Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστο

Η Μεταμόρφωσις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού


Έξι ημέρες αφ’ ότου είχε αναγγείλει ο Κύριος στους μαθητές του ότι «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού» (Ματθ. 16:18· Μάρκ. 9:1), πήρε μαζί του τους προκρίτους των μαθητών, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, και αφού απομακρύνθηκαν κατ’ ιδίαν, τους ανέβασε σ’ ένα όρος υψηλό, το όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας, για να προσευχηθεί (Λουκ. 9:28). 
Έπρεπε πράγματι, εκείνοι που επρόκειτο να του συμπαρασταθούν στην αγωνία της Γεθσημανή και θα είχαν το μοναδικό προνόμιο να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες του Πάθους του, να προετοιμαστούν γι’ αυτή τη δοκιμασία με την θεωρία της αχρόνου δόξης του. Ο μεν Πέτρος, διότι μόλις είχε ομολογήσει την πίστη στην θεότητά του· ο Ιάκωβος, διότι έμελλε να γίνει ο πρώτος που θα πέθαινε για τον Χριστό· και ο Ιωάννης, διότι έμελλε να μαρτυρήσει την προσωπική του πείρα γύρω από την θεϊκή δόξα και να αντηχήσει, ως υιός βροντής, την θεολογία του προαιωνίου Λόγου που εγένετο σαρξ. 
Ο Κύριος τους οδήγησε πάνω στο όρος, σαν σύμβολο της πνευματικής ανάβασης, η οποία από αρετή σε αρετή καταλήγει στην αγάπη, την υψηλοτάτη των αρετών· αυτή είναι που ανοίγει τη θύρα για τη θεωρία του Θεού. Η ανάβαση αυτή ήταν στην πραγματικότητα η συμπερίληψη ολόκληρης της επίγειας ζωής του Κυρίου, ο οποίος, ντυμένος την ασθένειά μας, άνοιξε για μας την οδό προς τον Πατέρα, διδάσκοντάς μας ότι η ησυχία είναι η μητέρα της προσευχής, η οποία με την σειρά της μας αποκαλύπτει την δόξα του Θεού. 
«Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως» (Ματθ. 17:2). Ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού απεκάλυψε έτσι την φυσική λαμπρότητα της θείας δόξης, την οποία συνείχε μέσα του και την οποία είχε διατηρήσει κατά την Ενανθρώπησή του, έστω και αν έμενε σκεπασμένη κάτω από το προκάλυμμα της σαρκός. 
Πράγματι, από τη στιγμή της σύλληψής του στα σπλάγχνα της Παναγίας Παρθένου, η θεότητα ενώθηκε ασυγχύτως με την φύση της σαρκός (δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση) και η θεϊκή δόξα έγινε, υποστατικώς, δόξα του «προσλήμματος». 
Αυτό λοιπόν που απεκάλυπτε ο Χριστός στους μαθητές του στην κορυφή του Θαβώρ, δεν ήταν ένα θέαμα καινοφανές, αλλά απλώς η απαστράπτουσα φανέρωση της τεθεωμένης εν Αυτώ ανθρωπίνης φύσεως - συμπεριλαμβανομένου και αυτού του σώματος - και της ενώσεώς της με την θεϊκή αυγή.

Ενώ το πρόσωπο του Μωυσή είχε λάμψει με μία δόξα που προερχόταν έξωθεν μετά την αποκάλυψη του όρους Σινά (Εξ. 34:29), το πρόσωπο του Χριστού εμφανίσθηκε στο Θαβώρ ως μία πηγή φωτός, πηγή της θείας ζωής που έγινε προσιτή στον άνθρωπο και καταυγάζουσα επίσης πάνω στα «ιμάτιά» του, δηλαδή πάνω στον εξωτερικό κόσμο και στα προϊόντα του ανθρωπίνου πολιτισμού.

«Μεταμορφώθηκε», βεβαιώνει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, «όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, αλλά δείχνοντας στους μαθητές του αυτό που ήταν, διανοίγοντας τους οφθαλμούς τους και από την τυφλότητα τους έκανε να αναβλέψουν». (1) Ο Χριστός άνοιξε τα μάτια των μαθητών του και εκείνοι με ένα βλέμμα μεταμορφωμένο από την δύναμη του αγίου Πνεύματος είδαν το αχωρίστως ενωμένο με το σώμα του θείο φως. Μεταμορφώθηκαν επομένως και οι ίδιοι και στην προσευχή μπόρεσαν να δουν και να γνωρίσουν την αλλοίωση που επήλθε στην φύση μας εξαιτίας της ένωσής της με τον Λόγο. (2)

«Ό,τι είναι ο ήλιος για τα αισθητά πράγματα, το ίδιο είναι ο Θεός για τα πνευματικά». (3) Για τον λόγο αυτό οι ευαγγελιστές αναφέρουν ότι το πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι «το φώς το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω. 1:9), έλαμπε ως ήλιος. Το φως όμως αυτό ήταν ασυγκρίτως ανώτερο από κάθε αισθητό φως. Αδυνατώντας να αντέξουν την απρόσιτη λάμψη του, οι μαθητές έπεσαν στην γη.

Φως άυλο, άκτιστο και άχρονο· αυτή ήταν η Βασιλεία του Θεού, εληλυθυία εν τη δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί ο Κύριος στους μαθητές του. Τώρα, βεβαίως, άστραψε για μια στιγμή στα μάτια τους· αυτό το ίδιο φως όμως πρόκειται να γίνει η μόνιμη κληρονομιά των εκλεκτών της Βασιλείας, όταν ο Χριστός έλθει πάλι, ακτινοβολώντας πλέον μέσα σε όλη την λαμπρότητα της δόξης του. Θα επανέλθει μέσα στο φως, μέσα στο ίδιο φως που άστραψε στο Θαβώρ και που ανέβλυσε από τον τάφο της ημέρας της Αναστάσεώς του, και το οποίο, εκχυνόμενο πάνω στις ψυχές και τα σώματα των εκλεκτών του, θα τους κάνει να εκλάμψουν και αυτοί ως ο ήλιος (Ματθ. 13:43).

«Ο Θεός είναι φως και η θέα του φως». (4) Όπως οι μαθητές στην κορυφή του Θαβώρ, έτσι και πλήθος αγίων έγιναν μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης του Θεού στο φως. Το φως εντούτοις δεν είναι γι’ αυτούς μόνο αντικείμενο θεωρίας, είναι επίσης η θεοποιός χάρις, που τους επιτρέπει να «βλέπουν» τον Θεό, έτσι που επιβεβαιώνονται τα λόγια του Ψαλμωδού: «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (Ψαλμ. 35:10).

Μέσα στο λαμπρό αυτό όραμα εμφανίσθηκαν στο πλευρό του Κυρίου ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι δύο κορυφές της Παλαιάς Διαθήκης, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τον Νόμο και τους Προφήτες, που τον αναγνώριζαν ως κύριο ζώντων και νεκρών. Και συνομιλούσαν μαζί του μέσα στο φως για «την έξοδον αυτού ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ», δηλαδή το Πάθος του, διότι διά του Πάθους και του Σταυρού η δόξα αυτή επρόκειτο να δοθεί στους ανθρώπους.

Εκστασιασμένοι και έκθαμβοι από την θεωρία του θεϊκού φωτός, οι Απόστολοι ήσαν «βεβαρημένοι ύπνω και είπεν Πέτρος προς τον Ιησούν· επιστάτα καλόν έστιν ημάς ώδε είναι· και ποιήσωμεν σκηνάς τρεις, μίαν σοι και μίαν Μωυσεί και μίαν Ηλία μη ειδώς ο λέγει». 
Αποσπώντας την προσοχή του μαθητή του από την ανθρώπινη αυτή επιθυμία που αρκούνταν στην επίγεια απόλαυση του φωτός, ο Κύριος τους έδειξε τότε μία καλύτερη «σκηνή» και μία κατά πολύ ανώτερη μονή για να ενοικήσει η δόξα Του. Μία φωτεινή νεφέλη ήλθε τότε να τους επισκιάσει και μέσα από την νεφέλη αυτή ακούστηκε η φωνή του Πατρός, που αναγνώριζε τον Σωτήρα: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε».

Η νεφέλη εκείνη αντιπροσώπευε την χάρη του Πνεύματος υιοθεσίας· και, όπως κατά το Βάπτισμά του στον Ιορδάνη, η φωνή του Πατρός αναγνώρισε τον Υιό και αποκάλυψε ότι τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πάντα ενωμένα, συνδράμουν στην Σωτηρία του ανθρώπου.

Το φως του Θεού, που είχε αρχικά επιτρέψει στους Μαθητές να «δουν» τον Χριστό, όταν άστραψε εντονότερα, τους ανέβασε σε μια κατάσταση ανώτερη από την ανθρώπινη όραση και γνώση. Εξερχόμενοι απ’ όλα τα ορατά κι από τον ίδιο τους τον εαυτό, εισήλθαν πλέον μέσα στον υπέρφωτο γνόφο, εκεί που ο Θεός έχει βάλει την απόκρυφή του (Ψαλμ. 17:12)· «κεκλεισμένων των θυρών των αισθήσεών τους», έλαβαν εκεί μέσα την αποκάλυψη του τριαδικού μυστηρίου, το οποίο υπεραναβαίνει κάθε κατάφαση και κάθε απόφαση (άρνηση). (5)

Όντας ακόμη ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για την αποκάλυψη τέτοιων μυστηρίων, διότι δεν είχαν ακόμη περάσει μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού, οι Μαθητές εφοβήθησαν σφόδρα. Όταν όμως σήκωσαν το κεφάλι είδαν τον Ιησού, μόνον, που είχε βρει την συνηθισμένη του όψη και που τους πλησίασε και τους καθησύχασε. Κατόπιν κατεβαίνοντας από το Όρος τους συνέστησε να κρατήσουν σιγή για ό,τι είχαν δει, μέχρις ότου ο Υιός του Ανθρώπου εγερθεί εκ νεκρών.

Η σημερινή εορτή είναι λοιπόν κατεξοχήν εκείνη της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεώς μας και της μετοχής τού φθαρτού σώματός μας στα αγαθά του μέλλοντος αιώνος που είναι επέκεινα της φύσεως. Πριν ακόμη ολοκληρώσει την Σωτηρία μας με το Πάθος Του, ο Σωτήρας έδειξε λοιπόν ότι ο σκοπός της έλευσής Του στον κόσμο ήταν ακριβώς να οδηγήσει κάθε άνθρωπο στην θεωρία της θεϊκής Του δόξης. Για τον λόγο αυτό η εορτή της Μεταμορφώσεως γνώρισε ιδιαίτερη εύνοια μεταξύ των μοναχών, οι οποίοι αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στην αναζήτηση του ακτίστου φωτός.

(1) Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός, Ομιλία εις την Μεταμόρφωσιν 12, PG 96, 564. 
(2) Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ομιλία 34 εις την Μεταμόρφωσιν, PG 151, 432. 
(3) Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 28, 30, PG 36, 69.
(4) Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Λόγος Ηθικός Ε’, 276, SC 129, 101. 
(5) Η μυστική θεολογία του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου εφαρμόστηκε στο μυστήριο της Μεταμορφώσεως από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου
Εκκλησίας”,  Τόμος 12ος, Αύγουστος, Ίνδικτος, 


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η Μεσοπεντηκοστή (Ιωάννης Φουντούλης)

 


ΠΗΓΉ:ΕΔΩ

Η Μεσοπεντηκοστή 
Ιωάννης Φουντούλης
Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. 
Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Και όμως κάποτε αυτή η εορτή ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. 
Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος ς’ του Σοφού [11 Μαΐου 903]. 
Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μω­κίου. όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. 
Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλιάς και πατριάρχης εισέρχονταν επισήμως στον ναό. 
Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλιάς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγοι την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι. 
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. 
Ποιο όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. 
Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. 
Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσ­σίας». 
Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». 
«Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν ανυμνούμεν Χριστόν». σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή. 
Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; 
Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. 
Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. 
Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, ποy έγινε μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. 
Αυτός αρχίζει με μία φράση του Κυρίου- «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω· ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος». Και σχολιάζει ο ευαγγελιστής· «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν». 
Δεν έχει σημασία, ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα τής εορτής. 
Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. 
Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, «του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές· «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος». «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στη Σαμαρείτιδα. 
Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. 
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. 
Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακένωτου ύδατος. 
Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. 
(Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική λατρεία»)

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ 
Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας. 
Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο[1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου[23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2]. 
Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα»[3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου. 
Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας[8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της[4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου[5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της[6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω -επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες-, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας(πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο -εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14) - και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί -γι’ αυτό που ήδη είναι- Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30). 
Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως»[7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν»(Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα. 
Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου». 
Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε -και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση- την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν. 
Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς»[9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας. 
Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19). 
Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).
-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ- 
[1]Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα. 
[2]Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251. 
[3]Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. 
[4]Πρβλ. 21 Νοεμβρίου. 
[5]Πρβλ.τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο. 
[6]Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία. 
[7]Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.]. 
[8]Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756). 
[9]Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».

Δημοφιλείς αναρτήσεις