸν δὲν ἐπισκεπτόμαστε τὸν ἑαυτό μας, ἐὰν δὲν ἔχομε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, τότε θὰ εἴμαστε συνέχεια ζαλισμένοι καὶ συνέχεια μαριονέτες, ποὺ μᾶς κινοῦν ἄλλες δυνάμεις: εἴτε ἡ τηλεόραση, εἴτε οἱ ἐφημερίδες, εἴτε τὰ μαθήματα, εἴτε ἡ ἐπιπολαιότης, εἴτε τὰ πάθη τὰ δικά μας... Ἐνῷ τὸ βαθύτερο εἶναι μας, αὐτὸ τὸ ὁποῖο φέρει τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θέλει νὰ πεῖ: «Κοίταξε, δὲν εἶμαι τίποτε, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχω μία δύναμη, ποὺ δὲν φοβᾶται οὔτε τὸ χάρο». 
Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ πρέπει κανεὶς νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του. Καὶ θὰ βρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ἂν μπορεῖ νὰ εἶναι εἰλικρινής, κατ᾿ ἀρχήν, μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τότε θὰ νοιώσει ὅτι εἶναι, σὰν ἄνθρωπος, ἕνα μπόλι ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο μπολιάζεται στὴν καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ᾿ ἕνα δένδρο βαθύρριζο, καὶ νοιώθει ὅτι τὸ μπόλι αὐτὸ ἔπιασε. Μεγαλώνουν τὰ κλαδιά, ἀνθίζει τὸ μπόλι καὶ βγάζει καρπούς. Κι αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μπόλι ἔχει δικὲς τὸ ρίζες, τὶς ρίζες τὶς βαθύτατές του αἰωνόβιου δένδρου. Τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι, αὐτὰ ποὺ ζεῖ μέσα του, ἢ αὐτὰ ποὺ λέει, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὰ διάβασε καὶ κρατάει ἕνα χαρτὶ καὶ τὰ λέει, ἀλλ᾿ εἶναι κάτι ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα του. Καὶ τί βγαίνει ἀπὸ μέσα του; Βγαίνει, μιὰ στιγμή, ἕνα «Δόξα τῷ Θεῷ». 
Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μέσα του ἔχει «μορφωθεῖ» ὁ Χριστός, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία ὑγεία πνευματική, ἔχει μία ἠρεμία καὶ μία ἐλευθερία, καὶ νοιώθει ὅτι δὲν ἔχει κανένα παράπονο γιὰ τίποτε καὶ γιὰ κανένας ἄνθρωπο. Γιατί ἂν τυχὸν ἐμεῖς παραπονιόμαστε καὶ μουρμουρίζουμε καὶ δυσανασχετοῦμε, σημαίνει ὄχι ὅτι μας φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλ᾿ ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομε τὴν ὑγεία τὴν μεγάλη, τὸ δυνατὸ σῶμα γιὰ νὰ χωνέψει τὴν κάθε τροφή, ἐμεῖς δὲν ἔχομε ἐλάχιστη ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὸ δυναμισμὸ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. 
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος ἐν Χριστῷ, ἕνας ἄνθρωπος μικρὸς ἐν Χριστῷ, δηλαδὴ μεγάλος, εἶναι ἥσυχος, ἤρεμος, δὲν ἀπειλεῖ κανέναν. Ἀλλ᾿ ὅλα τὸ κάνουν καλὸ καὶ λέει μόνο: «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Κι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια δὲν χάνει δύναμη, ἀλλ᾿ αὐξάνεται ἡ δύναμή του. Καὶ ὅταν γεράσει, τότε νοιώθει ὅτι τὰ γεράματα εἶναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Καὶ ὅταν πεθάνει, νοιώθει ὅτι διὰ τοῦ θανάτου μπαίνει σὲ μία πλήμυρα ζωῆς, τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀντέξει ὅσο ἦταν ζωντανός.

 

Οἱ ἐρωτήσεις ἔγιναν εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998
ἀπὸ πιστοὺς πρὸς τὸν τότε καθηγούμενο 
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους π. Βασίλειο, 
ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλία του μὲ τὸν τίτλο: 
«Ἡ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό».

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι...

 

Ἐρώτηση: 

Γέροντα, μιλᾶμε σήμερα γιὰ σκάνδαλα, ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὰ σκάνδαλα, σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὸν ἀδελφό μας, ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του ἴσως, ἀπὸ τὶς εἰκόνες ποὺ παρατηροῦμε, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζοῦμε. Καὶ μιλᾶμε, μιλᾶμε πολύ, στὸ ὄνομα -δὲν ξέρω- τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς πίστεώς μας, μιλᾶμε ἀκατάσχετα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς πῆτε κάτι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία σας γι' αὐτό. Εὐχαριστῶ.

Ἀπάντηση: 
Θυμᾶμαι μιὰ φορά, πάλι σὲ μιὰ συνάντησι, σὲ μιὰ Ἀκαδημία, ποὺ στὴ συζήτησι εἶπε κάποιος δάσκαλος ὅτι «ἐγὼ ἤμουν στὴ Γερμανία πολλὰ χρόνια, καὶ εἶδα ὅτι ἐκεῖ πέρα οἱ παπάδες εἶναι καθαροί, εἶναι ξυρισμένοι, κουρεμένοι, καὶ ξέρουν καὶ πολλὲς γλῶσσες». ∆ὲν μὲ ἐνδιαφέρουν οὔτε οἱ γλῶσσες οὔτε τὰ ξυρίσματα. Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ θεία Λειτουργία καὶ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα νοιώθου με ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέει: «Κάνετε ὅ,τι θέλετε, ἀρκεῖ νὰ ξεδώσετε, ἀρκεῖ νὰ ἐλευθερωθῆτε. Ἂν θέλετε νὰ μὲ βρίσετε, βρίστε με, φτύστε με, σταυρῶστε με· ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ». Κι ὅταν φθάνη στὴ Γεθσημανῆ, καὶ περνᾶ αὐτὴ τὴ δοκιμασία, καὶ καταλήγη, ἀφοῦ λέει: «Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 41), φθάνει νὰ πῆ: «τὸ θέλημα... τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42). Τότε προχωρεῖ γυμνός, ἀπροστάτευτος. Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι, ἀλλὰ λέει «ἐγώ εἰμι», ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ εἶπα νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι τὸ δικό μου θέλημα. Καὶ τότε δὲν νικᾶ τοὺς ἐ χθρούς Του, ἀλλὰ καταργεῖ τὴν ἔχθρα. Κι ὅταν νοιώθης μιὰ στιγμὴ ὅτι Αὐτός, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως, ἔχει αὐτὴ τὴν ἀνοχή, κι ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες καὶ σώζει τοὺς πάντες, καὶ ὅτι εὑρισκόμενος μέσα ἐδῶ, βρίσκομαι στὸν πυρήνα τῆς δυνατότητος τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπα ντος κόσμου, ἐγὼ λέω ὅτι ἐδῶ εἶμαι ἀναπαυμένος. Καὶ θέλω νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἦταν κάποτε κάποια πυρκαγιά, καὶ τὴ σβήναμε. Κι ἦταν πολλοὶ μοναχοί, κι ἦταν ἕνας μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καλὸ ὄνομα. Καὶ ὅταν μπήκαμε σ' ἕνα κελλί, γιὰ νὰ πάρουμε ἕνα νερό, αὐτὸς τώρα πῆρε τὸ ποτήρι τὸ νερό, καὶ εἶπε: «Εὐλογεῖτε, βοήθειά μας ἡ Παναγία. Ἄλλωστε, γι' αὐτὴ καὶ ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ.» Τὸ εἶπε μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ σὲ ἔλιωνε. Ὁπότε, ἐμένα μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ἀνοχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνοχὴ τῆς Παναγίας καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ποὺ μεταφέρουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, ἂς ζοῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δι' αὐτῆς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνοχῆς θὰ καταλάβουμε ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολι κὴ Ἐκκλησία, γιατὶ ἔχει δυνατότητα καὶ προορισμὸ νὰ σώση ὅλο τὸν κόσμο. 
ς  εἴμαστε Ὀρθόδοξοι μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ τότε θὰ πάψουν ὅλες οἱ ἀπορίες μας.


 ΤΟ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΥ Ι∆ΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

π.Βασίλειος Γοντικάκης

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἔκρηξι τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως κυοφορεῖται μέσα στὸ ἦθος, στὴ σεμνότητα καὶ στὸ πένθος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

 


Ἐρ.: Εἴπατε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι διαχρονικό, πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο. Εἴπατε ἀκόμη ὅτι κανένας δὲν εἶναι ἀθῶος, ἑπομένως ὅλοι συμμετέχουμε στὴ σταύρωσι. Μπορεῖτε νὰ μᾶς δώσετε συγκεκριμένα πῶς Τὸν σταυρώνομε σήμερα; 
Ἀπ.: σὺ δὲν ξέρεις; ∆ὲν ξέρεις καθόλου; 
Ἐρ: πλῶς, τὸ σκέφτηκα. 
Ἀπ.: Λίγο; Ἔ, Φθάνει αὐτό.  
Πῶς λέμε στὴν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως: "Ἅπαξ ἑαυτόν τε προσάξας... ἀεὶ σφαγιάζεται ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας"; Εἴτε αὐτὸ τὸ ἅπαξ τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου φανερώνεται ὡς ἀεὶ μέσα στὴν ἱστορία, καὶ αὐτὰ ὅλα, αὐτὰ ποὺ εἶπα, πρέπει νὰ τὰ πάρη κανεὶς πῶς τὰ ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γιατὶ καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ σώση ἁμαρτωλοὺς "ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ", θὰ σοῦ πῆ ὁ ἄλλος, ἂν τὸ ἐξετάση ἔτσι νομικιστικά: "Γιατί εἶναι ὁ πρῶτος; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ κάναν μεγαλύτερα ἁμαρτήματα". Μά, δὲν εἶναι ἔτσι. Αὐτός, ἐπειδὴ εἶδε τὴν ἀλήθεια, ἔνοιωσε τὸν ἑαυτό του πρῶτο τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος ὅτι ἀληθῶς, ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδία εἶναι αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι εἶναι καθαροί, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀκάθαρτος καὶ κανεὶς βέβηλος. Ὁπότε, βλέπετε ὅτι δὲν λέει ὅτι ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδιὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος κάνει τὸ α, καὶ τὸ β καὶ τὸ γ, ἀλλὰ ἐκεῖνος - βλέπετε τὸ συμπέρασμα - ποὺ ἔχει φτάσει σὲ τέτοια συντριβή, σὲ τέτοια αἴσθησι τῆς δικῆς του ἀδυναμίας, καὶ τῆς μεγαλοσύνης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ πάντα σβήστηκαν, καὶ τοὺς θεωρεῖ ὅλους Ἁγίους. Ὅλοι εἶναι καλοί, λέει, καὶ μετὰ δακρύων προσεύχεται ὑπὲρ ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοῦ δαίμονος. Ὁπότε, βλέπετε ὅτι μπορεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀνάψη μιὰ τέτοια ὑψικάμινος ἀγάπης καὶ στοργῆς καὶ ἐλεημοσύνης μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ κατακαίωνται τὰ πάντα· καὶ νὰ εἶναι ἤδη αὐτὸς ἀπὸ τώρα μέσα στὸν Παράδεισο. Ὄχι κατὰ φαντασίαν, ἀλλὰ ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ. Γι’ αὐτό, δὲν μ' ἀρέσει ὁ ἐντοπισμός, ποὺ λέει ὁ Κύριος: "Μὴ σᾶς ποῦν ἐδῶ ἢ ἐκεῖ". Ἂν σᾶς ποῦν ἐδῶ, ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει, μὴν πιστεύσητε, οὔτε - ξέρω καὶ ᾿γὼ - ἐκεῖ, ἀλλὰ "ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί". Ἡ ταπείνωσι εἶναι, καὶ ἡ ἑκούσια ἀποδοχή. Ὅπως ὁ Κύριος εἶναι ὁ "ῥαπισθεὶς ὑπὲρ γένους ἀνθρώπων καὶ μὴ ὀργισθείς". Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, "ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν", ποὺ ξέρει νὰ ὑποφέρη τὸν πόνο. Ἐμεῖς δὲν ξέρομε. Μετά, κάτι ἄλλο, ποὺ λέει ὁ Μεσσίας διὰ στόματος Προφήτου Ἠσαΐου: "Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα Του, ὁ Προφήτης, ὁ Μεσσίας, λέει, ὁ Κύριος λέει διὰ τοῦ Προφήτου Του: Ἐγὼ οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω. Τὸν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα". Αὐτὸ τὸ "οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω", ἂν ἔρθη ἡ ὥρα μας νὰ περάσουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάστασι, στὸ νὰ ποῦμε νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπειθοῦμε καὶ ἀντιλέγομε, καὶ δὲν γίνεται τίποτα. Ἂν μποροῦμε νὰ φτάσουμε σ᾿ αὐτὸ τὸ "οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω, χτυπᾶτε ὅλοι", κάτι γίνεται. Καὶ αὐτοὶ ποὺ χτυποῦν καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν χτυποῦν, ὅλοι βοηθοῦν στὸ νὰ ἔρθη ἡ μία βασιλεία, ἡ ὁποία σώζει ὅλους. Γι’ αὐτό, λέμε τὸ ἑξῆς: ὅτι, κατ' ἀρχήν, ἐγὼ αἰσθάνομαι ἄσχημα τὴ στιγμὴ ποὺ σᾶς μιλῶ γι' αὐτὰ τὰ πράγματα. Τί θὰ μὲ ἀνέπαυε; Θὰ μ᾿ ἀνέπαυε νἄμασταν μέσα σὲ μιὰ ἐκκλησία - νὰ μὴν πῶ, στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου δὲν πᾶνε ὅλοι - νἆναι μεγάλη, νἆναι χτισμένη Ὀρθόδοξα, ἁγιογραφημένη Ὀρθόδοξα, καὶ ν' ἀρχίση, τὸ "Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρὸς σέ, ὁ Θεός" καὶ νὰ ἀκούσωμε τὸ Ἀλληλούϊα, μόνο τὸ Ἀλληλούϊα. Καὶ "Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται" τρεῖς φορὲς καὶ τὸ Ἀλληλούϊα τέσσερις καὶ τέσσερις, ὀχτὼ φορές, καὶ νὰ προχωρήσουμε παρὰ κάτω: "Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ". Καὶ τότε τί γίνεται; νὰ μείνη ὁ καθένας σας μόνος, ὄχι κάτω ἀπὸ τὸν βομβαρδισμὸ τῶν δικῶν μου λέξεων, ἀλλὰ τὸν βομβαρδισμὸ τῆς Χάριτος. Ἡ ὕλη εἶναι ἔμπλεως τῆς θείας χάριτος, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ ∆αμασκηνός. Καὶ τὴν πρώτη Κυριακή, τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι Κυριακὴ τῆς ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων, λέγεται: "Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐκ σοῦ Θεοτόκε περιεγράφη σαρκούμενος, καὶ τὴν ῥυπωθεῖσαν εἰκόνα εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀναμορφώσας, τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξεν. Ἀλλ' ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν" . Συγκατέμιξεν τῷ θείῳ κάλλει. Καὶ τὸ θεῖο κάλλος εἶναι ἡ χάρις ἡ ἄκτιστη, εἶναι ἡ Θεότης. Κι ἕνας πληγωμένος, κι ἕνας βασανισμένος, δέχεται αὐτὴ τὴν παρηγοριὰ τοῦ θείου κάλλους, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλος, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν εἰκόνα, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ποίησι, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ὕλη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ γι' αὐτό, ἐὰν τυχὸν ἡ ὁρολογία ἡ δική μου φάνηκε εἰδικευμένη, δὲν μ' ἀρέσει ἡ εἰδίκευσι. Πῶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, "ἔξω τῆς πύλης, ἔξω τῶν τειχῶν, ἔξω τῆς πόλεως"; Καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ χάρι Του εἶναι ἔξω ἀπὸ ὁρολογίες εἰδικῶν καὶ ἐξειδικεύσεων. Εἶναι μιὰ χάρις, ἕνα θεῖο κάλλος, τὸ ὁποῖο συγκαταμιγνύεται μὲ τὴν ὕπαρξί μας. Καὶ βλέπετε ὅτι τὴ σωτηρία τὴ νοιώθουμε καὶ τὴ ζοῦμε στὴν Ὀρθοδοξία ὡς θεῖον κάλλος, ὄχι ὡς δικαίωσι νομική. Γι' αὐτό, βλέπετε, στὸ τέλος, τὸ γλεντᾶμε. Ἁπλῶς, δὲν κάνομε τίποτα καὶ χαιρόμαστε. Καὶ εἶναι νὰ χαρῆ ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ πρέπει νὰ χαρῆ ὅλος ὁ κόσμος. Κι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: "Θεέ μου, σῶσε τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ σῶσε τους ὅλους. Κι ἂν τυχὸν δὲν τοὺς σώσης, δὲν θέλω οὔτε κι ἐμένα νὰ σώσης, γιατὶ δὲν ξέρω τί σημαίνει Παράδεισος, χωρὶς τοὺς ἀδελφούς μου". Καὶ αὐτὸ ποὺ λέμε τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα: "Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως, μηδεὶς ἐξέλθῃ πεινῶν, μηδεὶς θρηνείτω πενίαν, μηδεὶς θρηνείτω πταίσματα, συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε". Ὅλοι, "νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον". Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἔκρηξι τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως κυοφορεῖται μέσα στὸ ἦθος, στὴ σεμνότητα καὶ στὸ πένθος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Κι ἔτσι, δὲν μιλοῦμε γιὰ Ἅγιον Ὄρος καὶ γιὰ μὴ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ κοσμικοὺς καὶ γιὰ λαϊκούς, γιὰ ζωγραφική, γιὰ φιλοσοφία, χωριστά. Ὅλα περιχωροῦνται, ὅλα συλλειτουργοῦν καὶ ὅλα γεμίζουν ἀπὸ τὸν θεῖο γλυκασμὸ τοῦ οὐρανίου κάλλους καὶ τῆς ἀναπαύσεως ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη· καὶ γι᾿ αὐτό, λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει" καὶ περιμένει τὴν ἐλευθερίαν της, τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὰ ἐλευθερωμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ. 
∆ὲν ξέρω, μήπως κουράστηκε ὁ κόσμος

 

Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, 
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων 
Αγίου Όρους 

 

 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Ε´ 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 

1. Τὸ ἀληθινὸ έπιβάλλεται μὲ τὴν παρουσία του ῾

 

Ο Κύριος ἐπιβάλλεται μὲ τὴν παρουσία Του, μὲ τὴ διαβεβαίωσι· «᾿Εγώ εἰμι» (᾿Ιω. 18, 5). 

∆ὲν ἀντιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται νὰ Τὸν συλλάβουν σὰν ληστή. ∆ὲν ἔχει τίποτε νὰ πῆ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν δικάζουν. ∆ὲν ἔχει σκοπὸ οὔτε τοὺς πρώτους νὰ κτυπήση, οὔτε ἀπὸ τοὺς δεύτερους νὰ δικαιωθῆ. ᾿Αλλοῦ βρίσκεται ὁ ἀγώνας Του· Μὲ τὸν Πατέρα Του μόνον ὁμιλεῖ. 

Στὴ Γεθσημανῆ, γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ῎Επεσε κατὰ πρόσωπον μέχρι τὴ γῆ. ῎Εφτασε ἡ παναγία Του ψυχὴ στὴ λύπη, τὴ μέχρι θανάτου. Παρεκάλεσε· 

«Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 39). 

Εἶναι πικρὸ τὸ ποτήριο τὸ ὁποῖο ἔφτασε ἡ ὥρα νὰ πιῆ· εἶναι ὅλη ἡ πίκρα τῆς ἁμαρτίας μας. 

Καὶ καταλήγει· 

«Μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42). 

Τότε τὰ πάντα ἔχουν τελειώσει. «᾿Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν» (᾿Ιω. 14, 31). 

῞Ο,τι ἔχει νὰ κάμη ὁ καθένας, ἂς τὸ κάμη τὸ συντομότερο. ∆ὲν προκειται νὰ θιγῆ στὸ ἐλάχιστο τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τὸ κάθε τι θὰ φανερώση τὴ δύναμι τῆς καταφάσεως. Τὸ ναὶ στὸ Πατρικὸ θέλημα. 

Προχωρεῖ ἐλεύθερα. Καὶ ἡ ἀλήθεια ὁμολογεῖται μὲ τὴν ἤρεμη διαβεβαίωσι τῆς παρουσίας Του· 

«᾿Εγώ εἰμι». 

Αὐτὸ ἔχει Τριαδικὴ δύναμι καὶ θεμελίωσι. 

᾿Εγὼ εἶμαι, ποὺ δὲν φοβᾶμαι τίποτε. ∆ὲν ἔχω τίποτε δικό μου σὰν σχέδιο ἢ θέλημα. 

᾿Εγὼ εἶμαι, ποὺ εἶπα· μὴ τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω θέλημα. 

᾿Εγὼ εἶμαι ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε φόβο ἢ ἀγωνία. Γιατὶ ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 

«᾿Εγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν» (᾿Ιω. 10, 30). 

Τὸ ᾿Αληθινὸ σώζει τὸν ἄνθρωπο, σώζει ὅλους καὶ ὅλα. ῞Οταν εἶναι βίαιο, εἶναι καὶ γαλήνιο. ῞Οταν ἔρχεται ἤρεμα, ἔχει τὴ δύναμι τῆς παντοκρατορίας. ῞Οταν εὐλογῆ, καθαίρει. ῞Οταν ρίπτη χαμαὶ τοὺς ἐρχομένους ἐναντίον του, τοὺς εὐεργετεῖ· αὐτὸ εἶναι εὐλογία καὶ θεραπεία γι᾿ αὐτούς. 

Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ᾿Ορθόδοξος προετοιμάζεται γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως ὄχι συζητώντας μὲ τὴ λογικὴ τούτου τοῦ κόσμου, ὄχι τροχίζοντας τὰ σπαθιὰ τῆς ἀμύνης σὲ ἀνθρώπινη διαλεκτικὴ ἢ ἔξαψι πάθους, ἀλλὰ παίρνοντας μιὰ γεῦσι καὶ μιὰ γνῶσι ξένη στὴ «σχόλη» καὶ τὴν ἐν λευκῷ παράδοσι στὸν Θεό. «Σχολάσατε καὶ γνῶτε» (Ψαλμ. 45, 11). 

Σχολάσατε· Μείνατε σ᾿ ἐγρήγορσι πνευματική, μ᾿ ἀνοιχτὸ πρόγραμμα καὶ αἰσθήσεις, γιὰ νὰ ἀκοῦτε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε στιγμή. Καὶ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου» νὰ εἶναι ἡ ἀσπίδα καὶ τὸ φῶς σας. 

Σ᾿ αὐτὴ τὴ νῆψι ζήτησε ὁ Κύριος νὰ μείνουν οἱ μαθητές Του, ἀγρυπνώντας μαζί Του· «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε» (Ματθ. 26, 41). 

᾿Εκεῖνοι δὲν τὸ κατώρθωσαν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μόλις ἦρθε ὁ κίνδυνος ἀντέδρασαν σπασμωδικά. ῎Εβγαλαν σπαθιά, ὅπως κάνει ἡ δειλία τοῦ κόσμου καὶ ἡ θρασύτης τοῦ ψεύδους. 

῎Εβγαλαν μαχαίρια γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὸν Κύριο. ∆ὲν εἶχαν καταλάβει, βεβαρημένοι ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὅτι Αὐτὸς -ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ- εἶναι τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον, καὶ ὅτι μὲ τὴν παρουσία Του τέμνει νέους δρόμους ζωῆς, ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας. 

῾Ο Κύριος δὲν ἀκούει τὸν Πέτρο, καὶ δὲν κτυπᾶ τοὺς ἐρχομένους γιὰ νὰ σώση τὸ ἄτομό Του. Νίκη Του δὲν εἶναι νὰ δῆ τοὺς ἐχθρούς Του στὰ πόδια Του νεκρούς. 

∆ὲν ἔχει ἐχθρούς. ∆ὲν βλέπει τὸν ἄνθρωπο σὰν ἐχθρό Του, ἔστω καὶ ἂν ἔρχεται ἐναντίον Του. Τὸν βλέπει σὰν ἄρρωστο, μὴ γινώσκοντα τί ποιεῖ. Καὶ πεθαίνει Αὐτὸς γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ἐχθροί Του. 

∆ὲν σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο· κατακρίνει τὴν ἁμαρτία. ∆ὲν τὴν κατακρίνει στὸ σῶμα τοῦ ἄλλου -ἔπρεπε τότε ὅλοι νὰ πεθάνωμε (ἅγιος ᾿Αθανάσιος)- τὴν κατακρίνει ἐν τῇ Σαρκὶ Αὐτοῦ. 

᾿Αντὶ νὰ θανατώση στὴ στιγμὴ τοὺς ἐπιτιθεμένους, σωζόμενος ἀτομικὰ (πράγμα ποὺ θὰ ἦταν δική Του ἧττα), προτιμᾶ νὰ θανατωθῆ ᾿Εκεῖνος, σώζοντας στὸ διηνεκὲς τοὺς πάντας. Τοὺς πάντας, ποὺ δὲν εἶναι κάτι ξένο ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του. Τοὺς πάντας, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ᾿Εκκλησία Του, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα Του. 

Νίκη του εἶναι ἡ σωτηρία τῶν πάντων. Σκοπός Του «ἵνα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἓν» (᾿Ιω. 11, 52). «῞Ινα ἀνακεφαλαιώσῃ ἐν ἑαυτῷ τὰ πάντα» (᾿Εφεσ. 1, 10). Καὶ δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὄχι μόνο τοὺς «ἐχθρούς» Του σώζει, ἀλλὰ ἐξαρθρώνει τὸ μίσος καὶ ἐξαφανίζει τὴν ἐχθρότητα. «Τὴν ἔχθραν κτείνας, ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν εἰρήνην χαρίζεται» (Εἱρμὸς ε´ ᾠδῆς κανόνος Θεοφανείων). 

∆ιδάσκει ἄλλο τρόπο ἐπιβολῆς, ποὺ βασιλεύει στὰ πέρατα· ∆ὲν ἀπομονώνει, δὲν νεκρώνει, ἀλλὰ προσλαμβάνει καὶ θεώνει. 

῾Η ἀτομικὴ σωτηρία εἶναι μόνωσι. ῾Η θυσία, ἡ κάθοδος ἀπὸ ἀγάπη, εἶναι ἄνοδος. «῾Ο καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς» (᾿Εφεσ. 4, 10). «Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτὸν» (᾿Ιω. 12, 32). ῞Οταν ᾿Εκεῖνος προσφέρεται ἑκούσια ἀπὸ ἀγάπη σὲ θάνατο γιὰ νὰ σώση 836 τοὺς φίλους Του, τότε εἰσέρχεται μέσα στὸν κόσμο ἀκτίνα τρισηλίου φέγγους. Καινὸς τρόπος ζωῆς ἀναγεννᾶ τὰ πάντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικότητος, τῆς ἐνσωματώσεως τῶν πάντων ἐν Χριστῷ. «᾿Εκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι» (Α´ ᾿Ιω. 3, 16). 

Τούτη εἶναι ἡ Καινὴ ᾿Εντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ἀποκάλυψι τῆς φύσεώς μας, ποὺ οὐκ ἔξωθεν «ἀλλ᾿ ὁμοῦ τῇ συστάσει τοῦ ζώου τοῦ ἀνθρώπου φημὶ σπερματικός τις λόγος ἡμῖν ἐγκαταβέβληται οἴκοθεν ἔχων τὰς ἀφορμὰς τῆς πρὸς τὸ ἀγαπᾶν οἰκειώσεως»(Μ. Βασίλειος, Ρ.G. 31, 908C). Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας. 

Τὸ πῶς ὑποστηρίζει κανεὶς καὶ ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια του μαρτυρεῖ γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ φύσι της. 

Τὸν Θεὸ πρέπει νὰ Τὸν γνωρίζωμε θεοπρεπῶς καὶ νὰ μιλοῦμε ἀνάλογα γι᾿ Αὐτόν. ῎Ετσι, μόνο αὐτοὶ ποὺ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴ στένωσι τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ ἔχουν παραδοθῆ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ κινηθοῦν ἄνετα στὸ μαρτύριο τῆς ᾿Αλήθειας, κινούμενοι σὲ χῶρο ἐλευθερίας (ἐπέκεινα τῆς ἀγωνίας), ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. 

Οἱ παλληκαρισμοὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου εἶναι φάσματα παροδικά, ἀνίσχυρα στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Λυγίζει τὸ παλληκάρι τὸ μεγάλο μπροστὰ σὲ μιὰ παιδίσκη. ῾Ο ληστὴς δὲν φοβήθηκε, γιατὶ ἦταν σταυρωμένος.῾Ο Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, γιατὶ φοβήθηκε τὸ σταύρωμα. ᾿Ελεύθερος εἶναι ὁ σταυρωμένος. 

∆ὲν φοβᾶται ὁ νεκρὸς τὸν θάνατο. ∆ὲν χάνει κανεὶς αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει. 

Κανεὶς ἀσφαλισμένος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίση τὸν Θεό. Κανεὶς ποὺ ἀμύνεται κοσμικὰ, σὰν τὸν Πέτρο, δὲν πιστεύει. Θὰ ὁμολογήση ἀναπόφευκτα τὴν ἀλήθεια (μετ᾿ ἀναθεματισμοῦ καὶ ὅρκου) ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Χριστό. 

Καὶ τότε, μετὰ τὴν ἐπώδυνη αὐτὴ κένωσι καὶ αἴσθησι τῆς ὁλικῆς ἀγνοίας, θὰ ἔλθη τὸ κλάμα, ἡ συντριβή, ἡ Χάρι. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀνατείλη ὁ ἥλιος, θὰ βλαστήση ἡ πίστι. Λιωμένος ἀπὸ τὸ πολὺ κλάμα, σὰν μωρὸ παιδί, γίνεται πάλι ὁ βράχος τῆς πίστεως. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος θὰ παραγγείλη· «Εἴπατε τοῖς μαθηταῖς καὶ τῷ Πέτρῳ». 

Κανεὶς ὁπλισμένος δὲν ἔχει νικήσει τὸν φοβο. Μόνο ὁ ἑκούσια ἔκθετος σὲ κάθε κίνδυνο ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸν Θεό. Γνωρίζει τὸν Θεὸ ὄντας μέσα σ᾿ Αὐτόν. 

᾿Εὰν βλέπης μπροστά σου ἐχθροὺς καὶ ἀμύνεσαι, δὲν εἶσαι ἐλεύθερος. ῾Η βασιλεία σου εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ καταργουμένου. Εἶσαι δοῦλος. 

᾿Εὰν βλέπης τοὺς ἄλλους ξένους ἀπὸ σένα, ἀγνοεῖς τὸν ἑαυτό σου. 

Οἱ ᾿Ιουδαῖοι χλεύαζαν τὸν Κύριο στὸν Σταυρό· «῎Αλλους ἔσωσε, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι». ∆ὲν ἤξεραν ὅτι οἱ ἄλλοι τοὺς ὁποίους ἔσωσε ἦταν ὁ ἑαυτός Του. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη σωτηρίας οὔτε ἀμύνης. Εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἀσφάλειά μας. 

Εἶμαι ᾿Ορθόδοξος ὁμολογητὴς σημαίνει· εἶμαι σταυρωμένος. Γίνομαι τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ πάντες νὰ κοινωνήσουν στὴ μιὰ ζωή. Γιατί, μιὰ φορὰ νὰ γεύτηκες ἀπ᾿ αὐτὴν ἀληθινά, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὴν ξεχάσης. ∆ὲν τὴ θυμᾶσαι ἁπλῶς· σὲ κατακλύζει, γίνεται πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου. 

Γίνεσαι «παράφρων» (᾿Αββᾶς ᾿Ισαάκ), γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι ἀδελφοί σου κοινωνοὶ τῆς ποιότητός Του. Τὰ τέκνα τοῦ προπάτορος ᾿Αδὰμ νὰ γίνουν μέτοχοι τοῦ Νέου ᾿Αδάμ, τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ τῆς τροφῆς, ποὺ μελίζεται καὶ δὲν διαιρεῖται. 

Θυσιάζομαι, ἐδῶ σημαίνει· χάνομαι στὴ ζωή, κατακλύζομαι ἀπὸ αἰωνιότητα. ῾Ο ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου. «῾Ο ἄλλος ὁ Θεός μου» (Εὐεργετινός). 

῾Ο ᾿Ορθόδοξος, - ὁ ῞Αγιος, ἀγαπᾶ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα πρὶν τὰ γνωρίση. Τὰ γνωρίζει μὲ τὴν ἀγάπη. Πλησιάζοντας τὸν ᾿Ορθόδοξο τὸν βλέπεις νὰ πονᾶ γιὰ σένα· νὰ σὲ γνωρίζη, νὰ σὲ ἀγκαλιάζη πρὶν σὲ δῆ. Νὰ σὲ ἀγαπᾶ πρὶν τὸ καταλάβης. Νὰ ἀποτελῆ ἐσώτατο ἑαυτό σου· οἰκεῖο καὶ ἄγνωστο βάθος σου, ὄχι κάτι ξένο. 

Σ᾿ αὐτὸν γνωρίζεις τὴν ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη προηγεῖται τοῦ ἑαυτοῦ του. ῾Ο ἑαυτός του ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τρέφεται προσφερόμενος σ᾿ Αὐτήν· «῾Ο Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α´ ᾿Ιω. 4, 8). 

Στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς θυσιαστηρίου ἀγάπης ὁ ᾿Ορθόδοξος κατὰ χάριν εἰκονίζει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ποὺ προαιώνια, μυστηριακὰ αἱμάσσει ὡς τὸ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐσφαγμένον ᾿Αρνίον τῆς ᾿Αποκαλύψεως. 

∆ὲν εἶναι ἐλεύθερος ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ. ῾Η ἀγάπη «ἔξω βάλλει τὸν φόβον». Κατακαίει τὰ πάντα. ᾿Ελεήμων καρδία εἶναι «καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. ᾿Εκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καί οὐ δύναται βαστάξαι ἢ ἀκοῦσαι ἢ ἰδεῖν βλάβην τινὰ ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γινομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτοὺς καὶ ἱλασθῆναι αὐτοῖς ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ» (᾿Αββᾶς ᾿Ισαάκ, Λογ. πα´, σελ. 306). 

Τεταμένος πάνω στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ ἀναπαύεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αὐτὸ γίνεται σὰν προσφορὰ ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους. ∆ὲν ὑπάρχει τρόπος καὶ τόπος ποὺ ἀναπαύει τὴν ἀνθρώπινη φύσι βαθύτερα (πιὸ ἀληθινὰ καὶ θεανθρώπινα) ἀπὸ τὸ σταύρωμα καὶ τὸν σταυρό τῆς ἀγάπης. ∆ὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὀδύνη. Τότε δὲν ὑποστηρίζει ἕνα κομμάτι. ∆ὲν τὸν ἐνδιαφέρει τὸ ἐπὶ μέρους καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήση στὴν κόλασι τοῦ μισοῦ καὶ τοῦ μίσους. ∆ὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρη. ᾿Αγκαλιάζει τὸ ὅλο. ῞Ολα εἶναι δικά του. Σταυρώνεται γιὰ ὅλα. Εἶναι καθολικός, ἤρεμος. 

Καὶ ἡ ᾿Ορθόδοξη εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου δὲν μᾶς παρουσιάζει τὸν πόνο κάποιου ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν καρφιῶν του, ἀλλὰ φανερώνει τὴ γαλήνη τοῦ ῾Ενός, τοῦ «Βασιλέως τῆς ∆όξης», ποὺ ἀναπαύεται στὴν κατάπαυσι τῆς ἀγάπης. Βρίσκεται στὸν Σταυρὸ καθηλωμένος, προσφερόμενος ἑκούσια ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Καὶ αὐτὴ ἡ πρᾶξι δὲν λέγεται θάνατος, ἀλλὰ εἶναι ἀτελεύτητη ζωὴ καὶ αὔξησι. 

῞Οταν ὁ ᾿Ορθόδοξος θεολογῆ, ἐργάζεται, σταυρώνεται, «ἀπόλλυται» γιὰ νὰ ἀφήση τὸν χῶρο ἐλεύθερο γιὰ νὰ ἔλθη ᾿Εκεῖνος ποὺ σώζει ὅλους· Αὐτὴ ἡ κατοχή, ἔλευσι καὶ προσδοκία τῆς καθολικῆς σωτηρίας, ποὺ στοιχίζει τὸν θάνατο τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς, ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ χαρίζει τὶς πραγματικές του διαστάσεις, τὴν ἀποκαραδοκούμενη παραδείσια γαλήνη, καὶ τὸν ἀναλαμβάνει στὸν χῶρο τῆς Τριαδικῆς αὐτοσυνειδησίας. 

*

«῎Ετι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς» (Λουκ. 18, 22). 

Αὐτὸ τὸ «ἓν» ἔτι λείπει πάντα ἀπὸ ὅλους. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνωμε πάντα ὅλοι μας γιὰ νὰ ζοῦμε· Νὰ πουλοῦμε ὅ,τι ἔχομε καὶ νὰ τὸ δίδωμε, νὰ τὸ χάνωμε. ῞Ο,τι βγαίνει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀτέλειωτη πώλησι, προσφορά, νὰ τὸ δίνωμε στοὺς «φτωχούς». ῎Ετσι μαζεύεται θησαυρὸς ἐν οὐρανῷ. Αὐτὸν δὲν πρέπει καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν πουλήσωμε ἢ νὰ τὸν δώσωμε σὲ κανένα, γιατὶ ἀνήκει ὁλόκληρος σ᾿ ὅλους. Αὐτὸς εἶναι τὸ σύμβολο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἑνότητος καὶ ἑνοποιήσεως τῶν πάντων καὶ ταυτόχρονα τῆς διαστολῆς τοῦ καθενὸς στὶς διαστάσεις τῶν πάντων. 

῾Ο ᾿Ορθόδοξος εἶναι καθολικός· Τὸ ᾿Ορθόδοξον ἀφορᾶ, ἀνακεφαλαιώνει καὶ σώζει τὸ καθ᾿ ὅλου. ∆ὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω. ∆ιάστασί του εἶναι τὸ ἀδιάστατον τοῦ θανάτου· διάρθρωσί του εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος. 

Τὸ μὴ ᾿Ορθόδοξον εἶναι ἐπὶ μέρους, ἀνεπαρκές, ἀκατάστατο, προκλητικὸ καὶ παραπλανητικὸ γιὰ ὅλους. 

῾Η ᾿Εκκλησία φέρει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἠρεμίας στὸ μέτωπο της (᾿Αποκ. 7, 3), φέρει τὸν Τριαδικὸ χαρακτήρα, ὡς σύστασι τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς της. 

 Αρχιμ.Βασιλείου Γοντικάκη 
απο το βιβλίο ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ 
στοιχεία λειτουργικής βιώσεως 
του μυστηρίου της ενότητος 
μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία 

από τις εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ



Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Βασίλειος Γοντικάκης Ἀρχιμανδρίτης


Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Βασίλειος Γοντικάκης
Ἀρχιμανδρίτης

Ἐρώτησι: Ἕνας περίφημος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζει τὴν Παναγία οὐρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θὰ θέλατε, π. Βασίλειε, νὰ συζητήσουμε λίγο τὴ θέσι τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν μέσα στὴν Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία; 
Ἀπάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμᾶμαι ἕνα ἄλλο θεοτοκίο, ποὺ λέει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό. Καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέει ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καί, βλέποντάς τα, εἶδε καὶ εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ κάλλος καὶ αὐτὴ ἡ καλοσύνη, ἀφοροῦσαν τὴν Παναγία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα «καλά λίαν», ἐπειδὴ ὁδηγοῦσαν στὴν Παναγία, ἐπειδὴ ἐν τέλει θὰ ἐγεννάτο ἡ Παναγία. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. 
Ὁ Θεὸς δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο «καλόν λίαν» καὶ δημιούργησε στὸ τέλος τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ πλάσιμο τοῦ ὁποίου καταβάλλει μία ἰδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μία ἰδιαίτερη ἐνέργεια. Δὲν λέγει καὶ γεννᾶται ἀλλὰ πλάθει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς» καὶ ἐμφυσᾶ «πνοήν ζωῆς» σ’ αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γινώμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ἂν ὑπακούαμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐν τέλει, ἀφοῦ μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία εἶναι δίκοπο μαχαίρι -εἴτε πηγαίνεις ἐπάνω διὰ τῆς ὑπακοῆς εἴτε καταστρέφεσαι διὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς αὐτονομίας- ἐμεῖς ἀκολουθήσαμε τὴ φιλαυτία καὶ χάσαμε τὸν Παράδεισο, βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ζήσαμε μία ζωὴ βασανισμένη, χιλιετίες καὶ αἰῶνες πολλούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τὸ ξέρουμε ὅλοι μας. 
Γεννιέται τότε τὸ ἐρώτημα πολλὲς φορές: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔσωσε, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀγαποῦσε; Ἐμεῖς παρηκούσαμε τοῦ πλάσαντος, κάναμε, ὅπως λέμε, τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀλλὰ Αὐτός, ὡς Θεὸς εὔσπλαγχνος καὶ Πατέρας, γιατί δὲν μᾶς ἔβαζε πάλι στὸν Παράδεισο; Ὅμως δὲν ὑπάρχει Παράδεισος χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ σώση τὸν Ἰούδα;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος καὶ λέει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ πάντα ἀλλὰ δὲν ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ σώση τὸν Ἰούδα, γιατί διὰ τῆς βίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. 
Ἔτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιὰ νὰ ἔρθη κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, τί σημαίνει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ καταλάβαινε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἦταν καθαρὸς καὶ πολὺ ταπεινός. Καὶ γεννήθηκε ἡ Παναγία. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε μ’ ἐκεῖνα ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρὶν νὰ ἔρθη ἡ πίστι, ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν Νόμο. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν ἀλλὰ ὁ Νόμος, ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος καὶ εἶναι ἀνίκανος νὰ σώση καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ἀληθινά. 
Γι’ αὐτό, ὅταν ἦρθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησι τῆς Παρθένου, τῆς γυναικὸς διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Αὐτή, λοιπόν, ἡ «ἐκ κοιλίας μητρός» τῆς ἠγιασμένη, ἀκριβῶς γιατί ἦταν καρπὸς πολλῆς προσευχῆς τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ποὺ ζήτησαν νὰ τοὺς χαρίση ὁ Θεὸς ἕνα παιδί καὶ νὰ τὸ ἀφιερώσουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας. Καὶ ἀκοῦμε στὴν ἀκολουθία τῶν Εἰσοδίων νὰ ψάλλη ἡ Ἐκκλησία ὅτι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Ἐκεῖ μένει ἡ Παρθένος ἐπὶ χρόνια, ἐκεῖ τρέφεται μὲ τροφὴ Ἀγγέλου καί, ὅταν φθάση σὲ μία ὥριμη ἡλικία καὶ ἔχη ὡς μνηστῆρα τὸν Ἰωσήφ, δέχεται τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό καὶ εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ πῆ «ναί» στὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, νὰ πῆ «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», νὰ δεχθῆ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτή. Κι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς, νὰ γίνη ἐκείνη ἡ ὁποία, διὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της, σαρκοποιεῖ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι, γίνεται ἡ «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων καὶ αὐτὴ ποὺ πράγματι ἀξιώνεται νὰ κάνη τὴ γῆ οὐρανό. 
Ἐρώτησι: Οἱ Πατέρες, μιλώντας μὲ τὴ γλώσσα τῆς θεολογίας καὶ τῆς θεοπνευστίας, καθόρισαν γιὰ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ὅτι βρίσκεται μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τί σημαίνει αὐτό; 
Ἀπάντησι: Μ’ αὐτὸ πού μοῦ λέτε, θυμᾶμαι τὸν ὕμνο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αὐτὴ εἶναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν». 
Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἔλεγα κάτι γενικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὅπως εἴπατε, ἡ Παναγία -τὸ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς- εἶναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως» καὶ κανεὶς δὲν μπορῆ νὰ ἔρθη πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὸ «μητροπάρθενον κλέος». Εἶναι αὐτὴ, στὴν ὁποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Καὶ εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς θήλασε μὲ τὴ Χάρι καὶ μὲ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἡ πρώτη, ἡ Εὕα, μᾶς θήλασε μὲ τὴν ἀνταρσία, μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο. 
Ἡ Παναγία, ὅπως λέει ἡ λέξι, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Καὶ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιατί ξεπέρασε ὅλους σὲ καθαρότητα, σὲ ταπείνωσι καὶ σὲ ὑπακοή. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν Παναγία. Γι’ αὐτό, βλέπουμε ὅτι τὸ κάλλος τῆς Παναγίας καὶ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἀπὸ τὴν Παναγία, εἶναι «ἔσωθεν», εἶναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός».Αὐτὸ τὸ κάλλος ποὺ γέννησε καὶ τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της, εἶναι αὐτὸ ποὺ φωτίζει ὅλη τὴ ζωή μας, τὰ προβλήματά μας καὶ τὶς δυσκολίες μας. 
Καὶ γυρίζω πάλι σ’ αὐτό ποὺ εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω γιὰ τὶς γυναῖκες. Τὸ πῶς θὰ τιμήσουμε τὴ γυναίκα, τὸ πῶς θὰ γίνη αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συμβῆ, θὰ τὸ βροῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Θεοτόκο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ βλέπουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες τώρα θέλουν νὰ πάρουν μία θέσι ἔνδοξη. Ἀλλὰ τὸ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ἡ γυναίκα, τὸ ἔδειξε ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Καὶ ἂν εἶναι μεγάλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, κανεὶς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν Παναγία• καὶ ἂν ἡ Παναγία εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς, δὲν ἔγινε, ὡστόσο, οὔτε διάκος οὔτε ἱερέας οὔτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γίνονται διάκοι ἢ ἱερεῖς, ὄχι γιατί ὑποτιμῶνται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ γιατί τιμῶνται ὑπερτέρως. 
Ἔτσι, ἀναδεικνύεται ἡ ἀλήθεια ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός καὶ ὅταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς φύλο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ὑπακοῆς καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, τὴν ὁποία ἐφαρμόζουν καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ τὴν ὁποία ἐφήρμοσε καὶ ἐνσάρκωσε ἰδιαιτέρως ἡ Παναγία, ἀποδεικνύεται ἰσχυρὸ καὶ ἰσχυρότερο. 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στὸν ὕμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας»; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Κι ἐμεῖς μὲ τὴν παράβασι ἀκολουθήσαμε τὸν διάβολο καὶ ὄχι τὸν Θεό. Καὶ μᾶς πέρασε ὁ λογισμὸς, ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὴν ἁγιότητα διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσουμε στὴ θέωσι μὲ τὸ νὰ ὑπακούσουμε στὸν διάβολο. Καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὅλο αὐτὸ τὸ χάσμα, ὅλος ὁ μεσότοιχος πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. 
Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξη κάποιος ἄνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς φθάνουμε στὴν ἐλευθερία, διὰ τῆς ταπεινώσεως φθάνουμε στὴ δόξα καί, θὰ ἔλεγα, διὰ τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ φθάνουμε στὸν ὄντως γάμο καὶ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μὲ τὸν Θεό. 
Ἐρώτησι: Ἐρχόμενος, π. Βασίλειε, ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Κύπρο, ποὺ ἔχει ἀφιερώσει στὴν Παναγία πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ μοναστήρια, πῶς νοιώθετε; 
Ἀπάντησι: Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἦρθα στὴν Κύπρο προσκεκλημένος, μὲ μία διάθεσι νὰ μιλήσω γιὰ τὴν Παναγία. Καί, ἔκπληκτος, βρέθηκα στὸ νησὶ τῆς Παναγίας, γιατί σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια σας εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία, τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχετε σὲ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ σπίτια σας ἐσείς, οἱ Κύπριοι. 
Ἀλλὰ κάτι πού μοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι καὶ ἦταν μία δωρεὰ τῆς Παναγίας ἦταν, ὅταν ἐπισκέφθηκα ἕνα χωριό, τὴν Ὁρᾶ. Εἴδαμε μία πολὺ μεγάλη, πετρόκτιστη καὶ ὡραῖα ἐκκλησία καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, νὰ ἔρθη ὁ νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ μπήκαμε μέσα στὸ ἱερό. Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸν ἀριστερὸ τοῖχο. Ἦταν ἀρχαία καὶ πάρα πολὺ ὡραῖα εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ προσκυνούσαμε, ὁ νεωκόρος, ἕνας ἡλικιωμένος ἄρχοντας τοῦ χωριοῦ, μοῦ εἶπε μία φράσι, ποὺ σ’ αὐτὴ ἦταν ὅλο τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μυστηρίου τῆς Παναγίας. Αὐθόρμητα μοῦ εἶπε: «Εἶναι ὡραία ἡ Βασίλισσά μας. Γειά στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε». 
Ἡ Βασίλισσα τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Παναγία. Καὶ ἡ Παναγία εἶναι ὡραία• καὶ ὡραῖα τὴ λένε οἱ Προφῆτες, τὴ λένε οἱ Πατέρες, τὴ λένε οἱ ὕμνοι. Καὶ τὸ κάλλος τῆς Παναγίας ἠράσθη, ἀγάπησε ὁ Θεὸς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας εἶναι τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καθαρότητος. Τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότης. 
Ἔτσι, συγκινήθηκα ἰδιαίτερα, ὅταν ἔνοιωσα αὐτὸ τὸ κάλλος, αὐτὴ τὴ χάρι, νὰ ὑπάρχη σ’ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι ἡ Κύπρος. Καὶ συγκινεῖται κανεὶς ἰδιαίτερα, ὅταν βλέπη πόσο ζῆ ἡ Παναγία μεταξύ μας καὶ πόσο πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὄχι ἀπὸ ἕναν Προφήτη, ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, χωριάτη καὶ ἄρχοντα, ἄκουσα αὐτὴ τὴ μεγάλη φράσι: «Ἡ Βασίλισσά μας εἶναι ὡραία». Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι, ποὺ θὰ σώση τὴν Κύπρο καὶ θὰ σώση τὸν κόσμο ὅλο. 
*Συνέντευξη σὲ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Κύπρου τὸν Μάιο τοῦ 1989.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ - Αρχ. Βασιλείου Γοντικάκη

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, εἶστε ὁ ἡγούμενος μιᾶς πολὺ μεγάλης Μονῆς, μιᾶς πολὺ ἱστορικῆς Μονῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρήθηκε μιὰ ἀναγέννησι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ποῦ ὀφείλεται κατὰ τὴ γνώμη σας; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἡσυχίας, εἶναι ὁ τόπος ποὺ κρύβει πολλὴ χάρι. Κάποτε εἴχαμε περιφρονήσει τὸ Ὄρος καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ θεωρήσαμε ὡς κάτι μικρὸ ἢ μὴ σημαντικό. Στὴ συνέχεια, ἴσως μιὰ ἀποστασία καὶ μιὰ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἔκανε νὰ νοιώσουμε τὴ χάρι ποὺ βρίσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πράγματι, συμβαίνει μιὰ ἀναγέννησι στὸ Ὄρος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ὀφείλεται σὲ κάποια ἀπόφασι ἑνὸς μεγάλου ἄρχοντος, ἐκκλησιαστικοῦ ἢ πολιτικοῦ, ἢ σὲ κάποια προσπάθεια. Ἄνθρωποι ποὺ ἦρθαν νὰ προσκυνήσουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ νὰ τὸ ἐπισκεφθοῦν ἀπὸ περιέργεια ἔνοιωσαν ἕνα ἐσωτερικὸ συγκλονισμό, ἔνοιω σαν ὅτι ἐδῶ πέρα ὑπάρχει κάτι τὸ ἀληθινό, ὑπάρχει ἕνας λόγος ἐκκωφαντικός, ὁ ὁποῖος προσφέρεται διὰ τῆς σιγῆς. Ὑπάρχει ἕνα φῶς ποὺ σὲ ἕλκει. Κι ἄλλη φορὰ μοῦ ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐρώτησι, γιατί ἔρχονται νέοι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κι ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἴδια ἐρώτησι μπορεῖ νὰ τεθῆ σ' ὅλα τὰ δένδρα καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἄνθη: γιατί πηγαίνουν πρὸς τὸ φῶς; ∆ιότι τὸ φῶς εἶναι ἡ προϋπόθεσι τῆς ζωῆς τους. Καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τὸ ὄρος τῆς μεταμορφώσεως, εἶναι τὸ ὄρος τῆς ἡσυχίας καὶ τοῦ θείου κάλλους, ποὺ ἕλκει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἐπειδὴ σήμερα ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ἡ ψυχὴ τοῦ νέου ἀνθρώπου, εἶναι ἀπο γοητευμένη ἀπ᾿ ὅλα τὰ σχετικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν ὅλες οἱ θεωρίες, τὰ συστήματα καὶ τὰ κόμματα, γι' αὐτό, αὐθόρμητα καταφεύγει στὸ Ἅγιον Ὄ ρος. Ἔρχεται κάποιος στὸ Ἅγιον Ὄρος -πολλὲς φορές, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ περιέργεια- καὶ νοιώθει κάτι βαθύ. Ἔρχεται κάποιος ἄλλος στὸ Ἅγιον Ὄρος, νομίζοντας ὅτι ἔχει σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν παίρνει τίποτε. Ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο κανεὶς εἶναι πληγωμένος ἢ εὐαίσθητος, θὰ πάρη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι, τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ καταλαβαίνει ἢ ἕνα μικρὸ παιδὶ ἢ ἕνας ἄνθρωπος πολὺ πληγωμένος. Μπαίνοντας στὸ Ὄρος νοιώθεις ὅτι ὑπάρχει κάτι πνευματικό. Μπαίνοντας μέσα σὲ μιὰ μονή, σὲ μιὰ ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ μοναστηριοῦ ἢ τῆς ἐκκλησίας, οἱ εἰκόνες, τὸ πρόγραμμα, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς ζωῆς, οἱ ψαλμωδίες, ὅ λα λένε κάτι. Καὶ τὸ καταπληκτικὸ εἶναι ὅτι ὅλα λένε τὸ ἴδιο πράγμα, καὶ ὑπάρχει ἕνα συλλείτουργο, ποὺ παρουσιάζει τὴν παράδοσί μας, τὴν πολιτιστικὴ καὶ πνευματική. Κι ἔτσι, διαπιστώνεις ὅτι ἐδῶ πέρα ὑπάρχει ἕνας χῶρος ὅπου μπορεῖς νὰ μείνης. Θυμᾶμαι, ὅταν εἶχα ἐπισκεφθῆ ἕνα Γέροντα ἀγράμματο στὸ κελλί του, καὶ τὸν ρώτησα: «Γέροντα, τί κάνεις;», μοῦ ἀπάντησε: «Ἐδῶ μένω». ∆ὲν εἶχε νὰ πῆ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο: «Μένω στὸν τόπο, ὅπου ἡ στάσι εἶναι κίνησι». Θὰ ἔλεγα καὶ κάτι ἄλλο: Ὅπως ἕνα ἔμβρυο μένει στὴ μήτρα τῆς μητέρας του καί, χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, αὐξάνει καὶ μεγαλώνει, ἔτσι κι ἕνας ἄνθρωπος, ζώντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, μέσα στὴν Ἐκκλησία, σ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ πνεῦμα, χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, νοιώθει ὅτι αὐξάνει, γιατὶ βρίσκεται μέσα στὴ μήτρα τῆς μητέρας Ἐκκλησίας. Ἐδῶ νοιώθεις ὅτι, ἐν τέλει, Ἐκκλησία εἶναι ὅλος ὁ χῶρος, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλη ἡ κτίσι, ἁγιασμένη καὶ μεταμορφωμένη μὲ τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἐρ.:π. Βασίλειε, ὑπάρχει ἡ ἄσκησι καὶ ἡ ἀσκητικὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὰ τὰ μεγέθη τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ καὶ τοῦ μοναχοῦ πῶς μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸ σημερινὸ ἄνθρωπο νὰ δῆ τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ Ἁγίου Ὄρους; 
Ἀπ.: ἄσκησι συνήθως, ὅταν ἀκούγεται ἀπὸ τὸν κόσμο, δημιουργεῖ ἕνα αἴσθημα ὄχι καὶ τόσο εὐχάριστο. Ἀλλά, ἐν τέλει, εἶναι ἡ προϋπόθεσι γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἄνθησι καὶ στὴν καρποφορία. Ὅπως ἕνα δένδρο δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορήση, ἂν δὲν καλλιεργηθῆ καὶ κλαδευθῆ, ἔτσι κι ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάση στὴν καρποφορία του, ἂν δὲν περάση μιὰ ἄσκησι. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι μιὰ διάκρισι, γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ κλάδεμα, καὶ ἄλλο τὸ κουτσούρεμα, ἄλλο εἶναι ἡ ἐγχείρησι, ποὺ γίνεται ἀπὸ ἕνα χειροῦργο, καὶ ἄλλο τὸ σφάξιμο, ποὺ γίνεται ἀπὸ ἕνα σφάχτη. Ζώντας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νοιώθεις ὅτι, ὅταν εἶναι αὐστηρή, δείχνει σ' ἐσένα τὴν ἀγάπη της· καὶ ὅτι, ὅταν εἶναι φιλάνθρωπη, ἡ φιλανθρωπία της καὶ ἡ ἀγάπη της δὲν ἔχουν τίποτε νὰ κάνουν μὲ ἄρρωστους συναισθηματισμούς, ἀλλὰ ἔχουν σχέσι μὲ κάτι ἀληθινὸ καὶ δραστικό. Ἔτσι, νοιώθεις ὅτι ἡ ἄσκησι στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι προϋπόθεσι τῆς καρποφορίας, ἡ νηστεία εἶναι προϋπόθεσι τοῦ χορτασμοῦ -ὅπως λέγει τὸ Τριώδιο, ἔχουμε, κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στὴ νηστεία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἄριστο ἐστιάτορα- ἡ ταπείνωσι εἶναι προϋπόθεσι τῆς ἀληθινῆς δόξας, ἡ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸν κόσμο εἶναι προϋ πόθεσι γιὰ νὰ ἑνωθῆς μὲ ὅλο τὸν κόσμο. Γι' αὐτό, ὁρίζεται καὶ ὁ μοναχὸς ὡς «ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος». Ἂν ἕνας θέλη νὰ ἑνωθῆ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, πρέπει νὰ χωριστῆ ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν ἑνωθῆ μὲ μερικά, τότε χωρίζε ται ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀπαίτησι νὰ ἑνωθῆς μὲ ὅλο τὸν κόσμο, χωρίζεσαι ἀπ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Μέσα στὴν Ἐκκλησία βρίσκεις αὐτὴ τὴν τέχνη τοῦ κλαδέματος, ποὺ χρειά ζεσαι γιὰ νὰ καρποφορήσης. Μέσα στὴν Ἐκκλησία βρίσκεις τὸν τρόπο πῶς τὸ πένθος γίνεται χαροποιό, πῶς ἡ ταπείνωσι ἀποδεικνύεται ὑψοποιός, πῶς μὲ τὴ φτώχεια πλουτίζεις καὶ πῶς μὲ τὴν ὑπακοὴ ἐλευθερώνεσαι. Ὅταν νοιώσης ὅλα αὐτὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, νοιώθεις στὸ τέλος ὅτι διὰ τοῦ θανάτου προχώρησες στὴν αἰώνια ζωή. Λοιπόν, ἡ ἄσκησι διδάσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀπομάκρυνσι. Ἀλλὰ ἡ ἀπομάκρυνσι καὶ ἡ ἀναχώρησι σὲ φέρνουν στὴν ἀληθινὴ κοινωνία, καὶ ἡ ἡσυχία εἶναι μιὰ πλησμονὴ δράσεως καὶ ζωῆς, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἀπὸ μιὰ ἄλλη δύναμι, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος καταξιώνεται νὰ προσφέρη ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του Χριστῷ τῷ Θεῷ, στὸν ἴδιο τὸν Θεό. 
Ἐρ.: ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέγει τοῦτο τὸ ἐκπληκτικό: «∆ιὰ πλοῦτον ἄπειρον ὑπάρχω πένης καὶ διψῶ διὰ πλῆθος ὑδάτων». Αὐτὴ ἡ δίψα τοῦ πλήθους τῶν ὑδάτων μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος; 
Ἀπ.: Αὐτὴ ἡ δίψα μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀλλά, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος μ᾿ ἕνα τρόπο θαυμαστό, ποὺ σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ κορεσθῆ καὶ σὲ κάθε ἕνα ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτεί ας τοῦ Κυρίου, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καταφύγη στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτὸ χαίρεται κανεὶς τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἄν, δηλαδή, ἕνας μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔβρισκε κάτι τὸ ὁποῖο ἔσβηνε τὴ δίψα του, τὴ βαθιὰ καὶ ἀληθινή, καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο δὲν ἔσβηνε τὴ δίψα κάθε ἑνὸς ἀνθρώπου, τότε δὲν θὰ ἔσβηνε οὔτε τὴ δική του. Τὸ Ἅγιον Ὄρος μᾶς παρηγορεῖ, γιατὶ δι᾿ αὐτοῦ βλέπουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄν θρωποι μποροῦν νὰ μποῦν μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ εὐρυχω ροτέρα τῶν οὐρανῶν καὶ ἡ ζεστὴ φωλιὰ ποὺ ὅλους μᾶς χωρᾶ καὶ ὅλους μᾶς ἀνα παύει. 
Ἐρ.:π. Βασίλειε, οἱ οὐράνιες αὐτὲς πολιτεῖες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ εἶναι οἱ ἱερὲς μονὲς -ἔτσι, τουλάχιστο, τὶς ἔνοιωσα, ὅταν πῆγα στὸ Ὄρος- μποροῦν ν᾿ ἀ ποτελέσουν πρότυπα γιὰ τὸ βίο τῶν ἀνθρώπων; 
Ἀπ.: Νομίζω ὅτι μποροῦν ν᾿ ἀποτελέσουν τὰ μοναδικὰ πρότυπα, ἀκριβῶς γιατὶ ἐκεῖ νοιώθεις ὅτι γίνεται σεβαστὸς ὁ ἄνθρωπος. Κι ἐδῶ θὰ ἤθελα νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: Πόσο διαφέρουν τὸ γεγονὸς καὶ ἡ ὀργάνωσι τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπὸ τὸ γεγονὸς καὶ τὴ διάρθρωσι τῆς ζωῆς ἑνὸς δυτικοῦ, ἂς ποῦμε, μοναστηριοῦ! Ἐκεῖ πέρα βασιλεύει ἕνας νόμος καὶ μιὰ τάξι, ποὺ ρυθμίζουν τὰ πάντα. Ἐδῶ πέρα, νομίζω πολὺ περισσότερο, βασιλεύει μιὰ ζωή. Ἄλλο εἶναι τὸ πνεῦμα ἑνὸς στρατώνα, καὶ ἄλλο τὸ πνεῦμα μιᾶς οἰκογένειας, ὅπου ἡ μητέρα φροντίζει τὸ κάθε ἕνα της παιδί ἀναλογα μὲ τὴν ἡλικία του καὶ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔχει ἀνάγκη. Βλέπει κανεὶς στὸ Ἅγιον Ὄρος ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα μας -τὸ Ἅγιον Ὄρος λέγεται Περιβόλι τῆς Παναγίας- καὶ ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ὁ κάθε ἕνας νὰ βρῆ τὸν τρόπο του, νὰ βρῆ τὸν ρυθμό του, νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του. Καὶ ἔτσι, ὅλοι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ὅλοι εἶναι ἑνωμένοι. Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχει μεγάλα κοινόβια μοναστήρια, ἔχει σκῆτες, ποὺ εἶναι σὰν μικρὰ χωριά· καὶ κάθε σπίτι μιᾶς σκήτης, ποὺ λέγεται καλύβη, ἔχει ἕνα, δύο, τρεῖς, τέσσερις μοναχούς, καὶ ἔχει ἕνα μικρὸ κῆπο καὶ μιὰ ἐκκλησία. Καὶ κάθε μέ ρα κάνουν οἱ λίγοι μοναχοὶ τῆς καλύβης τὴν ἀκολουθία στὴν ἐκκλησία τῆς καλύ βης, καὶ κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη γιορτὴ συγκεντρώνονται ὅλοι μαζὶ στὸ Κυριακό, ποὺ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία τῆς σκήτης. Κι ἔτσι, ἔχουμε τὸν συνδυασμὸ τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σκῆτες, ἔχουμε τὰ κελλιά, ποὺ εἶναι σὰν μικρότερα μοναστήρια. Καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κελλιά, ἔχουμε τὰ ἡσυχαστήρια, ὅπου μένουν ἕνας ἢ δύο ἢ τρεῖς μοναχοί, ποὺ ζοῦν πιὸ φτωχικὰ καὶ πιὸ ἥσυχα. ῎Ετσι, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ μοναστήρια, ἔχουμε τὶς σκῆτες, τὰ κελλιά, τὰ ἡσυχαστήρια. Ὁ καθένας ἔχει τὸν τόπο του. Καί, ταυτόχρονα, ὑπάρχουν οἱ Ἕλληνες, οἱ Ρῶσοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Σέρβοι, οἱ Ρουμάνοι, ποὺ ὁ καθένας ἔχει τὴ σκήτη του κι ἔχει καὶ τὸ μοναστήρι του. Καὶ βλέπουμε ὅτι ὅλοι βρίσκουν τὸν τό πο τους, καὶ ὅτι οἱ λαοὶ εἶναι ἀδελφωμένοι. Κι αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὑπάρχει καὶ ἱερουργεῖται, κι ἔχει ξεπεράσει ὅλες τὶς δυσκολίες σὲ μιὰ σειρὰ χιλίων καὶ πλέον ἐ τῶν. Ἄν, λοιπόν, κανεὶς εἶναι ἀνθρωπολόγος, ἂν εἶναι κοινωνιολόγος, ἂν θέλη πραγματικὰ νὰ γνωρίση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ σεβαστῆ τὸν ἄνθρωπο, ἂν θέλη νὰ φτιάξη συστήματα κοινωνικά, ποὺ νὰ χωροῦν τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ κτίση σπίτια καὶ πολιτεῖες, ποὺ νὰ δίνουν τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ πάρη τὴ σωστὴ ἀ γωγή, νομίζω ὅτι ἔχει νὰ πάρη πάρα πολλὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι μιὰ φανέρωσι καὶ μιὰ ὑλοποίησι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

 

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ - Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης

 

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 
῾Η ἑνότης μέσα στὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία δὲν νοεῖται σὰν ἁπλὴ διοικητικὴ διευθέτησι καὶ ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ ὡς χάρις καὶ πλήρωμα τῆς καινῆς ζωῆς, ποὺ καινοποιεῖ τοὺς γηγενεῖς καὶ τὸν κόσμο τους ὁλόκληρο. 
∆ὲν ἔχει ἡ θεολογία δική της φιλοσοφία, ἡ πνευματικότης δική της νοοτροπία, ἡ διοίκησι δικό της σύστημα, ἡ ἁγιογραφία δική της σχολή. ῞Ολα ἀναδύονται ἀπὸ τὴν ἴδια κολυμβήθρα τῆς λειτουργικῆς ἐμπειρίας. ῞Ολα συλλειτουργοῦν Τριαδικά, προσάδοντα τὸν τρισάγιο ὕμνο μὲ τὴ δική τους γλώσσα. «Πάντα ἄρχονται φθέγγεσθαι ξένοις δόγμασι, ξένοις ρήμασι, ξένοις διδάγμασι τῆς ῾Αγίας Τριάδος»
Τίποτε δὲν εἶναι αὐθαίρετο, ἀπομονωμένο, ξένο ἢ πρόσθετο μηχανικά. Κανένα δὲν ἔχει τὸν δικό του νόμο, τὸ δικό του «θέλημα», ὡς ἀνταρσία. Τίποτε τὸ ξένης φύσεως, νοήσεως ἢ στάσεως δὲν εἰσέρχεται. 
Τὸ κάθε τι καταλάμπεται ἀπὸ τὴν Τριαδικὴ χάρι. Τὸ δράμα ὀργανικὰ συζῆ καὶ ἐνσωματώνεται μέσα στὸ ὅλον. 
῾Υπάρχει ἕνας Νόμος πνευματικός, ποὺ δεσπόζει τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων. Τὰ πάντα ἀπορρέουν, ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴ γνῶσι τῆς ῾Αγίας Τριάδος. 
Τὰ πάντα ἀναδύονται ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα, τὴ ζωὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ἀπὸ τὸ βαπτισμα εἰς τὸν θάνατον τοῦ ᾿Ιησοῦ. 
«῾Η ζωὴ ἐκ τοῦ Τάφου ἀνέθορε» καὶ ἀναθρώσκει. Μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ θανάτου τὰ πάντα ὑπάρχουν διαφορετικά. 
Μπορεῖ νὰ λεχθῆ ὅτι τὸ ἴδιο Τριαδικὸ ἀπήχημα ἀκατάπαυστα ἀναδύεται ἀπὸ τὴν πιὸ κατώτερη λειτουργία ζωῆς μέχρι τὶς ἀγγελικὲς χοροστασίες τῆς τρισαγίου φωνῆς. 
Πειθήνια ὑποτασσόμενος στοὺς νόμους τῆς Τριαδικῆς λειτουργίας ὁ ἄνθρωπος καὶ θελγόμενος ἀπὸ τὴν παναρμόνια τούτη συμφωνία, φέρεται ἐπὶ τῶν πτερύγων τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος, ποὺ τὸν ἐξάγουν ἀπὸ τὸν κλειστὸ χῶρο τοῦ κτιστοῦ στὸ εὐρύχωρο πλάτος τοῦ Παραδείσου καὶ τὸν ἐπαναφέρουν στὸ οἰκεῖον ἀξίωμα. 
Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἕνας ᾿Ορθόδοξος ἐρωτᾶται γιὰ τὸ θέμα τῆς ἑνότητος, δὲν πάει ὁ νοῦς του σὲ κάτι ἀνθρώπινο καὶ κλειστό, ἀλλὰ σὲ κάτι τὸ ἀπέραντο καὶ θεϊκό. ∆ονεῖται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν ἐπινίκιο ἰαχὴ ποὺ ἀναπέμπεται ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ ᾿Αναστάντος· «῾Εάλω ὁ θάνατος θανάτῳ» (Παρακλητική)
῾Η ἑνότης τῆς ᾿Εκκλησίας διοργανώνεται, πολιτεύεται καὶ φανερώνεται μετὰ τὸν θάνατο ποὺ φέρνει στὴν αἰώνια ζωή. 
῾Η ἑνότης τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει τὶς διαστάσεις τῆς ᾿Ελευθερίας καὶ τὸ πολίτευμα τῆς «καινῆς βιοτῆς»
Καὶ τὸν θάνατο αὐτὸν ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωὴ τὴν ἀληθινὴ ἑνότητα καὶ θεία περιχώρησι-τὸν ἐνσαρκώνει ἡ ᾿Εκκλησία σ᾿ ὅλο της τὸ σῶμα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις· 
-Στὴ θεολογία, μὲ τὴν ἀποφατικὴ γνῶσι, ποὺ εἶναι Γολγοθᾶς τῆς νοήσεως. 
-Στὴν ὀργάνωσι, μὲ τὸ νὰ ὑπάρχη συνοδικῶς, «Τριαδικῶς»
-Στὴ θεία Λειτουργία, μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ προσφορά· «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα»
-Στὴν εἰκόνα, μὲ τὴν εἰκαστικὴ φανέρωσι τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους. 
-Στὴν πνευματικότητα, μὲ τὴν ἐκζήτησι τῆς ταπεινώσεως (καὶ ὅχι μὲ τὴν ἁπλὴ πρόσκτησι τῶν ἀρετῶν) ποὺ εἶναι θυσία τῶν πάντων καὶ ἐπώδυνη «κένωσις»
῎Ετσι ἔρχεται διὰ τοῦ σταυροῦ τοῦ ἀνθρωπίνου (τοῦ ἰδίου θελήματος) χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ τῆς ᾿Εκκλησίας. Κινεῖται, δρᾶ καὶ φανερώνεται ἡ ἄνωθεν ἐπιδημοῦσα Χάρις, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὀργανικὰ τὰ πάντα. 
῾Ο πόνος βρίσκεται ἐδῶ· Πῶς μπορεῖ νὰ λειτουργηθῆ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος. Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη βατὴ ἡ ἀπόστασι ποὺ χωρίζει τὴν ἀγωνία καὶ τὴ δίψα τοῦ νέου ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πλησμονὴ τῆς καινῆς ζωῆς καὶ τὴν πατερικὴ δημιουργία. ῎Η, πῶς μπορεῖ νὰ καταργηθῆ ἡ ἀπόστασι ποὺ χωρίζει θεολογία καὶ ζωή. 
῞Οταν αὐτὸ γίνη, τότε νέα ρεῖθρα θὰ ποτίσουν τὴ διψασμένη γῆ μας καὶ χυμοὶ τῆς βαθύρριζης ᾿Ορθοδόξου παραδόσεώς μας θὰ ἀνανεώσουν τοὺς βλαστοὺς τοῦ κουράγιου καὶ τῆς ζωῆς μας. Τότε θὰ νοιώσουμε τὸ ἕνα, μοναδικὸ καὶ καθολικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὰ πάντα. Θὰ νοιώσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει βάσι συγκρίσεως μὲ κανένα προηγούμενο ἢ ἑπόμενο. Μέσα της κρύβει ὅλα τὰ προηγούμενα, προαιώνια καὶ ἑπόμενα, ἀτελεύτητα. 
Τὰ πάντα γνωρίζονται ὡς νέα, καινοφανῆ, γιατὶ ὁ Κύριος εἶναι «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος»
Τὰ πάντα εἶναι δοκιμασμένα καὶ ἀσινῆ. ∆ὲν στέκει ὄρθιο κανένα εἴδωλο, πεποιημένο χερσὶ ἢ νοήμασι, γιατὶ ὁ Θεὸς γνωρίζεται ἐδῶ ὡς «ὁ εἷς, τὰ πάντα καὶ οὐδεὶς» (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Μόνο ἐδῶ γνωρίζεται ὁ Θεὸς ὡς τῆς ἑνότητος χορηγός. 
Μόνο ἐδῶ βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο, σωσμένο ψυχῇ τε καὶ σώματι. 
* 
Οἱ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν δὲν δίδονται σὰν λύσι στὸ πρόβλημα τῆς ἑνότητος, ἀλλὰ σὰν μικρὲς ἀφορμὲς καὶ ἀναβαθμοὶ ποὺ πιθανῶς μποροῦν νὰ βοηθήσουν κάποιον στὸ νὰ προχωρήση πιὸ συνειδητὰ μέσα στὴν ᾿Εκκλησία, ὅπου «τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο τῆς ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ἑνότητος μυστήριον ἐπιτελεῖται» (Μυσταγωγία, ἁγίου Μαξίμου)
Τότε μόνος του κανεὶς θὰ καταλάβη ποιὰ ἀπάντησι δίδεται καὶ γιὰ τὸ 778 πρόβλημα τῆς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν καὶ τὸν «οἰκουμενισμό», ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύνταξι αὐτῆς τῆς ἐργασίας. 
Πρὶν τελειώσουν αὐτὲς οἱ εἰσαγωγικὲς γραμμὲς πρέπει ἀκόμη κάτι νὰ λεχθῆ· 
Τὸ νὰ κατεβάσης τὸν λόγο στὸ ἐπίπεδό σου -ἀπασχολούμενος μὲ παρόμοια θέματα- δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ (ὁ ἄλλος δὲν περιμένει νὰ ἀκούση τὶς ἀπόψεις σου, ἀλλὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ). Καὶ τὸ νὰ ἀνέβης ὁλόκληρος στὸ ὕψος τῆς θεολογικῆς ἱερολογίας, ὄντας μεμολυσμένος, εἶναι ἐπικίνδυνο καὶ ἀνέφικτο. ῎Ετσι, νοιώθεις τὸ γράψιμο τοῦτο νὰ εἶναι πάντα ἕνας σταυρός. 
Γι᾿ αὐτό, ἂς γίνουν δεκτὲς οἱ σελίδες τοῦτες σὰν ἕνας ὀβολὸς ἑνὸς φτωχοῦ στοὺς ἀδελφούς του. Καὶ ἂς εἶναι συγχρόνως μιὰ αἴτησι τῶν προσευχῶν τους. Γιατὶ μόνο στοὺς ἀδελφούς, τοὺς «ἁγίους», τὴν ᾿Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων, μποροῦμε νὰ στηριχτοῦμε. ᾿Εκεῖ βρίσκεται ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας.

 

Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης,
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων
Αγίου Όρους

Λόγια τοῦ π. Βασιλείου Ἰβηρίτη στὴν ἐντατική: «Ο Χριστὸς εἶναι Ζωή, εἶναι τὸ Φῶς, εἶναι Παράδεισος»!

 
Λόγια τοῦ π. Βασιλείου Ἰβηρίτη στὴν ἐντατική: «Ο Χριστὸς εἶναι Ζωή, εἶναι τὸ Φῶς, εἶναι Παράδεισος»!

(28 Αυγούστου – 17 Σεπτεμβρίου 2025)

- Μὴ μοῦ λέτε νὰ γίνω καλά. Εἶμαι καλά. 

Ὁ ἡγούμενος [Ηγούμενος Ναθαναήλ της Ιεράς Μονής Ιβήρων], ὄντας ἀσθενής ἀπὸ τὸ κόβιντ καὶ ὁ Γέροντας στὴν ἐντατική, σὲ τηλεφωνικὴ ἐπικοινωνία τοῦ εἶπε:

«Γέροντα, διάβασα τὰ Ἀποτυπώματα, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἤμουν ἔτσι ζαβλακωμένος, ἄρρωστος, πονεμένος, στεναχωρημένος ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν στην πανήγυρη [ὁ π. Ἀθηναγόρας ἀπὸ τὴ μητρόπολη Βεροίας ἀρρώστησε ἐδῶ τὴν προπαραμονή, ὁ Γέροντας τραυματίστηκε τὴν παραμονή, ὁ π. Ἰωακεὶμ τοῦ Μυλοποτάμου ἔσπασε τὸ χέρι του στὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας, ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ποὺ προεξῆρχε, ὁ ἡγούμενος κι ἄλλοι τρεῖς πατέρες κόλλησαν κόβιντ] μὲ ἀκούμπησε πολύ.»

Ὅταν πῆγε καὶ τὸν εἶδε στὴν ἐντατική, τοῦ λέει ὁ Γέροντας:

«Μοῦ ᾿πες προχθὲς κάτι, καὶ μὲ κολάκευσε, ὅτι σ᾿ ἀκούμπησαν τ᾿ Ἀποτυπώματα. Καὶ δὲν πρέπει νὰ κολακεύεται κανείς· εἶν᾿ ἁμαρτία. Σὲ ζητῶ νὰ μὲ συγχωρέσεις γι᾿ αὐτὸ τὸν λογισμὸ ποὺ ἔβαλα.»

Προγεύομαι τὴ μέρα τοῦ πανηγυριοῦ, τῆς ἐξόδου μου καὶ τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο (τὸν ναὸ τοῦ κοιμητηρίου τῆς Μονῆς. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ἀνέφερε τοὺς Ἁγίους Πάντες, τὸν ναὸ τοῦ κοιμητηρίου τῆς Σκήτης Ἰβήρων, ὅπου ἀσκήτευε ἀπὸ τὸ 1965 ὣς τὸ 1968).

Θὰ εἶμαι ἐκεῖ καὶ θὰ ἀπολαμβάνω. Καὶ τὸ κελί μου θὰ βλέπω καὶ ὅλους σας. (Ἕνα μήνα πρίν, ἔλεγε: «Ἐγὼ θὰ φύγω ἀλλὰ θὰ εἶμαι ἐδῶ. Θὰ παρακολουθῶ τὰ ἔργα. Θὰ τὰ παρακολουθῶ ὅλα. Δὲν θὰ μ᾿ ἐνοχλεῖτε· δὲν θὰ σᾶς ἐνοχλῶ.»)

Καί: Περιμένω τὴ μεγάλη γιορτὴ στὸ κοιμητήριο τῆς Ἰβήρων. 

Μιὰ ἑβδομάδα περίπου πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του:

-Θά ᾿θελα ἕνας Ὀρθόδοξος παπὰς νὰ μὲ κοινωνήσει.

-Ἀμέσως τώρα. Πότε θέλετε;

-Σήμερα.

Μετὰ ἀπὸ λίγο, γιὰ τὸν ἱερέα ποὺ θὰ τὸν κοινωνοῦσε:

-Ποῦ εἶναι τώρα;

-Ἔρχεται. Πάει στὴν ἐκκλησία, νὰ πάρει τὴ θεία κοινωνία.

-Ἄ, ἐντάξει. Διάβαζε τὰ γράμματα (τὴν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως).

Μετὰ τὴ θεία κοινωνία: Νάμα, νάμα (πολλὲς φορὲς μέχρι νὰ βροῦν σὲ σοῦπερ μάρκετ καὶ νὰ τοῦ τὸ φέρουν).

Στὸν ἡγούμενο, μετὰ ποὺ αὐτὸς τὸν κοινώνησε:

-Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ. Μεγάλη δύναμη ἡ θεία κοινωνία. Εὐχαριστῶ πολύ. Εὐχαριστῶ πολύ. Εὐχαριστῶ πολύ. Εὐχαριστῶ πολύ.

Στὴν ἑπόμενη θεία κοινωνία, στὸν ἡγούμενο:

- Δὲν ξέρεις τί δύναμη ἔχει ἡ θεία κοινωνία.

Στην τελευταία θεία κοινωνία του, ὅταν μόνο λέξεις μποροῦσε ν᾿ ἀρθρώσει:

- Εὐχαριστῶ. Εὐχαριστῶ. Εὐχαριστῶ.

- Γέροντα, ἐμεῖς εὐχαριστοῦμε.

-Ὄχι. Ὄχι. Ὄχι.

Στὸν μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανάσιο:

-Κοίταξε, κάνεις ἔργο ἱερό. Συνέχισέ το. Εἶναι ἔργο Θεοῦ. 

Στοὺς νοσηλευτές:

-Τὸ ξέρεις τὸ Πάτερ Ἡμῶν; Πὲς τὸ Πάτερ Ἡμῶν. Πὲς τὸ Πιστεύω. 

-Ποῦ εἶναι ὁ Π.Δ. (ὁ γιατρός, πνευματικοπαίδι του, ποὺ εἶχε τὴν ὅλη φροντίδα του κι ἔλειπε τότε στὴν Ἀγγλία); Πότε θά ᾿ρθει;

-Θά ᾿ρθει τὴν Τρίτη.

-Σήμερα τί μέρα εἶναι;

-Τετάρτη. Θέλουμε ἀκόμα λίγες μέρες.

Ἔκανε ἕνα νόημα ὅτι δὲν θὰ προλάβει. Ὁ γιατρὸς ἄλλαξε τὰ εἰσιτήρια κι ἦρθε Σάββατο βράδυ, τρία εἰκοσιτετράωρα καὶ κάτι πρὶν ὁ Γέροντας ξεψυχήσει. 
Γιὰ μιὰ μαύρη νοσηλεύτρια ποὺ τὸν περιποιοῦταν:

-Αὐτὴ ξέρει ἑλληνικά;

-Ξέρει καλύτερα ἀπὸ μᾶς. Ἦρθε τριῶν χρονῶν στὴν Ἑλλάδα μὲ τὸν πατέρα της.

-Αὐτὴ εἶναι μιὰ μαύρη ποὺ εἶναι ἄσπρη. Ἐγὼ εἶμαι μαῦρος.


Πολὺ μὲ περιποιοῦνται. Πολὺ μὲ φροντίζουνε. Δὲν τὸ ἀξίζω. Μὴ μὲ περιποιεῖστε τόσο πολύ.

Εἶμαι ἕνα κάθαρμα ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα Βασίλειος Γοντικάκης (εἶχε ἕνα πλαστικὸ βραχιόλι στὸ χέρι ποὺ ἔγραφε: «Βασίλειος Γοντικάκης τοῦ Κωνσταντίνου»).  
Νὰ μὲ ράψετε (ὁλόκληρο, στὸν μοναχικὸ μανδύα, νὰ μὴ φαίνεται οὔτε τὸ πρόσωπο, οὔτε κάτι ἄλλο). Ραμμένο, ραμμένο. Θέλω νά ᾿μαι ραμμένος. (Ὅταν εἶδε ἕναν ἡγούμενο νὰ τὸν κηδεύουν μὲ μανδύα καὶ ποιμαντορικὴ ράβδο: «Ἐμένανε, ἁπλὸ μοναχό. Ὅ,τι κάνουν στοὺς μοναχούς.»)  
Ὁ τάφος δὲν εἶναι πέρασμα στὸν θάνατο, ἀλλὰ στὴ ζωή, τὴν ὄντως Ζωή. Ὁ Χριστὸς εἶναι Ζωή, εἶναι τὸ Φῶς, εἶναι Παράδεισος. Εἶμαι καταδικασμένος νά ᾿μαι στὸν Παράδεισο.

Δόξα τῷ Θεῷ. Δόξα τῷ Θεῷ. Δόξα τῷ Θεῷ (πολλὲς φορὲς σὲ πολλὲς μέρες).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Δημοφιλείς αναρτήσεις