Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Το «βοτάνι του διαβόλου»



Το «βοτάνι του διαβόλου» 
Εκτός όμως από την αγάπη και την συμπόνια που έδειχνε ο Στάρετς Θεόφιλος στα ζώα και τα πουλιά, είχε κι άλλες συνήθειες και ιδιοτροπίες. Κατ' αρχήν, δεν αγαπούσε καθόλου τους καπνιστές και ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεχθή τον καπνό του τσιγάρου. 
«Βλέπετε, έχετε δηλητηριασθή μ' αυτό το βοτάνι του διαβόλου», επιτιμούσε αυστηρά τους επισκέπτας που κάπνιζαν. «Ήλθατε εδώ στο μοναστήρι να σκορπίσετε το μίασμα του ταμπάκου. Τι καλό θα πρόκυψη για σας αύριο, όταν δεχθήτε τα Άγια Μυστήρια με την γεύσι του καπνού στο στόμα; Φύγετε από κοντά μου. Δεν σας δίνω την ευλογία μου!»

Κάποτε ο Θεόφιλος προχωρούσε ανάμεσα στα δένδρα μέσα στην αυλή του μοναστηριού μαζί με ένα από τα πιο αγαπημένα του πνευματικά παιδιά από την πόλι κρατώντας ένα πήλινο πιάτο γεμάτο ρεπάνια τριμμένα μέσα σε κβας. Τον πλησίασε τότε ο Βίκτωρ Ιγνάτιεβιτς Ασκοτσένσκυ, συντάκτης και εκδότης της εφημερίδος Οικιακοί Διάλογοι. Εκείνη την ώρα κάπνιζε πούρο και καθώς άνοιξε το στόμα του να μιλήση, φύσηξε τον καπνό μέσα στο φαγητό του Στάρετς. Ο μακάριος δεν είπε τίποτε, βούτηξε μόνο το δάκτυλο του στο πιάτο και τον πιτσίλισε με λίγο ζουμί. 
Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Ασκοτσένσκυ κάθησε να φάη, μα το γεύμα που του σέρβιραν είχε έντονη μυρωδιά από ρεπάνι. Χωρίς να υποψιασθή την αιτία, ο Ασκοτσένσκυ έστειλε το φαγητό πίσω και ζήτησε να του φέρουν άλλο. Μα κι αυτή την φορά υπήρχε η ίδια μυρωδιά. Εξωργισμένος ο Ασκοτσένσκυ φώναξε την μαγείρισσα και τους υπηρέτες, κανείς όμως δεν μπορούσε να του εξηγήση από πού προερχόταν η μυρωδιά. 
Σερβίρισαν και το δεύτερο πιάτο, αλλά και αυτό μύριζε έντονα ρεπάνι. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο πιάτο. Ο Ασκοτσένσκυ έχασε την υπομονή του. Βγήκε από το σπίτι και πήγε σ' έναν γνωστό του. Την ώρα όμως που τον χαιρετούσε, ο φίλος του παρατήρησε ότι μύριζε έντονα ρεπάνι. Παρ' όλα αυτά, ζήτησε κάτι να φάη, προβάλλοντας σαν δικαιολογία ότι το φαγητό στο σπίτι του ήταν κακομαγειρεμένο. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξίς του, όταν διεπίστωσε ότι ακόμη και το φαγητό του φίλου του ήταν διαποτισμένο με την μυρωδιά του ρεπανιού. Έχοντάς τα εντελώς χαμένα, πήγε στον φούρνο να αγοράση κουλουράκια. Γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πιη τσάι. Αλλοίμονο, όμως! Το τσάι και τα κουλουράκια είχαν την ίδια μυρωδιά του τριμμένου ρεπανιού. 
Πέρασαν δύο-τρεις μέρες και ο Ασκοτσένσκυ είχε φθάσει σε τέλεια απόγνωσι, γιατί όσοι τον συναντούσαν του παρατηρούσαν πόσο δυσάρεστα μύριζε ρεπάνι. Ο δυστυχής προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρη την αιτία αυτού του παράξενου φαινομένου, όταν τελικά θυμήθηκε την συνάντησί του με τον Στάρετς Θεόφιλο. Συνειδητοποιώντας την απρέπεια της πράξεώς του, πήγε στο Κιτάγιεφ να βρη τον μακάριο. Του ζήτησε συγχώρησι και από εκείνη την στιγμή η δυσάρεστη μυρωδιά εξαφανίσθηκε. 
Η γερόντισσα Μαγδαληνή από τη μονή Φλωρόφσκυ διηγείται κάποιο άλλο περιστατικό: 
«Κάποτε ήλθε από την Μόσχα ένας πλούσιος έμπορος με την σύζυγό του και σταμάτησαν στο μοναστήρι μας. Ακούγοντας τις διηγήσεις μας για τον Στάρετς Θεόφιλο, ο έμπορος ζήτησε να τον επισκεφθή οπωσδήποτε. Με παρεκάλεσε να τους συνοδεύω αυτόν και την σύζυγο του, μια και δεν γνώριζε τον δρόμο για το ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Εγώ δέχθηκα κι έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Καθώς περνούσαμε από το δάσος του Γκολοσέγιεφ, ο έμπορος ένοιωσε την επιθυμία να καπνίση. Έψαξε τις τσέπες του, αλλά δεν βρήκε σπίρτα. Τι να κάνη; Ευτυχώς είδε κάποιους να κάθωνται στην άκρη του δρόμου και να βράζουν κουρκούτι πάνω σε μία πυροστιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να ανάψη το τσιγάρο. Μόλις όμως άγγιξε την φωτιά, η πυροστιά αναποδογύρισε και το φαγητό χύθηκε και την έσβυσε. 
«Τι παράξενο! Δεν πρόλαβα να αγγίξω την πυροστιά και το φαγητό αναποδογύρισε». 
Προχωρήσαμε παρακάτω. Ο έμπορος είδε και πάλι κάποιους άγνωστους να βράζουν χυλό στην άκρη του δρόμου. Έτρεξε στην φωτιά τους για να ανάψη το τσιγάρο, αλλά μόλις έσκυψε πάνω από την φωτιά, πάλι αναποδογύρισε η πυροστιά. 
«Τι παράξενη σύμπτωσις!» είπε ο έμπορος γελώντας. «Μήπως είναι μάγια;» 
«Όχι», του απάντησα Εγώ. «Ο πατήρ Θεόφιλος τα κανόνισε έτσι, γιατί δεν συμπαθεί διόλου αυτούς που καπνίζουν». 
Τελικά φθάσαμε στο Κιτάγιεφ και πήγαμε να δούμε τον Στάρετς. Εκείνος μόλις μας συνάντησε, στράφηκε κατ' ευθείαν στον έμπορο: 
«Λοιπόν, περιστεράκι μου, ήθελες τόσο πολύ να καπνίσης; Για το δικό σου το πάθος άφησες χωρίς φαΐ τόσους πεινασμένους». 
Κατόπιν του έφερε από το κελλί του ένα μεγάλο κρεμμύδι και του είπε. 
«Να, φάε λίγο κρεμμύδι, γιατί με την μυρωδιά του τσιγάρου σου βρώμισες όλο το μοναστήρι!»

Σύμβουλος σε θέματα γάμου



Σύμβουλος σε θέματα γάμου 
Ο στάρετς Θεόφιλος ήταν τόσο γνω­στός στην περιφέρεια του Κιέβου που κανένας απλοϊκός, ευσεβής και θεοφο­βούμενος άνθρωπος στην περιοχή δεν ξεκινούσε τις υποθέσεις του χωρίς προ­ηγουμένως να ζητήση την συμβουλή και την υπόδειξι του στάρετς. Σπάνια θα άρ­χιζε γάμος χωρίς την ευχή του. Καθένας αποδεχόταν, χωρίς συζήτησι, τον λόγο του στάρετς, ακόμα και αν ήταν αυστη­ρός ή δυσάρεστος, και εκτελούσε την συμβουλή του με ακρίβεια, σαν προφη­τική φωνή από τον ουρανό. 
Στο Κίεβο ζούσε ένας μεσίτης, ο Ιβάν Ν. Στα νειάτα του, όταν εργαζόταν ως πωλητής σε κάποιο κατάστημα, αποφά­σισε να παντρευτή. Για πολύ καιρό έψα­ξε την κοπέλλα των ονείρων του, και κά­ποτε, σε μια συγκέντρωσι εμπόρων, το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Λιουμπότσκα Ζ. Η μοίρα του μεσίτη είχε αποφασισθή. Θα έκανε πρότασι γάμου στην Λιουμπότσκα. Ντύθηκε με τα πιο καλά ρούχα του, πήγε στο σπίτι των γονέων της και φανέρωσε τις προθέσεις του. Από τη μητέρα της κοπέλλας πήρε την εξής απάντησι: 
«Η Λιουμπότσκα μας είναι ήδη αρραβωνιασμένη. Ο μνηστήρας της είναι ο νεαρός Χέντρικ Μ. Αν και είναι Λουθηρανός στο θρήσκευμα, δεν μπο­ρούμε να πάρουμε πίσω τον λόγο μας». 
«Θεέ μου! Μα αγαπώ πολύ την κόρη σας!». 
«Λοιπόν, τι μπορεί να γίνη; Κρίμα που δεν μας μίλησες γι' αυτό νωρίτερα». 
Ο μεσίτης ήταν πολύ έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος, ενώ ο Γερμανός ήταν επιπόλαιος αλλά πλούσιος. Οι γο­νείς της Λιουμπότσκα, ακούγοντας την πρότασι γάμου του εμπόρου συγκέντρω­σαν τους συγγενείς τους στο σπίτι τους και έκαναν σύσκεψι, αλλά οι περισσότε­ροι από αυτούς μίλησαν ευνοϊκά για τον Γερμανό. Προτού όμως να συμφωνήσουν τον γάμο, αποφάσισαν να επισκεφθούν τον στάρετς Θεόφιλο. Πήραν μερικές δί­πλες, ψωμί, θυμίαμα και κεριά και ανεχώρησαν για το κελλί του μακαρίου. Ό­ταν έφθασαν, ο στάρετς τους άνοιξε την πόρτα και τους καλοσώρισε έναν-έναν, αλλά, χωρίς να αφήση τους επισκέπτες να βγάλουν λέξι, είπε: 
«Ιβάν. Ιβάν. Μην τολμήσετε να την δώσετε στον χοντροκέφαλο Χέντρικ!». 
Οι γονείς το έλαβαν σοβαρά υπόψιν τους, η Λιουμπότσκα παντρεύτηκε τον μεσίτη και ήταν ευτυχισμένη όλη της τη ζωή. 
Υπήρξε και άλλη μια περίπτωσι. Η χήρα μεγαλοκτηματίας Θέκλα Ταράσοβα είχε μια ωραία κόρη, την Άννα. Δύο μνηστήρες την ζήτησαν σε γάμο. Ο ένας ήταν όμορφος, ευγενής, καλωσυνάτος, και επιρρεπής στο πιοτό και στο γλέντι. Ο άλλος είχε ένα μικρό βλογιοκομμένο πρόσωπο και ύφος σκυθρωπό, αλλά ήταν ευγενικού και θετικού χαρακτήρα. Ο πρώτος ζούσε στην Ντίμιεφκα, ένα προάστιο του Κιέβου, ο δεύτερος στη μι­κρή πόλι Μυσελόφκα. Η Άννα ήταν πολύ ερωτευμένη με τον όμορφο, ενώ αδιαφορούσε παντελώς για τον δεύτερο και αρνιόταν κατηγορηματικά να τον παντρευτή. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, επέμενε να παντρευτή αυτόν από τη Μυσελόφκα. 
Ανεχώρησαν για το Κιτάγιεφ για να συμβουλευθούν τον στάρετς. Ο μακά­ριος, χωρίς να πη λέξι, έδωσε στην Άννα ένα ζυγό με κάδους και της ζήτησε να φέρη λίγο νερό από την Ντίμιεφκα. Η κοπέλλα εκτέλεσε την παραγγελία. Ο μακάριος έχυσε το νερό μέσα σε ένα βα­ρέλι που βρισκόταν κάτω από την υδρορροή και ξαναέδωσε στην Άννα τους κάδους με την παραγγελία να πάη για νερό αυτή τη φορά στη Μυσελόφκα. Η Άννα έφερε το νερό σε μισή ώρα. 
«Από που ήταν δυσκολώτερο να το φέρης;» ρώτησε ο στάρετς το κορίτσι. 
«Από την Ντίμιεφκα», απάντησε η Άννα. «Είναι μακρυά από εδώ, ενώ η Μυσελόφκα είναι πιο κοντά». 
«Καλά, να θυμάσαι τότε. Οι κάδοι πάνω στον ώμο σου παριστάνουν τη ζωή σου. Αν ακούσης τη μητέρα σου και παντρευτής αυτόν από τη Μυσελόφκα, τό­τε η ζωή σου θα είναι ανάλαφρη. Αν όμως παντρευτής αυτόν από την Ντί­μιεφκα, θα αναθεματίζης όλη σου την ζωή από βάσανα και ανάγκες». 
Πεπεισμένη από αυτά τα λόγια, η Άννα άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και, παίρνοντας τον άντρα από την Μυσελόφκα δεν το μετανοούσε σε όλη της τη ζωή. 
Αλλά μια φορά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο στάρετς συμβούλεψε ενα νέο να παντρευτή κάποια συγκεκριμένη νέα χήρα, αλλά ο νέος παντρεύτηκε μια κοπέλλα που είχε διαλέξει ο ίδιος. 
«Γιατί στενοχωριέμαι και ακούω έναν τέτοιο γέρο;», είπε στους συντρό­φους του. «Ο γέρο-μοναχός σε καμμιά περίπτωσι δεν θα πάρη είδησι». 
Όταν μετά από μια εβδομάδα το νέο ζευγάρι ήρθε στο Κιτάγιεφ, πήγαν να δουν τον στάρετς για να τους ευχηθή. Ο Θεόφιλος τους συνάντησε στο κατώφλι της πόρτας του κελλιού του και αντί για τις ευχές του οι νεόνυμφοι δέχθηκαν ένα παλιό χαλασμένο καλάθι, που στον πυθμένα του υπήρχε ένας σωρός από σκουπίδια και στην κορυφή τοποθετη­μένα δύο μήλα. 
Χωρίς να είναι σε θέσι να το καταλά­βουν, οι νέοι πήγαν σε έναν πνευματικό πατέρα στο Κιτάγιεφ για να τους το εξη­γήση. Ο πνευματικός τους άκουσε και είπε: 
«Τα δυο φρέσκα μήλα είστε εσείς. Ο σωρός των σκουπιδιών κάτω από αυτά είναι η δυστυχισμένη ζωή που σας περι­μένει». 
Και, πράγματι, δεν πέρασε ένας χρό­νος προτού να αρχίση το νέο ζευγάρι να μαλώνη και τελικά χώρισε. 


ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 18

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2022

Ο Στάρετς και οι υπερήφανες κυρίες

Ο Στάρετς και οι υπερήφανες κυρίες

Όταν απουσίαζε από το ερημητήριο, ο μακάριος Θεόφιλος δεν κλείδωνε ποτέ το κελλί του, ακόμη και όταν έ­λειπε και ο συγκελλιώτης του στην πόλι. Αυτό το έκανε διότι και κατά την διάρκεια της απουσίας του συναθροιζόταν κόσμος στο κελλί του, κυρίως γυναίκες. Δεν υπήρχε τρόπος να τους αποφύγη. Πήγαιναν σ' αυ­τόν προτού ακόμη να πάνε στην εκκλησία και όταν έβλεπαν τον μακάριο, μετά από μακρά αναμονή έξω από το παράθυρό του, έτρεχαν πίσω του σαν κοπάδι. 
Ο στάρετς δεχόταν όλους τους ανθρώ­πους συχνά μόνο με το τραχύ ζωστικό του. Όταν άνοιγε την πόρτα του, οι γυναίκες σπρώχνονταν η μία με την άλλη, προσπα­θώντας να του δώσουν κάποιο δώρο. Μία έτεινε προς το μέρος του μία κανάτα γάλα, άλλη τυρί, βούτυρο ή αυγά, άλλη ένα μπου­κάλι κβας, πίττες κ. ά. Και ω, Θεέ μου, τι απεγνωσμένο παζάρι επακολουθούσε! Η κάθε μία προσπαθούσε να βάλη τα αγαθά της στα χέρια του, η κάθε μία ήθελε να ελ­κύση την προσοχή του. 
Για να τις ευχαριστήση για όσα του έ­φερναν, ο στάρετς Θεόφιλος ανέθετε σ' αυ­τές μία ποικιλία από αγγαρείες. Κάποια κουβαλούσε νερό ή ξύλα, κάποια ασβέστωνε τη χτιστή σόμπα ή σκάλιζε στον κήπο. Ανάμεσά τους υπήρχαν και κυρίες επιδει­κτικές ή διαζευγμένες[1]. Ο μακάριος ποτέ δεν ήταν εθιμοτυπικός προς αυτές: τις έβα­ζε να πετάξουν τα νερά της πλύσεως και τα σκουπίδια, να ζυμώσουν ή να καθαρίσουν πατάτες. 
Κάποτε ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο μία έγγαμη αρχόντισσα. Μπροστά από το κελλί του στάρετς υπήρχε μεγάλο πλήθος. Πέρασε λοιπόν σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους άλλους και άρχισε να φωνάζη: 
«Πατερούλη, ευλογείτε! Πατερούλη, ευ­λογείτε!» 
«Και συ ήρθες σε μένα για ευλογία;» 
«Ναι, πατερούλη, σε σένα. Θέλω να μιλή­σω μαζί σου». 
«Καλά, τώρα...»
Ο στάρετς μπήκε στο κελλί του και έφερε μία μεγάλη γαβάθα με λαχανόσουπα. 
«Κράτησε τον ποδόγυρο σου. Ο Θεός θα ευλογήση».
Και έχυσε τη λαχανόσουπα στην αναση­κωμένη φούστα. Η γυναίκα τρόμαξε. Φο­ρούσε καινούργιο μεταξωτό φόρεμα! Αλλά ο μακάριος δεν της έδωσε καιρό να μιλήση και διέκοψε τις θυμωμένες σκέψεις της. 
«Απατάς τον άνδρα σου καθημερινά... Και ήρθες σε μένα για ευλογία με μεταξωτό φόρεμα; Για κοίταξε καλά, που αποπλανάς τους νέους με την ομορφιά σου. Για κοίταξε καλά...»
Μία άλλη φορά ήρθε στον μακάριο μία σπουδαία γαιοκτήμονας. Περιστοιχισμένη από ολόκληρη ακολουθία δουλοπάροικων σταμάτησε με την άμαξά της μπροστά στην κατοικία του μακαρίου και, χαμογελώντας, άρχισε να κοιτάζη προς όλες τις κατευθύν­σεις μ' ένα φασαμέν[2]
«Πείτε μου, παρακαλώ. Πού μένει ο Θεό­φιλος;» ρώτησε δυνατά τον συγκελλιώτη που ήρθε προς το μέρος της.
«Νάτος, σκάβει στον κήπο».
Η λεπτεπίλεπτη κυρία κοίταξε προς τα πίσω και, βλέποντας τον μακάριο να σκάβη στην πρασιά φορώντας μόνο το ζωστικό του, έφτυσε στο πλάι με περιφρόνησι.
«Ντροπή! Τι αγένεια! Να τριγυρνά στο μοναστήρι μόνο με μία πουκαμίσα!»
«Μόνο με μία πουκαμίσα!», είπε ο στά­ρετς μιμούμενός την καθώς πλησίαζε. 
«Ε, συ ασπροχέρα πριγκίπισσα! Και γιατί έγδυ­σες τους δουλοπάροικούς σου μέχρι το τε­λευταίο πουκάμισο; Και γιατί τους άφησες στον κόσμο χωρίς ένα κομμάτι ψωμί; Δεν έχεις τύψεις που αφανίζεις ανθρώπους και εμφανίστηκε η ντροπή σου μπροστά σ' ένα ταπεινό μοναχό; Μετανόησε, άμετρη υπε­ρηφάνεια! Αγάπησε τον πλησίον σου[3], αλλιώς θα πικραθής όταν η αμαρτωλή ψυχή σου σταθή ενώπιον της κρίσεως του Θεού μέσα στη γύμνια των αισχρών της πράξεων».
Αυτός ο έλεγχος τόσο συγκλόνησε την γυναίκα, που βγήκε αμέσως από την άμαξα με δάκρυα μετανοίας και πέρασε μία ολό­κληρη ώρα στο κελλί του στάρετς, ικετεύον­τάς τον να την συγχωρήση και να προσεύ­χεται γι' αυτήν. 
Μία άλλη φορά το πράγμα έγινε κάπως διαφορετικά. Παρουσιάστηκε μία λεπτεπί­λεπτη αριστοκράτισσα. Ο στάρετς δεν ήταν στο μοναστήρι την ώρα που αυτή έφθασε για να πάρη την ευλογία του· ήταν ως συ­νήθως περιπλανώμενος στο δάσος της μονής. Μερικοί όμως που βρίσκονταν στην κορυφή του ψηλού καμπαναριού του Κιτάγιεφ είδαν τον στάρετς να επιστρέφη στο κελλί του. Βάδιζε με το κεφάλι χαμηλωμένο και είχε βρώμικα κουρέλια και πετσέτες κρεμασμένες πάνω του. Ένας Θεός ξέρει που τα βρήκε! Μία δε από τις πετσέτες αυ­τές ήταν φοβερά λερωμένη με περιττώματα. Προχωρώντας προς την κυρία εκείνη, ο Θε­όφιλος σταμάτησε και είπε σε απλή μικρορωσική διάλεκτο: 
«Ω, αυτή είναι μεγάλη κυρία! Πρέπει να σκουπίσω τα χέρια μου!»
Και τα σκούπισε με την λερωμένη πετσέ­τα. 
«Να, ασπάσου το!», είπε τείνοντας το χέ­ρι του προς εκείνη.
Εκείνη, όπως καταλαβαίνετε, οπισθοχώ­ρησε τρομοκρατημένη. 
«Τέτοιες είναι οι αρετές σου ενώπιον Κυ­ρίου του Θεού», είπε ο μακάριος. «Βρωμούν, κυρία μου, βρωμούν!» 
Ακόμη και η γνωστή φιλάνθρωπος και ευλαβέστατη κόμισσα Άννα Αλεξέγιεβνα Ορλόβα Τσεσμένσκαγια δεν γινόταν δεκτή με αβρότητα από τον στάρετς. Η κόμισσα ήρθε κάποια φορά στον πατέρα Θεόφιλο με προτροπή του μητροπολίτου Φιλάρετου και ζήτησε την ευλογία του για να αρχίση κά­ποια σημαντική υπόθεσι. Ο στάρετς δεν της απάντησε λέξι, μόνο μάζεψε από την γωνιά του δωματίου του διάφορα σκουπίδια και τα έριξε στην ποδιά του φορέματος της. Η Ορλόβα ήταν τόσο ευσεβής και τόσο ευλαβείτο τον μακάριο στάρετς, ώστε έφυγε τα­πεινά με αυτά τα σκουπίδια για το σπίτι της και σε όλο τον δρόμο συλλογιζόταν για το νόημα αυτής της πράξεως του στάρετς. 
Μία άλλη φορά ήρθε σ' αυτόν την παρα­μονή της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτό­κου. Ο στάρετς είχε την συνήθεια αυτή την ημέρα να καθαρίζη το κελλί του και έτσι η κόμισσα Ορλόβα τον βρήκε να πλένη τσουκάλια και πιάτα. Μόλις την είδε, ο μακάρι­ος φώναξε χαρούμενος; 
«Α, μία υπηρέτρια, ήρθε μία υπηρέτρια! Ακριβώς πάνω στην ώρα! Σε παρακαλώ, α­γαπητή, πήγαινε στον Δνείπερο και πλύνε μου ένα-δυο τσουκαλάκια».
Και της έβαλε στα χέρια μία στίβα βρώμι­κα πιάτα. Η Άννα Αλεξέγιεβνα μόνο χα­μογέλασε και χωρίς καμμία αντίρρησι πήγε στον Δνείπερο, όπου ατάραχη άρχισε με ε­πιμέλεια να καθαρίζη τη βρωμιά από τα πα­λιά τσουκάλια με τα ίδια της τα χέρια, τα στολισμένα με ακριβά δακτυλίδια. Ο υπη­ρέτης της καθόταν με σεβασμό σε απόστασι και θαύμαζε βλέποντας την κόμισσα σε μία τέτοια ρυπαρή και ταπεινωτική εργασία.

[1]Την εποχή εκείνη το διαζύγιο ήταν σκανδαλώδες
[2] φακός για τον ένα οφθαλμό (μονόκλ)
[3] πρβλ. Ματθ. ιθ’ 19 κ.ά.


ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 14
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1991 - ΙΟΥΝΙΟΣ 1992

Δημοφιλείς αναρτήσεις