Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Τρία κεφάλαια για την προσευχή και την καθαρότητα της καρδιάς


Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Τρία κεφάλαια για την προσευχή και την καθαρότητα της καρδιάς

1. Επειδή το θείο είναι αυτοαγαθότητα, έλεος αληθινό και άβυσσος καλωσύνης, ή μάλλον που κι αυτή την άβυσσο περιλαμβάνει, γιατί είναι πάνω από κάθε όνομα που λέμε και κάθε τι που νοούμε, μόνο με την ένωση μαζί Του μπορεί κανείς να βρει έλεος. Ενώνεται δε κανείς μαζί Του με τη μετοχή, κατά το δυνατόν, των όμοιων αρετών και με την κοινωνία κατά την προσευχή προς το Θεό με τη δέηση και την ένωση. Η κοινωνία όμως δια μέσου των αρετών, λόγω ομοιότητας, κάνει κατάλληλο τον αγωνιστή να υποδέχεται το θείον, όχι όμως και να τον ενώνει μαζί Του.

Ενώ η δύναμη της προσευχής ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση και ένωση του ανθρώπου προς το Θεό, γιατί είναι σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη, όταν βέβαια η προσευχή, με τη φλογερή κατάνυξη, ξεπεράσει τα πάθη και τους λογισμούς. Γιατί είναι αδύνατο να ενωθεί ο Θεός με τον εμπαθή νου. ώστε, όσο ο νους είναι εμπαθής ενώ προσεύχεται, δεν έχει βρει το έλεος του Θεού. Όσο πάλι μπορεί να ξεπερνά τους λογισμούς, τόσο αποκτά και το πένθος. κι ανάλογα με το πένθος δέχεται και το έλεος της θείας παρηγοριάς. Κι αν μείνει σ’ αυτά για καιρό με ταπείνωση, τότε μεταποιεί ολοκληρωτικά και το παθητικό μέρος της ψυχής.

2. Όταν το ενιαίο του νου γίνει τρισσό, μένοντας ενιαίο, τότε ενώνεται με τη θεαρχική Τριαδική Μονάδα, αποκλείει κάθε είσοδο πλάνης και γίνεται ανώτερο από τη σάρκα, τον κόσμο και τον κοσμοκράτορα διάβολο. Και έτσι, ξεφεύγοντας ολοσχερώς τις αφορμές από αυτά, βρίσκεται μέσα στον εαυτό του και το Θεό και απολαμβάνει πλουσιοπάροχα την πνευματική αγαλλίαση που πηγάζει από μέσα του όσο βρίσκεται σ’ αυτή τη κατάσταση. Το ενιαίο του νου γίνεται τρισσό, μένοντας ενιαίο, με τη στροφή του νου στον εαυτό του και με την ανάβαση στο Θεό δια μέσου του εαυτού του. Η στροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξη του εαυτού του, ενώ η ανάβασή του στο Θεό γίνεται αρχικά με την προσευχή, προσευχή όμως με συνεπτυγμένη μορφή, αν και κάποτε γίνεται και με πιο διεξοδική, πράγμα που είναι πιο κοπιαστικό. Αν τώρα παραμένει κανείς καρτερικά στη σύμπτυξη αυτή του νου και την ανύψωσή του στο Θεό, εμποδίζοντας με ισχυρή βία την τάση της διάνοιάς του να κινείται σε πολλά, πλησιάζει το Θεό νοερά και επιτυγχάνει τα άρρητα και γεύεται τον μέλλοντα αιώνα και με νοερή αίσθηση γνωρίζει ότι ο Κύριος είναι αγαθός, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Γευθείτε και δείτε ότι ο Κύριος είναι αγαθός»(Ψαλμ.33,9). Το να βρει λοιπόν κανείς το νου του τρισσό, να είναι δηλαδή ο ίδιος μόνος του ο φύλακας και ο φυλασσόμενος και ο προσευχόμενος κατά τη φύλαξη, δεν είναι ίσως πολύ δύσκολο. Η μακρά όμως καρτερική παραμονή σ’ αυτή την κατάσταση που γεννά τα απόρρητα, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Οποιοσδήποτε κόπος άλλης αρετής είναι μικρός κι ευκολότατος, αν συγκριθεί με αυτόν. Γι’ αυτό και πολλοί που αφήνουν την προσπάθεια εξαιτίας της στενοχωρίας της προσευχητικής αρετής, δεν αξιώνονται να φτάσουν στην πλατωσιά των θείων χαρισμάτων. Εκείνους όμως που υπομένουν, τους περιμένουν μεγαλύτερες εκδηλώσεις της θείας βοήθειας, που τους υποβαστάζουν και τους σηκώνουν και τους προωθούν με ηδονή προς τα εμπρός, κάνοντας πιο βατή τη δύσβατη οδό και βάζοντας μέσα τους την αγγελική, ας πούμε επιτηδειότητα και ενδυναμώνοντας την ανθρώπινη φύση μας να πλησιάζει τα υπέρ φύση , σύμφωνα με το λόγο του Προφήτη: «Όσοι υπομένουν, θα βγάλουν φτερά. θα ανανεωθεί η ισχύς τους»(Ησ. 40,31).

3. Νους ονομάζεται και η ενέργεια του νου που αποτελείται από λογισμούς και έννοιες. Νους είναι και η δύναμη που τα ενεργεί αυτά, η οποία και καρδιά ονομάζεται από τη Γραφή. Σύμφωνα με αυτήν, που είναι η κυριότατη απ’ όλες τις εσωτερικές μας δυνάμεις, η ψυχή μας είναι λογική. Η ενέργεια λοιπόν του νου που συνίσταται στους λογισμούς, στους ανθρώπους που σχολάζουν στην προσευχή και μάλιστα τη μονόλογιστη, τακτοποιείται και καθαίρεται εύκολα. Η δύναμη όμως του νου που γεννά αυτή την ενέργεια, δεν μπορεί να καθαρθεί, αν δεν καθαρθούν κι όλες οι άλλες δυνάμεις της ψυχής. Γιατί η ψυχή είναι οντότητα πολυδύναμη. Όταν λοιπόν δημιουργηθεί μέσα της κακία από κάποια από τις δυνάμεις της, μολύνεται ολόκληρη και μετέχουν στο μολυσμό της μιας όλες οι δυνάμεις, επειδή η ψυχή είναι ενιαία. Αφού λοιπόν κάθε δύναμη της ψυχής παρέχει διαφορετική ενέργεια, είναι δυνατό, μια οποιαδήποτε ενέργεια να καθαρθεί προσωρινά μετά από κατάλληλη προσπάθεια. αυτό όμως δε σημαίνει ότι κι η αντίστοιχη δύναμη της ψυχής είναι καθαρή. Γιατί καθώς επικοινωνεί με τις άλλες, μπορεί να είναι ακάθαρτη μάλλον, παρά καθαρή. Γι’ αυτό εκείνος, που με την επιμέλεια της προσευχής καθάρισε την ενέργεια του νου και φωτίστηκε σ’ ένα βαθμό, ή με φως γνώσεως ή και με νοερά έλλαμψη, αν για τούτο θεωρήσει τον εαυτό του καθαρμένο, πλανάται εξαπατώντας τον εαυτό του και με την οίηση ανοίγει εναντίον του εαυτού του μεγάλη θύρα στο διάβολο που πάντοτε επιχειρεί να μας πλανά. Αν όμως, γνωρίζοντας την ακαθαρσία της καρδιάς του, δεν υπερηφανευτεί με τη μέτρια εκείνη καθαρότητα, τότε χρησιμοποιώντας αυτή σαν βοηθό, βλέπει καθαρότερα την ακαθαρσία, και των άλλων ψυχικών του δυνάμεων και προοδεύει στην ταπείνωση και προσθέτει πένθος στο πένθος και εφευρίσκει την κατάλληλη θεραπεία για την κάθε μία δύναμη της ψυχής. Καθαρίζει λοιπόν με την πράξη την πρακτική του δύναμη, με τη γνώση τη γνωστική και με την προσευχή τη θεωρητική, και με αυτά φτάνει στην τέλεια κι αληθινή και μονιμότατη καθαρότητα της καρδιάς και του νου. Αυτήν δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί από κανένα, παρά με την τελειότητα στην πράξη, την επίμονη γύμναση, τη θεωρία και τη θεωρητική προσευχή. 
Πηγή : 
Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, Δ΄τόμος,

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Πόσες και πώς είναι οι κινήσεις τής ψυχής



Πόσες και πώς είναι οι κινήσεις τής ψυχής

 Απάντηση σε απορίες

Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού

Αυτοί που φωτίσθηκαν από τη Χάρη διδάχθηκαν ότι η ψυχή έχει τρεις καθολικές κινήσεις που συνάγονται σε μία: 
Την νοερή κίνηση, τη λογική κίνηση και την κίνηση κατ’ αίσθηση. 
Και η πρώτη είναι απλή και ανερμήνευτη, κατά την οποία, κινούμενη η ψυχή ανεπίγνωστα γύρω από το Θεό, με κανένα τρόπο κι’ από κανένα από τα όντα δεν τον γνωρίζει εξαιτίας τής υπεροχής του. 
Η άλλη γίνεται σύμφωνα με την αιτία που ορίζει το άγνωστο· στην κίνηση αυτή η ψυχή κινούμενη φυσικά, όλους τους φυσικούς λόγους τής κίνησης αυτής που διαμορφώνουν τη γνώση μας αιτιακά μόνο επιβάλλει στον εαυτό της με επιστημονική ενέργεια. 
Και τρίτη τη σύνθετη· με αυτή την κίνηση έρχεται σ’ επαφή με τον εκτός κόσμο και σαν από κάποια σύμβολα αποτυπώνει στον εαυτό της τους λόγους τών ορατών. Με αυτούς με τρόπο μεγαλοφυή σύμφωνα με τον αληθινό και αλάθητο τρόπο τής φυσικής κίνησης διάβηκαν την παρούσα ζωή τών αγώνων και την αίσθηση που είχε απλούς τους πνευματικούς λόγους μόνο τών αισθητών δια μέσου τού λόγου την ανέβασαν στο νου, ενώ το λόγο ενιαία με μια απλή κι’ αδιαίρετη σύνεση τον ένωσαν με το νου που είχε τους λόγους τών όντων. 
Το νου πάλι που απαλλάχθηκε κι’ έγινε καθαρός από την κίνησή του γύρω από όλα τα όντα και που ηρεμούσε κι’ από αυτήν την ίδια του τη φυσική κίνηση, τον πρόσφεραν στο Θεό. Και με το νου, αφού ολικά συνάχθηκαν μέσα στο Θεό, αξιώθηκαν να γίνουν μέσω τού Πνεύματος ένα κράμα όλοι αυτοί με όλο το Θεό, αφού φόρεσαν όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους όλη την εικόνα τού επουράνιου Πατέρα, και αφού τόσο μέρος απέσπασαν από τη θεία ανταύγεια, (αν επιτρέπεται να το πω αυτό), όσο αποσπάσθηκαν κι’ αυτοί, ενώθηκαν με το Θεό. Γιατί λένε ο Θεός και ο άνθρωπος είναι παραδείγματα ο ένας τού άλλου και σε τόσο βαθμό ο Θεός από φιλανθρωπία γίνεται άνθρωπος, όσο μπόρεσε ο άνθρωπος από αγάπη να θεοποιήσει τον εαυτό του, και τόσο ο άνθρωπος αρπάζεται κατά το νου από το Θεό για να γνωριστεί από αυτόν, όσο ο άνθρωπος φανέρωσε τον αόρατο από τη φύση του Θεό με τις αρετές του. 
Από αυτή λοιπόν τη φιλοσοφία που συνίσταται από λόγο και θεωρία, σύμφωνα με την οποία εξευγενίζεται αναγκαστικά και η φύση του σώματος, πληγωμένοι οι Άγιοι από τον θείο πόθο, έφθασαν αλάθευτα κι άξια στον Θεό με τις υπάρχουσες μέσα τους θείες ανταύγειες, διασχίζοντας αγωνιστικά το σώμα και τον κόσμο, και βλέποντας αυτά τα δύο να περιέχονται το ένα μέσα στο άλλο, τον κόσμο με τη φύση, το σώμα με την αίσθηση, και το ένα να γλιστράει στο άλλο, με κάποια αμοιβαία εναλλακτική ιδιότητα του ενός προς το άλλο. 
Κι επειδή κανένα από αυτά δεν είναι σύμφωνα με τον ατομικό του λόγο ελεύθερο από περιγραφή κι επειδή θεώρησαν ντροπή ν’ αφήσουν την αθάνατη και αεικίνητη ψυχή να φθείρεται και να περιγράφεται από τα θνητά και περιγραπτά, δέσμευσαν τον εαυτό τους με αδιάλυτον δεσμό μόνο με τον αθάνατον Θεό και ανώτερο από κάθε απεραντοσύνη, χωρίς να ενδίδουν καθόλου στις αντίθετες έξεις τού κόσμου και της σάρκας, πράγμα που είναι συμπλήρωμα κάθε αρετής και κάθε γνώσης και νομίζω και τέλος. 
Αλλά κι αν ακόμα κάποτε οι Άγιοι ασχολήθηκαν με τα θεάματα των όντων, δεν ασχολήθηκαν για να θεαθούν αυτά τα ίδια και να τα γνωρίσουν ολικά σύμφωνα με τη φύση μας, αλλά για να υμνολογήσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό που διαμέσου όλων και μέσα σε όλα και είναι και φανερώνεται, και να συγκεντρώσουν μέσα τους πολλή δύναμη θαυμασμού και αφορμή δοξολογίας. 
Γιατί, έχοντας λάβει από τον Θεό ψυχή που έχει νου και λόγο και αίσθηση εκτός από τη νοητή και την αίσθηση την αισθητή, όπως επίσης εκτός από τον ενδιάθετο και λόγο προφορικό, κι εκτός από το νου που νοεί και νου παθητικό (αυτό το νου τον καλούν φαντασία τού ζώου, με τον οποίο και τα λοιπά ζώα και το ένα το άλλο κι εμάς και τους τόπους που πέρασαν αναγνωρίζουν, και σ’ αυτό, λένε οι σοφοί σ’ αυτά τα θέματα, συνίσταται η αίσθηση, όντας όργανο για την αντίληψη όσων η φαντασία συλλαμβάνει), νόμισαν ότι έπρεπε τις ενέργειες αυτών όλων να προσφέρουν δικαιολογημένα όχι στον εαυτό τους, αλλά στον Θεό που τους τις έδωσε, που χάρη σ’ αυτόν κι από αυτόν είναι τα πάντα. 
Γιατί έμαθαν από τη λεπτομερειακή μελέτη των όντων πως είναι τρεις οι γενικοί τρόποι, ανάλογα με τις δυνατότητες των ανθρώπων, και σύμφωνα μ’ αυτούς ο Θεός δημιούργησε τα πάντα (για να έχομε το είναι, το μακάριο είναι, και το παντοτινό είναι μας έδωσε ουσία και υπόσταση)· και οι δύο από αυτούς τους τρόπους είναι ακραίοι και είναι τού Θεού μόνου, επειδή αυτός είναι αίτιο, ενώ ο άλλος είναι ενδιάμεσος και εξαρτημένος από τη δική μας βούληση και κίνηση, και είναι αυτός που παρέχει στους ακραίους την κυριολεκτική σημασία τους και που όταν αυτός δεν υπάρχει τους γίνεται άχρηστη αυτή η προσηγορία τους, επειδή δεν έχουν συνημμένο μαζί τους το καλό. Και σκέφθηκαν ότι δεν μπορούν αλλιώς ν’ αποκτήσουν και να διαφυλάξουν την αλήθεια των ακραίων, την οποία από τη φύση του ενεργεί το μακάριο είναι που από τη μέση όπου βρίσκεται σμίγει τα ακραία, παρά με την αεικινησία προς τον Θεό. Επιτείνοντας λοιπόν από δω την οπτική δύναμη της ψυχής μαζί με το φυσικό λόγο κι ακούγοντας το λόγο να φωνάζει ολοφάνερα ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε αντίστροφα τις φυσικές ενέργειες για τη φθορά που σημαδεύει αναγκαστικά τις φυσικές δυνάμεις από τον τρόπο της παράχρησης, σύμφωνα με τον αρμόζοντα λόγο της φύσης διδάχθηκαν να φέρονται ομαλά προς τον αίτιο της φύσης, για να υποδεχθούν κάποτε και το όντως είναι, αφού προστεθεί αυτό από εκεί απ’ όπου έχουν και το απλώς είναι. 
Ποιο κέρδος θα έχει αυτός που δεν είναι αίτιος του είναι του, ίσως συλλογίστηκαν και είπαν μέσα τους, κινούμενος γύρω από τον εαυτό του η γύρω από κάτι άλλο εκτός από τον Θεό, οπότε στο λόγο του "είναι" δεν θα μπορέσει να προσθέσει τίποτε ο ίδιος από τον εαυτό του ή κάποιος άλλος εκτός από τον Θεό; 
Γι' αυτό δίδαξαν, ο νους να σκέπτεται μόνο τον Θεό και τις αρετές του και να προσεγγίζει ανεπίγνωστα την άρρητη δόξα της μακαριότητάς του, ο λόγος να γίνεται ερμηνευτής και υμνωδός όσων έχουν νοηθεί και να συζητεί ορθά τους τρόπους που τα ενοποιούν, η αίσθηση εξευγενισμένη από το λόγο (λογική), φανταζόμενη τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειες να διακηρύττει όσο είναι δυνατό στην ψυχή τις διάφορες δυνάμεις του παντός, και με το νου και το λόγο κατευθύνοντας με σοφία, σα να ήταν πλοίο, την ψυχή, πέρασαν αυτόν τον υγρό και άστατο, που άλλοτε αλλιώς συμπεριφέρεται και κατακλύζει την αίσθηση, δρόμο της ζωής με πατήματα που δεν έσβησε το νερό.

Μαξίμου τού Ομολογητού 
Προς Ιωάννην Αρχιεπ. Κυζίκου,
περί διαφόρων αποριών".
Κεφ. Η΄.
ΕΠΕ Φιλ. Νηπτικών Τόμ. 14 Δ.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῦ



Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νὰ εἶναι λεπτή, νὰ εἶναι εὐαίσθητη, νὰ εἶναι αἰσθηματική, νὰ πετάει, ὅλο νὰ πετάει, νὰ ζεῖ μὲς στὰ ὄνειρα. Νὰ πετάει μὲς τ’ ἄπειρο, μὲς τ’ ἄστρα, μὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μὲς τὴ σιωπή.

Ὅποιος θέλει νὰ γίνει Χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητῆς. Αὐτὸ εἶναι. Πρέπει νὰ πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καὶ νὰ πονάεις. Νὰ πονάεις γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιὰ τὸν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τὰ πόδια, γιὰ νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες, δὲν λογαριάζει τίποτε, οὔτε ἀπειλές, οὔτε δυσκολίες, ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἄλλο πράγμα, ἀπείρως ἀνώτερο.

Καὶ ὅταν λέμε ἀγάπη, δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ θ΄ ἀποκτήσουμε ἀλλὰ ἡ ἀγαπῶσα καρδία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Τὸ κάθετι ἐκεῖ νὰ τὸ στρέφουμε. Βλέπουμε μία μητέρα νὰ ἔχει τὸ παιδάκι της στὴν ἀγκαλιά, νὰ τὸ φιλάει καὶ νὰ λαχταράει ἡ ψυχοῦλα της. Βλέπουμε νὰ λάμπει τὸ πρόσωπό της, ποὺ κρατάει τ’ ἀγγελούδι της. Ὅλ’ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὰ βλέπει, τοῦ κάνουν ἐντύπωση καὶ μὲ δίψα λέει: “Νὰ εἶχα κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ λαχτάρα στὸν Θεό μου, στὸν Χριστό μου, στὴν Παναγίτσα μου, στοὺς Ἁγίους μας!”. Νά, ἔτσι πρέπει ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό, τὸν Θεό. Τὸ ἐπιθυμεῖς, τὸ θέλεις καὶ τὸ ἀποκτᾶς μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς, ὅμως, ἔχουμε φλόγα γιὰ τὸν Χριστό; Τρέχουμε, ὅταν εἴμαστε κατάκοποι, νὰ ξεκουραστοῦμε στὴν προσευχή, στὸν Ἀγαπημένο, ἢ τὸ κάνουμε ἀγγαρεία καὶ λέμε: “Ὤ, τώρα ἔχω νὰ κάνω καὶ προσευχὴ καὶ κανόνα…”; Τί λείπει καὶ νιώθουμε ἔτσι; Λείπει ὁ θεῖος ἔρως. Δὲν ἔχει ἀξία νὰ γίνεται μία τέτοια προσευχή. Ἴσως, μάλιστα, κάνει καὶ κακό.

Ἂν στραπατσαριστεῖ ἡ ψυχὴ καὶ γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστὸς τὶς σχέσεις, διότι ὁ Χριστὸς “χοντρές” ψυχὲς δὲν θέλει κοντά Του. Ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ συνέλθει πάλι, γιὰ νὰ γίνει ἄξια τοῦ Χριστοῦ, νὰ μετανοήσει “ἕως ἐβδομηκοντάκις ἐπτά”. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινὴ θὰ φέρει τὸν ἁγιασμό. Ὄχι νὰ λέεις, “πᾶνε τὰ χρόνια μου χαμένα, δὲν εἶμαι ἄξιος” κ.λ.π., ἀλλὰ μπορεῖς νὰ λέεις, “θυμᾶμαι κι ἐγὼ τὶς μέρες τὶς ἀργές, ποὺ δὲν ζοῦσα κοντὰ στὸν Θεό…”. Καὶ στὴ δική μου τὴ ζωή, κάπου θὰ ὑπάρχουν ἄδειες μέρες. Ἤμουν δώδεκα χρονῶν, ποὺ ἔφυγα γιὰ τὸ Ἅγιο Ὅρος. Δὲν ἦταν αὐτὰ χρόνια; Μπορεῖ βέβαια νὰ ἤμουν μικρὸ παιδί, ἀλλὰ ἔζησα μακρὰν τοῦ Θεοῦ τόσα χρόνια!…

Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Ἰγνάτιος Μπραντσιανίνωφ στὸ βιβλίο του «Υἱέ μου, δὸς μοὶ σὴν καρδίαν»:
«Πάσα γὰρ ἐργασία σωματικὴ τὲ καὶ πνευματικὴ μὴ ἔχουσα πόνον ἢ κόπον, οὐδέποτε καρποφορεῖ τῷ ταύτην μετερχομένῳ, ὅτι βιαστή ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ “βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν”, βίαν εἰπῶν τὴν τοῦ σώματος ἐν πάσιν ἐπίπονον ἄσκησιν».
Ὅταν ἀγαπάεις τὸν Χριστό, κάνεις κόπο ἀλλὰ εὐλογημένο κόπο. Ὑποφέρεις, ἀλλὰ μὲ χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αὐτὰ εἶναι πόθος, θεῖος πόθος. Καὶ πόνος καὶ πόθος καὶ ἔρωτας καὶ λαχτάρα καὶ ἀγαλλίαση καὶ χαρὰ καὶ ἀγάπη. Οἱ μετάνοιες, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νηστεία εἶναι κόπος, ποὺ γίνεται γιὰ τὸν Ἀγαπημένο. Κόπος, γιὰ νὰ ζεῖς τὸν Χριστό. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κόπος δὲν γίνεται ἀναγκαστικά, δὲν ἀγανακτεῖς. Ὅ,τι κάνεις ἀγγαρεία δημιουργεῖ μεγάλο κακὸ, καὶ στὸ εἶναι σου καὶ στὴν ἐργασία σου. Τὸ σφίξιμο, τὸ σπρώξιμο, φέρνει ἀντίδραση. Ὁ κόπος γιὰ τὸν Χριστό, ὁ πόθος ὁ ἀληθινὸς εἶναι Χριστοῦ ἀγάπη, εἶναι θυσία, εἶναι ἀνάλυσις. Αὐτὸ ἔνιωθε καὶ ὁ Δαβίδ: «Ἐπιπόθει καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τᾶς αὐλάς τοῦ Κυρίου». Ποθεῖ μὲ λαχτάρα καὶ λιώνει ἡ ψυχή μου ἀπ’ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τοῦ Δαβὶδ ταιριάζει μὲ τὸν στίχο τοῦ Βερίτη ποὺ μ’ ἀρέσει:

«Συντροφιὰ μὲ τὸν Χριστὸ λαχτάρησα νὰ ζήσω, ὡς νὰ φτάσει κι ἡ στερνὴ στιγμὴ νὰ ξεψυχήσω».

Χρειάζεται προσοχὴ καὶ προσπάθεια, γιὰ νὰ κατανοεῖ κανεὶς αὐτὰ ποὺ μελετάει καὶ νὰ τὰ ἐνστερνίζεται. Αὐτὸς εἶναι ὁ κόπος ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος. Στὴν κατάνυξη, στὴ ζέση, στὰ δάκρυα θὰ μπεῖ μετὰ χωρὶς νὰ κοπιάσει. Αὐτὰ ἀκολουθοῦν, εἶναι δῶρα Θεοῦ. Ὁ ἔρωτας θέλει προσπάθεια. Μὲ τὴν κατανόηση τῶν τροπαρίων καὶ κανόνων καὶ τῶν Γραφῶν ἕλκεσαι εὐφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στὴν ἀλήθεια εὐφραινόμενος. “Ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου”, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ. Ἔτσι, αὐθόρμητα μπαίνεις στὴν κατάνυξη, ἀναίμακτα, καταλάβατε;

Ἐγὼ ὁ καημένος ἐπιθυμῶ ν΄ ἀκούω τὰ λόγια τῶν Πατέρων, τῶν ἀσκητῶν, τὰ λόγια της Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Σ’ αὐτὰ θέλω νὰ ἐντρυφῶ. Αὐτὰ καλλιεργοῦν τὸν θεῖο ἔρωτα. Τὰ ἐπιθυμῶ καὶ προσπαθῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ. Ἀρρώστησα καὶ «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Δὲν μπορῶ νὰ κάνω μετάνοιες. Τίποτε. Ἐπιθυμῶ, ἔχω ζῆλο καὶ ἔρωτα νὰ εἶμαι στὸ Ἅγιο Ὅρος καὶ νὰ κάνω μετάνοιες, νὰ προσεύχομαι, νὰ λειτουργῶ καὶ νὰ εἶμαι μ’ ἕναν ἀκόμη ἀσκητή. Εἶναι καλύτερο νὰ εἶναι δυό. Τὸ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Οὗ γὰρ εἰσὶ δυὸ ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν».

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου 
Βίος και Λόγοι

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ψυχολογίας και εν Χριστώ ζωής

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ψυχολογίας και εν Χριστώ ζωής. Η ψυχολογία επιδιώκει να απαλλάξη τον άνθρωπο από τα συμπλέγματα ενοχής, ενώ στην εν Χριστώ ζωή βιώνουμε την οδύνη, τον πόνο λόγω της απομακρύνσεως από τον Θεό και δεν σταματούμε την μετάνοια έως ότου μεταμορφωθή αυτή η οδύνη.
Άγιος  Σωφρόνιος του Έσσεξ

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Πώς θα κατορθώσομε την πραότητα. Τα τρία μέρη της ψυχής, το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό.



Πώς θα κατορθώσομε την πραότητα. Τα τρία μέρη της ψυχής, το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό.

78. Τούτο θα το κατορθώσεις εύκολα, όταν τα αποφεύγεις όλα και ταυτόχρονα παρακινείς την ψυχή σου στην αγάπη, όταν κρατάς τις περισσότερες φορές σιωπή, τρως με μέτρο και πάντοτε προσεύχεσαι, όπως είπαν οι Πατέρες: «Στο θυμικό μέρος της ψυχής βάλε το χαλινό της αγάπης, το επιθυμητικό μάρανέ το με την εγκράτεια και στο λογιστικό της ψυχής δώσε φτερά με την προσευχή· κι έτσι το φως του νου δε σκοτεινιάζει ποτέ». «Χαλινός του θυμού είναι η σιωπή που γίνεται στην ώρα της· της άλογης επιθυμίας, η μετρημένη τροφή· του δυσκολοκράτητου λογισμού, η μονολόγιστη προσευχή». 

Και πάλι: «Τρεις αρετές υπάρχουν, οι οποίες παρέχουν πάντοτε στο νου φως· να μη γνωρίζει κανείς την κακία του άλλου, να υπομένει ατάραχα τις θλίψεις που έρχονται και να κάνει καλό σ' εκείνους που του κάνουν κακό. Οι τρεις αυτές αρετές γεννούν άλλες τρεις, μεγαλύτερες από αυτές· η άγνοια της κακίας του άλλου γεννά την αγάπη, η χωρίς ταραχή υπομονή στις θλίψεις γεννά την πραότητα, και η ευεργετικότητα σ' εκείνους που του κάνουν κακό φέρνει την ειρήνη». 

Και πάλι: «Τρεις γενικότερες ηθικές καταστάσεις υπάρχουν στους μοναχούς. Η πρώτη είναι να μην αμαρτάνει κανείς διόλου με την πράξη· η δεύτερη, να μην πολυκαιρίζουν στην ψυχή οι εμπαθείς λογισμοί· η τρίτη, να βλέπει κανείς κατά διάνοια χωρίς πάθος τις μορφές των γυναικών και εκείνων που τον λύπησαν».

(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1988, ε΄τόμος, σελ. 103).

Δημοφιλείς αναρτήσεις